ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΣΤΟ ΙNTERNET ΑΠΟ ΤΟΝ κο ΝΙΚΟ ΔΗΜΟΥ (ΟΣΟΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΞΕΡΕΤΕ www.ndimoy.gr).
TO ΠΑΡΑΘΕΤΩ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟ. ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΠΟΨΗ.
ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΝΤΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΑΠΟΨΕΙΣ , ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΚΑΙ ΝΑ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΟΥΜΕ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ.
ΘΑ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΣΑ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ. ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΕ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΣ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΜΕ ΑΠΛΗ ΑΝΑΦΟΡΑ.
********************************************************
Η Σιωπή Του Θεού και η Προπαγάνδα της Πίστης
Ο Θεός σιωπά..
Η «σιωπή του Θεού» είναι το βασικό μοτίβο όλης της υπαρξιακής φιλοσοφίας – αλλά και θεολογίας – του περασμένου αιώνα.
Ο Θεός σώπασε στο Άουσβιτς και στην Ρουάντα, στην Καμπότζη και την Σερμπρένιτσα. Άφησε να εκτυλιχτούν απύθμενες βαρβαρότητες, χωρίς ποτέ να μας δώσει ούτε «ένα σημείον».
Ο Θεός σωπαίνει όχι μόνο στις μεγάλες δημόσιες τραγωδίες αλλά και στις μικρές ιδιωτικές. Η μάνα που σπαράζει για τον χαμό του παιδιού της δεν παίρνει απάντηση.
Ο Θεός σωπαίνει – είτε λέγεται Θεός, είτε Αλλάχ, είτε Ιεχωβάς, είτε αποκαλείται με άλλο όνομα από τα πολλά που του δίνουν οι άνθρωποι.
Βλέπει το κακό να συμβαίνει και όχι μόνο δεν το σταματάει (αυτός ο παντοδύναμος) αλλά ούτε καν αντιδρά είτε για να το δικαιολογήσει είτε για να εκφράζει την συμπαράστασή του.
Κι όμως στην Χριστιανική θρησκεία τα κύρια επίθετα του Θεού είναι πανάγαθος, ελεήμων και φιλάνθρωπος και στην Μουσουλμανική «Αλ Ραχμάν» (ο οικτίρμων) και Αλ Ραχίμ (ο συμπονετικός).
Αντίθετα με τον Θεό που σιωπά, οι προπαγανδιστές και απολογητές του υπήρξαν ανέκαθεν λαλίστατοι. Ιδρυτές θρησκειών, απόστολοι, προφήτες, ιερείς και αρχιερείς, μοναχοί και θεολόγοι, μας έχουν φιλοδωρήσει με χιλιάδες – ίσως και εκατομμύρια σελίδες κειμένων.
Κοινό στοιχείο όλων αυτών των λόγων είναι η προσπάθεια «να δικαιολογήσουν τους τρόπους του Θεού στους ανθρώπους» για να χρησιμοποιήσω τον περίφημο στίχο του Μίλτωνα: «to justify the ways of God to Men».
Ισχυρίζονται μερικοί ότι η τέχνη (και τεχνική) της προπαγάνδας, δημιουργήθηκε και άκμασε στον εικοστό αιώνα. Ξεχνώντας ότι η καταγωγή της λέξης είναι από τα εκκλησιαστικά λατινικά, και ότι επιτροπή «για την προπαγάνδα (διάδοση) της πίστης» (de propaganda fide) υπήρχε στην Καθολική Εκκλησία εδώ και πολλούς αιώνες.
Πραγματικά οι πρώτοι, πιο συστηματικοί – αλλά και πιο αποτελεσματικοί – προπαγανδιστές ήταν, από καταβολής κόσμου, οι ιδρυτές, ιερείς και απολογητές των θρησκειών. Η δουλειά τους ήταν δυσχερής και πολυσύνθετη.
Απαιτούσε ευρηματικότητα, ευστροφία σχεδόν σοφιστική, φαντασία και ατέλειωτη πειθώ. Διότι είναι πολύ πιο εύκολο να διαδώσεις και να εξαπλώσεις μία ιδεολογία – παρά μία, αρκετά περίπλοκη, και σε πολλά σημεία απάνθρωπα σκληρή, θρησκευτική πίστη. Είναι πιο απλό να προβάλλεις μία ευνοϊκή εικόνα για έναν ηγεμόνα ή πολιτικό αρχηγό – παρά να πείσεις δισεκατομμύρια ανθρώπους για την ύπαρξη ενός αόρατου (αλλά παντοδύναμου και πανάγαθου) Πατέρα. Είναι πολύ πιο ευχερές να δικαιολογήσεις ή να συγκαλύψεις τις ατέλειες και τα εγκλήματα μίας διακυβέρνησης (ακόμα κι αν είναι του Χίτλερ ή του Στάλιν) παρά να καταφέρεις το γένος των ανθρώπων να ξεχάσει τον πόνο, την αρρώστια, την φθορά, τον θάνατο και όλα τα βάσανα που περιέχει η ύπαρξή του – και επιπλέον να δοξολογεί τον Ύψιστο επειδή «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».
Τα πάντα εν σοφία… αλλά ποια σοφία; Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως πρόκειται για την ατέρμονη σοφία του Θεού. Μόνο μέσα από αυτή, την επουράνια οπτική γωνία, φαίνονται στον κόσμο όλα τέλεια. Αυτή όμως δεν την διαθέτει κανένας άνθρωπος – ούτε φυσικά κι εγώ. Έτσι θα αναλύσω αυτή την πρόταση (και τα παρεπόμενά της) με βάση την μόνη σοφία που μου βρίσκεται – την ανθρώπινη.
Ας ξεκαθαρίσω από την αρχή, πως το κείμενο αυτό δεν πραγματεύεται το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού. Όπως έδειξε ο Καντ, (και πολλοί μετά από αυτόν) δεν υφίσταται λογική δυνατότητα για απόδειξη. Έτσι που έχει διαμορφωθεί η έννοια του Θεού βρίσκεται έξω από απόδειξη ή διάψευση. Και όπως τόσο σωστά είπε ο Πρωταγόρας: «Περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι, ουθ’ ως εισίν, ουθ’ ως ουκ εισίν ουθ οποίοι τίνες ιδέαν• πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι η τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου».
Άλλωστε η ύπαρξη – η μη – του Θεού, δεν επηρεάζει καθόλου την ανάλυση αυτή. Εξετάζω την θρησκεία ως ανθρώπινο δημιούργημα, ως ένα στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Θέμα μου είναι δεν είναι ο Θεός, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι προσλαμβάνουν τον Θεό και η σχέση τους με αυτόν – όπως διαμορφώθηκε από τους ιδιοφυείς προπαγανδιστές και απολογητές όλων των θρησκειών. Φυσικό είναι βέβαια τα περισσότερα παραδείγματά μου να προέρχονται από τον χώρο της χριστιανικής θρησκείας, απλά και μόνο επειδή μας είναι πιο οικεία.
Ο Θεός σιωπά. Ο Albert Camus το είπε με άλλα λόγια: «Ο άνθρωπος ρωτάει, ο κόσμος δεν απαντάει». Από την δυσαρμονία αυτή, εκλύεται το absurde – που εμείς, λανθασμένα, μεταφράζουμε με την λέξη παράλογο. Δεν πρόκειται τόσο για την έλλειψη λογικής όσο για την έλλειψη νοήματος. Η κοσμική σιωπή στερεί τον κόσμο από νόημα.
Τόσους αιώνες οι άνθρωποι προσπαθούσαν μέσα από τη θρησκεία να δώσουν νόημα στην ζωή τους και στον κόσμο τους. Ώσπου, πριν εκατόν είκοσι χρόνια ο Ζαρατούστρας του Nietzsche αφού μίλησε με έναν ασκητή, αναρωτήθηκε: «Είναι δυνατόν! Αυτός ο γέροντας άγιος στο δάσος του, δεν άκουσε ακόμα τίποτα για το ότι ο Θεός είναι νεκρός!».
Φυσικά δεν είχε πεθάνει ο Θεός (γιατί ένας Θεός εξ ορισμού δεν πεθαίνει – μπορεί να μην υπάρχει αλλά δεν μπορεί να πεθάνει). Είχε πεθάνει το νόημα που έδινε στον κόσμο η πίστη στο Θεό.
Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι που θα το δέχονταν οι απανταχού εκπρόσωποι, απολογητές και προπαγανδιστές του. Τελευταία συνάντησα δύο εντυπωσιακές εκδηλώσεις της ευρηματικότητας τους. Διαπρεπής Γάλλος θεολόγος, ο καθηγητής Bernard Sesboüé, σε μελέτη του για την σιωπή του Θεού [1] , αφού αναλύσει διεξοδικά όλες της περιπτώσεις όπου ο Θεός παρέμεινε απών, καταλήγει στο εξής: είναι πλάνη να θεωρούμε ότι ο Θεός σιωπά – διότι ο Θεός μίλησε, άπαξ και δια παντός, όταν έστειλε το γιο του να σταυρωθεί και να υποφέρει για μας. Μέσα από την Σταύρωση συμμετέχει στα πάθη μας – και άρα είναι παρών.
Δεν ξέρω αν, το γεγονός ότι πριν δύο χιλιάδες χρόνια σταυρώθηκε κάποιος (που μετά όμως αναστήθηκε), κάνει κατανοητό και υποφερτό το σημερινό συλλογικό (ή και ατομικό) μαρτύριο των ανθρώπων. Δεν γνωρίζω πόσο το δικαιολογεί. Τα υπόλοιπα ποιητικά που αναφέρει ο καθηγητής Sesboüé ότι, π. χ. η σιωπή του Θεού βοηθάει τους ανθρώπους να τον νιώσουν μέσα στην δική τους σιωπή, δεν τα σχολιάζω γιατί δεν τα θεωρώ σοβαρά.
Ούτε το δεύτερό μου πρόσφατο παράδειγμα προπαγάνδας με βοηθάει να κατανοήσω την λογική της. Γνωστός Έλληνας κληρικός, με υψηλή εξω-θεολογική πανεπιστημιακή παιδεία, μίλησε πριν από καιρό σε καρκινοπαθή παιδιά και τους γονείς τους. Θέμα: «Θεέ μου, γιατί σε μένα;». Φυσικά η ομιλία δεν απαντούσε στο ερώτημα – ίσα-ίσα που κατέληγε στην αδυναμία όλων μας να κατανοήσουμε τους τρόπους του Θεού. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο ιερωμένος είχε την δύναμη να αντιμετωπίσει το ερώτημα, θαυμάστηκε από πολλούς ως ένδειξη θάρρους και φωτισμένης σκέψης.
Θα με συγχωρήσετε, αλλά εμένα δεν μου φαίνεται ένδειξη τόσο θάρρους όσο θράσους. Μπορεί να μοιάζει με εκδήλωση συμπαράστασης, αλλά μπορείτε να το δείτε και αλλιώς: εκπρόσωπος του Παντοδύναμου μιλάει στα καταδικασμένα σε μαρτύριο και πρόωρο θάνατο παιδιά – όπως ένας εκπρόσωπος των Ναζί θα μιλούσε στους έγκλειστους του Άουσβιτς, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την εξόντωσή τους.
Η Θεοδικία (δικαιολόγηση του Θεού) είναι βασικός κλάδος της Θεολογίας. Πρόκειται για μία από τις πρώτες και πιο σύνθετες νοητικές ασκήσεις που συνέλαβε ο άνθρωπος. Κάθε Θεοδικία απαιτεί απέραντη στρεψοδικία. Για να καλύψεις π. χ. τον καθημερινό θάνατο χιλιάδων αθώων παιδιών, πρέπει να εφεύρεις μέλλουσα ζωή, δεύτερη παρουσία, το επ
ιχείρημα της «δοκιμασίας», το Προπατορικό Αμάρτημα – για να οδηγηθείς, κάποτε στο τέλος, στην παράθεση δύο εντελώς αντιφατικών φράσεων: «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν» και «Ανεξερεύνητοι αι βουλαί του Υψίστου».
Ότι «σοφία» ενυπάρχει μέσα στην οργάνωση και την δομή των όντων – από το απλό λουλούδι μέχρι τον περίπλοκο ανθρώπινο εγκέφαλο – είναι αναμφισβήτητο. Δεν γνωρίζουμε αν είναι η συνειδητή σοφία ενός Δημιουργού, Σχεδιαστή (οι Τέκτονες τον ονομάζουν Μέγα Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος) ή η αυτόματη (με την μέθοδο της δοκιμής και του λάθους) εξελικτική μηχανική ευφυΐα των Δαρβινιστών. Σίγουρα όμως αυτή η σοφία δεν φαίνεται να είναι διαποτισμένη με παναγαθότητα. Τίποτα μέσα στην Φύση δεν δείχνει καλοσύνη ή ηθική βούληση. Αντίθετα κυριαρχεί ο πόλεμος πάντων εναντίον πάντων.
Η ύπαρξη του πόνου και του κακού στον κόσμο δεν συμβιβάζεται με την παρουσία ενός πανάγαθου και παντοδύναμου Θεού. Η αρχαία διάζευξη (αν δεν μπορεί να εκριζώσει το Κακό δεν είναι παντοδύναμος – αν δεν το θέλει, δεν είναι πανάγαθος) ισχύει πάντα. Οι διάφορες (εκατοντάδες) προσπάθειες των απολογητών δεν λύνουν το πρόβλημα.
Οι αφελείς θεωρίες ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την ελευθερία να πράττει και άρα δεν είναι υπεύθυνος γι αυτόν (είμαι άραγε ελεύθερος να μην πονώ και να μην πεθάνω;) ή ότι άφησε το κακό στον κόσμο για να μας δοκιμάσει (τι – και τα βρέφη; Θεός βασανιστής;) δεν πείθουν κανένα – παρά μόνον όσους παραιτούνται από την λογική. Η τελευταία καταφυγή: το Credo quia absurdum (πιστεύω διότι είναι παράλογο) του Τερτουλιανού. Αλλά, αν ανοίξω την πόρτα στο παράλογο, κανείς δεν θα με εμποδίσει πια να πιστεύω και στον Εκατόγχειρα και στον Άργο με τα χίλια μάτια.
Κι όμως, αυτό που δεν λύνεται λογικά και δεν αντέχεται βιωματικά, συσκοτίζεται και μεταμορφώνεται προπαγανδιστικά. Μπροστά στην δεξιοτεχνία των απολογητών θεολόγων, ακόμα και ένας Γκαίμπελς φαντάζει αφελής και πρωτόγονος. Ένας απόλυτα παρθένος παρατηρητής (εξωγήινος;) που θα μελετούσε τον κόσμο μας, θα έβλεπε μία γιγάντια συσσώρευση οδύνης η οποία ξεκινάει από τα κατώτερα ζωικά είδη (που αλληλοσπαράσσονται για να επιβιώσουν) και φτάνει μέχρι τον άνθρωπο – το αποκορύφωμα μίας εντελώς σαδιστικής δημιουργίας.
Ο άνθρωπος πλάστηκε (από τον Θεό ή την τύχη – αδιάφορο) με δύναμη ζωής, ένστικτο αυτοσυντήρησης, αίσθηση ανεπανάληπτης ατομικότητας, ανάγκη διάρκειας – ενώ η μοίρα του είναι να φθαρεί, να γεράσει και να πεθάνει. Η ατομικότητά του, η γνώση και η εμπειρία που συσσωρεύει όλη του τη ζωή – όλα αυτά είναι αναλώσιμα και αδιάφορα. Αρκεί να αναπαράγεται για να συντηρείται το είδος – σαν να ήταν αμοιβάδα.
Αν ο δημιουργός μιας τέτοιας εκρηκτικής αντίφασης δεν είναι η τυφλή εξέλιξη – τότε πρέπει να είναι ένας ιδιοφυής σαδιστής.
Νίκος Δήμου
Η συνέχεια του άρθρου,στο παρακάτω link:
http://www.ndimou.gr/articledisplay.asp ... 0&cat_id=2
Η Σιωπή Του Θεού και η Προπαγάνδα της Πίστης
Συντονιστής: Συντονιστές
-
Misha
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3872
- Εγγραφή: Δευ Δεκ 26, 2005 6:00 am
- Τοποθεσία: http://clubs.pathfinder.gr/seraphim
- Επικοινωνία:
Δε γινεται αλλιως....στους ευρωλιγούρηδες απαντάς μονο με Ζουράρι,κι όποιος αντέξει:
Κώστας Zουράρις
Αγάλματα φωνήεντα
«Κι έδινε πάλι τις προάλλες βαρύγδουπος νανογίγας, αντιστοίχου αγραμματωσύνης πομφόλυγα (συνέντευξη, το θεωρούσε αυτό), όπου διαπίστωνε εριβριθώς μεν, αναλφαβήτως δε, ότι η ορθοδοξία και η βυζαντινή θεοκρατία ήταν πιο αντιδραστικές από την Παπική εκκλησία και τις δυτικές κοινωνίες!»
«Έρχομαι από μακριά. Οι συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας πορεύονται πλάι μου, κι από κοντά, παγαιμένες με τον άνεμο τον βόρειο, οι Μυροφόρες, ωραίες μες στα τριανταφυλλιά τους και τη χρυσή των αγγέλων αντανάκλαση. Γέμισα καθ οδόν χώμα κιτρινωπό, κοκκινωπό, καστανό
«Στην ολίγη Ελλάδα που μας απέμεινε, το μόνο που μπορείς ακόμη να κάνεις είναι να δέεσαι τους θεούς σου. Ποιους θεούς; Ω, μα είναι πολλοί. Σχεδόν όσοι και ο πληθυσμός της χώρας. Δύο μέτρα κάτω απ τη γης ή πάνω από τον πλαϊνό σου τοίχο τον γδαρμένο, αγρυπνούν.» Οδυσσέας Ελύτης: «Ιδιωτική οδός»
«Αγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή ο,τιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικόν του χρέος, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλλεται χάριν πολυτελείας, την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γραικύλος της σήμερον, όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις ύψος και φανή και αυτός γίγας.» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Λαμπριάτικος ψάλτης»
ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ.
Πάλι η αντιγραφή. Είπαμε: στον τρόπο μας, όταν δεν έχεις να πεις κάτι καλύτερο από τη σιωπή, δεν σωπαίνεις. Αντιγράφεις. Αντιγράφεις, διότι αλλεπάλληλες φωνές πριν και γύρω από σένα, με έκρηξη, με υπομονή και λάθη έπλασαν αυτό που νομίζεις ότι είναι το ιδιωματικό σου πρόσωπο. Κι έτσι η ταπεινή αντιγραφή, μου επιτρέπει να ξαναχτίσω τη μορφή μου, ν ανακαλύψω ξανά με ταπείνωση κι ευγνωμοσύνη, πως το πρόσωπό μου είναι κτίσμα που πολλοί χτίστες μου έχτισαν και μου δώρησαν, για να το κατοικήσω δοξολογώντας το.
«Έρχομαι από μακριά», μου διδάσκει ο Ελύτης. Και, «Γέμισα καθ οδόν χώμα», ναι! Αλλά αυτό είναι το αντίτιμο της περιπέτειας, αυτής που μας χάρισε την αργόσυρτη διάρκειά μας, εκεί όπου εμείς «όλοι μαζί», γίναμε, μέσα από δοξολογίες και χρεωκοπίες, «αγάλματα φωνήεντα», κτίσματα δηλαδή θεϊκά που απαστράπτουν φως- (αγάλματα). Αγάλματα όμως αστραφτερά, που δεν είναι βουβά, όπως τα αγάλματα. Εμείς γίναμε «αγάλματα φωνήεντα», αστραφτερές απόπειρες αθανασίας με φωνή. Και με τη φωνή αυτή, ύψιστο προνόμιο των καθ ημάς αγαλμάτων, ένα είναι «το μόνο που μπορείς ακόμη να κάνεις», μας σωφρονεί ο Ελύτης: «να δέεσαι τους θεούς σου».
Κι έρχεται και δένει εδώ ο Παπαδιαμάντης: αν δεν ευλαβείσαι αυτά τα λείψανα τα «Δυο μέτρα κάτω απ τη γης ή πάνω από τον πλαϊνό σου τοίχο τον γδαρμένο», τότε καταντάς τάχα μου μονδέρνος, αλλά εντελώς ντενεκές γδαρμένος και νάνος «Γραικύλος της σήμερον, όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην».
Νάνε γίγαντα! Νάνε γίγαντα, «επ άκρων ονύχων» ευρωψώνιο!
Νανοπίθηκε, ξεχειλωμένε λουκουμά, που ακκίζεσαι, ξιπασμένος μέσα στην νεοπλουτίστικη αμορφωσιά σου, εντός Μεγάρου Μουσικής κορδακιζόμενος με τα π.χ. φασιστοειδή-εμβατήρια των δυτικών δύο τετάρτων (το μέτρο, εννοώ των 2/4) ή ακόμη χειρότερα του ενός δευτέρου (ώ) και αγνοώντας βεβαίως ως παχυλώς Αμουσος, πως το ασύμμετρον εννεάσημον των εννέα ογδόων και παρά κάτι ή και πιο εκεί από κάτι, είναι ρυθμική θεοληψία ελευθερίας, ανταρσίας και θεολήπτου λογοδοσίας, διότι το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» ή ο αργός του «τη Υπερμάχω Στρατηγώ», δεν περπατιέται από αγελαίο λόχο, αλλά χορεύεται διά «φιλοσόφου μανίας και βακχείας», από Μυροφόρους Αντάρτες της εθελουσίας λογοδοσίας προς την Κοινότητα.
Και βεβαίως, ως μουσικό μέτρο, αμαθέστατε, είναι πολύ πιο «εξελιγμένο», δηλαδή περίπλοκο, περίτεχνο, επιτηδευμένο από το απλό - απλούστατο εν δεύτερον. Κι έδινε πάλι τις προάλλες βαρύγδουπος νανογίγας, αντιστοίχου αγραμματωσύνης πομφόλυγα (συνέντευξη, το θεωρούσε αυτό), όπου διαπίστωνε εριβριθώς μεν, αναλφαβήτως δε, ότι η ορθοδοξία και η «βυζαντινή θεοκρατία» ήταν πιο αντιδραστικές από την Παπική εκκλησία και τις δυτικές κοινωνίες!
«Βυζαντινή θεοκρατία», αποκαλούσε ο κρανιοφεγγής αυτός φωστήρ, την πολυεθνική μας οικουμενικότητα, η οποία ποτέ δεν επέβαλλε την ελληνική γλώσσα στους άλλους λαούς, όπως έκαναν για τη δική τους, κατά σειράν ιστορικής βαρβαρότητας, οι Ισπανοί, Ολλανδοί, Αγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλλοι, (οι Γερμανοί απλώς φούρνιζαν, το Ινστιτούτο Γκαίτε το ίδρυσαν αργότερα, όταν ξεμείνανε από ανταλλακτικά για τους φούρνους τους).
«Βυζαντινή θεοκρατία», ω της ακηδίας αγλαώς καράφλιασμα, αυτή η κομψεπίκομψη αριστοκρατία της χειρονομίας, η οποία δημιουργεί γραπτή γλώσσα για τον εκχριστιανισμό των Σλαύων; «Δημοκρατικώτερη» από την Εκκλησία μας, η Παπική θεομηνία, με την Ιερά Εξέταση και την πυρά, για το καλό μας; Φροντιστηριακή άσκηση πρωτοετούς νηπιοβρέφους, ω λογολαμπιρούσα, του Δυτικού Μπουρδιστάν εσύ, κρανιολαμπίς: (κατά το πυγολαμπίς.
Έτσι είναι: αλλουνού λάμπει ο κώλος [πυγή] κι αλλουνού το κρανίο. Λάμψη υπάρχει και στους δύο, το μυαλό όμως, φαίνεται να τόχει μόνον η πυγολαμπίδα, η οποία, τουλάχιστον, αποφεύγει τις συνεντεύξεις). Έχουμε και λέμε λοιπόν: ως γνωστόν, στο Μυστήριο του Γάμου, το ίδιο απόσπασμα διαβάζουν κι ο παπικός κι ο ορθόδοξος παπάς: ους ο θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω.
Ως φωστήρες τύπου Προκρούστη (οι φούρνοι, οι φούρνοι, απ εδώ ξεκίνησαν οι φούρνοι, η αποικιοκρατία, το απαρτχάιντ, ο Χέγκελ, ο Ανταμ Σμιθ και ο Μαρξ), σκέφτονται λοιπόν οι Παπιστές και λένε: τι λέει ο θεός; Ένας γάμος, ίσον ένας γάμος, άρα απαγορεύεται το διαζύγιο. Ξεκάθαρος συλλογισμός, έε; Όπως του Προκρούστη: χωράς στο κρεβάτι; Δεν χωράς. Αρα φούρνος. Λένε κι οι δικοί μας: «Λέει ο θεός: ένας γάμος, ίσον ένας γάμος. Αρα; Αρα, έως και τρεις γάμους! Ναι, έως και τρεις! Ποια Εκκλησία, ω κενόφλυξ, είναι πιο δημοκρατική; H Παπική, που κατέστρεψε επί χίλια χρόνια σπίτια και σπίτια, επιβάλλοντας τη χιτλερική κτηνωδία του αρραγούς γάμου, ή η καθ ημάς Ανατολή, η οποία γνωρίζοντας ότι ο άνθρωπος είναι περιφερόμενο λάθος, του χάρισε την επιείκεια των τριών γάμων και του νομιμοποίησε το δικαίωμα στο λάθος;
Ποια κοινωνία σεβόταν πιο πολύ τους ανθρώπους της, ω της ιδεοληψίας φεγγοβόλον τόπι; O Δυτικός Μεσαίων κατακρεούργησε τις κοινωνίες του λόγω της υπάρξεως τριών δικαίων και τριών δικαστικών συστημάτων: άλλοι δικαστές κι άλλο δίκαιο δίκαζαν τον φεουδάρχη για το ίδιο αδίκημα (π.χ. βιασμός ή ανθρωποκτονία) κι άλλο δικαιϊκό σύστημα εφαρμοζόταν στην καμπούρα των δουλοπαροίκων κι άλλο αμνήστευε βεβαίως τα παπαδαριά τους.
Ή μήπως ξεχάσατε, ελλογιμώτατε της ανεπιστημοσύνης, το jus primae noctis (δικαίωμα πρώτης νυκτός), με το οποίο στην «προχωρημένη» έναντι της «Βυζαντινής θεοκρατίας» Δύσης, το αφεντικό δοκίμαζε πρώτος κάτι από μπούτι και ψαχνό, αφήνοντας στον σύζυγο το δημοκρατικό πλεονέκτημα να έχει ετοιμοπαράδοτο «ρονταρισμένο» όχημα του πόθου;
Μήπως, ω πεφωτισμένε βυζαντινοφάγε, ακούσατε ποτέ για τις «Νεαρές» (νόμους) «περί προτιμήσεως» ή «περί κωλυομένων προσώπων»; Αλήθεια, υπάρχει τι το αντίστοιχο στη βαρβαροδημοκρατική Δύση, με τις «Νεαρές», αυτές, όπου ο «κρατικός παρεμβατισμός» ναι!, απαγορεύει στον Αυτοκράτορα π.χ. και τα μέλη της Αυλής, ή στους Επισκόπους και Ηγουμένους, ή τοπικούς ανωτάτους υπαλλήλους, να αγοράζουν γη ή να δέχονται «δωρεές» από κατεστραμμένους αγρότες; Ή ότι αυτομάτως ακυρώνεται οποιαδήποτε τέτοια πράξη, για να διατηρείται έτσι ένα καθεστώς ισονομίας και δικαιοσύνης;
Ή ότι το πρώτο IKA του κόσμου, η «Βασιλειάς», έργο του Μεγάλου Βασιλείου, εφαρμόζεται σε μας, χίλια πεντακόσια χρόνια πριν από την προχωρημένη σου Δύση; Ή ότι η Δυτική αποικιοκρατία, αποκύημα κατ? ευθείαν γραμμήν των δημοκρατικών κοινωνιών της Δύσης, (ενώ εμείς δεν μπορέσαμε να έχουμε «βυζαντινή» δημοκρατία), στοίχισε σε τρεις αιώνες, γύρω στα 200 εκατομμύρια νεκρών και ολική
γενοκτονία των αποικιοκρατουμένων πολιτισμών; Συμπέρασμα: άλλο το αφασικό σύνδρομο μειονεξίας Γραικύλου νάνου κι άλλο τα καθ ημάς «αγάλματα φωνήεντα»._Κ.Ζ.
Κώστας Zουράρις
Αγάλματα φωνήεντα
«Κι έδινε πάλι τις προάλλες βαρύγδουπος νανογίγας, αντιστοίχου αγραμματωσύνης πομφόλυγα (συνέντευξη, το θεωρούσε αυτό), όπου διαπίστωνε εριβριθώς μεν, αναλφαβήτως δε, ότι η ορθοδοξία και η βυζαντινή θεοκρατία ήταν πιο αντιδραστικές από την Παπική εκκλησία και τις δυτικές κοινωνίες!»
«Έρχομαι από μακριά. Οι συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας πορεύονται πλάι μου, κι από κοντά, παγαιμένες με τον άνεμο τον βόρειο, οι Μυροφόρες, ωραίες μες στα τριανταφυλλιά τους και τη χρυσή των αγγέλων αντανάκλαση. Γέμισα καθ οδόν χώμα κιτρινωπό, κοκκινωπό, καστανό
«Στην ολίγη Ελλάδα που μας απέμεινε, το μόνο που μπορείς ακόμη να κάνεις είναι να δέεσαι τους θεούς σου. Ποιους θεούς; Ω, μα είναι πολλοί. Σχεδόν όσοι και ο πληθυσμός της χώρας. Δύο μέτρα κάτω απ τη γης ή πάνω από τον πλαϊνό σου τοίχο τον γδαρμένο, αγρυπνούν.» Οδυσσέας Ελύτης: «Ιδιωτική οδός»
«Αγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή ο,τιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικόν του χρέος, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλλεται χάριν πολυτελείας, την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γραικύλος της σήμερον, όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις ύψος και φανή και αυτός γίγας.» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Λαμπριάτικος ψάλτης»
ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ.
Πάλι η αντιγραφή. Είπαμε: στον τρόπο μας, όταν δεν έχεις να πεις κάτι καλύτερο από τη σιωπή, δεν σωπαίνεις. Αντιγράφεις. Αντιγράφεις, διότι αλλεπάλληλες φωνές πριν και γύρω από σένα, με έκρηξη, με υπομονή και λάθη έπλασαν αυτό που νομίζεις ότι είναι το ιδιωματικό σου πρόσωπο. Κι έτσι η ταπεινή αντιγραφή, μου επιτρέπει να ξαναχτίσω τη μορφή μου, ν ανακαλύψω ξανά με ταπείνωση κι ευγνωμοσύνη, πως το πρόσωπό μου είναι κτίσμα που πολλοί χτίστες μου έχτισαν και μου δώρησαν, για να το κατοικήσω δοξολογώντας το.
«Έρχομαι από μακριά», μου διδάσκει ο Ελύτης. Και, «Γέμισα καθ οδόν χώμα», ναι! Αλλά αυτό είναι το αντίτιμο της περιπέτειας, αυτής που μας χάρισε την αργόσυρτη διάρκειά μας, εκεί όπου εμείς «όλοι μαζί», γίναμε, μέσα από δοξολογίες και χρεωκοπίες, «αγάλματα φωνήεντα», κτίσματα δηλαδή θεϊκά που απαστράπτουν φως- (αγάλματα). Αγάλματα όμως αστραφτερά, που δεν είναι βουβά, όπως τα αγάλματα. Εμείς γίναμε «αγάλματα φωνήεντα», αστραφτερές απόπειρες αθανασίας με φωνή. Και με τη φωνή αυτή, ύψιστο προνόμιο των καθ ημάς αγαλμάτων, ένα είναι «το μόνο που μπορείς ακόμη να κάνεις», μας σωφρονεί ο Ελύτης: «να δέεσαι τους θεούς σου».
Κι έρχεται και δένει εδώ ο Παπαδιαμάντης: αν δεν ευλαβείσαι αυτά τα λείψανα τα «Δυο μέτρα κάτω απ τη γης ή πάνω από τον πλαϊνό σου τοίχο τον γδαρμένο», τότε καταντάς τάχα μου μονδέρνος, αλλά εντελώς ντενεκές γδαρμένος και νάνος «Γραικύλος της σήμερον, όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην».
Νάνε γίγαντα! Νάνε γίγαντα, «επ άκρων ονύχων» ευρωψώνιο!
Νανοπίθηκε, ξεχειλωμένε λουκουμά, που ακκίζεσαι, ξιπασμένος μέσα στην νεοπλουτίστικη αμορφωσιά σου, εντός Μεγάρου Μουσικής κορδακιζόμενος με τα π.χ. φασιστοειδή-εμβατήρια των δυτικών δύο τετάρτων (το μέτρο, εννοώ των 2/4) ή ακόμη χειρότερα του ενός δευτέρου (ώ) και αγνοώντας βεβαίως ως παχυλώς Αμουσος, πως το ασύμμετρον εννεάσημον των εννέα ογδόων και παρά κάτι ή και πιο εκεί από κάτι, είναι ρυθμική θεοληψία ελευθερίας, ανταρσίας και θεολήπτου λογοδοσίας, διότι το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» ή ο αργός του «τη Υπερμάχω Στρατηγώ», δεν περπατιέται από αγελαίο λόχο, αλλά χορεύεται διά «φιλοσόφου μανίας και βακχείας», από Μυροφόρους Αντάρτες της εθελουσίας λογοδοσίας προς την Κοινότητα.
Και βεβαίως, ως μουσικό μέτρο, αμαθέστατε, είναι πολύ πιο «εξελιγμένο», δηλαδή περίπλοκο, περίτεχνο, επιτηδευμένο από το απλό - απλούστατο εν δεύτερον. Κι έδινε πάλι τις προάλλες βαρύγδουπος νανογίγας, αντιστοίχου αγραμματωσύνης πομφόλυγα (συνέντευξη, το θεωρούσε αυτό), όπου διαπίστωνε εριβριθώς μεν, αναλφαβήτως δε, ότι η ορθοδοξία και η «βυζαντινή θεοκρατία» ήταν πιο αντιδραστικές από την Παπική εκκλησία και τις δυτικές κοινωνίες!
«Βυζαντινή θεοκρατία», αποκαλούσε ο κρανιοφεγγής αυτός φωστήρ, την πολυεθνική μας οικουμενικότητα, η οποία ποτέ δεν επέβαλλε την ελληνική γλώσσα στους άλλους λαούς, όπως έκαναν για τη δική τους, κατά σειράν ιστορικής βαρβαρότητας, οι Ισπανοί, Ολλανδοί, Αγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλλοι, (οι Γερμανοί απλώς φούρνιζαν, το Ινστιτούτο Γκαίτε το ίδρυσαν αργότερα, όταν ξεμείνανε από ανταλλακτικά για τους φούρνους τους).
«Βυζαντινή θεοκρατία», ω της ακηδίας αγλαώς καράφλιασμα, αυτή η κομψεπίκομψη αριστοκρατία της χειρονομίας, η οποία δημιουργεί γραπτή γλώσσα για τον εκχριστιανισμό των Σλαύων; «Δημοκρατικώτερη» από την Εκκλησία μας, η Παπική θεομηνία, με την Ιερά Εξέταση και την πυρά, για το καλό μας; Φροντιστηριακή άσκηση πρωτοετούς νηπιοβρέφους, ω λογολαμπιρούσα, του Δυτικού Μπουρδιστάν εσύ, κρανιολαμπίς: (κατά το πυγολαμπίς.
Έτσι είναι: αλλουνού λάμπει ο κώλος [πυγή] κι αλλουνού το κρανίο. Λάμψη υπάρχει και στους δύο, το μυαλό όμως, φαίνεται να τόχει μόνον η πυγολαμπίδα, η οποία, τουλάχιστον, αποφεύγει τις συνεντεύξεις). Έχουμε και λέμε λοιπόν: ως γνωστόν, στο Μυστήριο του Γάμου, το ίδιο απόσπασμα διαβάζουν κι ο παπικός κι ο ορθόδοξος παπάς: ους ο θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω.
Ως φωστήρες τύπου Προκρούστη (οι φούρνοι, οι φούρνοι, απ εδώ ξεκίνησαν οι φούρνοι, η αποικιοκρατία, το απαρτχάιντ, ο Χέγκελ, ο Ανταμ Σμιθ και ο Μαρξ), σκέφτονται λοιπόν οι Παπιστές και λένε: τι λέει ο θεός; Ένας γάμος, ίσον ένας γάμος, άρα απαγορεύεται το διαζύγιο. Ξεκάθαρος συλλογισμός, έε; Όπως του Προκρούστη: χωράς στο κρεβάτι; Δεν χωράς. Αρα φούρνος. Λένε κι οι δικοί μας: «Λέει ο θεός: ένας γάμος, ίσον ένας γάμος. Αρα; Αρα, έως και τρεις γάμους! Ναι, έως και τρεις! Ποια Εκκλησία, ω κενόφλυξ, είναι πιο δημοκρατική; H Παπική, που κατέστρεψε επί χίλια χρόνια σπίτια και σπίτια, επιβάλλοντας τη χιτλερική κτηνωδία του αρραγούς γάμου, ή η καθ ημάς Ανατολή, η οποία γνωρίζοντας ότι ο άνθρωπος είναι περιφερόμενο λάθος, του χάρισε την επιείκεια των τριών γάμων και του νομιμοποίησε το δικαίωμα στο λάθος;
Ποια κοινωνία σεβόταν πιο πολύ τους ανθρώπους της, ω της ιδεοληψίας φεγγοβόλον τόπι; O Δυτικός Μεσαίων κατακρεούργησε τις κοινωνίες του λόγω της υπάρξεως τριών δικαίων και τριών δικαστικών συστημάτων: άλλοι δικαστές κι άλλο δίκαιο δίκαζαν τον φεουδάρχη για το ίδιο αδίκημα (π.χ. βιασμός ή ανθρωποκτονία) κι άλλο δικαιϊκό σύστημα εφαρμοζόταν στην καμπούρα των δουλοπαροίκων κι άλλο αμνήστευε βεβαίως τα παπαδαριά τους.
Ή μήπως ξεχάσατε, ελλογιμώτατε της ανεπιστημοσύνης, το jus primae noctis (δικαίωμα πρώτης νυκτός), με το οποίο στην «προχωρημένη» έναντι της «Βυζαντινής θεοκρατίας» Δύσης, το αφεντικό δοκίμαζε πρώτος κάτι από μπούτι και ψαχνό, αφήνοντας στον σύζυγο το δημοκρατικό πλεονέκτημα να έχει ετοιμοπαράδοτο «ρονταρισμένο» όχημα του πόθου;
Μήπως, ω πεφωτισμένε βυζαντινοφάγε, ακούσατε ποτέ για τις «Νεαρές» (νόμους) «περί προτιμήσεως» ή «περί κωλυομένων προσώπων»; Αλήθεια, υπάρχει τι το αντίστοιχο στη βαρβαροδημοκρατική Δύση, με τις «Νεαρές», αυτές, όπου ο «κρατικός παρεμβατισμός» ναι!, απαγορεύει στον Αυτοκράτορα π.χ. και τα μέλη της Αυλής, ή στους Επισκόπους και Ηγουμένους, ή τοπικούς ανωτάτους υπαλλήλους, να αγοράζουν γη ή να δέχονται «δωρεές» από κατεστραμμένους αγρότες; Ή ότι αυτομάτως ακυρώνεται οποιαδήποτε τέτοια πράξη, για να διατηρείται έτσι ένα καθεστώς ισονομίας και δικαιοσύνης;
Ή ότι το πρώτο IKA του κόσμου, η «Βασιλειάς», έργο του Μεγάλου Βασιλείου, εφαρμόζεται σε μας, χίλια πεντακόσια χρόνια πριν από την προχωρημένη σου Δύση; Ή ότι η Δυτική αποικιοκρατία, αποκύημα κατ? ευθείαν γραμμήν των δημοκρατικών κοινωνιών της Δύσης, (ενώ εμείς δεν μπορέσαμε να έχουμε «βυζαντινή» δημοκρατία), στοίχισε σε τρεις αιώνες, γύρω στα 200 εκατομμύρια νεκρών και ολική
γενοκτονία των αποικιοκρατουμένων πολιτισμών; Συμπέρασμα: άλλο το αφασικό σύνδρομο μειονεξίας Γραικύλου νάνου κι άλλο τα καθ ημάς «αγάλματα φωνήεντα»._Κ.Ζ.
<div><img width="158" height="171" border="0" src="whiteangelap0.jpg" /></div><br />
(Ο άνθρωπος πλάστηκε (από τον Θεό ή την τύχη – αδιάφορο) με δύναμη ζωής, ένστικτο αυτοσυντήρησης, αίσθηση ανεπανάληπτης ατομικότητας, ανάγκη διάρκειας – ενώ η μοίρα του είναι να φθαρεί, να γεράσει και να πεθάνει.) ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΣ ΚΡΙΚΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΥΛΗΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΧΡΟΝΟΥ ΔΙΑ ΝΑ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΟΥΜΕ ΟΤΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ(ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΧΕΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ) ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΑΙΑΝ ΕΖΗΣΕ ΧΑΡΕΣ ΚΑΙ ΛΥΠΕΣ.ΛΥΠΟΥΜΕ ΒΑΘΥΤΑΤΑ ΔΙΟΤΗ Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΜΑΣ ΠΑΡΑ ΤΟ ΟΤΙ ΑΝΑΦΕΡΕΤΕ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ,ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ,ΒΑΛΕΤΕ ΠΑΝΤΑΧΟΘΕΝ.Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΒΑΛΗ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΒΟΗΘΗΣΗ.
Εάν είχε πάψει να υφίσταται η αδικία, το μίσος και το ψέμα, τότε η ειρήνη θα ήταν το επιστέγασμα της ανθρώπινης ευδαιμονίας. Η ενότης θα ήταν ένα φυσικό και όχι τεχνητό αποτέλεσμα. Όμως παρατηρείται κάτι το τελείως διαφορετικό. Σήμερα που όλοι μιλούν για ειρήνη και για ενότητα, η φιλαυτία και τα μίση, η αδικία και το ψέμα, η φιλοδοξία και η πλεονεξία μεσουρανούν. Όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του, μιλούν για την αγάπη πρός τον άνθρωπο, για την αγάπη πρός την ανθρωπότητα. Δεν υπήρξε όμως ποτέ μεγαλύτερη υποκρισία από αυτήν την δήθεν αγάπη. Γιατί η αγάπη πρός κάτι το θεωρητικό, πρός κάτι το φανταστικό, όπως είναι η έννοια «ανθρωπότης» είναι εξ’ ίσου θεωρητική και φανταστική. Δεν έχει καμμία σχέσι με την αγάπη πρός τον συγκεκριμένο άνθρωπο που έχουμε μπροστά μας. Αυτή η αγάπη πρός ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, όταν υπάρχη, είναι η μόνη πραγματική. Είναι η αγάπη πρός τον πλησίον μας που εζήτησε ο Χριστός.
Αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος με τις ατέλειες και τις αδυναμίες του, αντί να αγαπηθή, μισήθηκε στις ημέρες μας περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Και όχι μόνον μισήθηκε, αλλά περιφρονήθηκε και εξευτελίσθηκε, θεωρήθηκε ένα «πράγμα», χωρίς ιδιαίτερη αξία, μέσον για την επίτευξι «υψηλών» σκοπών, ένα μόριο της μάζας. Αυτοί που μιλούν περισσότερο για την αγάπη πρός τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα, για την ειρήνη και την ενότητα, είναι ακριβώς εκείνοι που μισούν περισσότερο τον πλησίον τους, τον γνωστό τους. Αγαπούν τον άνθρωπο: πλάσμα της φαντασίας τους, δεν αγαπούν τον άνθρωπο: πραγματικότητα. Αυτή η λατρεία του ειδώλου «άνθρωπος» είναι στην πραγματικότητα ναρκισισμός, είναι η λατρεία του «εγώ».Kαι επέιδη αγαπουν ουσιαστικά τον εαυτούλη τους και μόνο ρίχνουν ολα τα βάρη τους στον θεο δηλ οτι αυτός φταίει που γίνονται πολέμοι βιασμοι δολόφονίες κλπ
Αλλα ουτε των εαυτόν τους αγαπουν διοτί εαν τον αγαπούσαν έστω και λίγο θα επραταν αυτά που θελει ο Κύριος Υμών Ιησούς Χρίστός και δεν θα αμπελοφιλοσοφούσαν.Συνεπώς, αυτοί οι κύριοι ειναι μισάνθρωποι και άρα αποκρουστέοι και αυτοί, και οι ιδέες τους
Αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος με τις ατέλειες και τις αδυναμίες του, αντί να αγαπηθή, μισήθηκε στις ημέρες μας περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Και όχι μόνον μισήθηκε, αλλά περιφρονήθηκε και εξευτελίσθηκε, θεωρήθηκε ένα «πράγμα», χωρίς ιδιαίτερη αξία, μέσον για την επίτευξι «υψηλών» σκοπών, ένα μόριο της μάζας. Αυτοί που μιλούν περισσότερο για την αγάπη πρός τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα, για την ειρήνη και την ενότητα, είναι ακριβώς εκείνοι που μισούν περισσότερο τον πλησίον τους, τον γνωστό τους. Αγαπούν τον άνθρωπο: πλάσμα της φαντασίας τους, δεν αγαπούν τον άνθρωπο: πραγματικότητα. Αυτή η λατρεία του ειδώλου «άνθρωπος» είναι στην πραγματικότητα ναρκισισμός, είναι η λατρεία του «εγώ».Kαι επέιδη αγαπουν ουσιαστικά τον εαυτούλη τους και μόνο ρίχνουν ολα τα βάρη τους στον θεο δηλ οτι αυτός φταίει που γίνονται πολέμοι βιασμοι δολόφονίες κλπ
Αλλα ουτε των εαυτόν τους αγαπουν διοτί εαν τον αγαπούσαν έστω και λίγο θα επραταν αυτά που θελει ο Κύριος Υμών Ιησούς Χρίστός και δεν θα αμπελοφιλοσοφούσαν.Συνεπώς, αυτοί οι κύριοι ειναι μισάνθρωποι και άρα αποκρουστέοι και αυτοί, και οι ιδέες τους
ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ
Αθανάσιος Γιέφτιτς (πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης)
Ὁ Μηδενισμὸς τοῦ Ἀνθρώπου
Ἀπὸ ὁμιλία στὴν Ἀθήνα τὸ 1968 μὲ τίτλο
«Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεανθρώπου καὶ ὁ μηδενισμὸς τοῦ ἀνθρώπου»
ἀπὸ τὸ Χριστός, ἀρχὴ καὶ τέλος, ἔκδοση τοῦ Ἱδρύματος Γουλανδρῆ–Χόρν, Ἀθήνα 1983, σελ. 40-44.
Τὸ ὅλο πρόβλημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: νὰ εὑρεθεῖ ἐν τῷ Χριστῷ καὶ νὰ μὴ ἐκπέσει Αὐτοῦ, ἢ ἀφοῦ ἐξέπεσε (ὁ Ἀδὰμ καὶ ἐμεῖς) νὰ εὑρεθεῖ καὶ πάλι ἐν Αὐτῷ ὡς Θεῷ του καὶ ἀνθρώπῳ του, διότι ὁ Λόγος Χριστὸς διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, διὰ νὰ τὸν ἐνώσει μεθ’ Ἑαυτοῦ, νὰ τὸν «ἐνυποστήσει» ἐν Ἐαυτῷ, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, καὶ ἔτσι νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν πληρότητά του ὡς ἀνθρώπου καὶ νὰ τὸν θεώσει, δηλαδὴ μὲ μία λέξη νὰ τὸν θε-ανθρωποποιήσει.
Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ, δημιουργηθεὶς ἔβλεπε τὸν Θεὸ καὶ εἶχε κοινωνία μαζί Του, καὶ ἔπρεπε ἐν συνεχείᾳ ἐλευθέρως καὶ ἀγαπητικῶς νὰ φθάσει ἐν τῷ Θεῷ Λόγω στὴν πλήρη ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴ θέωσή του. Διότι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ σκοπὸς ὁλόκληρης τῆς θείας δημιουργίας, καὶ ἡ θέωση εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θέωση δὲ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δυνατὴ καὶ κατορθωτὴ μόνον ἐν τῷ Θεῷ Λόγῳ, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ, δυναμικὴ εἰκὼν τοῦ Ὁποίου εἶναι δημιουργικῶς ἐναποτεθειμένη στὸν ἄνθρωπο καὶ βάσει αὐτῆς καὶ μόνο πραγματοποιεῖται ἡ αὐθεντικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ κατὰ χάριν θέωσή του. Ἡ πρὸς θέωσιν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ δεδομένη δυνατότης καὶ δυναμικότης τῆς θεώσεως δὲν εἶναι ἕνας «εὐσεβὴς πόθος» τοῦ «θρησκευτικοῦ» ἀνθρώπου, ἀλλὰ μία ἀνθρωπολογικὴ (=χριστολογική, θεανθρώπινη) ἀλήθεια, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὴν ταύτη τὴν τραγωδία τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ πατὴρ τοῦ ψεύδους, ὁ διάβολος, ἦλθε καὶ εἶπε στοὺς πρώτους ἀνθρώπους νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ θὰ γίνουν καὶ χωρὶς τὸν Θεὸ «θεοί», αὐτὸ ἦταν ἕνα μεγάλο ψεῦδος. Ἕνα ψεῦδος ὅμως προϋποθέτει πάντοτε μία ἀλήθεια, τῆς ὁποίας τὸ ψεῦδος αὐτὸ τυγχάνει ἡ κατάχρηση, ἢ διαστρέβλωση, ἢ «λήθη», ἢ ἀναίρεση, ἢ στέρηση. Ὁ διάβολος ἐψεύδετο συμβουλεύων τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἄνευ Θεοῦ «θέωση» (τὴν ψευδῆ, ἐπειδὴ ἀ-θεο «θέωση»), καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι «ψευδοῦς ὀρεχθέντες θεώσεως» (Ἰω. Δαμασκηνοῦ, P.G. 725) δεχθήκαμε καὶ ἀκολουθήσαμε τὴν προτροπὴ τοῦ διαβόλου, ἡ ὁποία μας ὁδηγοῦσε πρὸς μία κατάχρηση τῆς θεοσδότου, ἐν ἡμῖν, δυναμικῆς ἐφέσεως πρὸς ἀληθινὴ θέωση. Ἀλλὰ διὰ τῆς καταχρήσεως αὐτῆς ὄχι μόνο δὲν ἐπιτύχαμε τὴν θέωση, ἀλλὰ καὶ καταστρέψαμε τὴν ὕπαρξή μας τὴν αὐθεντικὴ καὶ «τοῖς ἀνοήτοις συμπαρεβλήθημεν κτήνεσιν» (Ψαλμ. 68, 2). Ἡ «ὄρεξις» τῆς θεώσεως μποροῦσε νὰ ὑπάρχει, ἐπειδὴ προϋπῆρχε ἡ πρὸς τὴν ἀληθινὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἡ προδεδωρημένη ἔφεση ἢ δυνατότης ἢ δυναμικότης μέσα στὸν ἄνθρωπο πρὸς αὐτὴ τὴν θέωση, τὴν ὁποία ἔφεση δύναται μὲν ὁ ἄνθρωπος ἐλευθέρως νὰ καταχρᾶται καὶ νὰ διαστρεβλώνει, δὲν δύναται ὅμως νὰ τὴν ἀποβάλλει ἐντελῶς.
Ἡ δημιουργικὴ αὐτὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἡ δοσμένη στὴν φύση τοῦ ἀνθρώπου κτιστῆ «εἰκών» (ἢ «ἐνέργημα») Του μὲ τὶς δυνάμεις καὶ ἐφέσεις της ἀποτελοῦν ἀκριβῶς τὸν «λόγο» τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸ τελικὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως καὶ ἐδῶ καὶ στὴν αἰώνιο ζωή. Ὁ ἅγιος τοῦ Χριστοῦ Ὁμολογητής, ὁ θεῖος Μάξιμος, ὅταν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀνθρώπου ὁμιλεῖ γιὰ τὸν «λόγο» (ἢ τοὺς «λόγους») τῆς φύσεώς του, τὸν ὁποῖο ὀνομάζει καὶ «λογιότητα». Ἀλλὰ εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ «λογιότης» αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου (ἢ «ὁ λόγος», ἢ «τὸ λογικόν») καὶ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ Λόγο, ποὺ εἶναι ἡ Αὐτολογιότης, καὶ τὸν συνδέει πάλι μὲ τὸν Θεάνθρωπο Λόγο. Δὲν σημαίνει ἐδῶ ὁ «λόγος» τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου (ἢ «τὸ λογικόν», ἢ «ἡ λογιότης») κάτι τὸ μόνο «διανοητικόν» (ratio) ἐντὸς τοῦ ἄνθρωπου, οὔτε πάλι σημαίνει κάτι τὸ «αὐτόνομον» τοῦ ἀνθρώπου, τὴν «αὐτονομία» ἢ τὴν «αὐτάρκειά» του, ἀλλὰ σημαίνει τὴν καθολικὴ (ἄρα καὶ «λογική» καὶ «ὑπαρξιακή») ἐν ἀγάπῃ σχέση καὶ μετοχὴ καὶ κοινωνία αὐτοῦ μετὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἐν τῷ Ὁποίῳ εὑρίσκεται ὁ θεῖος «λόγος» τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ θεῖος προορισμός του, ἡ «ἀρχή» καὶ τὸ «τέλος» του, τὸ Α καὶ τὸ Ω του, ὅπως καὶ «οἱ λόγοι» πάντων τῶν ὄντων, διότι ὁ Θεάνθρωπος Λόγος εἶναι «ἡ ἀλήθεια πάντων τῶν ὄντων», κατὰ τοὺς Ἁγίους (πρβλ. Κολ. 1, 15-20, Ἀποκ. 1, 8, 20, 5-6. Ἁγίου Μαξίμου, P.G. 91, 1081). Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἐν ἀγάπῃ καὶ ἐλευθερίᾳ «λόγιον» ἢ «λογικήν» (logosni) σχέση καὶ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Λόγο Χριστὸ ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνο «γῆ καὶ σποδός», «γῆ πάσχουσα», εἶναι μία πτῶσις καὶ μία ἁμαρτία, «ἀποτυχία», ἀποτυχία δὲ διότι ἀποτυγχάνει τοῦ σκοποῦ του, καὶ ὑπάρχει μὲν τραγικῶς, ἀλλὰ δὲν ζεῖ, μὴ ἔχων οὔτε κ
938;ν σωστὴ ἀνθρώπινη «φύση» καὶ «ὑπόσταση», οὔτε κἂν σωστὸ «σχέδιο» ἀνθρώπου, ἀλλ᾿ εἶναι μία «ἔκπτωσις» καὶ ἐκ τῶν δυό. Καὶ εἶναι «πτῶσις» καὶ «ἔκπτωσις» καὶ «ἀποτυχία» ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὸν Χριστό, διότι ἡ ψυχή του καὶ ὅλη ἡ ὕπαρξή του εἶναι κατὰ φύσιν χριστιανὴ (ὅπως ἔλεγαν οἱ Ἀπολογητές), χριστοκεντρικὴ καὶ χριστολογική, διότι δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ ἡ κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὕπαρξή του ὑπάρχει καὶ ζεῖ τὴν ἀληθινὴ ζωή της μόνο ἐν τῇ συνεχεῖ καὶ ἀδιακόπῳ ἀγαπητικῇ σχέσει μὲ τὸν Χριστό, Αὐτὸν ποὺ εἶναι «ἀρχή, μεσότης καὶ τέλος» τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν τὴν εἰκόνα αὐτὴ ἐν τῇ σχέσει της μὲ τὸν Χριστὸ ἀρνεῖται ὁ ἄνθρωπος, αὐτὴ καὶ τότε δὲν ἐξαφανίζεται ἐντελῶς (ἀλλ’ εἶναι ὡς «λίνον τυφόμενος») (Ματθ. 12, 20), ὅμως ὁ ἄνθρωπος τότε ἀρνεῖται τὸν ἑαυτό του ὡς ἄνθρωπο καὶ ἐρημώνει τὴν ὕπαρξή του ἀπὸ τὴν «λογιότητά» του, ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ «ἀνθρωπότητά» του, βλάπτει καίρια καὶ ζημιώνει τὸν ἑαυτό του, πάσχει ὁ ἴδιος ὡς ἄνθρωπος, γίνεται «πάθος», γίνεται ἕνα «αὐτοείδωλον», ὅπως τὸ διαπιστώνουν στὴν ἐμπειρία τοὺς οἱ ἄνθρωποι ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ ὅταν ἐπιστραφοῦν πρὸς τὸν Σωτήρα Χριστό: «Αὐτοείδωλον ἐγενόμην τοῖς πάθεσι τὴν ψυχήν μου βλάπτων, Οἰκτίρμων· ἀλλ’ ἐν μετανοίᾳ με παράλαβε καὶ ἐν ἐπιγνώσει ἀνακάλεσαι· μὴ γένωμαι κτῆμα, μὴ βρῶμα τοῦ ἀλλοτρίου (τοῦ διαβόλου), Σωτήρ, αὐτός με οἴκτειρον» Μέγας Κανών, Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, ᾠδὴ δ΄).
Ἡ ἐμπειρία τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ συνεχίζεται ὡς βαθειὰ ἀνθρώπινη καὶ βαθειὰ τοῦ ἀνθρώπου ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διὰ τῶν αἰώνων, μαρτυρεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γίνει καὶ νὰ ὑφίσταται «αὐτόνομος», δηλαδὴ μόνος του καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ Θεοῦ Λόγου, μὲ τὴν «αὐτάρκειά» του, τὴν δῆθεν ἀνεξάρτητη ἀπὸ ὁποιονδήποτε «ἐλευθερία» του. Διότι ἡ διεκδίκηση ἑνὸς «αὐτόνομου» ἀνθρώπου, ἑνὸς «χωρὶς Χριστοῦ» ἀνθρώπου (Ἐφ, 2, 12, 4, 18), χάριν μίας «ἐλευθερίας» (σφετερισμένης καὶ αὐτῆς), καταντᾶ ἀναπόφευκτα στὸ ἀντίθετο: στὴν τραγικὴ ὑποδούλωση τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἀλύτους καὶ παρα-λόγους καὶ παρα-νόμους «νόμους» (ἢ ἀπρόσωπα «στοιχεῖα» καὶ «δυνάμεις») τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου, μὲ ἀποτέλεσμα τὸν ἀπ-ανθρωπισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ὑπαρξιακὸς «οἶκος» τοῦ ἀνθρώπου χωρὶς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν χάρη τοῦ Πνεύματός Του μὲ τοὺς καρπούς της δὲν δύναται νὰ παραμείνει ἐπὶ πολὺ ἢ καὶ καθόλου ἄδειος («σχολάζων καὶ σεσαρωμένος», Ματθ. 12, 44), διότι, ἐπειδὴ δὲν «συνάγει» καὶ δὲν συνάγεται μετὰ τοῦ Χριστοῦ, ἕνεκα τούτου «σκορπίζεται» (Λουκ. 11, 23) καὶ διασκορπίζεται ἀπὸ τὸ «ἀκάθαρτον πνεῦμα» καὶ τὰ «ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα αὐτοῦ», καὶ γίνονται «τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων» (Λουκ. 11, 26). Ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὴν συνεκτικὴ καὶ ἐνοποιὸ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, φθείρεται καὶ ἀποσυντίθεται καὶ «λεγεωνοποιεῖται», ὅπως λέγει τὸ Εὐαγγέλιο (Μαρκ. 5, 9, 15), καὶ ὅπως ἀναγκάζεται ἀπὸ τὴν τραγικὴ πραγματικότητα νὰ τὸ ὁμολογήσει ἀκουσίως ἡ ψυχανάλυση καὶ ὁ σύγχρονος ὑπαρξισμός. Ἡ διεκδίκηση τῆς «αὐτονομίας» καὶ τῆς «ἐλευθερίας» τοῦ ἀνθρώπου ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ (καὶ συχνὰ ἡ ἀναζήτηση τῆς «ἐλευθερίας» στὸ «Μηδέν») καταντᾶ νὰ εἶναι πλέον ἐλευθερία ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο (καὶ ὄχι γιὰ τὸν ἄνθρωπο), ἐκφυλισμὸς δηλαδή, ἢ μᾶλλον ἀνθρωποκτονία καὶ αὐτοκτονία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καὶ ὁ διάβολος ὑποσχεθεὶς στοὺς ἀνθρώπους τὴν «θέωση» ἀπέβη ἀνθρωποκτόνος ἐξ ἀρχῆς (Ἰω. 8, 44).
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/j ... ismos.html
Ὁ Μηδενισμὸς τοῦ Ἀνθρώπου
Ἀπὸ ὁμιλία στὴν Ἀθήνα τὸ 1968 μὲ τίτλο
«Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεανθρώπου καὶ ὁ μηδενισμὸς τοῦ ἀνθρώπου»
ἀπὸ τὸ Χριστός, ἀρχὴ καὶ τέλος, ἔκδοση τοῦ Ἱδρύματος Γουλανδρῆ–Χόρν, Ἀθήνα 1983, σελ. 40-44.
Τὸ ὅλο πρόβλημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: νὰ εὑρεθεῖ ἐν τῷ Χριστῷ καὶ νὰ μὴ ἐκπέσει Αὐτοῦ, ἢ ἀφοῦ ἐξέπεσε (ὁ Ἀδὰμ καὶ ἐμεῖς) νὰ εὑρεθεῖ καὶ πάλι ἐν Αὐτῷ ὡς Θεῷ του καὶ ἀνθρώπῳ του, διότι ὁ Λόγος Χριστὸς διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, διὰ νὰ τὸν ἐνώσει μεθ’ Ἑαυτοῦ, νὰ τὸν «ἐνυποστήσει» ἐν Ἐαυτῷ, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, καὶ ἔτσι νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν πληρότητά του ὡς ἀνθρώπου καὶ νὰ τὸν θεώσει, δηλαδὴ μὲ μία λέξη νὰ τὸν θε-ανθρωποποιήσει.
Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ, δημιουργηθεὶς ἔβλεπε τὸν Θεὸ καὶ εἶχε κοινωνία μαζί Του, καὶ ἔπρεπε ἐν συνεχείᾳ ἐλευθέρως καὶ ἀγαπητικῶς νὰ φθάσει ἐν τῷ Θεῷ Λόγω στὴν πλήρη ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴ θέωσή του. Διότι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ σκοπὸς ὁλόκληρης τῆς θείας δημιουργίας, καὶ ἡ θέωση εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θέωση δὲ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δυνατὴ καὶ κατορθωτὴ μόνον ἐν τῷ Θεῷ Λόγῳ, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ, δυναμικὴ εἰκὼν τοῦ Ὁποίου εἶναι δημιουργικῶς ἐναποτεθειμένη στὸν ἄνθρωπο καὶ βάσει αὐτῆς καὶ μόνο πραγματοποιεῖται ἡ αὐθεντικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ κατὰ χάριν θέωσή του. Ἡ πρὸς θέωσιν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ δεδομένη δυνατότης καὶ δυναμικότης τῆς θεώσεως δὲν εἶναι ἕνας «εὐσεβὴς πόθος» τοῦ «θρησκευτικοῦ» ἀνθρώπου, ἀλλὰ μία ἀνθρωπολογικὴ (=χριστολογική, θεανθρώπινη) ἀλήθεια, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὴν ταύτη τὴν τραγωδία τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ πατὴρ τοῦ ψεύδους, ὁ διάβολος, ἦλθε καὶ εἶπε στοὺς πρώτους ἀνθρώπους νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ θὰ γίνουν καὶ χωρὶς τὸν Θεὸ «θεοί», αὐτὸ ἦταν ἕνα μεγάλο ψεῦδος. Ἕνα ψεῦδος ὅμως προϋποθέτει πάντοτε μία ἀλήθεια, τῆς ὁποίας τὸ ψεῦδος αὐτὸ τυγχάνει ἡ κατάχρηση, ἢ διαστρέβλωση, ἢ «λήθη», ἢ ἀναίρεση, ἢ στέρηση. Ὁ διάβολος ἐψεύδετο συμβουλεύων τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἄνευ Θεοῦ «θέωση» (τὴν ψευδῆ, ἐπειδὴ ἀ-θεο «θέωση»), καὶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι «ψευδοῦς ὀρεχθέντες θεώσεως» (Ἰω. Δαμασκηνοῦ, P.G. 725) δεχθήκαμε καὶ ἀκολουθήσαμε τὴν προτροπὴ τοῦ διαβόλου, ἡ ὁποία μας ὁδηγοῦσε πρὸς μία κατάχρηση τῆς θεοσδότου, ἐν ἡμῖν, δυναμικῆς ἐφέσεως πρὸς ἀληθινὴ θέωση. Ἀλλὰ διὰ τῆς καταχρήσεως αὐτῆς ὄχι μόνο δὲν ἐπιτύχαμε τὴν θέωση, ἀλλὰ καὶ καταστρέψαμε τὴν ὕπαρξή μας τὴν αὐθεντικὴ καὶ «τοῖς ἀνοήτοις συμπαρεβλήθημεν κτήνεσιν» (Ψαλμ. 68, 2). Ἡ «ὄρεξις» τῆς θεώσεως μποροῦσε νὰ ὑπάρχει, ἐπειδὴ προϋπῆρχε ἡ πρὸς τὴν ἀληθινὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἡ προδεδωρημένη ἔφεση ἢ δυνατότης ἢ δυναμικότης μέσα στὸν ἄνθρωπο πρὸς αὐτὴ τὴν θέωση, τὴν ὁποία ἔφεση δύναται μὲν ὁ ἄνθρωπος ἐλευθέρως νὰ καταχρᾶται καὶ νὰ διαστρεβλώνει, δὲν δύναται ὅμως νὰ τὴν ἀποβάλλει ἐντελῶς.
Ἡ δημιουργικὴ αὐτὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἡ δοσμένη στὴν φύση τοῦ ἀνθρώπου κτιστῆ «εἰκών» (ἢ «ἐνέργημα») Του μὲ τὶς δυνάμεις καὶ ἐφέσεις της ἀποτελοῦν ἀκριβῶς τὸν «λόγο» τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸ τελικὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως καὶ ἐδῶ καὶ στὴν αἰώνιο ζωή. Ὁ ἅγιος τοῦ Χριστοῦ Ὁμολογητής, ὁ θεῖος Μάξιμος, ὅταν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀνθρώπου ὁμιλεῖ γιὰ τὸν «λόγο» (ἢ τοὺς «λόγους») τῆς φύσεώς του, τὸν ὁποῖο ὀνομάζει καὶ «λογιότητα». Ἀλλὰ εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ «λογιότης» αὐτὴ τοῦ ἀνθρώπου (ἢ «ὁ λόγος», ἢ «τὸ λογικόν») καὶ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ Λόγο, ποὺ εἶναι ἡ Αὐτολογιότης, καὶ τὸν συνδέει πάλι μὲ τὸν Θεάνθρωπο Λόγο. Δὲν σημαίνει ἐδῶ ὁ «λόγος» τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου (ἢ «τὸ λογικόν», ἢ «ἡ λογιότης») κάτι τὸ μόνο «διανοητικόν» (ratio) ἐντὸς τοῦ ἄνθρωπου, οὔτε πάλι σημαίνει κάτι τὸ «αὐτόνομον» τοῦ ἀνθρώπου, τὴν «αὐτονομία» ἢ τὴν «αὐτάρκειά» του, ἀλλὰ σημαίνει τὴν καθολικὴ (ἄρα καὶ «λογική» καὶ «ὑπαρξιακή») ἐν ἀγάπῃ σχέση καὶ μετοχὴ καὶ κοινωνία αὐτοῦ μετὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἐν τῷ Ὁποίῳ εὑρίσκεται ὁ θεῖος «λόγος» τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ θεῖος προορισμός του, ἡ «ἀρχή» καὶ τὸ «τέλος» του, τὸ Α καὶ τὸ Ω του, ὅπως καὶ «οἱ λόγοι» πάντων τῶν ὄντων, διότι ὁ Θεάνθρωπος Λόγος εἶναι «ἡ ἀλήθεια πάντων τῶν ὄντων», κατὰ τοὺς Ἁγίους (πρβλ. Κολ. 1, 15-20, Ἀποκ. 1, 8, 20, 5-6. Ἁγίου Μαξίμου, P.G. 91, 1081). Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἐν ἀγάπῃ καὶ ἐλευθερίᾳ «λόγιον» ἢ «λογικήν» (logosni) σχέση καὶ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Λόγο Χριστὸ ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνο «γῆ καὶ σποδός», «γῆ πάσχουσα», εἶναι μία πτῶσις καὶ μία ἁμαρτία, «ἀποτυχία», ἀποτυχία δὲ διότι ἀποτυγχάνει τοῦ σκοποῦ του, καὶ ὑπάρχει μὲν τραγικῶς, ἀλλὰ δὲν ζεῖ, μὴ ἔχων οὔτε κ
938;ν σωστὴ ἀνθρώπινη «φύση» καὶ «ὑπόσταση», οὔτε κἂν σωστὸ «σχέδιο» ἀνθρώπου, ἀλλ᾿ εἶναι μία «ἔκπτωσις» καὶ ἐκ τῶν δυό. Καὶ εἶναι «πτῶσις» καὶ «ἔκπτωσις» καὶ «ἀποτυχία» ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὸν Χριστό, διότι ἡ ψυχή του καὶ ὅλη ἡ ὕπαρξή του εἶναι κατὰ φύσιν χριστιανὴ (ὅπως ἔλεγαν οἱ Ἀπολογητές), χριστοκεντρικὴ καὶ χριστολογική, διότι δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ ἡ κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὕπαρξή του ὑπάρχει καὶ ζεῖ τὴν ἀληθινὴ ζωή της μόνο ἐν τῇ συνεχεῖ καὶ ἀδιακόπῳ ἀγαπητικῇ σχέσει μὲ τὸν Χριστό, Αὐτὸν ποὺ εἶναι «ἀρχή, μεσότης καὶ τέλος» τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν τὴν εἰκόνα αὐτὴ ἐν τῇ σχέσει της μὲ τὸν Χριστὸ ἀρνεῖται ὁ ἄνθρωπος, αὐτὴ καὶ τότε δὲν ἐξαφανίζεται ἐντελῶς (ἀλλ’ εἶναι ὡς «λίνον τυφόμενος») (Ματθ. 12, 20), ὅμως ὁ ἄνθρωπος τότε ἀρνεῖται τὸν ἑαυτό του ὡς ἄνθρωπο καὶ ἐρημώνει τὴν ὕπαρξή του ἀπὸ τὴν «λογιότητά» του, ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ «ἀνθρωπότητά» του, βλάπτει καίρια καὶ ζημιώνει τὸν ἑαυτό του, πάσχει ὁ ἴδιος ὡς ἄνθρωπος, γίνεται «πάθος», γίνεται ἕνα «αὐτοείδωλον», ὅπως τὸ διαπιστώνουν στὴν ἐμπειρία τοὺς οἱ ἄνθρωποι ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ ὅταν ἐπιστραφοῦν πρὸς τὸν Σωτήρα Χριστό: «Αὐτοείδωλον ἐγενόμην τοῖς πάθεσι τὴν ψυχήν μου βλάπτων, Οἰκτίρμων· ἀλλ’ ἐν μετανοίᾳ με παράλαβε καὶ ἐν ἐπιγνώσει ἀνακάλεσαι· μὴ γένωμαι κτῆμα, μὴ βρῶμα τοῦ ἀλλοτρίου (τοῦ διαβόλου), Σωτήρ, αὐτός με οἴκτειρον» Μέγας Κανών, Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, ᾠδὴ δ΄).
Ἡ ἐμπειρία τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ συνεχίζεται ὡς βαθειὰ ἀνθρώπινη καὶ βαθειὰ τοῦ ἀνθρώπου ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διὰ τῶν αἰώνων, μαρτυρεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γίνει καὶ νὰ ὑφίσταται «αὐτόνομος», δηλαδὴ μόνος του καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ Θεοῦ Λόγου, μὲ τὴν «αὐτάρκειά» του, τὴν δῆθεν ἀνεξάρτητη ἀπὸ ὁποιονδήποτε «ἐλευθερία» του. Διότι ἡ διεκδίκηση ἑνὸς «αὐτόνομου» ἀνθρώπου, ἑνὸς «χωρὶς Χριστοῦ» ἀνθρώπου (Ἐφ, 2, 12, 4, 18), χάριν μίας «ἐλευθερίας» (σφετερισμένης καὶ αὐτῆς), καταντᾶ ἀναπόφευκτα στὸ ἀντίθετο: στὴν τραγικὴ ὑποδούλωση τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἀλύτους καὶ παρα-λόγους καὶ παρα-νόμους «νόμους» (ἢ ἀπρόσωπα «στοιχεῖα» καὶ «δυνάμεις») τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου, μὲ ἀποτέλεσμα τὸν ἀπ-ανθρωπισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ὑπαρξιακὸς «οἶκος» τοῦ ἀνθρώπου χωρὶς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν χάρη τοῦ Πνεύματός Του μὲ τοὺς καρπούς της δὲν δύναται νὰ παραμείνει ἐπὶ πολὺ ἢ καὶ καθόλου ἄδειος («σχολάζων καὶ σεσαρωμένος», Ματθ. 12, 44), διότι, ἐπειδὴ δὲν «συνάγει» καὶ δὲν συνάγεται μετὰ τοῦ Χριστοῦ, ἕνεκα τούτου «σκορπίζεται» (Λουκ. 11, 23) καὶ διασκορπίζεται ἀπὸ τὸ «ἀκάθαρτον πνεῦμα» καὶ τὰ «ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα αὐτοῦ», καὶ γίνονται «τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων» (Λουκ. 11, 26). Ὁ ἄνθρωπος χωρὶς τὴν συνεκτικὴ καὶ ἐνοποιὸ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, φθείρεται καὶ ἀποσυντίθεται καὶ «λεγεωνοποιεῖται», ὅπως λέγει τὸ Εὐαγγέλιο (Μαρκ. 5, 9, 15), καὶ ὅπως ἀναγκάζεται ἀπὸ τὴν τραγικὴ πραγματικότητα νὰ τὸ ὁμολογήσει ἀκουσίως ἡ ψυχανάλυση καὶ ὁ σύγχρονος ὑπαρξισμός. Ἡ διεκδίκηση τῆς «αὐτονομίας» καὶ τῆς «ἐλευθερίας» τοῦ ἀνθρώπου ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ (καὶ συχνὰ ἡ ἀναζήτηση τῆς «ἐλευθερίας» στὸ «Μηδέν») καταντᾶ νὰ εἶναι πλέον ἐλευθερία ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο (καὶ ὄχι γιὰ τὸν ἄνθρωπο), ἐκφυλισμὸς δηλαδή, ἢ μᾶλλον ἀνθρωποκτονία καὶ αὐτοκτονία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καὶ ὁ διάβολος ὑποσχεθεὶς στοὺς ἀνθρώπους τὴν «θέωση» ἀπέβη ἀνθρωποκτόνος ἐξ ἀρχῆς (Ἰω. 8, 44).
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/j ... ismos.html
-
panagiotis2008
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 480
- Εγγραφή: Δευ Απρ 28, 2008 5:00 am
- Τοποθεσία: Αθήνα
- Επικοινωνία:
Έχω προσωπικά βιώματα της ύπαρξης του Θεού.Δεν μπορώ να απαντήσω στις υπεραπλουστευτικές απόψεις και θεωρίες των ευρηματικών και αφελών άθεων συγγραφίσκων που προσπαθούν να τα εξηγήσουν όλα με το φτωχό τους το μυαλό.
Προφανώς ο Θεός πρέπει να απολογηθεί στον κύριο Δήμου που δεν ήταν στο Άουσβιτς ,στην Καμπότζη στην Ρουάντα.
Προφανώς η Αποστολή του Χριστού στην γη και η θυσία Του για την Σωτηρία των ανθρώπων δείχνει έναν απάνθρωπο σαδιστή Θεό.
Προφανώς τα τόσα θαύματα των Αγίων και οι θεραπείες αρρώστων ανθρώπων που ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο δείχνουν έναν σκληρό Θεό που του αρέσει να βλέπει τα παιδιά Του να υποφέρουν.
Προφανώς τα Μυστήρια της Εκκλησίας και η ασκητική χριστιανική ζωή που χαρίζει την Αιώνια Ζωή δείχνει εναν Θεό που παρακολουθεί χαιρέκακα τα δημιουργήματα Του να πεθαίνουν και καγχάζει υποχθόνια γι'αυτό.
Προφανώς η ύπαρξη του Σατανά και των δαιμόνων που προκαλούν το κακό στον κόσμο αγνοείται,προφανώς το γεγονός οτί δουν μέχρι εκει που ο Θεός επιτρέπει αυτό είναι μία ασήμαντη λεπτομέρεια.
Προφανώς οτί ανήκουμε σε μια θρησκεία και Εκκλησία που παραμένει ζωντανή εδώ και 2.000 χρόνια και επιβίωσε από περιόδους όπως η Τουρκοκρατία καταδεικνύει οτί τον Χριστό σαν έναν ψεύτικο Θεό λάτρεψαν και λατρεύουν μερικές δεκάδες εκατοντάδες εκατομύρια βλάκες και καθυστερημένοι που τους παραπλάνησαν και έπεισαν μερικοί ιδιοφυείς απατεώνες Προπαγανδιστές μιας θρησκείας που κατασκεύασαν.
Προφανώς τα Ευαγγέλια και η Πατερική Γραμματεία φτιάχτηκαν από μερικούς υπεριδιουφυείς πανέξυπνους και πολυμήχανους τύπους οι οποίοι είχαν την αρρωστημένη φαντασία να τα συλλάβουν όλα αυτά και να παραπλανήσουν έναν σωρό ηλίθιο κόσμο που από τότε μέχρι σήμερα πιστεύει στον Χριστό.
Να σας πω και κάτι (σοβαρά τώρα) ο διάβολος έχει βρεί πανέξυπνους τρόπους να μεταδίδει τα μηνύματα που υποβοηθούν το έργο του χρησιμοποιώντας θύματα σαν τον κύριο Δήμου!
Προφανώς ο Θεός πρέπει να απολογηθεί στον κύριο Δήμου που δεν ήταν στο Άουσβιτς ,στην Καμπότζη στην Ρουάντα.
Προφανώς η Αποστολή του Χριστού στην γη και η θυσία Του για την Σωτηρία των ανθρώπων δείχνει έναν απάνθρωπο σαδιστή Θεό.
Προφανώς τα τόσα θαύματα των Αγίων και οι θεραπείες αρρώστων ανθρώπων που ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο δείχνουν έναν σκληρό Θεό που του αρέσει να βλέπει τα παιδιά Του να υποφέρουν.
Προφανώς τα Μυστήρια της Εκκλησίας και η ασκητική χριστιανική ζωή που χαρίζει την Αιώνια Ζωή δείχνει εναν Θεό που παρακολουθεί χαιρέκακα τα δημιουργήματα Του να πεθαίνουν και καγχάζει υποχθόνια γι'αυτό.
Προφανώς η ύπαρξη του Σατανά και των δαιμόνων που προκαλούν το κακό στον κόσμο αγνοείται,προφανώς το γεγονός οτί δουν μέχρι εκει που ο Θεός επιτρέπει αυτό είναι μία ασήμαντη λεπτομέρεια.
Προφανώς οτί ανήκουμε σε μια θρησκεία και Εκκλησία που παραμένει ζωντανή εδώ και 2.000 χρόνια και επιβίωσε από περιόδους όπως η Τουρκοκρατία καταδεικνύει οτί τον Χριστό σαν έναν ψεύτικο Θεό λάτρεψαν και λατρεύουν μερικές δεκάδες εκατοντάδες εκατομύρια βλάκες και καθυστερημένοι που τους παραπλάνησαν και έπεισαν μερικοί ιδιοφυείς απατεώνες Προπαγανδιστές μιας θρησκείας που κατασκεύασαν.
Προφανώς τα Ευαγγέλια και η Πατερική Γραμματεία φτιάχτηκαν από μερικούς υπεριδιουφυείς πανέξυπνους και πολυμήχανους τύπους οι οποίοι είχαν την αρρωστημένη φαντασία να τα συλλάβουν όλα αυτά και να παραπλανήσουν έναν σωρό ηλίθιο κόσμο που από τότε μέχρι σήμερα πιστεύει στον Χριστό.
Να σας πω και κάτι (σοβαρά τώρα) ο διάβολος έχει βρεί πανέξυπνους τρόπους να μεταδίδει τα μηνύματα που υποβοηθούν το έργο του χρησιμοποιώντας θύματα σαν τον κύριο Δήμου!
Και το Πνεύμα και η νύμφη λένε ¨έλα.Και όποιος ακούει ας πει ¨έλα.και όποιος διψάει ας έρθει,και όποιος θέλει ας παίρνει δωρεάν το νερό της ζωής.

