Θεσσαλονικείς Άγιοι

Βιογραφία των Αγίων και Γερόντων τις Εκκλησίας μας

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

27 ᾿Οκτωβρίου


ΛΟΥΠΠΟΣ, μάρτυς


῾Ο μάρτυρας Λοῦππος εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὸ μαρ­τύριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Πληροφορίες περὶ τοῦ μάρτυ­ρος τούτου συναντοῦμε στὴ δεύτερη καὶ τὴν τρίτη διήγηση τοῦ Μαρτυρίου τοῦ Μεγαλομάρτυρος, ἐνῶ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν πρώτη καὶ ἀρχαιότερη.

῾Ο Λοῦππος ἦταν ὑπηρέτης τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ ἐνῶ ὁ Νέστορας μαρτύρησε πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Μεγα­λομάρτυρος, ὁ Λοῦππος ὁδηγήθηκε στὸ θάνατο μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Πῆγε στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ συνέλεξε λίγο ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ ῾Αγίου, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ὁποίου ἐπιτελέ­σθηκαν πολλὰ θαύματα. ῾Ο Λοῦππος μαρτύρησε στὸ διωγ­μὸ ποὺ ἀκολούθησε, κατὰ τὸν ὁποῖο ἄθλησαν πολλοὶ χριστιανοί.

῾Ο μάρτυς Λοῦππος πρέπει νὰ διακριθεῖ ἀπὸ τὸν ὁμώ­νυμό του ἅγιο, ποὺ ἑορτάζει στὶς 23 Αὐγούστου. ῾Η Νο­βία, στὴν κάτω Μυσία ἦταν κέντρο τῆς λατρείας τοῦ ἁγίου Λούπ­που τοῦ Νέου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

2 Νοεμβρίου

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ὁ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ,

ἀρχιεπίσκοπος Θεσ­­σαλονίκης († 2.11.844)



῞Ενα ἐκτενὲς ἀπόσπασμα τοῦ Βίου τῆς ὁσίας Θεο­δώ­ρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ μὲ αὐτόνομο χαρα­κτήρα, ἀπο­τελεῖ τὴ σημαντικότερη πηγὴ ποὺ διαθέτουμε γιὰ τὸ πρό­σωπο τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμο­λογητῆ. ῾Ο συγγραφέας τοῦ Βίου Γρηγόριος, κληρικὸς τῆς Μητρο­πόλεως Θεσσαλονίκης, παρεκκλίνοντας σκόπιμα ἀπὸ τὴ ροὴ τῆς διηγήσεώς του γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς ὁσίας Θεο­δώρας, παρέχει στὶς παραγράφους 10-18 πολύτιμες πληρο­φορίες γιὰ τὴν περίοδο τῆς δεύτερης Εἰκονομαχίας καὶ γιὰ τὸ λίγο γνω­­στὸ πρόσωπο ἑνὸς εἰκονόφιλου ἐκκλησιαστικοῦ ἡγέτη, τοῦ ἀρ­χιεπισκόπου ᾿Αντωνίου. ῾Η αὐτοτέλεια ποὺ παρατηρεῖται στὴ δομὴ αὐτῶν τῶν ἐννέα παραγράφων δίκαια ἐπιτρέπει νὰ χαρακτηρίσουμε αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα ὡς τὸ “Βίο ᾿Αντωνίου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ ὁμολογητοῦ”, ἀφοῦ ἀκο­λου­­θεῖ πιστὰ στὴν ἐσωτερικὴ διάρ­θρωσή του ὅλους τοὺς κα­νόνες ποὺ διέπουν τὰ ἁγιολογικὰ κείμενα.

᾿Αφορμὴ γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐκτενῆ παρέκβαση τοῦ Γρηγο­ρί­ου κληρικοῦ ὑπῆρξε ἡ συγγένεια τοῦ ᾿Αντωνίου μὲ τὴν ὁσία Θεοδώρα, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται σὲ δύο σημεῖα τοῦ Βίου: ἀρ­χι­κὰ μὲ ἔμμεσο τρόπο, κατὰ τὴ διήγηση τῆς μοναστικῆς ἀφιε­­­ρώσεως τῆς κόρης τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τῆς Θεοπίστης, στὸ μονύδριο τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ, ὅπου ἡγουμένευε ἡ ἀδελ­φὴ τοῦ ᾿Αντωνίου, Αἰκατερίνη (“προσφέ­ρουσιν Αἰκατερίνῃ τῇ ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητοῦ ἀδελφῇ, τοῦ καὶ προέδρου τῆς ἡμῶν χρηματίσαντος πόλεως, καὶ αὐτῆς συγγενοῦς καθεστη­κυίας τῆς μακαρίας”), καὶ μὲ ἄμεσο τρόπο κατὰ τὴν ἀπαρ­χὴ τῆς διηγήσεως τοῦ Γρηγο­ρίου γιὰ τὸν ἀρχιεπίσκοπο ᾿Αν­τώ­νιο (“ἐβουλόμην, ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος, πολλῶν τῶν τῆς μακαρίας Θεοδώρας προσεχῶν καὶ γένους ἀνωτά­του τοὺς βίους διεξελθεῖν, ....ἵνα ἴδητε τοὺς αὐτῆς προσγε­νεῖς, οἷα κατὰ Θεὸν ζῶντες ἐτύγ­χανον. ...᾿Αντωνίου μόνου τοῦ ἡμῶν ἀρχιποί­μενος ἐπιμνη­σθείς, αὖθις τὸν λόγον ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ δὴ τρέψο­μαι”).

Μὲ δεδομένη αὐτὴ τὴ συγγένεια εἶναι δυνατὸ νὰ προσ­­διορισθεῖ ἐπαγωγικὰ ὡς τόπος καταγωγῆς τοῦ ᾿Αντω­νίου ἡ Αἴγινα, ἀπὸ τὴν ὁποία καταγόταν ἡ ὁσία Θεοδώρα. Εἶναι, ὡστόσο, ἀδύνατος ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖο μετανάστευσαν στὴ Θεσσαλονίκη ὁ ᾿Αντώ­νιος καὶ ἡ ἀ­δελφή του Αἰκατερίνη, ἐνῶ ἄγνωστοι παρα­μένουν καὶ οἱ λό­γοι ποὺ προκάλεσαν αὐτὴ τὴ μετανά­στευση.

῾Η παιδεία καὶ ἡ φιλομάθεια τοῦ ᾿Αντωνίου δὲν περι­ο­ρίζονταν μόνο σὲ κείμενα τῆς χριστιανικῆς γραμματείας, ἀλλὰ κατέστη κάτοχος καὶ ἐγκυκλίου μορφώσεως. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὸ μοναχικὸ βίο, ἐνῶ ἡ εὐρεῖα μόρφωση ποὺ ἀπέ­κτησε, καὶ ἡ ζωηρὴ φιλομάθειά του τὸν ἐφοδίασαν μὲ ὑψηλὴ δογματικὴ πανοπλία. ᾿Αποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν ὑπῆρξε, σύμ­φωνα μὲ τὸ βιογράφο του, ἡ ἐκλογή του στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς μητροπόλεως Δυρραχίου.

῾Η μὴ ὕπαρξη στοιχείων γιὰ τοὺς προκατόχους τοῦ ᾿Αντωνίου περιορίζει τὸν προσδιορισμὸ τοῦ χρόνου ἐκλογῆς του στὰ δεδομένα ποὺ παρέχει ὁ Βίος τῆς ὁσίας Θεοδώρας. Κατὰ συνέπεια terminus ante quem γιὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ ᾿Αν­­τωνίου στὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο τῆς μητροπόλεως Δυρ­ραχίου ἀποτελεῖ ἡ ἀναζωπύρωση τῆς Εἰκονομαχίας ἀπὸ τὸν αὐτο­κράτορα Λέοντα Ε¢ τὸν ᾿Αρμένιο. Μὲ δεδομένη τὴν ὁμόφω­νη μαρτυρία τῶν πηγῶν, ποὺ τοποθετεῖ τὴν ἔναρξη τῆς δεύ­τερης Εἰκονομαχίας δύο χρόνια μετὰ τὴν ἄνοδο τοῦ Λέον­τος Ε¢ στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, τὸ χρο­νικὸ αὐτὸ ὅριο πρέπει νὰ προσδιορισθεῖ στὸ ἔτος 815.

῍Αν καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁ­σί­ας Θεοδώρας γιὰ τὴν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας τοῦ ᾿Αν­τωνί­ου τοῦ ὁμολογητῆ στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς πό­λεως τοῦ Δυρραχίου εἶναι λιγοστά, δὲν εἶναι ὡστόσο καὶ τὰ μονα­δικά. ῾Η σημαντικότερη πηγὴ ποὺ διαθέτουμε γι᾿ αὐτὴν τὴν περίοδο εἶναι δύο ἐπιστολὲς τοῦ ὁσίου Θεοδώ­ρου τοῦ Στου­δίτη, τῆς ἡγετικῆς μορφῆς τῶν εἰκονοφίλων κατὰ τὴ δεύτε­ρη Εἰκονομαχία, πρὸς τὸν ᾿Αντώνιο· πρόκει­ται γιὰ τὶς ἐπι­στολὲς 462 (᾿Αντωνίῳ τοῦ Δυρραχίου) καὶ 542 (᾿Αντωνίῳ ἐπισκόπῳ), σύμφωνα μὲ τὴν ἀρίθμηση ποὺ ἔλαβαν κατὰ τὴν πρόσφατη κριτική τους ἔκδοση. ῍Αν καὶ ἡ ταύτιση τοῦ παρα­λήπτη αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν μὲ τὸν ἀρχι­επίσκοπο τοῦ Δυρ­ραχίου ᾿Αντώνιο, ποὺ καθίσταται γνω­στὸς ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας τῆς Θεσσαλονίκης, εἶχε παλαιότερα ἀμφι­σβητηθεῖ, σήμερα ἔχει γίνει καθολικὰ ἀποδεκτή· τὴν ταύτιση αὐτή, ἐξάλλου, ἐπιρρωνύει ἡ σύνδε­ση τῶν πληροφοριῶν ποὺ παρέχει ὁ ἐν λόγῳ Βίος μὲ μαρ­τυρίες ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς δύο ἐπιστολές.

Στὴν πρώτη ἐπιστολή, γιὰ τὴν ὁποία πρέπει νὰ θεω­ρηθεῖ βέβαιο ὅτι εἶχε σταλεῖ στὸν ᾿Αντώνιο κατὰ τὴ διάρ­κεια τῆς ἀρχιερατείας του στὸ Δυρράχιο, δηλ. πρὸ τοῦ 815, ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀπαντᾆ μὲ ἀπολογητικὸ ὕ­φος σὲ προηγούμενη μακροσκελῆ ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Αντωνίου σχετικὰ μὲ ἕνα περιστατικὸ κανονικῆς φύσεως. Τὸ γενικό­τερο ὕφος τῆς ἐπιστολῆς εἶναι ἰδιαίτερα θερμὸ καὶ διακρί­νεται ἀπὸ μία τάση ἐγκωμιασμοῦ τοῦ προσώπου τοῦ ᾿Αν­τωνίου, μὲ χαρα­κτηρισμοὺς ποὺ φανερώνουν τὴν ἰδιαίτερη ἐκτίμηση καὶ τὸν σεβασμὸ τοῦ ὁσίου Θεοδώρου πρὸς αὐτόν.

Τὸ ἴδιο πνεῦμα διακρίνει καὶ τὴ δεύτερη ἐπιστολή, ἡ χρονολόγηση τῆς ὁποίας, μὲ βάση ἐσωτερικὲς μαρτυρίες, προσ­διορίζεται στὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ Μιχαὴλ Β¢, καὶ εἰδικότερα μεταξὺ τοῦ Μαΐου τοῦ 826 καὶ τοῦ Νοεμ­βρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, ποὺ συνιστᾆ τὴν ἡμερομηνία θανά­του τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη. ῾Η θερμότητα τοῦ ὕφους τῶν δύο ἐπιστολῶν τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη, ἐπιτρέ­πει τὴ δια­τύπωση τῆς ὑποθέσεως, ὅτι οἱ δύο ἄνδρες συνδέ­ονταν μὲ πα­λαιὰ προσωπικὴ φιλία, ποὺ εἶχε ἴσως ἀναπτυ­χθεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐξορίας τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη στὴ Θεσ­σαλο­νίκη τὸ ἔτος 797, λόγῳ τοῦ σχίσματος τῆς ζευξι­μοι­χείας τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου Στ¢. ῾Ο ἴδιος, ἄλλωστε, σὲ ἐπι­στο­λή του πρὸς τὸ θεῖο του Πλάτωνα, περιγράφει ἀρκετὰ ἀναλυτικὰ τὴν ἄφιξή του στὴν πόλη καὶ τὴ θερμὴ ὑποδοχὴ ποὺ τοῦ ἐπιφύλαξαν τόσο ὁ ὕπαρχος τῆς Θεσσα­λονίκης ὅσο καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπός της.

῎Εμμεση ἀναφορὰ στὸν ᾿Αντώνιο, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας του στὴ Μητρόπολη Δυρραχίου, συναν­τοῦμε καὶ στὴν ἐπιστολὴ 543 τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη πρὸς τὸ μοναχὸ Διονύσιο, ὁ ὁποῖος εἶχε δεχθεῖ τὶς νουθεσίες τοῦ θεοφιλεστάτου ἡμῶν πατρὸς καὶ ἀρχιεπισκόπου τοῦ Δυρρα­χίου κατὰ τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως, ἀλλά, ὅπως φαίνε­ται ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς ἐπιστολῆς, δίχως ἀποτέλεσμα.

᾿Ιδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔχει γι᾿ αὐτὴν τὴν περίοδο καὶ ἡ δημοσίευση μιᾆς ἀρχιεπισκοπικῆς σφραγίδος τοῦ Δυρρα­χίου, τὸ χασματῶδες κείμενο τῆς ὁποίας ἀποκαταστάθηκε ὡς ἑξῆς: “† Θεοτόκε βοήθει ..../ίῳ ἀρχιε/[π]ισκό(πῳ) Δυρ/­ρα­χιω­(τῶν)”· ἡ κατοχή της πρέπει νὰ ἀποδοθεῖ κατὰ πᾆσα πιθα­νότητα στὸν ᾿Αντώνιο τὸν ὁμολογητή, κατὰ τὴν περί­οδο τῆς ἀρχιερατείας του στὸ θρόνο τοῦ Δυρραχίου.

Τὴ διήγησή του γιὰ τὴν ἀρχιερατεία τοῦ ᾿Αντωνίου στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τοῦ Δυρραχίου, διακόπτει αἰφνι­δίως ὁ Γρηγόριος κληρικός, γιὰ νὰ ἀναφερθεῖ στὴν ἀναζω­πύρωση τῆς Εἰκονομαχίας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος Ε¢, δύο χρόνια μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν αὐ­τοκρατορικὸ θρόνο. Γίνεται ἐκτενὴς μνεία τοῦ διωγμοῦ τοῦ Λέοντος Ε¢, ποὺ ἐξιστορεῖται μὲ τὰ πιὸ μελανὰ χρώματα, ἐνῶ στὴ συνέχεια ἡ διήγηση ἐπικεντρώνεται στὸν ἀντιρρη­τικὸ λόγο ποὺ ἐξεφώνησε ὁ ᾿Αντώνιος ἐνώπιον τοῦ αὐτο­κράτορος. ῎Εχει ὡστόσο ἐπισημανθεῖ ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα στὴν παράδοση τοῦ κειμένου αὐτοῦ τοῦ ἀντιρρητικοῦ λό­γου. Πρόκειται γιὰ τὴν παράδοση δύο τελείως διαφορε­τι­κῶν κει­μένων, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ σωζόμενο στὸν ἀρχικὸ Βίο τῆς ὁσί­ας Θεοδώρας ἐμφανίζει καὶ μεγάλη ἐξάρτηση ἀπὸ τὴν ἐπι­στολὴ τοῦ Μ. Φωτίου πρὸς τὸν βασιλέα τῶν Βουλγάρων, Μιχαήλ. Τὸ περιεχόμενο ἐντούτοις καὶ τῶν δύο ἀντιρρη­τι­κῶν λόγων, ποὺ παραδίδονται ὡς ἐκφωνηθέν­τες ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο ᾿Αντώνιο, ἐμφανίζει ἐναργῶς τὴν ἴδια χριστο­λογικὴ βάση ποὺ χρησιμοποιεῖται καὶ σὲ παρό­μοιους ἀντιρ­ρητικοὺς λόγους ἄλλων ἁγίων τῆς εἰκονομαχι­κῆς περιόδου.

῾Η ἀπάντηση τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορος, μετὰ τὴ σθεναρὴ στάση τοῦ ᾿Αντωνίου, ἦταν σκληρὰ βασανιστήρια, ποὺ τοῦ ἐπέφεραν ἀνίατες πλη­γὲς καὶ κλόνισαν τὴν ὑγεία του, καὶ τέλος ἡ καταδίκη του σὲ ἐξορία.

῾Ωστόσο, μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Λέοντος Ε¢ ἀπὸ τὸ Μιχαὴλ Β¢ καὶ τὴν ἀνάρρηση τοῦ δευτέρου στὸν αὐτοκρα­τορικὸ θρόνο, τὰ Χριστούγεννα τοῦ 820, ὁ ᾿Αντώνιος ἀνα­κλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία, ἐνῶ δύο περίπου δεκαετίες ἀργό­τερα, μετὰ τὴν παρέλευση “τοῦ τῆς αἱρέσεως δεινοῦ χειμῶ­νος”, ὁ ᾿Αντώ­νιος ἐξελέγη ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, πρά­ξη ποὺ τὸν ἀποκαθιστοῦσε στὸ ἀρχιεπισκοπικὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο εἶχε στερηθεῖ βίαια κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Λέοντος Ε¢.

Τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Αντωνίου ὡς ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλο­νίκης, ἀναγράφεται στὴ δέκατη θέση, στὸν κατάλογο τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, ἑνὸς πολὺ σημαντικοῦ ὑστε­ρο­βυζαντινοῦ κειμένου (15ος αἰ.) γιὰ τὴν ἐπισκοπικὴ καὶ τὴν ἐν γένει ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τῆς Θεσσαλονίκης. Σύμ­φωνα μὲ αὐτό, προκάτοχός του ὑπῆρξε ὁ Λέων ὁ Φιλόσο­φος ἢ Μα­θηματικός, ποὺ διετέλεσε ἀρχιεπίσκοπος Θεσσα­λονίκης ἀπὸ τὴν ἄνοιξη τοῦ 840 ὡς τὸ τέλος τῆς Εἰκονο­μαχίας, τὴν ἄνοιξη τοῦ 843· γιὰ τὸν διάδοχο ὅμως τοῦ ᾿Αντωνίου πα­ρ­ου­σιάζεται ἀρκετὴ σύγχυση στοὺς συγχρό­νους καταλόγους, οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους, ἀγνο­ώντας ἴσως τὸ κεί­μενο τοῦ Συνοδικοῦ, ἀναγράφουν τὸ ὄνο­μα τοῦ Βασιλείου τοῦ ὁμολογητῆ. ῾Ωστόσο, θὰ πρέπει κατὰ τὴ γνώμη μας νὰ θεω­ρηθεῖ ἀκριβὴς ἡ σειρὰ ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ Συνοδικὸν στὸ ση­μεῖο αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο τὸν ᾿Αντώνιο διαδέχθη­κε ὁ Σισίνιος καὶ ἐν συνεχεία ὁ Στέφα­νος (ἀρ. 11 καὶ 12 ἀντί­στοιχα), τὰ ὀνόματα τῶν ὁποίων ἀπουσιάζουν ἀπὸ τοὺς περισ­σοτέρους συγχρόνους καταλό­γους τῶν ἐπισκόπων τῆς Θεσ­σα­λονίκης, καὶ ὄχι ὁ Βασίλει­ος ὁ ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀρχιεράτευσε ἀρκετὰ χρόνια ἀργότερα, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 862 καὶ 866.

῾Ωστόσο, ἡ ἀρχιεπισκοπικὴ θητεία τοῦ ᾿Αντωνίου, μετὰ τὴν ἐκλογή του στὸ θρόνο τῆς Μητροπόλεως Θεσσα­λονίκης, ὑπῆρξε βραχύβια. Στὸ Βίο τονίζεται πὼς ὁ ᾿Αντώ­νιος ὁ ὁμο­λογητὴς δὲν πρόλαβε νὰ ἐκτελέσει οὔτε κἂν τὰ λειτουργικὰ ἀρχιερατικά του καθήκοντα, παρὰ μόνο τὴ χει­ροτονία ἑνὸς κληρικοῦ, τὸν ὁποῖο “ἀσυγκρίτῳ πίστει πρὸς τὸν κεχειροτο­νηκότα κινούμενοι οἱ τῆς καθ᾿ ἡμᾆς ἐκκλησί­ας ἀκρότητος, τῷ ἐπωνύμῳ τοῦ κεχειροτονηκότος παρωνύ­μως ὠνόμασαν, εἰς μνήμην αἰωνίαν... ἔχειν τοῦτο γλιχόμε­νοι”. ῾Ο ὁσιακὸς θάνα­τος τοῦ ᾿Αντωνίου ἐπῆλθε λίγους μόλις μῆνες μετὰ τὴν ἀνα­στήλωση τῶν εἰκόνων “τῇ δευτέ­ρᾳ τοῦ Νοεμβρίου τῆς ἑβδό­μης ἰνδικτιῶνος”, δηλαδὴ στὶς 2 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 844.

῾Η διήγηση τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ συνεχίζεται μὲ μία πολὺ σημαντικὴ πληροφορία γιὰ τὴν ταφὴ τοῦ ἱεροῦ σκή­νους τοῦ ᾿Αντωνίου. Τὸ “πανάγιον καὶ ἀθλητικώτατον αὐτοῦ σῶμα” ἐνταφιάσθηκε στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ να­οῦ τοῦ ἁγίου Δημητρίου καί, πιὸ συγκεκριμένα, στὸ ταφικὸ παρεκ­κλήσιο τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. ῾Η πληρο­φορία αὐτὴ συνιστᾆ τὴ μοναδικὴ γραπτὴ πηγὴ ποὺ διαθέ­τουμε σχετικὰ μὲ τὴ χρήση αὐτοῦ τοῦ παρεκκλησίου ὡς τα­φικοῦ προσκτίσματος. ᾿Επιπλέον, ἡ μαρτυρία τοῦ βιογρά­φου Γρη­γορίου, ὅτι 46 χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ᾿Αντω­­νίου μετα­φέρθηκε γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ στὸν ἴδιο τάφο τὸ σκήνωμα ἑνὸς ἀκόμη ἀρχιεπισκόπου τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος δὲν κατονομάζεται -εἶναι ὡστόσο βέβαιο πὼς πρό­κειται γιὰ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Μεθόδιο, ποὺ ἀναφέρεται καὶ στὸ Βίο τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου-, ἀποκαλύπτει τὴν καθιέρωση τῆς χρήσεως τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου γιὰ τὴν ταφὴ ἀρχιεπισκόπων τῆς Θεσσαλονίκης. ῾Η χρησιμοποίηση αὐτοῦ τοῦ παρεκκλησίου ποὺ βρισκόταν “ἐν τοῖς λαιοῖς μέ­ρεσι” ὡς ταφικοῦ χώρου, ἔχει ἀσφαλῶς ἄμε­ση σχέση μὲ τὸ κι­βώριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὴ μαρ­τυρία τῶν πηγῶν, βρισκόταν στὴν ἀρι­στερὴ πλευρὰ (“πρὸς τοῖς λαιοῖς πλευροῖς”) τοῦ ναοῦ.

῾Η πληροφορία αὐτὴ ἐπαληθεύθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχαιο­λογικὴ ἔρευνα. Οἱ Γ. καὶ Μ. Σωτηρίου ἐντόπισαν στὴ βό­ρεια πλευρὰ τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου τρία παρεκ­κλήσια, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ πρῶτο, ἀρχαιότερο τῶν δύο ἄλ­λων, εἶναι νεκρικὸ πρόσκτισμα καὶ στὸ δάπεδό του βρέθη­καν δύο πλινθόκτιστοι τάφοι. ᾿Απὸ τοὺς δύο ἐρευνητὲς εἶχε ἐκφρασθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι “εἰς ἓν ἐκ τῶν τριῶν παρεκκλησίων τούτων, τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν ἀριστερὰν (βορείαν) πλευ­ρὰν τῆς βασιλικῆς, πρέπει ν᾿ ἀναζητήσωμεν τὸ ναΰδριον τοῦ Βαπτιστοῦ ᾿Ιωάννου, εἰς τὸ ὁποῖον, συμφώνως πρὸς τὰ ἀνα­γραφόμενα εἰς τὸν Βίον τῆς ἁγίας Θεοδώρας, ἐτάφη ὁ ἐπί­σκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αντώνιος (843)”. ῾Ο Στ. Πελεκα­νί­δης, σὲ μεταγενέστερη ἀνασκαφή, ἔφερε στὸ φῶς καὶ ἄλλο νεκρικὸ πρόσκτισμα στὴ βόρεια πλευρὰ τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, κάτω ἀπὸ τὸ δάπεδο τοῦ ὁποίου “ἀνε­σκά­φησαν ὀκτὼ τάφοι κιβωτιόσχημοι ἀνὰ δύο”. Μὲ τὶς ἀνα­σκαφὲς αὐτὲς ἐπιβεβαιώθηκε ὁ ἰσχυρισμὸς γιὰ τὴν ἐκτε­τα­μέ­νη χρησιμοποίηση τῶν προσκτισμάτων τῆς βόρειας πλευρᾆς τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὡς ταφικῶν παρεκκλη­σί­ων γιὰ τὸν ἐνταφιασμὸ ἀρχιεπισκόπων τῆς Θεσ­σαλονίκης, ἀλλὰ κατὰ πᾆσα πιθανότητα καὶ ἄλλων ἐπισή­μων προσώ­πων τῆς πόλεως.

῾Η ἀπόφαση νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ σκῆνος τοῦ ἀρχιεπι­σκόπου Μεθοδίου στὸν ἴδιο τάφο, ὅπου εἶχε κατατεθεῖ καὶ τὸ λείψανο τοῦ ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ, εἶχε ὡς ἀποτέλε­σμα νὰ ἀποκαλυφθεῖ στοὺς παρευρισκομένους, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Γρηγόριος, πιθανότατα μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ διακόνου, ὅτι τὸ λείψανο τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αντωνίου εἶχε διαφυλαχθεῖ ἐπὶ 46 χρόνια μετὰ τὸν ἐνταφιασμό του, ἄφθαρτο: “῞Οπερ ἅγιον λείψανον μέχρι τοῦ νῦν Χριστὸς εἰς δόξαν αὐτοῦ διαφυλάττει σῷον καὶ ἀδιάλυτον... εὕρομεν τὸ πανάγιον ᾿Αντωνίου σῶμα μεθ᾿ ὧν κεκόσμητο ἀρχιερατικῶν ἐπίπλων σχεδὸν ἅπαν ὁλόκληρον καὶ ἀμείωτον...”.

῾Ως στοιχεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα πιστοποιεῖται ἡ ἁγιότητα τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αντωνίου, ὁ Γρηγόριος κληρικὸς χρησι­μοποίησε τὴν ὁμολογία τῆς ὀρθόδοξης πίστεως καὶ διδα­σκα­λίας γιὰ τὴν τιμὴ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τὴν ὁποία τεκμη­ριώ­νει μὲ τὴν παράθεση τοῦ κειμένου τοῦ ἀντιρρητικοῦ λό­γου πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα Ε¢, καὶ τὴν ἀφθαρσία τοῦ λειψάνου του, ὅπως εἶχε ἀποκαλυφθεῖ περίτρανα καὶ στὸν ἴδιο. Πρόκειται γιὰ κριτήρια ἁγιότητος εὐρύτατα δια­δεδο­μένα κατὰ τὴν εἰκονομαχικὴ καὶ μεταεικονομαχικὴ περίοδο, ὅπως διαπιστώνεται ἀπὸ τὴν ἔρευνα τῶν ἁγιολο­γικῶν κει­μένων ποὺ γράφτηκαν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Εἰ­κονομαχίας καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν.

῍Αν καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογη­τῆ δὲν ἐγγράφηκε στὸ Συναξάριο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κων­σταντινουπόλεως οὔτε καὶ στὸ Τυπικὸν τῆς Μεγάλης ᾿Εκ­κλησίας, ὡστόσο ἔχει συμπεριληφθεῖ σὲ νεωτέρους καταλό­γους τῶν ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης, καθὼς ἐπίσης καὶ στὴ δεύ­τερη ἀκολουθία ποὺ συνέταξε ὁ μακαριστὸς ὑμνογράφος τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννα­νίτης, πρὸς τιμὴν “πάντων τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ ἁγίων”.

῾Η μοναδικὴ γνωστὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ εἶναι ἡ σύγχρονη τοιχογραφία του στὴν κάτω ζώνη τοῦ δευτέρου δεξιοῦ πεσοῦ στὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, στὴ Θεσσαλονίκη.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

6 Νοεμβρίου


ΠΑΥΛΟΣ ὁ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ,

ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (4ος αἰ.)


῾Ο ἅγιος Παῦλος ὁ ὁμολογητής, ἀρχιεπίσκοπος Κων­σταντινουπόλεως, καταγόταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη. ῎Εζησε τὸν 4ο αἰώνα, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ᾿Αρεια­νισμοῦ, καὶ ὑπῆρξε ὁ ἐκπρόσωπος τῶν ὀρθοδόξων ἐνάντια στὴ στάση τοῦ αὐτοκράτορος Κώνσταντος καὶ τοῦ αἱρετι­κοῦ ἀντιπάλου του στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, Μα­κεδο­νίου. ῾Υπῆρξε φίλος τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου μὲ τὸν ὁποῖο βρέ­­θη­καν ἐπανειλημμένως ἐκδιωγμένοι στὴ Ρώμη.

῞Οταν στὸ θρόνο τοῦ ἀνατολικοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους ἀνῆλθε ὁ Κωνστάντιος, ἄρχισαν νέοι διωγμοὶ ἀπὸ τοὺς ὀπα­δοὺς τοῦ ᾿Αρείου κατὰ τῶν ὀρθοδόξων καὶ ὁ Μέγας ᾿Αθα­νάσιος κατέφυγε στὴ Δύση. ῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντι­νου­­πόλεως ᾿Αλέξανδρος, μετὰ ἀπὸ ἀρχιερατεία εἰκοσιτριῶν ἐ­τῶν καὶ σὲ ἡλικία ἐνενηνταοκτὼ ἐτῶν, καθὼς πλησίαζε τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, δὲν χειροτόνησε κανένα ὡς διάδοχό του, ἀλλὰ ὡς παρακαταθήκη πρότεινε στὸ λαό, ἐὰν ἤθελαν ὡς νέο ἀρ­χιεπίσκοπο κάποιον ποὺ νὰ διέθετε ἄριστα διδακτικὰ προσ­όντα καὶ ἐνάρετο βίο, νὰ ἐκλέξουν τὸν Παῦλο, τὸν ὁποῖο ὁ ἴ­διος εἶχε χειροτονήσει πρεσβύτερο· ἐὰν ὅμως ἤθελαν κάποιον μὲ σεμνότητα στὸ σχῆμα καὶ κοσμιότητα στὴν ἐξωτερικὴ ἐμ­φάνιση, νὰ ἐκλέξουν τὸ Μακεδόνιο. ῎Ετσι ξέσπασε ἔντονη φι­λονικία μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ᾿Α­ρειανισμοῦ, ποὺ ὑποστή­ριζαν τὸ Μακεδόνιο, καὶ τῆς ὀρθό­δοξης μερίδας, ποὺ ἐπιθυ­μοῦσε ὡς ἀρχιεπίσκοπο τὸν Παῦλο. ᾿Ασφαλῶς δὲν πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ὁ ᾿Αλέξανδρος πρό­τεινε διάδοχό του τὸ Μακε­δόνιο, ὁ ὁποῖος ἐμφανιζόταν ὡς ἀρειανίζων, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε προσυπογράψει τὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας. ῾Απλὰ ὁ Μακεδόνιος μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ᾿Αλεξάν­δρου στρά­φηκε πρὸς τοὺς ἀρειανίζοντες, προσπαθώντας νὰ ἀνέλθει μὲ κάθε τρόπο στὸν οἰκουμενικὸ θρόνο. Τελικὰ ὅμως ἐπικράτη­σαν οἱ ὀρθόδοξοι καὶ ἐξελέγη ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος χειροτο­νήθηκε στὸ ναὸ τῆς ἁγίας Εἰρήνης τῆς παλαιᾆς.

῾Ο αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ποὺ εἶχε μεταβεῖ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴν ᾿Αντιόχεια, μόλις ἐπέστρεψε καὶ πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Παῦλος εἶχε χειροτονηθεῖ χωρὶς τὴν σύμ­φωνη γνώμη του, ὀργίστηκε. Δὲν ἤθελε γιὰ πατριάρ­χη οὔτε τὸν Παῦλο, οὔτε ὅμως καὶ τὸ Μακεδόνιο. ᾿Αμέσως συν­εκάλεσε τὸ 340 ἢ 341 καὶ ὄχι τὸ 338, ὅπως ἔχει ὑπο­στη­ρι­χθεῖ, σύνοδο μὲ ἀρειανίζοντες ἱεράρχες, ὅπου καταψη­φί­στη­κε ἡ ἐκλογὴ τοῦ Παύλου καὶ ὁρίστηκε ἡ ἀντικατάστα­σή του ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο, μητροπολίτη Νικομηδείας. ῾Ο αὐτο­κράτο­ρας στὴ συνέχεια ἐπέστρεψε στὴν ᾿Αντιόχεια. ῾Ο νέος πατρι­άρχης, ὁ Εὐσέβιος, θέλησε ἀμέσως νὰ βρεῖ τὴν ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἐξοβελίσει ἀπὸ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ “ὁμοού­σιον”.

Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ ποὺ ἀνήγει­ρε ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος στὴν ᾿Αντιόχεια, συγκεν­τρώθηκαν ἐνενήντα ἤ, σύμφωνα μὲ μερικοὺς ἱστορικούς, ἐνε­νήντα ἑπτὰ ἀρχιερεῖς, καὶ συγκροτήθηκε σύνοδος, παρόντος τοῦ Κωνσταντίου, χωρὶς ὅμως τὴν παρουσία τοῦ Μαξίμου, ἐφόρου τῶν ῾Ιεροσολύμων, καὶ τοῦ πάπα Ρώμης ᾿Ιουλίου, ἢ κάποιου ἐκπροσώπου του. Στὴ σύνοδο μὲ κάθε τρόπο ἐπί­σπευσαν τὴν καταδίκη τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου, γιὰ δῆθεν ἀντι­κανονικὲς ἐνέργειες -διότι θεωρήθηκε ὑπεύθυνος γιὰ τὴν αἱ­ματοχυσία ποὺ προκάλεσε ἡ στάση κατὰ τὴν εἴσοδό του καὶ τέλος γιὰ τὰ ὅσα συνέβησαν στὴν Τύρο-, τὸν ἀντικατέ­στη­σαν καὶ στὴ θέση του τοποθέτησαν κάποιον ὁμόφρονά τους, τὸ Γρηγόριο ᾿Εμεσηνό. Ταυτόχρονα, μέσα ἀπὸ 25 κα­νόνες ποὺ καταρτίσθηκαν στὴ σύνοδο τῆς ᾿Αντιοχείας, προχώρη­σαν καὶ στὸν “μεταπλασμὸν τῆς πίστεως”, παίρνον­τας ἀπο­φάσεις ἀντίθετες πρὸς τὸ δόγμα τῆς Νικαίας, ἀπο­βάλλοντας τὰ περὶ “ὁμοουσίου” ὁρισθέντα.

᾿Αφοῦ περατώθηκε ἡ σύνοδος, ὁ Εὐσέβιος μετέβη στὴ Ρώμη γιὰ νὰ ἀποσπάσει μὲ τεχνάσματα τὴ σύμφωνη γνώμη τοῦ πάπα ᾿Ιουλίου γιὰ τὴν καταδίκη τοῦ ᾿Αθανασίου, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Στὸ μεταξὺ στὴ Ρώμη εἶχαν κατα­φύγει ὁ Παῦλος, πολλοὶ ὁμόφρονές του ἀρχιερεῖς ποὺ εἶχαν ἐκδιω­χθεῖ ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο, καθὼς καὶ ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος. ῾Ο ᾿Ιού­λιος, μόλις ἔμαθε ὅτι πρόκειται γιὰ μεθοδεύσεις καὶ συ­κο­φαντίες, ἔστειλε πίσω στὶς ἐπαρχίες τους τοὺς ἐκδιωχθέν­τες ἀρχιερεῖς ἀποκαθιστώντας τους, ἀφοῦ τοὺς κατοχύρωσε μὲ σχετικὲς ἐπιστολές. ῾Ο Παῦλος ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταν­τι­νούπολη, ἀφοῦ ἐκδιώχθηκε ὁ Εὐσέβιος, ἀλλὰ οἱ ἀρειανί­ζον­τες χειροτόνησαν ἀρχιεπί­σκοπο τὸ Μακεδόνιο, γνωστὸ γιὰ τὶς αἱρετικές του ἀπό­ψεις περὶ “ὁμοουσίου” καὶ ῾Αγίου Πνεύ­ματος, στὸ ναὸ ποὺ σήμερα εἶναι ἀφιερωμένος στὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ ὁμολογητῆ.

῾Ο Μ. ᾿Αθανάσιος ἐπανῆλθε καὶ αὐτὸς στὸ θρόνο του στὴν ᾿Αλεξάνδρεια· οἱ ἀρειανίζοντες ὅμως ἀρχιερεῖς ποὺ εἶ­χαν συγκεντρωθεῖ στὴν ᾿Αντιόχεια γιὰ νὰ ἀντικρούσουν τὸν πάπα Ρώμης ᾿Ιούλιο, ἔστειλαν τὸν προκάτοχό του Γρηγόριο ἐκεῖ. ῾Ο στρατηγὸς τῆς ᾿Αλεξάνδρειας συγκέντρωσε ἑπτὰ χι­λιάδες στρατό, δείχνοντας ἔτσι τὶς ἐχθρικὲς διαθέσεις του πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου. Μόλις τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ ᾿Αθανάσιος κατέφυγε καὶ πάλι στὴ Ρώμη. ῾Ο αὐτοκράτο­ρας Κωνστάντιος, μόλις πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Παῦλος ἀπο­καταστάθηκε στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διέταξε τὸν ῾Ερμογένη τὸ στρατηλάτη, νὰ μεταβεῖ ἀπὸ τὴ Θράκη στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ τὸν ἐκδιώξει ἀπὸ τὴν πόλη. ῾Ο λαός, ὅμως, ποὺ δὲν συμφωνοῦσε μ᾿ αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, κατέκαυσε τὴν οἰκία του καὶ θανάτωσε τὸν ἴδιο. Μόλις ἔ­μα­θε ὁ Κωνστάντιος τὰ ὅσα συνέβησαν, κατέλαβε ὁ ἴδιος τὴν Κωνσταντινούπολη, ἐξόρισε τὸν Παῦλο καὶ τιμώρησε τὸ λαὸ μειώνοντας στὸ μισὸ τὸ “σιτηρέσιον”, τὸ ὁποῖο εἶχε καθ­ιερώσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος καὶ περιλάμβανε δωρεὰν δια­νομὴ ὀγδόντα χιλιάδων ἄρτων ἡμερησίως στοὺς κατοί­κους τῆς πόλεως.

῾Ο Παῦλος ἐπέστρεψε στὴ Ρώμη καὶ παρέμεινε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸ Μ. ᾿Αθανάσιο· ἀνέφερε στὸν πάπα Ρώμης τὰ συμ­βάντα καὶ ἀφοῦ ἐφοδιάστηκε μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν αὐτο­κράτορα Κώνστα, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὸ θρόνο τῆς Κων­σταντινουπόλεως. ῾Ο αὐτοκράτωρ Κωνστάντιος ὅμως διέταξε τὸν ὕπαρχο Φίλιππο νὰ τὸν ἐξορίσει καὶ νὰ ἐπα­νέλθει στὸ θρόνο ὁ Μακεδόνιος. ῾Ο Φίλιππος μὲ δόλο παγί­δευσε τὸν Παῦλο, προσκαλώντας τον γιὰ δῆθεν κοινωφελῆ λόγο στὸ λου­τρὸ Ζεύξιππος, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, ἀφοῦ τὸν συνέλα­βε, τὸν ἐξ­όρισε στὴ γενέτειρά του Θεσσαλονίκη. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ μὲ τὴν ἄμεση ἐμπλοκὴ τοῦ Μακεδονί­ου καὶ τὴν ὑποστήριξη τοῦ στρατοῦ φονεύθηκαν τρεῖς χι­λιάδες ἑκατὸν πενήντα ἄτομα. Μεταξὺ τῶν σφαγιασθέντων ὁ Βίος τοῦ πα­τριάρχη Παύλου κατονομάζει δύο ὑπογραφεῖς του, τὸν Μαρ­κιανὸ καὶ τὸν Μαρτύριο. ῎Ετσι ἐπανῆλθε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Μακεδόνιος καὶ στὸ ἴδιο χρονικὸ διά­στημα ὁ Κων­στάντιος συνέχισε τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς ῾Αγί­ας Σοφίας.

Μετὰ ἀπὸ σύντομο χρονικὸ διάστημα ὁ Παῦλος βρέ­θηκε γιὰ τρίτη φορὰ στὴ Ρώμη καὶ μαζὶ μὲ τὸν ᾿Αθανάσιο διηγήθηκαν στὸν αὐτοκράτορα Κώνστα ὅσα εἶχαν ὑπο­στεῖ. ῾Ο Κώνστας ἔστειλε ἐπιστολὴ στὸν ἀδελφό του, ζητών­τας νὰ στείλει τρεῖς ἐπισκόπους καὶ νὰ τὸν πληροφορήσουν γιὰ ὅσα εἶχαν πράξει ὁ Παῦλος καὶ ὁ ᾿Αθανάσιος καὶ νὰ φέ­ρουν μαζί τους τὴν ἔγγραφη ἔκθεση τῆς πίστεως. ᾿Ε­στά­λη­σαν τέσσερις ἐπίσκοποι, ὁ Νάρκισσος ἀπὸ τὴν Κιλι­κία, ὁ Θεόδωρος ἀπὸ τὴ Θράκη, ὁ Μάρης ἐπίσκοπος Χαλ­κηδόνος καὶ ὁ Μάρκος ὁ Σύρος. Μόλις ἔφθασαν στὴ Ρώμη δὲν τόλ­μησαν νὰ ἀνα­φερθοῦν στὸν Παῦλο καὶ τὸν ᾿Αθανά­σιο καὶ ἀπέκρυψαν ὅλα ὅσα εἶχαν ἀποφασίσει στὴν σύνοδο τῆς ᾿Αν­τιοχείας, συνθέ­τοντας καὶ παραδίδοντας στὸν Κών­στα δια­φο­ρετικὸ κείμε­νο, τὸ ὁποῖο δὲν προσέβαλε τὴ διδα­σκαλία περὶ “ὁμοουσίου”.

῎Επειτα ἀπὸ τρία χρόνια, οἱ ἐπίσκοποι τῆς ᾿Ανατολῆς συναθροίσθηκαν καὶ συνέταξαν ἄλλη ἔκθεση πίστεως, τὴν ὁποία ἔστειλαν στὴν ᾿Ιταλία. ᾿Εμπνευστὲς καὶ συντάκτες της ὑπῆρξαν ὁ Εὐδόξιος ἐπίσκοπος Γερμανικείας, ὁ Μαρτύριος καὶ ὁ Μακεδόνιος ἐπίσκοπος Μοψουεστίας. Οἱ ἐπίσκοποι τῆς Δύσεως δὲν δέχθηκαν αὐτὴ τὴ μεταβολὴ καὶ παρέμειναν πι­στοὶ στὸ σύμβολο Πίστεως τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας. ῾Η τα­ραχὴ καὶ ἡ σύγχυση ποὺ ἀκολούθησε, ἐπέβαλε τὴν σύγ­κλη­ση συν­όδου, μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη καὶ τῶν δύο αὐτο­κρα­τό­ρων, ἕν­δεκα χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μ. Κων­σταν­τίνου.

Στὴ Σαρδικὴ συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι ἐπίσκοποι ἀπὸ τὴ Δύση καὶ μόλις ἑβδομήντα ἕξι ἀπὸ τὴν ᾿Ανατολή. Οἱ ἐπί­σκοποι τῆς ᾿Ανατολῆς δὲν ἤθελαν νὰ συνεδριάσουν, διότι παρ­ευρίσκονταν ἐκεῖ καὶ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Μ. ᾿Αθανά­σιος. ᾿Επει­δὴ προκλήθηκε ζήτημα ἀπὸ τὴν ἀδιαλλαξία καὶ τῶν δύο πλευ­ρῶν, οἱ ἐπίσκοποι τῆς ᾿Ανατολῆς ἀποχώρησαν καὶ συνεδρί­α­σαν στὴ Μακεδονία, ὅπου ἀναθεμάτισαν τὸ “ὁ­μοούσιον”. Οἱ ἐπίσκοποι ποὺ συγκεντρώθηκαν στὴ Σαρδικὴ καταδίκασαν τὸ νέο κείμενο, καθαίρεσαν τοὺς ἐπισκόπους ποὺ συνῆλθαν στὴ Μακεδονία ὡς αἱρετικοὺς καὶ ἐπικύρω­σαν τὸ δόγμα τῆς Νι­καίας. ῾Ο Κώνστας ἔστειλε ἐπιστολὲς στὸν ἀδελφό του Κων­στάντιο καὶ τὸν παρακίνησε νὰ ἀλλά­ξει στάση καὶ νὰ ἀπο­καταστήσει στοὺς θρόνους τους τὸν Παῦλο καὶ τὸν ᾿Αθα­νά­σιο, ἀπειλώντας τον ὅτι θὰ ἐπενέβαι­νε μὲ τὴ δύναμη τῶν ὅ­πλων. ᾿Αποτέλεσμα αὐτῶν τῶν ἐνερ­γειῶν ἦταν νὰ ἐπανέλ­θουν στὶς θέσεις τους οἱ δύο πατέρες καὶ νὰ ἐπακολουθήσει πρόσκαιρη γαλήνη.

Τέσσερα χρόνια μετὰ τὴ σύνοδο τῆς Σαρδικῆς, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Κώνστα στὸ Δυτικὸ Ρωμαϊκὸ κράτος, ξέ­σπασε καὶ πάλι ἡ λαίλαπα τῆς διδασκαλίας τοῦ ᾿Αρείου. ῾Ο ᾿Αθανάσιος ἀντικαταστάθηκε στὸ θρόνο ἀπὸ τὸ Γρηγόριο καὶ ὁ Παῦλος ἐξορίστηκε στὴν Κουκουσὸ τῆς ᾿Αρμενίας. ᾿Εκεῖ, τὸ 350, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Παῦ­λος, ὁ ὁποῖος τιμήθηκε ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία μὲ τὸν τίτλο τοῦ ὁμο­λογητῆ, μαρτύρησε διὰ στραγγαλισμοῦ ἀπὸ ἀρειανούς. Στὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπανῆλθε ὁ Μακεδόνι­ος, ὁ ὁποῖος προχώρησε καὶ πάλι σὲ βιαιοπραγίες κατὰ τοῦ ὀρθό­δοξου πληθυσμοῦ.

῾Η αἵρεση τοῦ ᾿Αρείου ἐξακολούθησε νὰ διατηρεῖ σχεδὸν ἀπόλυτη ἰσχὺ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταν­τίου καὶ τοῦ Οὐάλη. Μὲ τὴν ἄνοδο ὅμως τοῦ Μ. Θεοδο­σί­ου τὰ πράγματα ἀντιστράφηκαν καὶ ἡ ᾿Ορθοδοξία κυ­ρι­άρ­χησε ἔναντι τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ. Μὲ διαταγὴ τοῦ αὐτο­κράτο­ρα τὸ λείψανο τοῦ ὁμολογητῆ καὶ μάρτυρος Παύλου μετα­φέρθηκε ἀπὸ τὴν Κουκουσὸ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ το­ποθε­τή­θη­κε στὸ ναὸ τῆς ἁγίας Εἰρήνης ποὺ εἶχε ἀνεγείρει ὁ ἴδιος ὁ Μακεδόνιος, ὁ σφοδρὸς ἀντίπαλός του. ῾Η μνήμη του τι­μᾆται ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία στὶς 6 Νοεμβρίου, ἐνῶ στὶς συν­αξαριακὲς συλλογὲς τῆς Δύσεως ἡ μνήμη του ἀναγράφε­ται στὶς 7 ᾿Ιουνίου.

Τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Παύλου Α¢ ἀρχιεπισκόπου Κων­σταντινουπόλεως τοῦ ὁμολογητῆ, διέσωσε στὴ Βιβλιοθήκη του ὁ Μ. Φώτιος, ἐνῶ ἀργότερα γράφτηκε ἀνάλογο ἔργο καὶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸ Μεταφραστή. Σώζεται καὶ τρίτος Βίος, καθὼς ἐπίσης καὶ πανηγυρικὸς ἀπὸ τὸν ᾿Ιωάννη Ξιφι­λίνο καὶ μία Κατήχηση ἀπὸ τὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸ Στουδίτη.

᾿Ιδιαίτερα σημαντικὴ ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ βρέθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ χρονολογεῖται στὸν 9ο/10ο αἰ., στὴν ὁποία γίνεται μνεία ὑπάρξεως ναοῦ ἀφιερωμένου στὴ μνήμη τοῦ ὁσίου Παύλου Α¢ ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντι­νουπόλεως: † Ναὸς σεβάσμιος τοῦ ἐν ἁγίοις [πατρός] ἡμῶν καὶ ἀρχηεπι­­σκόπου Κωνσταντινουπ[όλεως Παύλου τοῦ ῾Ομο­λογιτοῦ †]. ᾿Απὸ τοὺς ἐκδότες τῆς ἐπιγραφῆς ἔχει διατυ­πω­θεῖ μὲ ἐπιφυ­λάξεις ἡ ἄποψη πὼς ὁ ναὸς ποὺ ἀναφέρεται σ᾿ αὐτήν, βρισκόταν στὴ Θεσσαλονίκη.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

7 Νοεμβρίου


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΥΚΤΟΣ καὶ ΤΑΥΡΙΩΝ, μάρτυρες

Οἱ ἅγιοι Θεσσαλονίκη, Αὖκτος καὶ Ταυρίων, συγκατα­λέγονται στὴ χορεία τῶν Μαρτύρων τῶν πρώτων αἰώνων, τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Τὸ μαρτύριό τους χρονολογικὰ τοπο­θε­τεῖται στοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, τότε ποὺ ἡ ᾿Εκ­κλησία βρισκόταν σὲ διωγμό. ῾Η διήγηση τοῦ μαρτυρίου τους εἶναι ἐξαιρετικὰ σύντομη καὶ κατὰ συνέπεια οἱ ἐπι­πλέ­ον πληροφορίες εἶναι πενιχρὲς καὶ οἱ λεπτομέρειες ἐλάχι­στες. Τὸ μαρτύριο τῆς Θεσσαλονίκης ποὺ προηγεῖται, ὑπῆρ­ξε ἡ ἀφορμή νὰ μαρτυρήσουν στὴ συνέχεια οἱ δύο ἄνδρες Αὖ­κτος καὶ Ταυρίων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ μνήμη τους ἑορτάζεται ἀπὸ κοινοῦ.

῾Η Θεσσαλονίκη ἦταν κόρη τοῦ εἰδωλολάτρη ἱερέα Κλέ­­οντος στὴν ᾿Αμφίπολη τῆς Μακεδονίας, ποὺ ὑπαγόταν ἐκ­κλη­σιαστικὰ στὴ μητρόπολη Θεσσαλονίκης. ῾Ωστόσο ἡ ἴ­δια ἀσπά­σθηκε τὴ χριστιανικὴ διδασκα­λία καὶ πίστη καὶ ἔ­θεσε τὸν ἑαυτό της στὴν ὑπηρεσία τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Αφοῦ βαπτί­σθηκε, ἐπιδόθηκε στὸ ἔργο τῆς κατηχήσεως. ῎Εμπαινε μὲ κάθε ἄνε­ση σὲ σπίτια ἄλλων εὐκατάστα­των οἰκογενειῶν λόγω τοῦ ἀ­ξιώ­ματος τοῦ πατέρα της, καὶ κατηχοῦσε νεαρὲς κοπέλες. Κάποια στιγμὴ ὁ πατέρας της πληροφορήθηκε τὴν κατηχητικὴ δρά­ση τῆς κόρης του, ἀλλὰ θεώρησε ὅτι πρόκει­ται γιὰ ἁπλὴ παρ­εξήγηση, ἢ καὶ συκο­φαντία. Θεωροῦσε μέ­γιστο κακὸ νὰ ἀσπα­σθεῖ ἡ κόρη του, μία κόρη εἰδωλολάτρη ἱερέα, τὸ Χρι­στια­νισμό, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ γεμᾆτος ἀγωνία θέλη­σε νὰ ἐξιχνιάσει τὶς κατη­γορίες ἐναντίον της ποὺ ἔφθαναν στ᾿ αὐτιά του. ῎Αρχι­σε νὰ παρακολουθεῖ τὶς κινήσεις τῆς κό­ρης του, ἡ ὁποία, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐπὶ ἀρκετοὺς μῆνες εἶχε πάψει νὰ λαμβάνει μέ­ρος στὶς εἰδωλολατρικὲς πανηγύρεις. Πραγματικά, ὁ Κλέων διεπίστωσε ὁ ἴδιος, ὅτι ἡ κόρη του πήγαινε συχνὰ στὸ σπί­τι ἑνὸς χριστιανοῦ ἱερέως.

῞Οταν ἡ Θεσσαλονίκη ἐπέστρεψε στὸ σπίτι της, δὲν δίστασε νὰ ὁμολογήσει ἀνοικτὰ στὸν πατέρα της ὅτι εἶχε ἀσπασθεῖ τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ προσπάθησε στὴ συνέ­χεια μὲ γλυκοὺς καὶ καταπραϋντικοὺς λόγους νὰ μαλακώ­σει τὴν ὀργή του. ᾿Εκεῖνος ὅμως, ὡς εἰδωλολάτρης ἱερέας, ὄχι μόνον δὲν ἠρέμησε, ἀλλὰ θέλησε νὰ τὴν μεταπείσει μὲ κάθε τρόπο. Βλέποντας ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταπεισθεῖ ἡ Θεσ­σαλονίκη καὶ ἀπὸ φόβο μήπως μαθευτεῖ τὸ γεγονὸς καὶ παρ­ερμηνευθεῖ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως, ὅτι τάχα καὶ αὐτὸς ἦταν χριστιανός, δὲν ἄντεξε στὴ σκέψη καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύκτας πῆγε στὸ δικαστὴ καὶ κατήγγειλε τὴν κόρη του.

῾Η Θεσσαλονίκη συνελήφθη ἀμέσως. ῞Ολοι οἱ εἰδωλο­λάτρες τῆς ᾿Αμφίπολης στράφηκαν ἐναντίον της καὶ γεμά­τοι ἀπὸ ὀργή, ἄρχισαν νὰ τὴ λοιδωροῦν καὶ νὰ τὴν ὑβρί­ζουν. ῾Ο δικαστὴς γιὰ νὰ τὴν κλονίσει τὴν ἀπείλησε ὅτι θὰ τὴν βασανίσει ἀνηλεῶς· καὶ πράγματι, ἀφοῦ τὴν γύμνωσαν, τὴν μαστίγωσαν μὲ δέρματα τέσσερις ἄνδρες, μέχρι ποὺ ἄ­νοιξαν τὰ πλευρὰ τῆς μάρτυρος. Στὴ συνέχεια τῆς ἀφαίρε­σαν ὅλη τὴν περιουσία της καὶ τὴν ἐξόρισαν. Στὸ χῶρο τῆς ἐ­ξορίας, ἡ μάρτυς Θεσσαλονίκη, ἐξουθενωμένη ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες, παρέδω­σε τὸ πνεῦμα της.

Δύο ἄνδρες, ὁ Αὖκτος καὶ ὁ Ταυρίων, ποὺ ἦταν πα­ρ­όντες στὸ γεγονὸς τῆς συλλήψεως καὶ τοῦ μαρτυρίου τῆς ἁγί­ας Θεσσαλονίκης, κατήγγειλαν δημόσια τὴν ὠμότητα καὶ τὴ βαρβαρότητα τοῦ δημίου της. Αὐτὸς ὄχι μόνο δὲν μετα­νόησε ἀπὸ τὰ ἐλεγκτικά τους λόγια, ἀλλὰ ἐνοχλημένος τοὺς διέβαλλε ὡς χριστιανοὺς στὸ Θορύβιο τὸν ὑπατικό. Γιὰ τὴν παρρησία τοῦ λόγου τους καὶ τὴν εἰλικρίνειά τους συνελή­φθησαν καὶ ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια σὲ βάρος τους. ᾿Αφοῦ τοὺς λιθοβόλησαν, τοὺς ἔριξαν μέσα σὲ φλεγόμενη κάμινο, ὅπου ὅμως κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο ἔμειναν ἀνέπαφοι. Στὴ συνέχεια τοὺς κτύπησαν μὲ βέλη καὶ τοὺς ἔριξαν στὴ λί­μνη ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ κοντά, ἀλλὰ οἱ δύο μάρτυρες δὲν ἔ­παθαν τίποτε. Τέλος διατάχθηκε νὰ θανατωθοῦν δι᾿ ἀποκε­φα­λισμοῦ κι ἔτσι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, δίνον­τας τέλος καὶ στὴ μανία καὶ θηριωδία τῶν δημίων τους.

῾Η ᾿Εκκλησία τιμᾆ τὴ μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων Θεσ­σαλονίκης, Αὔκτου καὶ Ταυρίωνος, στὶς 7 Νοεμβρίου. Πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι οἱ τρεῖς μάρτυρες συγ­καταλέγονται μεταξὺ τῶν ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφοῦ ἡ Θεσσαλονίκη καταγό­ταν ἀπὸ τὴν ᾿Αμφίπολη, ποὺ τελοῦσε ὑπὸ τὴν ἐκκλησια­στι­κὴ δικαιοδοσία τῆς πρωτεύουσας τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ, Θεσσαλονί­κης καὶ κατὰ μία ἐκδοχὴ μαρτύρησαν καὶ οἱ τρεῖς σ᾿ αὐτήν. Δὲν γνωρίζουμε ἐὰν ὑπάρχει ᾿Ακολουθία, ποὺ νὰ ἔχει συγ­γραφεῖ πρὸς τιμήν τους.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

20 Νοεμβρίου


ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ὁ ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΗΣ, ὅσιος

῾Ο Γρηγόριος γεννήθηκε στὸ τέλος τοῦ 8ου αἰ. στὴν Εἰρηνού­πολη τῆς Δεκα­πόλεως τῆς ᾿Ισαυρίας. ῾Η Δεκάπολη ἦταν μία περιοχὴ τοῦ θέ­ματος τῆς Σελευκείας καὶ τὴν ἀποτελοῦ­σαν μία ὁμά­δα δέκα πόλεων, Γερμανικόπολις, Τιτιούπολις, Δομετιού­πο­λις, Ζηνού­πολις, Νεάπολις, Κλαυδιούπολις, Εἰ­ρηνούπολις, Και­σάρεια, Λαύζαδος καὶ Δαλισανδός. Οἱ γο­νεῖς του, Σέρ­γι­ος καὶ Μαρία, διακρίνονταν γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ φρον­τί­δα τοῦ τέκνου τους. Στὴν κατάλληλη ἡλικία τῶν ὀκτὼ ἐτῶν, ἐνδιαφέρθηκαν γιὰ τὴ μόρφωση τοῦ παι­διοῦ τους, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἀπο­κατάστασή του ὅταν ἔφθασε στὴν νόμιμη ἡλικία.

᾿Αλλὰ οἱ πόθοι τοῦ νέου ἦταν διαφορετικοὶ τῶν προσ­δοκιῶν τῶν γονέων του· ἔτσι, ἐνῶ πορεύονταν μὲ δύο ὑπη­ρέ­τες, ποὺ θὰ χρησίμευαν ὡς μάρτυρες, γιὰ τοὺς ἀρρα­βῶνες στὸ σπίτι τῆς μέλλουσας μνηστῆς του, ὁ Γρηγόριος τοὺς ἐγ­κα­τέλει­ψε καὶ κατέφυγε “πρὸς δέ τινα ποιμένα λο­γικῆς ποί­μνης τῶν ἐν τῇ εἰρημένῃ Δεκαπόλει τελούντων, ἄρτι τῆς ἐπι­σκοπῆς ἀφέμενον καὶ μᾆλλον ἐν ὄρεσι διαιτώ­μενον διὰ τὴν τῆς ἐπι­σκοπῆς αἱρέσεως κακόβουλον καὶ φθοροποιὸν ἐπισύ­στασιν· καὶ γὰρ τὸ τῆς τῶν εἰκονομάχων ἐπεφύετο φρόνη­μα... τούτῳ φανερὸν καταστῆσαι βουλῆς ἐγένετο”, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν κουρὰ τὸν ἔστειλε σὲ ἕνα πλησιόχωρο μοναστήρι.

᾿Αργότερα, μετέβη, κατόπιν συμβουλῆς τῆς μητέρας του, στὸ μοναστήρι ὅπου εἶχε ἐγκαταβιώσει παλαιότερα ὁ ἀδελ­φός της Συμεών. ᾿Εκεῖ ὅμως διαπίστωσε ὅτι ὁ ἡγούμενος δὲν ἦταν τόσο θερμὸς πολέμιος τῶν εἰκονομάχων, “τοῖς αἱ­ρεσιώταις ἀδιαφό­ρως συμ­πεφυρμένου καὶ τῆς αὐτῶν βδελυ­ρίας καὶ κοινω­νίας ἐφαπτο­μένου”, καὶ ἔτσι ἦρθε σὲ δημόσια ρήξη, “αὐτός... τοῦ ποιμένος ἐξήλεγχεν καὶ τοῦ ἀγγελικοῦ ἐπαγ­γέλματος ἀναξίως πεπολι­τεῦσθαι τοῦτον ἐπέπληττεν”, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τιμωρηθεῖ μὲ σκληρὲς σωματικὲς ποινές.

Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ἀνεχώρησε καὶ κατέ­φυ­γε στὸ μοναστήρι τοῦ θείου του Συμεών, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀρ­χι­μαν­δρίτης τῶν μοναστηριῶν τῆς Δεκαπόλεως. Παρέμει­νε κοντά του δεκατέσσερα χρόνια καὶ ἀπομακρύνθηκε μόνο γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ ἐντονότερα σὲ ἕνα σπήλαιο, γιὰ ἄγνωστο χρονι­κὸ διάστημα. ᾿Εκεῖ δέχθηκε καὶ τὴ θεία ἀποκάλυψη, ἡ ὁποία τὸν καλοῦσε, “ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν, ἐν ᾗ σοι Θεῷ καλῶς εὐαρεστῆσαι συμβήσεται”.

᾿Απὸ τὴν ᾿Ισαυρία ἔφθασε στὴν ῎Εφεσο, λόγω ὅμως τοῦ χειμῶνος δὲν μποροῦσε νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του καὶ ἀνα­γκάσθηκε νὰ καταφύγει σὲ ἕνα μοναστήρι στὰ περί­χω­ρα τῆς πόλεως. ῞Οταν ἦρθε ἡ ἄνοιξη ἀπέπλευσε γιὰ τὴν Κων­σταντι­νούπολη, παρὰ τὴ σφοδρή του ὅμως ἐπιθυμία νὰ ἐπι­σκεφθεῖ ἀμέσως τὴ βασιλεύουσα, προτίμησε νὰ παραμείνει στὴν Προ­κόννησο τοῦ Βοσπόρου, διότι ἐμαίνετο ἀκόμη ἡ αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Στὴν Προκόννησο τὸν φιλοξένησε κάποιος πτω­χὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος νὰ παρακούσει τὴ διαταγὴ τῶν εἰκονομάχων ποὺ ἀπαγόρευε τὴ φιλοξενία τῶν μοναχῶν ὡς ἐπικινδύνων ἐχθρῶν.

᾿Απὸ τὴν Προκόννησο κρυφὰ διαπεραιώθηκε στὴν Αἶνο τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀκτῆς, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μὲ πλοῖο στὴ Χρι­στού­πολη, σημερινὴ Καβάλα, γιὰ νὰ καταλήξει μετὰ ἀπὸ πολλὲς δυσκολίες στὴ Θεσσαλονίκη. Στὴν πόλη “ξενίζεται παρά τινι ἀσκητικῆς μάνδρας καθηγουμένῳ Μάρκῳ τοὔ­νο­μα” γιὰ λίγο καιρό, διότι, ἐνῶ σκεπτόταν ποῦ νὰ στρα­φεῖ, ἀναπάντεχα συνάντησε ἕνα μοναχὸ ὁ ὁποῖος κατευ­θυνόταν πρὸς τὴ Ρώ­μη καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸν ἀκολου­θή­σει. Ταξί­δευσαν μαζὶ μέχρι τὴν Κόρινθο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μόνος του πέ­ρασε στὸ Ρή­γιο τῆς Καλαβρίας, στὴ Νεάπολη καὶ τέλος στὴ Ρώμη, “εἰς ἣν ἀφι­κόμενος ἐπὶ μῆνας τρεῖς κελ­λίῳ ἐφησυχάσας”.

᾿Απὸ τὴ Ρώμη, μὲ ἐνδιάμεσους σταθμοὺς τὶς Συρα­κοῦ­σες καὶ τὸν ῾Υδροῦντα (᾿Οτράντο), ἐπανέκαμψε στὴ Θεσσα­λονίκη. ᾿Εδῶ ἐγκατεστάθη σὲ ἕνα κελλί, “πρὸς τῷ ναῷ τοῦ ἁγίου μάρτυρος Μηνᾆ μονὴν ποιησάμενος” καὶ συντηροῦν­ταν ἀπὸ τὶς ἐλεημοσύνες τῶν εὐσεβῶν.

῾Η δράση τοῦ ὁσίου στὴν πόλη καὶ τὰ πλούσια πνευ­μα­τικά χαρίσματα -προορατικό, ἰάσεις-, εἶχαν σὰν ἀπο­τέ­λεσμα νὰ γίνει γνωστὸς καὶ περιζήτητος πνευματικὸς ὁδη­γός. Σύντο­μα δημιουργήθηκε ἕνας ἀξιόλογος πυρήνας μαθη­τῶν, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταστάθηκαν γύρω ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ ἁγί­ου. Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὅμως ποθοῦσε τὴ μόνωση· γι᾿ αὐτὸ στρά­φηκε στὴν ὕπαιθρο, μακρυὰ ἀπὸ τὴν πόλη, “σὺν ἑνὶ τῶν μα­θητῶν ὁρμῆ­σαι πρὸς τὰ τῶν Σκλαβηνῶν μέρη, ἠλπικότι ἐν τούτοις ἡσυχί­ας τῆς ἐπιθυμουμένης τυχεῖν”, ἀλλὰ ἀναγκά­σθηκαν νὰ ἐπι­στρέψουν γρήγορα διότι ὁ ὅσι­ος, φωτισμένος ἀπὸ τὸ Θεό, προέβλεψε τὶς ἐπικείμενες τα­ραχὲς καὶ αἱμα­το­χυσίες στὰ μέρη αὐτά, (“στάσις οὐ μικρὰ τοῦ τῆς ἐκείνης Σκλαβινίας ἐξάρχον­τος γέγονε, καὶ πολλὴ χύσις αἱμάτων πο­ταμηδὸν ἐπερρύει καὶ πυρίκαυστος ἡ περίχωρος ἐκείνη γέγο­νε, καὶ σκοτοδεινίας με­στή”.

᾿Απὸ τὴ Θεσσαλονίκη μετέβη στὴν Κωνσταντινού­πο­λη, φιλοξενούμενος ἀπὸ τὸ συγγραφέα τοῦ Βίου ᾿Ιγνάτιο Διά­κο­νο, καὶ ἐν συνεχεία ἐπεσκέφθη τὸν ῎Ολυμπο τῆς Βι­θυνίας. ῞Οταν ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη γνωρίστηκε πι­θανώτατα μὲ τὸν ᾿Ιωσὴφ τὸν ῾Υμνογράφο, μὲ τὸν ὁποῖο ἀπὸ τότε συν­δέ­θηκε στενά. Συνέθεσε μάλιστα ὁ ᾿Ιωσὴφ ᾿Ακολουθία καὶ Κα­­νόνα πρὸς τιμήν του μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ὁσίου Γρηγορίου.

῾Ο Γρηγόριος ἀσθένησε σοβαρά καὶ οἱ πληροφορίες τῆς ἀσθενείας του ἔφθασαν μέχρι τὸ θεῖο του Συμεών, ὁ ὁποῖος ἐκρατεῖτο δέσμιος στὴ Βασιλεύουσα λόγω τῆς ἀντι­ει­κονομα­χικῆς του δράσεως, καὶ τὸν κάλεσε κοντά του. Τότε, μᾆλλον τὸ 840, καὶ μαζὶ μὲ τὸν ᾿Ιωσήφ, ὁ Γρηγόριος ἐγκα­τέλειψε ὁρι­στικὰ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴν Κωνσταντι­νούπολη. Παρὰ τὴν κακὴ κατάσταση τῆς ὑγείας του, ἀναμεί­χθηκε ἐνεργὰ στὸ κίνημα τῶν ᾿Ορθοδόξων κατὰ τῆς εἰκονομα­χικῆς πολιτικῆς τοῦ αὐτοκράτορα Θεο­φίλου (τὴν ἐποχὴ αὐτὴ πρέπει νὰ συνέβη καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογρά­φου στὸν πάπα Ρώμης μὲ σχετικὴ ἐπιστολὴ τῶν ᾿Ορθοδόξων). ῞Ενα χρόνο ἀργότερα, ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Δεκα­­πολίτης “τῆς δωδεκάτης περανθείσης ἡ­μέρας τὴν τιμίαν αὐτοῦ ψυχὴν τῷ Θεῷ ἐναπέθετο μηνὸς Νοεμβρίου εἰκάδι”.

῾Ο Βίος δὲν ἀναφέρει τοὺς λόγους τῆς μακρᾆς καὶ ἐπί­­πονης περιπλάνησης τοῦ ὁσίου Γρηγορίου· πιθανὸν νὰ πρό­­κειται γιὰ μιὰ ἱεραποδημία λίγο ἰδιότυπη, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀσυ­­νήθη. ῾Η ἄποψη ὁρισμένων ἱστορικῶν ὅτι ἐνεῖχε κάποια σκο­­πιμότητα, δηλ. τὴ μεταφορὰ μηνύματος ἀπὸ τοὺς ᾿Ορ­θοδό­ξους στὸν πάπα Ρώμης σχετικὰ μὲ τὴν εἰκονομαχία δὲν μαρ­­τυρεῖται σαφῶς ἀπὸ τὸ Βίο, ἀλλὰ ἀποκτᾆ βάσιμη πιθανότη­τα ἂν συνδυασθεῖ μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ Βίου τοῦ ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογράφου (βλ. λῆμμα), μαθητοῦ τοῦ Γρη­γορίου. ῾Η πλούσια δραστηριότητα τοῦ Γρηγορίου δὲν ἀφή­νει καμμία ἀμφιβολία γιὰ τὴν ἐνεργὸ ἀνάμιξή του στὸν ὑπὲρ τῶν ἁγί­ων εἰκόνων ἀ­γώνα, ὥστε νὰ ἀναδειχθεῖ σὲ δεσπόζουσα φυ­σιογνωμία τοῦ 9ου αἰ.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

15 ΙΟΥΛΙΟΥ

ΙΩΣΗΦ ὁ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ,
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὑμνογράφος,
ἅγιος (762-832)


ΒΙΟΣ

᾿Επειδὴ δὲν ὑφίσταται γι᾿ αὐτὸν ἰδιαίτερη βιογραφία, ἐνῶ τὸ Συναξάριό του εἶναι βραχύτατο καὶ ὄχι πολὺ ἀκρι­βές, τὶς πληροφορίες περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ συναγάγουμε ἀπὸ ἔμμεσες πηγές, ὅπως εἶναι ὁ Βίος τοῦ ἀδελφοῦ του Θεοδώ­ρου, καὶ ἀπὸ τοὺς χρονογράφους τῆς ἐποχῆς.

᾿Αδελφὸς τοῦ Θεοδώρου Στουδίτη, ἐγεννήθηκε λίγα χρόνια ἔπειτα ἀπὸ αὐτόν, τὸ 762, σὲ μία εὐγενῆ καὶ εὐσε­βῆ οἰκογένεια, ποὺ εἶχε ἄλλα δύο παιδιά, τὸν Εὐθύμιο καὶ τὴ νεώτερη Θεοκτίστη. ῾Ο πατέρας τους Φωτεινὸς ἦταν ἀνώ­τε­ρος ἐφοριακὸς ὑπάλληλος, ἡ δὲ μητέρα τους Θεοκτίστη ἦ­ταν ἀδελφὴ τοῦ Πλάτωνος, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ κατα­στῆ διά­σημος ὡς θεμελιωτὴς τῆς μονῆς Συμβόλων στὴ Βι­θυνία, καὶ ἀργότερα ἄλλων μοναστηριῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς μο­ναστικὸς ἡγέ­της γεμᾆτος σοφία καὶ ἀρετή. Συνεμερίσθηκε μὲ τὸν Θεόδω­ρο τὶς περιπέτειές του λόγω τῶν πολιτικῶν καὶ ἐκκλησια­στικῶν περιστάσεων.

Σταθμὸ στὴν ἱστορία τῆς οἰκογενείας ἀπετέλεσε ἡ ἐπὶ Λέοντος Δ¢ κατάπαυσις τοῦ διωγμοῦ κατὰ τῶν εἰκονοφί­λων (775). Τότε, μαζὶ μὲ πλῆθος μοναχῶν ποὺ ἐπέστρεφαν στὴν πρωτεύουσα, εὑρισκόταν καὶ ὁ Πλάτων, ὁ ὁποῖος ἐκί­νησε τὸ ἐνδιαφέρον ὅλων τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας τῆς ἀδελφῆς του πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Τὸ 780 διένειμαν μέ­ρος τῶν ἀγα­θῶν τους, ἀπελευθέρωσαν τοὺς ὑπηρέτες των καὶ ἀποσύρ­θη­καν, ἡ μὲν Θεοκτίστη μὲ τὴν κόρη της σ᾿ ἕνα μοναστήρι τῆς Πόλεως, ὁ δὲ πατέρας μὲ τὰ ἀγόρια στὸ κτῆμα ποὺ εἶχε στὸ χωρίο τῆς Βιθυνίας Σακκουδίων, ὅπου ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Πλάτωνος συστήθηκε μοναστήρι ποὺ μετατράπηκε σὲ σπουδαῖο μοναστικὸ κέντρο. Τὴν ἡγεσία του τὸ 794 ἀνέλα­βε ὁ Θεόδωρος μετὰ τὴν παραίτησι τοῦ Πλάτωνος γιὰ λό­γους ὑγείας, ἀλλ᾿ αὐτὸς δὲν ἐπρόλαβε νὰ ἐπιφέρη τὴν κοι­νοβιακὴ μεταρρύθμισι, διότι κατὰ τὸν χρό­νο τῆς ἐμφανίσεως τοῦ λεγομένου μοιχειανοῦ ζητήματος παρουσιάσθηκε ὡς ἑ­στία τῆς ἀντιστάσεως τῆς ζηλωτικῆς κινήσεως κατὰ τοῦ γά­μου τοῦ νεαροῦ αὐτοκράτορος Κων­σταντίνου ς¢ μὲ τὴν αὐ­λι­κὴ Θεοδότη, ἡ ὁποία ἦταν καὶ ἐ­ξαδέλφη τοῦ ᾿Ιωσὴφ μάλιστα. ῾Η μονὴ καταδιώχθηκε καὶ διαλύθηκε, ἐνῶ ὁ ᾿Ιωσὴφ μαζὶ μὲ τὸν Θεόδωρο ἀποστάλ­θηκαν στὶς φυλακὲς τῆς Θεσσαλονί­κης τὸ 795.

Μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσι τοῦ Κωνσταντίνου ἀπὸ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐπικράτησι τῆς μητέρας του Εἰρήνης οἱ ζη­λωταὶ ἐπῆραν ἱκανοποίησι. ῾Ο ᾿Ιωσήφ, ἐλεύθερος πλέον, με­τέβηκε μὲ τὸν ἀδελφό του στὴ μονὴ Σακκουδίωνος, ἀλλὰ λόγω τῶν ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν μετέφεραν τὴ δραστηριότη­τά τους στὴν Κωνσταντινούπολι, ὅπου τοὺς παραχωρήθηκε ἡ ἡμιέρημη λόγω τῶν εἰκονομαχικῶν ἐρίδων μονὴ Στουδί­ου, τὴν ὁποία ὡς ἡγούμενος ἀναδιωργάνωσε ὁ Θεόδωρος καὶ κατέστησε τὸ εὐρωστότερο μοναχικὸ ἵδρυμα τοῦ Βυζαν­τίου καὶ μέγα κέντρο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου καὶ τῆς παι­δείας.

Τέλη τοῦ 806 ἢ ἀρχὲς τοῦ 807 ἐκλέχθηκε μητροπολί­της Θεσσαλονίκης μὲ τὴν ὑποστήριξι τοῦ πατριάρχη Νικη­φόρου, ἀλλὰ παρέμεινε ἐκεῖ μόνο γιὰ λίγον χρόνο, διότι κατὰ τὴν ἐπανεμφάνισι τοῦ θέματος τοῦ ἱερέως ποὺ εἶχε ἱερολογήσει τὸν γάμο τοῦ Κωνσταντίνου οἱ ἀδελφοὶ ἐτάχθη­καν ἐναντίον τῆς συμβιβαστικῆς πολιτικῆς τοῦ πατριάρχη, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὑποχρεώθηκαν νὰ περιορισθοῦν στὶς πριγκη­ποννή­σους χωριστὰ (809). ῾Ο ᾿Ιωσὴφ κατὰ τὴν ἄνοδο στὸν θρόνο τοῦ Μιχαὴλ Ραγκαβὲ (811) ἀφέθηκε ἐλεύθερος, συν­ειργά­σθη­κε ὁμαλῶς μὲ τὸν πατριάρχη καὶ εἶναι πιθανό, ἀλλ᾿ ὄχι βέβαιο, ὅτι ἀποκαταστάθηκε στὴν ἕδρα του, ἂν καὶ κατὰ τὸν νέο διωγμὸ ἀπὸ τὸν Λέοντα Ε¢ (815) εὑρι­σκόταν στὸν ῎Ολυ­μ­πο τῆς Βιθυνίας.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Λέοντος Ε¢, τὸ 820, ἀφέθηκε ἐλεύθερος, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἐπιτράπηκε οὔτε στὴν ἕδρα του στὴ Θεσσαλονίκη νὰ ἐπιστρέψη οὔτε στὴν Κωνσταντινού­πολι νὰ ἐγκατασταθῆ. ᾿Επέθανε τὴν 15 ᾿Ιουλίου. Τὰ λείψα­νά του μετακομίσθηκαν ἐπὶ πατριαρχίας Μεθοδίου τὸ 844 στὴν Κωνσταντινούπολι καί, ὅπως τὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Θεο­δώρου, κατατέθηκαν στὴ μονὴ Στουδίου δίπλα στὰ τοῦ θεί­ου του Πλάτωνος.

Τιμᾆται κατὰ τὰ παλαιὰ μηνολόγια τὴν 15 ᾿Ιουλίου, ἐπέτειο τοῦ θανάτου του, κατὰ τὰ νεώτερα τὴν 14 ᾿Ιουλίου, χωρὶς ἀκολουθία, ἀλλὰ μὲ ἕνα δίστιχο καὶ βραχὺ συναξάριο ἱστορικῶς ἀνακριβές.


ΟΜΙΛΙΕΣ

Οἱ σωζόμενες ὁμιλίες τοῦ ᾿Ιωσήφ, ἂν καὶ ὀλίγες, εἶναι ἐκλεκτὲς σὲ ὕφος καὶ περιεχόμενο. ῎Ερχονται πρῶτα οἱ δύο πανηγυρικοὶ στοὺς πάτρωνες τῆς μητροπολιτικῆς του ἕδρας Εἰς ἅγιον Δημήτριον τὸν πολιοῦχο καὶ Εἰς ἅγιον Νέστο­ρα τὸν μαθητή του, ποὺ ἐκφωνήθηκαν κατὰ τὸν χρόνο τῆς παρα­μονῆς του στὴν πόλι. ᾿Απὸ τὶς δύο ὁμιλίες του Εἰς τὸν Σταυρὸν καὶ τὴν νηστείαν, ἡ μὲν πρώτη, “Σταυροῦ ἑορτὴ πρό­κειται”, παραδίδεται καὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωάννη Χρυ­σοστόμου, ὄχι βέβαια ὀρθῶς, ἡ δὲ δευτέρα, “Πάλιν ἡμῖν”, παραμένει ἀνέκδοτη.

Δὲν ἀνήκουν στὸν Στουδίτη ᾿Ιωσὴφ οἱ ἀμφιβαλόμενες ὁμιλίες Εἰς τὸν Λάζαρον, Εἰς τὰς μυροφόρους ποὺ εἶναι τοῦ ᾿Ιωάννη Α¢ Θεσσαλονίκης, ἂν καὶ φέρεται ἐπίσης ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωάννη Χρυσοστόμου, καὶ Εἰς τὸν Βαρθολο­μαῖον, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ᾿Ιωσὴφ ῾Υμνογράφο.


ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΚΑ

Σώζεται ἰδιαίτερο Τριώδιο τῆς μονῆς τοῦ Στουδίου χαρακτηριζόμενο ὡς “ποίημα τοῦ ᾿Ιωσὴφ καὶ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου τῶν αὐταδέλφων” (Cod. Vat. gr. 786). Περιέ­χει διπλὰ τριώδια καὶ ἐνίοτε τετραώδια στὶς καθημερινὲς τῆς ἑβδομάδος τῆς Τυρινῆς καὶ τῆς Τεσσαρακοστῆς μέχρι τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου, κατὰ τὸ παράδειγμα Κοσμᾆ τοῦ Μελωδοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε συνθέσει ὀλιγοωδίους κανόνες στὶς ἡμέρες τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδος. Σώζονται δὲ σ᾿ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ὅπως καὶ τοῦ Θεοδώρου, πολυάριθμα προσ­όμοια, πιθανῶς καὶ ἰδιόμελα, ποὺ φέρουν ἐπιγραφὴ “Ποίη­μα τοῦ Κυρίου ᾿Ιωσήφ” ἢ “Ποίημα ᾿Ιωσὴφ Θεσσαλονίκης”.

Οἱ Κανόνες του στὴν Κυριακὴ τοῦ ᾿Ασώτου καὶ τὴν Παρασκευὴ τῆς Τυρινῆς εἶναι πλήρεις ὀκταώδιοι. ῾Ο πλή­ρης ὅμως ὀκταώδιος κανὼν στὴν Παρασκευὴ τῆς Τετάρτης ῾Εβ­δομάδος, ποὺ φέρει τὴ συνήθη ἰαμβικὴ ἀκροστιχίδα τοῦ ᾿Ιω­σὴφ ῾Υμνογράφου, στὸ τέλος της δὲ τὸ ὄνομα ᾿Ιωσήφ, ἀ­νή­κει ἀναμφιβόλως στὸν Σικελιώτη, ἐφ᾿ ὅσον μάλιστα καὶ γι᾿ αὐτὴν τὴν ἡμέρα ὑπάρχουν τὰ δύο τριώδια τῶν αὐτα­δέλφων.

Οἱ Κανόνες τῶν δύο ἀδελφῶν στὸ Πεντηκοστάριο, οἱ ὁποῖοι εἰσήχθηκαν στὸν κώδικα τοῦ Στουδίου γιὰ τὸ Τριώ­διο, ποὺ περιελάμβανε τότε καὶ τὸ Πεντηκοστάριο, δὲν ἔγι­ναν δεκτοὶ στὰ γενικὰ βιβλία τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ περισώ­θηκαν στὰ βιβλία τῆς Κρυπτοφέρρης. ῎Ετσι σὲ ὅλες τὶς ἡ­μέρες τῆς Διακαινησίμου ὑπάρχουν πλήρεις ἐννεαώδιοι κα­νόνες διπλοί, ἀπὸ ἕνα τοῦ ᾿Ιωσὴφ καὶ τοῦ Θεοδώρου. ᾿Επὶ πλέον τοῦ ᾿Ιωσὴφ ὑπάρχουν ὀκταώδιοι κανόνες στὶς Κυρια­κὲς τοῦ Παραλύτου, τῆς Σαμαρείτιδος καὶ τοῦ Τυφλοῦ, τὴν Τετάρτη τῆς ς¢ ῾Εβδομάδος τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τὴν ᾿Ανά­ληψι.

Οἱ Κανόνες τοῦ ᾿Ιωσὴφ Στουδίτη δὲν ἔχουν γενικὴ ἀ­κροστιχίδα, πλὴν τῆς θ¢ ὠδῆς, ὅπου σχηματίζεται ἁπλῶς τὸ ὄνομα ΙΩΣΗΦ, μὲ ἐξαίρεσι τὸν κανόνα τῆς ᾿Αναλήψεως, στὸν ὁποῖο σχηματίζεται ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίς, στὶς ὠδὲς δὲ η¢ καὶ θ¢, ἡ φράσις ΩΔΗ ΙΩΣΗΦ· κατὰ τοῦτο μάλιστα διαφέρουν ἀπὸ τοὺς κανόνες τοῦ Σικελιώτη ᾿Ιωσήφ, ποὺ ἔ­χουν στὴν ἀρχὴ ἰαμβικὴ ἀκροστιχίδα καὶ στὴν θ¢ ὠδὴ τὸ ὄ­νομα ΙΩΣΗΦ. ῎Ετσι διευκρινίζεται ὅτι ὁ ᾿Ιωσὴφ Στουδίτης μόνο τοὺς σ᾿ αὐτὸν ἐπιγραφομένους κανόνες, πλήρεις ἢ ἐλ­λι­πεῖς, τοῦ Τριωδίου καὶ τοῦ Πεντηκοσταρίου συνέθεσε, ἐνῶ οἱ ἄλλοι κανόνες ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα ᾿Ιωσὴφ ἀνήκουν στὸν Σικελιώτη ὑμνογράφο.

῾Ο ᾿Ιωσὴφ Θεσσαλονίκης, λόγω τῆς συνδέσεώς του μὲ τὴν Στουδίου καὶ τῆς κυρίας ἐνασχολήσεώς του μὲ τὸ Τρι­ώδιο ὑπερτονίζει τὸ στοιχεῖο τῆς ἁμαρτωλότητος, τῆς μετα­νοίας καὶ τῆς νηστείας, ἂν καὶ τελικῶς ἡ προοπτικὴ εἶναι αἰσιόδοξη.

῾Η καλλίστη νηστεία τρέφει καρδίας,

πιαίνουσα λογισμοὺς θεαρέστους

καὶ παθῶν ἄβυσσον ἀποξηραίνουσα·

ὄμβροις κατανύξεως ἀποκαθαίρει

τοὺς πίστει αἴνεσιν προσάγοντας

τῷ Παντοκράτορι.

Τὸ 818 ὁ ᾿Ιωσὴφ ἔγραψεν ἰάμβους κατὰ τῶν εἰκονο­μάχων, τοὺς ὁποίους ἐξόριστος ὄντας ἀπέστειλε πρὸς τὸν σὲ ἄλλον τόπο ἐξόριστο ἀδελφό του Θεόδωρο· ἀλλ᾿ αὐτός, ὅπως δηλώνει, δὲν τοὺς ἔλαβε.

Μιὰ σειρὰ κοντακίων ποὺ φέρονται ὑπὸ τὸ ὄνομα ᾿Ιω­σὴφ δὲν εἶναι τοῦ Στουδίτη, ἀλλὰ τοῦ Σικελιώτη, ὅπως συν­άγεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἀφιερω­μένο στὸν Γρηγόριο Δεκαπολίτη, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο ἦταν διδά­σκαλος τοῦ Σικελιώτη ᾿Ιωσήφ, ἀλλὰ καὶ ἐπέθανε μετὰ τὸν Στουδίτη, ὁ ὁποῖος ἔτσι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τοῦ ἀ­φιερώση κοντάκιο.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

ΙΩΣΗΦ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ,

μητροπολίτης Θεσσαλονίκης

ἐθνομάρτυς - ἱερομάρτυς († 3.6.1821)



῾Ο ᾿Ιωσήφ, καταγόμενος ἀπὸ τὴ Δημητσάνα τῆς Πε­λο­ποννήσου, διετέλεσε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κατὰ τὴ δύ­σκολη περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας καὶ ἰδιαίτερα κατὰ τοὺς χρόνους πρὶν ἀπὸ τὴν ἔκρηξη τῆς ᾿Επαναστάσεως, κατὰ τὴν ἔναρξη τῆς ὁποίας συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρ­κους καὶ θα­νατώθηκε· γι᾿ αὐτὸ καὶ θεωρεῖται ὡς ἐθνομάρ­τυς. ῍Αν καὶ δὲν ὑπάρχει ἐπίσημη πράξη ἀνακηρύξεως τῆς ἁγιότητάς του ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἐπειδή, ὅπως εἶναι φυσι­κό, κάτι τέτοιο θὰ προκαλοῦσε ἔντονες ἀντι­δράσεις ἀπὸ μέ­ρους τῆς Τουρκικῆς κυβερνήσεως, ἐν τούτοις κρίθηκε σκόπι­μο νὰ περιληφθεῖ καὶ ὁ μητροπολίτης ᾿Ιωσὴφ στὸ ῾Αγιολόγιο τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφοῦ ἔχει καθιερωθεῖ στὴ συνείδηση τοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος ὄχι μόνο ὡς ἐθνομάρτυς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἱερομάρτυς.

Τὴν προσωπικότητα τοῦ ᾿Ιωσὴφ ἀνασυνθέτουμε ἀπὸ σποραδικὲς εἰδήσεις ποὺ ὑπάρχουν περὶ τοῦ προσώπου του, ἐφ᾿ ὅσον δὲν διαθέτουμε κάποια πλήρη βιογραφία του. Κυ­ρίως οἱ πληροφορίες ποὺ διαθέτουμε προέρχονται ἀπὸ τὶς δύο περιόδους κατὰ τὶς ὁποῖες διετέλεσε συνοδικὸς ἀρχιε­ρέ­ας στὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως. Κατ᾿ αὐτὲς τὶς περιό­δους λοιπὸν συναντοῦμε τὴν ὑπογραφὴ τοῦ ᾿Ιωσὴφ σὲ πολλὰ σπουδαῖα συνοδικὰ ἔγγραφα.

῾Ο ᾿Ιωσὴφ καταγόταν ἀπὸ τὴ Δημητσάνα, ἡ ὁποία ἀνέδειξε ἰδιαίτερα κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἀ­ξιόλογους ἄνδρες, ποὺ ἐργάστηκαν τόσο στὸ χῶρο τῆς ᾿Εκ­κλησίας ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ῎Εθνους. ᾿Απὸ τὴ Δημητσάνα ἄλλωστε καταγόταν καὶ ὁ πατριάρχης Γρη­γόριος ὁ Ε¢, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ᾿Ιωσὴφ πρέπει νὰ ἦταν συνομή­λικος ἢ ἴσως καὶ λίγο νεώτερός του. ῾Ο ᾿Ιωσὴφ προερχόταν ἀπὸ τὴ γνωστὴ οἰκογένεια τῶν ᾿Αντωνόπουλων, ἡ ὁποία προσέφερε πολλὰ στὸν ἀγώνα τοῦ 1821. Μέχρι πρόσφατα ὑπῆρχε ἡ ἄποψη ὅτι ἔφερε τὸ ἐπώνυμο Δαλιβήρης, ὥσπου δημοσιεύτηκαν τὰ ᾿Απομνημονεύματα τοῦ Κανέλου Δελη­γιάννη, ὅπου, ἀναφερόμενος ὁ Κανέλος στὸ γεγονὸς τῆς ἱ­δρύσεως πυριτιδόμυλων στὴ Δημητσάνα, λέγει ὅτι στὴν προ­σ­πάθεια αὐτὴ τῶν δύο ἀδελφῶν, τοῦ Νικολάου καὶ τοῦ Σπυ­ρίδωνα Σπηλιωτοπούλου συνέβαλε σημαντικὰ καὶ ὁ προκρι­τώτερος τῆς πόλεως “᾿Αθανάσιος ᾿Αντωνόπουλος, ἀ­δελφὸς τοῦ ᾿Ιωσὴφ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, ὅστις ἐφο­νεύθη ἀπὸ τὸν σουλτάνον εἰς Κωνσταντινούπολιν μετὰ τοῦ ἀοιδίμου πατριάρχου Γρηγορίου, τοῦ Δέρκων, ᾿Εφέσου καὶ ἄλλων ἀρ­χιερέων...”.

Τὴν πρώτη μόρφωσή του ὁ ᾿Ιωσὴφ πιθανώτατα τὴν ἔλαβε στὴ γενέτειρά του, ὅπου ἄλλωστε καὶ πρὶν τὴ σύστα­ση τῆς γνωστῆς ῾Ελληνικῆς Σχολῆς λειτουργοῦσε ἀνεπίσημα σχολεῖο. ῎Αγνωστος παραμένει ὁ τόπος ὅπου συνέχισε τὶς σπουδές του· πιθανότατα μετέβη στὴ Σμύρνη, ὅπου συνήθι­ζαν νὰ καταφεύγουν πολλοὶ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ὅπως π.χ. ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢, ἀλλὰ καὶ οἱ ἱδρυτὲς τῆς Σχολῆς τῆς Δημητσάνας. ῞Ενας ἄλλος τόπος ποὺ προσέλκυε πολλοὺς νέ­ους προερχόμενους ἀπὸ τὴ Δημητσάνα ἦταν ἡ Κωνσταν­τι­νούπολη, ὅπου διέμεναν πολλοὶ πλούσιοι ἔμποροι καταγό­με­νοι ἀπὸ αὐτή. ᾿Αλλὰ καὶ τὸ ῞Αγιο ῎Ορος ἀποτελοῦσε ἕναν σημαντικὸ πόλο ἕλξης. Σὲ κάποιον λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς χώρους ὁ ᾿Ιωσὴφ συμπλήρωσε τὴ μόρφωσή του, γιὰ τὴν ὁποία ἄλλωστε ὁ μοναχὸς Χριστόφορος ὁ Προδρομίτης ση­μειώνει: “ἱκανὴν παίδευσιν, τήν τε θύραθεν καὶ μάλιστα τῶν καθ᾿ ἡμᾆς παιδευμάτων”.

᾿Αργότερα, ὅταν ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢ ἀνέρχεται στὸν πα­τριαρχικὸ θρόνο, συναντοῦμε τὸν ᾿Ιωσὴφ ἀρχιδιάκονο τοῦ μητροπολίτη ᾿Εφέσου. Στὴ συνέχεια γίνεται Μ. Πρωτο­σύγ­κελλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐνῶ ἀπὸ τὶς 20 Αὐ­γούστου τοῦ 1787 ἐξελέγη μητροπολίτης Δράμας. Μεταξὺ τῆς γενέ­τειράς του καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ἐπαρχίας ὑπ­ῆρ­χε ἕ­νας μυστικὸς στενὸς σύνδεσμος, ἀφοῦ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του εἶχαν περάσει ἀπὸ τὴ Δράμα, ὅπως π.χ. ὁ Διονύσιος ὁ Α¢, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται δεύτερος κτίτωρ τῆς μονῆς τῆς Εἰ­κοσιφοινίσσης, ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢, ὁ ὁποῖος κατέ­φυγε στὴν ἴδια μονή, ὁ μητροπολίτης Δράμας ᾿Αθανά­σιος (1593-1608), ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι.

Στὸ ἐξώφυλλο μιᾆς χειρόγραφης λειτουργίας τοῦ 1736 βρίσκουμε μία ἰδιόγραφη σημείωση τοῦ ᾿Ιωσήφ, ποὺ φέρε­ται ὅτι εἶναι γραμμένη τὸ Μάρτιο τοῦ ἔτους 1800. Στὴ ση­μεί­ωση αὐτὴ ἀναφέρονται τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν προκατό­χων τοῦ ᾿Ιωσήφ, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι προβαίνει σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια ἀπὸ σεβασμὸ στὴ μνήμη ὅλων ὅσων ἀρχιερά­τευσαν νωρίτερα στὴν ἴδια μητρόπολη καὶ ἰδιαίτερα τῶν συμ­πα­τριω­τῶν του.

῾Ο ᾿Ιωσὴφ διακρινόταν ἰδιαίτερα γιὰ τὴν μόρφωσή του, τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν ἐργατικότητά του. Συνέβαλε μά­λιστα οἰ­κονομικὰ στὴν ἔκδοση διαφόρων ἔργων, ὅπως π.χ. τῆς “᾿Επι­τομῆς χρονολογικῆς τῆς Γενικῆς ῾Ιστορίας, ἐκ τῆς Γαλλικῆς εἰς τὴν ἡμετέραν μετενεχθείσης διάλεκτον μετὰ πλείστων ση­μειώσεων ἐπαυξηθείσης ὑπὸ τοῦ φιλογενοῦς Λάμπρου ᾿Αν­τωνιάδου, τοῦ ἐκ Μοισίας” καὶ τῆς “Γεωγρα­φίας” τοῦ Διο­νυσίου Πύρρου τοῦ Θετταλοῦ, ἡ ὁποία ἐκδί­δεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1818. ᾿Επίσης προέτρεψε τὸν ὅ­σιο Νικόδημο τὸν ῾Αγιορείτη στὴ σύνταξη τοῦ Συναξαριστοῦ, ἑνὸς ἔργου τὴν ἔκδοση τοῦ ὁποίου εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ χρη­ματοδοτήσει. Πράγ­ματι, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Νικοδήμου, τὸ 1819, ὁ ᾿Ιωσὴφ ἐκ­πλήρωσε τὴν ὑπόσχεσή του, ἐπιθυμώντας μόνο νὰ παρα­μεί­νει μυστικὴ ἡ προσφορά του. Τέλος, ἐνί­σχυσε οἰκονομικὰ καὶ τὴ Σχολὴ τῆς γενέτειράς του.

᾿Απὸ τὸ φθινόπωρο πιθανότατα τοῦ 1808-1809 ὁ ᾿Ιω­σὴφ μετεῖχε στὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο ὡς μητροπολίτης Δρά­μας. Κατὰ τὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου συναντοῦμε τὴν ὑπογραφή του σὲ διάφορα συνοδικὰ ἔγγραφα μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ στὸ ἔντυπο σιγίλλιο τοῦ πατριάρχου Καλ­λινίκου Ε¢ τὸ 1809, ποὺ συνιστᾆ ὑποταγὴ στὴν ὀθωμανικὴ ἐξουσία τόσο στοὺς μητροπολίτες ὅσο καὶ στοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὸ Νοέμβριο τοῦ 1810 ὁ ᾿Ιωσὴφ μετατέθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ διαδεχθεῖ τὸν ἀποθανόντα Γεράσι­μο. ῾Η μητρόπολη τῆς Δράμας ἦταν μία πτωχὴ ἐκκλησια­στικὴ περιφέρεια σὲ σχέση μὲ τὴ Θεσσαλονίκη· ἔτσι ἡ προ­αγωγὴ αὐτὴ ἀποτελοῦσε μιὰ πράξη ἀναγνωρίσεως τῆς προ­σφορᾆς τοῦ ᾿Ιωσήφ.

᾿Απὸ τὴν περίοδο τῆς ποιμαντορίας του στὴ Θεσσα­λο­νίκη διασώζεται μία ἐνθύμηση σ᾿ ἕνα χειρόγραφο τοῦ ΙΕ¢-ΙΣΤ¢ αἰ., ποὺ ἀναφέρεται σὲ κάποια ἐπίσκεψή του στὴ μονὴ Βλατάδων. Σημειώνεται λοιπὸν πὼς “αωιβ¢ (1812) Φε­βρου­αρίῳ β¢ ἦλθεν ὁ ἅγιος Θεσσαλονίκης κῦρ ᾿Ιωσήφ. ῾Ο γράψας σύγκελλος ῎Ανθιμος”.

᾿Αργότερα, τὸ 1815, σὲ κώδικα τοῦ 1789 ποὺ ἀνῆκε στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Παναγούδας, βρίσκουμε μία σημείωση ποὺ ἀναφέρει ὅτι ἐθεωρήθη ὁ λογαριασμὸς τοῦ ἐπιτρόπου Γ. Πάϊ­κου κατὰ τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1815 ἐνώπιον τοῦ ἀρχιερέ­ως· στὸ τέλος ὑπάρχει ὑπογραφὴ τοῦ μητροπολίτη “οὕτως † ὁ Θεσ­σαλονίκης ᾿Ιωσὴφ ὑποβεβαιοῖ”.

Κατὰ τὰ ἔτη 1819-1821, ὁ ᾿Ιωσὴφ μετεῖχε καὶ πάλι στὴν Πατριαρχικὴ Σύνοδο, αὐτὴ τὴ φορὰ βέβαια ὡς μητρο­πολίτης Θεσσαλονίκης. ῎Ετσι συναντοῦμε τὴν ὑπογραφή του σὲ ἀρκετὰ συνοδικὰ ἔγγραφα καὶ γράμματα, ὅπως στὴν ἐγ­κύ­κλιο τοῦ 1820, τὴν ὁποία ἀπευθύνει ὁ Γρηγόριος ὁ Ε¢ πρὸς τὸ μητροπολίτη, τοὺς ἐπισκόπους καὶ τὸ λαὸ τῆς Θεσ­σαλονίκης, μὲ σκοπὸ νὰ μὴν παρασυρθοῦν ἀπὸ τὸ κίνη­μα τοῦ ᾿Αλῆ, ἀλλὰ νὰ παραμείνουν πιστοὶ στὸ Σουλτάνο. ᾿Επίσης, τὸ 1821 ὁ ᾿Ιωσὴφ ὡς συνοδικὸς ὑπογράφει καὶ τὴν ἀφορι­στικὴ ἐπιστολὴ τῶν πρωταγωνιστῶν τοῦ ἀπελευ­θερω­τικοῦ ἀ­γῶνος. Αὐτὲς οἱ ἐνέργειες τοῦ ᾿Ιωσὴφ δὲν πρέ­πει, ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἔρευνα, νὰ ἐκ­λη­φθοῦν ὡς προ­δοτικές, ἀλλὰ νὰ ἑρμηνευθοῦν σὲ συνδυα­σμὸ μὲ τὸ ὅλο κλί­μα τῆς περιόδου καὶ κυρίως μὲ τὸ δύσκο­λο ρόλο ποὺ εἶχε ἀναλάβει τὸ πατριαρχεῖο ὡς προστάτης τοῦ χριστιανικοῦ πλη­θυσμοῦ.

Μετὰ τὴν ἔκρηξη τῆς ἐπανάστασης στὶς παραδουνά­βιες περιοχές, ὁ πατριάρχης διατάχθηκε διὰ φιρμανίου στὶς 9 Μαρτίου νὰ στείλει στὴν Πύλη κάποιους ἀπὸ τοὺς προ­κρίτους ἀρχιερεῖς. ῎Ισως ὅμως αὐτὸ νὰ συνέβη ὅταν γνω­στοποιήθηκε στὸ Σουλτάνο ἡ ἐξέγερση τῆς Πελοποννήσου, ὁπότε καὶ τοῦ ζητήθηκαν συγκεκριμένα πρόσωπα, διαφορε­τικὰ θὰ ὄφειλε νὰ θέσει καὶ τὸν ἑαυτό του στὴν ὁμάδα τῶν ἀποσταλέντων ἀρχιερέων στὴν Πύλη.

Μάλιστα οἱ συλλήψεις τῶν ἀρχιερέων πρέπει νὰ ἔγι­ναν σταδιακά· πρῶτος πρέπει νὰ συνελήφθη καὶ νὰ φυλακί­σθηκε ὁ ᾿Εφέσου Διονύσιος, ἀφοῦ δὲν συναντοῦμε τὴν ὑπο­γραφή του σὲ κανένα ἀπὸ τὰ πατριαρχικὰ ἔγγραφα ποὺ ἀποκηρύσσουν τὸ κίνημα. Μετὰ ἀκολούθησαν ὁ Νικομηδεί­ας ᾿Αθανάσιος καὶ ὁ ᾿Αγχιάλου Εὐγένιος ποὺ θανατώθηκαν μαζὶ μὲ τὸν πατριάρχη Γρηγόριο τὸν Ε¢. Μετὰ τὴν 10η ᾿Α­πριλίου ἢ κατ᾿ αὐτὴν συνελήφθησαν καὶ φυλακίσθηκαν στὸ Φοῦρνο τοῦ Μποσταντζήμπαση ὁ Δέρκων Γρηγόριος, ὁ Τυρ­νόβου ᾿Ιωαννίκιος, ὁ ᾿Αδριανουπόλεως Δωρόθεος καὶ ὁ Θεσ­σαλονίκης ᾿Ιωσήφ. ῾Η φυλάκιση τῶν ἀρχιερέων διήρκεσε γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα. Στὶς 27 Μαΐου, ὅταν ὁ Σουλ­τάνος πληροφορήθηκε τὴν πυρπόληση τοῦ τουρκικοῦ δι­κρό­του στὴ Λέσβο διέταξε πρὸς ἀντεκδίκηση τὴ θανάτω­ση τῶν φυλακι­σμένων. ῎Ετσι, στὶς 3 ᾿Ιουνίου τὰ θύματα μαζὶ μὲ τὸ δήμιό τους μεταφέρθηκαν στὴν εὐρωπαϊκὴ παραλία τοῦ Βοσπόρου γιὰ νὰ ἐκτελεσθοῦν. Πρῶτος ἀπαγχονίσθηκε ὁ Τυρνόβου ᾿Ιω­αννίκιος στὸ ᾿Αρναούτκιοϊ, μετὰ ὁ ᾿Αδριανου­πόλεως στὸ Μεγάλο Ρεῦμα, τρίτος ὁ ᾿Ιωσὴφ στὸ Νεοχώρι καὶ τέλος ὁ Δέρκων στὰ Θεραπειά. ῾Η παράδοση διατηρεῖ κάποιες λεπτο­μέρειες ἀναφερόμενες στὸ τέλος τῶν μητρο­πολιτῶν, οἱ ὁποῖες ὅμως πιθανότατα πηγάζουν ἀπὸ τὴ φαντασία καὶ τὸ θαυ­μασμὸ τῶν ἁπλῶν χριστιανῶν.

Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ᾿Ιωσὴφ ἡ περιουσία του δημεύ­θηκε καὶ ἔτσι στερήθηκε καὶ ἡ Σχολὴ τῆς πατρίδας του τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση ποὺ δεχόταν ἀπὸ αὐτόν. Τὸν ᾿Ιούλιο τοῦ ἴδιου ἔτους στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης μετατέθηκε ὁ Αἴνου Ματθαῖος, ὁ ὁποῖος παρέμεινε μέχρι τὸ 1824.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (11ος αἰ.)


῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Γεώργιος εἶναι ἕνα πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν διαθέτουμε ἐπαρκῆ βιογραφικὰ στοιχεῖα· συγκεκριμένα, γνωρίζουμε μόνο τὸ ὄνομά του, ποὺ εἶχε ἐγγραφεῖ στὸ Συνοδικὸ τῆς Θεσσαλονίκης, ἕνα σημαν­τικὸ κείμενο τῆς ὑστεροβυζαντινῆς περιόδου γιὰ τὴν ἐπι­σκο­πικὴ καὶ γενικότερα τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τῆς Θεσσα­λονίκης. Τὸ γεγονὸς τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχι­επισκόπου Γεωργίου στὸ Συνοδικὸ τῆς Θεσσαλονίκης ἐνέχει πολὺ μεγαλύτερη σημασία ἀπὸ τὴν ἐκ πρώτης ὄψεως ἁπλὴ συμπερίληψή του σ᾿ ἕνα τοπικὸ ἐπισκοπικὸ δίπτυχο· καὶ τοῦτο διότι, ὅπως ἔχει καταδειχθεῖ ἀπὸ τὴ σχετικὴ ἔ­ρευνα, τὸ κείμενο τοῦ Συνοδικοῦ ποὺ γνωρίζουμε σήμερα, εἶχε ὑπο­­στεῖ κατὰ διαστήματα τὴν ἐκκαθάρισή του ἀπὸ ὀ­νόματα ἀρχι­επισκόπων τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ εἶχαν προ­καλέσει ἢ ὑπο­πέσει σὲ σκάνδαλα, δογματικοῦ κυρίως χαρα­κτήρα.

Τὸ ὄνομα τοῦ Γεωργίου μνημονεύεται στὴν 29η θέση τοῦ Συνοδικοῦ. Προηγεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Νικήτα Μαρω­νεί­ας, ποὺ ἔδρασε περὶ τὸ 1020, καὶ ἕπεται τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχι­επισκόπου Θεοφάνους γιὰ τὸν ὁποῖο γνωρίζουμε ὅτι ἀρχιερά­τευσε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1031 καὶ 1038. Κατὰ συνέ­πεια μπο­ροῦμε νὰ προσδιορίσουμε τὸ χρόνο ἀρχιερατείας τοῦ Γεωρ­γίου στὴν τρίτη δεκαετία τοῦ 11ου αἰώνα.

᾿Ιδιαίτερα σημαντικὸς γιὰ τὴν ἔνταξη τοῦ ἀρχιεπισκό­που Γεωργίου στὶς ἁγιολογικὲς δέλτους εἶναι ὁ πρόσφατος ἐντοπισμὸς μίας ἀπεικονίσεώς του στὸ χῶρο τῆς προθέσε­ως, στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ καθολικοῦ τῆς ἀθωνικῆς μονῆς Βα­το­πε­δίου. Συγκεκριμένα, “στὸ βόρειο τοῖχο, πάνω ἀπὸ τὸ παρά­θυρο τοῦ νιπτήρα, σὲ στηθάριο, εἰκονίζεται ἐπίσκοπος μὲ τὴν ἐπιγραφή: Ο ΑΓ(ΙΟΣ) ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟ­ΝΙΚΗΣ. Παριστάνεται ἀγένειος. Μὲ τὸ δεξί του χέρι εὐλο­γεῖ καὶ μὲ τὸ ἀριστερὸ κρατεῖ κλειστὸ εὐαγγέλιο. Φορεῖ ἀ­νοιχτόχρωμο φελώνιο καὶ ὠμοφόριο”. ῾Ο ἱερομόναχος ᾿Ιου­στῖνος Σιμωνο­πετρίτης, ὁ ὁποῖος δημοσίευσε πρόσφατα αὐτὴ τὴν τοιχο­γρα­φία, παραλληλίζει τὴν ἐμφάνισή του μὲ ἐκείνην ποὺ ἔχουν εὐνοῦχοι σὲ ἀνάλογες παραστάσεις. ῾Η τοιχογραφία, ποὺ ἀνή­κει στὸν πρῶτο κύ­κλο ἁγιογραφήσεως τοῦ καθολικοῦ ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸ ἔτος 1312, διατη­ρεῖται σὲ καλὴ κατά­σταση.

Τέλος, ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ ἱερομονά­χου ᾿Ιουστίνου, ὅτι “τὸν Γεώργιο προφορικὴ παράδοση στὴ μονὴ Βατοπεδίου τὸν φέρει ὡς προερχόμενο ἀπὸ Βατοπεδι­νὸ κελλί”, παράδοση ποὺ ἀσφαλῶς αἰτιολογεῖ τὴν εἰκονο­γράφησή του στὸ καθολικὸ τῆς ἐν λόγω μονῆς.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΜΑΡΟΥΛΗΣ,

ὅσιος (1252-1336)


῾Ο Γερμανὸς Μαρούλης, γόνος πλούσιας, εὐγενοῦς καὶ εὐσεβοῦς οἰκογενείας, γεννήθηκε περίπου τὸ 1252 στὴ Θεσ­σαλονίκη καὶ πέθανε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος τὸ 1336. ῾Ο πα­τέ­ρας του ἦταν οἰκονομικὸς δια­χειριστὴς τῆς πόλεως, διορι­σμένος ἀπὸ τὸν βασιλέα -προ­φανῶς τὸν ᾿Ιωάννη Βατάτζη- καὶ παράλληλα ἐξασκοῦσε δικαστικὰ καθήκοντα. ῾Η οἰκο­γέ­νεια τῶν Μαρούληδων, ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπιφανεῖς τῆς Θεσ­σα­λο­νίκης, κατὰ μία ὑπόθεση, προ­έρχεται ἀπὸ τὴν Μικρὰ ᾿Ασία, ὅπου συναντοῦμε ἀρκετὲς προ­σωπικότητες ποὺ φέ­ρουν τὸ ἴδιο ἐπώνυμο. Οἱ πληροφορίες μας γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Γερμανοῦ προ­έρχονται ἀπὸ τὸν βιογράφο του Φιλόθεο Κόκ­κινο, ὁ ὁποῖος τὸν γνώρισε προσωπικὰ καὶ μαθή­τευσε κοντά του κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς τοῦ ῾Αγίου.

῾Ο πατέρας τοῦ Γερμανοῦ ἦταν ἄνθρωπος τῆς προ­σ­ευχῆς, μὲ πλῆθος ἀρετῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ ταπεινὸ φρόνημα. ῾Η ὑψηλὴ κοινωνική του θέση δὲν τὸν ἐμπόδιζε στὴν ἁπλό­τητα καὶ τὴ φιλανθρωπία· ἀναφέρεται μάλιστα ὡς ἄριστος δικα­στὴς καὶ νομοθέτης. Οἱ γονεῖς του θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι τὸ πρό­τυπο κάθε χριστιανοῦ γονέως ποὺ ἐνδιαφέρε­ται ὄχι μόνο νὰ φέρει στὸν κόσμο παιδιά, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἀνα­θρέ­ψει ἐν παι­δείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου. ῾Ο Γερμανὸς ἦταν τὸ τρίτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας, σὲ σύνολο ὀκτώ, τέσ­σερα ἀγό­ρια καὶ τέσσερα κορίτσια. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Γεώρ­γιος. ᾿Απὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία χαρακτηριζόταν ἀπὸ σο­φία καὶ φρόνηση γε­ροντική. ῾Η ἀγάπη του γιὰ τοὺς συναν­θρώ­πους του ἔφτανε στὸ σημεῖο νὰ μὴν τρώει, ἢ νὰ τρώει ἐλά­χιστα, ὥστε νὰ πηγαίνει νὰ μοιράζει τὴν τροφή του στοὺς ἐν­δεεῖς. ῞Ολη τὴ νύ­χτα προσευχόταν κρυφὰ περιμέ­νοντας τὰ ἀδέλφια του νὰ κοι­μηθοῦν, ὥστε νὰ μπορεῖ ἀπε­ρίσπαστος νὰ κάνει τὶς μετάνοιές του καὶ νὰ παραδίδει τὴν ὕπαρξή του στὸ Θεό. ῾Η προσευχὴ συνδυαζόταν μὲ τὴν ἄσκηση, καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ μὲ αὐτὴ πρὸς τὸν πλη­σίον. ᾿Αναφέ­ρε­ται ἕνα χαρακτηριστικὸ περιστατικὸ ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ ὁ πατέρας του τὸν κατέστησε ὑπεύθυνο στὸν ἀμπελῶνα ὅπου δού­λευαν οἱ ἐργάτες. Κατὰ τὸ μεση­μέρι, ὅταν ὁ ἱδρῶτας ἔ­τρεχε ἀσταμάτητα, καὶ τὰ σημάδια τῆς κούρασης ἦταν ἔντο­να, ὁ νεαρὸς Γεώρ­γιος δὲν ἄντεχε νὰ τοὺς βλέπει νὰ ὑπο­φέρουν καὶ διέταξε νὰ στα­ματήσουν τὴν ἐργασία γιὰ νὰ ξε­κουρα­σθοῦν. ῾Ο πατέρας του ὅταν ἦρθε ἀργότερα τὸν ἐπι­τίμησε πατρικά.

῎Ηδη ἀπὸ τὰ πρῶτα του βήματα ὁ Γεώργιος φαινό­ταν ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μείνει στὸν κόσμο, καθὼς ἡ ψυχή του ποθοῦσε τὴν ἀγγελικὴ πολιτεία. ῞Οταν ἡ μεγάλη του ἀδελφὴ παντρευόταν καὶ στὸ σπίτι εἶχαν γιορτὲς καὶ συμπόσια, ἔφυγε ἀπαρατήρητος καὶ γύρισε στὰ μοναστήρια τῆς Θεσσαλονίκης. ῎Εμεινε μὲ τὸν ἁγιορείτη μοναχὸ ᾿Ιωάν­νη ποὺ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ βρισκόταν στὴ Θεσσαλονίκη καὶ τοῦ ζήτησε νὰ μαθητεύσει. Τότε ὁ ᾿Ιωάννης, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ γίνει ὁ πρῶτος γέροντας τοῦ ἁγίου, προεῖδε τὸ μέλλον του καὶ δὲν ἀποποιήθηκε τὴν αἴτησή του. ῾Ωστόσο τὸν συμ­βού­λευσε νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι του καὶ νὰ συνεχίσει τὶς σπου­δές του περιμένοντας πρῶτα νὰ περάσει λίγος χρόνος καὶ κατόπιν, ἀφοῦ θὰ ἔχει ἐνηλικιωθεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὸ μονα­χικὸ βίο. ῾Ο Γεώργιος ἔκανε ὑπακοὴ καὶ δὲν ἔφυγε κατ᾿ εὐ­θείαν γιὰ τὸ ῞Αγιο ῎Ορος· συνέχισε τὰ μαθήματά του σύμ­φωνα μὲ τὴ συμ­βουλὴ τοῦ πνευματικοῦ του. Μή ἀντέχοντας ὅμως, τὶς αἰσχρότητες καὶ ψευδολογίες τῶν μύθων τῶν ποιη­τῶν ἐγκαταλείπει σχολὴ καὶ μαθήματα, οἰκογένεια καὶ συγ­γε­νεῖς, γονεῖς καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀναχωρεῖ γιὰ τὸν ῎Αθωνα “πάντων ξένος τε καὶ γυμνός”. ῾Ο Γεώργιος ἐγκα­ταβίωσε στὸν ῎Αθωνα σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν, δηλαδὴ τὸ 1270.

Τὸ κελλὶ τοῦ ᾿Ιωάννου ἦταν ἐξάρτημα τῆς μονῆς Δο-χειαρίου. Τὴν ὥρα ποὺ αὐτὸς προσευχόταν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὸν φώτισε καὶ εἶδε τὸν νεαρὸ Γεώργιο νὰ κατα­φθά­νει. Στέλνει ἕνα μαθητή του στὶς Καρυές, τὸν βρίσκει καὶ τὸν φέρνει στὴ συνοδεία. Κείρεται μοναχὸς καὶ λαμ­βάνει τὸ ὄνο­μα Γερμανός. ῾Ο νεαρὸς μοναχὸς μὲ ἄσκηση, ἀγρυπνίες καὶ προσευχὴ πρόκοψε πολύ, ὥστε ὁ γέροντάς του ᾿Ιωάννης νὰ μὴν ἀναπαύεται σὲ κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς μαθητές του ὅσο στὸν Γερμανό. Πρόθυμος στὴν ὑπη­ρεσία, ἀποτελοῦσε παρά­­­δειγμα καρτερίας καὶ ἀντοχῆς στὶς σωματικὲς κακου­χί­ες. ῍Αν καὶ γόνος πλούσιας οἰκογένειας συχνὰ πήγαινε φορ­τωμένος ὡς ὑποζύγιο στὸ Βατοπέδι· ἐπίσης ἐξασκοῦσε τὸ διακόνημα τοῦ καλλιγράφου. ᾿Αναφέ­ρεται ἕνα περιστατικὸ ὅπου ὁ γέ­ροντας τὸν ταπείνωσε δημοσία σὲ σύναξη πατέ­ρων στὸ Βατοπέδι· ὁ Γερμανὸς ὡστόσο δέχθηκε τὴν ἐπιτί­μηση ἀναν­τίρρητα, ἀσκούμενος ἔτσι ἀκόμη περισσότερο στὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοή.

῾Ο γέροντας ᾿Ιωάννης βάζει τὸν ὑποτακτικό του σὲ και­νούρια δοκιμασία. ῾Υπακούοντας στὴν παράκληση τοῦ πατέ­ρα τοῦ Γερμανοῦ, τὸν στέλνει στὴ Θεσσαλονίκη στὴ μονὴ τοῦ ᾿Ιωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. ᾿Εκεῖ ἔχει τὴ δυνατό­τητα νὰ δέχεται τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς συγγενεῖς του καὶ νὰ τοὺς νου­θετεῖ καὶ ὠφελεῖ μὲ τὴ διδασκαλία του, τὸ σεμνό του ἦθος καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη. Στὴ συνέχεια ὁ γέροντάς του τὸν ἀνακαλεῖ στὸν ῎Αθωνα, στὴν ἡσυχία. ῾Ο ᾿Ιωάννης μὲ τὸν πρῶτο του μαθητὴ Γρηγόριο καὶ τὸν Γερ­μανὸ ξεκίνησαν γιὰ τὴ μονὴ τῶν Τεσσαράκοντα μαρτύρων, στὴ Θεσσαλονίκη, ἐξάρ­τημα τῆς μονῆς Ξηροποτάμου, μὲ σκοπὸ νὰ στηρίξουν τοὺς πιστοὺς λόγω τῶν ἐπερχομένων δεινῶν. ῏Ηταν ἡ ἐποχὴ τῶν διωγμῶν τοῦ λατινόφρονος Μιχαὴλ Η¢ ἐναντίον τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς ὀρ­θοδοξίας, τῶν ἀντιτιθεμένων στὴν ἕνω­ση τῆς συνόδου τῆς Λυῶνος. Στὸ δρόμο ὁ ᾿Ιωάννης προ­εῖδε τὸ μαρτυρικό τους τέλος. Στέλνει πίσω τὸ νεαρὸ Γερ­μανὸ μὲ τὴν προφητεία ὅτι θὰ ἐγκατασταθεῖ στὴ Μεγίστη Λαύρα τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου καὶ ὅτι θὰ φθάσει σὲ βαθιὰ γεράμα­τα· θὰ γίνει μέγας καὶ περιβόητος στὴν ἀρετὴ καὶ τὰ πνευ­ματικὰ κατορθώματα, ἐφάμιλλος τῶν ἀρχαίων καὶ με­γάλων ἀσκητῶν. ῞Οταν ὁ ᾿Ιωάν­νης μὲ τὸ μαθητή του Γρη­γόριο ἔφθα­σαν στὴ Θεσσα­λονίκη ἔπεσαν θύματα τοῦ διωγ­μοῦ καὶ εἶχαν μαρτυρικὸ τέλος. Αὐτὸ ἔγινε τὸ 1275· ἔμεινε δηλαδὴ ὁ Γερ­μανὸς κοντὰ στὸν ἅγιο γέροντά του ᾿Ιωάννη πέντε χρόνια.

Στὴ συνέχεια ὁ Γερμανὸς δὲν ἔμεινε μόνος. Βρῆκε ὁδη­­γὸ γιὰ τὸν πνευματικό του ἀγώνα τὸ μοναχὸ ᾿Ιώβ, ξακου­στὸ γιὰ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀρετή του. Στὴν ἀρχὴ ἔμενε σὲ κελλὶ στὶς Καρυὲς καὶ κατόπιν κατέβηκαν μαζὶ σὲ σπήλαιο τῆς Λαύρας, σὲ ἀπόκρημνο μέρος δίπλα στὴ θάλασσα, ἀφιε­ρωμένο στὴν Παναγία. ῎Ετσι ἐκπληρώθηκε τὸ πρῶτο μέρος τῆς προφητείας τοῦ ᾿Ιωάννη ὅτι θὰ μείνει στὴ Λαύρα. ᾿Εκεῖ νέοι ἀγῶνες καὶ πνευματικὲς ἀσκήσεις τοὺς ἀνέμεναν. ῾Ο Γερ­μανὸς ἔμεινε συνολικὰ πέντε χρόνια ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ ᾿Ιώβ, μέχρι ποὺ ὁ τελευταῖος ἔγινε ἡγούμενος τῆς Λαύ­ρας (1280). ᾿Αγαπώντας τὴν ὑποταγὴ καὶ τὴ μαθητεία βρῆκε ἄλλον γέ­ροντα, τὸν Μύρωνα, “περι­φανῆ καὶ γενναῖον τοὺς ἀγῶνας”, τὸν ὁποῖο ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ᾿Α­θα­νάσιος Α¢ προβάλλει σὲ ἐπιστολή του ὡς πρότυπο μονα­χοῦ. ῎Επειτα μαθήτευσε στὸν ἐκ Θετ­ταλῶν Μαλαχία, ἄνδρα ἀσκητικότατο καὶ σπουδαῖο, ποὺ ἔγινε ἡγούμενος τῆς Λαύ­ρας καὶ λίγο ἀργότερα μητροπολί­της Θεσσαλονίκης (1305), στὴ συνέχεια στὸν ᾿Αθανάσιο (Μεταξόπουλο), ποὺ διετέλεσε κατόπιν ἡγούμε­νος τῆς Λαύ­ρας (πρὶν τὸ 1308/9), καὶ τελευ­ταῖος ὁ Θεοδώ­ρητος “γη­ραιὸς καὶ τὴν ἀρετὴν ὁμοῦ καὶ τὴν ἡλικίαν”. ῾Ο Γερμανὸς δὲν ἐμπιστευόταν τὸν ἑαυτό του καὶ ἤθελε πάντα ἐμπειρότερους ἀπὸ αὐτὸν νὰ τὸν κατευθύνουν· καὶ ὅταν οἱ ἐξωτερικὲς συνθῆκες τὸν ἐμπόδιζαν νὰ συνεχί­σει τὸν πνευματικὸ δεσμό του, ἔψαχνε καὶ ἔβρισκε ἄλλο πνευ­ματικὸ πα­τέρα. ῾Η ἄσκηση κοντὰ στοὺς προαναφερθέντες πα­τέρες γιὰ περισσότερα ἀπὸ 40 χρόνια τοῦ ἀπέφερε πλούσια πνευμα­τικὴ ἐμπειρία, σημαντικὴ παρακαταθήκη γιὰ ὅλη του τὴ μοναχικὴ ζωή.

῾Ο ᾿Ιωαννίκιος, ἀνάπηρος στὸ ἕνα του χέρι γίνεται τὸ πρῶτο πνευματικὸ τέκνο τοῦ Γερμανοῦ. ᾿Ανένδοτος κατ᾿ ἀρ­χὴ νὰ ἀναλάβει τὴν πνευματική του εὐθύνη, μετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις τοῦ νέου, τὸν λυπήθηκε καὶ τοῦ ἄνοιξε τὶς πόρ­­τες τοῦ οἴκου του. ᾿Εξ αἰτίας τοῦ σωματικοῦ του προ­βλήμα­τος ὁ Γερμανὸς ὑπηρετοῦσε τὸν ᾿Ιωαννίκιο στὶς διά­φορες ἀνάγκες του· ἀνθρωπίνως ἦσαν ὡς ὁμότιμοι καὶ ἀδελ­φοί, ὅμως κατὰ Θεὸν καὶ στὴν ἀρετὴ ἦταν ὁ πατέρας του. Μιὰ φορὰ μάλιστα ὁ ᾿Ιωαννίκιος παρὰ λίγο θὰ ἔπεφτε στὸν γκρε­μό, καὶ σώθηκε θαυματουργικὰ ἀπὸ τὸν Γερμανό. ῾Ο Φιλόθεος Κόκκινος μᾆς πληροφορεῖ καὶ γιὰ ἄλλα θαύ­μα­τα τοῦ ἁγίου, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ἀπὸ πρῶτο χέρι. ῾Ο ᾿Αν­δρό­νι­κος, ἀδελφὸς τοῦ ἁγίου, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μο­ναχός, ἐπι­σκέπτεται τὸν ῎Αθωνα μὲ τὸ μεγάλο του γιὸ ᾿Ιωάννη· αὐτὸς πέφτει βαριὰ ἄρρωστος καὶ ὁ Γερμανὸς ἔρχεται στὴ μονὴ τῶν Βουλευτη­ρίων καὶ τὸν θεραπεύει, παρόντος τοῦ ἡγου­μέ­νου ῾Υακίνθου Κεραμέως. ῾Η ἀρετὴ καὶ ἁπλότητα τοῦ ῾Οσίου ἦταν μαρτυ­ρη­μένη ζῶντος ἤδη τοῦ ἁγίου, ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς τῶν Βουλευ­τηρίων, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Σάβα. ᾿Αργό­τερα θερα­πεύει τὸν ἀνεψιό του ᾿Ιάκωβο ἀπὸ ἐπώδυνη ἀρρώστια. Λόγω τῶν “οὐνικῶν ἐπι­δρομῶν” ἀνα­γκά­ζεται νὰ ἐγ­κατα­λείψει τὸ ἀσκητήριό του γιὰ νὰ ἐγκατα­σταθεῖ στὴ Λαύρα.

῾Ο Γερμανὸς συνήθιζε νὰ πηγαίνει στὴ μονὴ Καρα­κάλλου καὶ νὰ διδάσκει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν πνευ­μα­τικὴ ὠφέλεια τῶν συνασκητῶν του. Μιὰ φορά, φεύγοντας ἀπὸ τὴν σύναξη τῶν μοναχῶν, ἀπὸ ἀπροσεξία δὲν ἀναγνώ­ρισε καὶ δὲν χαιρέτισε τὸν ἱερομόναχο Πεζό, παλιὸ συνα­σκητή του στὸν πρῶτο του γέροντα ᾿Ιωάννη. ῾Ο μοναχὸς σκανδαλίσθηκε ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰ αὐτὴ τοῦ Γερμανοῦ· ὁ τελευταῖος μόλις τὸ ἔμαθε ἐπέστρεψε κατευθείαν στὴν Καρα­κάλλου κλαίγοντας καὶ ζητώντας συγγνώμη. ῏Ηταν λοιπὸν ὁ ὅσιος παράδειγμα ἀνεξικακίας καὶ ταπείνωσης. Σὲ προσω­πική του συνάντηση μὲ τὸ Φιλόθεο ὁ ὅσιος Γερμανὸς τοῦ ὁμολόγησε τὴν παχύ­τητα καὶ τὴ νωθρότητα ποὺ δὲν μπόρε­σε νὰ ἀποβάλει μέχρι τὰ γεράματά του· τὸ μόνο ποὺ ἀνα­γνώρισε ἦταν ὅτι ἀχθο­φοροῦσε καὶ ἐκτελοῦσε τὰ θελήματα τῶν θαυμαστῶν πνευματικῶν του πατέρων καὶ ὁδηγῶν σὰν ἕνα ὑπάκουο ὑποζύγιο! ῾Ο ῞Οσιος ἀξιώθηκε καὶ τοῦ προορα­τικοῦ χαρίσματος· πολλὲς φορὲς προφήτευε κε­κρυμμένως μέσα στὶς διδασκαλίες του, ἀλλὰ ὁρισμένες φο­ρὲς φανερὰ καὶ μὲ ἐνέργεια, ὅπως στὸ μαθητὴ καὶ ἀνεψιό του ᾿Ιάκωβο. Τὰ τε­λευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ἦταν γεμά­τα ἀπὸ ἄφθονη πνευ­ματικὴ διδα­σκαλία πρὸς τοὺς συνα­σκητές του, συνδυα­ζόμε­νη ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή· προσευχόμενος, τὸ πρό­σω­πό του ἀλλοιω­νόταν καὶ ἡ μορφή του ἔλαμπε· εἶχε κατορ­θώ­σει νὰ μετα­τρέψει ὅλη του τὴ ζωὴ σὲ προσευχὴ μὲ δά­κρυα καὶ κατάνυξη.

῾Ο ῞Οσιος ἔζησε 84 ἔτη· 18 μὲ τοὺς γονεῖς του καὶ 66 στὴν ἄσκηση. ῞Εξι μέρες πρὶν τελειώσει ἡ πρόσκαιρη ζωή του, ἀρρώστησε μένοντας παράλυτος ἀπὸ ἡμιπληγία στὸ ἀρι­στερὸ χέρι καὶ πόδι, ἀλλὰ καὶ πάλι συνηθισμένος στὴν κακο­πάθεια δὲν ἤθελε νὰ κατακλιθεῖ στὸ κρεββάτι. ῾Ο Φιλόθεος φαίνεται πὼς ἦταν παρὼν στὶς τελευταῖες στιγμὲς τοῦ ῾Οσίου· συνομιλοῦσε μὲ τοὺς μαθητές του περὶ ψυχῆς ἐνῶ πρέπει νὰ εἶχε μεγάλο πόνο, καθὼς τοῦ ξέφυγε ἕνας ἐλαφρὺς ἀναστε­ναγμός. Πέθανε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἀνεψιοῦ καὶ μαθητοῦ του ᾿Ιακώβου.

῾Ο Φιλόθεος δὲν μᾆς παραδίδει τὴν ἀκριβῆ ἡμέρα τοῦ θανάτου του· πάντως ὅλες οἱ πληροφορίες του εἶναι ἠλεγ­μένες καὶ προέρχονται εἴτε ἀπὸ τὴν προσωπική του ἐμπει­ρία, εἴτε ἀπὸ αὐτόπτες καὶ αὐτηκόους μάρτυρες τοῦ ῾Οσίου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

ΓΑΒΡΙΗΛ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης,

(π. 1345-1416)



῾Ο Γαβριὴλ ἐγεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γύρω στὸ 1345 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, πατέρα μάλιστα ἱερέα. Πολὺ ἐνωρὶς ἐ­τέθηκε ὑπὸ τὴν καθοδήγησι τοῦ Μακαρίου Χού­μνου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Νείλου Καβάσιλα καὶ τοῦ ᾿Αντωνίου εἶχε καταστῆ πνευμα­τικὸς ὁδηγὸς τῆς πόλεως καὶ εἶχε συγκεντρώσει γύρω του πολλοὺς νέους ἀφιε­ρωμένους στὴν ὑπηρεσία τῆς ᾿Εκκλησί­ας, χάριν τῶν ὁποίων ἵδρυσε τὸ ἰδιαίτερο μοναστήρι του, ἀποκαλούμενο Νέα Μο­νὴ πιθανῶς γύρω στὰ 1365. ῞Οταν ὁ Χοῦμνος ἐχρειάσθηκε νὰ μεταβῆ στὴν Κωνσταντινούπολι, ἄφησε τὴν εὐθύνη τῆς ἀποπερατώσεως τῆς μονῆς αὐτῆς στὸν Γαβριήλ, ποὺ ἦταν ἀκόμη νεώτατος.

Τὸ 1383 ὁ Γαβριὴλ μετέβηκε στὴν Κωνσταντινούπο­λι, συγχρόνως ἴσως μὲ τὸν ᾿Ισίδωρο. ῏Ηταν ἡ ἐποχὴ τῆς ἐ­νάρ­ξεως τῆς πολιορκίας τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς Τούρ­κους καὶ οἱ πνευματικοὶ ἡγέτες ἀνήσυχοι μετέβαιναν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ γιὰ ἀναζήτησι βοηθείας· ἀλλὰ ἡ βοήθεια ἦταν ἄ­φαντη. Στὴν Κωνσταντινούπολι ὁ Γαβριὴλ ἐτιμήθηκε μεγά­λως· τοῦ ἀνα­τέθηκε ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ἡ ἡγουμενία τῆς Μονῆς τῆς Χώρας καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου ἡ ἐποπτεία ὅλων τῶν μοναστι­κῶν ἱδρυμάτων τῆς πρωτεύουσας. ᾿Ιδιαιτέρως τὸν ἐκτιμοῦσε ὁ συναυτοκράτωρ Μανουὴλ Β¢ Παλαιολόγος, ποὺ τὸν εἶχε γνωρίσει καλὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μακρᾆς κυβερνητικῆς του θητείας στὴ Θεσ­σαλονίκη, καὶ τοῦ ἐζητοῦσε τὴ γνώμη γιὰ τὰ θεολογικά του δοκίμια.

Τὸ 1389 ἀναδείχθηκε μητροπολίτης Χαλκηδόνος, θεω­ρη­τικῶς βέβαια, διότι ἡ Χαλκηδὼν κατεχόταν ἀπὸ τοὺς Τούρ­κους καὶ τὸ ποίμνιό της εἶχε διαρρεύσει πρὸς τὴν Κων­σταν­τινούπολι καὶ ἄλλα μέρη. Πιθανῶς λόγω τῶν περι­στάσ­ε­ων οὔτε κἂν ἐπι­σκέφθηκε τότε τὴν Χαλκηδόνα. ᾿Εστάλθηκε ὅμως τὸ 1393 μαζὶ μὲ τὸν Δανιὴλ Βεροίας ὡς ἔξαρ­χος στὸ ῞Α­γιον ῎Ορος, ὅπου προετοίμασε τὴ σύνταξι τοῦ Τυπικοῦ ᾿Αν­τωνίου.

᾿Επέστρεψε στὴ γενέτειρά του, τουρκοκρατούμενη πλέ­ον, τὸ 1397, ἐνῶ ὁ μητροπολίτης ᾿Ισίδωρος ἦταν ἑτοι­μο­θά­νατος. Μὲ πρότασι τοῦ ᾿Ισιδώρου καὶ ἀπόφασι τοῦ πα­τρι­αρχείου ἐκλέχθηκε μετὰ τὸ θάνατό του κατὰ τὸ ἴδιο ἔ­τος διάδοχός του. ῾Ο πατριαρχικὸς ἔξαρχος στὴ Θεσσαλο­νί­κη Να­θαναὴλ ποὺ εἶχε διεκδικήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του τὴν ἕδρα, τοῦ ἐδημιούργησε προβλήματα, ποὺ ἐντάθηκαν ἀπὸ τὶς τά­σεις τοῦ πατριαρχείου νὰ διοικῆ ἀπ᾿ εὐθείας αὐτὰ τὰ ἱδρύ­ματα τῆς πόλεως. Διετήρησε τὴ θέσι ἕως τὸ θάνατό του, τὸ 1416. Τὸν διαδέχθηκε ὁ Συμεών, ὁ ὁποῖος συνέτα­ξε καὶ τὸ ἐγκώμιό του ποὺ περιέχεται στὸ παράρτημα Θεσ­σα­λονί­κης τοῦ Συνοδικοῦ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὅπως συνάγεται ἀπὸ τὸ μονό­γραμμά του ποὺ εἶναι ἀποτυπωμένο στὸ περι­θώριο τοῦ κώδικος.

“Γαβριὴλ τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἁγιωτά­του ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ σχεδὸν ἐκ βρέφους τῷ Θεῷ ἀνατεθειμένου κἀν τῇ μοναδικῇ πολιτείᾳ τὰ πρῶ­τα σχόντος, κἀντεῦθεν ὡς ἀρετῆς ἔπαθλον τὴν προστασίαν τῆς πό­λεως ταύτης ἀναδεξαμένου, πολλοῖς τε ἔργοις καὶ ταῖς πρὸς τὸ θεῖον δεήσεσι ταύτην τηρήσαντος, καὶ πρὸς τοῖς ἄλλοις οἷς εἶχε πνευματικοῖς χαρίσμασι, πραότητι καὶ ἀγά­πῃ κεκο­σμημένου, καὶ τὴν πατρικὴν εὔνοιαν ἀεὶ πρὸς τὰ πνευμα­τι­κὰ τέκνα ἐνδεικνυμένου, αἰωνία ἡ μνήμη”.

᾿Αμέσως μετὰ τὸ θάνατό του, ἴσως μὲ φροντίδα τοῦ Συμεών, καταρτίσθηκε συλλογὴ ὁμιλιῶν ποὺ κατὰ καιροὺς εἶχε ἐκφωνήσει καὶ καταγράψει ὁ Γαβριήλ. Σώζονται σήμε­ρα 66 ὁμιλίες του, οἱ ὁποῖες μὲ τὸ λιτὸ ὕφος των ἐκπρο­σω­ποῦν καταλλήλως τὴν περίοδο ἐκφωνήσεώς των. ᾿Απὸ αὐτὲς ἔχουν ἐκδοθῆ μόνο ἑπτὰ ὁμιλίες ποὺ μεταξὺ ἄλλων ἀνα­φέρονται καὶ στὸν ἅγιο Δημήτριο.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Απάντηση

Επιστροφή στο “Βίοι Αγίων και Γερόντων”