Θεσσαλονικείς Άγιοι
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
Θεσσαλονικείς Άγιοι
Από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης
http://www.imth.gr
29 Νοεμβρίου
ΟΥΡΒΑΝΟΣ, ἀπόστολος ἐκ τῶν Ο¢
Στὶς 29 Νοεμβρίου μνημονεύεται στὰ συναξάρια ἡ ἄθληση τοῦ ἱερομάρτυρος Οὐρβανοῦ, ἐπισκόπου Μακεδονίας, μετὰ τῶν ἱερομαρτύρων Ιωάννου τοῦ ἐν Περσίδι καὶ Διονυσίου ἐπισκόπου Κορίνθου.
*********************************************************************************************************************************************************
ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Χωρὶς τὴν παράθεση βιογραφικοῦ ὑπομνήματος γίνεται ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Νικολάου στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο, καθὼς καὶ στὰ μηναῖα καὶ τοὺς μεταγενεστέρους ἐντύπους συναξαριστές, τὴν 29η Νοεμβρίου (“῾Ο ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Νι¬κόλαος ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται”).
http://www.imth.gr
29 Νοεμβρίου
ΟΥΡΒΑΝΟΣ, ἀπόστολος ἐκ τῶν Ο¢
Στὶς 29 Νοεμβρίου μνημονεύεται στὰ συναξάρια ἡ ἄθληση τοῦ ἱερομάρτυρος Οὐρβανοῦ, ἐπισκόπου Μακεδονίας, μετὰ τῶν ἱερομαρτύρων Ιωάννου τοῦ ἐν Περσίδι καὶ Διονυσίου ἐπισκόπου Κορίνθου.
*********************************************************************************************************************************************************
ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Χωρὶς τὴν παράθεση βιογραφικοῦ ὑπομνήματος γίνεται ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Νικολάου στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο, καθὼς καὶ στὰ μηναῖα καὶ τοὺς μεταγενεστέρους ἐντύπους συναξαριστές, τὴν 29η Νοεμβρίου (“῾Ο ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Νι¬κόλαος ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται”).
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ἡ ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ,
μεγαλομάρτυς 22 Δεκεμβρίου
Βάσει τῶν πηγῶν ποὺ διαθέτουμε ἡ ἁγία ᾿Αναστασία, γόνος πλούσιας καὶ ἀρχοντικῆς οἰκογένειας, γεννήθηκε στὴν Ρώμη στὰ τέλη τοῦ Γ¢ αἰῶνος. Παρόλο ποὺ πατέρας της ἦταν ὁ σκληρὸς εἰδωλολάτρης Πραιτεξτάτος, ἡ ἁγία γνώρισε ἀπὸ πολὺ μικρὴ τὸ Χριστιανισμὸ μετὰ ἀπὸ πρωτοβουλία τῆς χριστιανῆς μητέρας της Φαύστας νὰ τὴν ὁδηγήσει στὸν ἐπίσης χριστιανὸ διδάσκαλο Χρυσόγονο. Μὲ τὴν βοήθειά του ἡ ᾿Αναστασία μυεῖται στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ διδασκαλία ἐνῶ γεννιέται ἔντονος ὁ ζῆλος μέσα της νὰ ὑπηρετήσει ὅπως μπορεῖ τὸ Χριστὸ στὰ πρόσωπα τῶν δοκιμαζόμενων χριστιανῶν.
῍Αν καὶ μὲ πίεση τοῦ πατρός της ἀναγκάστηκε νὰ παντρευτεῖ τὸν εἰδωλολάτρη ἀξιωματοῦχο Πούπλιο, κατόρθωνε νὰ ἀποφεύγει τὴ μίξη μαζί του προφασιζόμενη, ὅπως τὸ Συναξάριό της ἀναφέρει, ὅτι ἦταν διαρκῶς ἀσθενὴς “νοσεῖν ἀεὶ προφασιζομένη”. Παράλληλα, ἀγνοώντας τὴν εὐγενικὴ καταγωγή της, ἐνδεδυμένη ράκη καὶ συμπεριφερόμενη ὡς γνήσια δούλη τοῦ Χριστοῦ, περιερχόταν τὶς φυλακὲς καὶ ἀφοῦ ἐξαγόραζε μὲ ἀρκετὰ χρήματα τὴν εἴσοδό της σ᾿ αὐτές, προσέφερε κάθε εἴδους ὑπηρεσία προκειμένου νὰ ἀνακουφίσει τοὺς ἐγκλείστους χριστιανούς.
῾Η δράση της αὐτὴ ὅμως ἔγινε γνωστὴ στὸν ἄνδρα της, μὲ ἀποτέλεσμα κατόπιν ἐντολῆς του νὰ φυλακισθεῖ ἡ ᾿Αναστασία σπίτι της. ῾Η θλίψη τῆς ἁγίας ἦταν μεγάλη, ἀφ᾿ ἑνὸς γιατὶ δὲν μποροῦσε πλέον νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες της καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου γιατὶ ἀδυνατοῦσε νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν διδάσκαλό της Χρυσόγονο ποὺ τὴν περίοδο ἐκείνη ἦταν φυλακισμένος, ὕστερα ἀπὸ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ.
᾿Αδυνατώντας λοιπὸν νὰ δεῖ τὸν δάσκαλό της τοῦ ἔστειλε μήνυμα μὲ μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα, νὰ δέεται γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ συζύγου της. ᾿Εκεῖνος τὴν ἐνίσχυσε καὶ τὴν πληροφόρησε γιὰ τὸν ἐπικείμενο θάνατο αὐτοῦ. Πράγματι, πηγαίνοντας ὁ Πούπλιος ὡς πρεσβευτὴς στὴν Περσία, πνίγηκε σὲ ναυάγιο καὶ ἡ ᾿Αναστασία ἔμεινε χήρα, ἐνῶ σύντομα ἐλευθερώθηκε καὶ ἀπὸ τὴν φυλακή της. ᾿Αποκτώντας τὴν ἐλευθερία της συνέχισε, ὅπως πρίν, νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες της στοὺς φυλακισμένους χριστιανούς.
Τὰ χρόνια ἐκεῖνα τοῦ διωγμοῦ ὁ Διοκλητιανὸς βρισκόταν στὴν Νικομήδεια -λαθεμένα τὸ Συναξάριο ἀναφέρει στὴν ᾿Ακηϊλία- καὶ ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν ἐκεῖ τὸ Χρυσόγονο. Στὸ ταξίδι του αὐτὸ τὸν ἀκολούθησε καὶ ἡ ᾿Αναστασία.
Μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα ὁ Χρυσόγονος ἔδωσε μιὰ γενναία ὁμολογία πίστεως, ἀρνήθηκε τὴν ᾿Επαρχία τῆς Ρώμης ποὺ τοῦ προσφέρθηκε ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν μεταστροφή του καὶ τελικὰ καταδικάστηκε σὲ θάνατο δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ.
Τὸ σῶμα του ρίφθηκε σὲ λίμνη πλησίον τοῦ μέρους ὅπου ἔμεναν τρεῖς εὐσεβεῖς ἀδελφές, ἡ ᾿Αγάπη, ἡ Εἰρήνη καὶ ἡ Χιονία, μαζὶ μὲ ἕναν σεβάσμιο πρεσβύτερο, τὸ Ζωΐλο. Αὐτοὶ ἀφοῦ τὸ συνέλεξαν, τοποθέτησαν αὐτὸ σὲ θήκη καὶ τὸ ἔκρυψαν στὸ σπίτι τους.
Σὲ κοινὸ ὅραμά τους ἡ ᾿Αναστασία καὶ ὁ Ζωΐλος εἶδαν τὸν μάρτυρα Χρυσόγονο, ὁ ὁποῖος τοὺς ἀποκάλυψε πὼς οἱ τρεῖς ἀδελφὲς ἐπρόκειτο νὰ βροῦν μαρτυρικὸ τέλος, ἀφοῦ πρῶτα θὰ προετοιμάζονταν κατάλληλα ἀπὸ τὴν ᾿Αναστασία. ῾Ο Ζωΐλος ἐπίσης πῆρε τὴν πληροφορία ὅτι σύντομα θὰ τελείωνε τὴ ζωή του ἐν εἰρήνη.
Πράγματι τά λόγια τοῦ μάρτυρος Χρυσογόνου βγῆκαν ἀληθινά. ῾Ο Διοκλητιανὸς ἔχοντας πληροφορηθεῖ γιὰ τὶς τρεῖς ἀδελφὲς καὶ τὴν ἐνάρετη ζωή τους, διέταξε νὰ συλληφθοῦν καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν μπροστά του. ῞Οταν αὐτὸ ἔγινε, μὲ ἄγριο τρόπο προσπάθησε νὰ τὶς πείσει νὰ ἀλλάξουν τὴν πίστη τους, ὅμως δὲν τὸ κατάφερε. ᾿Επειδὴ λόγω κρατικῶν ὑποθέσεων ἔπρεπε νὰ μεταβεῖ στὴν Μακεδονία, πῆρε τὶς τρεῖς ἀδελφὲς μαζί του καὶ τὶς παρέδωσε στὸν ῎Επαρχο τῆς Θεσσαλονίκης Δουλκίτιο γιὰ νὰ τὶς ἀνακρίνει ἐκεῖνος.
Στὴ Θεσσαλονίκη τὶς ἀκολούθησε καὶ ἡ ᾿Αναστασία ἡ ὁποία μὲ κάθε τρόπο τὶς ἐνθάρρυνε στὴν ἀπόφασή τους νὰ μείνουν σταθερὲς στὴν πίστη τους, μὲ ἀποτέλεσμα τελικὰ νὰ ὁδηγηθοῦν στὸ μαρτύριο. Πράγματι οἱ δύο ἀπὸ τὶς τρεῖς ἀδελφές, ἡ ᾿Αγάπη μὲ τὴ Χιονία, βρῆκαν μαρτυρικὸ τέλος διὰ πυρός, ἐνῶ ἡ Εἰρήνη τὶς ἀκολούθησε στὸ μαρτύριο λίγο ἀργότερα πεθαίοντας διὰ τοξοβολίας. Τὰ λείψανά τους τὰ πῆρε ἡ ᾿Αναστασία καὶ ἀφοῦ ἀπέδωσε τὶς πρέπουσες τιμές, τὰ ἐνεταφίασε. Λίγο ἀργότερα ὁ νέος ῎Επαρχος τῆς Θεσσαλονίκης Σισίνιος φυλάκισε καὶ τὴν ἴδια τὴν ἁγία.
Στὴ διήγηση τοῦ Βίου τῆς ἁγίας γίνεται λόγος καὶ γιὰ μιὰ ἄλλη ὁμάδα μαρτύρων ποὺ συνδέονται ἄμεσα μαζί της. Πρόκειται γιὰ τὴ μάρτυρα Θεοδότη καὶ τὰ τρία παιδιά της, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μᾆς εἶναι γνωστὸ μόνο τὸ ὄνομα τοῦ πρωτότοκου ποὺ εἶναι Εὔοδος. ῾Η Θεοδότη ἦταν μία χήρα ἀπὸ τὴ Βιθυνία, πολὺ εὐσεβὴς χριστιανή, ἡ ὁποία ἀφοῦ συνδέθηκε μὲ τὴν ᾿Αναστασία κατὰ τὴν παραμονὴ τῆς δεύτερης στὴν Νικομήδεια, ἀργότερα τὴν ἀκολούθησε μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της στὴν Μακεδονία. ᾿Εκεῖ ἀντιμετώπισε ἔντονες ἐνοχλήσεις ἀπὸ τὸν εὐγενῆ Λευκάδιο ὁ ὁποῖος λόγω τῆς ὀμορφιᾆς της ἤθελε νὰ τὴν παντρευτεῖ. Φαίνεται πὼς ἡ συνεργασία τῶν δύο γυναικῶν στὶς ἀγαθοεργίες ἦταν ζηλευτὴ καὶ παρεῖχε μεγάλη ἀνακούφιση στοὺς χριστιανούς, “μιᾷ προθυμίᾳ τε καὶ συμπνοίᾳ καὶ ἴσῳ ζήλῳ τὸν συνήθη δρόμον τῆς εὐσεβείας ἔτρεχον, πάντα τοῖς ἐν δημοσίαις φυλακαῖς εἱργομένοις χριστιανοῖς γινόμενοι, τραυμάτων ἰατροί, χορηγοὶ χρημάτων, τῶν τε παρελθόντων δεινῶν παραψυχὴ καὶ πρὸς τὸ μέλλον ἰσχυροτάτη παράκλησις” (PG 116, 592 Βίος ᾿Αναστασίας). Συνέπεσε ὅμως τὴν περίοδο ἐκείνη οἱ φυλακὲς νὰ εἶναι πλήρεις ἀπὸ ἀμετανόητους χριστιανοὺς καὶ νὰ μὴν χωροῦν ἄλλους, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ Διοκλητιανὸς νὰ δώσει διαταγὴ νὰ θανατωθοῦν αὐτοὶ μὲ διαφόρους τρόπους γιὰ νὰ ἀδειάσουν οἱ χῶροι. ῾Η ᾿Αναστασία ἐπισκεπτόμενη τὶς φυλακὲς καὶ βλέποντάς τες ἄδειες ξέσπασε σὲ θρῆνο, γεγονὸς ποὺ ἀποκάλυψε τὴ χριστιανική της ταυτότητα. ῞Οταν δὲ ἔγινε γνωστὴ καὶ ἡ ὑπόλοιπη δράση της, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὸν ῎Επαρχο τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ Φλῶρο, ὅπου ἔδωσε ὁμολογία πίστεως ἀψηφώντας τὶς ἀπειλὲς καὶ τὶς προκλήσεις του γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της.
Μπροστὰ σ᾿ αὐτή της τὴν ἐπιμονὴ ὁ Φλῶρος ἀναγκάστηκε νὰ τὴν στείλει στὸν ᾿Αρχιερέα τοῦ Καπιτωλείου Οὐλπιανό. Τρεῖς μέρες ὁ Οὐλπιανὸς μὲ χίλια δύο τεχνάσματα προσπα¬θοῦσε νὰ πετύχει τὴν μεταστροφὴ καὶ τὴν ἄρνηση τῆς πίστεως τῆς ἁγίας, ὅμως δὲν κατάφερε τίποτε. Καὶ ἐνῶ ἐπεδίωκε τὸ κακὸ αὐτῆς ἔπαθε ὁ ἴδιος κακό· τυφλώθηκε καὶ τελικὰ πέθανε.
᾿Ελεύθερη πιὰ ἡ ᾿Αναστασία πῆγε στὸ μέρος ποὺ βρισκόταν ἡ Θεοδότη μὲ τὰ παιδιά της, τὴ βρῆκε νὰ ἀνθίσταται ἀκόμη στὶς προτάσεις τοῦ Λευκάδιου νὰ τὸν παντρευτεῖ καὶ τὴν ἐνδυνάμωσε ἐξιστορώντας της τὶς ταλαιπωρίες ποὺ ὑπέστη ἡ ἴδια. ῞Οταν ἡ συζήτηση αὐτὴ ἔγινε γνωστὴ στὸν Λευκάδιο ἡ μὲν ᾿Αναστασία φυλακίστηκε ἡ δὲ Θεοδότη, κατ᾿ ἐντολή του, στάλθηκε στὸν ῞Υπατο τῆς Βιθυνίας γιὰ νὰ δικαστεῖ ὡς χριστιανή.
᾿Εκεῖ ἡ Θεοδότη ἀνένδοτη στὶς δελεαστικὲς προτάσεις τοῦ ῾Υπάτου Νικήτιου καὶ ἀνυποχώρητη στὸ θέμα τῆς πίστεώς της, εἶδε τὸν πρωτότοκο υἱό της Εὔοδο νὰ ραβδίζεται, ἀρνούμενος κι αὐτὸς νὰ μεταστραφεῖ, ἐνῶ ἡ ἴδια μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα δύο παιδιὰ δὲν ἄργησε νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὸ μαρτύριο. ᾿Αφοῦ ὁ δήμιος ῾Υρτακὸς δὲν κατάφερε νὰ βλάψει τὴ μάρτυρα καὶ ἕνα ἄγγιγμά του μόνο ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ τὸν ρίξει κάτω αἱμόφυρτο, ὁ ῞Υπατος ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ρί¬χτηκε μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της στὴ φωτιά. ῾Η μνήμη της ἑορτάζεται τὴν ἴδια ἡμέρα μὲ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας.
᾿Εν τῶ μεταξὺ ἡ ἁγία ᾿Αναστασία ἦταν φυλακισμένη, ὅπως τὸ Συναξάριό της μᾆς πληροφορεῖ, ἀπὸ τὸν ῎Επαρχο τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ. ῞Ολες οἱ ἀπειλὲς καὶ οἱ προσπάθειες ποὺ γινόταν ὥστε νὰ μεταπείσουν τὴν ἁγία δὲν ἔφερναν κανένα ἀποτέλεσμα. ῾Η μάρτυς Θεοδότη ἐμφανιζόταν συχνὰ στὴ φυλακὴ καὶ τὴν ἐνεθάρρυνε στὸν ἀγώνα της.
Βλέποντας ὅτι οἱ φυλακίσεις καὶ ἡ στέρηση τῶν ἀναγκαίων ὄχι μόνο δὲν πτοοῦσαν τὴν ἁγία ἀλλὰ τὴν ἔκαναν νὰ φαίνεται “φαιδράν” καὶ “πεπαρρησιασμένην ἢ πρότερον” δόθηκε ἐντολὴ νὰ ριφθεῖ στὴν θάλασσα μαζὶ μὲ πολλοὺς εἰδωλολάτρες κατάδικους καὶ ἕνα χριστιανό, τὸν Εὐτυχιανό. Οὔτε κι αὐτὸ ὅμως εἶχε ἀποτέλεσμα ἀφοῦ ἡ μάρτυς Θεοδότη ἐμφανίστηκε καὶ ὁδήγησε τὸ πλοιάριο μὲ ἀσφάλεια στὴν στεριά.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα οἱ κατάδικοι -ἑκατὸν εἴκοσι τὸν ἀριθμό- νὰ μεταστραφοῦν καὶ νὰ ὁμολογήσουν μὲ παρρησία ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντα τὴν χριστιανικὴ πίστη, δίχως νὰ φοβηθοῦν τὰ ὄργανα βασανισμοῦ ποὺ τοὺς ἔδειχνε καὶ χωρὶς νὰ ἐπιθυμήσει κανεὶς ἀπ᾿ αὐτοὺς τὰ πλούτη ποὺ τοὺς πρότεινε. Μὲ ἐντολὴ τοῦ ἄρχοντα ὅλοι οἱ κατάδικοι ἀποκεφαλίστηκαν, ἐνῶ ἡ ᾿Αναστασία διατάχτηκε νὰ δεθεῖ σὲ πασάλους “πάλοις προσδεθεῖ¬σαν τρισίν” καὶ νὰ παραδοθεῖ στὴν πυρά. ῏Ηταν 22 Δεκεμ¬βρίου. Μιὰ εὐσεβὴς χριστιανή, ἡ ᾿Απολλωνία, καταγόμενη ἀπὸ ἀρχοντικὴ γενιά, ζήτησε καὶ κατόρθωσε νὰ πετύχει διὰ μέσου τῆς γυναίκας τοῦ ᾿Επάρχου νὰ τῆς δοθεῖ τὸ λείψανο. ᾿Αφοῦ τὸ ἐνεταφίασε στὸν κῆπο της, ἀργότερα ἔκτισε πολυτελῆ ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς ἁγίας. Τὸ λείψανο μετὰ ἀπὸ καιρὸ μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ὅπου καὶ κατατέθηκε σὲ μεγαλοπρεπῆ ναό.
Καὶ ἡ Θεσσαλονίκη ὅμως, τὸ μέρος ποὺ γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ ἔδρασε ἡ ἁγία καὶ κατὰ πολλοὺς μαρτύρησε, ἀπὸ πολὺ νωρὶς τὴν τίμησε. ῞Οπως πληροφορούμαστε ἀπὸ τὸ μαρτύριο τῶν ἁγίων δεκαέξι μαρτύρων τῆς Τιβεριουπόλεως (Στρώμνιτσα, 28 Νοεμβρίου), ὑπῆρχε ναὸς στὴ Θεσσαλονίκη ἀφιερωμένος στὴν ῾Αγία, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει σήμερα. Στὰ περίχωρα τῆς πόλης πρὸς τὴ Χαλκιδικὴ καὶ στὸ μέρος ὅπου μαρτύρησε κατὰ τὴν παράδοση ἡ ἁγία Εἰρήνη, (ἡ μία ἀπὸ τὶς τρεῖς ἀδελφές), ἱδρύθηκε ἀπὸ τὴ βασίλισσα Θεοφανὼ τὸν Θ¢ αἰ. (888) μοναστήρι πρὸς τιμὴν τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας. ῾Η μονὴ ὑφίσταται μέχρι σήμερα, εἶναι σταυροπηγιακὴ καὶ πατριαρχική, ἐξαρτώμενη ἀπευθείας ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. ῾Ως πολύτιμο θησαυρὸ ἡ μονὴ φυλάσσει τὴν κάρα καὶ μέρος τοῦ δεξιοῦ ποδιοῦ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας, δῶρο τῆς βασίλισσας ἁγίας Θεοφανοῦς.
Τελειώνοντας ὀφείλουμε νὰ κάνουμε μιὰ μικρὴ ἀναφορὰ στὸ ἐπίθετο “Φαρμακολύτρια”, γιὰ νὰ κατανοήσουμε τοὺς λόγους ποὺ δίδεται στὴν ῾Αγία. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τοὺς ἐρευνητὲς ἡ ῾Αγία ὀνομάζεται ἔτσι, εἴτε γιατὶ ἔχει λάβει ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴ δύναμη νὰ ἐξουδετερώνει τὶς ἄσχημες παρενέργειες τῶν φαρμάκων καὶ δηλητηρίων, εἴτε γιατὶ ἡ ἴδια παρέχει φάρμακα πρὸς ἰατρεῖαν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν ἀσθενειῶν, εἴτε τέλος γιατὶ μεταξὺ τῶν πολλῶν ἰάσεων ποὺ παρέχει, ἔλαβε ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴ χάρη νὰ λύνει τὶς φαρμακεῖες δηλαδὴ τὰ μάγια, γεγονὸς τὸ ὁποῖο συνετέλεσε στὸ νὰ ὀνομάζεται Φαρμακολύτρια.
**********************************************************************************************************************************************************************
ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, μάρτυς (τέλη 3ου/ἀρχὲς 4ου αἰ.)
22/23 Δεκεμβρίου
Σὲ χειρόγραφα συναξάρια καὶ λειτουργικὰ τυπικὰ ἀπαντᾆται στὶς 22 καὶ 23 Δεκεμβρίου ἡ μνήμη τοῦ “Χρυσογόνου ἐπάρχου πόλεως Θεσσαλονίκης”. ῾Ο Χρυσόγονος ταυτίζεται ἀπὸ ὁρισμένους ἐρευνητὲς μὲ τὸ Ρωμαῖο διδάσκαλο τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε ἐπὶ Διοκλητιανοῦ στὴ Νίκαια (BHG 2067), ἐνῶ ὁ Σ. Εὐ¬στρατιάδης ὑποστηρίζει μὲ ἐπιφυλάξεις τὴ διάκριση τῶν δύο ὁμωνύμων ῾Αγίων.
Πρέπει νὰ θεωρηθεῖ πιθανότερη ἡ ταύτιση τῶν δύο προσώπων, ἐφόσον ἀπαντᾆται καὶ ἑορτολογικὴ σύγκλιση στὰ συναξάριά τους. ᾿Επιπλέον, στὰ συναξάρια ὅπου παραδίδεται ἡ μνήμη τοῦ ἐπάρχου τῆς Θεσσαλονίκης Χρυσογόνου, ἀναγράφεται στὴ συνέχεια καὶ ἡ μνήμη τῆς μάρτυρος Θεοδότης “σὺν τρισὶ παιδίοις, ᾿Αγάπης, Εἰρήνης καὶ Χιονίας”, γεγονὸς ποὺ συγκλίνει μὲ τὴν ἀναγραφὴ στὶς 22 Δεκεμβρίου, μαζὶ μὲ τὴ μνήμη τῆς μάρτυρος ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυ¬τρί¬ας, τῶν ὀνομάτων “τῶν σὺν αὐτῇ μαρτύρων Χρυσογόνου, ᾿Αγάπης, Εἰρήνης καὶ Χιονίας, Θεοδότης καὶ τῶν τέκνων αὐτῆς”.
Σημαντικὴ γιὰ τὴν ταύτιση τῶν δύο προσώπων εἶναι ἡ πληροφορία ποὺ λαμβάνουμε ἀπὸ τὸ Συναξάριο τοῦ διδασκάλου τῆς μάρτυρος ᾿Αναστασίας, Χρυσογόνου, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο, ἐνῶ ὁ Διοκλητιανός, εὑρισκόμενος στὴ Νίκαια, διέταξε τὴ θανατικὴ καταδίκη ὅλων τῶν χριστιανῶν ποὺ εἶχαν συλληφθεῖ στὴ Ρώμη, γιὰ τὸ Χρυσόγονο ἔδωσε ἐντολὴ “πρὸς αὐτὸν ἀχθῆναι δέσμιον”. Τὸ στοιχεῖο αὐτό, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅταν ὁ Χρυσόγονος ὁδηγήθηκε στὸν αὐτοκράτορα, ἐκεῖνος τοῦ ὑποσχέθηκε “τὴν ἐπαρχότητα λαβεῖν τῆς Ρώμης”, ἕνα ἀνώτατο δηλ. κρατικὸ ἀξίωμα, ἐὰν θυσίαζε στὰ εἴδωλα, εἶναι δυνατὸ νὰ μᾆς ὁδηγήσει στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Χρυσόγονος ἦταν ἕνας ἐπώνυμος Ρωμαῖος πολίτης, ποὺ κατεῖχε ἤδη κρατικὸ ἀξίωμα, κατὰ πᾆσα πιθανότητα τοῦ ἐπάρχου τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ δέλεαρ λοιπὸν ἦταν ἡ προσφορὰ ἑνὸς ἀξιώματος ἀνωτέρου ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἤδη κατεῖχε, καὶ αὐτὸ ἦταν ἡ θέση τοῦ ἐπάρχου τῆς Ρώμης.
Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ποὺ ὑποφώσκουν στὸ Συναξάριο τοῦ μάρτυρος Χρυσογόνου, ἐνισχύουν ἀκόμη περισσότερο τὴν πιθανότητα ταυτίσεως τῶν δύο ὁμωνύμων ῾Αγίων σὲ ἕνα πρόσωπο, τὸ διδάσκαλο τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ κατεῖχε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπάρχου Θεσσαλονίκης.
**********************************************************************************************************************************************************************
ΕΥΤΥΧΙΑΝΟΣ, μάρτυς
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ἡ ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ,
μεγαλομάρτυς 22 Δεκεμβρίου
Βάσει τῶν πηγῶν ποὺ διαθέτουμε ἡ ἁγία ᾿Αναστασία, γόνος πλούσιας καὶ ἀρχοντικῆς οἰκογένειας, γεννήθηκε στὴν Ρώμη στὰ τέλη τοῦ Γ¢ αἰῶνος. Παρόλο ποὺ πατέρας της ἦταν ὁ σκληρὸς εἰδωλολάτρης Πραιτεξτάτος, ἡ ἁγία γνώρισε ἀπὸ πολὺ μικρὴ τὸ Χριστιανισμὸ μετὰ ἀπὸ πρωτοβουλία τῆς χριστιανῆς μητέρας της Φαύστας νὰ τὴν ὁδηγήσει στὸν ἐπίσης χριστιανὸ διδάσκαλο Χρυσόγονο. Μὲ τὴν βοήθειά του ἡ ᾿Αναστασία μυεῖται στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ διδασκαλία ἐνῶ γεννιέται ἔντονος ὁ ζῆλος μέσα της νὰ ὑπηρετήσει ὅπως μπορεῖ τὸ Χριστὸ στὰ πρόσωπα τῶν δοκιμαζόμενων χριστιανῶν.
῍Αν καὶ μὲ πίεση τοῦ πατρός της ἀναγκάστηκε νὰ παντρευτεῖ τὸν εἰδωλολάτρη ἀξιωματοῦχο Πούπλιο, κατόρθωνε νὰ ἀποφεύγει τὴ μίξη μαζί του προφασιζόμενη, ὅπως τὸ Συναξάριό της ἀναφέρει, ὅτι ἦταν διαρκῶς ἀσθενὴς “νοσεῖν ἀεὶ προφασιζομένη”. Παράλληλα, ἀγνοώντας τὴν εὐγενικὴ καταγωγή της, ἐνδεδυμένη ράκη καὶ συμπεριφερόμενη ὡς γνήσια δούλη τοῦ Χριστοῦ, περιερχόταν τὶς φυλακὲς καὶ ἀφοῦ ἐξαγόραζε μὲ ἀρκετὰ χρήματα τὴν εἴσοδό της σ᾿ αὐτές, προσέφερε κάθε εἴδους ὑπηρεσία προκειμένου νὰ ἀνακουφίσει τοὺς ἐγκλείστους χριστιανούς.
῾Η δράση της αὐτὴ ὅμως ἔγινε γνωστὴ στὸν ἄνδρα της, μὲ ἀποτέλεσμα κατόπιν ἐντολῆς του νὰ φυλακισθεῖ ἡ ᾿Αναστασία σπίτι της. ῾Η θλίψη τῆς ἁγίας ἦταν μεγάλη, ἀφ᾿ ἑνὸς γιατὶ δὲν μποροῦσε πλέον νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες της καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου γιατὶ ἀδυνατοῦσε νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν διδάσκαλό της Χρυσόγονο ποὺ τὴν περίοδο ἐκείνη ἦταν φυλακισμένος, ὕστερα ἀπὸ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ.
᾿Αδυνατώντας λοιπὸν νὰ δεῖ τὸν δάσκαλό της τοῦ ἔστειλε μήνυμα μὲ μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα, νὰ δέεται γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ συζύγου της. ᾿Εκεῖνος τὴν ἐνίσχυσε καὶ τὴν πληροφόρησε γιὰ τὸν ἐπικείμενο θάνατο αὐτοῦ. Πράγματι, πηγαίνοντας ὁ Πούπλιος ὡς πρεσβευτὴς στὴν Περσία, πνίγηκε σὲ ναυάγιο καὶ ἡ ᾿Αναστασία ἔμεινε χήρα, ἐνῶ σύντομα ἐλευθερώθηκε καὶ ἀπὸ τὴν φυλακή της. ᾿Αποκτώντας τὴν ἐλευθερία της συνέχισε, ὅπως πρίν, νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες της στοὺς φυλακισμένους χριστιανούς.
Τὰ χρόνια ἐκεῖνα τοῦ διωγμοῦ ὁ Διοκλητιανὸς βρισκόταν στὴν Νικομήδεια -λαθεμένα τὸ Συναξάριο ἀναφέρει στὴν ᾿Ακηϊλία- καὶ ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν ἐκεῖ τὸ Χρυσόγονο. Στὸ ταξίδι του αὐτὸ τὸν ἀκολούθησε καὶ ἡ ᾿Αναστασία.
Μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα ὁ Χρυσόγονος ἔδωσε μιὰ γενναία ὁμολογία πίστεως, ἀρνήθηκε τὴν ᾿Επαρχία τῆς Ρώμης ποὺ τοῦ προσφέρθηκε ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν μεταστροφή του καὶ τελικὰ καταδικάστηκε σὲ θάνατο δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ.
Τὸ σῶμα του ρίφθηκε σὲ λίμνη πλησίον τοῦ μέρους ὅπου ἔμεναν τρεῖς εὐσεβεῖς ἀδελφές, ἡ ᾿Αγάπη, ἡ Εἰρήνη καὶ ἡ Χιονία, μαζὶ μὲ ἕναν σεβάσμιο πρεσβύτερο, τὸ Ζωΐλο. Αὐτοὶ ἀφοῦ τὸ συνέλεξαν, τοποθέτησαν αὐτὸ σὲ θήκη καὶ τὸ ἔκρυψαν στὸ σπίτι τους.
Σὲ κοινὸ ὅραμά τους ἡ ᾿Αναστασία καὶ ὁ Ζωΐλος εἶδαν τὸν μάρτυρα Χρυσόγονο, ὁ ὁποῖος τοὺς ἀποκάλυψε πὼς οἱ τρεῖς ἀδελφὲς ἐπρόκειτο νὰ βροῦν μαρτυρικὸ τέλος, ἀφοῦ πρῶτα θὰ προετοιμάζονταν κατάλληλα ἀπὸ τὴν ᾿Αναστασία. ῾Ο Ζωΐλος ἐπίσης πῆρε τὴν πληροφορία ὅτι σύντομα θὰ τελείωνε τὴ ζωή του ἐν εἰρήνη.
Πράγματι τά λόγια τοῦ μάρτυρος Χρυσογόνου βγῆκαν ἀληθινά. ῾Ο Διοκλητιανὸς ἔχοντας πληροφορηθεῖ γιὰ τὶς τρεῖς ἀδελφὲς καὶ τὴν ἐνάρετη ζωή τους, διέταξε νὰ συλληφθοῦν καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν μπροστά του. ῞Οταν αὐτὸ ἔγινε, μὲ ἄγριο τρόπο προσπάθησε νὰ τὶς πείσει νὰ ἀλλάξουν τὴν πίστη τους, ὅμως δὲν τὸ κατάφερε. ᾿Επειδὴ λόγω κρατικῶν ὑποθέσεων ἔπρεπε νὰ μεταβεῖ στὴν Μακεδονία, πῆρε τὶς τρεῖς ἀδελφὲς μαζί του καὶ τὶς παρέδωσε στὸν ῎Επαρχο τῆς Θεσσαλονίκης Δουλκίτιο γιὰ νὰ τὶς ἀνακρίνει ἐκεῖνος.
Στὴ Θεσσαλονίκη τὶς ἀκολούθησε καὶ ἡ ᾿Αναστασία ἡ ὁποία μὲ κάθε τρόπο τὶς ἐνθάρρυνε στὴν ἀπόφασή τους νὰ μείνουν σταθερὲς στὴν πίστη τους, μὲ ἀποτέλεσμα τελικὰ νὰ ὁδηγηθοῦν στὸ μαρτύριο. Πράγματι οἱ δύο ἀπὸ τὶς τρεῖς ἀδελφές, ἡ ᾿Αγάπη μὲ τὴ Χιονία, βρῆκαν μαρτυρικὸ τέλος διὰ πυρός, ἐνῶ ἡ Εἰρήνη τὶς ἀκολούθησε στὸ μαρτύριο λίγο ἀργότερα πεθαίοντας διὰ τοξοβολίας. Τὰ λείψανά τους τὰ πῆρε ἡ ᾿Αναστασία καὶ ἀφοῦ ἀπέδωσε τὶς πρέπουσες τιμές, τὰ ἐνεταφίασε. Λίγο ἀργότερα ὁ νέος ῎Επαρχος τῆς Θεσσαλονίκης Σισίνιος φυλάκισε καὶ τὴν ἴδια τὴν ἁγία.
Στὴ διήγηση τοῦ Βίου τῆς ἁγίας γίνεται λόγος καὶ γιὰ μιὰ ἄλλη ὁμάδα μαρτύρων ποὺ συνδέονται ἄμεσα μαζί της. Πρόκειται γιὰ τὴ μάρτυρα Θεοδότη καὶ τὰ τρία παιδιά της, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μᾆς εἶναι γνωστὸ μόνο τὸ ὄνομα τοῦ πρωτότοκου ποὺ εἶναι Εὔοδος. ῾Η Θεοδότη ἦταν μία χήρα ἀπὸ τὴ Βιθυνία, πολὺ εὐσεβὴς χριστιανή, ἡ ὁποία ἀφοῦ συνδέθηκε μὲ τὴν ᾿Αναστασία κατὰ τὴν παραμονὴ τῆς δεύτερης στὴν Νικομήδεια, ἀργότερα τὴν ἀκολούθησε μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της στὴν Μακεδονία. ᾿Εκεῖ ἀντιμετώπισε ἔντονες ἐνοχλήσεις ἀπὸ τὸν εὐγενῆ Λευκάδιο ὁ ὁποῖος λόγω τῆς ὀμορφιᾆς της ἤθελε νὰ τὴν παντρευτεῖ. Φαίνεται πὼς ἡ συνεργασία τῶν δύο γυναικῶν στὶς ἀγαθοεργίες ἦταν ζηλευτὴ καὶ παρεῖχε μεγάλη ἀνακούφιση στοὺς χριστιανούς, “μιᾷ προθυμίᾳ τε καὶ συμπνοίᾳ καὶ ἴσῳ ζήλῳ τὸν συνήθη δρόμον τῆς εὐσεβείας ἔτρεχον, πάντα τοῖς ἐν δημοσίαις φυλακαῖς εἱργομένοις χριστιανοῖς γινόμενοι, τραυμάτων ἰατροί, χορηγοὶ χρημάτων, τῶν τε παρελθόντων δεινῶν παραψυχὴ καὶ πρὸς τὸ μέλλον ἰσχυροτάτη παράκλησις” (PG 116, 592 Βίος ᾿Αναστασίας). Συνέπεσε ὅμως τὴν περίοδο ἐκείνη οἱ φυλακὲς νὰ εἶναι πλήρεις ἀπὸ ἀμετανόητους χριστιανοὺς καὶ νὰ μὴν χωροῦν ἄλλους, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ Διοκλητιανὸς νὰ δώσει διαταγὴ νὰ θανατωθοῦν αὐτοὶ μὲ διαφόρους τρόπους γιὰ νὰ ἀδειάσουν οἱ χῶροι. ῾Η ᾿Αναστασία ἐπισκεπτόμενη τὶς φυλακὲς καὶ βλέποντάς τες ἄδειες ξέσπασε σὲ θρῆνο, γεγονὸς ποὺ ἀποκάλυψε τὴ χριστιανική της ταυτότητα. ῞Οταν δὲ ἔγινε γνωστὴ καὶ ἡ ὑπόλοιπη δράση της, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε μπροστὰ στὸν ῎Επαρχο τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ Φλῶρο, ὅπου ἔδωσε ὁμολογία πίστεως ἀψηφώντας τὶς ἀπειλὲς καὶ τὶς προκλήσεις του γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της.
Μπροστὰ σ᾿ αὐτή της τὴν ἐπιμονὴ ὁ Φλῶρος ἀναγκάστηκε νὰ τὴν στείλει στὸν ᾿Αρχιερέα τοῦ Καπιτωλείου Οὐλπιανό. Τρεῖς μέρες ὁ Οὐλπιανὸς μὲ χίλια δύο τεχνάσματα προσπα¬θοῦσε νὰ πετύχει τὴν μεταστροφὴ καὶ τὴν ἄρνηση τῆς πίστεως τῆς ἁγίας, ὅμως δὲν κατάφερε τίποτε. Καὶ ἐνῶ ἐπεδίωκε τὸ κακὸ αὐτῆς ἔπαθε ὁ ἴδιος κακό· τυφλώθηκε καὶ τελικὰ πέθανε.
᾿Ελεύθερη πιὰ ἡ ᾿Αναστασία πῆγε στὸ μέρος ποὺ βρισκόταν ἡ Θεοδότη μὲ τὰ παιδιά της, τὴ βρῆκε νὰ ἀνθίσταται ἀκόμη στὶς προτάσεις τοῦ Λευκάδιου νὰ τὸν παντρευτεῖ καὶ τὴν ἐνδυνάμωσε ἐξιστορώντας της τὶς ταλαιπωρίες ποὺ ὑπέστη ἡ ἴδια. ῞Οταν ἡ συζήτηση αὐτὴ ἔγινε γνωστὴ στὸν Λευκάδιο ἡ μὲν ᾿Αναστασία φυλακίστηκε ἡ δὲ Θεοδότη, κατ᾿ ἐντολή του, στάλθηκε στὸν ῞Υπατο τῆς Βιθυνίας γιὰ νὰ δικαστεῖ ὡς χριστιανή.
᾿Εκεῖ ἡ Θεοδότη ἀνένδοτη στὶς δελεαστικὲς προτάσεις τοῦ ῾Υπάτου Νικήτιου καὶ ἀνυποχώρητη στὸ θέμα τῆς πίστεώς της, εἶδε τὸν πρωτότοκο υἱό της Εὔοδο νὰ ραβδίζεται, ἀρνούμενος κι αὐτὸς νὰ μεταστραφεῖ, ἐνῶ ἡ ἴδια μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα δύο παιδιὰ δὲν ἄργησε νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὸ μαρτύριο. ᾿Αφοῦ ὁ δήμιος ῾Υρτακὸς δὲν κατάφερε νὰ βλάψει τὴ μάρτυρα καὶ ἕνα ἄγγιγμά του μόνο ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ τὸν ρίξει κάτω αἱμόφυρτο, ὁ ῞Υπατος ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ρί¬χτηκε μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της στὴ φωτιά. ῾Η μνήμη της ἑορτάζεται τὴν ἴδια ἡμέρα μὲ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας.
᾿Εν τῶ μεταξὺ ἡ ἁγία ᾿Αναστασία ἦταν φυλακισμένη, ὅπως τὸ Συναξάριό της μᾆς πληροφορεῖ, ἀπὸ τὸν ῎Επαρχο τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ. ῞Ολες οἱ ἀπειλὲς καὶ οἱ προσπάθειες ποὺ γινόταν ὥστε νὰ μεταπείσουν τὴν ἁγία δὲν ἔφερναν κανένα ἀποτέλεσμα. ῾Η μάρτυς Θεοδότη ἐμφανιζόταν συχνὰ στὴ φυλακὴ καὶ τὴν ἐνεθάρρυνε στὸν ἀγώνα της.
Βλέποντας ὅτι οἱ φυλακίσεις καὶ ἡ στέρηση τῶν ἀναγκαίων ὄχι μόνο δὲν πτοοῦσαν τὴν ἁγία ἀλλὰ τὴν ἔκαναν νὰ φαίνεται “φαιδράν” καὶ “πεπαρρησιασμένην ἢ πρότερον” δόθηκε ἐντολὴ νὰ ριφθεῖ στὴν θάλασσα μαζὶ μὲ πολλοὺς εἰδωλολάτρες κατάδικους καὶ ἕνα χριστιανό, τὸν Εὐτυχιανό. Οὔτε κι αὐτὸ ὅμως εἶχε ἀποτέλεσμα ἀφοῦ ἡ μάρτυς Θεοδότη ἐμφανίστηκε καὶ ὁδήγησε τὸ πλοιάριο μὲ ἀσφάλεια στὴν στεριά.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα οἱ κατάδικοι -ἑκατὸν εἴκοσι τὸν ἀριθμό- νὰ μεταστραφοῦν καὶ νὰ ὁμολογήσουν μὲ παρρησία ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντα τὴν χριστιανικὴ πίστη, δίχως νὰ φοβηθοῦν τὰ ὄργανα βασανισμοῦ ποὺ τοὺς ἔδειχνε καὶ χωρὶς νὰ ἐπιθυμήσει κανεὶς ἀπ᾿ αὐτοὺς τὰ πλούτη ποὺ τοὺς πρότεινε. Μὲ ἐντολὴ τοῦ ἄρχοντα ὅλοι οἱ κατάδικοι ἀποκεφαλίστηκαν, ἐνῶ ἡ ᾿Αναστασία διατάχτηκε νὰ δεθεῖ σὲ πασάλους “πάλοις προσδεθεῖ¬σαν τρισίν” καὶ νὰ παραδοθεῖ στὴν πυρά. ῏Ηταν 22 Δεκεμ¬βρίου. Μιὰ εὐσεβὴς χριστιανή, ἡ ᾿Απολλωνία, καταγόμενη ἀπὸ ἀρχοντικὴ γενιά, ζήτησε καὶ κατόρθωσε νὰ πετύχει διὰ μέσου τῆς γυναίκας τοῦ ᾿Επάρχου νὰ τῆς δοθεῖ τὸ λείψανο. ᾿Αφοῦ τὸ ἐνεταφίασε στὸν κῆπο της, ἀργότερα ἔκτισε πολυτελῆ ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς ἁγίας. Τὸ λείψανο μετὰ ἀπὸ καιρὸ μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ὅπου καὶ κατατέθηκε σὲ μεγαλοπρεπῆ ναό.
Καὶ ἡ Θεσσαλονίκη ὅμως, τὸ μέρος ποὺ γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ ἔδρασε ἡ ἁγία καὶ κατὰ πολλοὺς μαρτύρησε, ἀπὸ πολὺ νωρὶς τὴν τίμησε. ῞Οπως πληροφορούμαστε ἀπὸ τὸ μαρτύριο τῶν ἁγίων δεκαέξι μαρτύρων τῆς Τιβεριουπόλεως (Στρώμνιτσα, 28 Νοεμβρίου), ὑπῆρχε ναὸς στὴ Θεσσαλονίκη ἀφιερωμένος στὴν ῾Αγία, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει σήμερα. Στὰ περίχωρα τῆς πόλης πρὸς τὴ Χαλκιδικὴ καὶ στὸ μέρος ὅπου μαρτύρησε κατὰ τὴν παράδοση ἡ ἁγία Εἰρήνη, (ἡ μία ἀπὸ τὶς τρεῖς ἀδελφές), ἱδρύθηκε ἀπὸ τὴ βασίλισσα Θεοφανὼ τὸν Θ¢ αἰ. (888) μοναστήρι πρὸς τιμὴν τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας. ῾Η μονὴ ὑφίσταται μέχρι σήμερα, εἶναι σταυροπηγιακὴ καὶ πατριαρχική, ἐξαρτώμενη ἀπευθείας ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. ῾Ως πολύτιμο θησαυρὸ ἡ μονὴ φυλάσσει τὴν κάρα καὶ μέρος τοῦ δεξιοῦ ποδιοῦ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας, δῶρο τῆς βασίλισσας ἁγίας Θεοφανοῦς.
Τελειώνοντας ὀφείλουμε νὰ κάνουμε μιὰ μικρὴ ἀναφορὰ στὸ ἐπίθετο “Φαρμακολύτρια”, γιὰ νὰ κατανοήσουμε τοὺς λόγους ποὺ δίδεται στὴν ῾Αγία. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τοὺς ἐρευνητὲς ἡ ῾Αγία ὀνομάζεται ἔτσι, εἴτε γιατὶ ἔχει λάβει ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴ δύναμη νὰ ἐξουδετερώνει τὶς ἄσχημες παρενέργειες τῶν φαρμάκων καὶ δηλητηρίων, εἴτε γιατὶ ἡ ἴδια παρέχει φάρμακα πρὸς ἰατρεῖαν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν ἀσθενειῶν, εἴτε τέλος γιατὶ μεταξὺ τῶν πολλῶν ἰάσεων ποὺ παρέχει, ἔλαβε ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴ χάρη νὰ λύνει τὶς φαρμακεῖες δηλαδὴ τὰ μάγια, γεγονὸς τὸ ὁποῖο συνετέλεσε στὸ νὰ ὀνομάζεται Φαρμακολύτρια.
**********************************************************************************************************************************************************************
ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, μάρτυς (τέλη 3ου/ἀρχὲς 4ου αἰ.)
22/23 Δεκεμβρίου
Σὲ χειρόγραφα συναξάρια καὶ λειτουργικὰ τυπικὰ ἀπαντᾆται στὶς 22 καὶ 23 Δεκεμβρίου ἡ μνήμη τοῦ “Χρυσογόνου ἐπάρχου πόλεως Θεσσαλονίκης”. ῾Ο Χρυσόγονος ταυτίζεται ἀπὸ ὁρισμένους ἐρευνητὲς μὲ τὸ Ρωμαῖο διδάσκαλο τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε ἐπὶ Διοκλητιανοῦ στὴ Νίκαια (BHG 2067), ἐνῶ ὁ Σ. Εὐ¬στρατιάδης ὑποστηρίζει μὲ ἐπιφυλάξεις τὴ διάκριση τῶν δύο ὁμωνύμων ῾Αγίων.
Πρέπει νὰ θεωρηθεῖ πιθανότερη ἡ ταύτιση τῶν δύο προσώπων, ἐφόσον ἀπαντᾆται καὶ ἑορτολογικὴ σύγκλιση στὰ συναξάριά τους. ᾿Επιπλέον, στὰ συναξάρια ὅπου παραδίδεται ἡ μνήμη τοῦ ἐπάρχου τῆς Θεσσαλονίκης Χρυσογόνου, ἀναγράφεται στὴ συνέχεια καὶ ἡ μνήμη τῆς μάρτυρος Θεοδότης “σὺν τρισὶ παιδίοις, ᾿Αγάπης, Εἰρήνης καὶ Χιονίας”, γεγονὸς ποὺ συγκλίνει μὲ τὴν ἀναγραφὴ στὶς 22 Δεκεμβρίου, μαζὶ μὲ τὴ μνήμη τῆς μάρτυρος ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυ¬τρί¬ας, τῶν ὀνομάτων “τῶν σὺν αὐτῇ μαρτύρων Χρυσογόνου, ᾿Αγάπης, Εἰρήνης καὶ Χιονίας, Θεοδότης καὶ τῶν τέκνων αὐτῆς”.
Σημαντικὴ γιὰ τὴν ταύτιση τῶν δύο προσώπων εἶναι ἡ πληροφορία ποὺ λαμβάνουμε ἀπὸ τὸ Συναξάριο τοῦ διδασκάλου τῆς μάρτυρος ᾿Αναστασίας, Χρυσογόνου, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο, ἐνῶ ὁ Διοκλητιανός, εὑρισκόμενος στὴ Νίκαια, διέταξε τὴ θανατικὴ καταδίκη ὅλων τῶν χριστιανῶν ποὺ εἶχαν συλληφθεῖ στὴ Ρώμη, γιὰ τὸ Χρυσόγονο ἔδωσε ἐντολὴ “πρὸς αὐτὸν ἀχθῆναι δέσμιον”. Τὸ στοιχεῖο αὐτό, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅταν ὁ Χρυσόγονος ὁδηγήθηκε στὸν αὐτοκράτορα, ἐκεῖνος τοῦ ὑποσχέθηκε “τὴν ἐπαρχότητα λαβεῖν τῆς Ρώμης”, ἕνα ἀνώτατο δηλ. κρατικὸ ἀξίωμα, ἐὰν θυσίαζε στὰ εἴδωλα, εἶναι δυνατὸ νὰ μᾆς ὁδηγήσει στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Χρυσόγονος ἦταν ἕνας ἐπώνυμος Ρωμαῖος πολίτης, ποὺ κατεῖχε ἤδη κρατικὸ ἀξίωμα, κατὰ πᾆσα πιθανότητα τοῦ ἐπάρχου τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ δέλεαρ λοιπὸν ἦταν ἡ προσφορὰ ἑνὸς ἀξιώματος ἀνωτέρου ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἤδη κατεῖχε, καὶ αὐτὸ ἦταν ἡ θέση τοῦ ἐπάρχου τῆς Ρώμης.
Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ποὺ ὑποφώσκουν στὸ Συναξάριο τοῦ μάρτυρος Χρυσογόνου, ἐνισχύουν ἀκόμη περισσότερο τὴν πιθανότητα ταυτίσεως τῶν δύο ὁμωνύμων ῾Αγίων σὲ ἕνα πρόσωπο, τὸ διδάσκαλο τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ κατεῖχε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπάρχου Θεσσαλονίκης.
**********************************************************************************************************************************************************************
ΕΥΤΥΧΙΑΝΟΣ, μάρτυς
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
28 Δεκεμβρίου
ΣΕΚΟΥΝΔΟΣ, ἀπόστολος ἐκ τῶν Ο’
᾿Αρχαιότερη πηγὴ γνώσεως τοῦ μαθητοῦ τοῦ ἀποστό¬λου Παύλου Σεκούνδου καὶ τῆς δράσεως αὐτοῦ εἶναι οἱ Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων (20, 4). Στὶς Πράξεις ὁ Λουκᾆς ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ Σεκούνδου στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ ἐξιστορεῖται ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀπὸ τὴν Τρίτη ῾Ιεραποστολικὴ Πορεία: “Συνείπετο δὲ αὐτῷ ἄχρι τῆς ᾿Ασίας Σώπατρος Βεροιαῖος, Θεσσαλονικέων δὲ ᾿Αρίσταρχος καὶ Σεκοῦνδος καὶ Γάϊος Δερβαῖος καὶ Τιμόθεος, ᾿Ασιανὸς δὲ Τυχικὸς καὶ Τρόφιμος”.
Γιὰ τὴν καταγωγὴ τοῦ Σεκούνδου ἔχουμε ρητὴ μαρτυρία ἀπὸ τὸ προαναφερθὲν χωρίο τῶν Πράξεων, κατὰ τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζεται Θεσσαλονικεύς, ὅπως καὶ ὁ ᾿Αρίσταρχος. ῾Ο προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου μεταστροφῆς τοῦ Σεκούνδου στὸ Χριστὸ καθίσταται εὔκολος, ἐὰν λάβουμε ὑπόψη μας τὰ ἑξῆς.
῾Ο Σεκοῦνδος βρισκόταν στὴ συνοδεία τοῦ Παύλου κατὰ τὸ ταξίδι του στὰ ῾Ιεροσόλυμα ὡς ἀπεσταλμένος τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Θεσσαλονικέων γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς λογίας. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Σεκοῦνδος ἦταν γνωστὸς μεταξὺ τῶν πιστῶν καὶ ἀπελάμβανε ἐκτιμήσεως ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανοὺς τῆς Θεσσαλονίκης, πρᾆγμα ποὺ προϋπέθετε κάποιο χρονικὸ διάστημα χριστιανικοῦ βίου. ῎Ετσι καταλήγουμε στὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα ὅτι ὁ Σεκοῦνδος ἔγινε χριστιανὸς κατὰ τὴν πρώτη ἐπίσκεψη τοῦ Παύλου στὴ Θεσσαλονίκη, περὶ τὸ 51 μ.Χ. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψη αὐτὴ τοῦ Παύλου, οἱ Θεσσαλονικεῖς τοῦ χάρισαν δύο πολύτιμους συνεργάτες, τὸν ᾿Αρίσταρχο καὶ τὸν Σεκοῦνδο.
Δεδομένου ὅτι ὁ Σεκοῦνδος ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ πίστευσαν στὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου, μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε ἐπίσης πιθανὸν ὅτι ἦταν ᾿Ιουδαῖος ἢ σεβόμενος τὸν Θεό. ῎Ισως ὁ Σεκοῦνδος ἦταν ἀπὸ τοὺς συνεργάτες τοῦ ᾿Ιάσονα, ἐργαζόμενος στὸ ἐργαστήριο ὑφαντουργίας καὶ διαμέσου τοῦ ᾿Ιάσονα γνώρισε τὸν Παῦλο.
῾Ο Σεκοῦνδος μαζὶ μὲ τὸν ᾿Αρίσταρχο βρίσκονταν σὲ συνεχῆ ἐπαφὴ μὲ τὸ διδάσκαλό τους, ὅταν ἐκεῖνος φυλακίστηκε στὴν ῎Εφεσο, προκειμένου νὰ παίρνουν ὁδηγίες γιὰ τὴν καλύτερη ὀργάνωση τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης.
῾Ο Σεκοῦνδος συνόδευσε τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὸ ταξίδι του στὰ ῾Ιεροσόλυμα. Καταρχὴν ἦλθαν ἀπὸ τὴ Μακεδονία διὰ θαλάσσης στὴν Τρωάδα πρὶν ἀπὸ τὸν Παῦλο ὁ Σεκοῦνδος μαζὶ μὲ ἄλλους, ὅπου καὶ τὸν περίμεναν. ῾Ο Παῦλος ἦλθε στὴν Τρωάδα ἀπὸ Φιλίππους καὶ Νεάπολη (Πράξ. 20, 6-38).
Στὴ συνέχεια πραγματοποιήθηκε τὸ ταξίδι τοῦ Παύ¬λου στὰ ῾Ιεροσόλυμα καὶ ἡ φυλάκισή του στὴν Καισάρεια. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ταξιδίου καὶ τῶν γεγονότων ποὺ διέτρεξαν ὁ Σεκοῦνδος βρισκόταν μὲ τὸν διδάσκαλό του, καὶ μόνον ὅταν ὁ Παῦλος ἀνεχώρησε γιὰ τὴ Ρώμη ὁ Σεκοῦνδος ἔμεινε στὴν Καισάρεια. ᾿Απὸ τὰ κείμενα τῆς Κ.Δ. δὲν γνωρίζουμε ἐὰν ὁ Σεκοῦνδος ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη ἢ ἔμεινε στὴν Παλαιστίνη. Οἱ πληροφορίες περὶ Σεκούνδου εἶναι πενιχρές.
Στοὺς Βίους ῾Αγίων τοῦ Μ. Γαλανοῦ (μὴν Δεκέμβριος, σ. 130), ἀναφέρεται μία σύντομη βιογραφία, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Σεκοῦνδος ἔζησε τὸν πρῶτο αἰώνα. ᾿Απεστάλη ἀπὸ τὸν Παῦλο νὰ κηρύξει στὴν ῾Ισπανία στὴν πόλη Κάδικα. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δράσεώς του ἦταν πλούσιο, διότι πολλοὶ πίστευσαν στὸ Χριστὸ συγκινηθέντες ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ τὸ ἔργο του. Τέλος ἐπισφράγισε τὴ ζωή του μὲ μαρτυρικὸ θάνατο. ῾Η μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 28 Δεκεμβρίου.
“Γίνου, Σεκοῦνδε, καὶ σὺ μάρτυς ἐκ ξίφους,
καὶ μαρτύρων κάλλιστα λάμβανε γέρα”.
ΣΕΚΟΥΝΔΟΣ, ἀπόστολος ἐκ τῶν Ο’
᾿Αρχαιότερη πηγὴ γνώσεως τοῦ μαθητοῦ τοῦ ἀποστό¬λου Παύλου Σεκούνδου καὶ τῆς δράσεως αὐτοῦ εἶναι οἱ Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων (20, 4). Στὶς Πράξεις ὁ Λουκᾆς ἀναφέρει τὸ ὄνομα τοῦ Σεκούνδου στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ ἐξιστορεῖται ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀπὸ τὴν Τρίτη ῾Ιεραποστολικὴ Πορεία: “Συνείπετο δὲ αὐτῷ ἄχρι τῆς ᾿Ασίας Σώπατρος Βεροιαῖος, Θεσσαλονικέων δὲ ᾿Αρίσταρχος καὶ Σεκοῦνδος καὶ Γάϊος Δερβαῖος καὶ Τιμόθεος, ᾿Ασιανὸς δὲ Τυχικὸς καὶ Τρόφιμος”.
Γιὰ τὴν καταγωγὴ τοῦ Σεκούνδου ἔχουμε ρητὴ μαρτυρία ἀπὸ τὸ προαναφερθὲν χωρίο τῶν Πράξεων, κατὰ τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζεται Θεσσαλονικεύς, ὅπως καὶ ὁ ᾿Αρίσταρχος. ῾Ο προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου μεταστροφῆς τοῦ Σεκούνδου στὸ Χριστὸ καθίσταται εὔκολος, ἐὰν λάβουμε ὑπόψη μας τὰ ἑξῆς.
῾Ο Σεκοῦνδος βρισκόταν στὴ συνοδεία τοῦ Παύλου κατὰ τὸ ταξίδι του στὰ ῾Ιεροσόλυμα ὡς ἀπεσταλμένος τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Θεσσαλονικέων γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς λογίας. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Σεκοῦνδος ἦταν γνωστὸς μεταξὺ τῶν πιστῶν καὶ ἀπελάμβανε ἐκτιμήσεως ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανοὺς τῆς Θεσσαλονίκης, πρᾆγμα ποὺ προϋπέθετε κάποιο χρονικὸ διάστημα χριστιανικοῦ βίου. ῎Ετσι καταλήγουμε στὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα ὅτι ὁ Σεκοῦνδος ἔγινε χριστιανὸς κατὰ τὴν πρώτη ἐπίσκεψη τοῦ Παύλου στὴ Θεσσαλονίκη, περὶ τὸ 51 μ.Χ. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψη αὐτὴ τοῦ Παύλου, οἱ Θεσσαλονικεῖς τοῦ χάρισαν δύο πολύτιμους συνεργάτες, τὸν ᾿Αρίσταρχο καὶ τὸν Σεκοῦνδο.
Δεδομένου ὅτι ὁ Σεκοῦνδος ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ πίστευσαν στὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου, μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε ἐπίσης πιθανὸν ὅτι ἦταν ᾿Ιουδαῖος ἢ σεβόμενος τὸν Θεό. ῎Ισως ὁ Σεκοῦνδος ἦταν ἀπὸ τοὺς συνεργάτες τοῦ ᾿Ιάσονα, ἐργαζόμενος στὸ ἐργαστήριο ὑφαντουργίας καὶ διαμέσου τοῦ ᾿Ιάσονα γνώρισε τὸν Παῦλο.
῾Ο Σεκοῦνδος μαζὶ μὲ τὸν ᾿Αρίσταρχο βρίσκονταν σὲ συνεχῆ ἐπαφὴ μὲ τὸ διδάσκαλό τους, ὅταν ἐκεῖνος φυλακίστηκε στὴν ῎Εφεσο, προκειμένου νὰ παίρνουν ὁδηγίες γιὰ τὴν καλύτερη ὀργάνωση τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης.
῾Ο Σεκοῦνδος συνόδευσε τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὸ ταξίδι του στὰ ῾Ιεροσόλυμα. Καταρχὴν ἦλθαν ἀπὸ τὴ Μακεδονία διὰ θαλάσσης στὴν Τρωάδα πρὶν ἀπὸ τὸν Παῦλο ὁ Σεκοῦνδος μαζὶ μὲ ἄλλους, ὅπου καὶ τὸν περίμεναν. ῾Ο Παῦλος ἦλθε στὴν Τρωάδα ἀπὸ Φιλίππους καὶ Νεάπολη (Πράξ. 20, 6-38).
Στὴ συνέχεια πραγματοποιήθηκε τὸ ταξίδι τοῦ Παύ¬λου στὰ ῾Ιεροσόλυμα καὶ ἡ φυλάκισή του στὴν Καισάρεια. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ταξιδίου καὶ τῶν γεγονότων ποὺ διέτρεξαν ὁ Σεκοῦνδος βρισκόταν μὲ τὸν διδάσκαλό του, καὶ μόνον ὅταν ὁ Παῦλος ἀνεχώρησε γιὰ τὴ Ρώμη ὁ Σεκοῦνδος ἔμεινε στὴν Καισάρεια. ᾿Απὸ τὰ κείμενα τῆς Κ.Δ. δὲν γνωρίζουμε ἐὰν ὁ Σεκοῦνδος ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη ἢ ἔμεινε στὴν Παλαιστίνη. Οἱ πληροφορίες περὶ Σεκούνδου εἶναι πενιχρές.
Στοὺς Βίους ῾Αγίων τοῦ Μ. Γαλανοῦ (μὴν Δεκέμβριος, σ. 130), ἀναφέρεται μία σύντομη βιογραφία, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Σεκοῦνδος ἔζησε τὸν πρῶτο αἰώνα. ᾿Απεστάλη ἀπὸ τὸν Παῦλο νὰ κηρύξει στὴν ῾Ισπανία στὴν πόλη Κάδικα. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δράσεώς του ἦταν πλούσιο, διότι πολλοὶ πίστευσαν στὸ Χριστὸ συγκινηθέντες ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ τὸ ἔργο του. Τέλος ἐπισφράγισε τὴ ζωή του μὲ μαρτυρικὸ θάνατο. ῾Η μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 28 Δεκεμβρίου.
“Γίνου, Σεκοῦνδε, καὶ σὺ μάρτυς ἐκ ξίφους,
καὶ μαρτύρων κάλλιστα λάμβανε γέρα”.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
- marinam
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1018
- Εγγραφή: Δευ Νοέμ 08, 2010 3:47 pm
- Τοποθεσία: ΕΝ ΙΩΑΝΝΙΝΟΙΣ
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Πωλινάκι τέλειο, σε ευχαριστόυμε, καιρό έχω επίσης να σου γράψω και μαιλ. ελπίζω να είσαι καλά, και Χρόνια Πολλά για τις μέρες ετούτες τις Άγιες.

Μὴ χωρίσεις μὲ τῆς δόξης τῶν μαρτύρων σου γλυκύτατε Ἰησοῦ ὅτι τέτρωμαι τῆς σῆς ἀγάπης ἐγώ ἀλλὰ ἐνίσχυσον μὲ διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος, Χριστέ * Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος * Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Μαρίνα μου την Μητρόπολη Θεσσαλονίκης να ευχαριστείς που έκανε μια πολύ καλή δουλειά με πολλά στοιχεία για τους γνωστούς και αγνώστους αγίους της πόλης.
Χρόνια Πολλά!
Χρόνια Πολλά!
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
-
konstantinoupolitis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1080
- Εγγραφή: Τετ Ιαν 17, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: Μακεδονία
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Φαρμακεία είναι η μαγεία και φαρμακολύτρια σημαίνει πως το λείψανο της Αγίας, προφανώς όταν μετεφέρθη στην Ανατολή απο τη Ρώμη, γιατί στην Ρώμη δεν είχε τέτοια φήμη η Αγία η μνεία σχετική του λειψάνου της, απέκτησε χάρι απέναντι σε εν φαρμακεία θύματα και δαιμονισμένους.
Καλό είναι για την Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, να τιμά τους Αγίους όπως πρέπει με την ανέγερση Μαρτυριακών Ναών στην πόλη και όχι να δίνει σε κάθε ναό που πλέον με κόπο χτίζεται ελλείψει οικοπέδων την αφιέρωση άσχετων ονομασιών με την πόλη. Ελάχιστοι εκ των Αγίων της Θεσσαλονίκης ευτύχησαν να έχουν ναό στο όνομά τους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις λείπει και η ενθύμηση απλώς της ιστορικής μνήμης. Ποιός γνωρίζε άραγε το ομαδικό μαρτύριο που συνέβη στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας στον Άγιο Αθανάσιο της οδού Εγνατίας, ότι κακώς χτίστηκε ναός της Παναγίας Δεξιάς αφού υπήρχε εκεί ο ιστορικός Άγιος Υπάτιος και πολλά άλλα....
Όπου και να ταξιδέψουμε η Ελλάδα μας πληγώνει...
Καλό είναι για την Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, να τιμά τους Αγίους όπως πρέπει με την ανέγερση Μαρτυριακών Ναών στην πόλη και όχι να δίνει σε κάθε ναό που πλέον με κόπο χτίζεται ελλείψει οικοπέδων την αφιέρωση άσχετων ονομασιών με την πόλη. Ελάχιστοι εκ των Αγίων της Θεσσαλονίκης ευτύχησαν να έχουν ναό στο όνομά τους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις λείπει και η ενθύμηση απλώς της ιστορικής μνήμης. Ποιός γνωρίζε άραγε το ομαδικό μαρτύριο που συνέβη στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας στον Άγιο Αθανάσιο της οδού Εγνατίας, ότι κακώς χτίστηκε ναός της Παναγίας Δεξιάς αφού υπήρχε εκεί ο ιστορικός Άγιος Υπάτιος και πολλά άλλα....
Όπου και να ταξιδέψουμε η Ελλάδα μας πληγώνει...
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Κωνσταντινοπολίτη συμφωνώ μαζί σου.
4 ναοί αφιερωμένοι σε Θεσσαλονικείς Αγίους, εκ των οποίων οι δύο έγιναν με πολύ κόπο από τον προηγούμενο Μητροπολίτη, ένα μοναστήρι και κάποια παρεκκλήσια.
Δυστυχώς κι ένας ναός που χτίστηκε πολύ πρόσφατα αφιερώθηκε σε τοπική αγία άλλης περιοχής. Δεν λέω να μην τιμάμε άλλους αγίους, αλλά έχουμε και τοπικούς αγίους να τιμήσουμε και δεν τους γνωρίζουμε...
4 ναοί αφιερωμένοι σε Θεσσαλονικείς Αγίους, εκ των οποίων οι δύο έγιναν με πολύ κόπο από τον προηγούμενο Μητροπολίτη, ένα μοναστήρι και κάποια παρεκκλήσια.
Δυστυχώς κι ένας ναός που χτίστηκε πολύ πρόσφατα αφιερώθηκε σε τοπική αγία άλλης περιοχής. Δεν λέω να μην τιμάμε άλλους αγίους, αλλά έχουμε και τοπικούς αγίους να τιμήσουμε και δεν τους γνωρίζουμε...
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
- marinam
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1018
- Εγγραφή: Δευ Νοέμ 08, 2010 3:47 pm
- Τοποθεσία: ΕΝ ΙΩΑΝΝΙΝΟΙΣ
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δυστυχώς δεν μπορώ να πω το ίδιο για την δικιά μου Ιερά Μητρόπολη. Μακάρι με τον καιρό να δημιουργήσουν ένα site. Απορώ γιατι δεν το έχουν κάνει ακόμα.polina έγραψε:Μαρίνα μου την Μητρόπολη Θεσσαλονίκης να ευχαριστείς που έκανε μια πολύ καλή δουλειά με πολλά στοιχεία για τους γνωστούς και αγνώστους αγίους της πόλης.
Χρόνια Πολλά!
Μὴ χωρίσεις μὲ τῆς δόξης τῶν μαρτύρων σου γλυκύτατε Ἰησοῦ ὅτι τέτρωμαι τῆς σῆς ἀγάπης ἐγώ ἀλλὰ ἐνίσχυσον μὲ διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος, Χριστέ * Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος * Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
30 Δεκεμβρίου
ΑΝΥΣΙΑ, μάρτυς ἐπὶ Μαξιμιανοῦ
Μία ἀπὸ τὶς πιὸ συμπαθεῖς καὶ ἀγαπημένες μάρτυρες τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ ἁγία ᾿Ανυσία, μαρτυρήσασα περὶ τὰ τέλη τοῦ 3ου μ.Χ. αἰ. ἐπὶ Μαξιμιανοῦ. Καταγόταν ἀπὸ πλούσια καὶ εὐγενῆ οἰκογένεια τῆς Θεσσαλονίκης· οἱ γονεῖς της φρόντισαν ἀπὸ μικρὴ νὰ τὴν γαλουχήσουν στὴν εὐσέβεια καὶ νὰ τὴν ἀφιερώσουν στὸ Θεό. Γιὰ τὴν ᾿Ανυσία ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος ἦταν ὁ οὐράνιος νυμφίος της, ὁ Χριστός.
῎Ετσι, ὅταν σὲ νεαρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανή, ἀποφάσισε νὰ διαμοιράσει τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ ἀφιερώσει τὴ ζωή της στὴν προσφορὰ πρὸς τοὺς συμπολίτες της, μὲ τὴν ἐπίσκεψη τῶν φυλακισμένων καὶ τὴν περιποίηση τῶν ἀρρώστων. Γιὰ τὸν ἑαυτό της κράτησε μόνο ἕνα μικρὸ δωμάτιο, ὅπου ἐργαζόταν ταῖς ἰδίαις χερσὶ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴ διατροφή της. ῾Η ἁγία ᾿Ανυσία ἦταν ἄνθρωπος δακρύων, νηστείας καὶ ἀσκήσεως. ῾Ο πόθος της καὶ ἡ προσευχή της ἦταν νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸ Χριστό, καὶ ὁ Κύριός της τῆς χάρισε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Ξεκίνησε μία Κυριακὴ γιὰ νὰ πάει στὴν ἐκκλησία, καὶ περνώντας ἀπὸ τὴν Κασσανδρεωτικὴ πύλη, κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, ποὺ ρώτησε καὶ ἔμαθε ὅτι κατάγεται ἀπὸ εὐγενῆ οἰκογένεια καὶ ἀνήκει στὴν μερίδα τῶν Χριστιανῶν, θέλησε νὰ τὴν ὑποχρεώσει νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα· ἡ ἁγία ᾿Ανυσία ἀρνήθηκε· ὄχι μόνο δὲν ὑπάκουσε, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔφτυσε στὸ πρόσωπο. Τότε ὁ στρατιώτης ὀργισμένος τὴν ἀπέκτεινε διὰ ξίφους.
Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ ἀρχιδιακόνου Γρηγορίου ποὺ συνέγραψε τὸ Μαρτύριό της, οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ σκήνωμά της καὶ τὸ ἔθαψαν “ἔξω τῆς Κασσανδριωτικῆς πύλης, ὡς ἀπὸ σταδίων δύο, ἐξ ἀριστερᾆς τῆς λεωφόρου” καὶ ἀνήγειραν πρὸς τιμήν της ἐκκλησία. Πρόσφατα, προτάθηκε ἡ ταύτιση τῆς παλαιοχριστιανικῆς βασιλικῆς ποὺ ἐντοπίσθηκε στὴν ὁδὸ Γ¢ Σεπτεμβρίου, μὲ τὸ ναὸ τῆς ἁγίας ᾿Ανυσίας, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ ταυτίζεται καὶ μὲ τὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Ανυσίας, ποὺ μνημονεύεται σὲ ἀθωνικὰ ὑστεροβυζαντινὰ ἔγγραφα. ῾Η μνήμη τῆς μάρτυρος ἑορτάζεται τὴν 30ὴ Δεκεμβρίου.
ΑΝΥΣΙΟΣ, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (383/4-406/7)
Ο ἅγιος Ανύσιος ὑπῆρξε μαθητής, συνεργάτης καὶ διάδοχος τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης ἁγίου ᾿Α(σ)χολίου (βλ. λῆμμα) στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 383/4.
Μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν ᾿Ανύσιο, στὶς 11 Δεκεμβρίου 384, ὁ πάπας Δάμασος τὸν ἐγκαθιστοῦσε βικάριό του στὸ ᾿Ιλλυρικό. ῾Ο τίτλος τοῦ παπικοῦ βικαρίου τοῦ ἀποδίδεται καὶ ἀπὸ τὸν πάπα Σιρίκιο (384-398), σὲ ἐπιστολή του -τὴν παλαιότερη τῆς “Συλλογῆς Θεσσαλονίκης”-, στὴν ὁποία ὑποστηρίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τελοῦνται ἐπισκοπικὲς χειροτονίες στὴν ἐπαρχία τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ χωρὶς τὴ συγκατάθεση τοῦ ᾿Ανυσίου. Τὸ θεσμὸ τοῦ Βικαριάτου ἐπικυρώνουν μὲ ἐπιστολές τους πρὸς τὸν ᾿Ανύσιο καὶ οἱ πάπες ᾿Αναστάσιος (398-401) καὶ ᾿Ιννοκέντιος Α¢ (402-417). ῾Ο δεύτερος, μὲ ἐπιστολή του τὸ ἔτος 402 παρέχει στὸν ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης ᾿Ανύσιο τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχει ὅλες τὶς ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ καὶ ὄχι μόνο τὶς ἐπισκοπικὲς χειροτονίες. ῾Η σύνοδος τῆς Καπούης ἀνέθεσε τὸ Δεκέμβριο τοῦ 391 σὲ σύνοδο ἐπισκόπων τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ᾿Ανυσίου καὶ τὴν ἐξέταση τῆς αἱρέσεως τοῦ ἐπισκόπου Σαρδικῆς Βονόσου, ὁ ὁποῖος ἀρνοῦνταν τὸ ἀειπάρθενο τῆς Θεοτόκου. ῾Ο ᾿Ανύσιος διατηροῦσε ἐπίσης ἀλληλογραφία καὶ μὲ τὸν ἅγιο ᾿Αμβρόσιο, ἐπίσκοπο Μεδιολάνων, ἀπ᾿ ὅπου ἀντλοῦμε καὶ ἀρκετὲς πληροφορίες γιὰ τὸν διδάσκαλο τοῦ ᾿Ανυσίου, ἐπίσκοπο ᾿Αχόλιο.
῾Ο ᾿Ανύσιος ὑπερασπίσθηκε σθεναρὰ τὴν ἀθωότητα τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὅπως μαρτυρεῖται καὶ σὲ ἀρκετοὺς Βίους του (Παλλάδιος, Γεώργιος ᾿Αλεξανδρείας, Βίος σύντομος). Μετὰ τὴν καθαίρεση τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ᾿Ανύσιος ἀπέστειλε ἐπιστολὴ στὸν πάπα ᾿Ιννοκέντιο Α¢, τὴν ὁποία προσκόμισε στὴ Ρώμη ὁ ἐπίσκοπος ᾿Απαμείας Εὐλύσιος: “Εὐλύσιος δὲ ᾿Απαμείας τῆς Βιθυνίας ἐπίσκοπος παραγέγονε καὶ αὐτὸς ἐν ῾Ρώμῃ ἐπιδιδοὺς γράμματα δεκαπέντε ἐπισκόπων τῆς συνόδου ᾿Ιωάννου καὶ τοῦ καλογήρου ᾿Ανυσίου τοῦ τῆς Θεσσαλονίκης ἐπισκόπου γραφέντα πρὸς τὸν αὐτὸν πάπαν” (Γεωργίου ᾿Αλεξανδρείας, Βίος Χρυσοστόμου 65).
Στὸ ἴδιο ζήτημα ἀναφερόταν ἐπιστολὴ τοῦ πάπα ᾿Ιννοκεντίου, τὴν ὁποία ὡστόσο δὲν κατέστη δυνατὸ νὰ λάβει ὁ ᾿Ανύσιος, διότι οἱ κομιστές της ἐπίσκοποι ἐμποδίσθηκαν σκόπιμα ἀπὸ κάποιο χιλίαρχο νὰ καταπλεύσουν στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ τὴν παραδώσουν στὸν ᾿Ανύσιο (“ὃς ἐξαυτῆς συζεύξας αὐτοῖς ἑκατοντάρχην ἕνα οὐ συνεχώρησεν αὐτοὺς παραβαλεῖν τῇ Θεσσαλονίκῃ· ἐκεῖ γὰρ ἦν αὐτῶν ὁ σκοπός, πρῶτον ἀποδοῦναι τὰ γράμματα ᾿Ανυσίῳ τῷ ἐπισκόπῳ”).
᾿Εξαιρετικὰ σημαντικὲς εἶναι δύο ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ πρώτη ἀπευθυνόμενη προσωπικὰ στὸν ἐπίσκοπο ᾿Ανύσιο, ἐνῶ ἡ δεύτερη στὸν ᾿Ανύσιο καὶ σὲ δέκα ἀκόμη ἐπισκόπους τῆς Μακεδονίας. Στὴν πρώτη ἐπιστολή, ποὺ χρονολογεῖται περὶ τὸ 406 καὶ γράφηκε στὴν ἐξορία, ὁ ἱερὸς πατὴρ εὐχαριστεῖ τὸν ᾿Ανύσιο γιὰ τὸ σημαντικὸ ρόλο ποὺ διεδραμάτισε ὑπὲρ τῆς δικαιώσεώς του (“χάριτας πολλὰς ὁμολογοῦντές σου τῇ εὐλαβείᾳ ὑπὲρ τῆς ἐνστάσεως, καὶ τῆς ἀνδρείας τῆς ὑπὲρ τῶν ᾿Εκκλησιῶν”) καὶ τὸν προτρέπει νὰ συνεχίσει ἄοκνα τὶς προσπάθειές του γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων: “μὴ ἀπο¬άμῃς τὰ συντελοῦντα τῇ κοινῇ διορθώσει τῶν ᾿Εκκλησιῶν ποιῶν καὶ πραγματευόμενος”. Στὴ δεύτερη ἐπιστολή, ποὺ γράφηκε τὸ ἴδιο ἔτος, ὁ Χρυσόστομος εὐχαριστεῖ ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸν ᾿Ανύσιο καὶ ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους ἐπισκόπους τῆς Μακεδονίας γιὰ τὶς ἀδιάκοπες ἐνέργειές τους γιὰ τὴ δικαίωσή του καὶ τὴν ἀμέριστη συμπαράστασή τους.
῾Η ἀρχιερατεία τοῦ ᾿Ανυσίου ἔληξε μὲ τὸ θάνατό του περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 406 ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 407. Στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης τὸν διαδέχθηκε μία ἄλλη σημαίνουσα προσωπικότητα, ὁ Ροῦφος.
῾Η μνήμη τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Ανυσίου ἀνα¬ράφεται στὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο στὶς 30 Δεκεμβρίου, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία τιμᾆται καὶ ἡ μνήμη τῆς μάρτυρος ᾿Ανυσίας.
ΑΝΥΣΙΑ, μάρτυς ἐπὶ Μαξιμιανοῦ
Μία ἀπὸ τὶς πιὸ συμπαθεῖς καὶ ἀγαπημένες μάρτυρες τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ ἁγία ᾿Ανυσία, μαρτυρήσασα περὶ τὰ τέλη τοῦ 3ου μ.Χ. αἰ. ἐπὶ Μαξιμιανοῦ. Καταγόταν ἀπὸ πλούσια καὶ εὐγενῆ οἰκογένεια τῆς Θεσσαλονίκης· οἱ γονεῖς της φρόντισαν ἀπὸ μικρὴ νὰ τὴν γαλουχήσουν στὴν εὐσέβεια καὶ νὰ τὴν ἀφιερώσουν στὸ Θεό. Γιὰ τὴν ᾿Ανυσία ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος ἦταν ὁ οὐράνιος νυμφίος της, ὁ Χριστός.
῎Ετσι, ὅταν σὲ νεαρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανή, ἀποφάσισε νὰ διαμοιράσει τὴν περιουσία της στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ ἀφιερώσει τὴ ζωή της στὴν προσφορὰ πρὸς τοὺς συμπολίτες της, μὲ τὴν ἐπίσκεψη τῶν φυλακισμένων καὶ τὴν περιποίηση τῶν ἀρρώστων. Γιὰ τὸν ἑαυτό της κράτησε μόνο ἕνα μικρὸ δωμάτιο, ὅπου ἐργαζόταν ταῖς ἰδίαις χερσὶ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴ διατροφή της. ῾Η ἁγία ᾿Ανυσία ἦταν ἄνθρωπος δακρύων, νηστείας καὶ ἀσκήσεως. ῾Ο πόθος της καὶ ἡ προσευχή της ἦταν νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸ Χριστό, καὶ ὁ Κύριός της τῆς χάρισε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Ξεκίνησε μία Κυριακὴ γιὰ νὰ πάει στὴν ἐκκλησία, καὶ περνώντας ἀπὸ τὴν Κασσανδρεωτικὴ πύλη, κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, ποὺ ρώτησε καὶ ἔμαθε ὅτι κατάγεται ἀπὸ εὐγενῆ οἰκογένεια καὶ ἀνήκει στὴν μερίδα τῶν Χριστιανῶν, θέλησε νὰ τὴν ὑποχρεώσει νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα· ἡ ἁγία ᾿Ανυσία ἀρνήθηκε· ὄχι μόνο δὲν ὑπάκουσε, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔφτυσε στὸ πρόσωπο. Τότε ὁ στρατιώτης ὀργισμένος τὴν ἀπέκτεινε διὰ ξίφους.
Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ ἀρχιδιακόνου Γρηγορίου ποὺ συνέγραψε τὸ Μαρτύριό της, οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ σκήνωμά της καὶ τὸ ἔθαψαν “ἔξω τῆς Κασσανδριωτικῆς πύλης, ὡς ἀπὸ σταδίων δύο, ἐξ ἀριστερᾆς τῆς λεωφόρου” καὶ ἀνήγειραν πρὸς τιμήν της ἐκκλησία. Πρόσφατα, προτάθηκε ἡ ταύτιση τῆς παλαιοχριστιανικῆς βασιλικῆς ποὺ ἐντοπίσθηκε στὴν ὁδὸ Γ¢ Σεπτεμβρίου, μὲ τὸ ναὸ τῆς ἁγίας ᾿Ανυσίας, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ ταυτίζεται καὶ μὲ τὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Ανυσίας, ποὺ μνημονεύεται σὲ ἀθωνικὰ ὑστεροβυζαντινὰ ἔγγραφα. ῾Η μνήμη τῆς μάρτυρος ἑορτάζεται τὴν 30ὴ Δεκεμβρίου.
ΑΝΥΣΙΟΣ, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (383/4-406/7)
Ο ἅγιος Ανύσιος ὑπῆρξε μαθητής, συνεργάτης καὶ διάδοχος τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης ἁγίου ᾿Α(σ)χολίου (βλ. λῆμμα) στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 383/4.
Μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν ᾿Ανύσιο, στὶς 11 Δεκεμβρίου 384, ὁ πάπας Δάμασος τὸν ἐγκαθιστοῦσε βικάριό του στὸ ᾿Ιλλυρικό. ῾Ο τίτλος τοῦ παπικοῦ βικαρίου τοῦ ἀποδίδεται καὶ ἀπὸ τὸν πάπα Σιρίκιο (384-398), σὲ ἐπιστολή του -τὴν παλαιότερη τῆς “Συλλογῆς Θεσσαλονίκης”-, στὴν ὁποία ὑποστηρίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τελοῦνται ἐπισκοπικὲς χειροτονίες στὴν ἐπαρχία τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ χωρὶς τὴ συγκατάθεση τοῦ ᾿Ανυσίου. Τὸ θεσμὸ τοῦ Βικαριάτου ἐπικυρώνουν μὲ ἐπιστολές τους πρὸς τὸν ᾿Ανύσιο καὶ οἱ πάπες ᾿Αναστάσιος (398-401) καὶ ᾿Ιννοκέντιος Α¢ (402-417). ῾Ο δεύτερος, μὲ ἐπιστολή του τὸ ἔτος 402 παρέχει στὸν ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης ᾿Ανύσιο τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχει ὅλες τὶς ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ καὶ ὄχι μόνο τὶς ἐπισκοπικὲς χειροτονίες. ῾Η σύνοδος τῆς Καπούης ἀνέθεσε τὸ Δεκέμβριο τοῦ 391 σὲ σύνοδο ἐπισκόπων τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ᾿Ανυσίου καὶ τὴν ἐξέταση τῆς αἱρέσεως τοῦ ἐπισκόπου Σαρδικῆς Βονόσου, ὁ ὁποῖος ἀρνοῦνταν τὸ ἀειπάρθενο τῆς Θεοτόκου. ῾Ο ᾿Ανύσιος διατηροῦσε ἐπίσης ἀλληλογραφία καὶ μὲ τὸν ἅγιο ᾿Αμβρόσιο, ἐπίσκοπο Μεδιολάνων, ἀπ᾿ ὅπου ἀντλοῦμε καὶ ἀρκετὲς πληροφορίες γιὰ τὸν διδάσκαλο τοῦ ᾿Ανυσίου, ἐπίσκοπο ᾿Αχόλιο.
῾Ο ᾿Ανύσιος ὑπερασπίσθηκε σθεναρὰ τὴν ἀθωότητα τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὅπως μαρτυρεῖται καὶ σὲ ἀρκετοὺς Βίους του (Παλλάδιος, Γεώργιος ᾿Αλεξανδρείας, Βίος σύντομος). Μετὰ τὴν καθαίρεση τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ᾿Ανύσιος ἀπέστειλε ἐπιστολὴ στὸν πάπα ᾿Ιννοκέντιο Α¢, τὴν ὁποία προσκόμισε στὴ Ρώμη ὁ ἐπίσκοπος ᾿Απαμείας Εὐλύσιος: “Εὐλύσιος δὲ ᾿Απαμείας τῆς Βιθυνίας ἐπίσκοπος παραγέγονε καὶ αὐτὸς ἐν ῾Ρώμῃ ἐπιδιδοὺς γράμματα δεκαπέντε ἐπισκόπων τῆς συνόδου ᾿Ιωάννου καὶ τοῦ καλογήρου ᾿Ανυσίου τοῦ τῆς Θεσσαλονίκης ἐπισκόπου γραφέντα πρὸς τὸν αὐτὸν πάπαν” (Γεωργίου ᾿Αλεξανδρείας, Βίος Χρυσοστόμου 65).
Στὸ ἴδιο ζήτημα ἀναφερόταν ἐπιστολὴ τοῦ πάπα ᾿Ιννοκεντίου, τὴν ὁποία ὡστόσο δὲν κατέστη δυνατὸ νὰ λάβει ὁ ᾿Ανύσιος, διότι οἱ κομιστές της ἐπίσκοποι ἐμποδίσθηκαν σκόπιμα ἀπὸ κάποιο χιλίαρχο νὰ καταπλεύσουν στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ τὴν παραδώσουν στὸν ᾿Ανύσιο (“ὃς ἐξαυτῆς συζεύξας αὐτοῖς ἑκατοντάρχην ἕνα οὐ συνεχώρησεν αὐτοὺς παραβαλεῖν τῇ Θεσσαλονίκῃ· ἐκεῖ γὰρ ἦν αὐτῶν ὁ σκοπός, πρῶτον ἀποδοῦναι τὰ γράμματα ᾿Ανυσίῳ τῷ ἐπισκόπῳ”).
᾿Εξαιρετικὰ σημαντικὲς εἶναι δύο ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ πρώτη ἀπευθυνόμενη προσωπικὰ στὸν ἐπίσκοπο ᾿Ανύσιο, ἐνῶ ἡ δεύτερη στὸν ᾿Ανύσιο καὶ σὲ δέκα ἀκόμη ἐπισκόπους τῆς Μακεδονίας. Στὴν πρώτη ἐπιστολή, ποὺ χρονολογεῖται περὶ τὸ 406 καὶ γράφηκε στὴν ἐξορία, ὁ ἱερὸς πατὴρ εὐχαριστεῖ τὸν ᾿Ανύσιο γιὰ τὸ σημαντικὸ ρόλο ποὺ διεδραμάτισε ὑπὲρ τῆς δικαιώσεώς του (“χάριτας πολλὰς ὁμολογοῦντές σου τῇ εὐλαβείᾳ ὑπὲρ τῆς ἐνστάσεως, καὶ τῆς ἀνδρείας τῆς ὑπὲρ τῶν ᾿Εκκλησιῶν”) καὶ τὸν προτρέπει νὰ συνεχίσει ἄοκνα τὶς προσπάθειές του γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων: “μὴ ἀπο¬άμῃς τὰ συντελοῦντα τῇ κοινῇ διορθώσει τῶν ᾿Εκκλησιῶν ποιῶν καὶ πραγματευόμενος”. Στὴ δεύτερη ἐπιστολή, ποὺ γράφηκε τὸ ἴδιο ἔτος, ὁ Χρυσόστομος εὐχαριστεῖ ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸν ᾿Ανύσιο καὶ ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους ἐπισκόπους τῆς Μακεδονίας γιὰ τὶς ἀδιάκοπες ἐνέργειές τους γιὰ τὴ δικαίωσή του καὶ τὴν ἀμέριστη συμπαράστασή τους.
῾Η ἀρχιερατεία τοῦ ᾿Ανυσίου ἔληξε μὲ τὸ θάνατό του περὶ τὰ τέλη τοῦ ἔτους 406 ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 407. Στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης τὸν διαδέχθηκε μία ἄλλη σημαίνουσα προσωπικότητα, ὁ Ροῦφος.
῾Η μνήμη τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Ανυσίου ἀνα¬ράφεται στὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο στὶς 30 Δεκεμβρίου, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία τιμᾆται καὶ ἡ μνήμη τῆς μάρτυρος ᾿Ανυσίας.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
30 Δεκεμβρίου/14 Νοεμβρίου
ΦΑΝΤΙΝΟΣ ὁ ΝΕΟΣ (902-974)
Μέγας ἀσκητής, ὅσιος
᾿Επειδὴ ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Φαντίνου, ποὺ σώζεται στὸν κώδικα 478 τοῦ ῾Ιστορικοῦ Μουσείου τῆς Μόσχας, ἔχει μόλις προσφάτως ἐκδοθῆ καὶ ἕως τὶς ἡμέρες μας δὲν εἶχε κἂν μελετηθῆ, παρατη¬ροῦνταν κάποια σύγχυσις στοὺς μελετητὰς περὶ τῶν προσώ¬πων ποὺ φέρουν αὐτὸ τὸ ὄνομα. Πράγματι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν παλαιὸ Φαντῖνο, τὸν θαυματουργό, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ταυριανὴ τῆς Καλαβρίας, ἀναφέρονται τέσσερα ἄλλα πρόσωπα ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν ἴδια περιοχὴ καὶ ἔζησαν τὸν 10ο αἰῶνα: 1) ὁ Φαντῖνος, διδάσκαλος τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Κρυπτοφέρρης Νείλου τοῦ Νέου, 2) ὁ Φαντῖνος, γέρων τοῦ Νικοδήμου Κελλαράνας, 3) ὁ Φαντῖνος ὁ ἀναφερόμενος στὸν Βίο ᾿Αθανασίου τοῦ ᾿Αθωνίτη καὶ 4) ὁ Φαντῖνος, ποὺ κατὰ τὸ Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως ἐπέθανε στὴ Θεσσαλονίκη. Τὰ πρόσωπα ὑπ᾿ ἀριθμὸν 3 καὶ 4 ταυτίζονται, τὰ δύο πρῶτα εἶναι διαφορετικά.
Υἱὸς τοῦ Γεωργίου καὶ τῆς Βρύαινας ὁ Φαντῖνος, ἐγεννήθηκε στὴν Καλαβρία περίπου τὸ 902 καὶ ἀφιερώθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του πολὺ ἐνωρὶς στὸ Θεό, ἀφοῦ παρατήρησαν ὅτι ἀπὸ παιδὶ εἶχε ἐπίδοσι στὴ μελέτη τῆς Γραφῆς καὶ στὰ θεῖα. Σὲ ἡλικία ὀκτὼ ἐτῶν παραδόθηκε στὸν ᾿Ηλία τὸν Σπηλαιώτη, ἐκπαιδεύθηκε ἔκτοτε ἀπὸ ἕνα μοναχὸ καὶ ἐπέδειξε τέτοια πρόοδο στὴν ἀρετὴ καὶ στὴ γνῶσι, ὥστε μόλις μετὰ πενταετία ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ᾿Ηλία Σπηλαιώτη, ἀφοῦ ἔζησε στὸ κοινόβιο εἴκοσι ἔτη καὶ διακόνησε σ᾿ αὐτὸ ὡς μάγειρος, αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ ἀναζητήσει τὴν πνευματικὴ τελειότητα στὴν ἐρημία, ἐπάνω στοὺς λόφους τῆς Λευκανίας ποὺ ἦταν ἐρημωμένοι. ῎Εζησε δεκαοκτὼ χρόνια ἐρημίτης, ὁπότε ἀποφάσισε νὰ ἱδρύση μοναστήρια, τὰ ὁποῖα ἔδωσαν ζωὴ στὸ ἔρημο ὄρος. Σ᾿ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἐγκατέστησε τὴν μητέρα καὶ τὴν ἀδελφή του, σ᾿ ἕνα ἄλλο ἔφερε τὸν πατέρα καὶ τοὺς δύο ἀδελφούς του Λουκᾆ καὶ Κοσμᾆ, ἐνῶ ὁ ἴδιος διευθύνει τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅλα καὶ ἐπιστατεῖ πνευματικὰ στὸ σύνολο τῆς μοναστικῆς ἀποικίας.
᾿Αρχίζει ἔπειτα μιὰ περίοδος κινήσεών του μεταξὺ κοινοβίου καὶ ἐρημίας. ᾿Αφοῦ πρῶτα παρέδωσε τὴν ἡγουμενία τοῦ μεγάλου μοναστηριοῦ στὸν ἀδελφό του Λουκᾆ, ἐπιστρέφει στὴν ἐρημία, ὅπου ἔζησε πάλι ἕνα βίο στερήσεων καὶ δοκιμασιῶν. Παρόμοιο βίο ὅμως ἀκολουθεῖ καὶ ὅταν ἐπιστρέφει σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ μοναστήρια του. Κάποτε ὅμως καταλαμβάνεται ἐκεῖ ἀπὸ ἔκστασι ποὺ διαρκεῖ ἕνα ἡμερόνυκτο, καὶ ἡ συγκίνησίς του εἶναι τέτοια ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψι, ὥστε φεύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ἀμίλητος καὶ γυμνός, γιὰ νὰ ζήση ἐπὶ τέσσερα χρόνια στὴν ἔρημο, τρώγοντας ἄγρια χόρτα. ᾿Επιστρέφει κάποια μέρα στὸ μοναστήρι καὶ ἀναγγέλλει τὴν ἄφιξι τοῦ Νείλου, στὸν ὁποῖο διηγεῖται τὴν ὅρασί του, κατὰ τὴν ὁποία ὡδηγήθηκε ἀπὸ δύο ἀγγέλους στὰ ἐπέκεινα, ὅπου εἶδε καὶ ἄκουσε ἄρρητα πράγματα.
῎Επειτα ἀπὸ πολὺν καιρὸ ἄγγελος ἐμφανίζεται σ᾿ αὐτὸν ποὺ τοῦ δίνει τὴν παραγγελία νὰ μεταβῆ στὴ Θεσσαλονίκη. Συγκεντρώνει τοὺς μοναχούς του στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, τοὺς δίνει τὶς ἀπαραίτητες παραινέσεις, τοὺς ἀποχαιρετᾆ καὶ ὁ ἴδιος φεύγει γιὰ τὴν ῾Ελλάδα, ἀκολουθούμενος ἀπὸ δύο “φοιτητάς” του, τὸν Βιτάλιο καὶ τὸν Νικηφόρο. Πηγαίνουν στὴν Πελοπόννησο καὶ μένουν ἀρκετὸ καιρὸ στὴν Κόρινθο, προσκυνοῦν στὴν ᾿Αθήνα στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου στὸν Παρθενῶνα, προσκυνοῦν στὴ Λάρισα τὸν ἅγιο ᾿Αχίλλιο καὶ φθάνουν στὴ Θεσσαλονίκη περί τὸ 966/7, ὅπου προσκυνοῦν τὸν ἅγιο Δημήτριο. ᾿Εκεῖ κάποια ἡμέρα εἶδε δύο μοναχοὺς νὰ περνοῦν ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος πρὸς τὰς ᾿Αθήνας καὶ ἐζήτησε τὴν εὐλογία τους· ἀλλ᾿ αὐτοὶ ἐπέρασαν χωρὶς ν᾿ ἀνταποκριθοῦν, διότι ἐθεώρησαν ἀπρεπῆ αὐτὴν τὴ χειρονομία ἑνὸς ἀγνώστου μοναχοῦ. ῾Ο Φαντῖνος ὅμως τοὺς εἶχε ἀναγνωρίσει ἀπὸ διόρασι καὶ εἶπε τὰ ὀνόματά τους· ἦσαν ὁ ᾿Αθανάσιος ᾿Αθωνίτης καὶ ὁ Παῦλος Ξηροποταμηνός. Στὴν ἐπιστροφή τους οἱ δύο ἡγέτες τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ ἀναγνώρισαν τὸν Φαντῖνο, ἐξέφρασαν τὴ λύπη τους γιὰ τὴν προηγούμενη στάσι τους καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ χάρισμα τῆς διορατικότητος ποὺ εἶχε δοθῆ στὸν Φαντῖνο. ῾Ο τελευταῖος παρέδωσε τὸν μαθητή του Νικηφόρο, τὸν λεγόμενο Γυμνό, στὸν ᾿Αθανάσιο γιὰ καθοδήγησι.
῾Ο Φαντῖνος ἐπέθανε ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὴν ἄφιξί του, κατὰ τὰ ὁποῖα ἔζησε ἀρχικὰ στὸν ἅγιο Μηνᾆ κι ἔπειτα σὲ ἄλλο μέρος τῆς Θεσσαλονίκης, σὲ ἡλικία 73 ἐτῶν, περὶ τὸ ἔτος 974. Τὸν Βίο του συνέγραψε κάποιος ἐντόπιος μαθητής του σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλι ἔπειτα ἀπὸ λίγα χρόνια.
Τὸ Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως τοποθετεῖ τὴ μνήμη τοῦ Φαντίνου στὶς 14 Νοεμβρίου, ἀλλὰ τὰ ἰσχύοντα Μηναῖα τὴν τοποθετοῦν στὶς 30 Δεκεμβρίου, ὅπου φέρεται καὶ ἕνα σύντομο Συναξάριο ποὺ ἀποδίδει μὲ ἀκρίβεια τὸ περιεχόμενο τοῦ αὐθεντικοῦ Βίου.
ΦΑΝΤΙΝΟΣ ὁ ΝΕΟΣ (902-974)
Μέγας ἀσκητής, ὅσιος
᾿Επειδὴ ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Φαντίνου, ποὺ σώζεται στὸν κώδικα 478 τοῦ ῾Ιστορικοῦ Μουσείου τῆς Μόσχας, ἔχει μόλις προσφάτως ἐκδοθῆ καὶ ἕως τὶς ἡμέρες μας δὲν εἶχε κἂν μελετηθῆ, παρατη¬ροῦνταν κάποια σύγχυσις στοὺς μελετητὰς περὶ τῶν προσώ¬πων ποὺ φέρουν αὐτὸ τὸ ὄνομα. Πράγματι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν παλαιὸ Φαντῖνο, τὸν θαυματουργό, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ταυριανὴ τῆς Καλαβρίας, ἀναφέρονται τέσσερα ἄλλα πρόσωπα ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν ἴδια περιοχὴ καὶ ἔζησαν τὸν 10ο αἰῶνα: 1) ὁ Φαντῖνος, διδάσκαλος τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Κρυπτοφέρρης Νείλου τοῦ Νέου, 2) ὁ Φαντῖνος, γέρων τοῦ Νικοδήμου Κελλαράνας, 3) ὁ Φαντῖνος ὁ ἀναφερόμενος στὸν Βίο ᾿Αθανασίου τοῦ ᾿Αθωνίτη καὶ 4) ὁ Φαντῖνος, ποὺ κατὰ τὸ Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως ἐπέθανε στὴ Θεσσαλονίκη. Τὰ πρόσωπα ὑπ᾿ ἀριθμὸν 3 καὶ 4 ταυτίζονται, τὰ δύο πρῶτα εἶναι διαφορετικά.
Υἱὸς τοῦ Γεωργίου καὶ τῆς Βρύαινας ὁ Φαντῖνος, ἐγεννήθηκε στὴν Καλαβρία περίπου τὸ 902 καὶ ἀφιερώθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του πολὺ ἐνωρὶς στὸ Θεό, ἀφοῦ παρατήρησαν ὅτι ἀπὸ παιδὶ εἶχε ἐπίδοσι στὴ μελέτη τῆς Γραφῆς καὶ στὰ θεῖα. Σὲ ἡλικία ὀκτὼ ἐτῶν παραδόθηκε στὸν ᾿Ηλία τὸν Σπηλαιώτη, ἐκπαιδεύθηκε ἔκτοτε ἀπὸ ἕνα μοναχὸ καὶ ἐπέδειξε τέτοια πρόοδο στὴν ἀρετὴ καὶ στὴ γνῶσι, ὥστε μόλις μετὰ πενταετία ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ᾿Ηλία Σπηλαιώτη, ἀφοῦ ἔζησε στὸ κοινόβιο εἴκοσι ἔτη καὶ διακόνησε σ᾿ αὐτὸ ὡς μάγειρος, αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ ἀναζητήσει τὴν πνευματικὴ τελειότητα στὴν ἐρημία, ἐπάνω στοὺς λόφους τῆς Λευκανίας ποὺ ἦταν ἐρημωμένοι. ῎Εζησε δεκαοκτὼ χρόνια ἐρημίτης, ὁπότε ἀποφάσισε νὰ ἱδρύση μοναστήρια, τὰ ὁποῖα ἔδωσαν ζωὴ στὸ ἔρημο ὄρος. Σ᾿ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἐγκατέστησε τὴν μητέρα καὶ τὴν ἀδελφή του, σ᾿ ἕνα ἄλλο ἔφερε τὸν πατέρα καὶ τοὺς δύο ἀδελφούς του Λουκᾆ καὶ Κοσμᾆ, ἐνῶ ὁ ἴδιος διευθύνει τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅλα καὶ ἐπιστατεῖ πνευματικὰ στὸ σύνολο τῆς μοναστικῆς ἀποικίας.
᾿Αρχίζει ἔπειτα μιὰ περίοδος κινήσεών του μεταξὺ κοινοβίου καὶ ἐρημίας. ᾿Αφοῦ πρῶτα παρέδωσε τὴν ἡγουμενία τοῦ μεγάλου μοναστηριοῦ στὸν ἀδελφό του Λουκᾆ, ἐπιστρέφει στὴν ἐρημία, ὅπου ἔζησε πάλι ἕνα βίο στερήσεων καὶ δοκιμασιῶν. Παρόμοιο βίο ὅμως ἀκολουθεῖ καὶ ὅταν ἐπιστρέφει σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ μοναστήρια του. Κάποτε ὅμως καταλαμβάνεται ἐκεῖ ἀπὸ ἔκστασι ποὺ διαρκεῖ ἕνα ἡμερόνυκτο, καὶ ἡ συγκίνησίς του εἶναι τέτοια ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψι, ὥστε φεύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ἀμίλητος καὶ γυμνός, γιὰ νὰ ζήση ἐπὶ τέσσερα χρόνια στὴν ἔρημο, τρώγοντας ἄγρια χόρτα. ᾿Επιστρέφει κάποια μέρα στὸ μοναστήρι καὶ ἀναγγέλλει τὴν ἄφιξι τοῦ Νείλου, στὸν ὁποῖο διηγεῖται τὴν ὅρασί του, κατὰ τὴν ὁποία ὡδηγήθηκε ἀπὸ δύο ἀγγέλους στὰ ἐπέκεινα, ὅπου εἶδε καὶ ἄκουσε ἄρρητα πράγματα.
῎Επειτα ἀπὸ πολὺν καιρὸ ἄγγελος ἐμφανίζεται σ᾿ αὐτὸν ποὺ τοῦ δίνει τὴν παραγγελία νὰ μεταβῆ στὴ Θεσσαλονίκη. Συγκεντρώνει τοὺς μοναχούς του στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, τοὺς δίνει τὶς ἀπαραίτητες παραινέσεις, τοὺς ἀποχαιρετᾆ καὶ ὁ ἴδιος φεύγει γιὰ τὴν ῾Ελλάδα, ἀκολουθούμενος ἀπὸ δύο “φοιτητάς” του, τὸν Βιτάλιο καὶ τὸν Νικηφόρο. Πηγαίνουν στὴν Πελοπόννησο καὶ μένουν ἀρκετὸ καιρὸ στὴν Κόρινθο, προσκυνοῦν στὴν ᾿Αθήνα στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου στὸν Παρθενῶνα, προσκυνοῦν στὴ Λάρισα τὸν ἅγιο ᾿Αχίλλιο καὶ φθάνουν στὴ Θεσσαλονίκη περί τὸ 966/7, ὅπου προσκυνοῦν τὸν ἅγιο Δημήτριο. ᾿Εκεῖ κάποια ἡμέρα εἶδε δύο μοναχοὺς νὰ περνοῦν ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος πρὸς τὰς ᾿Αθήνας καὶ ἐζήτησε τὴν εὐλογία τους· ἀλλ᾿ αὐτοὶ ἐπέρασαν χωρὶς ν᾿ ἀνταποκριθοῦν, διότι ἐθεώρησαν ἀπρεπῆ αὐτὴν τὴ χειρονομία ἑνὸς ἀγνώστου μοναχοῦ. ῾Ο Φαντῖνος ὅμως τοὺς εἶχε ἀναγνωρίσει ἀπὸ διόρασι καὶ εἶπε τὰ ὀνόματά τους· ἦσαν ὁ ᾿Αθανάσιος ᾿Αθωνίτης καὶ ὁ Παῦλος Ξηροποταμηνός. Στὴν ἐπιστροφή τους οἱ δύο ἡγέτες τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ ἀναγνώρισαν τὸν Φαντῖνο, ἐξέφρασαν τὴ λύπη τους γιὰ τὴν προηγούμενη στάσι τους καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ χάρισμα τῆς διορατικότητος ποὺ εἶχε δοθῆ στὸν Φαντῖνο. ῾Ο τελευταῖος παρέδωσε τὸν μαθητή του Νικηφόρο, τὸν λεγόμενο Γυμνό, στὸν ᾿Αθανάσιο γιὰ καθοδήγησι.
῾Ο Φαντῖνος ἐπέθανε ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὴν ἄφιξί του, κατὰ τὰ ὁποῖα ἔζησε ἀρχικὰ στὸν ἅγιο Μηνᾆ κι ἔπειτα σὲ ἄλλο μέρος τῆς Θεσσαλονίκης, σὲ ἡλικία 73 ἐτῶν, περὶ τὸ ἔτος 974. Τὸν Βίο του συνέγραψε κάποιος ἐντόπιος μαθητής του σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλι ἔπειτα ἀπὸ λίγα χρόνια.
Τὸ Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως τοποθετεῖ τὴ μνήμη τοῦ Φαντίνου στὶς 14 Νοεμβρίου, ἀλλὰ τὰ ἰσχύοντα Μηναῖα τὴν τοποθετοῦν στὶς 30 Δεκεμβρίου, ὅπου φέρεται καὶ ἕνα σύντομο Συναξάριο ποὺ ἀποδίδει μὲ ἀκρίβεια τὸ περιεχόμενο τοῦ αὐθεντικοῦ Βίου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»