Θεσσαλονικείς Άγιοι
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
27 ᾿Οκτωβρίου
ΛΟΥΠΠΟΣ, μάρτυς
῾Ο μάρτυρας Λοῦππος εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Πληροφορίες περὶ τοῦ μάρτυρος τούτου συναντοῦμε στὴ δεύτερη καὶ τὴν τρίτη διήγηση τοῦ Μαρτυρίου τοῦ Μεγαλομάρτυρος, ἐνῶ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν πρώτη καὶ ἀρχαιότερη.
῾Ο Λοῦππος ἦταν ὑπηρέτης τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ ἐνῶ ὁ Νέστορας μαρτύρησε πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Μεγαλομάρτυρος, ὁ Λοῦππος ὁδηγήθηκε στὸ θάνατο μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Πῆγε στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ συνέλεξε λίγο ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ ῾Αγίου, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ὁποίου ἐπιτελέσθηκαν πολλὰ θαύματα. ῾Ο Λοῦππος μαρτύρησε στὸ διωγμὸ ποὺ ἀκολούθησε, κατὰ τὸν ὁποῖο ἄθλησαν πολλοὶ χριστιανοί.
῾Ο μάρτυς Λοῦππος πρέπει νὰ διακριθεῖ ἀπὸ τὸν ὁμώνυμό του ἅγιο, ποὺ ἑορτάζει στὶς 23 Αὐγούστου. ῾Η Νοβία, στὴν κάτω Μυσία ἦταν κέντρο τῆς λατρείας τοῦ ἁγίου Λούππου τοῦ Νέου.
ΛΟΥΠΠΟΣ, μάρτυς
῾Ο μάρτυρας Λοῦππος εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Πληροφορίες περὶ τοῦ μάρτυρος τούτου συναντοῦμε στὴ δεύτερη καὶ τὴν τρίτη διήγηση τοῦ Μαρτυρίου τοῦ Μεγαλομάρτυρος, ἐνῶ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν πρώτη καὶ ἀρχαιότερη.
῾Ο Λοῦππος ἦταν ὑπηρέτης τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ ἐνῶ ὁ Νέστορας μαρτύρησε πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Μεγαλομάρτυρος, ὁ Λοῦππος ὁδηγήθηκε στὸ θάνατο μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Πῆγε στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ συνέλεξε λίγο ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ ῾Αγίου, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ὁποίου ἐπιτελέσθηκαν πολλὰ θαύματα. ῾Ο Λοῦππος μαρτύρησε στὸ διωγμὸ ποὺ ἀκολούθησε, κατὰ τὸν ὁποῖο ἄθλησαν πολλοὶ χριστιανοί.
῾Ο μάρτυς Λοῦππος πρέπει νὰ διακριθεῖ ἀπὸ τὸν ὁμώνυμό του ἅγιο, ποὺ ἑορτάζει στὶς 23 Αὐγούστου. ῾Η Νοβία, στὴν κάτω Μυσία ἦταν κέντρο τῆς λατρείας τοῦ ἁγίου Λούππου τοῦ Νέου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
2 Νοεμβρίου
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ὁ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ,
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης († 2.11.844)
῞Ενα ἐκτενὲς ἀπόσπασμα τοῦ Βίου τῆς ὁσίας Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ μὲ αὐτόνομο χαρακτήρα, ἀποτελεῖ τὴ σημαντικότερη πηγὴ ποὺ διαθέτουμε γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ. ῾Ο συγγραφέας τοῦ Βίου Γρηγόριος, κληρικὸς τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, παρεκκλίνοντας σκόπιμα ἀπὸ τὴ ροὴ τῆς διηγήσεώς του γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, παρέχει στὶς παραγράφους 10-18 πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὴν περίοδο τῆς δεύτερης Εἰκονομαχίας καὶ γιὰ τὸ λίγο γνωστὸ πρόσωπο ἑνὸς εἰκονόφιλου ἐκκλησιαστικοῦ ἡγέτη, τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αντωνίου. ῾Η αὐτοτέλεια ποὺ παρατηρεῖται στὴ δομὴ αὐτῶν τῶν ἐννέα παραγράφων δίκαια ἐπιτρέπει νὰ χαρακτηρίσουμε αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα ὡς τὸ “Βίο ᾿Αντωνίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ ὁμολογητοῦ”, ἀφοῦ ἀκολουθεῖ πιστὰ στὴν ἐσωτερικὴ διάρθρωσή του ὅλους τοὺς κανόνες ποὺ διέπουν τὰ ἁγιολογικὰ κείμενα.
᾿Αφορμὴ γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐκτενῆ παρέκβαση τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ ὑπῆρξε ἡ συγγένεια τοῦ ᾿Αντωνίου μὲ τὴν ὁσία Θεοδώρα, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται σὲ δύο σημεῖα τοῦ Βίου: ἀρχικὰ μὲ ἔμμεσο τρόπο, κατὰ τὴ διήγηση τῆς μοναστικῆς ἀφιερώσεως τῆς κόρης τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τῆς Θεοπίστης, στὸ μονύδριο τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ, ὅπου ἡγουμένευε ἡ ἀδελφὴ τοῦ ᾿Αντωνίου, Αἰκατερίνη (“προσφέρουσιν Αἰκατερίνῃ τῇ ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητοῦ ἀδελφῇ, τοῦ καὶ προέδρου τῆς ἡμῶν χρηματίσαντος πόλεως, καὶ αὐτῆς συγγενοῦς καθεστηκυίας τῆς μακαρίας”), καὶ μὲ ἄμεσο τρόπο κατὰ τὴν ἀπαρχὴ τῆς διηγήσεως τοῦ Γρηγορίου γιὰ τὸν ἀρχιεπίσκοπο ᾿Αντώνιο (“ἐβουλόμην, ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος, πολλῶν τῶν τῆς μακαρίας Θεοδώρας προσεχῶν καὶ γένους ἀνωτάτου τοὺς βίους διεξελθεῖν, ....ἵνα ἴδητε τοὺς αὐτῆς προσγενεῖς, οἷα κατὰ Θεὸν ζῶντες ἐτύγχανον. ...᾿Αντωνίου μόνου τοῦ ἡμῶν ἀρχιποίμενος ἐπιμνησθείς, αὖθις τὸν λόγον ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ δὴ τρέψομαι”).
Μὲ δεδομένη αὐτὴ τὴ συγγένεια εἶναι δυνατὸ νὰ προσδιορισθεῖ ἐπαγωγικὰ ὡς τόπος καταγωγῆς τοῦ ᾿Αντωνίου ἡ Αἴγινα, ἀπὸ τὴν ὁποία καταγόταν ἡ ὁσία Θεοδώρα. Εἶναι, ὡστόσο, ἀδύνατος ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖο μετανάστευσαν στὴ Θεσσαλονίκη ὁ ᾿Αντώνιος καὶ ἡ ἀδελφή του Αἰκατερίνη, ἐνῶ ἄγνωστοι παραμένουν καὶ οἱ λόγοι ποὺ προκάλεσαν αὐτὴ τὴ μετανάστευση.
῾Η παιδεία καὶ ἡ φιλομάθεια τοῦ ᾿Αντωνίου δὲν περιορίζονταν μόνο σὲ κείμενα τῆς χριστιανικῆς γραμματείας, ἀλλὰ κατέστη κάτοχος καὶ ἐγκυκλίου μορφώσεως. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὸ μοναχικὸ βίο, ἐνῶ ἡ εὐρεῖα μόρφωση ποὺ ἀπέκτησε, καὶ ἡ ζωηρὴ φιλομάθειά του τὸν ἐφοδίασαν μὲ ὑψηλὴ δογματικὴ πανοπλία. ᾿Αποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν ὑπῆρξε, σύμφωνα μὲ τὸ βιογράφο του, ἡ ἐκλογή του στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς μητροπόλεως Δυρραχίου.
῾Η μὴ ὕπαρξη στοιχείων γιὰ τοὺς προκατόχους τοῦ ᾿Αντωνίου περιορίζει τὸν προσδιορισμὸ τοῦ χρόνου ἐκλογῆς του στὰ δεδομένα ποὺ παρέχει ὁ Βίος τῆς ὁσίας Θεοδώρας. Κατὰ συνέπεια terminus ante quem γιὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ ᾿Αντωνίου στὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο τῆς μητροπόλεως Δυρραχίου ἀποτελεῖ ἡ ἀναζωπύρωση τῆς Εἰκονομαχίας ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα Ε¢ τὸν ᾿Αρμένιο. Μὲ δεδομένη τὴν ὁμόφωνη μαρτυρία τῶν πηγῶν, ποὺ τοποθετεῖ τὴν ἔναρξη τῆς δεύτερης Εἰκονομαχίας δύο χρόνια μετὰ τὴν ἄνοδο τοῦ Λέοντος Ε¢ στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, τὸ χρονικὸ αὐτὸ ὅριο πρέπει νὰ προσδιορισθεῖ στὸ ἔτος 815.
῍Αν καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας γιὰ τὴν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας τοῦ ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς πόλεως τοῦ Δυρραχίου εἶναι λιγοστά, δὲν εἶναι ὡστόσο καὶ τὰ μοναδικά. ῾Η σημαντικότερη πηγὴ ποὺ διαθέτουμε γι᾿ αὐτὴν τὴν περίοδο εἶναι δύο ἐπιστολὲς τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη, τῆς ἡγετικῆς μορφῆς τῶν εἰκονοφίλων κατὰ τὴ δεύτερη Εἰκονομαχία, πρὸς τὸν ᾿Αντώνιο· πρόκειται γιὰ τὶς ἐπιστολὲς 462 (᾿Αντωνίῳ τοῦ Δυρραχίου) καὶ 542 (᾿Αντωνίῳ ἐπισκόπῳ), σύμφωνα μὲ τὴν ἀρίθμηση ποὺ ἔλαβαν κατὰ τὴν πρόσφατη κριτική τους ἔκδοση. ῍Αν καὶ ἡ ταύτιση τοῦ παραλήπτη αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Δυρραχίου ᾿Αντώνιο, ποὺ καθίσταται γνωστὸς ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας τῆς Θεσσαλονίκης, εἶχε παλαιότερα ἀμφισβητηθεῖ, σήμερα ἔχει γίνει καθολικὰ ἀποδεκτή· τὴν ταύτιση αὐτή, ἐξάλλου, ἐπιρρωνύει ἡ σύνδεση τῶν πληροφοριῶν ποὺ παρέχει ὁ ἐν λόγῳ Βίος μὲ μαρτυρίες ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς δύο ἐπιστολές.
Στὴν πρώτη ἐπιστολή, γιὰ τὴν ὁποία πρέπει νὰ θεωρηθεῖ βέβαιο ὅτι εἶχε σταλεῖ στὸν ᾿Αντώνιο κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας του στὸ Δυρράχιο, δηλ. πρὸ τοῦ 815, ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀπαντᾆ μὲ ἀπολογητικὸ ὕφος σὲ προηγούμενη μακροσκελῆ ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Αντωνίου σχετικὰ μὲ ἕνα περιστατικὸ κανονικῆς φύσεως. Τὸ γενικότερο ὕφος τῆς ἐπιστολῆς εἶναι ἰδιαίτερα θερμὸ καὶ διακρίνεται ἀπὸ μία τάση ἐγκωμιασμοῦ τοῦ προσώπου τοῦ ᾿Αντωνίου, μὲ χαρακτηρισμοὺς ποὺ φανερώνουν τὴν ἰδιαίτερη ἐκτίμηση καὶ τὸν σεβασμὸ τοῦ ὁσίου Θεοδώρου πρὸς αὐτόν.
Τὸ ἴδιο πνεῦμα διακρίνει καὶ τὴ δεύτερη ἐπιστολή, ἡ χρονολόγηση τῆς ὁποίας, μὲ βάση ἐσωτερικὲς μαρτυρίες, προσδιορίζεται στὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ Μιχαὴλ Β¢, καὶ εἰδικότερα μεταξὺ τοῦ Μαΐου τοῦ 826 καὶ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, ποὺ συνιστᾆ τὴν ἡμερομηνία θανάτου τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη. ῾Η θερμότητα τοῦ ὕφους τῶν δύο ἐπιστολῶν τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη, ἐπιτρέπει τὴ διατύπωση τῆς ὑποθέσεως, ὅτι οἱ δύο ἄνδρες συνδέονταν μὲ παλαιὰ προσωπικὴ φιλία, ποὺ εἶχε ἴσως ἀναπτυχθεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐξορίας τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη στὴ Θεσσαλονίκη τὸ ἔτος 797, λόγῳ τοῦ σχίσματος τῆς ζευξιμοιχείας τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Στ¢. ῾Ο ἴδιος, ἄλλωστε, σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸ θεῖο του Πλάτωνα, περιγράφει ἀρκετὰ ἀναλυτικὰ τὴν ἄφιξή του στὴν πόλη καὶ τὴ θερμὴ ὑποδοχὴ ποὺ τοῦ ἐπιφύλαξαν τόσο ὁ ὕπαρχος τῆς Θεσσαλονίκης ὅσο καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπός της.
῎Εμμεση ἀναφορὰ στὸν ᾿Αντώνιο, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας του στὴ Μητρόπολη Δυρραχίου, συναντοῦμε καὶ στὴν ἐπιστολὴ 543 τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη πρὸς τὸ μοναχὸ Διονύσιο, ὁ ὁποῖος εἶχε δεχθεῖ τὶς νουθεσίες τοῦ θεοφιλεστάτου ἡμῶν πατρὸς καὶ ἀρχιεπισκόπου τοῦ Δυρραχίου κατὰ τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως, ἀλλά, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς ἐπιστολῆς, δίχως ἀποτέλεσμα.
᾿Ιδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔχει γι᾿ αὐτὴν τὴν περίοδο καὶ ἡ δημοσίευση μιᾆς ἀρχιεπισκοπικῆς σφραγίδος τοῦ Δυρραχίου, τὸ χασματῶδες κείμενο τῆς ὁποίας ἀποκαταστάθηκε ὡς ἑξῆς: “† Θεοτόκε βοήθει ..../ίῳ ἀρχιε/[π]ισκό(πῳ) Δυρ/ραχιω(τῶν)”· ἡ κατοχή της πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ κατὰ πᾆσα πιθανότητα στὸν ᾿Αντώνιο τὸν ὁμολογητή, κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας του στὸ θρόνο τοῦ Δυρραχίου.
Τὴ διήγησή του γιὰ τὴν ἀρχιερατεία τοῦ ᾿Αντωνίου στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τοῦ Δυρραχίου, διακόπτει αἰφνιδίως ὁ Γρηγόριος κληρικός, γιὰ νὰ ἀναφερθεῖ στὴν ἀναζωπύρωση τῆς Εἰκονομαχίας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος Ε¢, δύο χρόνια μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο. Γίνεται ἐκτενὴς μνεία τοῦ διωγμοῦ τοῦ Λέοντος Ε¢, ποὺ ἐξιστορεῖται μὲ τὰ πιὸ μελανὰ χρώματα, ἐνῶ στὴ συνέχεια ἡ διήγηση ἐπικεντρώνεται στὸν ἀντιρρητικὸ λόγο ποὺ ἐξεφώνησε ὁ ᾿Αντώνιος ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος. ῎Εχει ὡστόσο ἐπισημανθεῖ ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα στὴν παράδοση τοῦ κειμένου αὐτοῦ τοῦ ἀντιρρητικοῦ λόγου. Πρόκειται γιὰ τὴν παράδοση δύο τελείως διαφορετικῶν κειμένων, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ σωζόμενο στὸν ἀρχικὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἐμφανίζει καὶ μεγάλη ἐξάρτηση ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Μ. Φωτίου πρὸς τὸν βασιλέα τῶν Βουλγάρων, Μιχαήλ. Τὸ περιεχόμενο ἐντούτοις καὶ τῶν δύο ἀντιρρητικῶν λόγων, ποὺ παραδίδονται ὡς ἐκφωνηθέντες ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο ᾿Αντώνιο, ἐμφανίζει ἐναργῶς τὴν ἴδια χριστολογικὴ βάση ποὺ χρησιμοποιεῖται καὶ σὲ παρόμοιους ἀντιρρητικοὺς λόγους ἄλλων ἁγίων τῆς εἰκονομαχικῆς περιόδου.
῾Η ἀπάντηση τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορος, μετὰ τὴ σθεναρὴ στάση τοῦ ᾿Αντωνίου, ἦταν σκληρὰ βασανιστήρια, ποὺ τοῦ ἐπέφεραν ἀνίατες πληγὲς καὶ κλόνισαν τὴν ὑγεία του, καὶ τέλος ἡ καταδίκη του σὲ ἐξορία.
῾Ωστόσο, μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Λέοντος Ε¢ ἀπὸ τὸ Μιχαὴλ Β¢ καὶ τὴν ἀνάρρηση τοῦ δευτέρου στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, τὰ Χριστούγεννα τοῦ 820, ὁ ᾿Αντώνιος ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία, ἐνῶ δύο περίπου δεκαετίες ἀργότερα, μετὰ τὴν παρέλευση “τοῦ τῆς αἱρέσεως δεινοῦ χειμῶνος”, ὁ ᾿Αντώνιος ἐξελέγη ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, πράξη ποὺ τὸν ἀποκαθιστοῦσε στὸ ἀρχιεπισκοπικὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο εἶχε στερηθεῖ βίαια κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Λέοντος Ε¢.
Τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Αντωνίου ὡς ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ἀναγράφεται στὴ δέκατη θέση, στὸν κατάλογο τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, ἑνὸς πολὺ σημαντικοῦ ὑστεροβυζαντινοῦ κειμένου (15ος αἰ.) γιὰ τὴν ἐπισκοπικὴ καὶ τὴν ἐν γένει ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τῆς Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα μὲ αὐτό, προκάτοχός του ὑπῆρξε ὁ Λέων ὁ Φιλόσοφος ἢ Μαθηματικός, ποὺ διετέλεσε ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ἀπὸ τὴν ἄνοιξη τοῦ 840 ὡς τὸ τέλος τῆς Εἰκονομαχίας, τὴν ἄνοιξη τοῦ 843· γιὰ τὸν διάδοχο ὅμως τοῦ ᾿Αντωνίου παρουσιάζεται ἀρκετὴ σύγχυση στοὺς συγχρόνους καταλόγους, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους, ἀγνοώντας ἴσως τὸ κείμενο τοῦ Συνοδικοῦ, ἀναγράφουν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλείου τοῦ ὁμολογητῆ. ῾Ωστόσο, θὰ πρέπει κατὰ τὴ γνώμη μας νὰ θεωρηθεῖ ἀκριβὴς ἡ σειρὰ ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ Συνοδικὸν στὸ σημεῖο αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο τὸν ᾿Αντώνιο διαδέχθηκε ὁ Σισίνιος καὶ ἐν συνεχεία ὁ Στέφανος (ἀρ. 11 καὶ 12 ἀντίστοιχα), τὰ ὀνόματα τῶν ὁποίων ἀπουσιάζουν ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους συγχρόνους καταλόγους τῶν ἐπισκόπων τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ ὄχι ὁ Βασίλειος ὁ ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀρχιεράτευσε ἀρκετὰ χρόνια ἀργότερα, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 862 καὶ 866.
῾Ωστόσο, ἡ ἀρχιεπισκοπικὴ θητεία τοῦ ᾿Αντωνίου, μετὰ τὴν ἐκλογή του στὸ θρόνο τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ὑπῆρξε βραχύβια. Στὸ Βίο τονίζεται πὼς ὁ ᾿Αντώνιος ὁ ὁμολογητὴς δὲν πρόλαβε νὰ ἐκτελέσει οὔτε κἂν τὰ λειτουργικὰ ἀρχιερατικά του καθήκοντα, παρὰ μόνο τὴ χειροτονία ἑνὸς κληρικοῦ, τὸν ὁποῖο “ἀσυγκρίτῳ πίστει πρὸς τὸν κεχειροτονηκότα κινούμενοι οἱ τῆς καθ᾿ ἡμᾆς ἐκκλησίας ἀκρότητος, τῷ ἐπωνύμῳ τοῦ κεχειροτονηκότος παρωνύμως ὠνόμασαν, εἰς μνήμην αἰωνίαν... ἔχειν τοῦτο γλιχόμενοι”. ῾Ο ὁσιακὸς θάνατος τοῦ ᾿Αντωνίου ἐπῆλθε λίγους μόλις μῆνες μετὰ τὴν ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων “τῇ δευτέρᾳ τοῦ Νοεμβρίου τῆς ἑβδόμης ἰνδικτιῶνος”, δηλαδὴ στὶς 2 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 844.
῾Η διήγηση τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ συνεχίζεται μὲ μία πολὺ σημαντικὴ πληροφορία γιὰ τὴν ταφὴ τοῦ ἱεροῦ σκήνους τοῦ ᾿Αντωνίου. Τὸ “πανάγιον καὶ ἀθλητικώτατον αὐτοῦ σῶμα” ἐνταφιάσθηκε στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Δημητρίου καί, πιὸ συγκεκριμένα, στὸ ταφικὸ παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. ῾Η πληροφορία αὐτὴ συνιστᾆ τὴ μοναδικὴ γραπτὴ πηγὴ ποὺ διαθέτουμε σχετικὰ μὲ τὴ χρήση αὐτοῦ τοῦ παρεκκλησίου ὡς ταφικοῦ προσκτίσματος. ᾿Επιπλέον, ἡ μαρτυρία τοῦ βιογράφου Γρηγορίου, ὅτι 46 χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ᾿Αντωνίου μεταφέρθηκε γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ στὸν ἴδιο τάφο τὸ σκήνωμα ἑνὸς ἀκόμη ἀρχιεπισκόπου τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος δὲν κατονομάζεται -εἶναι ὡστόσο βέβαιο πὼς πρόκειται γιὰ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Μεθόδιο, ποὺ ἀναφέρεται καὶ στὸ Βίο τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου-, ἀποκαλύπτει τὴν καθιέρωση τῆς χρήσεως τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου γιὰ τὴν ταφὴ ἀρχιεπισκόπων τῆς Θεσσαλονίκης. ῾Η χρησιμοποίηση αὐτοῦ τοῦ παρεκκλησίου ποὺ βρισκόταν “ἐν τοῖς λαιοῖς μέρεσι” ὡς ταφικοῦ χώρου, ἔχει ἀσφαλῶς ἄμεση σχέση μὲ τὸ κιβώριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τῶν πηγῶν, βρισκόταν στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ (“πρὸς τοῖς λαιοῖς πλευροῖς”) τοῦ ναοῦ.
῾Η πληροφορία αὐτὴ ἐπαληθεύθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχαιολογικὴ ἔρευνα. Οἱ Γ. καὶ Μ. Σωτηρίου ἐντόπισαν στὴ βόρεια πλευρὰ τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου τρία παρεκκλήσια, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ πρῶτο, ἀρχαιότερο τῶν δύο ἄλλων, εἶναι νεκρικὸ πρόσκτισμα καὶ στὸ δάπεδό του βρέθηκαν δύο πλινθόκτιστοι τάφοι. ᾿Απὸ τοὺς δύο ἐρευνητὲς εἶχε ἐκφρασθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι “εἰς ἓν ἐκ τῶν τριῶν παρεκκλησίων τούτων, τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν ἀριστερὰν (βορείαν) πλευρὰν τῆς βασιλικῆς, πρέπει ν᾿ ἀναζητήσωμεν τὸ ναΰδριον τοῦ Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου, εἰς τὸ ὁποῖον, συμφώνως πρὸς τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν Βίον τῆς ἁγίας Θεοδώρας, ἐτάφη ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αντώνιος (843)”. ῾Ο Στ. Πελεκανίδης, σὲ μεταγενέστερη ἀνασκαφή, ἔφερε στὸ φῶς καὶ ἄλλο νεκρικὸ πρόσκτισμα στὴ βόρεια πλευρὰ τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, κάτω ἀπὸ τὸ δάπεδο τοῦ ὁποίου “ἀνεσκάφησαν ὀκτὼ τάφοι κιβωτιόσχημοι ἀνὰ δύο”. Μὲ τὶς ἀνασκαφὲς αὐτὲς ἐπιβεβαιώθηκε ὁ ἰσχυρισμὸς γιὰ τὴν ἐκτεταμένη χρησιμοποίηση τῶν προσκτισμάτων τῆς βόρειας πλευρᾆς τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὡς ταφικῶν παρεκκλησίων γιὰ τὸν ἐνταφιασμὸ ἀρχιεπισκόπων τῆς Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ κατὰ πᾆσα πιθανότητα καὶ ἄλλων ἐπισήμων προσώπων τῆς πόλεως.
῾Η ἀπόφαση νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ σκῆνος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Μεθοδίου στὸν ἴδιο τάφο, ὅπου εἶχε κατατεθεῖ καὶ τὸ λείψανο τοῦ ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀποκαλυφθεῖ στοὺς παρευρισκομένους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Γρηγόριος, πιθανότατα μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ διακόνου, ὅτι τὸ λείψανο τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αντωνίου εἶχε διαφυλαχθεῖ ἐπὶ 46 χρόνια μετὰ τὸν ἐνταφιασμό του, ἄφθαρτο: “῞Οπερ ἅγιον λείψανον μέχρι τοῦ νῦν Χριστὸς εἰς δόξαν αὐτοῦ διαφυλάττει σῷον καὶ ἀδιάλυτον... εὕρομεν τὸ πανάγιον ᾿Αντωνίου σῶμα μεθ᾿ ὧν κεκόσμητο ἀρχιερατικῶν ἐπίπλων σχεδὸν ἅπαν ὁλόκληρον καὶ ἀμείωτον...”.
῾Ως στοιχεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα πιστοποιεῖται ἡ ἁγιότητα τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αντωνίου, ὁ Γρηγόριος κληρικὸς χρησιμοποίησε τὴν ὁμολογία τῆς ὀρθόδοξης πίστεως καὶ διδασκαλίας γιὰ τὴν τιμὴ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τὴν ὁποία τεκμηριώνει μὲ τὴν παράθεση τοῦ κειμένου τοῦ ἀντιρρητικοῦ λόγου πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα Ε¢, καὶ τὴν ἀφθαρσία τοῦ λειψάνου του, ὅπως εἶχε ἀποκαλυφθεῖ περίτρανα καὶ στὸν ἴδιο. Πρόκειται γιὰ κριτήρια ἁγιότητος εὐρύτατα διαδεδομένα κατὰ τὴν εἰκονομαχικὴ καὶ μεταεικονομαχικὴ περίοδο, ὅπως διαπιστώνεται ἀπὸ τὴν ἔρευνα τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων ποὺ γράφτηκαν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν.
῍Αν καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ δὲν ἐγγράφηκε στὸ Συναξάριο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὔτε καὶ στὸ Τυπικὸν τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, ὡστόσο ἔχει συμπεριληφθεῖ σὲ νεωτέρους καταλόγους τῶν ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης, καθὼς ἐπίσης καὶ στὴ δεύτερη ἀκολουθία ποὺ συνέταξε ὁ μακαριστὸς ὑμνογράφος τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, πρὸς τιμὴν “πάντων τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ ἁγίων”.
῾Η μοναδικὴ γνωστὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ εἶναι ἡ σύγχρονη τοιχογραφία του στὴν κάτω ζώνη τοῦ δευτέρου δεξιοῦ πεσοῦ στὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, στὴ Θεσσαλονίκη.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ὁ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ,
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης († 2.11.844)
῞Ενα ἐκτενὲς ἀπόσπασμα τοῦ Βίου τῆς ὁσίας Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ μὲ αὐτόνομο χαρακτήρα, ἀποτελεῖ τὴ σημαντικότερη πηγὴ ποὺ διαθέτουμε γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ. ῾Ο συγγραφέας τοῦ Βίου Γρηγόριος, κληρικὸς τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, παρεκκλίνοντας σκόπιμα ἀπὸ τὴ ροὴ τῆς διηγήσεώς του γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, παρέχει στὶς παραγράφους 10-18 πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὴν περίοδο τῆς δεύτερης Εἰκονομαχίας καὶ γιὰ τὸ λίγο γνωστὸ πρόσωπο ἑνὸς εἰκονόφιλου ἐκκλησιαστικοῦ ἡγέτη, τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αντωνίου. ῾Η αὐτοτέλεια ποὺ παρατηρεῖται στὴ δομὴ αὐτῶν τῶν ἐννέα παραγράφων δίκαια ἐπιτρέπει νὰ χαρακτηρίσουμε αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα ὡς τὸ “Βίο ᾿Αντωνίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ ὁμολογητοῦ”, ἀφοῦ ἀκολουθεῖ πιστὰ στὴν ἐσωτερικὴ διάρθρωσή του ὅλους τοὺς κανόνες ποὺ διέπουν τὰ ἁγιολογικὰ κείμενα.
᾿Αφορμὴ γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐκτενῆ παρέκβαση τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ ὑπῆρξε ἡ συγγένεια τοῦ ᾿Αντωνίου μὲ τὴν ὁσία Θεοδώρα, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται σὲ δύο σημεῖα τοῦ Βίου: ἀρχικὰ μὲ ἔμμεσο τρόπο, κατὰ τὴ διήγηση τῆς μοναστικῆς ἀφιερώσεως τῆς κόρης τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τῆς Θεοπίστης, στὸ μονύδριο τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ, ὅπου ἡγουμένευε ἡ ἀδελφὴ τοῦ ᾿Αντωνίου, Αἰκατερίνη (“προσφέρουσιν Αἰκατερίνῃ τῇ ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητοῦ ἀδελφῇ, τοῦ καὶ προέδρου τῆς ἡμῶν χρηματίσαντος πόλεως, καὶ αὐτῆς συγγενοῦς καθεστηκυίας τῆς μακαρίας”), καὶ μὲ ἄμεσο τρόπο κατὰ τὴν ἀπαρχὴ τῆς διηγήσεως τοῦ Γρηγορίου γιὰ τὸν ἀρχιεπίσκοπο ᾿Αντώνιο (“ἐβουλόμην, ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος, πολλῶν τῶν τῆς μακαρίας Θεοδώρας προσεχῶν καὶ γένους ἀνωτάτου τοὺς βίους διεξελθεῖν, ....ἵνα ἴδητε τοὺς αὐτῆς προσγενεῖς, οἷα κατὰ Θεὸν ζῶντες ἐτύγχανον. ...᾿Αντωνίου μόνου τοῦ ἡμῶν ἀρχιποίμενος ἐπιμνησθείς, αὖθις τὸν λόγον ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ δὴ τρέψομαι”).
Μὲ δεδομένη αὐτὴ τὴ συγγένεια εἶναι δυνατὸ νὰ προσδιορισθεῖ ἐπαγωγικὰ ὡς τόπος καταγωγῆς τοῦ ᾿Αντωνίου ἡ Αἴγινα, ἀπὸ τὴν ὁποία καταγόταν ἡ ὁσία Θεοδώρα. Εἶναι, ὡστόσο, ἀδύνατος ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖο μετανάστευσαν στὴ Θεσσαλονίκη ὁ ᾿Αντώνιος καὶ ἡ ἀδελφή του Αἰκατερίνη, ἐνῶ ἄγνωστοι παραμένουν καὶ οἱ λόγοι ποὺ προκάλεσαν αὐτὴ τὴ μετανάστευση.
῾Η παιδεία καὶ ἡ φιλομάθεια τοῦ ᾿Αντωνίου δὲν περιορίζονταν μόνο σὲ κείμενα τῆς χριστιανικῆς γραμματείας, ἀλλὰ κατέστη κάτοχος καὶ ἐγκυκλίου μορφώσεως. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὸ μοναχικὸ βίο, ἐνῶ ἡ εὐρεῖα μόρφωση ποὺ ἀπέκτησε, καὶ ἡ ζωηρὴ φιλομάθειά του τὸν ἐφοδίασαν μὲ ὑψηλὴ δογματικὴ πανοπλία. ᾿Αποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν ὑπῆρξε, σύμφωνα μὲ τὸ βιογράφο του, ἡ ἐκλογή του στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς μητροπόλεως Δυρραχίου.
῾Η μὴ ὕπαρξη στοιχείων γιὰ τοὺς προκατόχους τοῦ ᾿Αντωνίου περιορίζει τὸν προσδιορισμὸ τοῦ χρόνου ἐκλογῆς του στὰ δεδομένα ποὺ παρέχει ὁ Βίος τῆς ὁσίας Θεοδώρας. Κατὰ συνέπεια terminus ante quem γιὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ ᾿Αντωνίου στὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο τῆς μητροπόλεως Δυρραχίου ἀποτελεῖ ἡ ἀναζωπύρωση τῆς Εἰκονομαχίας ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα Ε¢ τὸν ᾿Αρμένιο. Μὲ δεδομένη τὴν ὁμόφωνη μαρτυρία τῶν πηγῶν, ποὺ τοποθετεῖ τὴν ἔναρξη τῆς δεύτερης Εἰκονομαχίας δύο χρόνια μετὰ τὴν ἄνοδο τοῦ Λέοντος Ε¢ στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, τὸ χρονικὸ αὐτὸ ὅριο πρέπει νὰ προσδιορισθεῖ στὸ ἔτος 815.
῍Αν καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας γιὰ τὴν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας τοῦ ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς πόλεως τοῦ Δυρραχίου εἶναι λιγοστά, δὲν εἶναι ὡστόσο καὶ τὰ μοναδικά. ῾Η σημαντικότερη πηγὴ ποὺ διαθέτουμε γι᾿ αὐτὴν τὴν περίοδο εἶναι δύο ἐπιστολὲς τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη, τῆς ἡγετικῆς μορφῆς τῶν εἰκονοφίλων κατὰ τὴ δεύτερη Εἰκονομαχία, πρὸς τὸν ᾿Αντώνιο· πρόκειται γιὰ τὶς ἐπιστολὲς 462 (᾿Αντωνίῳ τοῦ Δυρραχίου) καὶ 542 (᾿Αντωνίῳ ἐπισκόπῳ), σύμφωνα μὲ τὴν ἀρίθμηση ποὺ ἔλαβαν κατὰ τὴν πρόσφατη κριτική τους ἔκδοση. ῍Αν καὶ ἡ ταύτιση τοῦ παραλήπτη αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Δυρραχίου ᾿Αντώνιο, ποὺ καθίσταται γνωστὸς ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας τῆς Θεσσαλονίκης, εἶχε παλαιότερα ἀμφισβητηθεῖ, σήμερα ἔχει γίνει καθολικὰ ἀποδεκτή· τὴν ταύτιση αὐτή, ἐξάλλου, ἐπιρρωνύει ἡ σύνδεση τῶν πληροφοριῶν ποὺ παρέχει ὁ ἐν λόγῳ Βίος μὲ μαρτυρίες ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς δύο ἐπιστολές.
Στὴν πρώτη ἐπιστολή, γιὰ τὴν ὁποία πρέπει νὰ θεωρηθεῖ βέβαιο ὅτι εἶχε σταλεῖ στὸν ᾿Αντώνιο κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας του στὸ Δυρράχιο, δηλ. πρὸ τοῦ 815, ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀπαντᾆ μὲ ἀπολογητικὸ ὕφος σὲ προηγούμενη μακροσκελῆ ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Αντωνίου σχετικὰ μὲ ἕνα περιστατικὸ κανονικῆς φύσεως. Τὸ γενικότερο ὕφος τῆς ἐπιστολῆς εἶναι ἰδιαίτερα θερμὸ καὶ διακρίνεται ἀπὸ μία τάση ἐγκωμιασμοῦ τοῦ προσώπου τοῦ ᾿Αντωνίου, μὲ χαρακτηρισμοὺς ποὺ φανερώνουν τὴν ἰδιαίτερη ἐκτίμηση καὶ τὸν σεβασμὸ τοῦ ὁσίου Θεοδώρου πρὸς αὐτόν.
Τὸ ἴδιο πνεῦμα διακρίνει καὶ τὴ δεύτερη ἐπιστολή, ἡ χρονολόγηση τῆς ὁποίας, μὲ βάση ἐσωτερικὲς μαρτυρίες, προσδιορίζεται στὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ Μιχαὴλ Β¢, καὶ εἰδικότερα μεταξὺ τοῦ Μαΐου τοῦ 826 καὶ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, ποὺ συνιστᾆ τὴν ἡμερομηνία θανάτου τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη. ῾Η θερμότητα τοῦ ὕφους τῶν δύο ἐπιστολῶν τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη, ἐπιτρέπει τὴ διατύπωση τῆς ὑποθέσεως, ὅτι οἱ δύο ἄνδρες συνδέονταν μὲ παλαιὰ προσωπικὴ φιλία, ποὺ εἶχε ἴσως ἀναπτυχθεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐξορίας τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη στὴ Θεσσαλονίκη τὸ ἔτος 797, λόγῳ τοῦ σχίσματος τῆς ζευξιμοιχείας τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Στ¢. ῾Ο ἴδιος, ἄλλωστε, σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸ θεῖο του Πλάτωνα, περιγράφει ἀρκετὰ ἀναλυτικὰ τὴν ἄφιξή του στὴν πόλη καὶ τὴ θερμὴ ὑποδοχὴ ποὺ τοῦ ἐπιφύλαξαν τόσο ὁ ὕπαρχος τῆς Θεσσαλονίκης ὅσο καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπός της.
῎Εμμεση ἀναφορὰ στὸν ᾿Αντώνιο, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας του στὴ Μητρόπολη Δυρραχίου, συναντοῦμε καὶ στὴν ἐπιστολὴ 543 τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη πρὸς τὸ μοναχὸ Διονύσιο, ὁ ὁποῖος εἶχε δεχθεῖ τὶς νουθεσίες τοῦ θεοφιλεστάτου ἡμῶν πατρὸς καὶ ἀρχιεπισκόπου τοῦ Δυρραχίου κατὰ τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως, ἀλλά, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς ἐπιστολῆς, δίχως ἀποτέλεσμα.
᾿Ιδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔχει γι᾿ αὐτὴν τὴν περίοδο καὶ ἡ δημοσίευση μιᾆς ἀρχιεπισκοπικῆς σφραγίδος τοῦ Δυρραχίου, τὸ χασματῶδες κείμενο τῆς ὁποίας ἀποκαταστάθηκε ὡς ἑξῆς: “† Θεοτόκε βοήθει ..../ίῳ ἀρχιε/[π]ισκό(πῳ) Δυρ/ραχιω(τῶν)”· ἡ κατοχή της πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ κατὰ πᾆσα πιθανότητα στὸν ᾿Αντώνιο τὸν ὁμολογητή, κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας του στὸ θρόνο τοῦ Δυρραχίου.
Τὴ διήγησή του γιὰ τὴν ἀρχιερατεία τοῦ ᾿Αντωνίου στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τοῦ Δυρραχίου, διακόπτει αἰφνιδίως ὁ Γρηγόριος κληρικός, γιὰ νὰ ἀναφερθεῖ στὴν ἀναζωπύρωση τῆς Εἰκονομαχίας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος Ε¢, δύο χρόνια μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο. Γίνεται ἐκτενὴς μνεία τοῦ διωγμοῦ τοῦ Λέοντος Ε¢, ποὺ ἐξιστορεῖται μὲ τὰ πιὸ μελανὰ χρώματα, ἐνῶ στὴ συνέχεια ἡ διήγηση ἐπικεντρώνεται στὸν ἀντιρρητικὸ λόγο ποὺ ἐξεφώνησε ὁ ᾿Αντώνιος ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος. ῎Εχει ὡστόσο ἐπισημανθεῖ ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα στὴν παράδοση τοῦ κειμένου αὐτοῦ τοῦ ἀντιρρητικοῦ λόγου. Πρόκειται γιὰ τὴν παράδοση δύο τελείως διαφορετικῶν κειμένων, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ σωζόμενο στὸν ἀρχικὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἐμφανίζει καὶ μεγάλη ἐξάρτηση ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Μ. Φωτίου πρὸς τὸν βασιλέα τῶν Βουλγάρων, Μιχαήλ. Τὸ περιεχόμενο ἐντούτοις καὶ τῶν δύο ἀντιρρητικῶν λόγων, ποὺ παραδίδονται ὡς ἐκφωνηθέντες ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο ᾿Αντώνιο, ἐμφανίζει ἐναργῶς τὴν ἴδια χριστολογικὴ βάση ποὺ χρησιμοποιεῖται καὶ σὲ παρόμοιους ἀντιρρητικοὺς λόγους ἄλλων ἁγίων τῆς εἰκονομαχικῆς περιόδου.
῾Η ἀπάντηση τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορος, μετὰ τὴ σθεναρὴ στάση τοῦ ᾿Αντωνίου, ἦταν σκληρὰ βασανιστήρια, ποὺ τοῦ ἐπέφεραν ἀνίατες πληγὲς καὶ κλόνισαν τὴν ὑγεία του, καὶ τέλος ἡ καταδίκη του σὲ ἐξορία.
῾Ωστόσο, μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Λέοντος Ε¢ ἀπὸ τὸ Μιχαὴλ Β¢ καὶ τὴν ἀνάρρηση τοῦ δευτέρου στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, τὰ Χριστούγεννα τοῦ 820, ὁ ᾿Αντώνιος ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία, ἐνῶ δύο περίπου δεκαετίες ἀργότερα, μετὰ τὴν παρέλευση “τοῦ τῆς αἱρέσεως δεινοῦ χειμῶνος”, ὁ ᾿Αντώνιος ἐξελέγη ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, πράξη ποὺ τὸν ἀποκαθιστοῦσε στὸ ἀρχιεπισκοπικὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο εἶχε στερηθεῖ βίαια κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Λέοντος Ε¢.
Τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Αντωνίου ὡς ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ἀναγράφεται στὴ δέκατη θέση, στὸν κατάλογο τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, ἑνὸς πολὺ σημαντικοῦ ὑστεροβυζαντινοῦ κειμένου (15ος αἰ.) γιὰ τὴν ἐπισκοπικὴ καὶ τὴν ἐν γένει ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τῆς Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα μὲ αὐτό, προκάτοχός του ὑπῆρξε ὁ Λέων ὁ Φιλόσοφος ἢ Μαθηματικός, ποὺ διετέλεσε ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ἀπὸ τὴν ἄνοιξη τοῦ 840 ὡς τὸ τέλος τῆς Εἰκονομαχίας, τὴν ἄνοιξη τοῦ 843· γιὰ τὸν διάδοχο ὅμως τοῦ ᾿Αντωνίου παρουσιάζεται ἀρκετὴ σύγχυση στοὺς συγχρόνους καταλόγους, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους, ἀγνοώντας ἴσως τὸ κείμενο τοῦ Συνοδικοῦ, ἀναγράφουν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλείου τοῦ ὁμολογητῆ. ῾Ωστόσο, θὰ πρέπει κατὰ τὴ γνώμη μας νὰ θεωρηθεῖ ἀκριβὴς ἡ σειρὰ ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ Συνοδικὸν στὸ σημεῖο αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο τὸν ᾿Αντώνιο διαδέχθηκε ὁ Σισίνιος καὶ ἐν συνεχεία ὁ Στέφανος (ἀρ. 11 καὶ 12 ἀντίστοιχα), τὰ ὀνόματα τῶν ὁποίων ἀπουσιάζουν ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους συγχρόνους καταλόγους τῶν ἐπισκόπων τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ ὄχι ὁ Βασίλειος ὁ ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀρχιεράτευσε ἀρκετὰ χρόνια ἀργότερα, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 862 καὶ 866.
῾Ωστόσο, ἡ ἀρχιεπισκοπικὴ θητεία τοῦ ᾿Αντωνίου, μετὰ τὴν ἐκλογή του στὸ θρόνο τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ὑπῆρξε βραχύβια. Στὸ Βίο τονίζεται πὼς ὁ ᾿Αντώνιος ὁ ὁμολογητὴς δὲν πρόλαβε νὰ ἐκτελέσει οὔτε κἂν τὰ λειτουργικὰ ἀρχιερατικά του καθήκοντα, παρὰ μόνο τὴ χειροτονία ἑνὸς κληρικοῦ, τὸν ὁποῖο “ἀσυγκρίτῳ πίστει πρὸς τὸν κεχειροτονηκότα κινούμενοι οἱ τῆς καθ᾿ ἡμᾆς ἐκκλησίας ἀκρότητος, τῷ ἐπωνύμῳ τοῦ κεχειροτονηκότος παρωνύμως ὠνόμασαν, εἰς μνήμην αἰωνίαν... ἔχειν τοῦτο γλιχόμενοι”. ῾Ο ὁσιακὸς θάνατος τοῦ ᾿Αντωνίου ἐπῆλθε λίγους μόλις μῆνες μετὰ τὴν ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων “τῇ δευτέρᾳ τοῦ Νοεμβρίου τῆς ἑβδόμης ἰνδικτιῶνος”, δηλαδὴ στὶς 2 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 844.
῾Η διήγηση τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ συνεχίζεται μὲ μία πολὺ σημαντικὴ πληροφορία γιὰ τὴν ταφὴ τοῦ ἱεροῦ σκήνους τοῦ ᾿Αντωνίου. Τὸ “πανάγιον καὶ ἀθλητικώτατον αὐτοῦ σῶμα” ἐνταφιάσθηκε στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Δημητρίου καί, πιὸ συγκεκριμένα, στὸ ταφικὸ παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. ῾Η πληροφορία αὐτὴ συνιστᾆ τὴ μοναδικὴ γραπτὴ πηγὴ ποὺ διαθέτουμε σχετικὰ μὲ τὴ χρήση αὐτοῦ τοῦ παρεκκλησίου ὡς ταφικοῦ προσκτίσματος. ᾿Επιπλέον, ἡ μαρτυρία τοῦ βιογράφου Γρηγορίου, ὅτι 46 χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ᾿Αντωνίου μεταφέρθηκε γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ στὸν ἴδιο τάφο τὸ σκήνωμα ἑνὸς ἀκόμη ἀρχιεπισκόπου τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος δὲν κατονομάζεται -εἶναι ὡστόσο βέβαιο πὼς πρόκειται γιὰ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Μεθόδιο, ποὺ ἀναφέρεται καὶ στὸ Βίο τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου-, ἀποκαλύπτει τὴν καθιέρωση τῆς χρήσεως τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου γιὰ τὴν ταφὴ ἀρχιεπισκόπων τῆς Θεσσαλονίκης. ῾Η χρησιμοποίηση αὐτοῦ τοῦ παρεκκλησίου ποὺ βρισκόταν “ἐν τοῖς λαιοῖς μέρεσι” ὡς ταφικοῦ χώρου, ἔχει ἀσφαλῶς ἄμεση σχέση μὲ τὸ κιβώριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τῶν πηγῶν, βρισκόταν στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ (“πρὸς τοῖς λαιοῖς πλευροῖς”) τοῦ ναοῦ.
῾Η πληροφορία αὐτὴ ἐπαληθεύθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχαιολογικὴ ἔρευνα. Οἱ Γ. καὶ Μ. Σωτηρίου ἐντόπισαν στὴ βόρεια πλευρὰ τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου τρία παρεκκλήσια, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ πρῶτο, ἀρχαιότερο τῶν δύο ἄλλων, εἶναι νεκρικὸ πρόσκτισμα καὶ στὸ δάπεδό του βρέθηκαν δύο πλινθόκτιστοι τάφοι. ᾿Απὸ τοὺς δύο ἐρευνητὲς εἶχε ἐκφρασθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι “εἰς ἓν ἐκ τῶν τριῶν παρεκκλησίων τούτων, τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν ἀριστερὰν (βορείαν) πλευρὰν τῆς βασιλικῆς, πρέπει ν᾿ ἀναζητήσωμεν τὸ ναΰδριον τοῦ Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου, εἰς τὸ ὁποῖον, συμφώνως πρὸς τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν Βίον τῆς ἁγίας Θεοδώρας, ἐτάφη ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αντώνιος (843)”. ῾Ο Στ. Πελεκανίδης, σὲ μεταγενέστερη ἀνασκαφή, ἔφερε στὸ φῶς καὶ ἄλλο νεκρικὸ πρόσκτισμα στὴ βόρεια πλευρὰ τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, κάτω ἀπὸ τὸ δάπεδο τοῦ ὁποίου “ἀνεσκάφησαν ὀκτὼ τάφοι κιβωτιόσχημοι ἀνὰ δύο”. Μὲ τὶς ἀνασκαφὲς αὐτὲς ἐπιβεβαιώθηκε ὁ ἰσχυρισμὸς γιὰ τὴν ἐκτεταμένη χρησιμοποίηση τῶν προσκτισμάτων τῆς βόρειας πλευρᾆς τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὡς ταφικῶν παρεκκλησίων γιὰ τὸν ἐνταφιασμὸ ἀρχιεπισκόπων τῆς Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ κατὰ πᾆσα πιθανότητα καὶ ἄλλων ἐπισήμων προσώπων τῆς πόλεως.
῾Η ἀπόφαση νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ σκῆνος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Μεθοδίου στὸν ἴδιο τάφο, ὅπου εἶχε κατατεθεῖ καὶ τὸ λείψανο τοῦ ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀποκαλυφθεῖ στοὺς παρευρισκομένους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Γρηγόριος, πιθανότατα μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ διακόνου, ὅτι τὸ λείψανο τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αντωνίου εἶχε διαφυλαχθεῖ ἐπὶ 46 χρόνια μετὰ τὸν ἐνταφιασμό του, ἄφθαρτο: “῞Οπερ ἅγιον λείψανον μέχρι τοῦ νῦν Χριστὸς εἰς δόξαν αὐτοῦ διαφυλάττει σῷον καὶ ἀδιάλυτον... εὕρομεν τὸ πανάγιον ᾿Αντωνίου σῶμα μεθ᾿ ὧν κεκόσμητο ἀρχιερατικῶν ἐπίπλων σχεδὸν ἅπαν ὁλόκληρον καὶ ἀμείωτον...”.
῾Ως στοιχεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα πιστοποιεῖται ἡ ἁγιότητα τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αντωνίου, ὁ Γρηγόριος κληρικὸς χρησιμοποίησε τὴν ὁμολογία τῆς ὀρθόδοξης πίστεως καὶ διδασκαλίας γιὰ τὴν τιμὴ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τὴν ὁποία τεκμηριώνει μὲ τὴν παράθεση τοῦ κειμένου τοῦ ἀντιρρητικοῦ λόγου πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα Ε¢, καὶ τὴν ἀφθαρσία τοῦ λειψάνου του, ὅπως εἶχε ἀποκαλυφθεῖ περίτρανα καὶ στὸν ἴδιο. Πρόκειται γιὰ κριτήρια ἁγιότητος εὐρύτατα διαδεδομένα κατὰ τὴν εἰκονομαχικὴ καὶ μεταεικονομαχικὴ περίοδο, ὅπως διαπιστώνεται ἀπὸ τὴν ἔρευνα τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων ποὺ γράφτηκαν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν.
῍Αν καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ δὲν ἐγγράφηκε στὸ Συναξάριο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὔτε καὶ στὸ Τυπικὸν τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, ὡστόσο ἔχει συμπεριληφθεῖ σὲ νεωτέρους καταλόγους τῶν ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης, καθὼς ἐπίσης καὶ στὴ δεύτερη ἀκολουθία ποὺ συνέταξε ὁ μακαριστὸς ὑμνογράφος τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, πρὸς τιμὴν “πάντων τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ ἁγίων”.
῾Η μοναδικὴ γνωστὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ εἶναι ἡ σύγχρονη τοιχογραφία του στὴν κάτω ζώνη τοῦ δευτέρου δεξιοῦ πεσοῦ στὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, στὴ Θεσσαλονίκη.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
6 Νοεμβρίου
ΠΑΥΛΟΣ ὁ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ,
ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (4ος αἰ.)
῾Ο ἅγιος Παῦλος ὁ ὁμολογητής, ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, καταγόταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη. ῎Εζησε τὸν 4ο αἰώνα, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ, καὶ ὑπῆρξε ὁ ἐκπρόσωπος τῶν ὀρθοδόξων ἐνάντια στὴ στάση τοῦ αὐτοκράτορος Κώνσταντος καὶ τοῦ αἱρετικοῦ ἀντιπάλου του στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Μακεδονίου. ῾Υπῆρξε φίλος τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου μὲ τὸν ὁποῖο βρέθηκαν ἐπανειλημμένως ἐκδιωγμένοι στὴ Ρώμη.
῞Οταν στὸ θρόνο τοῦ ἀνατολικοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους ἀνῆλθε ὁ Κωνστάντιος, ἄρχισαν νέοι διωγμοὶ ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ ᾿Αρείου κατὰ τῶν ὀρθοδόξων καὶ ὁ Μέγας ᾿Αθανάσιος κατέφυγε στὴ Δύση. ῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ᾿Αλέξανδρος, μετὰ ἀπὸ ἀρχιερατεία εἰκοσιτριῶν ἐτῶν καὶ σὲ ἡλικία ἐνενηνταοκτὼ ἐτῶν, καθὼς πλησίαζε τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, δὲν χειροτόνησε κανένα ὡς διάδοχό του, ἀλλὰ ὡς παρακαταθήκη πρότεινε στὸ λαό, ἐὰν ἤθελαν ὡς νέο ἀρχιεπίσκοπο κάποιον ποὺ νὰ διέθετε ἄριστα διδακτικὰ προσόντα καὶ ἐνάρετο βίο, νὰ ἐκλέξουν τὸν Παῦλο, τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος εἶχε χειροτονήσει πρεσβύτερο· ἐὰν ὅμως ἤθελαν κάποιον μὲ σεμνότητα στὸ σχῆμα καὶ κοσμιότητα στὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση, νὰ ἐκλέξουν τὸ Μακεδόνιο. ῎Ετσι ξέσπασε ἔντονη φιλονικία μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ, ποὺ ὑποστήριζαν τὸ Μακεδόνιο, καὶ τῆς ὀρθόδοξης μερίδας, ποὺ ἐπιθυμοῦσε ὡς ἀρχιεπίσκοπο τὸν Παῦλο. ᾿Ασφαλῶς δὲν πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ὁ ᾿Αλέξανδρος πρότεινε διάδοχό του τὸ Μακεδόνιο, ὁ ὁποῖος ἐμφανιζόταν ὡς ἀρειανίζων, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε προσυπογράψει τὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας. ῾Απλὰ ὁ Μακεδόνιος μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ᾿Αλεξάνδρου στράφηκε πρὸς τοὺς ἀρειανίζοντες, προσπαθώντας νὰ ἀνέλθει μὲ κάθε τρόπο στὸν οἰκουμενικὸ θρόνο. Τελικὰ ὅμως ἐπικράτησαν οἱ ὀρθόδοξοι καὶ ἐξελέγη ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε στὸ ναὸ τῆς ἁγίας Εἰρήνης τῆς παλαιᾆς.
῾Ο αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ποὺ εἶχε μεταβεῖ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴν ᾿Αντιόχεια, μόλις ἐπέστρεψε καὶ πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Παῦλος εἶχε χειροτονηθεῖ χωρὶς τὴν σύμφωνη γνώμη του, ὀργίστηκε. Δὲν ἤθελε γιὰ πατριάρχη οὔτε τὸν Παῦλο, οὔτε ὅμως καὶ τὸ Μακεδόνιο. ᾿Αμέσως συνεκάλεσε τὸ 340 ἢ 341 καὶ ὄχι τὸ 338, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθεῖ, σύνοδο μὲ ἀρειανίζοντες ἱεράρχες, ὅπου καταψηφίστηκε ἡ ἐκλογὴ τοῦ Παύλου καὶ ὁρίστηκε ἡ ἀντικατάστασή του ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο, μητροπολίτη Νικομηδείας. ῾Ο αὐτοκράτορας στὴ συνέχεια ἐπέστρεψε στὴν ᾿Αντιόχεια. ῾Ο νέος πατριάρχης, ὁ Εὐσέβιος, θέλησε ἀμέσως νὰ βρεῖ τὴν ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἐξοβελίσει ἀπὸ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ “ὁμοούσιον”.
Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ ποὺ ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος στὴν ᾿Αντιόχεια, συγκεντρώθηκαν ἐνενήντα ἤ, σύμφωνα μὲ μερικοὺς ἱστορικούς, ἐνενήντα ἑπτὰ ἀρχιερεῖς, καὶ συγκροτήθηκε σύνοδος, παρόντος τοῦ Κωνσταντίου, χωρὶς ὅμως τὴν παρουσία τοῦ Μαξίμου, ἐφόρου τῶν ῾Ιεροσολύμων, καὶ τοῦ πάπα Ρώμης ᾿Ιουλίου, ἢ κάποιου ἐκπροσώπου του. Στὴ σύνοδο μὲ κάθε τρόπο ἐπίσπευσαν τὴν καταδίκη τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου, γιὰ δῆθεν ἀντικανονικὲς ἐνέργειες -διότι θεωρήθηκε ὑπεύθυνος γιὰ τὴν αἱματοχυσία ποὺ προκάλεσε ἡ στάση κατὰ τὴν εἴσοδό του καὶ τέλος γιὰ τὰ ὅσα συνέβησαν στὴν Τύρο-, τὸν ἀντικατέστησαν καὶ στὴ θέση του τοποθέτησαν κάποιον ὁμόφρονά τους, τὸ Γρηγόριο ᾿Εμεσηνό. Ταυτόχρονα, μέσα ἀπὸ 25 κανόνες ποὺ καταρτίσθηκαν στὴ σύνοδο τῆς ᾿Αντιοχείας, προχώρησαν καὶ στὸν “μεταπλασμὸν τῆς πίστεως”, παίρνοντας ἀποφάσεις ἀντίθετες πρὸς τὸ δόγμα τῆς Νικαίας, ἀποβάλλοντας τὰ περὶ “ὁμοουσίου” ὁρισθέντα.
᾿Αφοῦ περατώθηκε ἡ σύνοδος, ὁ Εὐσέβιος μετέβη στὴ Ρώμη γιὰ νὰ ἀποσπάσει μὲ τεχνάσματα τὴ σύμφωνη γνώμη τοῦ πάπα ᾿Ιουλίου γιὰ τὴν καταδίκη τοῦ ᾿Αθανασίου, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Στὸ μεταξὺ στὴ Ρώμη εἶχαν καταφύγει ὁ Παῦλος, πολλοὶ ὁμόφρονές του ἀρχιερεῖς ποὺ εἶχαν ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο, καθὼς καὶ ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος. ῾Ο ᾿Ιούλιος, μόλις ἔμαθε ὅτι πρόκειται γιὰ μεθοδεύσεις καὶ συκοφαντίες, ἔστειλε πίσω στὶς ἐπαρχίες τους τοὺς ἐκδιωχθέντες ἀρχιερεῖς ἀποκαθιστώντας τους, ἀφοῦ τοὺς κατοχύρωσε μὲ σχετικὲς ἐπιστολές. ῾Ο Παῦλος ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ ἐκδιώχθηκε ὁ Εὐσέβιος, ἀλλὰ οἱ ἀρειανίζοντες χειροτόνησαν ἀρχιεπίσκοπο τὸ Μακεδόνιο, γνωστὸ γιὰ τὶς αἱρετικές του ἀπόψεις περὶ “ὁμοουσίου” καὶ ῾Αγίου Πνεύματος, στὸ ναὸ ποὺ σήμερα εἶναι ἀφιερωμένος στὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ ὁμολογητῆ.
῾Ο Μ. ᾿Αθανάσιος ἐπανῆλθε καὶ αὐτὸς στὸ θρόνο του στὴν ᾿Αλεξάνδρεια· οἱ ἀρειανίζοντες ὅμως ἀρχιερεῖς ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ στὴν ᾿Αντιόχεια γιὰ νὰ ἀντικρούσουν τὸν πάπα Ρώμης ᾿Ιούλιο, ἔστειλαν τὸν προκάτοχό του Γρηγόριο ἐκεῖ. ῾Ο στρατηγὸς τῆς ᾿Αλεξάνδρειας συγκέντρωσε ἑπτὰ χιλιάδες στρατό, δείχνοντας ἔτσι τὶς ἐχθρικὲς διαθέσεις του πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου. Μόλις τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ ᾿Αθανάσιος κατέφυγε καὶ πάλι στὴ Ρώμη. ῾Ο αὐτοκράτορας Κωνστάντιος, μόλις πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Παῦλος ἀποκαταστάθηκε στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διέταξε τὸν ῾Ερμογένη τὸ στρατηλάτη, νὰ μεταβεῖ ἀπὸ τὴ Θράκη στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ τὸν ἐκδιώξει ἀπὸ τὴν πόλη. ῾Ο λαός, ὅμως, ποὺ δὲν συμφωνοῦσε μ᾿ αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, κατέκαυσε τὴν οἰκία του καὶ θανάτωσε τὸν ἴδιο. Μόλις ἔμαθε ὁ Κωνστάντιος τὰ ὅσα συνέβησαν, κατέλαβε ὁ ἴδιος τὴν Κωνσταντινούπολη, ἐξόρισε τὸν Παῦλο καὶ τιμώρησε τὸ λαὸ μειώνοντας στὸ μισὸ τὸ “σιτηρέσιον”, τὸ ὁποῖο εἶχε καθιερώσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καὶ περιλάμβανε δωρεὰν διανομὴ ὀγδόντα χιλιάδων ἄρτων ἡμερησίως στοὺς κατοίκους τῆς πόλεως.
῾Ο Παῦλος ἐπέστρεψε στὴ Ρώμη καὶ παρέμεινε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸ Μ. ᾿Αθανάσιο· ἀνέφερε στὸν πάπα Ρώμης τὰ συμβάντα καὶ ἀφοῦ ἐφοδιάστηκε μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κώνστα, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. ῾Ο αὐτοκράτωρ Κωνστάντιος ὅμως διέταξε τὸν ὕπαρχο Φίλιππο νὰ τὸν ἐξορίσει καὶ νὰ ἐπανέλθει στὸ θρόνο ὁ Μακεδόνιος. ῾Ο Φίλιππος μὲ δόλο παγίδευσε τὸν Παῦλο, προσκαλώντας τον γιὰ δῆθεν κοινωφελῆ λόγο στὸ λουτρὸ Ζεύξιππος, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, ἀφοῦ τὸν συνέλαβε, τὸν ἐξόρισε στὴ γενέτειρά του Θεσσαλονίκη. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ μὲ τὴν ἄμεση ἐμπλοκὴ τοῦ Μακεδονίου καὶ τὴν ὑποστήριξη τοῦ στρατοῦ φονεύθηκαν τρεῖς χιλιάδες ἑκατὸν πενήντα ἄτομα. Μεταξὺ τῶν σφαγιασθέντων ὁ Βίος τοῦ πατριάρχη Παύλου κατονομάζει δύο ὑπογραφεῖς του, τὸν Μαρκιανὸ καὶ τὸν Μαρτύριο. ῎Ετσι ἐπανῆλθε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Μακεδόνιος καὶ στὸ ἴδιο χρονικὸ διάστημα ὁ Κωνστάντιος συνέχισε τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς ῾Αγίας Σοφίας.
Μετὰ ἀπὸ σύντομο χρονικὸ διάστημα ὁ Παῦλος βρέθηκε γιὰ τρίτη φορὰ στὴ Ρώμη καὶ μαζὶ μὲ τὸν ᾿Αθανάσιο διηγήθηκαν στὸν αὐτοκράτορα Κώνστα ὅσα εἶχαν ὑποστεῖ. ῾Ο Κώνστας ἔστειλε ἐπιστολὴ στὸν ἀδελφό του, ζητώντας νὰ στείλει τρεῖς ἐπισκόπους καὶ νὰ τὸν πληροφορήσουν γιὰ ὅσα εἶχαν πράξει ὁ Παῦλος καὶ ὁ ᾿Αθανάσιος καὶ νὰ φέρουν μαζί τους τὴν ἔγγραφη ἔκθεση τῆς πίστεως. ᾿Εστάλησαν τέσσερις ἐπίσκοποι, ὁ Νάρκισσος ἀπὸ τὴν Κιλικία, ὁ Θεόδωρος ἀπὸ τὴ Θράκη, ὁ Μάρης ἐπίσκοπος Χαλκηδόνος καὶ ὁ Μάρκος ὁ Σύρος. Μόλις ἔφθασαν στὴ Ρώμη δὲν τόλμησαν νὰ ἀναφερθοῦν στὸν Παῦλο καὶ τὸν ᾿Αθανάσιο καὶ ἀπέκρυψαν ὅλα ὅσα εἶχαν ἀποφασίσει στὴν σύνοδο τῆς ᾿Αντιοχείας, συνθέτοντας καὶ παραδίδοντας στὸν Κώνστα διαφορετικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο δὲν προσέβαλε τὴ διδασκαλία περὶ “ὁμοουσίου”.
῎Επειτα ἀπὸ τρία χρόνια, οἱ ἐπίσκοποι τῆς ᾿Ανατολῆς συναθροίσθηκαν καὶ συνέταξαν ἄλλη ἔκθεση πίστεως, τὴν ὁποία ἔστειλαν στὴν ᾿Ιταλία. ᾿Εμπνευστὲς καὶ συντάκτες της ὑπῆρξαν ὁ Εὐδόξιος ἐπίσκοπος Γερμανικείας, ὁ Μαρτύριος καὶ ὁ Μακεδόνιος ἐπίσκοπος Μοψουεστίας. Οἱ ἐπίσκοποι τῆς Δύσεως δὲν δέχθηκαν αὐτὴ τὴ μεταβολὴ καὶ παρέμειναν πιστοὶ στὸ σύμβολο Πίστεως τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας. ῾Η ταραχὴ καὶ ἡ σύγχυση ποὺ ἀκολούθησε, ἐπέβαλε τὴν σύγκληση συνόδου, μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη καὶ τῶν δύο αὐτοκρατόρων, ἕνδεκα χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου.
Στὴ Σαρδικὴ συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι ἐπίσκοποι ἀπὸ τὴ Δύση καὶ μόλις ἑβδομήντα ἕξι ἀπὸ τὴν ᾿Ανατολή. Οἱ ἐπίσκοποι τῆς ᾿Ανατολῆς δὲν ἤθελαν νὰ συνεδριάσουν, διότι παρευρίσκονταν ἐκεῖ καὶ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος. ᾿Επειδὴ προκλήθηκε ζήτημα ἀπὸ τὴν ἀδιαλλαξία καὶ τῶν δύο πλευρῶν, οἱ ἐπίσκοποι τῆς ᾿Ανατολῆς ἀποχώρησαν καὶ συνεδρίασαν στὴ Μακεδονία, ὅπου ἀναθεμάτισαν τὸ “ὁμοούσιον”. Οἱ ἐπίσκοποι ποὺ συγκεντρώθηκαν στὴ Σαρδικὴ καταδίκασαν τὸ νέο κείμενο, καθαίρεσαν τοὺς ἐπισκόπους ποὺ συνῆλθαν στὴ Μακεδονία ὡς αἱρετικοὺς καὶ ἐπικύρωσαν τὸ δόγμα τῆς Νικαίας. ῾Ο Κώνστας ἔστειλε ἐπιστολὲς στὸν ἀδελφό του Κωνστάντιο καὶ τὸν παρακίνησε νὰ ἀλλάξει στάση καὶ νὰ ἀποκαταστήσει στοὺς θρόνους τους τὸν Παῦλο καὶ τὸν ᾿Αθανάσιο, ἀπειλώντας τον ὅτι θὰ ἐπενέβαινε μὲ τὴ δύναμη τῶν ὅπλων. ᾿Αποτέλεσμα αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν ἦταν νὰ ἐπανέλθουν στὶς θέσεις τους οἱ δύο πατέρες καὶ νὰ ἐπακολουθήσει πρόσκαιρη γαλήνη.
Τέσσερα χρόνια μετὰ τὴ σύνοδο τῆς Σαρδικῆς, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Κώνστα στὸ Δυτικὸ Ρωμαϊκὸ κράτος, ξέσπασε καὶ πάλι ἡ λαίλαπα τῆς διδασκαλίας τοῦ ᾿Αρείου. ῾Ο ᾿Αθανάσιος ἀντικαταστάθηκε στὸ θρόνο ἀπὸ τὸ Γρηγόριο καὶ ὁ Παῦλος ἐξορίστηκε στὴν Κουκουσὸ τῆς ᾿Αρμενίας. ᾿Εκεῖ, τὸ 350, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Παῦλος, ὁ ὁποῖος τιμήθηκε ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία μὲ τὸν τίτλο τοῦ ὁμολογητῆ, μαρτύρησε διὰ στραγγαλισμοῦ ἀπὸ ἀρειανούς. Στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπανῆλθε ὁ Μακεδόνιος, ὁ ὁποῖος προχώρησε καὶ πάλι σὲ βιαιοπραγίες κατὰ τοῦ ὀρθόδοξου πληθυσμοῦ.
῾Η αἵρεση τοῦ ᾿Αρείου ἐξακολούθησε νὰ διατηρεῖ σχεδὸν ἀπόλυτη ἰσχὺ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίου καὶ τοῦ Οὐάλη. Μὲ τὴν ἄνοδο ὅμως τοῦ Μ. Θεοδοσίου τὰ πράγματα ἀντιστράφηκαν καὶ ἡ ᾿Ορθοδοξία κυριάρχησε ἔναντι τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ. Μὲ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα τὸ λείψανο τοῦ ὁμολογητῆ καὶ μάρτυρος Παύλου μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν Κουκουσὸ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τοποθετήθηκε στὸ ναὸ τῆς ἁγίας Εἰρήνης ποὺ εἶχε ἀνεγείρει ὁ ἴδιος ὁ Μακεδόνιος, ὁ σφοδρὸς ἀντίπαλός του. ῾Η μνήμη του τιμᾆται ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία στὶς 6 Νοεμβρίου, ἐνῶ στὶς συναξαριακὲς συλλογὲς τῆς Δύσεως ἡ μνήμη του ἀναγράφεται στὶς 7 ᾿Ιουνίου.
Τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Παύλου Α¢ ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ὁμολογητῆ, διέσωσε στὴ Βιβλιοθήκη του ὁ Μ. Φώτιος, ἐνῶ ἀργότερα γράφτηκε ἀνάλογο ἔργο καὶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸ Μεταφραστή. Σώζεται καὶ τρίτος Βίος, καθὼς ἐπίσης καὶ πανηγυρικὸς ἀπὸ τὸν ᾿Ιωάννη Ξιφιλίνο καὶ μία Κατήχηση ἀπὸ τὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸ Στουδίτη.
᾿Ιδιαίτερα σημαντικὴ ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ βρέθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ χρονολογεῖται στὸν 9ο/10ο αἰ., στὴν ὁποία γίνεται μνεία ὑπάρξεως ναοῦ ἀφιερωμένου στὴ μνήμη τοῦ ὁσίου Παύλου Α¢ ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως: † Ναὸς σεβάσμιος τοῦ ἐν ἁγίοις [πατρός] ἡμῶν καὶ ἀρχηεπισκόπου Κωνσταντινουπ[όλεως Παύλου τοῦ ῾Ομολογιτοῦ †]. ᾿Απὸ τοὺς ἐκδότες τῆς ἐπιγραφῆς ἔχει διατυπωθεῖ μὲ ἐπιφυλάξεις ἡ ἄποψη πὼς ὁ ναὸς ποὺ ἀναφέρεται σ᾿ αὐτήν, βρισκόταν στὴ Θεσσαλονίκη.
ΠΑΥΛΟΣ ὁ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ,
ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (4ος αἰ.)
῾Ο ἅγιος Παῦλος ὁ ὁμολογητής, ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, καταγόταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη. ῎Εζησε τὸν 4ο αἰώνα, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ, καὶ ὑπῆρξε ὁ ἐκπρόσωπος τῶν ὀρθοδόξων ἐνάντια στὴ στάση τοῦ αὐτοκράτορος Κώνσταντος καὶ τοῦ αἱρετικοῦ ἀντιπάλου του στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Μακεδονίου. ῾Υπῆρξε φίλος τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου μὲ τὸν ὁποῖο βρέθηκαν ἐπανειλημμένως ἐκδιωγμένοι στὴ Ρώμη.
῞Οταν στὸ θρόνο τοῦ ἀνατολικοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους ἀνῆλθε ὁ Κωνστάντιος, ἄρχισαν νέοι διωγμοὶ ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ ᾿Αρείου κατὰ τῶν ὀρθοδόξων καὶ ὁ Μέγας ᾿Αθανάσιος κατέφυγε στὴ Δύση. ῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ᾿Αλέξανδρος, μετὰ ἀπὸ ἀρχιερατεία εἰκοσιτριῶν ἐτῶν καὶ σὲ ἡλικία ἐνενηνταοκτὼ ἐτῶν, καθὼς πλησίαζε τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, δὲν χειροτόνησε κανένα ὡς διάδοχό του, ἀλλὰ ὡς παρακαταθήκη πρότεινε στὸ λαό, ἐὰν ἤθελαν ὡς νέο ἀρχιεπίσκοπο κάποιον ποὺ νὰ διέθετε ἄριστα διδακτικὰ προσόντα καὶ ἐνάρετο βίο, νὰ ἐκλέξουν τὸν Παῦλο, τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος εἶχε χειροτονήσει πρεσβύτερο· ἐὰν ὅμως ἤθελαν κάποιον μὲ σεμνότητα στὸ σχῆμα καὶ κοσμιότητα στὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση, νὰ ἐκλέξουν τὸ Μακεδόνιο. ῎Ετσι ξέσπασε ἔντονη φιλονικία μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ, ποὺ ὑποστήριζαν τὸ Μακεδόνιο, καὶ τῆς ὀρθόδοξης μερίδας, ποὺ ἐπιθυμοῦσε ὡς ἀρχιεπίσκοπο τὸν Παῦλο. ᾿Ασφαλῶς δὲν πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ὁ ᾿Αλέξανδρος πρότεινε διάδοχό του τὸ Μακεδόνιο, ὁ ὁποῖος ἐμφανιζόταν ὡς ἀρειανίζων, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε προσυπογράψει τὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας. ῾Απλὰ ὁ Μακεδόνιος μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ᾿Αλεξάνδρου στράφηκε πρὸς τοὺς ἀρειανίζοντες, προσπαθώντας νὰ ἀνέλθει μὲ κάθε τρόπο στὸν οἰκουμενικὸ θρόνο. Τελικὰ ὅμως ἐπικράτησαν οἱ ὀρθόδοξοι καὶ ἐξελέγη ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε στὸ ναὸ τῆς ἁγίας Εἰρήνης τῆς παλαιᾆς.
῾Ο αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ποὺ εἶχε μεταβεῖ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴν ᾿Αντιόχεια, μόλις ἐπέστρεψε καὶ πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Παῦλος εἶχε χειροτονηθεῖ χωρὶς τὴν σύμφωνη γνώμη του, ὀργίστηκε. Δὲν ἤθελε γιὰ πατριάρχη οὔτε τὸν Παῦλο, οὔτε ὅμως καὶ τὸ Μακεδόνιο. ᾿Αμέσως συνεκάλεσε τὸ 340 ἢ 341 καὶ ὄχι τὸ 338, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθεῖ, σύνοδο μὲ ἀρειανίζοντες ἱεράρχες, ὅπου καταψηφίστηκε ἡ ἐκλογὴ τοῦ Παύλου καὶ ὁρίστηκε ἡ ἀντικατάστασή του ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο, μητροπολίτη Νικομηδείας. ῾Ο αὐτοκράτορας στὴ συνέχεια ἐπέστρεψε στὴν ᾿Αντιόχεια. ῾Ο νέος πατριάρχης, ὁ Εὐσέβιος, θέλησε ἀμέσως νὰ βρεῖ τὴν ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἐξοβελίσει ἀπὸ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ “ὁμοούσιον”.
Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ ποὺ ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος στὴν ᾿Αντιόχεια, συγκεντρώθηκαν ἐνενήντα ἤ, σύμφωνα μὲ μερικοὺς ἱστορικούς, ἐνενήντα ἑπτὰ ἀρχιερεῖς, καὶ συγκροτήθηκε σύνοδος, παρόντος τοῦ Κωνσταντίου, χωρὶς ὅμως τὴν παρουσία τοῦ Μαξίμου, ἐφόρου τῶν ῾Ιεροσολύμων, καὶ τοῦ πάπα Ρώμης ᾿Ιουλίου, ἢ κάποιου ἐκπροσώπου του. Στὴ σύνοδο μὲ κάθε τρόπο ἐπίσπευσαν τὴν καταδίκη τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου, γιὰ δῆθεν ἀντικανονικὲς ἐνέργειες -διότι θεωρήθηκε ὑπεύθυνος γιὰ τὴν αἱματοχυσία ποὺ προκάλεσε ἡ στάση κατὰ τὴν εἴσοδό του καὶ τέλος γιὰ τὰ ὅσα συνέβησαν στὴν Τύρο-, τὸν ἀντικατέστησαν καὶ στὴ θέση του τοποθέτησαν κάποιον ὁμόφρονά τους, τὸ Γρηγόριο ᾿Εμεσηνό. Ταυτόχρονα, μέσα ἀπὸ 25 κανόνες ποὺ καταρτίσθηκαν στὴ σύνοδο τῆς ᾿Αντιοχείας, προχώρησαν καὶ στὸν “μεταπλασμὸν τῆς πίστεως”, παίρνοντας ἀποφάσεις ἀντίθετες πρὸς τὸ δόγμα τῆς Νικαίας, ἀποβάλλοντας τὰ περὶ “ὁμοουσίου” ὁρισθέντα.
᾿Αφοῦ περατώθηκε ἡ σύνοδος, ὁ Εὐσέβιος μετέβη στὴ Ρώμη γιὰ νὰ ἀποσπάσει μὲ τεχνάσματα τὴ σύμφωνη γνώμη τοῦ πάπα ᾿Ιουλίου γιὰ τὴν καταδίκη τοῦ ᾿Αθανασίου, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Στὸ μεταξὺ στὴ Ρώμη εἶχαν καταφύγει ὁ Παῦλος, πολλοὶ ὁμόφρονές του ἀρχιερεῖς ποὺ εἶχαν ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο, καθὼς καὶ ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος. ῾Ο ᾿Ιούλιος, μόλις ἔμαθε ὅτι πρόκειται γιὰ μεθοδεύσεις καὶ συκοφαντίες, ἔστειλε πίσω στὶς ἐπαρχίες τους τοὺς ἐκδιωχθέντες ἀρχιερεῖς ἀποκαθιστώντας τους, ἀφοῦ τοὺς κατοχύρωσε μὲ σχετικὲς ἐπιστολές. ῾Ο Παῦλος ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ ἐκδιώχθηκε ὁ Εὐσέβιος, ἀλλὰ οἱ ἀρειανίζοντες χειροτόνησαν ἀρχιεπίσκοπο τὸ Μακεδόνιο, γνωστὸ γιὰ τὶς αἱρετικές του ἀπόψεις περὶ “ὁμοουσίου” καὶ ῾Αγίου Πνεύματος, στὸ ναὸ ποὺ σήμερα εἶναι ἀφιερωμένος στὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ ὁμολογητῆ.
῾Ο Μ. ᾿Αθανάσιος ἐπανῆλθε καὶ αὐτὸς στὸ θρόνο του στὴν ᾿Αλεξάνδρεια· οἱ ἀρειανίζοντες ὅμως ἀρχιερεῖς ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ στὴν ᾿Αντιόχεια γιὰ νὰ ἀντικρούσουν τὸν πάπα Ρώμης ᾿Ιούλιο, ἔστειλαν τὸν προκάτοχό του Γρηγόριο ἐκεῖ. ῾Ο στρατηγὸς τῆς ᾿Αλεξάνδρειας συγκέντρωσε ἑπτὰ χιλιάδες στρατό, δείχνοντας ἔτσι τὶς ἐχθρικὲς διαθέσεις του πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου. Μόλις τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ ᾿Αθανάσιος κατέφυγε καὶ πάλι στὴ Ρώμη. ῾Ο αὐτοκράτορας Κωνστάντιος, μόλις πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Παῦλος ἀποκαταστάθηκε στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διέταξε τὸν ῾Ερμογένη τὸ στρατηλάτη, νὰ μεταβεῖ ἀπὸ τὴ Θράκη στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ τὸν ἐκδιώξει ἀπὸ τὴν πόλη. ῾Ο λαός, ὅμως, ποὺ δὲν συμφωνοῦσε μ᾿ αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, κατέκαυσε τὴν οἰκία του καὶ θανάτωσε τὸν ἴδιο. Μόλις ἔμαθε ὁ Κωνστάντιος τὰ ὅσα συνέβησαν, κατέλαβε ὁ ἴδιος τὴν Κωνσταντινούπολη, ἐξόρισε τὸν Παῦλο καὶ τιμώρησε τὸ λαὸ μειώνοντας στὸ μισὸ τὸ “σιτηρέσιον”, τὸ ὁποῖο εἶχε καθιερώσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καὶ περιλάμβανε δωρεὰν διανομὴ ὀγδόντα χιλιάδων ἄρτων ἡμερησίως στοὺς κατοίκους τῆς πόλεως.
῾Ο Παῦλος ἐπέστρεψε στὴ Ρώμη καὶ παρέμεινε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸ Μ. ᾿Αθανάσιο· ἀνέφερε στὸν πάπα Ρώμης τὰ συμβάντα καὶ ἀφοῦ ἐφοδιάστηκε μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κώνστα, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. ῾Ο αὐτοκράτωρ Κωνστάντιος ὅμως διέταξε τὸν ὕπαρχο Φίλιππο νὰ τὸν ἐξορίσει καὶ νὰ ἐπανέλθει στὸ θρόνο ὁ Μακεδόνιος. ῾Ο Φίλιππος μὲ δόλο παγίδευσε τὸν Παῦλο, προσκαλώντας τον γιὰ δῆθεν κοινωφελῆ λόγο στὸ λουτρὸ Ζεύξιππος, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, ἀφοῦ τὸν συνέλαβε, τὸν ἐξόρισε στὴ γενέτειρά του Θεσσαλονίκη. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ μὲ τὴν ἄμεση ἐμπλοκὴ τοῦ Μακεδονίου καὶ τὴν ὑποστήριξη τοῦ στρατοῦ φονεύθηκαν τρεῖς χιλιάδες ἑκατὸν πενήντα ἄτομα. Μεταξὺ τῶν σφαγιασθέντων ὁ Βίος τοῦ πατριάρχη Παύλου κατονομάζει δύο ὑπογραφεῖς του, τὸν Μαρκιανὸ καὶ τὸν Μαρτύριο. ῎Ετσι ἐπανῆλθε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Μακεδόνιος καὶ στὸ ἴδιο χρονικὸ διάστημα ὁ Κωνστάντιος συνέχισε τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς ῾Αγίας Σοφίας.
Μετὰ ἀπὸ σύντομο χρονικὸ διάστημα ὁ Παῦλος βρέθηκε γιὰ τρίτη φορὰ στὴ Ρώμη καὶ μαζὶ μὲ τὸν ᾿Αθανάσιο διηγήθηκαν στὸν αὐτοκράτορα Κώνστα ὅσα εἶχαν ὑποστεῖ. ῾Ο Κώνστας ἔστειλε ἐπιστολὴ στὸν ἀδελφό του, ζητώντας νὰ στείλει τρεῖς ἐπισκόπους καὶ νὰ τὸν πληροφορήσουν γιὰ ὅσα εἶχαν πράξει ὁ Παῦλος καὶ ὁ ᾿Αθανάσιος καὶ νὰ φέρουν μαζί τους τὴν ἔγγραφη ἔκθεση τῆς πίστεως. ᾿Εστάλησαν τέσσερις ἐπίσκοποι, ὁ Νάρκισσος ἀπὸ τὴν Κιλικία, ὁ Θεόδωρος ἀπὸ τὴ Θράκη, ὁ Μάρης ἐπίσκοπος Χαλκηδόνος καὶ ὁ Μάρκος ὁ Σύρος. Μόλις ἔφθασαν στὴ Ρώμη δὲν τόλμησαν νὰ ἀναφερθοῦν στὸν Παῦλο καὶ τὸν ᾿Αθανάσιο καὶ ἀπέκρυψαν ὅλα ὅσα εἶχαν ἀποφασίσει στὴν σύνοδο τῆς ᾿Αντιοχείας, συνθέτοντας καὶ παραδίδοντας στὸν Κώνστα διαφορετικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο δὲν προσέβαλε τὴ διδασκαλία περὶ “ὁμοουσίου”.
῎Επειτα ἀπὸ τρία χρόνια, οἱ ἐπίσκοποι τῆς ᾿Ανατολῆς συναθροίσθηκαν καὶ συνέταξαν ἄλλη ἔκθεση πίστεως, τὴν ὁποία ἔστειλαν στὴν ᾿Ιταλία. ᾿Εμπνευστὲς καὶ συντάκτες της ὑπῆρξαν ὁ Εὐδόξιος ἐπίσκοπος Γερμανικείας, ὁ Μαρτύριος καὶ ὁ Μακεδόνιος ἐπίσκοπος Μοψουεστίας. Οἱ ἐπίσκοποι τῆς Δύσεως δὲν δέχθηκαν αὐτὴ τὴ μεταβολὴ καὶ παρέμειναν πιστοὶ στὸ σύμβολο Πίστεως τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας. ῾Η ταραχὴ καὶ ἡ σύγχυση ποὺ ἀκολούθησε, ἐπέβαλε τὴν σύγκληση συνόδου, μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη καὶ τῶν δύο αὐτοκρατόρων, ἕνδεκα χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου.
Στὴ Σαρδικὴ συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι ἐπίσκοποι ἀπὸ τὴ Δύση καὶ μόλις ἑβδομήντα ἕξι ἀπὸ τὴν ᾿Ανατολή. Οἱ ἐπίσκοποι τῆς ᾿Ανατολῆς δὲν ἤθελαν νὰ συνεδριάσουν, διότι παρευρίσκονταν ἐκεῖ καὶ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος. ᾿Επειδὴ προκλήθηκε ζήτημα ἀπὸ τὴν ἀδιαλλαξία καὶ τῶν δύο πλευρῶν, οἱ ἐπίσκοποι τῆς ᾿Ανατολῆς ἀποχώρησαν καὶ συνεδρίασαν στὴ Μακεδονία, ὅπου ἀναθεμάτισαν τὸ “ὁμοούσιον”. Οἱ ἐπίσκοποι ποὺ συγκεντρώθηκαν στὴ Σαρδικὴ καταδίκασαν τὸ νέο κείμενο, καθαίρεσαν τοὺς ἐπισκόπους ποὺ συνῆλθαν στὴ Μακεδονία ὡς αἱρετικοὺς καὶ ἐπικύρωσαν τὸ δόγμα τῆς Νικαίας. ῾Ο Κώνστας ἔστειλε ἐπιστολὲς στὸν ἀδελφό του Κωνστάντιο καὶ τὸν παρακίνησε νὰ ἀλλάξει στάση καὶ νὰ ἀποκαταστήσει στοὺς θρόνους τους τὸν Παῦλο καὶ τὸν ᾿Αθανάσιο, ἀπειλώντας τον ὅτι θὰ ἐπενέβαινε μὲ τὴ δύναμη τῶν ὅπλων. ᾿Αποτέλεσμα αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν ἦταν νὰ ἐπανέλθουν στὶς θέσεις τους οἱ δύο πατέρες καὶ νὰ ἐπακολουθήσει πρόσκαιρη γαλήνη.
Τέσσερα χρόνια μετὰ τὴ σύνοδο τῆς Σαρδικῆς, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Κώνστα στὸ Δυτικὸ Ρωμαϊκὸ κράτος, ξέσπασε καὶ πάλι ἡ λαίλαπα τῆς διδασκαλίας τοῦ ᾿Αρείου. ῾Ο ᾿Αθανάσιος ἀντικαταστάθηκε στὸ θρόνο ἀπὸ τὸ Γρηγόριο καὶ ὁ Παῦλος ἐξορίστηκε στὴν Κουκουσὸ τῆς ᾿Αρμενίας. ᾿Εκεῖ, τὸ 350, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Παῦλος, ὁ ὁποῖος τιμήθηκε ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία μὲ τὸν τίτλο τοῦ ὁμολογητῆ, μαρτύρησε διὰ στραγγαλισμοῦ ἀπὸ ἀρειανούς. Στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπανῆλθε ὁ Μακεδόνιος, ὁ ὁποῖος προχώρησε καὶ πάλι σὲ βιαιοπραγίες κατὰ τοῦ ὀρθόδοξου πληθυσμοῦ.
῾Η αἵρεση τοῦ ᾿Αρείου ἐξακολούθησε νὰ διατηρεῖ σχεδὸν ἀπόλυτη ἰσχὺ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίου καὶ τοῦ Οὐάλη. Μὲ τὴν ἄνοδο ὅμως τοῦ Μ. Θεοδοσίου τὰ πράγματα ἀντιστράφηκαν καὶ ἡ ᾿Ορθοδοξία κυριάρχησε ἔναντι τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ. Μὲ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα τὸ λείψανο τοῦ ὁμολογητῆ καὶ μάρτυρος Παύλου μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν Κουκουσὸ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τοποθετήθηκε στὸ ναὸ τῆς ἁγίας Εἰρήνης ποὺ εἶχε ἀνεγείρει ὁ ἴδιος ὁ Μακεδόνιος, ὁ σφοδρὸς ἀντίπαλός του. ῾Η μνήμη του τιμᾆται ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία στὶς 6 Νοεμβρίου, ἐνῶ στὶς συναξαριακὲς συλλογὲς τῆς Δύσεως ἡ μνήμη του ἀναγράφεται στὶς 7 ᾿Ιουνίου.
Τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Παύλου Α¢ ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ὁμολογητῆ, διέσωσε στὴ Βιβλιοθήκη του ὁ Μ. Φώτιος, ἐνῶ ἀργότερα γράφτηκε ἀνάλογο ἔργο καὶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸ Μεταφραστή. Σώζεται καὶ τρίτος Βίος, καθὼς ἐπίσης καὶ πανηγυρικὸς ἀπὸ τὸν ᾿Ιωάννη Ξιφιλίνο καὶ μία Κατήχηση ἀπὸ τὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸ Στουδίτη.
᾿Ιδιαίτερα σημαντικὴ ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ βρέθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ χρονολογεῖται στὸν 9ο/10ο αἰ., στὴν ὁποία γίνεται μνεία ὑπάρξεως ναοῦ ἀφιερωμένου στὴ μνήμη τοῦ ὁσίου Παύλου Α¢ ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως: † Ναὸς σεβάσμιος τοῦ ἐν ἁγίοις [πατρός] ἡμῶν καὶ ἀρχηεπισκόπου Κωνσταντινουπ[όλεως Παύλου τοῦ ῾Ομολογιτοῦ †]. ᾿Απὸ τοὺς ἐκδότες τῆς ἐπιγραφῆς ἔχει διατυπωθεῖ μὲ ἐπιφυλάξεις ἡ ἄποψη πὼς ὁ ναὸς ποὺ ἀναφέρεται σ᾿ αὐτήν, βρισκόταν στὴ Θεσσαλονίκη.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
7 Νοεμβρίου
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΥΚΤΟΣ καὶ ΤΑΥΡΙΩΝ, μάρτυρες
Οἱ ἅγιοι Θεσσαλονίκη, Αὖκτος καὶ Ταυρίων, συγκαταλέγονται στὴ χορεία τῶν Μαρτύρων τῶν πρώτων αἰώνων, τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Τὸ μαρτύριό τους χρονολογικὰ τοποθετεῖται στοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, τότε ποὺ ἡ ᾿Εκκλησία βρισκόταν σὲ διωγμό. ῾Η διήγηση τοῦ μαρτυρίου τους εἶναι ἐξαιρετικὰ σύντομη καὶ κατὰ συνέπεια οἱ ἐπιπλέον πληροφορίες εἶναι πενιχρὲς καὶ οἱ λεπτομέρειες ἐλάχιστες. Τὸ μαρτύριο τῆς Θεσσαλονίκης ποὺ προηγεῖται, ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή νὰ μαρτυρήσουν στὴ συνέχεια οἱ δύο ἄνδρες Αὖκτος καὶ Ταυρίων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ μνήμη τους ἑορτάζεται ἀπὸ κοινοῦ.
῾Η Θεσσαλονίκη ἦταν κόρη τοῦ εἰδωλολάτρη ἱερέα Κλέοντος στὴν ᾿Αμφίπολη τῆς Μακεδονίας, ποὺ ὑπαγόταν ἐκκλησιαστικὰ στὴ μητρόπολη Θεσσαλονίκης. ῾Ωστόσο ἡ ἴδια ἀσπάσθηκε τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ πίστη καὶ ἔθεσε τὸν ἑαυτό της στὴν ὑπηρεσία τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Αφοῦ βαπτίσθηκε, ἐπιδόθηκε στὸ ἔργο τῆς κατηχήσεως. ῎Εμπαινε μὲ κάθε ἄνεση σὲ σπίτια ἄλλων εὐκατάστατων οἰκογενειῶν λόγω τοῦ ἀξιώματος τοῦ πατέρα της, καὶ κατηχοῦσε νεαρὲς κοπέλες. Κάποια στιγμὴ ὁ πατέρας της πληροφορήθηκε τὴν κατηχητικὴ δράση τῆς κόρης του, ἀλλὰ θεώρησε ὅτι πρόκειται γιὰ ἁπλὴ παρεξήγηση, ἢ καὶ συκοφαντία. Θεωροῦσε μέγιστο κακὸ νὰ ἀσπασθεῖ ἡ κόρη του, μία κόρη εἰδωλολάτρη ἱερέα, τὸ Χριστιανισμό, γι᾿ αὐτὸ καὶ γεμᾆτος ἀγωνία θέλησε νὰ ἐξιχνιάσει τὶς κατηγορίες ἐναντίον της ποὺ ἔφθαναν στ᾿ αὐτιά του. ῎Αρχισε νὰ παρακολουθεῖ τὶς κινήσεις τῆς κόρης του, ἡ ὁποία, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐπὶ ἀρκετοὺς μῆνες εἶχε πάψει νὰ λαμβάνει μέρος στὶς εἰδωλολατρικὲς πανηγύρεις. Πραγματικά, ὁ Κλέων διεπίστωσε ὁ ἴδιος, ὅτι ἡ κόρη του πήγαινε συχνὰ στὸ σπίτι ἑνὸς χριστιανοῦ ἱερέως.
῞Οταν ἡ Θεσσαλονίκη ἐπέστρεψε στὸ σπίτι της, δὲν δίστασε νὰ ὁμολογήσει ἀνοικτὰ στὸν πατέρα της ὅτι εἶχε ἀσπασθεῖ τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ προσπάθησε στὴ συνέχεια μὲ γλυκοὺς καὶ καταπραϋντικοὺς λόγους νὰ μαλακώσει τὴν ὀργή του. ᾿Εκεῖνος ὅμως, ὡς εἰδωλολάτρης ἱερέας, ὄχι μόνον δὲν ἠρέμησε, ἀλλὰ θέλησε νὰ τὴν μεταπείσει μὲ κάθε τρόπο. Βλέποντας ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταπεισθεῖ ἡ Θεσσαλονίκη καὶ ἀπὸ φόβο μήπως μαθευτεῖ τὸ γεγονὸς καὶ παρερμηνευθεῖ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως, ὅτι τάχα καὶ αὐτὸς ἦταν χριστιανός, δὲν ἄντεξε στὴ σκέψη καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύκτας πῆγε στὸ δικαστὴ καὶ κατήγγειλε τὴν κόρη του.
῾Η Θεσσαλονίκη συνελήφθη ἀμέσως. ῞Ολοι οἱ εἰδωλολάτρες τῆς ᾿Αμφίπολης στράφηκαν ἐναντίον της καὶ γεμάτοι ἀπὸ ὀργή, ἄρχισαν νὰ τὴ λοιδωροῦν καὶ νὰ τὴν ὑβρίζουν. ῾Ο δικαστὴς γιὰ νὰ τὴν κλονίσει τὴν ἀπείλησε ὅτι θὰ τὴν βασανίσει ἀνηλεῶς· καὶ πράγματι, ἀφοῦ τὴν γύμνωσαν, τὴν μαστίγωσαν μὲ δέρματα τέσσερις ἄνδρες, μέχρι ποὺ ἄνοιξαν τὰ πλευρὰ τῆς μάρτυρος. Στὴ συνέχεια τῆς ἀφαίρεσαν ὅλη τὴν περιουσία της καὶ τὴν ἐξόρισαν. Στὸ χῶρο τῆς ἐξορίας, ἡ μάρτυς Θεσσαλονίκη, ἐξουθενωμένη ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες, παρέδωσε τὸ πνεῦμα της.
Δύο ἄνδρες, ὁ Αὖκτος καὶ ὁ Ταυρίων, ποὺ ἦταν παρόντες στὸ γεγονὸς τῆς συλλήψεως καὶ τοῦ μαρτυρίου τῆς ἁγίας Θεσσαλονίκης, κατήγγειλαν δημόσια τὴν ὠμότητα καὶ τὴ βαρβαρότητα τοῦ δημίου της. Αὐτὸς ὄχι μόνο δὲν μετανόησε ἀπὸ τὰ ἐλεγκτικά τους λόγια, ἀλλὰ ἐνοχλημένος τοὺς διέβαλλε ὡς χριστιανοὺς στὸ Θορύβιο τὸν ὑπατικό. Γιὰ τὴν παρρησία τοῦ λόγου τους καὶ τὴν εἰλικρίνειά τους συνελήφθησαν καὶ ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια σὲ βάρος τους. ᾿Αφοῦ τοὺς λιθοβόλησαν, τοὺς ἔριξαν μέσα σὲ φλεγόμενη κάμινο, ὅπου ὅμως κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο ἔμειναν ἀνέπαφοι. Στὴ συνέχεια τοὺς κτύπησαν μὲ βέλη καὶ τοὺς ἔριξαν στὴ λίμνη ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ κοντά, ἀλλὰ οἱ δύο μάρτυρες δὲν ἔπαθαν τίποτε. Τέλος διατάχθηκε νὰ θανατωθοῦν δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ κι ἔτσι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, δίνοντας τέλος καὶ στὴ μανία καὶ θηριωδία τῶν δημίων τους.
῾Η ᾿Εκκλησία τιμᾆ τὴ μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων Θεσσαλονίκης, Αὔκτου καὶ Ταυρίωνος, στὶς 7 Νοεμβρίου. Πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι οἱ τρεῖς μάρτυρες συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφοῦ ἡ Θεσσαλονίκη καταγόταν ἀπὸ τὴν ᾿Αμφίπολη, ποὺ τελοῦσε ὑπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τῆς πρωτεύουσας τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ, Θεσσαλονίκης καὶ κατὰ μία ἐκδοχὴ μαρτύρησαν καὶ οἱ τρεῖς σ᾿ αὐτήν. Δὲν γνωρίζουμε ἐὰν ὑπάρχει ᾿Ακολουθία, ποὺ νὰ ἔχει συγγραφεῖ πρὸς τιμήν τους.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΥΚΤΟΣ καὶ ΤΑΥΡΙΩΝ, μάρτυρες
Οἱ ἅγιοι Θεσσαλονίκη, Αὖκτος καὶ Ταυρίων, συγκαταλέγονται στὴ χορεία τῶν Μαρτύρων τῶν πρώτων αἰώνων, τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Τὸ μαρτύριό τους χρονολογικὰ τοποθετεῖται στοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, τότε ποὺ ἡ ᾿Εκκλησία βρισκόταν σὲ διωγμό. ῾Η διήγηση τοῦ μαρτυρίου τους εἶναι ἐξαιρετικὰ σύντομη καὶ κατὰ συνέπεια οἱ ἐπιπλέον πληροφορίες εἶναι πενιχρὲς καὶ οἱ λεπτομέρειες ἐλάχιστες. Τὸ μαρτύριο τῆς Θεσσαλονίκης ποὺ προηγεῖται, ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή νὰ μαρτυρήσουν στὴ συνέχεια οἱ δύο ἄνδρες Αὖκτος καὶ Ταυρίων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ μνήμη τους ἑορτάζεται ἀπὸ κοινοῦ.
῾Η Θεσσαλονίκη ἦταν κόρη τοῦ εἰδωλολάτρη ἱερέα Κλέοντος στὴν ᾿Αμφίπολη τῆς Μακεδονίας, ποὺ ὑπαγόταν ἐκκλησιαστικὰ στὴ μητρόπολη Θεσσαλονίκης. ῾Ωστόσο ἡ ἴδια ἀσπάσθηκε τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ πίστη καὶ ἔθεσε τὸν ἑαυτό της στὴν ὑπηρεσία τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Αφοῦ βαπτίσθηκε, ἐπιδόθηκε στὸ ἔργο τῆς κατηχήσεως. ῎Εμπαινε μὲ κάθε ἄνεση σὲ σπίτια ἄλλων εὐκατάστατων οἰκογενειῶν λόγω τοῦ ἀξιώματος τοῦ πατέρα της, καὶ κατηχοῦσε νεαρὲς κοπέλες. Κάποια στιγμὴ ὁ πατέρας της πληροφορήθηκε τὴν κατηχητικὴ δράση τῆς κόρης του, ἀλλὰ θεώρησε ὅτι πρόκειται γιὰ ἁπλὴ παρεξήγηση, ἢ καὶ συκοφαντία. Θεωροῦσε μέγιστο κακὸ νὰ ἀσπασθεῖ ἡ κόρη του, μία κόρη εἰδωλολάτρη ἱερέα, τὸ Χριστιανισμό, γι᾿ αὐτὸ καὶ γεμᾆτος ἀγωνία θέλησε νὰ ἐξιχνιάσει τὶς κατηγορίες ἐναντίον της ποὺ ἔφθαναν στ᾿ αὐτιά του. ῎Αρχισε νὰ παρακολουθεῖ τὶς κινήσεις τῆς κόρης του, ἡ ὁποία, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐπὶ ἀρκετοὺς μῆνες εἶχε πάψει νὰ λαμβάνει μέρος στὶς εἰδωλολατρικὲς πανηγύρεις. Πραγματικά, ὁ Κλέων διεπίστωσε ὁ ἴδιος, ὅτι ἡ κόρη του πήγαινε συχνὰ στὸ σπίτι ἑνὸς χριστιανοῦ ἱερέως.
῞Οταν ἡ Θεσσαλονίκη ἐπέστρεψε στὸ σπίτι της, δὲν δίστασε νὰ ὁμολογήσει ἀνοικτὰ στὸν πατέρα της ὅτι εἶχε ἀσπασθεῖ τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ προσπάθησε στὴ συνέχεια μὲ γλυκοὺς καὶ καταπραϋντικοὺς λόγους νὰ μαλακώσει τὴν ὀργή του. ᾿Εκεῖνος ὅμως, ὡς εἰδωλολάτρης ἱερέας, ὄχι μόνον δὲν ἠρέμησε, ἀλλὰ θέλησε νὰ τὴν μεταπείσει μὲ κάθε τρόπο. Βλέποντας ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταπεισθεῖ ἡ Θεσσαλονίκη καὶ ἀπὸ φόβο μήπως μαθευτεῖ τὸ γεγονὸς καὶ παρερμηνευθεῖ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως, ὅτι τάχα καὶ αὐτὸς ἦταν χριστιανός, δὲν ἄντεξε στὴ σκέψη καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύκτας πῆγε στὸ δικαστὴ καὶ κατήγγειλε τὴν κόρη του.
῾Η Θεσσαλονίκη συνελήφθη ἀμέσως. ῞Ολοι οἱ εἰδωλολάτρες τῆς ᾿Αμφίπολης στράφηκαν ἐναντίον της καὶ γεμάτοι ἀπὸ ὀργή, ἄρχισαν νὰ τὴ λοιδωροῦν καὶ νὰ τὴν ὑβρίζουν. ῾Ο δικαστὴς γιὰ νὰ τὴν κλονίσει τὴν ἀπείλησε ὅτι θὰ τὴν βασανίσει ἀνηλεῶς· καὶ πράγματι, ἀφοῦ τὴν γύμνωσαν, τὴν μαστίγωσαν μὲ δέρματα τέσσερις ἄνδρες, μέχρι ποὺ ἄνοιξαν τὰ πλευρὰ τῆς μάρτυρος. Στὴ συνέχεια τῆς ἀφαίρεσαν ὅλη τὴν περιουσία της καὶ τὴν ἐξόρισαν. Στὸ χῶρο τῆς ἐξορίας, ἡ μάρτυς Θεσσαλονίκη, ἐξουθενωμένη ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες, παρέδωσε τὸ πνεῦμα της.
Δύο ἄνδρες, ὁ Αὖκτος καὶ ὁ Ταυρίων, ποὺ ἦταν παρόντες στὸ γεγονὸς τῆς συλλήψεως καὶ τοῦ μαρτυρίου τῆς ἁγίας Θεσσαλονίκης, κατήγγειλαν δημόσια τὴν ὠμότητα καὶ τὴ βαρβαρότητα τοῦ δημίου της. Αὐτὸς ὄχι μόνο δὲν μετανόησε ἀπὸ τὰ ἐλεγκτικά τους λόγια, ἀλλὰ ἐνοχλημένος τοὺς διέβαλλε ὡς χριστιανοὺς στὸ Θορύβιο τὸν ὑπατικό. Γιὰ τὴν παρρησία τοῦ λόγου τους καὶ τὴν εἰλικρίνειά τους συνελήφθησαν καὶ ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια σὲ βάρος τους. ᾿Αφοῦ τοὺς λιθοβόλησαν, τοὺς ἔριξαν μέσα σὲ φλεγόμενη κάμινο, ὅπου ὅμως κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο ἔμειναν ἀνέπαφοι. Στὴ συνέχεια τοὺς κτύπησαν μὲ βέλη καὶ τοὺς ἔριξαν στὴ λίμνη ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ κοντά, ἀλλὰ οἱ δύο μάρτυρες δὲν ἔπαθαν τίποτε. Τέλος διατάχθηκε νὰ θανατωθοῦν δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ κι ἔτσι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, δίνοντας τέλος καὶ στὴ μανία καὶ θηριωδία τῶν δημίων τους.
῾Η ᾿Εκκλησία τιμᾆ τὴ μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων Θεσσαλονίκης, Αὔκτου καὶ Ταυρίωνος, στὶς 7 Νοεμβρίου. Πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι οἱ τρεῖς μάρτυρες συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφοῦ ἡ Θεσσαλονίκη καταγόταν ἀπὸ τὴν ᾿Αμφίπολη, ποὺ τελοῦσε ὑπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τῆς πρωτεύουσας τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ, Θεσσαλονίκης καὶ κατὰ μία ἐκδοχὴ μαρτύρησαν καὶ οἱ τρεῖς σ᾿ αὐτήν. Δὲν γνωρίζουμε ἐὰν ὑπάρχει ᾿Ακολουθία, ποὺ νὰ ἔχει συγγραφεῖ πρὸς τιμήν τους.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
20 Νοεμβρίου
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ὁ ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΗΣ, ὅσιος
῾Ο Γρηγόριος γεννήθηκε στὸ τέλος τοῦ 8ου αἰ. στὴν Εἰρηνούπολη τῆς Δεκαπόλεως τῆς ᾿Ισαυρίας. ῾Η Δεκάπολη ἦταν μία περιοχὴ τοῦ θέματος τῆς Σελευκείας καὶ τὴν ἀποτελοῦσαν μία ὁμάδα δέκα πόλεων, Γερμανικόπολις, Τιτιούπολις, Δομετιούπολις, Ζηνούπολις, Νεάπολις, Κλαυδιούπολις, Εἰρηνούπολις, Καισάρεια, Λαύζαδος καὶ Δαλισανδός. Οἱ γονεῖς του, Σέργιος καὶ Μαρία, διακρίνονταν γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ φροντίδα τοῦ τέκνου τους. Στὴν κατάλληλη ἡλικία τῶν ὀκτὼ ἐτῶν, ἐνδιαφέρθηκαν γιὰ τὴ μόρφωση τοῦ παιδιοῦ τους, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἀποκατάστασή του ὅταν ἔφθασε στὴν νόμιμη ἡλικία.
᾿Αλλὰ οἱ πόθοι τοῦ νέου ἦταν διαφορετικοὶ τῶν προσδοκιῶν τῶν γονέων του· ἔτσι, ἐνῶ πορεύονταν μὲ δύο ὑπηρέτες, ποὺ θὰ χρησίμευαν ὡς μάρτυρες, γιὰ τοὺς ἀρραβῶνες στὸ σπίτι τῆς μέλλουσας μνηστῆς του, ὁ Γρηγόριος τοὺς ἐγκατέλειψε καὶ κατέφυγε “πρὸς δέ τινα ποιμένα λογικῆς ποίμνης τῶν ἐν τῇ εἰρημένῃ Δεκαπόλει τελούντων, ἄρτι τῆς ἐπισκοπῆς ἀφέμενον καὶ μᾆλλον ἐν ὄρεσι διαιτώμενον διὰ τὴν τῆς ἐπισκοπῆς αἱρέσεως κακόβουλον καὶ φθοροποιὸν ἐπισύστασιν· καὶ γὰρ τὸ τῆς τῶν εἰκονομάχων ἐπεφύετο φρόνημα... τούτῳ φανερὸν καταστῆσαι βουλῆς ἐγένετο”, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν κουρὰ τὸν ἔστειλε σὲ ἕνα πλησιόχωρο μοναστήρι.
᾿Αργότερα, μετέβη, κατόπιν συμβουλῆς τῆς μητέρας του, στὸ μοναστήρι ὅπου εἶχε ἐγκαταβιώσει παλαιότερα ὁ ἀδελφός της Συμεών. ᾿Εκεῖ ὅμως διαπίστωσε ὅτι ὁ ἡγούμενος δὲν ἦταν τόσο θερμὸς πολέμιος τῶν εἰκονομάχων, “τοῖς αἱρεσιώταις ἀδιαφόρως συμπεφυρμένου καὶ τῆς αὐτῶν βδελυρίας καὶ κοινωνίας ἐφαπτομένου”, καὶ ἔτσι ἦρθε σὲ δημόσια ρήξη, “αὐτός... τοῦ ποιμένος ἐξήλεγχεν καὶ τοῦ ἀγγελικοῦ ἐπαγγέλματος ἀναξίως πεπολιτεῦσθαι τοῦτον ἐπέπληττεν”, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τιμωρηθεῖ μὲ σκληρὲς σωματικὲς ποινές.
Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ἀνεχώρησε καὶ κατέφυγε στὸ μοναστήρι τοῦ θείου του Συμεών, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀρχιμανδρίτης τῶν μοναστηριῶν τῆς Δεκαπόλεως. Παρέμεινε κοντά του δεκατέσσερα χρόνια καὶ ἀπομακρύνθηκε μόνο γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ ἐντονότερα σὲ ἕνα σπήλαιο, γιὰ ἄγνωστο χρονικὸ διάστημα. ᾿Εκεῖ δέχθηκε καὶ τὴ θεία ἀποκάλυψη, ἡ ὁποία τὸν καλοῦσε, “ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν, ἐν ᾗ σοι Θεῷ καλῶς εὐαρεστῆσαι συμβήσεται”.
᾿Απὸ τὴν ᾿Ισαυρία ἔφθασε στὴν ῎Εφεσο, λόγω ὅμως τοῦ χειμῶνος δὲν μποροῦσε νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του καὶ ἀναγκάσθηκε νὰ καταφύγει σὲ ἕνα μοναστήρι στὰ περίχωρα τῆς πόλεως. ῞Οταν ἦρθε ἡ ἄνοιξη ἀπέπλευσε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, παρὰ τὴ σφοδρή του ὅμως ἐπιθυμία νὰ ἐπισκεφθεῖ ἀμέσως τὴ βασιλεύουσα, προτίμησε νὰ παραμείνει στὴν Προκόννησο τοῦ Βοσπόρου, διότι ἐμαίνετο ἀκόμη ἡ αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Στὴν Προκόννησο τὸν φιλοξένησε κάποιος πτωχὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος νὰ παρακούσει τὴ διαταγὴ τῶν εἰκονομάχων ποὺ ἀπαγόρευε τὴ φιλοξενία τῶν μοναχῶν ὡς ἐπικινδύνων ἐχθρῶν.
᾿Απὸ τὴν Προκόννησο κρυφὰ διαπεραιώθηκε στὴν Αἶνο τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀκτῆς, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μὲ πλοῖο στὴ Χριστούπολη, σημερινὴ Καβάλα, γιὰ νὰ καταλήξει μετὰ ἀπὸ πολλὲς δυσκολίες στὴ Θεσσαλονίκη. Στὴν πόλη “ξενίζεται παρά τινι ἀσκητικῆς μάνδρας καθηγουμένῳ Μάρκῳ τοὔνομα” γιὰ λίγο καιρό, διότι, ἐνῶ σκεπτόταν ποῦ νὰ στραφεῖ, ἀναπάντεχα συνάντησε ἕνα μοναχὸ ὁ ὁποῖος κατευθυνόταν πρὸς τὴ Ρώμη καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Ταξίδευσαν μαζὶ μέχρι τὴν Κόρινθο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μόνος του πέρασε στὸ Ρήγιο τῆς Καλαβρίας, στὴ Νεάπολη καὶ τέλος στὴ Ρώμη, “εἰς ἣν ἀφικόμενος ἐπὶ μῆνας τρεῖς κελλίῳ ἐφησυχάσας”.
᾿Απὸ τὴ Ρώμη, μὲ ἐνδιάμεσους σταθμοὺς τὶς Συρακοῦσες καὶ τὸν ῾Υδροῦντα (᾿Οτράντο), ἐπανέκαμψε στὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Εδῶ ἐγκατεστάθη σὲ ἕνα κελλί, “πρὸς τῷ ναῷ τοῦ ἁγίου μάρτυρος Μηνᾆ μονὴν ποιησάμενος” καὶ συντηροῦνταν ἀπὸ τὶς ἐλεημοσύνες τῶν εὐσεβῶν.
῾Η δράση τοῦ ὁσίου στὴν πόλη καὶ τὰ πλούσια πνευματικά χαρίσματα -προορατικό, ἰάσεις-, εἶχαν σὰν ἀποτέλεσμα νὰ γίνει γνωστὸς καὶ περιζήτητος πνευματικὸς ὁδηγός. Σύντομα δημιουργήθηκε ἕνας ἀξιόλογος πυρήνας μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταστάθηκαν γύρω ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ ἁγίου. Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὅμως ποθοῦσε τὴ μόνωση· γι᾿ αὐτὸ στράφηκε στὴν ὕπαιθρο, μακρυὰ ἀπὸ τὴν πόλη, “σὺν ἑνὶ τῶν μαθητῶν ὁρμῆσαι πρὸς τὰ τῶν Σκλαβηνῶν μέρη, ἠλπικότι ἐν τούτοις ἡσυχίας τῆς ἐπιθυμουμένης τυχεῖν”, ἀλλὰ ἀναγκάσθηκαν νὰ ἐπιστρέψουν γρήγορα διότι ὁ ὅσιος, φωτισμένος ἀπὸ τὸ Θεό, προέβλεψε τὶς ἐπικείμενες ταραχὲς καὶ αἱματοχυσίες στὰ μέρη αὐτά, (“στάσις οὐ μικρὰ τοῦ τῆς ἐκείνης Σκλαβινίας ἐξάρχοντος γέγονε, καὶ πολλὴ χύσις αἱμάτων ποταμηδὸν ἐπερρύει καὶ πυρίκαυστος ἡ περίχωρος ἐκείνη γέγονε, καὶ σκοτοδεινίας μεστή”.
᾿Απὸ τὴ Θεσσαλονίκη μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, φιλοξενούμενος ἀπὸ τὸ συγγραφέα τοῦ Βίου ᾿Ιγνάτιο Διάκονο, καὶ ἐν συνεχεία ἐπεσκέφθη τὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας. ῞Οταν ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη γνωρίστηκε πιθανώτατα μὲ τὸν ᾿Ιωσὴφ τὸν ῾Υμνογράφο, μὲ τὸν ὁποῖο ἀπὸ τότε συνδέθηκε στενά. Συνέθεσε μάλιστα ὁ ᾿Ιωσὴφ ᾿Ακολουθία καὶ Κανόνα πρὸς τιμήν του μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ὁσίου Γρηγορίου.
῾Ο Γρηγόριος ἀσθένησε σοβαρά καὶ οἱ πληροφορίες τῆς ἀσθενείας του ἔφθασαν μέχρι τὸ θεῖο του Συμεών, ὁ ὁποῖος ἐκρατεῖτο δέσμιος στὴ Βασιλεύουσα λόγω τῆς ἀντιεικονομαχικῆς του δράσεως, καὶ τὸν κάλεσε κοντά του. Τότε, μᾆλλον τὸ 840, καὶ μαζὶ μὲ τὸν ᾿Ιωσήφ, ὁ Γρηγόριος ἐγκατέλειψε ὁριστικὰ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Παρὰ τὴν κακὴ κατάσταση τῆς ὑγείας του, ἀναμείχθηκε ἐνεργὰ στὸ κίνημα τῶν ᾿Ορθοδόξων κατὰ τῆς εἰκονομαχικῆς πολιτικῆς τοῦ αὐτοκράτορα Θεοφίλου (τὴν ἐποχὴ αὐτὴ πρέπει νὰ συνέβη καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογράφου στὸν πάπα Ρώμης μὲ σχετικὴ ἐπιστολὴ τῶν ᾿Ορθοδόξων). ῞Ενα χρόνο ἀργότερα, ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Δεκαπολίτης “τῆς δωδεκάτης περανθείσης ἡμέρας τὴν τιμίαν αὐτοῦ ψυχὴν τῷ Θεῷ ἐναπέθετο μηνὸς Νοεμβρίου εἰκάδι”.
῾Ο Βίος δὲν ἀναφέρει τοὺς λόγους τῆς μακρᾆς καὶ ἐπίπονης περιπλάνησης τοῦ ὁσίου Γρηγορίου· πιθανὸν νὰ πρόκειται γιὰ μιὰ ἱεραποδημία λίγο ἰδιότυπη, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀσυνήθη. ῾Η ἄποψη ὁρισμένων ἱστορικῶν ὅτι ἐνεῖχε κάποια σκοπιμότητα, δηλ. τὴ μεταφορὰ μηνύματος ἀπὸ τοὺς ᾿Ορθοδόξους στὸν πάπα Ρώμης σχετικὰ μὲ τὴν εἰκονομαχία δὲν μαρτυρεῖται σαφῶς ἀπὸ τὸ Βίο, ἀλλὰ ἀποκτᾆ βάσιμη πιθανότητα ἂν συνδυασθεῖ μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ Βίου τοῦ ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογράφου (βλ. λῆμμα), μαθητοῦ τοῦ Γρηγορίου. ῾Η πλούσια δραστηριότητα τοῦ Γρηγορίου δὲν ἀφήνει καμμία ἀμφιβολία γιὰ τὴν ἐνεργὸ ἀνάμιξή του στὸν ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων ἀγώνα, ὥστε νὰ ἀναδειχθεῖ σὲ δεσπόζουσα φυσιογνωμία τοῦ 9ου αἰ.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ὁ ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΗΣ, ὅσιος
῾Ο Γρηγόριος γεννήθηκε στὸ τέλος τοῦ 8ου αἰ. στὴν Εἰρηνούπολη τῆς Δεκαπόλεως τῆς ᾿Ισαυρίας. ῾Η Δεκάπολη ἦταν μία περιοχὴ τοῦ θέματος τῆς Σελευκείας καὶ τὴν ἀποτελοῦσαν μία ὁμάδα δέκα πόλεων, Γερμανικόπολις, Τιτιούπολις, Δομετιούπολις, Ζηνούπολις, Νεάπολις, Κλαυδιούπολις, Εἰρηνούπολις, Καισάρεια, Λαύζαδος καὶ Δαλισανδός. Οἱ γονεῖς του, Σέργιος καὶ Μαρία, διακρίνονταν γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ φροντίδα τοῦ τέκνου τους. Στὴν κατάλληλη ἡλικία τῶν ὀκτὼ ἐτῶν, ἐνδιαφέρθηκαν γιὰ τὴ μόρφωση τοῦ παιδιοῦ τους, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἀποκατάστασή του ὅταν ἔφθασε στὴν νόμιμη ἡλικία.
᾿Αλλὰ οἱ πόθοι τοῦ νέου ἦταν διαφορετικοὶ τῶν προσδοκιῶν τῶν γονέων του· ἔτσι, ἐνῶ πορεύονταν μὲ δύο ὑπηρέτες, ποὺ θὰ χρησίμευαν ὡς μάρτυρες, γιὰ τοὺς ἀρραβῶνες στὸ σπίτι τῆς μέλλουσας μνηστῆς του, ὁ Γρηγόριος τοὺς ἐγκατέλειψε καὶ κατέφυγε “πρὸς δέ τινα ποιμένα λογικῆς ποίμνης τῶν ἐν τῇ εἰρημένῃ Δεκαπόλει τελούντων, ἄρτι τῆς ἐπισκοπῆς ἀφέμενον καὶ μᾆλλον ἐν ὄρεσι διαιτώμενον διὰ τὴν τῆς ἐπισκοπῆς αἱρέσεως κακόβουλον καὶ φθοροποιὸν ἐπισύστασιν· καὶ γὰρ τὸ τῆς τῶν εἰκονομάχων ἐπεφύετο φρόνημα... τούτῳ φανερὸν καταστῆσαι βουλῆς ἐγένετο”, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν κουρὰ τὸν ἔστειλε σὲ ἕνα πλησιόχωρο μοναστήρι.
᾿Αργότερα, μετέβη, κατόπιν συμβουλῆς τῆς μητέρας του, στὸ μοναστήρι ὅπου εἶχε ἐγκαταβιώσει παλαιότερα ὁ ἀδελφός της Συμεών. ᾿Εκεῖ ὅμως διαπίστωσε ὅτι ὁ ἡγούμενος δὲν ἦταν τόσο θερμὸς πολέμιος τῶν εἰκονομάχων, “τοῖς αἱρεσιώταις ἀδιαφόρως συμπεφυρμένου καὶ τῆς αὐτῶν βδελυρίας καὶ κοινωνίας ἐφαπτομένου”, καὶ ἔτσι ἦρθε σὲ δημόσια ρήξη, “αὐτός... τοῦ ποιμένος ἐξήλεγχεν καὶ τοῦ ἀγγελικοῦ ἐπαγγέλματος ἀναξίως πεπολιτεῦσθαι τοῦτον ἐπέπληττεν”, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τιμωρηθεῖ μὲ σκληρὲς σωματικὲς ποινές.
Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ἀνεχώρησε καὶ κατέφυγε στὸ μοναστήρι τοῦ θείου του Συμεών, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀρχιμανδρίτης τῶν μοναστηριῶν τῆς Δεκαπόλεως. Παρέμεινε κοντά του δεκατέσσερα χρόνια καὶ ἀπομακρύνθηκε μόνο γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ ἐντονότερα σὲ ἕνα σπήλαιο, γιὰ ἄγνωστο χρονικὸ διάστημα. ᾿Εκεῖ δέχθηκε καὶ τὴ θεία ἀποκάλυψη, ἡ ὁποία τὸν καλοῦσε, “ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν, ἐν ᾗ σοι Θεῷ καλῶς εὐαρεστῆσαι συμβήσεται”.
᾿Απὸ τὴν ᾿Ισαυρία ἔφθασε στὴν ῎Εφεσο, λόγω ὅμως τοῦ χειμῶνος δὲν μποροῦσε νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του καὶ ἀναγκάσθηκε νὰ καταφύγει σὲ ἕνα μοναστήρι στὰ περίχωρα τῆς πόλεως. ῞Οταν ἦρθε ἡ ἄνοιξη ἀπέπλευσε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, παρὰ τὴ σφοδρή του ὅμως ἐπιθυμία νὰ ἐπισκεφθεῖ ἀμέσως τὴ βασιλεύουσα, προτίμησε νὰ παραμείνει στὴν Προκόννησο τοῦ Βοσπόρου, διότι ἐμαίνετο ἀκόμη ἡ αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Στὴν Προκόννησο τὸν φιλοξένησε κάποιος πτωχὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος νὰ παρακούσει τὴ διαταγὴ τῶν εἰκονομάχων ποὺ ἀπαγόρευε τὴ φιλοξενία τῶν μοναχῶν ὡς ἐπικινδύνων ἐχθρῶν.
᾿Απὸ τὴν Προκόννησο κρυφὰ διαπεραιώθηκε στὴν Αἶνο τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀκτῆς, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μὲ πλοῖο στὴ Χριστούπολη, σημερινὴ Καβάλα, γιὰ νὰ καταλήξει μετὰ ἀπὸ πολλὲς δυσκολίες στὴ Θεσσαλονίκη. Στὴν πόλη “ξενίζεται παρά τινι ἀσκητικῆς μάνδρας καθηγουμένῳ Μάρκῳ τοὔνομα” γιὰ λίγο καιρό, διότι, ἐνῶ σκεπτόταν ποῦ νὰ στραφεῖ, ἀναπάντεχα συνάντησε ἕνα μοναχὸ ὁ ὁποῖος κατευθυνόταν πρὸς τὴ Ρώμη καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Ταξίδευσαν μαζὶ μέχρι τὴν Κόρινθο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μόνος του πέρασε στὸ Ρήγιο τῆς Καλαβρίας, στὴ Νεάπολη καὶ τέλος στὴ Ρώμη, “εἰς ἣν ἀφικόμενος ἐπὶ μῆνας τρεῖς κελλίῳ ἐφησυχάσας”.
᾿Απὸ τὴ Ρώμη, μὲ ἐνδιάμεσους σταθμοὺς τὶς Συρακοῦσες καὶ τὸν ῾Υδροῦντα (᾿Οτράντο), ἐπανέκαμψε στὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Εδῶ ἐγκατεστάθη σὲ ἕνα κελλί, “πρὸς τῷ ναῷ τοῦ ἁγίου μάρτυρος Μηνᾆ μονὴν ποιησάμενος” καὶ συντηροῦνταν ἀπὸ τὶς ἐλεημοσύνες τῶν εὐσεβῶν.
῾Η δράση τοῦ ὁσίου στὴν πόλη καὶ τὰ πλούσια πνευματικά χαρίσματα -προορατικό, ἰάσεις-, εἶχαν σὰν ἀποτέλεσμα νὰ γίνει γνωστὸς καὶ περιζήτητος πνευματικὸς ὁδηγός. Σύντομα δημιουργήθηκε ἕνας ἀξιόλογος πυρήνας μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταστάθηκαν γύρω ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ ἁγίου. Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὅμως ποθοῦσε τὴ μόνωση· γι᾿ αὐτὸ στράφηκε στὴν ὕπαιθρο, μακρυὰ ἀπὸ τὴν πόλη, “σὺν ἑνὶ τῶν μαθητῶν ὁρμῆσαι πρὸς τὰ τῶν Σκλαβηνῶν μέρη, ἠλπικότι ἐν τούτοις ἡσυχίας τῆς ἐπιθυμουμένης τυχεῖν”, ἀλλὰ ἀναγκάσθηκαν νὰ ἐπιστρέψουν γρήγορα διότι ὁ ὅσιος, φωτισμένος ἀπὸ τὸ Θεό, προέβλεψε τὶς ἐπικείμενες ταραχὲς καὶ αἱματοχυσίες στὰ μέρη αὐτά, (“στάσις οὐ μικρὰ τοῦ τῆς ἐκείνης Σκλαβινίας ἐξάρχοντος γέγονε, καὶ πολλὴ χύσις αἱμάτων ποταμηδὸν ἐπερρύει καὶ πυρίκαυστος ἡ περίχωρος ἐκείνη γέγονε, καὶ σκοτοδεινίας μεστή”.
᾿Απὸ τὴ Θεσσαλονίκη μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, φιλοξενούμενος ἀπὸ τὸ συγγραφέα τοῦ Βίου ᾿Ιγνάτιο Διάκονο, καὶ ἐν συνεχεία ἐπεσκέφθη τὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας. ῞Οταν ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη γνωρίστηκε πιθανώτατα μὲ τὸν ᾿Ιωσὴφ τὸν ῾Υμνογράφο, μὲ τὸν ὁποῖο ἀπὸ τότε συνδέθηκε στενά. Συνέθεσε μάλιστα ὁ ᾿Ιωσὴφ ᾿Ακολουθία καὶ Κανόνα πρὸς τιμήν του μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ὁσίου Γρηγορίου.
῾Ο Γρηγόριος ἀσθένησε σοβαρά καὶ οἱ πληροφορίες τῆς ἀσθενείας του ἔφθασαν μέχρι τὸ θεῖο του Συμεών, ὁ ὁποῖος ἐκρατεῖτο δέσμιος στὴ Βασιλεύουσα λόγω τῆς ἀντιεικονομαχικῆς του δράσεως, καὶ τὸν κάλεσε κοντά του. Τότε, μᾆλλον τὸ 840, καὶ μαζὶ μὲ τὸν ᾿Ιωσήφ, ὁ Γρηγόριος ἐγκατέλειψε ὁριστικὰ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Παρὰ τὴν κακὴ κατάσταση τῆς ὑγείας του, ἀναμείχθηκε ἐνεργὰ στὸ κίνημα τῶν ᾿Ορθοδόξων κατὰ τῆς εἰκονομαχικῆς πολιτικῆς τοῦ αὐτοκράτορα Θεοφίλου (τὴν ἐποχὴ αὐτὴ πρέπει νὰ συνέβη καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογράφου στὸν πάπα Ρώμης μὲ σχετικὴ ἐπιστολὴ τῶν ᾿Ορθοδόξων). ῞Ενα χρόνο ἀργότερα, ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Δεκαπολίτης “τῆς δωδεκάτης περανθείσης ἡμέρας τὴν τιμίαν αὐτοῦ ψυχὴν τῷ Θεῷ ἐναπέθετο μηνὸς Νοεμβρίου εἰκάδι”.
῾Ο Βίος δὲν ἀναφέρει τοὺς λόγους τῆς μακρᾆς καὶ ἐπίπονης περιπλάνησης τοῦ ὁσίου Γρηγορίου· πιθανὸν νὰ πρόκειται γιὰ μιὰ ἱεραποδημία λίγο ἰδιότυπη, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀσυνήθη. ῾Η ἄποψη ὁρισμένων ἱστορικῶν ὅτι ἐνεῖχε κάποια σκοπιμότητα, δηλ. τὴ μεταφορὰ μηνύματος ἀπὸ τοὺς ᾿Ορθοδόξους στὸν πάπα Ρώμης σχετικὰ μὲ τὴν εἰκονομαχία δὲν μαρτυρεῖται σαφῶς ἀπὸ τὸ Βίο, ἀλλὰ ἀποκτᾆ βάσιμη πιθανότητα ἂν συνδυασθεῖ μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ Βίου τοῦ ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογράφου (βλ. λῆμμα), μαθητοῦ τοῦ Γρηγορίου. ῾Η πλούσια δραστηριότητα τοῦ Γρηγορίου δὲν ἀφήνει καμμία ἀμφιβολία γιὰ τὴν ἐνεργὸ ἀνάμιξή του στὸν ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων ἀγώνα, ὥστε νὰ ἀναδειχθεῖ σὲ δεσπόζουσα φυσιογνωμία τοῦ 9ου αἰ.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
15 ΙΟΥΛΙΟΥ
ΙΩΣΗΦ ὁ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ,
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὑμνογράφος,
ἅγιος (762-832)
ΒΙΟΣ
᾿Επειδὴ δὲν ὑφίσταται γι᾿ αὐτὸν ἰδιαίτερη βιογραφία, ἐνῶ τὸ Συναξάριό του εἶναι βραχύτατο καὶ ὄχι πολὺ ἀκριβές, τὶς πληροφορίες περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ συναγάγουμε ἀπὸ ἔμμεσες πηγές, ὅπως εἶναι ὁ Βίος τοῦ ἀδελφοῦ του Θεοδώρου, καὶ ἀπὸ τοὺς χρονογράφους τῆς ἐποχῆς.
᾿Αδελφὸς τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη, ἐγεννήθηκε λίγα χρόνια ἔπειτα ἀπὸ αὐτόν, τὸ 762, σὲ μία εὐγενῆ καὶ εὐσεβῆ οἰκογένεια, ποὺ εἶχε ἄλλα δύο παιδιά, τὸν Εὐθύμιο καὶ τὴ νεώτερη Θεοκτίστη. ῾Ο πατέρας τους Φωτεινὸς ἦταν ἀνώτερος ἐφοριακὸς ὑπάλληλος, ἡ δὲ μητέρα τους Θεοκτίστη ἦταν ἀδελφὴ τοῦ Πλάτωνος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ καταστῆ διάσημος ὡς θεμελιωτὴς τῆς μονῆς Συμβόλων στὴ Βιθυνία, καὶ ἀργότερα ἄλλων μοναστηριῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς μοναστικὸς ἡγέτης γεμᾆτος σοφία καὶ ἀρετή. Συνεμερίσθηκε μὲ τὸν Θεόδωρο τὶς περιπέτειές του λόγω τῶν πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν περιστάσεων.
Σταθμὸ στὴν ἱστορία τῆς οἰκογενείας ἀπετέλεσε ἡ ἐπὶ Λέοντος Δ¢ κατάπαυσις τοῦ διωγμοῦ κατὰ τῶν εἰκονοφίλων (775). Τότε, μαζὶ μὲ πλῆθος μοναχῶν ποὺ ἐπέστρεφαν στὴν πρωτεύουσα, εὑρισκόταν καὶ ὁ Πλάτων, ὁ ὁποῖος ἐκίνησε τὸ ἐνδιαφέρον ὅλων τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας τῆς ἀδελφῆς του πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Τὸ 780 διένειμαν μέρος τῶν ἀγαθῶν τους, ἀπελευθέρωσαν τοὺς ὑπηρέτες των καὶ ἀποσύρθηκαν, ἡ μὲν Θεοκτίστη μὲ τὴν κόρη της σ᾿ ἕνα μοναστήρι τῆς Πόλεως, ὁ δὲ πατέρας μὲ τὰ ἀγόρια στὸ κτῆμα ποὺ εἶχε στὸ χωρίο τῆς Βιθυνίας Σακκουδίων, ὅπου ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Πλάτωνος συστήθηκε μοναστήρι ποὺ μετατράπηκε σὲ σπουδαῖο μοναστικὸ κέντρο. Τὴν ἡγεσία του τὸ 794 ἀνέλαβε ὁ Θεόδωρος μετὰ τὴν παραίτησι τοῦ Πλάτωνος γιὰ λόγους ὑγείας, ἀλλ᾿ αὐτὸς δὲν ἐπρόλαβε νὰ ἐπιφέρη τὴν κοινοβιακὴ μεταρρύθμισι, διότι κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἐμφανίσεως τοῦ λεγομένου μοιχειανοῦ ζητήματος παρουσιάσθηκε ὡς ἑστία τῆς ἀντιστάσεως τῆς ζηλωτικῆς κινήσεως κατὰ τοῦ γάμου τοῦ νεαροῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου ς¢ μὲ τὴν αὐλικὴ Θεοδότη, ἡ ὁποία ἦταν καὶ ἐξαδέλφη τοῦ ᾿Ιωσὴφ μάλιστα. ῾Η μονὴ καταδιώχθηκε καὶ διαλύθηκε, ἐνῶ ὁ ᾿Ιωσὴφ μαζὶ μὲ τὸν Θεόδωρο ἀποστάλθηκαν στὶς φυλακὲς τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 795.
Μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσι τοῦ Κωνσταντίνου ἀπὸ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐπικράτησι τῆς μητέρας του Εἰρήνης οἱ ζηλωταὶ ἐπῆραν ἱκανοποίησι. ῾Ο ᾿Ιωσήφ, ἐλεύθερος πλέον, μετέβηκε μὲ τὸν ἀδελφό του στὴ μονὴ Σακκουδίωνος, ἀλλὰ λόγω τῶν ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν μετέφεραν τὴ δραστηριότητά τους στὴν Κωνσταντινούπολι, ὅπου τοὺς παραχωρήθηκε ἡ ἡμιέρημη λόγω τῶν εἰκονομαχικῶν ἐρίδων μονὴ Στουδίου, τὴν ὁποία ὡς ἡγούμενος ἀναδιωργάνωσε ὁ Θεόδωρος καὶ κατέστησε τὸ εὐρωστότερο μοναχικὸ ἵδρυμα τοῦ Βυζαντίου καὶ μέγα κέντρο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου καὶ τῆς παιδείας.
Τέλη τοῦ 806 ἢ ἀρχὲς τοῦ 807 ἐκλέχθηκε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης μὲ τὴν ὑποστήριξι τοῦ πατριάρχη Νικηφόρου, ἀλλὰ παρέμεινε ἐκεῖ μόνο γιὰ λίγον χρόνο, διότι κατὰ τὴν ἐπανεμφάνισι τοῦ θέματος τοῦ ἱερέως ποὺ εἶχε ἱερολογήσει τὸν γάμο τοῦ Κωνσταντίνου οἱ ἀδελφοὶ ἐτάχθηκαν ἐναντίον τῆς συμβιβαστικῆς πολιτικῆς τοῦ πατριάρχη, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὑποχρεώθηκαν νὰ περιορισθοῦν στὶς πριγκηποννήσους χωριστὰ (809). ῾Ο ᾿Ιωσὴφ κατὰ τὴν ἄνοδο στὸν θρόνο τοῦ Μιχαὴλ Ραγκαβὲ (811) ἀφέθηκε ἐλεύθερος, συνειργάσθηκε ὁμαλῶς μὲ τὸν πατριάρχη καὶ εἶναι πιθανό, ἀλλ᾿ ὄχι βέβαιο, ὅτι ἀποκαταστάθηκε στὴν ἕδρα του, ἂν καὶ κατὰ τὸν νέο διωγμὸ ἀπὸ τὸν Λέοντα Ε¢ (815) εὑρισκόταν στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Λέοντος Ε¢, τὸ 820, ἀφέθηκε ἐλεύθερος, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἐπιτράπηκε οὔτε στὴν ἕδρα του στὴ Θεσσαλονίκη νὰ ἐπιστρέψη οὔτε στὴν Κωνσταντινούπολι νὰ ἐγκατασταθῆ. ᾿Επέθανε τὴν 15 ᾿Ιουλίου. Τὰ λείψανά του μετακομίσθηκαν ἐπὶ πατριαρχίας Μεθοδίου τὸ 844 στὴν Κωνσταντινούπολι καί, ὅπως τὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Θεοδώρου, κατατέθηκαν στὴ μονὴ Στουδίου δίπλα στὰ τοῦ θείου του Πλάτωνος.
Τιμᾆται κατὰ τὰ παλαιὰ μηνολόγια τὴν 15 ᾿Ιουλίου, ἐπέτειο τοῦ θανάτου του, κατὰ τὰ νεώτερα τὴν 14 ᾿Ιουλίου, χωρὶς ἀκολουθία, ἀλλὰ μὲ ἕνα δίστιχο καὶ βραχὺ συναξάριο ἱστορικῶς ἀνακριβές.
ΟΜΙΛΙΕΣ
Οἱ σωζόμενες ὁμιλίες τοῦ ᾿Ιωσήφ, ἂν καὶ ὀλίγες, εἶναι ἐκλεκτὲς σὲ ὕφος καὶ περιεχόμενο. ῎Ερχονται πρῶτα οἱ δύο πανηγυρικοὶ στοὺς πάτρωνες τῆς μητροπολιτικῆς του ἕδρας Εἰς ἅγιον Δημήτριον τὸν πολιοῦχο καὶ Εἰς ἅγιον Νέστορα τὸν μαθητή του, ποὺ ἐκφωνήθηκαν κατὰ τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς του στὴν πόλι. ᾿Απὸ τὶς δύο ὁμιλίες του Εἰς τὸν Σταυρὸν καὶ τὴν νηστείαν, ἡ μὲν πρώτη, “Σταυροῦ ἑορτὴ πρόκειται”, παραδίδεται καὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωάννη Χρυσοστόμου, ὄχι βέβαια ὀρθῶς, ἡ δὲ δευτέρα, “Πάλιν ἡμῖν”, παραμένει ἀνέκδοτη.
Δὲν ἀνήκουν στὸν Στουδίτη ᾿Ιωσὴφ οἱ ἀμφιβαλόμενες ὁμιλίες Εἰς τὸν Λάζαρον, Εἰς τὰς μυροφόρους ποὺ εἶναι τοῦ ᾿Ιωάννη Α¢ Θεσσαλονίκης, ἂν καὶ φέρεται ἐπίσης ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωάννη Χρυσοστόμου, καὶ Εἰς τὸν Βαρθολομαῖον, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ᾿Ιωσὴφ ῾Υμνογράφο.
ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΚΑ
Σώζεται ἰδιαίτερο Τριώδιο τῆς μονῆς τοῦ Στουδίου χαρακτηριζόμενο ὡς “ποίημα τοῦ ᾿Ιωσὴφ καὶ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου τῶν αὐταδέλφων” (Cod. Vat. gr. 786). Περιέχει διπλὰ τριώδια καὶ ἐνίοτε τετραώδια στὶς καθημερινὲς τῆς ἑβδομάδος τῆς Τυρινῆς καὶ τῆς Τεσσαρακοστῆς μέχρι τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου, κατὰ τὸ παράδειγμα Κοσμᾆ τοῦ Μελωδοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε συνθέσει ὀλιγοωδίους κανόνες στὶς ἡμέρες τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδος. Σώζονται δὲ σ᾿ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ὅπως καὶ τοῦ Θεοδώρου, πολυάριθμα προσόμοια, πιθανῶς καὶ ἰδιόμελα, ποὺ φέρουν ἐπιγραφὴ “Ποίημα τοῦ Κυρίου ᾿Ιωσήφ” ἢ “Ποίημα ᾿Ιωσὴφ Θεσσαλονίκης”.
Οἱ Κανόνες του στὴν Κυριακὴ τοῦ ᾿Ασώτου καὶ τὴν Παρασκευὴ τῆς Τυρινῆς εἶναι πλήρεις ὀκταώδιοι. ῾Ο πλήρης ὅμως ὀκταώδιος κανὼν στὴν Παρασκευὴ τῆς Τετάρτης ῾Εβδομάδος, ποὺ φέρει τὴ συνήθη ἰαμβικὴ ἀκροστιχίδα τοῦ ᾿Ιωσὴφ ῾Υμνογράφου, στὸ τέλος της δὲ τὸ ὄνομα ᾿Ιωσήφ, ἀνήκει ἀναμφιβόλως στὸν Σικελιώτη, ἐφ᾿ ὅσον μάλιστα καὶ γι᾿ αὐτὴν τὴν ἡμέρα ὑπάρχουν τὰ δύο τριώδια τῶν αὐταδέλφων.
Οἱ Κανόνες τῶν δύο ἀδελφῶν στὸ Πεντηκοστάριο, οἱ ὁποῖοι εἰσήχθηκαν στὸν κώδικα τοῦ Στουδίου γιὰ τὸ Τριώδιο, ποὺ περιελάμβανε τότε καὶ τὸ Πεντηκοστάριο, δὲν ἔγιναν δεκτοὶ στὰ γενικὰ βιβλία τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ περισώθηκαν στὰ βιβλία τῆς Κρυπτοφέρρης. ῎Ετσι σὲ ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς Διακαινησίμου ὑπάρχουν πλήρεις ἐννεαώδιοι κανόνες διπλοί, ἀπὸ ἕνα τοῦ ᾿Ιωσὴφ καὶ τοῦ Θεοδώρου. ᾿Επὶ πλέον τοῦ ᾿Ιωσὴφ ὑπάρχουν ὀκταώδιοι κανόνες στὶς Κυριακὲς τοῦ Παραλύτου, τῆς Σαμαρείτιδος καὶ τοῦ Τυφλοῦ, τὴν Τετάρτη τῆς ς¢ ῾Εβδομάδος τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τὴν ᾿Ανάληψι.
Οἱ Κανόνες τοῦ ᾿Ιωσὴφ Στουδίτη δὲν ἔχουν γενικὴ ἀκροστιχίδα, πλὴν τῆς θ¢ ὠδῆς, ὅπου σχηματίζεται ἁπλῶς τὸ ὄνομα ΙΩΣΗΦ, μὲ ἐξαίρεσι τὸν κανόνα τῆς ᾿Αναλήψεως, στὸν ὁποῖο σχηματίζεται ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίς, στὶς ὠδὲς δὲ η¢ καὶ θ¢, ἡ φράσις ΩΔΗ ΙΩΣΗΦ· κατὰ τοῦτο μάλιστα διαφέρουν ἀπὸ τοὺς κανόνες τοῦ Σικελιώτη ᾿Ιωσήφ, ποὺ ἔχουν στὴν ἀρχὴ ἰαμβικὴ ἀκροστιχίδα καὶ στὴν θ¢ ὠδὴ τὸ ὄνομα ΙΩΣΗΦ. ῎Ετσι διευκρινίζεται ὅτι ὁ ᾿Ιωσὴφ Στουδίτης μόνο τοὺς σ᾿ αὐτὸν ἐπιγραφομένους κανόνες, πλήρεις ἢ ἐλλιπεῖς, τοῦ Τριωδίου καὶ τοῦ Πεντηκοσταρίου συνέθεσε, ἐνῶ οἱ ἄλλοι κανόνες ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα ᾿Ιωσὴφ ἀνήκουν στὸν Σικελιώτη ὑμνογράφο.
῾Ο ᾿Ιωσὴφ Θεσσαλονίκης, λόγω τῆς συνδέσεώς του μὲ τὴν Στουδίου καὶ τῆς κυρίας ἐνασχολήσεώς του μὲ τὸ Τριώδιο ὑπερτονίζει τὸ στοιχεῖο τῆς ἁμαρτωλότητος, τῆς μετανοίας καὶ τῆς νηστείας, ἂν καὶ τελικῶς ἡ προοπτικὴ εἶναι αἰσιόδοξη.
῾Η καλλίστη νηστεία τρέφει καρδίας,
πιαίνουσα λογισμοὺς θεαρέστους
καὶ παθῶν ἄβυσσον ἀποξηραίνουσα·
ὄμβροις κατανύξεως ἀποκαθαίρει
τοὺς πίστει αἴνεσιν προσάγοντας
τῷ Παντοκράτορι.
Τὸ 818 ὁ ᾿Ιωσὴφ ἔγραψεν ἰάμβους κατὰ τῶν εἰκονομάχων, τοὺς ὁποίους ἐξόριστος ὄντας ἀπέστειλε πρὸς τὸν σὲ ἄλλον τόπο ἐξόριστο ἀδελφό του Θεόδωρο· ἀλλ᾿ αὐτός, ὅπως δηλώνει, δὲν τοὺς ἔλαβε.
Μιὰ σειρὰ κοντακίων ποὺ φέρονται ὑπὸ τὸ ὄνομα ᾿Ιωσὴφ δὲν εἶναι τοῦ Στουδίτη, ἀλλὰ τοῦ Σικελιώτη, ὅπως συνάγεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἀφιερωμένο στὸν Γρηγόριο Δεκαπολίτη, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο ἦταν διδάσκαλος τοῦ Σικελιώτη ᾿Ιωσήφ, ἀλλὰ καὶ ἐπέθανε μετὰ τὸν Στουδίτη, ὁ ὁποῖος ἔτσι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τοῦ ἀφιερώση κοντάκιο.
ΙΩΣΗΦ ὁ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ,
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὑμνογράφος,
ἅγιος (762-832)
ΒΙΟΣ
᾿Επειδὴ δὲν ὑφίσταται γι᾿ αὐτὸν ἰδιαίτερη βιογραφία, ἐνῶ τὸ Συναξάριό του εἶναι βραχύτατο καὶ ὄχι πολὺ ἀκριβές, τὶς πληροφορίες περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ συναγάγουμε ἀπὸ ἔμμεσες πηγές, ὅπως εἶναι ὁ Βίος τοῦ ἀδελφοῦ του Θεοδώρου, καὶ ἀπὸ τοὺς χρονογράφους τῆς ἐποχῆς.
᾿Αδελφὸς τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη, ἐγεννήθηκε λίγα χρόνια ἔπειτα ἀπὸ αὐτόν, τὸ 762, σὲ μία εὐγενῆ καὶ εὐσεβῆ οἰκογένεια, ποὺ εἶχε ἄλλα δύο παιδιά, τὸν Εὐθύμιο καὶ τὴ νεώτερη Θεοκτίστη. ῾Ο πατέρας τους Φωτεινὸς ἦταν ἀνώτερος ἐφοριακὸς ὑπάλληλος, ἡ δὲ μητέρα τους Θεοκτίστη ἦταν ἀδελφὴ τοῦ Πλάτωνος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ καταστῆ διάσημος ὡς θεμελιωτὴς τῆς μονῆς Συμβόλων στὴ Βιθυνία, καὶ ἀργότερα ἄλλων μοναστηριῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς μοναστικὸς ἡγέτης γεμᾆτος σοφία καὶ ἀρετή. Συνεμερίσθηκε μὲ τὸν Θεόδωρο τὶς περιπέτειές του λόγω τῶν πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν περιστάσεων.
Σταθμὸ στὴν ἱστορία τῆς οἰκογενείας ἀπετέλεσε ἡ ἐπὶ Λέοντος Δ¢ κατάπαυσις τοῦ διωγμοῦ κατὰ τῶν εἰκονοφίλων (775). Τότε, μαζὶ μὲ πλῆθος μοναχῶν ποὺ ἐπέστρεφαν στὴν πρωτεύουσα, εὑρισκόταν καὶ ὁ Πλάτων, ὁ ὁποῖος ἐκίνησε τὸ ἐνδιαφέρον ὅλων τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας τῆς ἀδελφῆς του πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Τὸ 780 διένειμαν μέρος τῶν ἀγαθῶν τους, ἀπελευθέρωσαν τοὺς ὑπηρέτες των καὶ ἀποσύρθηκαν, ἡ μὲν Θεοκτίστη μὲ τὴν κόρη της σ᾿ ἕνα μοναστήρι τῆς Πόλεως, ὁ δὲ πατέρας μὲ τὰ ἀγόρια στὸ κτῆμα ποὺ εἶχε στὸ χωρίο τῆς Βιθυνίας Σακκουδίων, ὅπου ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Πλάτωνος συστήθηκε μοναστήρι ποὺ μετατράπηκε σὲ σπουδαῖο μοναστικὸ κέντρο. Τὴν ἡγεσία του τὸ 794 ἀνέλαβε ὁ Θεόδωρος μετὰ τὴν παραίτησι τοῦ Πλάτωνος γιὰ λόγους ὑγείας, ἀλλ᾿ αὐτὸς δὲν ἐπρόλαβε νὰ ἐπιφέρη τὴν κοινοβιακὴ μεταρρύθμισι, διότι κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἐμφανίσεως τοῦ λεγομένου μοιχειανοῦ ζητήματος παρουσιάσθηκε ὡς ἑστία τῆς ἀντιστάσεως τῆς ζηλωτικῆς κινήσεως κατὰ τοῦ γάμου τοῦ νεαροῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου ς¢ μὲ τὴν αὐλικὴ Θεοδότη, ἡ ὁποία ἦταν καὶ ἐξαδέλφη τοῦ ᾿Ιωσὴφ μάλιστα. ῾Η μονὴ καταδιώχθηκε καὶ διαλύθηκε, ἐνῶ ὁ ᾿Ιωσὴφ μαζὶ μὲ τὸν Θεόδωρο ἀποστάλθηκαν στὶς φυλακὲς τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 795.
Μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσι τοῦ Κωνσταντίνου ἀπὸ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐπικράτησι τῆς μητέρας του Εἰρήνης οἱ ζηλωταὶ ἐπῆραν ἱκανοποίησι. ῾Ο ᾿Ιωσήφ, ἐλεύθερος πλέον, μετέβηκε μὲ τὸν ἀδελφό του στὴ μονὴ Σακκουδίωνος, ἀλλὰ λόγω τῶν ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν μετέφεραν τὴ δραστηριότητά τους στὴν Κωνσταντινούπολι, ὅπου τοὺς παραχωρήθηκε ἡ ἡμιέρημη λόγω τῶν εἰκονομαχικῶν ἐρίδων μονὴ Στουδίου, τὴν ὁποία ὡς ἡγούμενος ἀναδιωργάνωσε ὁ Θεόδωρος καὶ κατέστησε τὸ εὐρωστότερο μοναχικὸ ἵδρυμα τοῦ Βυζαντίου καὶ μέγα κέντρο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου καὶ τῆς παιδείας.
Τέλη τοῦ 806 ἢ ἀρχὲς τοῦ 807 ἐκλέχθηκε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης μὲ τὴν ὑποστήριξι τοῦ πατριάρχη Νικηφόρου, ἀλλὰ παρέμεινε ἐκεῖ μόνο γιὰ λίγον χρόνο, διότι κατὰ τὴν ἐπανεμφάνισι τοῦ θέματος τοῦ ἱερέως ποὺ εἶχε ἱερολογήσει τὸν γάμο τοῦ Κωνσταντίνου οἱ ἀδελφοὶ ἐτάχθηκαν ἐναντίον τῆς συμβιβαστικῆς πολιτικῆς τοῦ πατριάρχη, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὑποχρεώθηκαν νὰ περιορισθοῦν στὶς πριγκηποννήσους χωριστὰ (809). ῾Ο ᾿Ιωσὴφ κατὰ τὴν ἄνοδο στὸν θρόνο τοῦ Μιχαὴλ Ραγκαβὲ (811) ἀφέθηκε ἐλεύθερος, συνειργάσθηκε ὁμαλῶς μὲ τὸν πατριάρχη καὶ εἶναι πιθανό, ἀλλ᾿ ὄχι βέβαιο, ὅτι ἀποκαταστάθηκε στὴν ἕδρα του, ἂν καὶ κατὰ τὸν νέο διωγμὸ ἀπὸ τὸν Λέοντα Ε¢ (815) εὑρισκόταν στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Λέοντος Ε¢, τὸ 820, ἀφέθηκε ἐλεύθερος, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἐπιτράπηκε οὔτε στὴν ἕδρα του στὴ Θεσσαλονίκη νὰ ἐπιστρέψη οὔτε στὴν Κωνσταντινούπολι νὰ ἐγκατασταθῆ. ᾿Επέθανε τὴν 15 ᾿Ιουλίου. Τὰ λείψανά του μετακομίσθηκαν ἐπὶ πατριαρχίας Μεθοδίου τὸ 844 στὴν Κωνσταντινούπολι καί, ὅπως τὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Θεοδώρου, κατατέθηκαν στὴ μονὴ Στουδίου δίπλα στὰ τοῦ θείου του Πλάτωνος.
Τιμᾆται κατὰ τὰ παλαιὰ μηνολόγια τὴν 15 ᾿Ιουλίου, ἐπέτειο τοῦ θανάτου του, κατὰ τὰ νεώτερα τὴν 14 ᾿Ιουλίου, χωρὶς ἀκολουθία, ἀλλὰ μὲ ἕνα δίστιχο καὶ βραχὺ συναξάριο ἱστορικῶς ἀνακριβές.
ΟΜΙΛΙΕΣ
Οἱ σωζόμενες ὁμιλίες τοῦ ᾿Ιωσήφ, ἂν καὶ ὀλίγες, εἶναι ἐκλεκτὲς σὲ ὕφος καὶ περιεχόμενο. ῎Ερχονται πρῶτα οἱ δύο πανηγυρικοὶ στοὺς πάτρωνες τῆς μητροπολιτικῆς του ἕδρας Εἰς ἅγιον Δημήτριον τὸν πολιοῦχο καὶ Εἰς ἅγιον Νέστορα τὸν μαθητή του, ποὺ ἐκφωνήθηκαν κατὰ τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς του στὴν πόλι. ᾿Απὸ τὶς δύο ὁμιλίες του Εἰς τὸν Σταυρὸν καὶ τὴν νηστείαν, ἡ μὲν πρώτη, “Σταυροῦ ἑορτὴ πρόκειται”, παραδίδεται καὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωάννη Χρυσοστόμου, ὄχι βέβαια ὀρθῶς, ἡ δὲ δευτέρα, “Πάλιν ἡμῖν”, παραμένει ἀνέκδοτη.
Δὲν ἀνήκουν στὸν Στουδίτη ᾿Ιωσὴφ οἱ ἀμφιβαλόμενες ὁμιλίες Εἰς τὸν Λάζαρον, Εἰς τὰς μυροφόρους ποὺ εἶναι τοῦ ᾿Ιωάννη Α¢ Θεσσαλονίκης, ἂν καὶ φέρεται ἐπίσης ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωάννη Χρυσοστόμου, καὶ Εἰς τὸν Βαρθολομαῖον, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ᾿Ιωσὴφ ῾Υμνογράφο.
ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΚΑ
Σώζεται ἰδιαίτερο Τριώδιο τῆς μονῆς τοῦ Στουδίου χαρακτηριζόμενο ὡς “ποίημα τοῦ ᾿Ιωσὴφ καὶ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου τῶν αὐταδέλφων” (Cod. Vat. gr. 786). Περιέχει διπλὰ τριώδια καὶ ἐνίοτε τετραώδια στὶς καθημερινὲς τῆς ἑβδομάδος τῆς Τυρινῆς καὶ τῆς Τεσσαρακοστῆς μέχρι τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου, κατὰ τὸ παράδειγμα Κοσμᾆ τοῦ Μελωδοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε συνθέσει ὀλιγοωδίους κανόνες στὶς ἡμέρες τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδος. Σώζονται δὲ σ᾿ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ὅπως καὶ τοῦ Θεοδώρου, πολυάριθμα προσόμοια, πιθανῶς καὶ ἰδιόμελα, ποὺ φέρουν ἐπιγραφὴ “Ποίημα τοῦ Κυρίου ᾿Ιωσήφ” ἢ “Ποίημα ᾿Ιωσὴφ Θεσσαλονίκης”.
Οἱ Κανόνες του στὴν Κυριακὴ τοῦ ᾿Ασώτου καὶ τὴν Παρασκευὴ τῆς Τυρινῆς εἶναι πλήρεις ὀκταώδιοι. ῾Ο πλήρης ὅμως ὀκταώδιος κανὼν στὴν Παρασκευὴ τῆς Τετάρτης ῾Εβδομάδος, ποὺ φέρει τὴ συνήθη ἰαμβικὴ ἀκροστιχίδα τοῦ ᾿Ιωσὴφ ῾Υμνογράφου, στὸ τέλος της δὲ τὸ ὄνομα ᾿Ιωσήφ, ἀνήκει ἀναμφιβόλως στὸν Σικελιώτη, ἐφ᾿ ὅσον μάλιστα καὶ γι᾿ αὐτὴν τὴν ἡμέρα ὑπάρχουν τὰ δύο τριώδια τῶν αὐταδέλφων.
Οἱ Κανόνες τῶν δύο ἀδελφῶν στὸ Πεντηκοστάριο, οἱ ὁποῖοι εἰσήχθηκαν στὸν κώδικα τοῦ Στουδίου γιὰ τὸ Τριώδιο, ποὺ περιελάμβανε τότε καὶ τὸ Πεντηκοστάριο, δὲν ἔγιναν δεκτοὶ στὰ γενικὰ βιβλία τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ περισώθηκαν στὰ βιβλία τῆς Κρυπτοφέρρης. ῎Ετσι σὲ ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς Διακαινησίμου ὑπάρχουν πλήρεις ἐννεαώδιοι κανόνες διπλοί, ἀπὸ ἕνα τοῦ ᾿Ιωσὴφ καὶ τοῦ Θεοδώρου. ᾿Επὶ πλέον τοῦ ᾿Ιωσὴφ ὑπάρχουν ὀκταώδιοι κανόνες στὶς Κυριακὲς τοῦ Παραλύτου, τῆς Σαμαρείτιδος καὶ τοῦ Τυφλοῦ, τὴν Τετάρτη τῆς ς¢ ῾Εβδομάδος τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τὴν ᾿Ανάληψι.
Οἱ Κανόνες τοῦ ᾿Ιωσὴφ Στουδίτη δὲν ἔχουν γενικὴ ἀκροστιχίδα, πλὴν τῆς θ¢ ὠδῆς, ὅπου σχηματίζεται ἁπλῶς τὸ ὄνομα ΙΩΣΗΦ, μὲ ἐξαίρεσι τὸν κανόνα τῆς ᾿Αναλήψεως, στὸν ὁποῖο σχηματίζεται ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίς, στὶς ὠδὲς δὲ η¢ καὶ θ¢, ἡ φράσις ΩΔΗ ΙΩΣΗΦ· κατὰ τοῦτο μάλιστα διαφέρουν ἀπὸ τοὺς κανόνες τοῦ Σικελιώτη ᾿Ιωσήφ, ποὺ ἔχουν στὴν ἀρχὴ ἰαμβικὴ ἀκροστιχίδα καὶ στὴν θ¢ ὠδὴ τὸ ὄνομα ΙΩΣΗΦ. ῎Ετσι διευκρινίζεται ὅτι ὁ ᾿Ιωσὴφ Στουδίτης μόνο τοὺς σ᾿ αὐτὸν ἐπιγραφομένους κανόνες, πλήρεις ἢ ἐλλιπεῖς, τοῦ Τριωδίου καὶ τοῦ Πεντηκοσταρίου συνέθεσε, ἐνῶ οἱ ἄλλοι κανόνες ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα ᾿Ιωσὴφ ἀνήκουν στὸν Σικελιώτη ὑμνογράφο.
῾Ο ᾿Ιωσὴφ Θεσσαλονίκης, λόγω τῆς συνδέσεώς του μὲ τὴν Στουδίου καὶ τῆς κυρίας ἐνασχολήσεώς του μὲ τὸ Τριώδιο ὑπερτονίζει τὸ στοιχεῖο τῆς ἁμαρτωλότητος, τῆς μετανοίας καὶ τῆς νηστείας, ἂν καὶ τελικῶς ἡ προοπτικὴ εἶναι αἰσιόδοξη.
῾Η καλλίστη νηστεία τρέφει καρδίας,
πιαίνουσα λογισμοὺς θεαρέστους
καὶ παθῶν ἄβυσσον ἀποξηραίνουσα·
ὄμβροις κατανύξεως ἀποκαθαίρει
τοὺς πίστει αἴνεσιν προσάγοντας
τῷ Παντοκράτορι.
Τὸ 818 ὁ ᾿Ιωσὴφ ἔγραψεν ἰάμβους κατὰ τῶν εἰκονομάχων, τοὺς ὁποίους ἐξόριστος ὄντας ἀπέστειλε πρὸς τὸν σὲ ἄλλον τόπο ἐξόριστο ἀδελφό του Θεόδωρο· ἀλλ᾿ αὐτός, ὅπως δηλώνει, δὲν τοὺς ἔλαβε.
Μιὰ σειρὰ κοντακίων ποὺ φέρονται ὑπὸ τὸ ὄνομα ᾿Ιωσὴφ δὲν εἶναι τοῦ Στουδίτη, ἀλλὰ τοῦ Σικελιώτη, ὅπως συνάγεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἀφιερωμένο στὸν Γρηγόριο Δεκαπολίτη, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο ἦταν διδάσκαλος τοῦ Σικελιώτη ᾿Ιωσήφ, ἀλλὰ καὶ ἐπέθανε μετὰ τὸν Στουδίτη, ὁ ὁποῖος ἔτσι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τοῦ ἀφιερώση κοντάκιο.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
ΙΩΣΗΦ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ,
μητροπολίτης Θεσσαλονίκης
ἐθνομάρτυς - ἱερομάρτυς († 3.6.1821)
῾Ο ᾿Ιωσήφ, καταγόμενος ἀπὸ τὴ Δημητσάνα τῆς Πελοποννήσου, διετέλεσε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κατὰ τὴ δύσκολη περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας καὶ ἰδιαίτερα κατὰ τοὺς χρόνους πρὶν ἀπὸ τὴν ἔκρηξη τῆς ᾿Επαναστάσεως, κατὰ τὴν ἔναρξη τῆς ὁποίας συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ θανατώθηκε· γι᾿ αὐτὸ καὶ θεωρεῖται ὡς ἐθνομάρτυς. ῍Αν καὶ δὲν ὑπάρχει ἐπίσημη πράξη ἀνακηρύξεως τῆς ἁγιότητάς του ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἐπειδή, ὅπως εἶναι φυσικό, κάτι τέτοιο θὰ προκαλοῦσε ἔντονες ἀντιδράσεις ἀπὸ μέρους τῆς Τουρκικῆς κυβερνήσεως, ἐν τούτοις κρίθηκε σκόπιμο νὰ περιληφθεῖ καὶ ὁ μητροπολίτης ᾿Ιωσὴφ στὸ ῾Αγιολόγιο τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφοῦ ἔχει καθιερωθεῖ στὴ συνείδηση τοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος ὄχι μόνο ὡς ἐθνομάρτυς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἱερομάρτυς.
Τὴν προσωπικότητα τοῦ ᾿Ιωσὴφ ἀνασυνθέτουμε ἀπὸ σποραδικὲς εἰδήσεις ποὺ ὑπάρχουν περὶ τοῦ προσώπου του, ἐφ᾿ ὅσον δὲν διαθέτουμε κάποια πλήρη βιογραφία του. Κυρίως οἱ πληροφορίες ποὺ διαθέτουμε προέρχονται ἀπὸ τὶς δύο περιόδους κατὰ τὶς ὁποῖες διετέλεσε συνοδικὸς ἀρχιερέας στὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Κατ᾿ αὐτὲς τὶς περιόδους λοιπὸν συναντοῦμε τὴν ὑπογραφὴ τοῦ ᾿Ιωσὴφ σὲ πολλὰ σπουδαῖα συνοδικὰ ἔγγραφα.
῾Ο ᾿Ιωσὴφ καταγόταν ἀπὸ τὴ Δημητσάνα, ἡ ὁποία ἀνέδειξε ἰδιαίτερα κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἀξιόλογους ἄνδρες, ποὺ ἐργάστηκαν τόσο στὸ χῶρο τῆς ᾿Εκκλησίας ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ῎Εθνους. ᾿Απὸ τὴ Δημητσάνα ἄλλωστε καταγόταν καὶ ὁ πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε¢, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ᾿Ιωσὴφ πρέπει νὰ ἦταν συνομήλικος ἢ ἴσως καὶ λίγο νεώτερός του. ῾Ο ᾿Ιωσὴφ προερχόταν ἀπὸ τὴ γνωστὴ οἰκογένεια τῶν ᾿Αντωνόπουλων, ἡ ὁποία προσέφερε πολλὰ στὸν ἀγώνα τοῦ 1821. Μέχρι πρόσφατα ὑπῆρχε ἡ ἄποψη ὅτι ἔφερε τὸ ἐπώνυμο Δαλιβήρης, ὥσπου δημοσιεύτηκαν τὰ ᾿Απομνημονεύματα τοῦ Κανέλου Δεληγιάννη, ὅπου, ἀναφερόμενος ὁ Κανέλος στὸ γεγονὸς τῆς ἱδρύσεως πυριτιδόμυλων στὴ Δημητσάνα, λέγει ὅτι στὴν προσπάθεια αὐτὴ τῶν δύο ἀδελφῶν, τοῦ Νικολάου καὶ τοῦ Σπυρίδωνα Σπηλιωτοπούλου συνέβαλε σημαντικὰ καὶ ὁ προκριτώτερος τῆς πόλεως “᾿Αθανάσιος ᾿Αντωνόπουλος, ἀδελφὸς τοῦ ᾿Ιωσὴφ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, ὅστις ἐφονεύθη ἀπὸ τὸν σουλτάνον εἰς Κωνσταντινούπολιν μετὰ τοῦ ἀοιδίμου πατριάρχου Γρηγορίου, τοῦ Δέρκων, ᾿Εφέσου καὶ ἄλλων ἀρχιερέων...”.
Τὴν πρώτη μόρφωσή του ὁ ᾿Ιωσὴφ πιθανώτατα τὴν ἔλαβε στὴ γενέτειρά του, ὅπου ἄλλωστε καὶ πρὶν τὴ σύσταση τῆς γνωστῆς ῾Ελληνικῆς Σχολῆς λειτουργοῦσε ἀνεπίσημα σχολεῖο. ῎Αγνωστος παραμένει ὁ τόπος ὅπου συνέχισε τὶς σπουδές του· πιθανότατα μετέβη στὴ Σμύρνη, ὅπου συνήθιζαν νὰ καταφεύγουν πολλοὶ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ὅπως π.χ. ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢, ἀλλὰ καὶ οἱ ἱδρυτὲς τῆς Σχολῆς τῆς Δημητσάνας. ῞Ενας ἄλλος τόπος ποὺ προσέλκυε πολλοὺς νέους προερχόμενους ἀπὸ τὴ Δημητσάνα ἦταν ἡ Κωνσταντινούπολη, ὅπου διέμεναν πολλοὶ πλούσιοι ἔμποροι καταγόμενοι ἀπὸ αὐτή. ᾿Αλλὰ καὶ τὸ ῞Αγιο ῎Ορος ἀποτελοῦσε ἕναν σημαντικὸ πόλο ἕλξης. Σὲ κάποιον λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς χώρους ὁ ᾿Ιωσὴφ συμπλήρωσε τὴ μόρφωσή του, γιὰ τὴν ὁποία ἄλλωστε ὁ μοναχὸς Χριστόφορος ὁ Προδρομίτης σημειώνει: “ἱκανὴν παίδευσιν, τήν τε θύραθεν καὶ μάλιστα τῶν καθ᾿ ἡμᾆς παιδευμάτων”.
᾿Αργότερα, ὅταν ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢ ἀνέρχεται στὸν πατριαρχικὸ θρόνο, συναντοῦμε τὸν ᾿Ιωσὴφ ἀρχιδιάκονο τοῦ μητροπολίτη ᾿Εφέσου. Στὴ συνέχεια γίνεται Μ. Πρωτοσύγκελλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐνῶ ἀπὸ τὶς 20 Αὐγούστου τοῦ 1787 ἐξελέγη μητροπολίτης Δράμας. Μεταξὺ τῆς γενέτειράς του καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ἐπαρχίας ὑπῆρχε ἕνας μυστικὸς στενὸς σύνδεσμος, ἀφοῦ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του εἶχαν περάσει ἀπὸ τὴ Δράμα, ὅπως π.χ. ὁ Διονύσιος ὁ Α¢, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται δεύτερος κτίτωρ τῆς μονῆς τῆς Εἰκοσιφοινίσσης, ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢, ὁ ὁποῖος κατέφυγε στὴν ἴδια μονή, ὁ μητροπολίτης Δράμας ᾿Αθανάσιος (1593-1608), ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
Στὸ ἐξώφυλλο μιᾆς χειρόγραφης λειτουργίας τοῦ 1736 βρίσκουμε μία ἰδιόγραφη σημείωση τοῦ ᾿Ιωσήφ, ποὺ φέρεται ὅτι εἶναι γραμμένη τὸ Μάρτιο τοῦ ἔτους 1800. Στὴ σημείωση αὐτὴ ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν προκατόχων τοῦ ᾿Ιωσήφ, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι προβαίνει σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια ἀπὸ σεβασμὸ στὴ μνήμη ὅλων ὅσων ἀρχιεράτευσαν νωρίτερα στὴν ἴδια μητρόπολη καὶ ἰδιαίτερα τῶν συμπατριωτῶν του.
῾Ο ᾿Ιωσὴφ διακρινόταν ἰδιαίτερα γιὰ τὴν μόρφωσή του, τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν ἐργατικότητά του. Συνέβαλε μάλιστα οἰκονομικὰ στὴν ἔκδοση διαφόρων ἔργων, ὅπως π.χ. τῆς “᾿Επιτομῆς χρονολογικῆς τῆς Γενικῆς ῾Ιστορίας, ἐκ τῆς Γαλλικῆς εἰς τὴν ἡμετέραν μετενεχθείσης διάλεκτον μετὰ πλείστων σημειώσεων ἐπαυξηθείσης ὑπὸ τοῦ φιλογενοῦς Λάμπρου ᾿Αντωνιάδου, τοῦ ἐκ Μοισίας” καὶ τῆς “Γεωγραφίας” τοῦ Διονυσίου Πύρρου τοῦ Θετταλοῦ, ἡ ὁποία ἐκδίδεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1818. ᾿Επίσης προέτρεψε τὸν ὅσιο Νικόδημο τὸν ῾Αγιορείτη στὴ σύνταξη τοῦ Συναξαριστοῦ, ἑνὸς ἔργου τὴν ἔκδοση τοῦ ὁποίου εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ χρηματοδοτήσει. Πράγματι, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Νικοδήμου, τὸ 1819, ὁ ᾿Ιωσὴφ ἐκπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσή του, ἐπιθυμώντας μόνο νὰ παραμείνει μυστικὴ ἡ προσφορά του. Τέλος, ἐνίσχυσε οἰκονομικὰ καὶ τὴ Σχολὴ τῆς γενέτειράς του.
᾿Απὸ τὸ φθινόπωρο πιθανότατα τοῦ 1808-1809 ὁ ᾿Ιωσὴφ μετεῖχε στὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο ὡς μητροπολίτης Δράμας. Κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου συναντοῦμε τὴν ὑπογραφή του σὲ διάφορα συνοδικὰ ἔγγραφα μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ στὸ ἔντυπο σιγίλλιο τοῦ πατριάρχου Καλλινίκου Ε¢ τὸ 1809, ποὺ συνιστᾆ ὑποταγὴ στὴν ὀθωμανικὴ ἐξουσία τόσο στοὺς μητροπολίτες ὅσο καὶ στοὺς χριστιανούς.
Κατὰ τὸ Νοέμβριο τοῦ 1810 ὁ ᾿Ιωσὴφ μετατέθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ διαδεχθεῖ τὸν ἀποθανόντα Γεράσιμο. ῾Η μητρόπολη τῆς Δράμας ἦταν μία πτωχὴ ἐκκλησιαστικὴ περιφέρεια σὲ σχέση μὲ τὴ Θεσσαλονίκη· ἔτσι ἡ προαγωγὴ αὐτὴ ἀποτελοῦσε μιὰ πράξη ἀναγνωρίσεως τῆς προσφορᾆς τοῦ ᾿Ιωσήφ.
᾿Απὸ τὴν περίοδο τῆς ποιμαντορίας του στὴ Θεσσαλονίκη διασώζεται μία ἐνθύμηση σ᾿ ἕνα χειρόγραφο τοῦ ΙΕ¢-ΙΣΤ¢ αἰ., ποὺ ἀναφέρεται σὲ κάποια ἐπίσκεψή του στὴ μονὴ Βλατάδων. Σημειώνεται λοιπὸν πὼς “αωιβ¢ (1812) Φεβρουαρίῳ β¢ ἦλθεν ὁ ἅγιος Θεσσαλονίκης κῦρ ᾿Ιωσήφ. ῾Ο γράψας σύγκελλος ῎Ανθιμος”.
᾿Αργότερα, τὸ 1815, σὲ κώδικα τοῦ 1789 ποὺ ἀνῆκε στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Παναγούδας, βρίσκουμε μία σημείωση ποὺ ἀναφέρει ὅτι ἐθεωρήθη ὁ λογαριασμὸς τοῦ ἐπιτρόπου Γ. Πάϊκου κατὰ τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1815 ἐνώπιον τοῦ ἀρχιερέως· στὸ τέλος ὑπάρχει ὑπογραφὴ τοῦ μητροπολίτη “οὕτως † ὁ Θεσσαλονίκης ᾿Ιωσὴφ ὑποβεβαιοῖ”.
Κατὰ τὰ ἔτη 1819-1821, ὁ ᾿Ιωσὴφ μετεῖχε καὶ πάλι στὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο, αὐτὴ τὴ φορὰ βέβαια ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. ῎Ετσι συναντοῦμε τὴν ὑπογραφή του σὲ ἀρκετὰ συνοδικὰ ἔγγραφα καὶ γράμματα, ὅπως στὴν ἐγκύκλιο τοῦ 1820, τὴν ὁποία ἀπευθύνει ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢ πρὸς τὸ μητροπολίτη, τοὺς ἐπισκόπους καὶ τὸ λαὸ τῆς Θεσσαλονίκης, μὲ σκοπὸ νὰ μὴν παρασυρθοῦν ἀπὸ τὸ κίνημα τοῦ ᾿Αλῆ, ἀλλὰ νὰ παραμείνουν πιστοὶ στὸ Σουλτάνο. ᾿Επίσης, τὸ 1821 ὁ ᾿Ιωσὴφ ὡς συνοδικὸς ὑπογράφει καὶ τὴν ἀφοριστικὴ ἐπιστολὴ τῶν πρωταγωνιστῶν τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος. Αὐτὲς οἱ ἐνέργειες τοῦ ᾿Ιωσὴφ δὲν πρέπει, ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα, νὰ ἐκληφθοῦν ὡς προδοτικές, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνευθοῦν σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ὅλο κλίμα τῆς περιόδου καὶ κυρίως μὲ τὸ δύσκολο ρόλο ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὸ πατριαρχεῖο ὡς προστάτης τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ.
Μετὰ τὴν ἔκρηξη τῆς ἐπανάστασης στὶς παραδουνάβιες περιοχές, ὁ πατριάρχης διατάχθηκε διὰ φιρμανίου στὶς 9 Μαρτίου νὰ στείλει στὴν Πύλη κάποιους ἀπὸ τοὺς προκρίτους ἀρχιερεῖς. ῎Ισως ὅμως αὐτὸ νὰ συνέβη ὅταν γνωστοποιήθηκε στὸ Σουλτάνο ἡ ἐξέγερση τῆς Πελοποννήσου, ὁπότε καὶ τοῦ ζητήθηκαν συγκεκριμένα πρόσωπα, διαφορετικὰ θὰ ὄφειλε νὰ θέσει καὶ τὸν ἑαυτό του στὴν ὁμάδα τῶν ἀποσταλέντων ἀρχιερέων στὴν Πύλη.
Μάλιστα οἱ συλλήψεις τῶν ἀρχιερέων πρέπει νὰ ἔγιναν σταδιακά· πρῶτος πρέπει νὰ συνελήφθη καὶ νὰ φυλακίσθηκε ὁ ᾿Εφέσου Διονύσιος, ἀφοῦ δὲν συναντοῦμε τὴν ὑπογραφή του σὲ κανένα ἀπὸ τὰ πατριαρχικὰ ἔγγραφα ποὺ ἀποκηρύσσουν τὸ κίνημα. Μετὰ ἀκολούθησαν ὁ Νικομηδείας ᾿Αθανάσιος καὶ ὁ ᾿Αγχιάλου Εὐγένιος ποὺ θανατώθηκαν μαζὶ μὲ τὸν πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε¢. Μετὰ τὴν 10η ᾿Απριλίου ἢ κατ᾿ αὐτὴν συνελήφθησαν καὶ φυλακίσθηκαν στὸ Φοῦρνο τοῦ Μποσταντζήμπαση ὁ Δέρκων Γρηγόριος, ὁ Τυρνόβου ᾿Ιωαννίκιος, ὁ ᾿Αδριανουπόλεως Δωρόθεος καὶ ὁ Θεσσαλονίκης ᾿Ιωσήφ. ῾Η φυλάκιση τῶν ἀρχιερέων διήρκεσε γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα. Στὶς 27 Μαΐου, ὅταν ὁ Σουλτάνος πληροφορήθηκε τὴν πυρπόληση τοῦ τουρκικοῦ δικρότου στὴ Λέσβο διέταξε πρὸς ἀντεκδίκηση τὴ θανάτωση τῶν φυλακισμένων. ῎Ετσι, στὶς 3 ᾿Ιουνίου τὰ θύματα μαζὶ μὲ τὸ δήμιό τους μεταφέρθηκαν στὴν εὐρωπαϊκὴ παραλία τοῦ Βοσπόρου γιὰ νὰ ἐκτελεσθοῦν. Πρῶτος ἀπαγχονίσθηκε ὁ Τυρνόβου ᾿Ιωαννίκιος στὸ ᾿Αρναούτκιοϊ, μετὰ ὁ ᾿Αδριανουπόλεως στὸ Μεγάλο Ρεῦμα, τρίτος ὁ ᾿Ιωσὴφ στὸ Νεοχώρι καὶ τέλος ὁ Δέρκων στὰ Θεραπειά. ῾Η παράδοση διατηρεῖ κάποιες λεπτομέρειες ἀναφερόμενες στὸ τέλος τῶν μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖες ὅμως πιθανότατα πηγάζουν ἀπὸ τὴ φαντασία καὶ τὸ θαυμασμὸ τῶν ἁπλῶν χριστιανῶν.
Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ᾿Ιωσὴφ ἡ περιουσία του δημεύθηκε καὶ ἔτσι στερήθηκε καὶ ἡ Σχολὴ τῆς πατρίδας του τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση ποὺ δεχόταν ἀπὸ αὐτόν. Τὸν ᾿Ιούλιο τοῦ ἴδιου ἔτους στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης μετατέθηκε ὁ Αἴνου Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος παρέμεινε μέχρι τὸ 1824.
μητροπολίτης Θεσσαλονίκης
ἐθνομάρτυς - ἱερομάρτυς († 3.6.1821)
῾Ο ᾿Ιωσήφ, καταγόμενος ἀπὸ τὴ Δημητσάνα τῆς Πελοποννήσου, διετέλεσε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κατὰ τὴ δύσκολη περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας καὶ ἰδιαίτερα κατὰ τοὺς χρόνους πρὶν ἀπὸ τὴν ἔκρηξη τῆς ᾿Επαναστάσεως, κατὰ τὴν ἔναρξη τῆς ὁποίας συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ θανατώθηκε· γι᾿ αὐτὸ καὶ θεωρεῖται ὡς ἐθνομάρτυς. ῍Αν καὶ δὲν ὑπάρχει ἐπίσημη πράξη ἀνακηρύξεως τῆς ἁγιότητάς του ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἐπειδή, ὅπως εἶναι φυσικό, κάτι τέτοιο θὰ προκαλοῦσε ἔντονες ἀντιδράσεις ἀπὸ μέρους τῆς Τουρκικῆς κυβερνήσεως, ἐν τούτοις κρίθηκε σκόπιμο νὰ περιληφθεῖ καὶ ὁ μητροπολίτης ᾿Ιωσὴφ στὸ ῾Αγιολόγιο τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφοῦ ἔχει καθιερωθεῖ στὴ συνείδηση τοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος ὄχι μόνο ὡς ἐθνομάρτυς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἱερομάρτυς.
Τὴν προσωπικότητα τοῦ ᾿Ιωσὴφ ἀνασυνθέτουμε ἀπὸ σποραδικὲς εἰδήσεις ποὺ ὑπάρχουν περὶ τοῦ προσώπου του, ἐφ᾿ ὅσον δὲν διαθέτουμε κάποια πλήρη βιογραφία του. Κυρίως οἱ πληροφορίες ποὺ διαθέτουμε προέρχονται ἀπὸ τὶς δύο περιόδους κατὰ τὶς ὁποῖες διετέλεσε συνοδικὸς ἀρχιερέας στὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Κατ᾿ αὐτὲς τὶς περιόδους λοιπὸν συναντοῦμε τὴν ὑπογραφὴ τοῦ ᾿Ιωσὴφ σὲ πολλὰ σπουδαῖα συνοδικὰ ἔγγραφα.
῾Ο ᾿Ιωσὴφ καταγόταν ἀπὸ τὴ Δημητσάνα, ἡ ὁποία ἀνέδειξε ἰδιαίτερα κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἀξιόλογους ἄνδρες, ποὺ ἐργάστηκαν τόσο στὸ χῶρο τῆς ᾿Εκκλησίας ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ῎Εθνους. ᾿Απὸ τὴ Δημητσάνα ἄλλωστε καταγόταν καὶ ὁ πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε¢, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ᾿Ιωσὴφ πρέπει νὰ ἦταν συνομήλικος ἢ ἴσως καὶ λίγο νεώτερός του. ῾Ο ᾿Ιωσὴφ προερχόταν ἀπὸ τὴ γνωστὴ οἰκογένεια τῶν ᾿Αντωνόπουλων, ἡ ὁποία προσέφερε πολλὰ στὸν ἀγώνα τοῦ 1821. Μέχρι πρόσφατα ὑπῆρχε ἡ ἄποψη ὅτι ἔφερε τὸ ἐπώνυμο Δαλιβήρης, ὥσπου δημοσιεύτηκαν τὰ ᾿Απομνημονεύματα τοῦ Κανέλου Δεληγιάννη, ὅπου, ἀναφερόμενος ὁ Κανέλος στὸ γεγονὸς τῆς ἱδρύσεως πυριτιδόμυλων στὴ Δημητσάνα, λέγει ὅτι στὴν προσπάθεια αὐτὴ τῶν δύο ἀδελφῶν, τοῦ Νικολάου καὶ τοῦ Σπυρίδωνα Σπηλιωτοπούλου συνέβαλε σημαντικὰ καὶ ὁ προκριτώτερος τῆς πόλεως “᾿Αθανάσιος ᾿Αντωνόπουλος, ἀδελφὸς τοῦ ᾿Ιωσὴφ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, ὅστις ἐφονεύθη ἀπὸ τὸν σουλτάνον εἰς Κωνσταντινούπολιν μετὰ τοῦ ἀοιδίμου πατριάρχου Γρηγορίου, τοῦ Δέρκων, ᾿Εφέσου καὶ ἄλλων ἀρχιερέων...”.
Τὴν πρώτη μόρφωσή του ὁ ᾿Ιωσὴφ πιθανώτατα τὴν ἔλαβε στὴ γενέτειρά του, ὅπου ἄλλωστε καὶ πρὶν τὴ σύσταση τῆς γνωστῆς ῾Ελληνικῆς Σχολῆς λειτουργοῦσε ἀνεπίσημα σχολεῖο. ῎Αγνωστος παραμένει ὁ τόπος ὅπου συνέχισε τὶς σπουδές του· πιθανότατα μετέβη στὴ Σμύρνη, ὅπου συνήθιζαν νὰ καταφεύγουν πολλοὶ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ὅπως π.χ. ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢, ἀλλὰ καὶ οἱ ἱδρυτὲς τῆς Σχολῆς τῆς Δημητσάνας. ῞Ενας ἄλλος τόπος ποὺ προσέλκυε πολλοὺς νέους προερχόμενους ἀπὸ τὴ Δημητσάνα ἦταν ἡ Κωνσταντινούπολη, ὅπου διέμεναν πολλοὶ πλούσιοι ἔμποροι καταγόμενοι ἀπὸ αὐτή. ᾿Αλλὰ καὶ τὸ ῞Αγιο ῎Ορος ἀποτελοῦσε ἕναν σημαντικὸ πόλο ἕλξης. Σὲ κάποιον λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς χώρους ὁ ᾿Ιωσὴφ συμπλήρωσε τὴ μόρφωσή του, γιὰ τὴν ὁποία ἄλλωστε ὁ μοναχὸς Χριστόφορος ὁ Προδρομίτης σημειώνει: “ἱκανὴν παίδευσιν, τήν τε θύραθεν καὶ μάλιστα τῶν καθ᾿ ἡμᾆς παιδευμάτων”.
᾿Αργότερα, ὅταν ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢ ἀνέρχεται στὸν πατριαρχικὸ θρόνο, συναντοῦμε τὸν ᾿Ιωσὴφ ἀρχιδιάκονο τοῦ μητροπολίτη ᾿Εφέσου. Στὴ συνέχεια γίνεται Μ. Πρωτοσύγκελλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐνῶ ἀπὸ τὶς 20 Αὐγούστου τοῦ 1787 ἐξελέγη μητροπολίτης Δράμας. Μεταξὺ τῆς γενέτειράς του καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ἐπαρχίας ὑπῆρχε ἕνας μυστικὸς στενὸς σύνδεσμος, ἀφοῦ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του εἶχαν περάσει ἀπὸ τὴ Δράμα, ὅπως π.χ. ὁ Διονύσιος ὁ Α¢, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται δεύτερος κτίτωρ τῆς μονῆς τῆς Εἰκοσιφοινίσσης, ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢, ὁ ὁποῖος κατέφυγε στὴν ἴδια μονή, ὁ μητροπολίτης Δράμας ᾿Αθανάσιος (1593-1608), ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
Στὸ ἐξώφυλλο μιᾆς χειρόγραφης λειτουργίας τοῦ 1736 βρίσκουμε μία ἰδιόγραφη σημείωση τοῦ ᾿Ιωσήφ, ποὺ φέρεται ὅτι εἶναι γραμμένη τὸ Μάρτιο τοῦ ἔτους 1800. Στὴ σημείωση αὐτὴ ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν προκατόχων τοῦ ᾿Ιωσήφ, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι προβαίνει σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια ἀπὸ σεβασμὸ στὴ μνήμη ὅλων ὅσων ἀρχιεράτευσαν νωρίτερα στὴν ἴδια μητρόπολη καὶ ἰδιαίτερα τῶν συμπατριωτῶν του.
῾Ο ᾿Ιωσὴφ διακρινόταν ἰδιαίτερα γιὰ τὴν μόρφωσή του, τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν ἐργατικότητά του. Συνέβαλε μάλιστα οἰκονομικὰ στὴν ἔκδοση διαφόρων ἔργων, ὅπως π.χ. τῆς “᾿Επιτομῆς χρονολογικῆς τῆς Γενικῆς ῾Ιστορίας, ἐκ τῆς Γαλλικῆς εἰς τὴν ἡμετέραν μετενεχθείσης διάλεκτον μετὰ πλείστων σημειώσεων ἐπαυξηθείσης ὑπὸ τοῦ φιλογενοῦς Λάμπρου ᾿Αντωνιάδου, τοῦ ἐκ Μοισίας” καὶ τῆς “Γεωγραφίας” τοῦ Διονυσίου Πύρρου τοῦ Θετταλοῦ, ἡ ὁποία ἐκδίδεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1818. ᾿Επίσης προέτρεψε τὸν ὅσιο Νικόδημο τὸν ῾Αγιορείτη στὴ σύνταξη τοῦ Συναξαριστοῦ, ἑνὸς ἔργου τὴν ἔκδοση τοῦ ὁποίου εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ χρηματοδοτήσει. Πράγματι, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Νικοδήμου, τὸ 1819, ὁ ᾿Ιωσὴφ ἐκπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσή του, ἐπιθυμώντας μόνο νὰ παραμείνει μυστικὴ ἡ προσφορά του. Τέλος, ἐνίσχυσε οἰκονομικὰ καὶ τὴ Σχολὴ τῆς γενέτειράς του.
᾿Απὸ τὸ φθινόπωρο πιθανότατα τοῦ 1808-1809 ὁ ᾿Ιωσὴφ μετεῖχε στὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο ὡς μητροπολίτης Δράμας. Κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου συναντοῦμε τὴν ὑπογραφή του σὲ διάφορα συνοδικὰ ἔγγραφα μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ στὸ ἔντυπο σιγίλλιο τοῦ πατριάρχου Καλλινίκου Ε¢ τὸ 1809, ποὺ συνιστᾆ ὑποταγὴ στὴν ὀθωμανικὴ ἐξουσία τόσο στοὺς μητροπολίτες ὅσο καὶ στοὺς χριστιανούς.
Κατὰ τὸ Νοέμβριο τοῦ 1810 ὁ ᾿Ιωσὴφ μετατέθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ διαδεχθεῖ τὸν ἀποθανόντα Γεράσιμο. ῾Η μητρόπολη τῆς Δράμας ἦταν μία πτωχὴ ἐκκλησιαστικὴ περιφέρεια σὲ σχέση μὲ τὴ Θεσσαλονίκη· ἔτσι ἡ προαγωγὴ αὐτὴ ἀποτελοῦσε μιὰ πράξη ἀναγνωρίσεως τῆς προσφορᾆς τοῦ ᾿Ιωσήφ.
᾿Απὸ τὴν περίοδο τῆς ποιμαντορίας του στὴ Θεσσαλονίκη διασώζεται μία ἐνθύμηση σ᾿ ἕνα χειρόγραφο τοῦ ΙΕ¢-ΙΣΤ¢ αἰ., ποὺ ἀναφέρεται σὲ κάποια ἐπίσκεψή του στὴ μονὴ Βλατάδων. Σημειώνεται λοιπὸν πὼς “αωιβ¢ (1812) Φεβρουαρίῳ β¢ ἦλθεν ὁ ἅγιος Θεσσαλονίκης κῦρ ᾿Ιωσήφ. ῾Ο γράψας σύγκελλος ῎Ανθιμος”.
᾿Αργότερα, τὸ 1815, σὲ κώδικα τοῦ 1789 ποὺ ἀνῆκε στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Παναγούδας, βρίσκουμε μία σημείωση ποὺ ἀναφέρει ὅτι ἐθεωρήθη ὁ λογαριασμὸς τοῦ ἐπιτρόπου Γ. Πάϊκου κατὰ τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1815 ἐνώπιον τοῦ ἀρχιερέως· στὸ τέλος ὑπάρχει ὑπογραφὴ τοῦ μητροπολίτη “οὕτως † ὁ Θεσσαλονίκης ᾿Ιωσὴφ ὑποβεβαιοῖ”.
Κατὰ τὰ ἔτη 1819-1821, ὁ ᾿Ιωσὴφ μετεῖχε καὶ πάλι στὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο, αὐτὴ τὴ φορὰ βέβαια ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. ῎Ετσι συναντοῦμε τὴν ὑπογραφή του σὲ ἀρκετὰ συνοδικὰ ἔγγραφα καὶ γράμματα, ὅπως στὴν ἐγκύκλιο τοῦ 1820, τὴν ὁποία ἀπευθύνει ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢ πρὸς τὸ μητροπολίτη, τοὺς ἐπισκόπους καὶ τὸ λαὸ τῆς Θεσσαλονίκης, μὲ σκοπὸ νὰ μὴν παρασυρθοῦν ἀπὸ τὸ κίνημα τοῦ ᾿Αλῆ, ἀλλὰ νὰ παραμείνουν πιστοὶ στὸ Σουλτάνο. ᾿Επίσης, τὸ 1821 ὁ ᾿Ιωσὴφ ὡς συνοδικὸς ὑπογράφει καὶ τὴν ἀφοριστικὴ ἐπιστολὴ τῶν πρωταγωνιστῶν τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος. Αὐτὲς οἱ ἐνέργειες τοῦ ᾿Ιωσὴφ δὲν πρέπει, ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα, νὰ ἐκληφθοῦν ὡς προδοτικές, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνευθοῦν σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ὅλο κλίμα τῆς περιόδου καὶ κυρίως μὲ τὸ δύσκολο ρόλο ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὸ πατριαρχεῖο ὡς προστάτης τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ.
Μετὰ τὴν ἔκρηξη τῆς ἐπανάστασης στὶς παραδουνάβιες περιοχές, ὁ πατριάρχης διατάχθηκε διὰ φιρμανίου στὶς 9 Μαρτίου νὰ στείλει στὴν Πύλη κάποιους ἀπὸ τοὺς προκρίτους ἀρχιερεῖς. ῎Ισως ὅμως αὐτὸ νὰ συνέβη ὅταν γνωστοποιήθηκε στὸ Σουλτάνο ἡ ἐξέγερση τῆς Πελοποννήσου, ὁπότε καὶ τοῦ ζητήθηκαν συγκεκριμένα πρόσωπα, διαφορετικὰ θὰ ὄφειλε νὰ θέσει καὶ τὸν ἑαυτό του στὴν ὁμάδα τῶν ἀποσταλέντων ἀρχιερέων στὴν Πύλη.
Μάλιστα οἱ συλλήψεις τῶν ἀρχιερέων πρέπει νὰ ἔγιναν σταδιακά· πρῶτος πρέπει νὰ συνελήφθη καὶ νὰ φυλακίσθηκε ὁ ᾿Εφέσου Διονύσιος, ἀφοῦ δὲν συναντοῦμε τὴν ὑπογραφή του σὲ κανένα ἀπὸ τὰ πατριαρχικὰ ἔγγραφα ποὺ ἀποκηρύσσουν τὸ κίνημα. Μετὰ ἀκολούθησαν ὁ Νικομηδείας ᾿Αθανάσιος καὶ ὁ ᾿Αγχιάλου Εὐγένιος ποὺ θανατώθηκαν μαζὶ μὲ τὸν πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε¢. Μετὰ τὴν 10η ᾿Απριλίου ἢ κατ᾿ αὐτὴν συνελήφθησαν καὶ φυλακίσθηκαν στὸ Φοῦρνο τοῦ Μποσταντζήμπαση ὁ Δέρκων Γρηγόριος, ὁ Τυρνόβου ᾿Ιωαννίκιος, ὁ ᾿Αδριανουπόλεως Δωρόθεος καὶ ὁ Θεσσαλονίκης ᾿Ιωσήφ. ῾Η φυλάκιση τῶν ἀρχιερέων διήρκεσε γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα. Στὶς 27 Μαΐου, ὅταν ὁ Σουλτάνος πληροφορήθηκε τὴν πυρπόληση τοῦ τουρκικοῦ δικρότου στὴ Λέσβο διέταξε πρὸς ἀντεκδίκηση τὴ θανάτωση τῶν φυλακισμένων. ῎Ετσι, στὶς 3 ᾿Ιουνίου τὰ θύματα μαζὶ μὲ τὸ δήμιό τους μεταφέρθηκαν στὴν εὐρωπαϊκὴ παραλία τοῦ Βοσπόρου γιὰ νὰ ἐκτελεσθοῦν. Πρῶτος ἀπαγχονίσθηκε ὁ Τυρνόβου ᾿Ιωαννίκιος στὸ ᾿Αρναούτκιοϊ, μετὰ ὁ ᾿Αδριανουπόλεως στὸ Μεγάλο Ρεῦμα, τρίτος ὁ ᾿Ιωσὴφ στὸ Νεοχώρι καὶ τέλος ὁ Δέρκων στὰ Θεραπειά. ῾Η παράδοση διατηρεῖ κάποιες λεπτομέρειες ἀναφερόμενες στὸ τέλος τῶν μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖες ὅμως πιθανότατα πηγάζουν ἀπὸ τὴ φαντασία καὶ τὸ θαυμασμὸ τῶν ἁπλῶν χριστιανῶν.
Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ᾿Ιωσὴφ ἡ περιουσία του δημεύθηκε καὶ ἔτσι στερήθηκε καὶ ἡ Σχολὴ τῆς πατρίδας του τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση ποὺ δεχόταν ἀπὸ αὐτόν. Τὸν ᾿Ιούλιο τοῦ ἴδιου ἔτους στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης μετατέθηκε ὁ Αἴνου Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος παρέμεινε μέχρι τὸ 1824.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (11ος αἰ.)
῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Γεώργιος εἶναι ἕνα πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν διαθέτουμε ἐπαρκῆ βιογραφικὰ στοιχεῖα· συγκεκριμένα, γνωρίζουμε μόνο τὸ ὄνομά του, ποὺ εἶχε ἐγγραφεῖ στὸ Συνοδικὸ τῆς Θεσσαλονίκης, ἕνα σημαντικὸ κείμενο τῆς ὑστεροβυζαντινῆς περιόδου γιὰ τὴν ἐπισκοπικὴ καὶ γενικότερα τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ γεγονὸς τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Γεωργίου στὸ Συνοδικὸ τῆς Θεσσαλονίκης ἐνέχει πολὺ μεγαλύτερη σημασία ἀπὸ τὴν ἐκ πρώτης ὄψεως ἁπλὴ συμπερίληψή του σ᾿ ἕνα τοπικὸ ἐπισκοπικὸ δίπτυχο· καὶ τοῦτο διότι, ὅπως ἔχει καταδειχθεῖ ἀπὸ τὴ σχετικὴ ἔρευνα, τὸ κείμενο τοῦ Συνοδικοῦ ποὺ γνωρίζουμε σήμερα, εἶχε ὑποστεῖ κατὰ διαστήματα τὴν ἐκκαθάρισή του ἀπὸ ὀνόματα ἀρχιεπισκόπων τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ εἶχαν προκαλέσει ἢ ὑποπέσει σὲ σκάνδαλα, δογματικοῦ κυρίως χαρακτήρα.
Τὸ ὄνομα τοῦ Γεωργίου μνημονεύεται στὴν 29η θέση τοῦ Συνοδικοῦ. Προηγεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Νικήτα Μαρωνείας, ποὺ ἔδρασε περὶ τὸ 1020, καὶ ἕπεται τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεοφάνους γιὰ τὸν ὁποῖο γνωρίζουμε ὅτι ἀρχιεράτευσε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1031 καὶ 1038. Κατὰ συνέπεια μποροῦμε νὰ προσδιορίσουμε τὸ χρόνο ἀρχιερατείας τοῦ Γεωργίου στὴν τρίτη δεκαετία τοῦ 11ου αἰώνα.
᾿Ιδιαίτερα σημαντικὸς γιὰ τὴν ἔνταξη τοῦ ἀρχιεπισκόπου Γεωργίου στὶς ἁγιολογικὲς δέλτους εἶναι ὁ πρόσφατος ἐντοπισμὸς μίας ἀπεικονίσεώς του στὸ χῶρο τῆς προθέσεως, στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ καθολικοῦ τῆς ἀθωνικῆς μονῆς Βατοπεδίου. Συγκεκριμένα, “στὸ βόρειο τοῖχο, πάνω ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ νιπτήρα, σὲ στηθάριο, εἰκονίζεται ἐπίσκοπος μὲ τὴν ἐπιγραφή: Ο ΑΓ(ΙΟΣ) ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. Παριστάνεται ἀγένειος. Μὲ τὸ δεξί του χέρι εὐλογεῖ καὶ μὲ τὸ ἀριστερὸ κρατεῖ κλειστὸ εὐαγγέλιο. Φορεῖ ἀνοιχτόχρωμο φελώνιο καὶ ὠμοφόριο”. ῾Ο ἱερομόναχος ᾿Ιουστῖνος Σιμωνοπετρίτης, ὁ ὁποῖος δημοσίευσε πρόσφατα αὐτὴ τὴν τοιχογραφία, παραλληλίζει τὴν ἐμφάνισή του μὲ ἐκείνην ποὺ ἔχουν εὐνοῦχοι σὲ ἀνάλογες παραστάσεις. ῾Η τοιχογραφία, ποὺ ἀνήκει στὸν πρῶτο κύκλο ἁγιογραφήσεως τοῦ καθολικοῦ ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸ ἔτος 1312, διατηρεῖται σὲ καλὴ κατάσταση.
Τέλος, ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ ἱερομονάχου ᾿Ιουστίνου, ὅτι “τὸν Γεώργιο προφορικὴ παράδοση στὴ μονὴ Βατοπεδίου τὸν φέρει ὡς προερχόμενο ἀπὸ Βατοπεδινὸ κελλί”, παράδοση ποὺ ἀσφαλῶς αἰτιολογεῖ τὴν εἰκονογράφησή του στὸ καθολικὸ τῆς ἐν λόγω μονῆς.
῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Γεώργιος εἶναι ἕνα πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν διαθέτουμε ἐπαρκῆ βιογραφικὰ στοιχεῖα· συγκεκριμένα, γνωρίζουμε μόνο τὸ ὄνομά του, ποὺ εἶχε ἐγγραφεῖ στὸ Συνοδικὸ τῆς Θεσσαλονίκης, ἕνα σημαντικὸ κείμενο τῆς ὑστεροβυζαντινῆς περιόδου γιὰ τὴν ἐπισκοπικὴ καὶ γενικότερα τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ γεγονὸς τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Γεωργίου στὸ Συνοδικὸ τῆς Θεσσαλονίκης ἐνέχει πολὺ μεγαλύτερη σημασία ἀπὸ τὴν ἐκ πρώτης ὄψεως ἁπλὴ συμπερίληψή του σ᾿ ἕνα τοπικὸ ἐπισκοπικὸ δίπτυχο· καὶ τοῦτο διότι, ὅπως ἔχει καταδειχθεῖ ἀπὸ τὴ σχετικὴ ἔρευνα, τὸ κείμενο τοῦ Συνοδικοῦ ποὺ γνωρίζουμε σήμερα, εἶχε ὑποστεῖ κατὰ διαστήματα τὴν ἐκκαθάρισή του ἀπὸ ὀνόματα ἀρχιεπισκόπων τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ εἶχαν προκαλέσει ἢ ὑποπέσει σὲ σκάνδαλα, δογματικοῦ κυρίως χαρακτήρα.
Τὸ ὄνομα τοῦ Γεωργίου μνημονεύεται στὴν 29η θέση τοῦ Συνοδικοῦ. Προηγεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Νικήτα Μαρωνείας, ποὺ ἔδρασε περὶ τὸ 1020, καὶ ἕπεται τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεοφάνους γιὰ τὸν ὁποῖο γνωρίζουμε ὅτι ἀρχιεράτευσε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1031 καὶ 1038. Κατὰ συνέπεια μποροῦμε νὰ προσδιορίσουμε τὸ χρόνο ἀρχιερατείας τοῦ Γεωργίου στὴν τρίτη δεκαετία τοῦ 11ου αἰώνα.
᾿Ιδιαίτερα σημαντικὸς γιὰ τὴν ἔνταξη τοῦ ἀρχιεπισκόπου Γεωργίου στὶς ἁγιολογικὲς δέλτους εἶναι ὁ πρόσφατος ἐντοπισμὸς μίας ἀπεικονίσεώς του στὸ χῶρο τῆς προθέσεως, στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ καθολικοῦ τῆς ἀθωνικῆς μονῆς Βατοπεδίου. Συγκεκριμένα, “στὸ βόρειο τοῖχο, πάνω ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ νιπτήρα, σὲ στηθάριο, εἰκονίζεται ἐπίσκοπος μὲ τὴν ἐπιγραφή: Ο ΑΓ(ΙΟΣ) ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. Παριστάνεται ἀγένειος. Μὲ τὸ δεξί του χέρι εὐλογεῖ καὶ μὲ τὸ ἀριστερὸ κρατεῖ κλειστὸ εὐαγγέλιο. Φορεῖ ἀνοιχτόχρωμο φελώνιο καὶ ὠμοφόριο”. ῾Ο ἱερομόναχος ᾿Ιουστῖνος Σιμωνοπετρίτης, ὁ ὁποῖος δημοσίευσε πρόσφατα αὐτὴ τὴν τοιχογραφία, παραλληλίζει τὴν ἐμφάνισή του μὲ ἐκείνην ποὺ ἔχουν εὐνοῦχοι σὲ ἀνάλογες παραστάσεις. ῾Η τοιχογραφία, ποὺ ἀνήκει στὸν πρῶτο κύκλο ἁγιογραφήσεως τοῦ καθολικοῦ ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸ ἔτος 1312, διατηρεῖται σὲ καλὴ κατάσταση.
Τέλος, ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ ἱερομονάχου ᾿Ιουστίνου, ὅτι “τὸν Γεώργιο προφορικὴ παράδοση στὴ μονὴ Βατοπεδίου τὸν φέρει ὡς προερχόμενο ἀπὸ Βατοπεδινὸ κελλί”, παράδοση ποὺ ἀσφαλῶς αἰτιολογεῖ τὴν εἰκονογράφησή του στὸ καθολικὸ τῆς ἐν λόγω μονῆς.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΜΑΡΟΥΛΗΣ,
ὅσιος (1252-1336)
῾Ο Γερμανὸς Μαρούλης, γόνος πλούσιας, εὐγενοῦς καὶ εὐσεβοῦς οἰκογενείας, γεννήθηκε περίπου τὸ 1252 στὴ Θεσσαλονίκη καὶ πέθανε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος τὸ 1336. ῾Ο πατέρας του ἦταν οἰκονομικὸς διαχειριστὴς τῆς πόλεως, διορισμένος ἀπὸ τὸν βασιλέα -προφανῶς τὸν ᾿Ιωάννη Βατάτζη- καὶ παράλληλα ἐξασκοῦσε δικαστικὰ καθήκοντα. ῾Η οἰκογένεια τῶν Μαρούληδων, ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπιφανεῖς τῆς Θεσσαλονίκης, κατὰ μία ὑπόθεση, προέρχεται ἀπὸ τὴν Μικρὰ ᾿Ασία, ὅπου συναντοῦμε ἀρκετὲς προσωπικότητες ποὺ φέρουν τὸ ἴδιο ἐπώνυμο. Οἱ πληροφορίες μας γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Γερμανοῦ προέρχονται ἀπὸ τὸν βιογράφο του Φιλόθεο Κόκκινο, ὁ ὁποῖος τὸν γνώρισε προσωπικὰ καὶ μαθήτευσε κοντά του κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ ῾Αγίου.
῾Ο πατέρας τοῦ Γερμανοῦ ἦταν ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, μὲ πλῆθος ἀρετῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ ταπεινὸ φρόνημα. ῾Η ὑψηλὴ κοινωνική του θέση δὲν τὸν ἐμπόδιζε στὴν ἁπλότητα καὶ τὴ φιλανθρωπία· ἀναφέρεται μάλιστα ὡς ἄριστος δικαστὴς καὶ νομοθέτης. Οἱ γονεῖς του θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι τὸ πρότυπο κάθε χριστιανοῦ γονέως ποὺ ἐνδιαφέρεται ὄχι μόνο νὰ φέρει στὸν κόσμο παιδιά, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἀναθρέψει ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου. ῾Ο Γερμανὸς ἦταν τὸ τρίτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας, σὲ σύνολο ὀκτώ, τέσσερα ἀγόρια καὶ τέσσερα κορίτσια. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος. ᾿Απὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία χαρακτηριζόταν ἀπὸ σοφία καὶ φρόνηση γεροντική. ῾Η ἀγάπη του γιὰ τοὺς συνανθρώπους του ἔφτανε στὸ σημεῖο νὰ μὴν τρώει, ἢ νὰ τρώει ἐλάχιστα, ὥστε νὰ πηγαίνει νὰ μοιράζει τὴν τροφή του στοὺς ἐνδεεῖς. ῞Ολη τὴ νύχτα προσευχόταν κρυφὰ περιμένοντας τὰ ἀδέλφια του νὰ κοιμηθοῦν, ὥστε νὰ μπορεῖ ἀπερίσπαστος νὰ κάνει τὶς μετάνοιές του καὶ νὰ παραδίδει τὴν ὕπαρξή του στὸ Θεό. ῾Η προσευχὴ συνδυαζόταν μὲ τὴν ἄσκηση, καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ μὲ αὐτὴ πρὸς τὸν πλησίον. ᾿Αναφέρεται ἕνα χαρακτηριστικὸ περιστατικὸ ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ ὁ πατέρας του τὸν κατέστησε ὑπεύθυνο στὸν ἀμπελῶνα ὅπου δούλευαν οἱ ἐργάτες. Κατὰ τὸ μεσημέρι, ὅταν ὁ ἱδρῶτας ἔτρεχε ἀσταμάτητα, καὶ τὰ σημάδια τῆς κούρασης ἦταν ἔντονα, ὁ νεαρὸς Γεώργιος δὲν ἄντεχε νὰ τοὺς βλέπει νὰ ὑποφέρουν καὶ διέταξε νὰ σταματήσουν τὴν ἐργασία γιὰ νὰ ξεκουρασθοῦν. ῾Ο πατέρας του ὅταν ἦρθε ἀργότερα τὸν ἐπιτίμησε πατρικά.
῎Ηδη ἀπὸ τὰ πρῶτα του βήματα ὁ Γεώργιος φαινόταν ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μείνει στὸν κόσμο, καθὼς ἡ ψυχή του ποθοῦσε τὴν ἀγγελικὴ πολιτεία. ῞Οταν ἡ μεγάλη του ἀδελφὴ παντρευόταν καὶ στὸ σπίτι εἶχαν γιορτὲς καὶ συμπόσια, ἔφυγε ἀπαρατήρητος καὶ γύρισε στὰ μοναστήρια τῆς Θεσσαλονίκης. ῎Εμεινε μὲ τὸν ἁγιορείτη μοναχὸ ᾿Ιωάννη ποὺ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ βρισκόταν στὴ Θεσσαλονίκη καὶ τοῦ ζήτησε νὰ μαθητεύσει. Τότε ὁ ᾿Ιωάννης, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ γίνει ὁ πρῶτος γέροντας τοῦ ἁγίου, προεῖδε τὸ μέλλον του καὶ δὲν ἀποποιήθηκε τὴν αἴτησή του. ῾Ωστόσο τὸν συμβούλευσε νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι του καὶ νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του περιμένοντας πρῶτα νὰ περάσει λίγος χρόνος καὶ κατόπιν, ἀφοῦ θὰ ἔχει ἐνηλικιωθεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὸ μοναχικὸ βίο. ῾Ο Γεώργιος ἔκανε ὑπακοὴ καὶ δὲν ἔφυγε κατ᾿ εὐθείαν γιὰ τὸ ῞Αγιο ῎Ορος· συνέχισε τὰ μαθήματά του σύμφωνα μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ πνευματικοῦ του. Μή ἀντέχοντας ὅμως, τὶς αἰσχρότητες καὶ ψευδολογίες τῶν μύθων τῶν ποιητῶν ἐγκαταλείπει σχολὴ καὶ μαθήματα, οἰκογένεια καὶ συγγενεῖς, γονεῖς καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀναχωρεῖ γιὰ τὸν ῎Αθωνα “πάντων ξένος τε καὶ γυμνός”. ῾Ο Γεώργιος ἐγκαταβίωσε στὸν ῎Αθωνα σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν, δηλαδὴ τὸ 1270.
Τὸ κελλὶ τοῦ ᾿Ιωάννου ἦταν ἐξάρτημα τῆς μονῆς Δο-χειαρίου. Τὴν ὥρα ποὺ αὐτὸς προσευχόταν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὸν φώτισε καὶ εἶδε τὸν νεαρὸ Γεώργιο νὰ καταφθάνει. Στέλνει ἕνα μαθητή του στὶς Καρυές, τὸν βρίσκει καὶ τὸν φέρνει στὴ συνοδεία. Κείρεται μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Γερμανός. ῾Ο νεαρὸς μοναχὸς μὲ ἄσκηση, ἀγρυπνίες καὶ προσευχὴ πρόκοψε πολύ, ὥστε ὁ γέροντάς του ᾿Ιωάννης νὰ μὴν ἀναπαύεται σὲ κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς μαθητές του ὅσο στὸν Γερμανό. Πρόθυμος στὴν ὑπηρεσία, ἀποτελοῦσε παράδειγμα καρτερίας καὶ ἀντοχῆς στὶς σωματικὲς κακουχίες. ῍Αν καὶ γόνος πλούσιας οἰκογένειας συχνὰ πήγαινε φορτωμένος ὡς ὑποζύγιο στὸ Βατοπέδι· ἐπίσης ἐξασκοῦσε τὸ διακόνημα τοῦ καλλιγράφου. ᾿Αναφέρεται ἕνα περιστατικὸ ὅπου ὁ γέροντας τὸν ταπείνωσε δημοσία σὲ σύναξη πατέρων στὸ Βατοπέδι· ὁ Γερμανὸς ὡστόσο δέχθηκε τὴν ἐπιτίμηση ἀναντίρρητα, ἀσκούμενος ἔτσι ἀκόμη περισσότερο στὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοή.
῾Ο γέροντας ᾿Ιωάννης βάζει τὸν ὑποτακτικό του σὲ καινούρια δοκιμασία. ῾Υπακούοντας στὴν παράκληση τοῦ πατέρα τοῦ Γερμανοῦ, τὸν στέλνει στὴ Θεσσαλονίκη στὴ μονὴ τοῦ ᾿Ιωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. ᾿Εκεῖ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ δέχεται τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς συγγενεῖς του καὶ νὰ τοὺς νουθετεῖ καὶ ὠφελεῖ μὲ τὴ διδασκαλία του, τὸ σεμνό του ἦθος καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη. Στὴ συνέχεια ὁ γέροντάς του τὸν ἀνακαλεῖ στὸν ῎Αθωνα, στὴν ἡσυχία. ῾Ο ᾿Ιωάννης μὲ τὸν πρῶτο του μαθητὴ Γρηγόριο καὶ τὸν Γερμανὸ ξεκίνησαν γιὰ τὴ μονὴ τῶν Τεσσαράκοντα μαρτύρων, στὴ Θεσσαλονίκη, ἐξάρτημα τῆς μονῆς Ξηροποτάμου, μὲ σκοπὸ νὰ στηρίξουν τοὺς πιστοὺς λόγω τῶν ἐπερχομένων δεινῶν. ῏Ηταν ἡ ἐποχὴ τῶν διωγμῶν τοῦ λατινόφρονος Μιχαὴλ Η¢ ἐναντίον τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς ὀρθοδοξίας, τῶν ἀντιτιθεμένων στὴν ἕνωση τῆς συνόδου τῆς Λυῶνος. Στὸ δρόμο ὁ ᾿Ιωάννης προεῖδε τὸ μαρτυρικό τους τέλος. Στέλνει πίσω τὸ νεαρὸ Γερμανὸ μὲ τὴν προφητεία ὅτι θὰ ἐγκατασταθεῖ στὴ Μεγίστη Λαύρα τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου καὶ ὅτι θὰ φθάσει σὲ βαθιὰ γεράματα· θὰ γίνει μέγας καὶ περιβόητος στὴν ἀρετὴ καὶ τὰ πνευματικὰ κατορθώματα, ἐφάμιλλος τῶν ἀρχαίων καὶ μεγάλων ἀσκητῶν. ῞Οταν ὁ ᾿Ιωάννης μὲ τὸ μαθητή του Γρηγόριο ἔφθασαν στὴ Θεσσαλονίκη ἔπεσαν θύματα τοῦ διωγμοῦ καὶ εἶχαν μαρτυρικὸ τέλος. Αὐτὸ ἔγινε τὸ 1275· ἔμεινε δηλαδὴ ὁ Γερμανὸς κοντὰ στὸν ἅγιο γέροντά του ᾿Ιωάννη πέντε χρόνια.
Στὴ συνέχεια ὁ Γερμανὸς δὲν ἔμεινε μόνος. Βρῆκε ὁδηγὸ γιὰ τὸν πνευματικό του ἀγώνα τὸ μοναχὸ ᾿Ιώβ, ξακουστὸ γιὰ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀρετή του. Στὴν ἀρχὴ ἔμενε σὲ κελλὶ στὶς Καρυὲς καὶ κατόπιν κατέβηκαν μαζὶ σὲ σπήλαιο τῆς Λαύρας, σὲ ἀπόκρημνο μέρος δίπλα στὴ θάλασσα, ἀφιερωμένο στὴν Παναγία. ῎Ετσι ἐκπληρώθηκε τὸ πρῶτο μέρος τῆς προφητείας τοῦ ᾿Ιωάννη ὅτι θὰ μείνει στὴ Λαύρα. ᾿Εκεῖ νέοι ἀγῶνες καὶ πνευματικὲς ἀσκήσεις τοὺς ἀνέμεναν. ῾Ο Γερμανὸς ἔμεινε συνολικὰ πέντε χρόνια ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ ᾿Ιώβ, μέχρι ποὺ ὁ τελευταῖος ἔγινε ἡγούμενος τῆς Λαύρας (1280). ᾿Αγαπώντας τὴν ὑποταγὴ καὶ τὴ μαθητεία βρῆκε ἄλλον γέροντα, τὸν Μύρωνα, “περιφανῆ καὶ γενναῖον τοὺς ἀγῶνας”, τὸν ὁποῖο ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ᾿Αθανάσιος Α¢ προβάλλει σὲ ἐπιστολή του ὡς πρότυπο μοναχοῦ. ῎Επειτα μαθήτευσε στὸν ἐκ Θετταλῶν Μαλαχία, ἄνδρα ἀσκητικότατο καὶ σπουδαῖο, ποὺ ἔγινε ἡγούμενος τῆς Λαύρας καὶ λίγο ἀργότερα μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1305), στὴ συνέχεια στὸν ᾿Αθανάσιο (Μεταξόπουλο), ποὺ διετέλεσε κατόπιν ἡγούμενος τῆς Λαύρας (πρὶν τὸ 1308/9), καὶ τελευταῖος ὁ Θεοδώρητος “γηραιὸς καὶ τὴν ἀρετὴν ὁμοῦ καὶ τὴν ἡλικίαν”. ῾Ο Γερμανὸς δὲν ἐμπιστευόταν τὸν ἑαυτό του καὶ ἤθελε πάντα ἐμπειρότερους ἀπὸ αὐτὸν νὰ τὸν κατευθύνουν· καὶ ὅταν οἱ ἐξωτερικὲς συνθῆκες τὸν ἐμπόδιζαν νὰ συνεχίσει τὸν πνευματικὸ δεσμό του, ἔψαχνε καὶ ἔβρισκε ἄλλο πνευματικὸ πατέρα. ῾Η ἄσκηση κοντὰ στοὺς προαναφερθέντες πατέρες γιὰ περισσότερα ἀπὸ 40 χρόνια τοῦ ἀπέφερε πλούσια πνευματικὴ ἐμπειρία, σημαντικὴ παρακαταθήκη γιὰ ὅλη του τὴ μοναχικὴ ζωή.
῾Ο ᾿Ιωαννίκιος, ἀνάπηρος στὸ ἕνα του χέρι γίνεται τὸ πρῶτο πνευματικὸ τέκνο τοῦ Γερμανοῦ. ᾿Ανένδοτος κατ᾿ ἀρχὴ νὰ ἀναλάβει τὴν πνευματική του εὐθύνη, μετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις τοῦ νέου, τὸν λυπήθηκε καὶ τοῦ ἄνοιξε τὶς πόρτες τοῦ οἴκου του. ᾿Εξ αἰτίας τοῦ σωματικοῦ του προβλήματος ὁ Γερμανὸς ὑπηρετοῦσε τὸν ᾿Ιωαννίκιο στὶς διάφορες ἀνάγκες του· ἀνθρωπίνως ἦσαν ὡς ὁμότιμοι καὶ ἀδελφοί, ὅμως κατὰ Θεὸν καὶ στὴν ἀρετὴ ἦταν ὁ πατέρας του. Μιὰ φορὰ μάλιστα ὁ ᾿Ιωαννίκιος παρὰ λίγο θὰ ἔπεφτε στὸν γκρεμό, καὶ σώθηκε θαυματουργικὰ ἀπὸ τὸν Γερμανό. ῾Ο Φιλόθεος Κόκκινος μᾆς πληροφορεῖ καὶ γιὰ ἄλλα θαύματα τοῦ ἁγίου, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ἀπὸ πρῶτο χέρι. ῾Ο ᾿Ανδρόνικος, ἀδελφὸς τοῦ ἁγίου, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μοναχός, ἐπισκέπτεται τὸν ῎Αθωνα μὲ τὸ μεγάλο του γιὸ ᾿Ιωάννη· αὐτὸς πέφτει βαριὰ ἄρρωστος καὶ ὁ Γερμανὸς ἔρχεται στὴ μονὴ τῶν Βουλευτηρίων καὶ τὸν θεραπεύει, παρόντος τοῦ ἡγουμένου ῾Υακίνθου Κεραμέως. ῾Η ἀρετὴ καὶ ἁπλότητα τοῦ ῾Οσίου ἦταν μαρτυρημένη ζῶντος ἤδη τοῦ ἁγίου, ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς τῶν Βουλευτηρίων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σάβα. ᾿Αργότερα θεραπεύει τὸν ἀνεψιό του ᾿Ιάκωβο ἀπὸ ἐπώδυνη ἀρρώστια. Λόγω τῶν “οὐνικῶν ἐπιδρομῶν” ἀναγκάζεται νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἀσκητήριό του γιὰ νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴ Λαύρα.
῾Ο Γερμανὸς συνήθιζε νὰ πηγαίνει στὴ μονὴ Καρακάλλου καὶ νὰ διδάσκει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν πνευματικὴ ὠφέλεια τῶν συνασκητῶν του. Μιὰ φορά, φεύγοντας ἀπὸ τὴν σύναξη τῶν μοναχῶν, ἀπὸ ἀπροσεξία δὲν ἀναγνώρισε καὶ δὲν χαιρέτισε τὸν ἱερομόναχο Πεζό, παλιὸ συνασκητή του στὸν πρῶτο του γέροντα ᾿Ιωάννη. ῾Ο μοναχὸς σκανδαλίσθηκε ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰ αὐτὴ τοῦ Γερμανοῦ· ὁ τελευταῖος μόλις τὸ ἔμαθε ἐπέστρεψε κατευθείαν στὴν Καρακάλλου κλαίγοντας καὶ ζητώντας συγγνώμη. ῏Ηταν λοιπὸν ὁ ὅσιος παράδειγμα ἀνεξικακίας καὶ ταπείνωσης. Σὲ προσωπική του συνάντηση μὲ τὸ Φιλόθεο ὁ ὅσιος Γερμανὸς τοῦ ὁμολόγησε τὴν παχύτητα καὶ τὴ νωθρότητα ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ ἀποβάλει μέχρι τὰ γεράματά του· τὸ μόνο ποὺ ἀναγνώρισε ἦταν ὅτι ἀχθοφοροῦσε καὶ ἐκτελοῦσε τὰ θελήματα τῶν θαυμαστῶν πνευματικῶν του πατέρων καὶ ὁδηγῶν σὰν ἕνα ὑπάκουο ὑποζύγιο! ῾Ο ῞Οσιος ἀξιώθηκε καὶ τοῦ προορατικοῦ χαρίσματος· πολλὲς φορὲς προφήτευε κεκρυμμένως μέσα στὶς διδασκαλίες του, ἀλλὰ ὁρισμένες φορὲς φανερὰ καὶ μὲ ἐνέργεια, ὅπως στὸ μαθητὴ καὶ ἀνεψιό του ᾿Ιάκωβο. Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ἦταν γεμάτα ἀπὸ ἄφθονη πνευματικὴ διδασκαλία πρὸς τοὺς συνασκητές του, συνδυαζόμενη ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή· προσευχόμενος, τὸ πρόσωπό του ἀλλοιωνόταν καὶ ἡ μορφή του ἔλαμπε· εἶχε κατορθώσει νὰ μετατρέψει ὅλη του τὴ ζωὴ σὲ προσευχὴ μὲ δάκρυα καὶ κατάνυξη.
῾Ο ῞Οσιος ἔζησε 84 ἔτη· 18 μὲ τοὺς γονεῖς του καὶ 66 στὴν ἄσκηση. ῞Εξι μέρες πρὶν τελειώσει ἡ πρόσκαιρη ζωή του, ἀρρώστησε μένοντας παράλυτος ἀπὸ ἡμιπληγία στὸ ἀριστερὸ χέρι καὶ πόδι, ἀλλὰ καὶ πάλι συνηθισμένος στὴν κακοπάθεια δὲν ἤθελε νὰ κατακλιθεῖ στὸ κρεββάτι. ῾Ο Φιλόθεος φαίνεται πὼς ἦταν παρὼν στὶς τελευταῖες στιγμὲς τοῦ ῾Οσίου· συνομιλοῦσε μὲ τοὺς μαθητές του περὶ ψυχῆς ἐνῶ πρέπει νὰ εἶχε μεγάλο πόνο, καθὼς τοῦ ξέφυγε ἕνας ἐλαφρὺς ἀναστεναγμός. Πέθανε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἀνεψιοῦ καὶ μαθητοῦ του ᾿Ιακώβου.
῾Ο Φιλόθεος δὲν μᾆς παραδίδει τὴν ἀκριβῆ ἡμέρα τοῦ θανάτου του· πάντως ὅλες οἱ πληροφορίες του εἶναι ἠλεγμένες καὶ προέρχονται εἴτε ἀπὸ τὴν προσωπική του ἐμπειρία, εἴτε ἀπὸ αὐτόπτες καὶ αὐτηκόους μάρτυρες τοῦ ῾Οσίου.
ὅσιος (1252-1336)
῾Ο Γερμανὸς Μαρούλης, γόνος πλούσιας, εὐγενοῦς καὶ εὐσεβοῦς οἰκογενείας, γεννήθηκε περίπου τὸ 1252 στὴ Θεσσαλονίκη καὶ πέθανε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος τὸ 1336. ῾Ο πατέρας του ἦταν οἰκονομικὸς διαχειριστὴς τῆς πόλεως, διορισμένος ἀπὸ τὸν βασιλέα -προφανῶς τὸν ᾿Ιωάννη Βατάτζη- καὶ παράλληλα ἐξασκοῦσε δικαστικὰ καθήκοντα. ῾Η οἰκογένεια τῶν Μαρούληδων, ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπιφανεῖς τῆς Θεσσαλονίκης, κατὰ μία ὑπόθεση, προέρχεται ἀπὸ τὴν Μικρὰ ᾿Ασία, ὅπου συναντοῦμε ἀρκετὲς προσωπικότητες ποὺ φέρουν τὸ ἴδιο ἐπώνυμο. Οἱ πληροφορίες μας γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Γερμανοῦ προέρχονται ἀπὸ τὸν βιογράφο του Φιλόθεο Κόκκινο, ὁ ὁποῖος τὸν γνώρισε προσωπικὰ καὶ μαθήτευσε κοντά του κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ ῾Αγίου.
῾Ο πατέρας τοῦ Γερμανοῦ ἦταν ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, μὲ πλῆθος ἀρετῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ ταπεινὸ φρόνημα. ῾Η ὑψηλὴ κοινωνική του θέση δὲν τὸν ἐμπόδιζε στὴν ἁπλότητα καὶ τὴ φιλανθρωπία· ἀναφέρεται μάλιστα ὡς ἄριστος δικαστὴς καὶ νομοθέτης. Οἱ γονεῖς του θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι τὸ πρότυπο κάθε χριστιανοῦ γονέως ποὺ ἐνδιαφέρεται ὄχι μόνο νὰ φέρει στὸν κόσμο παιδιά, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἀναθρέψει ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου. ῾Ο Γερμανὸς ἦταν τὸ τρίτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας, σὲ σύνολο ὀκτώ, τέσσερα ἀγόρια καὶ τέσσερα κορίτσια. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος. ᾿Απὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία χαρακτηριζόταν ἀπὸ σοφία καὶ φρόνηση γεροντική. ῾Η ἀγάπη του γιὰ τοὺς συνανθρώπους του ἔφτανε στὸ σημεῖο νὰ μὴν τρώει, ἢ νὰ τρώει ἐλάχιστα, ὥστε νὰ πηγαίνει νὰ μοιράζει τὴν τροφή του στοὺς ἐνδεεῖς. ῞Ολη τὴ νύχτα προσευχόταν κρυφὰ περιμένοντας τὰ ἀδέλφια του νὰ κοιμηθοῦν, ὥστε νὰ μπορεῖ ἀπερίσπαστος νὰ κάνει τὶς μετάνοιές του καὶ νὰ παραδίδει τὴν ὕπαρξή του στὸ Θεό. ῾Η προσευχὴ συνδυαζόταν μὲ τὴν ἄσκηση, καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ μὲ αὐτὴ πρὸς τὸν πλησίον. ᾿Αναφέρεται ἕνα χαρακτηριστικὸ περιστατικὸ ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ ὁ πατέρας του τὸν κατέστησε ὑπεύθυνο στὸν ἀμπελῶνα ὅπου δούλευαν οἱ ἐργάτες. Κατὰ τὸ μεσημέρι, ὅταν ὁ ἱδρῶτας ἔτρεχε ἀσταμάτητα, καὶ τὰ σημάδια τῆς κούρασης ἦταν ἔντονα, ὁ νεαρὸς Γεώργιος δὲν ἄντεχε νὰ τοὺς βλέπει νὰ ὑποφέρουν καὶ διέταξε νὰ σταματήσουν τὴν ἐργασία γιὰ νὰ ξεκουρασθοῦν. ῾Ο πατέρας του ὅταν ἦρθε ἀργότερα τὸν ἐπιτίμησε πατρικά.
῎Ηδη ἀπὸ τὰ πρῶτα του βήματα ὁ Γεώργιος φαινόταν ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μείνει στὸν κόσμο, καθὼς ἡ ψυχή του ποθοῦσε τὴν ἀγγελικὴ πολιτεία. ῞Οταν ἡ μεγάλη του ἀδελφὴ παντρευόταν καὶ στὸ σπίτι εἶχαν γιορτὲς καὶ συμπόσια, ἔφυγε ἀπαρατήρητος καὶ γύρισε στὰ μοναστήρια τῆς Θεσσαλονίκης. ῎Εμεινε μὲ τὸν ἁγιορείτη μοναχὸ ᾿Ιωάννη ποὺ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ βρισκόταν στὴ Θεσσαλονίκη καὶ τοῦ ζήτησε νὰ μαθητεύσει. Τότε ὁ ᾿Ιωάννης, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ γίνει ὁ πρῶτος γέροντας τοῦ ἁγίου, προεῖδε τὸ μέλλον του καὶ δὲν ἀποποιήθηκε τὴν αἴτησή του. ῾Ωστόσο τὸν συμβούλευσε νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι του καὶ νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του περιμένοντας πρῶτα νὰ περάσει λίγος χρόνος καὶ κατόπιν, ἀφοῦ θὰ ἔχει ἐνηλικιωθεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὸ μοναχικὸ βίο. ῾Ο Γεώργιος ἔκανε ὑπακοὴ καὶ δὲν ἔφυγε κατ᾿ εὐθείαν γιὰ τὸ ῞Αγιο ῎Ορος· συνέχισε τὰ μαθήματά του σύμφωνα μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ πνευματικοῦ του. Μή ἀντέχοντας ὅμως, τὶς αἰσχρότητες καὶ ψευδολογίες τῶν μύθων τῶν ποιητῶν ἐγκαταλείπει σχολὴ καὶ μαθήματα, οἰκογένεια καὶ συγγενεῖς, γονεῖς καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀναχωρεῖ γιὰ τὸν ῎Αθωνα “πάντων ξένος τε καὶ γυμνός”. ῾Ο Γεώργιος ἐγκαταβίωσε στὸν ῎Αθωνα σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν, δηλαδὴ τὸ 1270.
Τὸ κελλὶ τοῦ ᾿Ιωάννου ἦταν ἐξάρτημα τῆς μονῆς Δο-χειαρίου. Τὴν ὥρα ποὺ αὐτὸς προσευχόταν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὸν φώτισε καὶ εἶδε τὸν νεαρὸ Γεώργιο νὰ καταφθάνει. Στέλνει ἕνα μαθητή του στὶς Καρυές, τὸν βρίσκει καὶ τὸν φέρνει στὴ συνοδεία. Κείρεται μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Γερμανός. ῾Ο νεαρὸς μοναχὸς μὲ ἄσκηση, ἀγρυπνίες καὶ προσευχὴ πρόκοψε πολύ, ὥστε ὁ γέροντάς του ᾿Ιωάννης νὰ μὴν ἀναπαύεται σὲ κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς μαθητές του ὅσο στὸν Γερμανό. Πρόθυμος στὴν ὑπηρεσία, ἀποτελοῦσε παράδειγμα καρτερίας καὶ ἀντοχῆς στὶς σωματικὲς κακουχίες. ῍Αν καὶ γόνος πλούσιας οἰκογένειας συχνὰ πήγαινε φορτωμένος ὡς ὑποζύγιο στὸ Βατοπέδι· ἐπίσης ἐξασκοῦσε τὸ διακόνημα τοῦ καλλιγράφου. ᾿Αναφέρεται ἕνα περιστατικὸ ὅπου ὁ γέροντας τὸν ταπείνωσε δημοσία σὲ σύναξη πατέρων στὸ Βατοπέδι· ὁ Γερμανὸς ὡστόσο δέχθηκε τὴν ἐπιτίμηση ἀναντίρρητα, ἀσκούμενος ἔτσι ἀκόμη περισσότερο στὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοή.
῾Ο γέροντας ᾿Ιωάννης βάζει τὸν ὑποτακτικό του σὲ καινούρια δοκιμασία. ῾Υπακούοντας στὴν παράκληση τοῦ πατέρα τοῦ Γερμανοῦ, τὸν στέλνει στὴ Θεσσαλονίκη στὴ μονὴ τοῦ ᾿Ιωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. ᾿Εκεῖ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ δέχεται τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς συγγενεῖς του καὶ νὰ τοὺς νουθετεῖ καὶ ὠφελεῖ μὲ τὴ διδασκαλία του, τὸ σεμνό του ἦθος καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη. Στὴ συνέχεια ὁ γέροντάς του τὸν ἀνακαλεῖ στὸν ῎Αθωνα, στὴν ἡσυχία. ῾Ο ᾿Ιωάννης μὲ τὸν πρῶτο του μαθητὴ Γρηγόριο καὶ τὸν Γερμανὸ ξεκίνησαν γιὰ τὴ μονὴ τῶν Τεσσαράκοντα μαρτύρων, στὴ Θεσσαλονίκη, ἐξάρτημα τῆς μονῆς Ξηροποτάμου, μὲ σκοπὸ νὰ στηρίξουν τοὺς πιστοὺς λόγω τῶν ἐπερχομένων δεινῶν. ῏Ηταν ἡ ἐποχὴ τῶν διωγμῶν τοῦ λατινόφρονος Μιχαὴλ Η¢ ἐναντίον τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς ὀρθοδοξίας, τῶν ἀντιτιθεμένων στὴν ἕνωση τῆς συνόδου τῆς Λυῶνος. Στὸ δρόμο ὁ ᾿Ιωάννης προεῖδε τὸ μαρτυρικό τους τέλος. Στέλνει πίσω τὸ νεαρὸ Γερμανὸ μὲ τὴν προφητεία ὅτι θὰ ἐγκατασταθεῖ στὴ Μεγίστη Λαύρα τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου καὶ ὅτι θὰ φθάσει σὲ βαθιὰ γεράματα· θὰ γίνει μέγας καὶ περιβόητος στὴν ἀρετὴ καὶ τὰ πνευματικὰ κατορθώματα, ἐφάμιλλος τῶν ἀρχαίων καὶ μεγάλων ἀσκητῶν. ῞Οταν ὁ ᾿Ιωάννης μὲ τὸ μαθητή του Γρηγόριο ἔφθασαν στὴ Θεσσαλονίκη ἔπεσαν θύματα τοῦ διωγμοῦ καὶ εἶχαν μαρτυρικὸ τέλος. Αὐτὸ ἔγινε τὸ 1275· ἔμεινε δηλαδὴ ὁ Γερμανὸς κοντὰ στὸν ἅγιο γέροντά του ᾿Ιωάννη πέντε χρόνια.
Στὴ συνέχεια ὁ Γερμανὸς δὲν ἔμεινε μόνος. Βρῆκε ὁδηγὸ γιὰ τὸν πνευματικό του ἀγώνα τὸ μοναχὸ ᾿Ιώβ, ξακουστὸ γιὰ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀρετή του. Στὴν ἀρχὴ ἔμενε σὲ κελλὶ στὶς Καρυὲς καὶ κατόπιν κατέβηκαν μαζὶ σὲ σπήλαιο τῆς Λαύρας, σὲ ἀπόκρημνο μέρος δίπλα στὴ θάλασσα, ἀφιερωμένο στὴν Παναγία. ῎Ετσι ἐκπληρώθηκε τὸ πρῶτο μέρος τῆς προφητείας τοῦ ᾿Ιωάννη ὅτι θὰ μείνει στὴ Λαύρα. ᾿Εκεῖ νέοι ἀγῶνες καὶ πνευματικὲς ἀσκήσεις τοὺς ἀνέμεναν. ῾Ο Γερμανὸς ἔμεινε συνολικὰ πέντε χρόνια ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ ᾿Ιώβ, μέχρι ποὺ ὁ τελευταῖος ἔγινε ἡγούμενος τῆς Λαύρας (1280). ᾿Αγαπώντας τὴν ὑποταγὴ καὶ τὴ μαθητεία βρῆκε ἄλλον γέροντα, τὸν Μύρωνα, “περιφανῆ καὶ γενναῖον τοὺς ἀγῶνας”, τὸν ὁποῖο ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ᾿Αθανάσιος Α¢ προβάλλει σὲ ἐπιστολή του ὡς πρότυπο μοναχοῦ. ῎Επειτα μαθήτευσε στὸν ἐκ Θετταλῶν Μαλαχία, ἄνδρα ἀσκητικότατο καὶ σπουδαῖο, ποὺ ἔγινε ἡγούμενος τῆς Λαύρας καὶ λίγο ἀργότερα μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1305), στὴ συνέχεια στὸν ᾿Αθανάσιο (Μεταξόπουλο), ποὺ διετέλεσε κατόπιν ἡγούμενος τῆς Λαύρας (πρὶν τὸ 1308/9), καὶ τελευταῖος ὁ Θεοδώρητος “γηραιὸς καὶ τὴν ἀρετὴν ὁμοῦ καὶ τὴν ἡλικίαν”. ῾Ο Γερμανὸς δὲν ἐμπιστευόταν τὸν ἑαυτό του καὶ ἤθελε πάντα ἐμπειρότερους ἀπὸ αὐτὸν νὰ τὸν κατευθύνουν· καὶ ὅταν οἱ ἐξωτερικὲς συνθῆκες τὸν ἐμπόδιζαν νὰ συνεχίσει τὸν πνευματικὸ δεσμό του, ἔψαχνε καὶ ἔβρισκε ἄλλο πνευματικὸ πατέρα. ῾Η ἄσκηση κοντὰ στοὺς προαναφερθέντες πατέρες γιὰ περισσότερα ἀπὸ 40 χρόνια τοῦ ἀπέφερε πλούσια πνευματικὴ ἐμπειρία, σημαντικὴ παρακαταθήκη γιὰ ὅλη του τὴ μοναχικὴ ζωή.
῾Ο ᾿Ιωαννίκιος, ἀνάπηρος στὸ ἕνα του χέρι γίνεται τὸ πρῶτο πνευματικὸ τέκνο τοῦ Γερμανοῦ. ᾿Ανένδοτος κατ᾿ ἀρχὴ νὰ ἀναλάβει τὴν πνευματική του εὐθύνη, μετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις τοῦ νέου, τὸν λυπήθηκε καὶ τοῦ ἄνοιξε τὶς πόρτες τοῦ οἴκου του. ᾿Εξ αἰτίας τοῦ σωματικοῦ του προβλήματος ὁ Γερμανὸς ὑπηρετοῦσε τὸν ᾿Ιωαννίκιο στὶς διάφορες ἀνάγκες του· ἀνθρωπίνως ἦσαν ὡς ὁμότιμοι καὶ ἀδελφοί, ὅμως κατὰ Θεὸν καὶ στὴν ἀρετὴ ἦταν ὁ πατέρας του. Μιὰ φορὰ μάλιστα ὁ ᾿Ιωαννίκιος παρὰ λίγο θὰ ἔπεφτε στὸν γκρεμό, καὶ σώθηκε θαυματουργικὰ ἀπὸ τὸν Γερμανό. ῾Ο Φιλόθεος Κόκκινος μᾆς πληροφορεῖ καὶ γιὰ ἄλλα θαύματα τοῦ ἁγίου, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ἀπὸ πρῶτο χέρι. ῾Ο ᾿Ανδρόνικος, ἀδελφὸς τοῦ ἁγίου, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μοναχός, ἐπισκέπτεται τὸν ῎Αθωνα μὲ τὸ μεγάλο του γιὸ ᾿Ιωάννη· αὐτὸς πέφτει βαριὰ ἄρρωστος καὶ ὁ Γερμανὸς ἔρχεται στὴ μονὴ τῶν Βουλευτηρίων καὶ τὸν θεραπεύει, παρόντος τοῦ ἡγουμένου ῾Υακίνθου Κεραμέως. ῾Η ἀρετὴ καὶ ἁπλότητα τοῦ ῾Οσίου ἦταν μαρτυρημένη ζῶντος ἤδη τοῦ ἁγίου, ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς τῶν Βουλευτηρίων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σάβα. ᾿Αργότερα θεραπεύει τὸν ἀνεψιό του ᾿Ιάκωβο ἀπὸ ἐπώδυνη ἀρρώστια. Λόγω τῶν “οὐνικῶν ἐπιδρομῶν” ἀναγκάζεται νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἀσκητήριό του γιὰ νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴ Λαύρα.
῾Ο Γερμανὸς συνήθιζε νὰ πηγαίνει στὴ μονὴ Καρακάλλου καὶ νὰ διδάσκει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν πνευματικὴ ὠφέλεια τῶν συνασκητῶν του. Μιὰ φορά, φεύγοντας ἀπὸ τὴν σύναξη τῶν μοναχῶν, ἀπὸ ἀπροσεξία δὲν ἀναγνώρισε καὶ δὲν χαιρέτισε τὸν ἱερομόναχο Πεζό, παλιὸ συνασκητή του στὸν πρῶτο του γέροντα ᾿Ιωάννη. ῾Ο μοναχὸς σκανδαλίσθηκε ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰ αὐτὴ τοῦ Γερμανοῦ· ὁ τελευταῖος μόλις τὸ ἔμαθε ἐπέστρεψε κατευθείαν στὴν Καρακάλλου κλαίγοντας καὶ ζητώντας συγγνώμη. ῏Ηταν λοιπὸν ὁ ὅσιος παράδειγμα ἀνεξικακίας καὶ ταπείνωσης. Σὲ προσωπική του συνάντηση μὲ τὸ Φιλόθεο ὁ ὅσιος Γερμανὸς τοῦ ὁμολόγησε τὴν παχύτητα καὶ τὴ νωθρότητα ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ ἀποβάλει μέχρι τὰ γεράματά του· τὸ μόνο ποὺ ἀναγνώρισε ἦταν ὅτι ἀχθοφοροῦσε καὶ ἐκτελοῦσε τὰ θελήματα τῶν θαυμαστῶν πνευματικῶν του πατέρων καὶ ὁδηγῶν σὰν ἕνα ὑπάκουο ὑποζύγιο! ῾Ο ῞Οσιος ἀξιώθηκε καὶ τοῦ προορατικοῦ χαρίσματος· πολλὲς φορὲς προφήτευε κεκρυμμένως μέσα στὶς διδασκαλίες του, ἀλλὰ ὁρισμένες φορὲς φανερὰ καὶ μὲ ἐνέργεια, ὅπως στὸ μαθητὴ καὶ ἀνεψιό του ᾿Ιάκωβο. Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ἦταν γεμάτα ἀπὸ ἄφθονη πνευματικὴ διδασκαλία πρὸς τοὺς συνασκητές του, συνδυαζόμενη ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή· προσευχόμενος, τὸ πρόσωπό του ἀλλοιωνόταν καὶ ἡ μορφή του ἔλαμπε· εἶχε κατορθώσει νὰ μετατρέψει ὅλη του τὴ ζωὴ σὲ προσευχὴ μὲ δάκρυα καὶ κατάνυξη.
῾Ο ῞Οσιος ἔζησε 84 ἔτη· 18 μὲ τοὺς γονεῖς του καὶ 66 στὴν ἄσκηση. ῞Εξι μέρες πρὶν τελειώσει ἡ πρόσκαιρη ζωή του, ἀρρώστησε μένοντας παράλυτος ἀπὸ ἡμιπληγία στὸ ἀριστερὸ χέρι καὶ πόδι, ἀλλὰ καὶ πάλι συνηθισμένος στὴν κακοπάθεια δὲν ἤθελε νὰ κατακλιθεῖ στὸ κρεββάτι. ῾Ο Φιλόθεος φαίνεται πὼς ἦταν παρὼν στὶς τελευταῖες στιγμὲς τοῦ ῾Οσίου· συνομιλοῦσε μὲ τοὺς μαθητές του περὶ ψυχῆς ἐνῶ πρέπει νὰ εἶχε μεγάλο πόνο, καθὼς τοῦ ξέφυγε ἕνας ἐλαφρὺς ἀναστεναγμός. Πέθανε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἀνεψιοῦ καὶ μαθητοῦ του ᾿Ιακώβου.
῾Ο Φιλόθεος δὲν μᾆς παραδίδει τὴν ἀκριβῆ ἡμέρα τοῦ θανάτου του· πάντως ὅλες οἱ πληροφορίες του εἶναι ἠλεγμένες καὶ προέρχονται εἴτε ἀπὸ τὴν προσωπική του ἐμπειρία, εἴτε ἀπὸ αὐτόπτες καὶ αὐτηκόους μάρτυρες τοῦ ῾Οσίου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
ΓΑΒΡΙΗΛ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης,
(π. 1345-1416)
῾Ο Γαβριὴλ ἐγεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γύρω στὸ 1345 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, πατέρα μάλιστα ἱερέα. Πολὺ ἐνωρὶς ἐτέθηκε ὑπὸ τὴν καθοδήγησι τοῦ Μακαρίου Χούμνου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Νείλου Καβάσιλα καὶ τοῦ ᾿Αντωνίου εἶχε καταστῆ πνευματικὸς ὁδηγὸς τῆς πόλεως καὶ εἶχε συγκεντρώσει γύρω του πολλοὺς νέους ἀφιερωμένους στὴν ὑπηρεσία τῆς ᾿Εκκλησίας, χάριν τῶν ὁποίων ἵδρυσε τὸ ἰδιαίτερο μοναστήρι του, ἀποκαλούμενο Νέα Μονὴ πιθανῶς γύρω στὰ 1365. ῞Οταν ὁ Χοῦμνος ἐχρειάσθηκε νὰ μεταβῆ στὴν Κωνσταντινούπολι, ἄφησε τὴν εὐθύνη τῆς ἀποπερατώσεως τῆς μονῆς αὐτῆς στὸν Γαβριήλ, ποὺ ἦταν ἀκόμη νεώτατος.
Τὸ 1383 ὁ Γαβριὴλ μετέβηκε στὴν Κωνσταντινούπολι, συγχρόνως ἴσως μὲ τὸν ᾿Ισίδωρο. ῏Ηταν ἡ ἐποχὴ τῆς ἐνάρξεως τῆς πολιορκίας τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ οἱ πνευματικοὶ ἡγέτες ἀνήσυχοι μετέβαιναν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ γιὰ ἀναζήτησι βοηθείας· ἀλλὰ ἡ βοήθεια ἦταν ἄφαντη. Στὴν Κωνσταντινούπολι ὁ Γαβριὴλ ἐτιμήθηκε μεγάλως· τοῦ ἀνατέθηκε ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ἡ ἡγουμενία τῆς Μονῆς τῆς Χώρας καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου ἡ ἐποπτεία ὅλων τῶν μοναστικῶν ἱδρυμάτων τῆς πρωτεύουσας. ᾿Ιδιαιτέρως τὸν ἐκτιμοῦσε ὁ συναυτοκράτωρ Μανουὴλ Β¢ Παλαιολόγος, ποὺ τὸν εἶχε γνωρίσει καλὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μακρᾆς κυβερνητικῆς του θητείας στὴ Θεσσαλονίκη, καὶ τοῦ ἐζητοῦσε τὴ γνώμη γιὰ τὰ θεολογικά του δοκίμια.
Τὸ 1389 ἀναδείχθηκε μητροπολίτης Χαλκηδόνος, θεωρητικῶς βέβαια, διότι ἡ Χαλκηδὼν κατεχόταν ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ τὸ ποίμνιό της εἶχε διαρρεύσει πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολι καὶ ἄλλα μέρη. Πιθανῶς λόγω τῶν περιστάσεων οὔτε κἂν ἐπισκέφθηκε τότε τὴν Χαλκηδόνα. ᾿Εστάλθηκε ὅμως τὸ 1393 μαζὶ μὲ τὸν Δανιὴλ Βεροίας ὡς ἔξαρχος στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, ὅπου προετοίμασε τὴ σύνταξι τοῦ Τυπικοῦ ᾿Αντωνίου.
᾿Επέστρεψε στὴ γενέτειρά του, τουρκοκρατούμενη πλέον, τὸ 1397, ἐνῶ ὁ μητροπολίτης ᾿Ισίδωρος ἦταν ἑτοιμοθάνατος. Μὲ πρότασι τοῦ ᾿Ισιδώρου καὶ ἀπόφασι τοῦ πατριαρχείου ἐκλέχθηκε μετὰ τὸ θάνατό του κατὰ τὸ ἴδιο ἔτος διάδοχός του. ῾Ο πατριαρχικὸς ἔξαρχος στὴ Θεσσαλονίκη Ναθαναὴλ ποὺ εἶχε διεκδικήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του τὴν ἕδρα, τοῦ ἐδημιούργησε προβλήματα, ποὺ ἐντάθηκαν ἀπὸ τὶς τάσεις τοῦ πατριαρχείου νὰ διοικῆ ἀπ᾿ εὐθείας αὐτὰ τὰ ἱδρύματα τῆς πόλεως. Διετήρησε τὴ θέσι ἕως τὸ θάνατό του, τὸ 1416. Τὸν διαδέχθηκε ὁ Συμεών, ὁ ὁποῖος συνέταξε καὶ τὸ ἐγκώμιό του ποὺ περιέχεται στὸ παράρτημα Θεσσαλονίκης τοῦ Συνοδικοῦ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὅπως συνάγεται ἀπὸ τὸ μονόγραμμά του ποὺ εἶναι ἀποτυπωμένο στὸ περιθώριο τοῦ κώδικος.
“Γαβριὴλ τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἁγιωτάτου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ σχεδὸν ἐκ βρέφους τῷ Θεῷ ἀνατεθειμένου κἀν τῇ μοναδικῇ πολιτείᾳ τὰ πρῶτα σχόντος, κἀντεῦθεν ὡς ἀρετῆς ἔπαθλον τὴν προστασίαν τῆς πόλεως ταύτης ἀναδεξαμένου, πολλοῖς τε ἔργοις καὶ ταῖς πρὸς τὸ θεῖον δεήσεσι ταύτην τηρήσαντος, καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις οἷς εἶχε πνευματικοῖς χαρίσμασι, πραότητι καὶ ἀγάπῃ κεκοσμημένου, καὶ τὴν πατρικὴν εὔνοιαν ἀεὶ πρὸς τὰ πνευματικὰ τέκνα ἐνδεικνυμένου, αἰωνία ἡ μνήμη”.
᾿Αμέσως μετὰ τὸ θάνατό του, ἴσως μὲ φροντίδα τοῦ Συμεών, καταρτίσθηκε συλλογὴ ὁμιλιῶν ποὺ κατὰ καιροὺς εἶχε ἐκφωνήσει καὶ καταγράψει ὁ Γαβριήλ. Σώζονται σήμερα 66 ὁμιλίες του, οἱ ὁποῖες μὲ τὸ λιτὸ ὕφος των ἐκπροσωποῦν καταλλήλως τὴν περίοδο ἐκφωνήσεώς των. ᾿Απὸ αὐτὲς ἔχουν ἐκδοθῆ μόνο ἑπτὰ ὁμιλίες ποὺ μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρονται καὶ στὸν ἅγιο Δημήτριο.
(π. 1345-1416)
῾Ο Γαβριὴλ ἐγεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γύρω στὸ 1345 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, πατέρα μάλιστα ἱερέα. Πολὺ ἐνωρὶς ἐτέθηκε ὑπὸ τὴν καθοδήγησι τοῦ Μακαρίου Χούμνου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Νείλου Καβάσιλα καὶ τοῦ ᾿Αντωνίου εἶχε καταστῆ πνευματικὸς ὁδηγὸς τῆς πόλεως καὶ εἶχε συγκεντρώσει γύρω του πολλοὺς νέους ἀφιερωμένους στὴν ὑπηρεσία τῆς ᾿Εκκλησίας, χάριν τῶν ὁποίων ἵδρυσε τὸ ἰδιαίτερο μοναστήρι του, ἀποκαλούμενο Νέα Μονὴ πιθανῶς γύρω στὰ 1365. ῞Οταν ὁ Χοῦμνος ἐχρειάσθηκε νὰ μεταβῆ στὴν Κωνσταντινούπολι, ἄφησε τὴν εὐθύνη τῆς ἀποπερατώσεως τῆς μονῆς αὐτῆς στὸν Γαβριήλ, ποὺ ἦταν ἀκόμη νεώτατος.
Τὸ 1383 ὁ Γαβριὴλ μετέβηκε στὴν Κωνσταντινούπολι, συγχρόνως ἴσως μὲ τὸν ᾿Ισίδωρο. ῏Ηταν ἡ ἐποχὴ τῆς ἐνάρξεως τῆς πολιορκίας τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ οἱ πνευματικοὶ ἡγέτες ἀνήσυχοι μετέβαιναν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ γιὰ ἀναζήτησι βοηθείας· ἀλλὰ ἡ βοήθεια ἦταν ἄφαντη. Στὴν Κωνσταντινούπολι ὁ Γαβριὴλ ἐτιμήθηκε μεγάλως· τοῦ ἀνατέθηκε ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ἡ ἡγουμενία τῆς Μονῆς τῆς Χώρας καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου ἡ ἐποπτεία ὅλων τῶν μοναστικῶν ἱδρυμάτων τῆς πρωτεύουσας. ᾿Ιδιαιτέρως τὸν ἐκτιμοῦσε ὁ συναυτοκράτωρ Μανουὴλ Β¢ Παλαιολόγος, ποὺ τὸν εἶχε γνωρίσει καλὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μακρᾆς κυβερνητικῆς του θητείας στὴ Θεσσαλονίκη, καὶ τοῦ ἐζητοῦσε τὴ γνώμη γιὰ τὰ θεολογικά του δοκίμια.
Τὸ 1389 ἀναδείχθηκε μητροπολίτης Χαλκηδόνος, θεωρητικῶς βέβαια, διότι ἡ Χαλκηδὼν κατεχόταν ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ τὸ ποίμνιό της εἶχε διαρρεύσει πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολι καὶ ἄλλα μέρη. Πιθανῶς λόγω τῶν περιστάσεων οὔτε κἂν ἐπισκέφθηκε τότε τὴν Χαλκηδόνα. ᾿Εστάλθηκε ὅμως τὸ 1393 μαζὶ μὲ τὸν Δανιὴλ Βεροίας ὡς ἔξαρχος στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, ὅπου προετοίμασε τὴ σύνταξι τοῦ Τυπικοῦ ᾿Αντωνίου.
᾿Επέστρεψε στὴ γενέτειρά του, τουρκοκρατούμενη πλέον, τὸ 1397, ἐνῶ ὁ μητροπολίτης ᾿Ισίδωρος ἦταν ἑτοιμοθάνατος. Μὲ πρότασι τοῦ ᾿Ισιδώρου καὶ ἀπόφασι τοῦ πατριαρχείου ἐκλέχθηκε μετὰ τὸ θάνατό του κατὰ τὸ ἴδιο ἔτος διάδοχός του. ῾Ο πατριαρχικὸς ἔξαρχος στὴ Θεσσαλονίκη Ναθαναὴλ ποὺ εἶχε διεκδικήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του τὴν ἕδρα, τοῦ ἐδημιούργησε προβλήματα, ποὺ ἐντάθηκαν ἀπὸ τὶς τάσεις τοῦ πατριαρχείου νὰ διοικῆ ἀπ᾿ εὐθείας αὐτὰ τὰ ἱδρύματα τῆς πόλεως. Διετήρησε τὴ θέσι ἕως τὸ θάνατό του, τὸ 1416. Τὸν διαδέχθηκε ὁ Συμεών, ὁ ὁποῖος συνέταξε καὶ τὸ ἐγκώμιό του ποὺ περιέχεται στὸ παράρτημα Θεσσαλονίκης τοῦ Συνοδικοῦ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὅπως συνάγεται ἀπὸ τὸ μονόγραμμά του ποὺ εἶναι ἀποτυπωμένο στὸ περιθώριο τοῦ κώδικος.
“Γαβριὴλ τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἁγιωτάτου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ σχεδὸν ἐκ βρέφους τῷ Θεῷ ἀνατεθειμένου κἀν τῇ μοναδικῇ πολιτείᾳ τὰ πρῶτα σχόντος, κἀντεῦθεν ὡς ἀρετῆς ἔπαθλον τὴν προστασίαν τῆς πόλεως ταύτης ἀναδεξαμένου, πολλοῖς τε ἔργοις καὶ ταῖς πρὸς τὸ θεῖον δεήσεσι ταύτην τηρήσαντος, καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις οἷς εἶχε πνευματικοῖς χαρίσμασι, πραότητι καὶ ἀγάπῃ κεκοσμημένου, καὶ τὴν πατρικὴν εὔνοιαν ἀεὶ πρὸς τὰ πνευματικὰ τέκνα ἐνδεικνυμένου, αἰωνία ἡ μνήμη”.
᾿Αμέσως μετὰ τὸ θάνατό του, ἴσως μὲ φροντίδα τοῦ Συμεών, καταρτίσθηκε συλλογὴ ὁμιλιῶν ποὺ κατὰ καιροὺς εἶχε ἐκφωνήσει καὶ καταγράψει ὁ Γαβριήλ. Σώζονται σήμερα 66 ὁμιλίες του, οἱ ὁποῖες μὲ τὸ λιτὸ ὕφος των ἐκπροσωποῦν καταλλήλως τὴν περίοδο ἐκφωνήσεώς των. ᾿Απὸ αὐτὲς ἔχουν ἐκδοθῆ μόνο ἑπτὰ ὁμιλίες ποὺ μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρονται καὶ στὸν ἅγιο Δημήτριο.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
