Θεσσαλονικείς Άγιοι
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
1 ᾿Οκτωβρίου
ΔΟΜΝΙΝΟΣ, μάρτυς
Οἱ πληροφορίες ποὺ ἔχουμε στὴ διάθεσή μας γιὰ τὸν μάρτυρα Δομνῖνο εἶναι λιγοστὲς, διότι συγκαταλέγεται στοὺς μάρτυρες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων καὶ τὰ μαρτύριά τους, ὅπως μᾆς τὰ διασώζει ἡ ᾿Εκκλησία μας εἶναι σύντομα καὶ λακωνικά. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τὸν ἅγιο Δομνῖνο ποὺ ἑορτάζει στὶς 1 ᾿Οκτωβρίου, στὰ συναξάρια ἀναφέρεται καὶ ἕνας ἄλλος μάρτυς Δομνῖνος ἢ Δόμνος, καταγόμενος πιθανῶς ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε μαζὶ μὲ κάποιον Φιλήμονα, ἐπίσης Θεσσαλονικέα στὴν ᾿Ιταλία, ὅπου κήρυτταν τὸ εὐαγγέλιο καὶ βάπτιζαν χριστιανούς. Οἱ δύο μάρτυρες, ἀφοῦ συνελήφθηκαν, βασανίστηκαν ἀνηλεῶς καὶ τέλος θανατώθηκαν διὰ ξίφους. ῾Η μνήμη τους τιμᾆται στὶς 21 ἢ στὶς 26 Μαρτίου.
῾Ο μάρτυς Δομνῖνος γεννήθηκε στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης τὴν ἐποχὴ ποὺ Ρωμαῖος αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Μαξιμιανὸς (286-305 μ.Χ.), ἕνας ἀπὸ τοὺς διῶκτες τοῦ Χριστιανισμοῦ. ῾Υπῆρξε χριστιανὸς ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς γεννήσεώς του, ἀφοῦ καὶ οἱ γονεῖς του ἦταν ἐπίσης χριστιανοί. Μεγάλωσε διδασκόμενος τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ στὴ συνέχεια δίδασκε καὶ αὐτὸς τὸν Χριστιανισμὸ στὴν πόλη του. Διακρίθηκε δὲ γιὰ τὴν εὐσέβειά του καὶ τὴν ἐνάρετη ζωή του. ῞Οταν ὁ αὐτοκράτορας Μαξιμιανὸς βρέθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ ἀνεγείρει βασιλικὰ ἀνάκτορα, ὁ Δομνῖνος συνελήφθη διότι κήρυττε τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ φυλακίσθηκε. Μόλις τὸ πληροφορήθηκε αὐτὸ ὁ αὐτοκράτωρ διέταξε νὰ τὸν ὁδηγήσουν μπροστά του καὶ τοῦ ζήτησε νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς, ἀπειλώντας τον ὅτι θὰ τὸν θανάτωνε ἐὰν ἀρνοῦνταν. ῾Ο μάρτυς ὅμως ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει καὶ ἔτσι ὁ Μαξιμιανὸς διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν ξύνοντας τὶς σάρκες του. ῾Ωστόσο ὁ μάρτυρας μὲ καρτερία ὑπέμεινε τὰ σκληρὰ βασανιστήρια. Τότε ὁ αὐτοκράτορας διέταξε νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως, νὰ τοῦ συντρίψουν τὰ σκέλη καὶ νὰ τὸν ἐγκαταλείψουν ἐκεῖ. Πράγματι ὁ μάρτυς ὁδηγήθηκε ἀπὸ τοὺς δημίους του ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ὅπου τοῦ ἔκοψαν καὶ τὰ δύο πόδια. ῾Ο μάρτυς ἔζησε ἐπὶ ἑπτὰ ὁλόκληρες ἡμέρες χωρὶς τροφή, δοξολογώντας τὸν Θεὸ καὶ τέλος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του.
῾Η μνήμη τοῦ μάρτυρος Δομνίνου τιμᾆται στὶς 1 ᾿Οκτωβρίου. Στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο ὅμως ἀναγράφεται ὡς ἡμέρα μνήμης του καὶ ἡ 28η ᾿Οκτωβρίου, ἐνῶ ὁ Halkin στὸ ἔργο του, Bibliotheca Hagiografica Graeca παραθέτει τὸ ἀρχοτέλευτο ἀπὸ τὸ Μαρτύριο τοῦ Δομνίνου, στὸν κώδικα Ambros. F 144 sup., fol. 116-117v τοῦ 11ου αἰ., ὅπου ἀναγράφεται ρητὰ ὡς ἡμερομηνία μνήμης του ἡ 9η ᾿Οκτωβρίου. Στὸ κείμενο ποὺ παραθέτει τὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο, στὸ τέλος μᾆς δίδεται μία σημαντικὴ πληροφορία γιὰ τὴν τιμὴ τοῦ μάρτυρος· ἀναφέρεται ὅτι ἡ σύναξη τοῦ μάρτυρος τελοῦνταν στὸ ναὸ τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ποὺ βρισκόταν “ἐν τῷ Λιθοστρώτῳ”.
ΔΟΜΝΙΝΟΣ, μάρτυς
Οἱ πληροφορίες ποὺ ἔχουμε στὴ διάθεσή μας γιὰ τὸν μάρτυρα Δομνῖνο εἶναι λιγοστὲς, διότι συγκαταλέγεται στοὺς μάρτυρες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων καὶ τὰ μαρτύριά τους, ὅπως μᾆς τὰ διασώζει ἡ ᾿Εκκλησία μας εἶναι σύντομα καὶ λακωνικά. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τὸν ἅγιο Δομνῖνο ποὺ ἑορτάζει στὶς 1 ᾿Οκτωβρίου, στὰ συναξάρια ἀναφέρεται καὶ ἕνας ἄλλος μάρτυς Δομνῖνος ἢ Δόμνος, καταγόμενος πιθανῶς ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε μαζὶ μὲ κάποιον Φιλήμονα, ἐπίσης Θεσσαλονικέα στὴν ᾿Ιταλία, ὅπου κήρυτταν τὸ εὐαγγέλιο καὶ βάπτιζαν χριστιανούς. Οἱ δύο μάρτυρες, ἀφοῦ συνελήφθηκαν, βασανίστηκαν ἀνηλεῶς καὶ τέλος θανατώθηκαν διὰ ξίφους. ῾Η μνήμη τους τιμᾆται στὶς 21 ἢ στὶς 26 Μαρτίου.
῾Ο μάρτυς Δομνῖνος γεννήθηκε στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης τὴν ἐποχὴ ποὺ Ρωμαῖος αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Μαξιμιανὸς (286-305 μ.Χ.), ἕνας ἀπὸ τοὺς διῶκτες τοῦ Χριστιανισμοῦ. ῾Υπῆρξε χριστιανὸς ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς γεννήσεώς του, ἀφοῦ καὶ οἱ γονεῖς του ἦταν ἐπίσης χριστιανοί. Μεγάλωσε διδασκόμενος τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ στὴ συνέχεια δίδασκε καὶ αὐτὸς τὸν Χριστιανισμὸ στὴν πόλη του. Διακρίθηκε δὲ γιὰ τὴν εὐσέβειά του καὶ τὴν ἐνάρετη ζωή του. ῞Οταν ὁ αὐτοκράτορας Μαξιμιανὸς βρέθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ ἀνεγείρει βασιλικὰ ἀνάκτορα, ὁ Δομνῖνος συνελήφθη διότι κήρυττε τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ φυλακίσθηκε. Μόλις τὸ πληροφορήθηκε αὐτὸ ὁ αὐτοκράτωρ διέταξε νὰ τὸν ὁδηγήσουν μπροστά του καὶ τοῦ ζήτησε νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς, ἀπειλώντας τον ὅτι θὰ τὸν θανάτωνε ἐὰν ἀρνοῦνταν. ῾Ο μάρτυς ὅμως ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει καὶ ἔτσι ὁ Μαξιμιανὸς διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν ξύνοντας τὶς σάρκες του. ῾Ωστόσο ὁ μάρτυρας μὲ καρτερία ὑπέμεινε τὰ σκληρὰ βασανιστήρια. Τότε ὁ αὐτοκράτορας διέταξε νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως, νὰ τοῦ συντρίψουν τὰ σκέλη καὶ νὰ τὸν ἐγκαταλείψουν ἐκεῖ. Πράγματι ὁ μάρτυς ὁδηγήθηκε ἀπὸ τοὺς δημίους του ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ὅπου τοῦ ἔκοψαν καὶ τὰ δύο πόδια. ῾Ο μάρτυς ἔζησε ἐπὶ ἑπτὰ ὁλόκληρες ἡμέρες χωρὶς τροφή, δοξολογώντας τὸν Θεὸ καὶ τέλος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του.
῾Η μνήμη τοῦ μάρτυρος Δομνίνου τιμᾆται στὶς 1 ᾿Οκτωβρίου. Στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο ὅμως ἀναγράφεται ὡς ἡμέρα μνήμης του καὶ ἡ 28η ᾿Οκτωβρίου, ἐνῶ ὁ Halkin στὸ ἔργο του, Bibliotheca Hagiografica Graeca παραθέτει τὸ ἀρχοτέλευτο ἀπὸ τὸ Μαρτύριο τοῦ Δομνίνου, στὸν κώδικα Ambros. F 144 sup., fol. 116-117v τοῦ 11ου αἰ., ὅπου ἀναγράφεται ρητὰ ὡς ἡμερομηνία μνήμης του ἡ 9η ᾿Οκτωβρίου. Στὸ κείμενο ποὺ παραθέτει τὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο, στὸ τέλος μᾆς δίδεται μία σημαντικὴ πληροφορία γιὰ τὴν τιμὴ τοῦ μάρτυρος· ἀναφέρεται ὅτι ἡ σύναξη τοῦ μάρτυρος τελοῦνταν στὸ ναὸ τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ποὺ βρισκόταν “ἐν τῷ Λιθοστρώτῳ”.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
11 ᾿Οκτωβρίου
ΘΕΟΦΙΛΟΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
῾Ο ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Θεόφιλος συμμετεῖχε στὴ Ζ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (787), ἡ ὁποία συγκλήθηκε γιὰ νὰ καταδικασθεῖ ἡ εἰκονομαχικὴ αἵρεση καὶ νὰ προβληθεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Στὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου ὑπογράφει μετὰ τὸν Κωνσταντῖνο Κύπρου ὡς “Θεόφιλος ἀνάξιος ἐπίσκοπος Θεσσαλονικέων” -ἡ γραφὴ Θεοφύλακτος ποὺ ἐμφανίζεται σὲ μέρος τῆς χειρόγραφης παραδόσεως τῶν πρακτικῶν, εἶναι ἐσφαλμένη-.
Τὸ ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου Θεοφίλου ἀναγράφεται στὴν τρίτη θέση τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, μετὰ τὸν ᾿Αναστάσιο καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Θωμᾆ (βλ. λῆμμα), γιὰ τὸν ὁποῖο γνωρίζουμε ὅτι εἶχε ἐπίσης λάβει μέρος στὴ Ζ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἐκπροσωπώντας τὰ πατριαρχεῖα τῆς ᾿Ανατολῆς καὶ προτοῦ ἀσφαλῶς ἀνέλθει στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης.
Τὸ ὄνομα τοῦ Θεοφίλου ἀναγράφεται καὶ σὲ μία μαρμάρινη ἐπιγραφὴ στὸ ναὸ τῆς ῾Αγίας Σοφίας στὴ Θεσσαλονίκη, μαζὶ μὲ τὰ μονογράμματα τοῦ “Κωνσταντίνου δεσπότου” (= Κωνσταντῖνος ΣΤ¢) καὶ τῆς “Εἰρήνης δεσπύνης” (= Εἰρήνη ἡ ᾿Αθηναία): “Χριστὲ βωήθη Θεοφίλου / ταπινοῦ ἐπισκόπου”. ῾Η χρονολόγηση τῆς ἐπιγραφῆς τοποθετεῖται μεταξὺ τῶν ἐτῶν 780-797 καὶ θεωρεῖται πολὺ πιθανὸ νὰ κατασκευάστηκε πρὸ τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
῾Η μνήμη τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης Θεοφίλου ἑορτάζεται στὶς 11 ᾿Οκτωβρίου, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ ᾿Εκκλησία τιμᾆ τὴ μνήμη τῶν πατέρων τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
ΘΕΟΦΙΛΟΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
῾Ο ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Θεόφιλος συμμετεῖχε στὴ Ζ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (787), ἡ ὁποία συγκλήθηκε γιὰ νὰ καταδικασθεῖ ἡ εἰκονομαχικὴ αἵρεση καὶ νὰ προβληθεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Στὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου ὑπογράφει μετὰ τὸν Κωνσταντῖνο Κύπρου ὡς “Θεόφιλος ἀνάξιος ἐπίσκοπος Θεσσαλονικέων” -ἡ γραφὴ Θεοφύλακτος ποὺ ἐμφανίζεται σὲ μέρος τῆς χειρόγραφης παραδόσεως τῶν πρακτικῶν, εἶναι ἐσφαλμένη-.
Τὸ ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου Θεοφίλου ἀναγράφεται στὴν τρίτη θέση τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, μετὰ τὸν ᾿Αναστάσιο καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Θωμᾆ (βλ. λῆμμα), γιὰ τὸν ὁποῖο γνωρίζουμε ὅτι εἶχε ἐπίσης λάβει μέρος στὴ Ζ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἐκπροσωπώντας τὰ πατριαρχεῖα τῆς ᾿Ανατολῆς καὶ προτοῦ ἀσφαλῶς ἀνέλθει στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης.
Τὸ ὄνομα τοῦ Θεοφίλου ἀναγράφεται καὶ σὲ μία μαρμάρινη ἐπιγραφὴ στὸ ναὸ τῆς ῾Αγίας Σοφίας στὴ Θεσσαλονίκη, μαζὶ μὲ τὰ μονογράμματα τοῦ “Κωνσταντίνου δεσπότου” (= Κωνσταντῖνος ΣΤ¢) καὶ τῆς “Εἰρήνης δεσπύνης” (= Εἰρήνη ἡ ᾿Αθηναία): “Χριστὲ βωήθη Θεοφίλου / ταπινοῦ ἐπισκόπου”. ῾Η χρονολόγηση τῆς ἐπιγραφῆς τοποθετεῖται μεταξὺ τῶν ἐτῶν 780-797 καὶ θεωρεῖται πολὺ πιθανὸ νὰ κατασκευάστηκε πρὸ τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
῾Η μνήμη τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης Θεοφίλου ἑορτάζεται στὶς 11 ᾿Οκτωβρίου, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ ᾿Εκκλησία τιμᾆ τὴ μνήμη τῶν πατέρων τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
11 ᾿Οκτωβρίου
ΘΩΜΑΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (8ος/9ος αἰ.)
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Θωμᾆς συγκαταριθμεῖται μεταξὺ τῶν πατέρων ποὺ συμμετεῖχαν στὴ Ζ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (787), ποὺ συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὴ συνέχεια στὴ Νίκαια γιὰ νὰ καταδικάσει τὴν Εἰκονομαχία. Στὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου, ὡστόσο, ποὺ προφανῶς προηγήθηκε τῆς ἐκλογῆς του στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης, ὑπογράφει ὡς “Θωμᾆς ἐλέῳ Θεοῦ πρεσβύτερος καὶ ἡγούμενος τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν ᾿Αρσενίου, τῆς διακειμένης ἐν Αἰγύπτῳ ἄνω Βαβυλῶνος, ἐπέχων τὸν τόπον τῶν ἁγίων ἀποστολικῶν θρόνων ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Αντιοχείας καὶ ῾Ιεροσολύμων”.
Τὴν ταύτιση τοῦ πρεσβυτέρου τοῦ Πατριαρχείου ᾿Αλεξανδρείας, Θωμᾆ, μὲ τὸν ὁμώνυμο ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται στὴν τέταρτη θέση τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, μετὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοφίλου (βλ. λῆμμα), ὁ ὁποῖος συμμετεῖχε στὴ Ζ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ὡς ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὀφείλουμε στὴ Χρονογραφία τοῦ Θεοφάνους, στὴν ὁποία ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διευκρίνιση γιὰ τὸν πρεσβύτερο Θωμᾆ ποὺ συμμετεῖχε στὴ Σύνοδο: “καὶ Θωμᾆν ᾿Αλεξανδρείας, ἄνδρα ζηλωτὴν καὶ εὐλαβέστατον, ὅστις καὶ ἀρχιεπίσκοπος τῆς ἐν τῷ ᾿Ιλλυρικῷ μεγαλοπόλεως Θεσσαλονίκης γενόμενος διέπρεψεν”. Τὴν ἴδια πληροφορία παραθέτει αὐτολεξεὶ καὶ ὁ Βίος τῆς αὐτοκράτειρας Εἰρήνης τῆς ᾿Αθηναίας, ἐνδεικτικὴ τῆς ἄμεσης ἐξαρτήσεως τοῦ Βίου ἀπὸ τὴ Χρονογραφία, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθεῖ.
Κατὰ πάσα πιθανότατα ὁ Θωμᾆς εἶναι ὁ ἀνώνυμος ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ποὺ ἐπιφύλαξε θερμὴ ὑποδοχὴ στὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸ Στουδίτη, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐξορίας του στὴ Θεσσαλονίκη τὸ ἔτος 797, λόγω τοῦ σχίσματος τῆς ζευξιμοιχείας τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ¢, ὅπως περιγράφει ὁ ἴδιος ἀρκετὰ ἀναλυτικὰ σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸ θεῖο του Πλάτωνα (ἀρ. 2): “Πρῶτον προσευξαμένους ἐν τῇ ῾Αγίᾳ Σοφίᾳ καὶ ἐν τῷ εὐκτηρίῳ τῷ παρ᾿ αὐτοῦ, ποιήσας εὐχὴν ὁ ἁγιώτατος, ἐδέξατο καὶ κατησπάσατο ἡμᾆς”.
Τέλος, στὸν κατάλογο τῶν ἐπισκόπων καὶ πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ ἐξέδωσε ὁ F. Fischer ἀπὸ τὸν κώδικα theol. gr. 302 τῆς Αὐτοκρατορικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βιέννης, τὸ ὄνομα τοῦ Θωμᾆ Θεσσαλονίκης συμπεριλαμβάνεται μεταξὺ τῶν ἀρχιερέων ποὺ συμμετεῖχαν στὴ χειροτονία τοῦ πατριάρχη Νικηφόρου, τὸ 806: “καὶ χειροτονεῖται ὑπὸ Νικολάου ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας καὶ Λέοντος μητροπολίτου ῾Ηρακλείας Θρᾴκης καὶ Θωμᾆ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης”.
ΘΩΜΑΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (8ος/9ος αἰ.)
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Θωμᾆς συγκαταριθμεῖται μεταξὺ τῶν πατέρων ποὺ συμμετεῖχαν στὴ Ζ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (787), ποὺ συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὴ συνέχεια στὴ Νίκαια γιὰ νὰ καταδικάσει τὴν Εἰκονομαχία. Στὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου, ὡστόσο, ποὺ προφανῶς προηγήθηκε τῆς ἐκλογῆς του στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης, ὑπογράφει ὡς “Θωμᾆς ἐλέῳ Θεοῦ πρεσβύτερος καὶ ἡγούμενος τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν ᾿Αρσενίου, τῆς διακειμένης ἐν Αἰγύπτῳ ἄνω Βαβυλῶνος, ἐπέχων τὸν τόπον τῶν ἁγίων ἀποστολικῶν θρόνων ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Αντιοχείας καὶ ῾Ιεροσολύμων”.
Τὴν ταύτιση τοῦ πρεσβυτέρου τοῦ Πατριαρχείου ᾿Αλεξανδρείας, Θωμᾆ, μὲ τὸν ὁμώνυμο ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται στὴν τέταρτη θέση τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, μετὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοφίλου (βλ. λῆμμα), ὁ ὁποῖος συμμετεῖχε στὴ Ζ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ὡς ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὀφείλουμε στὴ Χρονογραφία τοῦ Θεοφάνους, στὴν ὁποία ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διευκρίνιση γιὰ τὸν πρεσβύτερο Θωμᾆ ποὺ συμμετεῖχε στὴ Σύνοδο: “καὶ Θωμᾆν ᾿Αλεξανδρείας, ἄνδρα ζηλωτὴν καὶ εὐλαβέστατον, ὅστις καὶ ἀρχιεπίσκοπος τῆς ἐν τῷ ᾿Ιλλυρικῷ μεγαλοπόλεως Θεσσαλονίκης γενόμενος διέπρεψεν”. Τὴν ἴδια πληροφορία παραθέτει αὐτολεξεὶ καὶ ὁ Βίος τῆς αὐτοκράτειρας Εἰρήνης τῆς ᾿Αθηναίας, ἐνδεικτικὴ τῆς ἄμεσης ἐξαρτήσεως τοῦ Βίου ἀπὸ τὴ Χρονογραφία, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθεῖ.
Κατὰ πάσα πιθανότατα ὁ Θωμᾆς εἶναι ὁ ἀνώνυμος ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ποὺ ἐπιφύλαξε θερμὴ ὑποδοχὴ στὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸ Στουδίτη, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐξορίας του στὴ Θεσσαλονίκη τὸ ἔτος 797, λόγω τοῦ σχίσματος τῆς ζευξιμοιχείας τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ¢, ὅπως περιγράφει ὁ ἴδιος ἀρκετὰ ἀναλυτικὰ σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸ θεῖο του Πλάτωνα (ἀρ. 2): “Πρῶτον προσευξαμένους ἐν τῇ ῾Αγίᾳ Σοφίᾳ καὶ ἐν τῷ εὐκτηρίῳ τῷ παρ᾿ αὐτοῦ, ποιήσας εὐχὴν ὁ ἁγιώτατος, ἐδέξατο καὶ κατησπάσατο ἡμᾆς”.
Τέλος, στὸν κατάλογο τῶν ἐπισκόπων καὶ πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ ἐξέδωσε ὁ F. Fischer ἀπὸ τὸν κώδικα theol. gr. 302 τῆς Αὐτοκρατορικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βιέννης, τὸ ὄνομα τοῦ Θωμᾆ Θεσσαλονίκης συμπεριλαμβάνεται μεταξὺ τῶν ἀρχιερέων ποὺ συμμετεῖχαν στὴ χειροτονία τοῦ πατριάρχη Νικηφόρου, τὸ 806: “καὶ χειροτονεῖται ὑπὸ Νικολάου ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας καὶ Λέοντος μητροπολίτου ῾Ηρακλείας Θρᾴκης καὶ Θωμᾆ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης”.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
11 ᾿Οκτωβρίου
ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1300-1379)
πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως,
διαπρεπὴς θεολόγος, ἅγιος
ΒΙΟΣ
῾Ο Φιλόθεος Κόκκινος εἶναι γιὰ τὸν ἡσυχασμὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἀντίγραφο τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ιωάννη Καντακουζηνοῦ, διότι, ὅπως ἐκεῖνος τὸν εἶχε ἐπιβάλει πολιτικῶς, αὐτὸς τὸν ἐπέβαλε ἐκκλησιαστικῶς.
Γόνος πτωχῆς οἰκογενείας τῆς Θεσσαλονίκης, ἐγεννήθηκε γύρω στὸ 1305, ἐσπούδασε φιλολογία ὑπὸ τὸν περίφημο καθηγητὴ Θωμᾆ Μάγιστρο, τοῦ ὁποίου ἦταν ὑπηρέτης. ᾿Αργότερα ἐμφανίζεται ὡς μοναχός. Σύμφωνα μὲ εἰδήσεις τῶν πηγῶν κάποτε ἐμόνασε στὸ Σινᾆ, χωρὶς νὰ εἶναι εὔκολο νὰ ἐντοπισθῆ τοῦτο χρονολογικῶς· ἴσως νὰ μετέβη ἐκεῖ τὸ 1326, ὅταν καὶ ἄλλοι μοναχοὶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη -συμπεριλαμβανομένου τοῦ Γρηγορίου Σιναΐτη- εἶχαν ἐκδηλώσει τὴν πρόθεσί τους νὰ πράξουν τοῦτο.
῎Επειτα ἐγκαταστάθηκε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, καὶ μάλιστα στὴ Μονὴ Μ. Λαύρας, ὅπου συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ, τὸν ὁποῖο εἶχε συναντήσει γιὰ πρώτη φορά, ἴσως πρὸ τῆς μοναχικῆς ἀναχωρήσεώς του, στὴ Θεσσαλονίκη τὸ 1325-1326. Διαδέχθηκε τὸν Μακάριο στὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς Μ. Λαύρας, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἐθεωρεῖτο ἀντιπρόσωπος τοῦ Παλαμᾆ στὸ ῎Ορος (1342). ῾Η διστακτικότης του ὡρισμένες στιγμὲς προκαλοῦσε τὰ παράπονα τοῦ Γρηγορίου, οὐσιαστικὰ ὅμως παρέμενε σταθερὰ ἀφωσιωμένος στὶς ἀπόψεις τούτου. ῎Οχι μόνο ἐπρωτοστάτησε στὴν ὑπογραφὴ τοῦ ῾Αγιορειτικοῦ Τόμου τὸ 1341, ἀλλὰ καὶ ἔγραψε δύο δικά του δοκίμια περὶ τοῦ θείου φωτὸς τὸ 1346.
Μετὰ τὸν θρίαμβο τοῦ Καντακουζηνοῦ (1347) ἐξελέγη μητροπολίτης ῾Ηρακλείας, ποὺ λόγῳ τῆς θέσεώς του ἦταν πρόεδρος τῶν ὑπερτίμων καὶ πρῶτος στὴν τάξι τῶν μητροπολιτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. ᾿Απὸ τότε μετέσχε ἐνεργῶς στὰ κοινὰ τῆς ᾿Εκκλησίας κι ἐπρωτοστάτησε στὶς συζητήσεις γιὰ τὴν εἰρήνευσί της.
Στὶς 10 ᾿Ιουνίου 1350 ἐχειροτόνησε τὸν ἱερομόναχο Κάλλιστο ὡς ἐπίσκοπο, ποὺ εἶχε ἐκλεγῆ διάδοχος τοῦ ἀποθανόντος ᾿Ισιδώρου.
Στὴν σύνοδο τοῦ 1351 ἔπαιξε τὸν δεύτερο μετὰ τὸν Παλαμᾆ ρόλο ἀνάμεσα στοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς ὀρθόδοξης μερίδος. ᾿Επιμελήθηκε τῆς συντάξεως τοῦ τόμου τῆς συνόδου, ποὺ περιέλαβε τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων καὶ τὶς ἀποφάσεις. Τὸ ἑπόμενο ἔτος, ἐνῶ αὐτὸς εὑρισκόταν στὴν Κωνσταντινούπολι, ἡ ῾Ηράκλεια καταλήφθηκε καὶ ἐλεηλατήθηκε ἀπὸ τοὺς Γενουᾆτες· εὐτυχῶς ποὺ αὐτὸς ἦταν ἐλεύθερος, ὥστε νὰ φροντίση γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσι τῶν αἰχμαλώτων μελῶν τοῦ ποιμνίου του μὲ λίγα λύτρα καὶ γιὰ τὴν ἀνασυγκρότησι τῆς πόλεως. Κατὰ τὴ νέα σύγκρουσι μεταξὺ τῶν δύο ᾿Ιωαννῶν, τοῦ Καντακουζηνοῦ καὶ τοῦ Παλαιολόγου, ὁ πατριάρχης Κάλλιστος ἐτάχθηκε μὲ τὸ μέρος τοῦ δευτέρου, μὴ ἐπιθυμώντας νὰ στέψη συναυτοκράτορα τὸν Ματθαῖο Καντακουζηνὸ καὶ νὰ συνεργήση στὴν ἀνάδειξι ἑνὸς ἀκόμη ἀνταγωνιστοῦ τοῦ νομίμου αὐτοκράτορος ᾿Ιωάννη Παλαιολόγου, καὶ ἐγκατέλειψε τὸν θρόνο.
Τότε ὁ Καντακουζηνὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς προταθέντες ἐκ μέρους τῶν ἱεραρχῶν ὑποψηφίους -Φιλόθεο ῾Ηρακλείας, Μακάριο Φιλαδελφείας, Νικόλαο Καβάσιλα- ἐπέλεξε γιὰ πατριάρχη τὸν πρῶτο. Παρέμεινε στὸ θρόνο μόνο ἐπὶ ἕνα ἔτος, διότι τὸ φθινόπωρο τοῦ 1354, ὅταν ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκρατορικὸ ἀξίωμα ὁ Καντακουζηνός, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθῆ κι αὐτός. ᾿Ανεχώρησε γιὰ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος καί, μολονότι εἶχε κηρυχθῆ ἔκπτωτος, ὁ Κάλλιστος τοῦ ἐπέτρεψε ἀργότερα νὰ ἐπανέλθη στὴ μητροπολιτικὴ ἕδρα του, στὴν ῾Ηράκλεια. Διαδέχθηκε ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν Κάλλιστο, μετὰ τὸν θάνατό του, κι ἔμεινε στὸν θρόνο μιὰ ὁλόκληρη ἐξαιρετικὰ καρποφόρο δωδεκαετία, μέχρις ὅτου παραιτήθηκε (1376) λόγω γήρατος καὶ ἄλλων δυσχερειῶν. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ἀνέπτυξε πολύπλευρη δραστηριότητα.
Καὶ πρῶτα συνέβαλε ἀποτελεσματικῶς στὴν ἐπικράτησι τοῦ ἡσυχασμοῦ. Τὴ συγγραφική του παραγωγὴ ὑπὲρ τῶν ἡσυχαστικῶν ἀπόψεων εἶχε ἀρχίσει κατὰ τὸ ἱερομοναχικό του στάδιο, ἀλλὰ συνέχισε ὡς ἀρχιερεὺς ἐντονώτερα. Κατὰ κάποιον τὰ ἔργα του εἶναι παράλληλα πρὸς τὰ τοῦ διδασκάλου του Γρηγορίου Παλαμᾆ καὶ ἀναπαράγουν τὶς ἀπόψεις ποὺ ἔχει διατυπώσει αὐτός. ῞Οπως εἴδαμε, εἶχε λάβει ἐνεργὸ μέρος στὴ σύνοδο τοῦ 1351, ἐνῶ διὰ τῆς συνόδου τοῦ 1368, ποὺ εἶναι ἔργο δικό του, ἐδόθηκε ὁριστικὸ κτύπημα στὴν ἀντιησυχαστικὴ κίνησι καὶ ἐτερματίσθηκε ἡ ἔριδα.
Πρέπει ὅμως νὰ σημειωθῆ ὅτι ὁ Φιλόθεος ἐνήργησε γενικώτερα, ὥστε νὰ διαποτισθῆ πλήρως ἡ ᾿Εκκλησία μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. Σ᾿ αὐτὸν κυρίως ὀφείλεται ἡ προσθήκη τοῦ μακαρισμοῦ τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῶν ἀντιησυχαστῶν στὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἡ ὑπὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα ἀνασύνταξις τῆς ὁμολογίας τῶν ὑποψηφίων ἐπισκόπων, ἡ προσαρμογὴ τοῦ λειτουργικοῦ τυπικοῦ καὶ τοῦ ὁμιλιαρίου, καθὼς καὶ ἡ ἀλλαγὴ τεχνοτροπίας στὴν ἁγιογραφία, ποὺ παρατηρεῖται ἤδη ἐμφανῶς στὰ ἔργα τοῦ μεγάλου καλλιτέχνη Θεοφάνη τοῦ Γραικοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος ἔστειλε στὴ Ρωσία.
῎Εντονη ὑπῆρξε ἡ δραστηριότης τοῦ Φιλοθέου στὸ πεδίο τῶν σχέσεων τῶν δύο ᾿Εκκλησιῶν. ᾿Ενῶ οἱ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ᾿Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου σχέσεις ὑπῆρξαν πάντοτε ἀδιατάρακτες, οἱ δυὸ ἄνδρες ἀκολούθησαν ἀπολύτως διάφορη τακτικὴ στὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, ὅπως παλαιότερα στὰ πολιτικά. ῞Οπως εἶναι φυσικὸ ὁ Παλαιολόγος ἐνδιαφερόταν πρωτίστως γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς πολιτείας, ἐνῶ ὁ Φιλόθεος ἐνδιαφερόταν πρωτίστως γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Ακολούθησαν ὁ καθένας ἰδιαίτερο δρόμο γιὰ τὴν ἐπίτευξι τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος στὸ βάθος καθίστατο κοινός, διότι ἦταν συνδυασμένος ὁ στόχος τῆς διατηρήσεως καὶ τῶν δύο ὀργανισμῶν στὴν ζωή. Προφανῶς γι᾿ αὐτὸ δὲν ἦλθαν ποτὲ σὲ σύγκρουσι, ἔχοντας ἂν ὄχι σιωπηρὴ συμφωνία, τουλάχιστο ἀξιοθαύμαστη ἀλληλοκατανόησι.
Τὴν πρωτοβουλία στὶς σχετικὲς οἰκουμενικὲς συζητήσεις εἶχε ὁ αὐτοκράτωρ καὶ κύριος ἐκπρόσωπος τῆς ἀνατολικῆς ᾿Ορθοδοξίας ἦταν ὁ πρώην αὐτοκράτωρ ᾿Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός, τώρα μοναχὸς ᾿Ιωάσαφ. ῾Ο λατῖνος κληρικὸς Παῦλος ἦλθε ὡς λεγᾆτος τοῦ πάπα στὴν Κωνσταντινούπολι δυὸ φορές, τὴν δεύτερη μάλιστα φορὰ μὲ τὸν τίτλο τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (1367). Φέροντας τέτοιον τίτλο δὲν ἦταν διατεθειμένος νὰ συνομιλήση μὲ τὸν Φιλόθεο, τὸν ὁποῖο ἐθεωροῦσε ὡς ἀντικανονικὸ διεκδικητὴ τοῦ τίτλου, ἀλλ᾿ οὔτε ὁ Φιλόθεος εἶχε διάθεσι νὰ συζητήση μαζί του.
῾Ο Καντακουζηνὸς ἔθεσε τὸ πρόβλημα τῆς ἑνώσεως ἐπάνω σὲ νέα βάσι, στὴν σύγκλησι οἰκουμενικῆς συνόδου, ποὺ θὰ ἐξέταζε συνολικῶς τὰ σπουδαῖα ζητήματα τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Ενῶ ὁ Παῦλος ἐδέχθηκε αὐτὴ τὴ βάσι, ὁ πάπας τὴν ἀπέρριψε· ὁ σπόρος ὅμως ποὺ ἐρρίφθηκε τότε ἐδῶ, ἐφύτρωσε ἀργότερα στὴ Δύσι μὲ τὴν σύγκλησι τῆς συνόδου τῆς Κωνσταντίας καὶ τέλος τῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας. ῾Ο πάπας ἀπέρριψε τὴν πρότασι, διότι ἐθεωροῦσε τὰ θέματα λελυμένα κατὰ τὶς δυτικὲς ἀπόψεις καὶ ἐπέμενε νὰ πραγματοποιηθῆ ἡ ἕνωσις μὲ μόνο ἕνα διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορος. Τότε ὁ αὐτοκράτωρ ᾿Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος, διαχωρίζοντας τὴν θέσι του ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς ἀνατολικούς, ὡμολόγησε ἀφοσίωσι στὸν πάπα μὲ αὐτοπρόσωπη ἐμφάνισι ἐνώπιόν του. ᾿Αλλ᾿ ἔμεινε μόνος σχεδόν, διότι τὸ διάταγμά του δὲν εἶχε καμμιὰ ἀπήχησι.
᾿Αντιθέτως ὁ Φιλόθεος, βλέποντας τὴν ἀντικειμενικὴ ἀδυναμία τῆς Δύσεως νὰ βοηθήση ἀποτελεσματικῶς τὸ Βυζάντιο, ἐφρόντισε νὰ εὕρη ὑποκατάστατο αὐτῆς τῆς βοηθείας. ῎Οχι μόνο ἥνωσε τοὺς ἡγέτες τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας σὲ κοινὸ μέτωπο κατὰ τῆς ἑτεροδοξίας, ἀλλ᾿ ἦλθε σὲ συνεννόησι καὶ μὲ τοὺς ἡγεμόνες τῶν ὀρθοδόξων χωρῶν τοῦ βορρᾆ. Θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ σχηματισθῆ μία συμμαχία ἀρκετὰ ἰσχυρὴ πρὸς ἀπόκρουσι τῶν Τούρκων. ῾Η προσπάθεια ἐφαινόταν ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχη, ἂν ἐνεργοῦσε καὶ ἡ πολιτεία καταλλήλως· ἀλλ᾿ ἦταν πλέον ἀργά.
῾Ο Φιλόθεος ἀποκατέστησε τὶς σχέσεις τοῦ Πατριαρχείου μὲ τὴν Σερβικὴ ᾿Εκκλησία. ᾿Επειδὴ ὁ Στέφανος Δουσὰν εἶχε ἀλλοιώσει τὴν σύνθεσι τῆς ἱεραρχίας τῶν χωρῶν ποὺ εἶχε καταλάβει (Μακεδονίας καὶ ᾿Ηπείρου), ὁ Κάλλιστος Α’ ἀναγκάσθηκε ν᾿ ἀφορίση αὐτὸν καὶ τὴν ᾿Εκκλησία του στὶς ἀρχὲς τοῦ 1353. ῾Ο Φιλόθεος ἦρε τὸ ἀνάθεμα σὲ δυὸ φάσεις· πρῶτα γιὰ τὸ σερβικὸ δεσποτᾆτο τῶν Σερρῶν, κατόπιν ἐκκλήσεως τοῦ ᾿Ιωάννη Οὔγγλεση (1371), ἔπειτα δὲ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἐπικράτεια τοῦ Πατριαρχείου τῶν Σέρβων, κατόπιν πρωτοβουλίας Σέρβων ἡσυχαστῶν, μοναχῶν τοῦ κύκλου τοῦ Φιλοθέου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ὁ ᾿Ησαΐας, ὁ Νικόδημος, ὁ Νήφων καὶ ὁ Σίλβεστρος.
Μετὰ τὴν πρώτη σύντομη πατριαρχεία του συνδέθηκε στενὰ μαζί του ὁ Κυπριανὸς Τσάμπλακ, μέλος τῆς γνωστῆς μεγάλης ἑλληνοβουλγαροβλαχικῆς οἰκογενείας, καὶ ἔγινε ἀπὸ τότε συνεργάτης του. Τὸν συνώδευσε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσί του ἀπὸ τὸν θρόνο κι ἔμεινε σ᾿ αὐτὸ ἀρκετὸν χρόνο, διότι τὸ ἐθεωροῦσε σχολὴ πνευματικῆς ἀσκήσεως. ῞Οταν ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολι, ἔμεινε μαζί του ὡς συνεργάτης καὶ σύγκελλος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δευτέρας πατριαρχείας του.
Στὴν Οὑγγροβλαχία κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Φιλοθέου ὁ ἡγεμὼν Βλαδισλάβος Βόδας, αἰσθανόμενος τὴν πίεσι τῆς ρωμαιοκαθολικῆς προπαγάνδας ἀπὸ τὴν Οὑγγαρία, ἐζήτησε τὴν χειροτονία τοῦ ᾿Ανθίμου Κριτοπούλου σὲ μητροπολίτη μὲ εὐθύνη ποιμαντορικὴ ἐπὶ τμήματος τῆς χώρας ποὺ εἶχε ἕδρα τὸ Σεβερῖνο. ῾Ο Φιλόθεος ἐχειροτόνησε τὸν ῎Ανθιμο τὸ 1370, ἀργότερα δὲ ἐτοποθέτησε στὴν Κούρτεα Ντὲ ῎Αργκες ὡς μητροπολίτη τὸν Χαρίτωνα σὲ διαδοχὴ τοῦ ἀποθανόντος ῾Υακίνθου (1372).
Τὴν διοργάνωσι τοῦ μοναχικοῦ βίου στὴ Ρουμανία ἀνέλαβε ὁ ἑλληνοσέρβος ἁγιορείτης μοναχὸς Νικόδημος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πορεία του πρὸς τὸν βορρᾆ ἵδρυσε μονὲς στὴν περιοχὴ τῆς Κράϊνας τῆς Βουλγαρίας, κατὰ τὰ ἀθωνικὰ πρότυπα. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 1370, περνώντας τὸν Δούναβι, ἦλθε στὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες, προφανῶς ὑπὸ τὴν καθοδήγησι τοῦ Φιλοθέου. Μὲ ἔγκρισι τοῦ Χαρίτωνος ὁ Νικόδημος ἵδρυσε δυὸ κεντρικὲς μονὲς κατὰ τὸ τυπικὸ τῆς Μεγίστης Λαύρας· τῆς ἑλληνόφωνης Βοδίτσας καὶ τῆς σλαβόφωνης Τισμάνας. ῞Ιδρυσε βέβαια καὶ ἄλλες μονὲς βορείως τῶν Καρπαθίων, τὶς ὁποῖες ἐπεξέτειναν καὶ ηὔξησαν οἱ μαθηταί του. ῎Ετσι ἐδημιουργήθηκε ἕνα ἰσχυρὸ τεῖχος ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ διαπεράσουν εὔκολα οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ προσηλυτισταί. Μαθηταί του ὠργάνωσαν τὸν μοναχισμὸ στὴν Μολδαβία, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἵδρυσαν τὶς μονὲς Νεάμτσου καὶ Μαραμοῦρες, ὅπου ἐπέβαλαν τὸ βυζαντινὸ τυπικό.
Στὰ μέσα τοῦ 14ου αἰῶνος ἐπὶ τοῦ χώρου Ρωσίας, Πολωνίας καὶ Βαλτικῆς εἶχαν διαμορφωθῆ τρεῖς μείζονες κρατικὲς ἐξουσίες· τῆς Μεγάλης Ρωσίας, τῆς Πολωνίας καὶ τῆς Λιθουανίας. ῏Ηταν εὔλογο νὰ διαμορφωθοῦν ἐπίσης τρεῖς ἐκκλησιαστικὲς περιφέρειες, ἂν καὶ οἱ ἕδρες εἶναι περισσότερες, διότι ἐναλλάσσονται· Κίεβο, Μόσχα, Βλαδίμηρο, Νόβγοροδ, Γαλικία. ῾Η ἡγεμονία τῆς Μόσχας εἶχε ἀναδειχθῆ στὸ ἰσχυρότερο ἀπὸ τὰ κράτη τῆς Ρωσίας καὶ ἡ δύναμίς της αὐξανόταν συνεχῶς. Τὸ ἔτος 1367 ἀποτελεῖ σταθμὸ στὴν ἱστορία της, διότι τότε ἀνοικοδομήθηκε τὸ λίθινο κρεμλῖνο της, τὸ φρούριό της, ὁπότε ἡ ἡγεμονία ἀπέκτησε ἀπόρθητη ἑστία. ῾Ο μητροπολίτης Μόσχας ᾿Αλέξιος, ποὺ εἶχε χειροτονηθῆ ἀπὸ τὸ Φιλόθεο κατὰ τὴν πρώτη πατριαρχεία του, συντάχθηκε πλήρως στὸ πλευρὸ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Μόσχας Δημητρίου σ᾿ ὅλες τὶς πολιτικές του ἐπιδιώξεις, πρᾆγμα ποὺ δυσαρέστησε καὶ ἄλλους μικροτέρους ἡγεμόνες, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰσχυροὺς ἡγεμόνες τῆς Πολωνίας Καζίμιρ καὶ Λιθουανίας ῎Ολγκερδ, τῶν ὁποίων μάλιστα ὁ δεύτερος εἶχε καταλάβει τὸ Κίεβο τὸ 1362. Κατόπιν τῶν παραπόνων τους ὁ Φιλόθεος ἔστειλε στὴ Ρωσία τὸ 1374 ὡς παρατηρητὴ καὶ συντονιστὴ τῆς πολιτικῆς του τὸν Κυπριανὸ Τσάμπλακ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ κατέβαλε μάταιες προσπάθειες συμφιλιώσεως τῶν ἡγεμόνων αὐτῶν μὲ τὸν ᾿Αλέξιο, ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολι, γιὰ νὰ ἐκθέση περὶ τῆς καταστάσεως. ῾Ο Φιλόθεος τότε τὸν ἐχειροτόνησε μητροπολίτη Κιέβου (1376) μ᾿ ἐντολὴ νὰ ποιμάνη “ὅσα ἀφῆκεν ἀπρονόητα ἐπὶ πολλοῖς χρόνοις ὁ μητροπολίτης κῦρ ᾿Αλέξιος”.
῾Η ἀποστολὴ τοῦ Κυπριανοῦ, μαθητοῦ τοῦ Φιλοθέου, ὅπως εἴδαμε, καὶ πιστοῦ ἡσυχαστοῦ, δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ τριχοτομήση τὴν ἤδη διχοτομημένη ᾿Εκκλησία τῆς Ρωσίας (Μόσχα, Κίεβο, Γαλικία), ὅπως ἀπὸ πρώτη ὄψι φαίνεται, ἀλλὰ τὴν ἐξοικονόμησι τῶν πραγμάτων ἀπέναντι στὸν κίνδυνο λατινοποιήσεως, ποὺ ἡ ἀπρόσεκτη πολιτικὴ τοῦ ᾿Αλεξίου ἐπέτρεψε νὰ δημιουργηθῆ, μὲ τοὺς δύο δυσαρεστημένους ἡγεμόνες ἑτοίμους νὰ παραδώσουν τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο στὴν Ρωμαιοκαθολικὴ ᾿Εκκλησία. ῾Ο Φιλόθεος ἐνεργοῦσε μὲ προοπτικὴ νὰ ἑνωθῆ κάποτε ὁριστικῶς ἡ ᾿Εκκλησία. ᾿Εκεῖνο ποὺ ἔπαιξε σπουδαῖο ρόλο στὴν ἀπόφασί του νὰ στείλη τὸν Κυπριανὸ ἦταν ἡ ἡσυχαστικὴ ἰδεολογία του. ῎Επειτα ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Κυπριανὸς ἐπετέλεσε σπουδαῖο ἔργο μεταξὺ τῶν ᾿Ορθοδόξων τῆς Λιθουανίας, στὴν ὁποία ὑπαγόταν τότε καὶ ἡ Οὐκρανία, ἀναγνωρίσθηκε τέλος μητροπολίτης ὅλης τῆς ἑνοποιημένης Ρωσίας μὲ ἕδρα τὴ Μόσχα (1390-1406).
Μιὰ ἑλληνικὴ φυσιογνωμία ποὺ στὴ ρωσικὴ πνευματικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ ζωὴ κατέχει τὴν θέσι ἑνὸς γίγαντος εἶναι ὁ Θεοφάνης ὁ Γραικός, ἕνα παλαιὸ πρότυπο τοῦ Δομινίκου Θεοτοκοπούλου. ῾Ο βιογράφος του ᾿Επιφάνιος τὸν ἀποκαλεῖ “σοφὸν καὶ φιλόσοφον”, ποὺ σημαίνει ὅτι ἦταν πεπαιδευμένος καὶ ἀσκητικός. Τὸ κύριο ὅμως ἔργο του εἶναι ὅτι μετέφερε στὴν Ρωσία τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα μὲ τὴν τέχνη του ποὺ κοσμεῖ πολλοὺς ναοὺς τῆς χώρας. Εἶχε φθάσει ἐκεῖ τὴν δεκαετία τοῦ 1370, τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ τὸν Κυπριανὸ Τσάμπλακ καὶ κατὰ σύστασι τοῦ Φιλοθέου χωρὶς ἀμφιβολία.
Τὸ ὅτι ἡ ᾿Ορθοδοξία στὸν χῶρο ἐκεῖνο κατώρθωσε ν᾿ ἀνθέξη στὶς μεταγενέστερες τρομερὲς πιέσεις εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς πολιτικῆς τοῦ Φιλοθέου.
ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ
῍Αν καὶ κατ᾿ ἀρχὴν ἡ εὐρεῖα μόρφωσις τοῦ Φιλοθέου ἦταν κλασικῆς καὶ ἀνθρωπιστικῆς κατευθύνσεως, ὁ σύνδεσμός του μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ καὶ τοὺς ἡσυχαστὰς τὸν ὡδήγησε νὰ διοχετεύση τὴν πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα στὴν ὑπηρεσία τῆς πίστεως καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας.
Α’. Δογματικὰ ἔργα: Τὸ κυριώτερο ἀπὸ αὐτὰ εἶναι οἱ ᾿Αντιρρητικοὶ Λόγοι πρὸς τὰ συγγράμματα τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾆ. Πρόκειται περὶ μιᾆς μεγάλης συνθέσεως ἐκτεινομένης σὲ δεκαπέντε πραγματεῖες, μὲ τὶς ὁποῖες ἀνασκευάζονται οἱ ἀρνητικὲς ἀπόψεις τοῦ Γρηγορᾆ περὶ τῆς θείας χάριτος καὶ τῆς θεοφανείας. Οἱ τρεῖς τελευταῖες πραγματεῖες (13-15), τῶν ὁποίων ἡ δεκάτη πέμπτη ἀποτελεῖ τὸν ἐπίλογο, εἶχαν γραφῆ πρῶτες, πρὶν ἀπὸ τὴν κυκλοφόρησι τῶν θεολογικῶν πραγματειῶν τοῦ Γρηγορᾆ, ἐνῶ οἱ πρῶτες (1-12) ἐγράφηκαν ἀργότερα. ῍Αν καὶ ἀκολουθεῖ τὴν γραμμὴ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ πιστῶς, ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Φιλοθέου ἔχει καὶ ὡρισμένα νέα στοιχεῖα. Οἱ δύο σειρὲς πραγματειῶν συνενώθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Φιλόθεο, ὅπως μαρτυρεῖται στὸν πρόλογο τοῦ ἔργου.
῎Αλλα δογματικὰ κείμενα τοῦ Φιλοθέου, ποὺ δὲν ἐκδόθηκαν ἀκόμη, εἶναι ἡ ᾿Ανατροπὴ τῶν 14 κεφαλαίων, τὴν ὁποία συνέταξε ὅταν ἦταν ἀκόμη μητροπολίτης ῾Ηρακλείας, οἱ δύο Δογματικοὶ λόγοι πρὸς τὸν ᾿Ακίνδυνον καὶ τὴν μερίδα αὐτοῦ καὶ ἡ δογματικὴ ᾿Επιστολὴ πρὸς Πετριώτην, προφανῶς τὸν πολιτικὸ ἀξιωματοῦχο Μανουὴλ Πετριώτη.
Β’. ῾Ομιλίες: ῍Αν καὶ μόνο τρεῖς ὁμιλίες τοῦ Φιλοθέου τυπικῆς μορφῆς ἔχουν ἐκδοθῆ (Εἰς τὴν ῞Υψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Εἰς τὴν ᾿Αναστήλωσιν τῶν εἰκόνων, Περὶ Φιλαργυρίας), ἡ προσφορά του στὴν ὁμιλητικὴ εἶναι πολὺ σημαντική. Πλὴν τοῦ ὅτι ὑπάρχουν καὶ μερικὲς αὐτοτελεῖς ἀνέκδοτες ὁμιλίες του, σπουδαία εἶναι ἡ προσπάθειά του νὰ ἀνασυντάξη τὸ σύστημα τοῦ Κυριακοδρομίου, ποὺ εἶχε παλαιότερα, τὸν δωδέκατο αἰῶνα, διαρθρωθῆ ἀπὸ τὸν πατριάρχη ᾿Ιωάννη Ι’ ᾿Αγαπητό. ῾Η συμβολὴ τοῦ Φιλοθέου στὴν σύνταξι τῶν ὁμιλιῶν ἀπέβλεπε, ὅπως εἶναι φανερό, στὴν διαπότισί τους μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. ῾Η συλλογὴ ὡς σύνολο παραμένει ἀνέκδοτη. Θαυμάσιος εἶναι ὁ Λόγος ἱστορικός, ποὺ ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς διεσπαρμένους ῾Ηρακλειῶτες μετὰ τὴν ἅλωσι τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Λατίνους (1352).
Γ’. ῾Αγιολογικὰ Κείμενα: ῾Ο Φιλόθεος ἀφιέρωσε σημαντικὸ μέρος τῆς δραστηριότητός του στὴ σύνταξι ἁγιολογικῶν κειμένων, στὰ ὁποῖα προβάλλει τὴν καθαρότητα τοῦ βίου τῶν ἡρώων του, τὴν θαυματουργική τους δύναμι, τὴν θεωρία τοῦ θείου φωτός, τὴν ἄνθησι τοῦ γλυκασμοῦ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀπὸ τὸν παρόντα βίο. Δεκαέξι ποικίλης μορφῆς κείμενα αὐτῆς τῆς κατηγορίας προέρχονται ἀπὸ τὴν γραφίδα του.
Στὴν πρώτη θέσι ἔρχονται πέντε κείμενα ποὺ ἀναφέρονται σὲ ἁγίους, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη ἢ συνδέονται μὲ αὐτὴν καὶ μὲ τὸν Φιλόθεο. Εἶναι τὰ κατ᾿ ἐξοχὴν ἁγιολογικά του ἔργα, διότι περιγράφει σ᾿ αὐτὰ τὸν βίο τῶν ἡρώων του, ὅπως τὸν ἐγνώριζε ὁ ἴδιος μάλιστα, καὶ τὴν θαυματουργική τους δραστηριότητα. Εἶναι ὁ ἐκτενέστατος Βίος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, διδασκάλου καὶ συνεργάτη του, ὁ ἐπίσης ἐκτενέστατος Βίος τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ισιδώρου Θεσσαλονικέως, καὶ οἱ Βίοι τῶν διαπρεπῶν συγχρόνων ἀσκητῶν Γερμανοῦ Μαρούλη καὶ Σάββα Βατοπεδινοῦ. Τὸ ῾Υπόμνημα εἰς τὸν ὅσιον Νικόδημον τὸν Νέον, τὸν Βερροιώτην ἀσκητὴ ποὺ ἐπέθανε σὲ ἡλικία σαράντα ἐτῶν τὸ 1308, εἶναι σύντομο κείμενο ποὺ θέλει νὰ τονίση τὴν ἁγιότητα τοῦ Νικοδήμου.
Σαφῶς ἁγιολογικὸ χαρακτῆρα ἔχουν καὶ τὰ ᾿Εγκώμια στοὺς Θεσσαλονικεῖς μάρτυρες τῆς παλαιᾆς ἐποχῆς ἅγιο Δημήτριο καὶ ἁγία ᾿Ανυσία, ἂν καὶ σ᾿ αὐτὰ ὑπερέχει τὸ ἐγκωμιαστικὸ καὶ ἠθικολογικὸ στοιχεῖο.
Τὰ ἄλλα ἐγκώμιά του, τὰ περισσότερα ἀνέκδοτα, εἶναι στοὺς ῾Αγίους ᾿Αποστόλους, ῾Αγίους Πάντες, ἀπόστολο Θωμᾆ, Τρεῖς ῾Ιεράρχες, ἅγιο ᾿Ονούφριο, ἁγία Φεβρωνία, ἅγιο Φωκᾆ, Θεόδωρο Τήρωνα, ᾿Ιωάννη Χρυσόστομο.
Δ’. ῾Ερμηνευτικὰ Κείμενα: Δύο ὁμιλίες στὸν ψαλμὸ 37, ποὺ ἐκφωνήθηκαν σὲ δύο συνεχόμενες ἡμέρες καὶ ἀφιερώθηκαν σὲ φιλικὸ πρόσωπο, ἐπεξεργάζονται τὸ θέμα τῆς μετανοίας. Τρεῖς λόγοι ἐπὶ τοῦ χωρίου τῶν Παροιμιῶν “῾Η Σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον”, εἶναι μᾆλλον ἑρμηνευτικὰ δοκίμια. Τρία σημειώματα ἐπὶ τῶν μακαρισμῶν ἀφιερώθηκαν στὴ βασίλισσα ῾Ελένη Καντακουζηνή. Δύο ὁμιλίες στὴν Κυριακὴ τῆς συγκυπτούσης γυναικὸς ἐκφωνήθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολι ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωσι τῆς ῾Ηρακλείας ἀπὸ τοὺς Λατίνους (1352).
Ε’. ῎Αλλα Κείμενα: ᾿Ανάμεσα σ᾿ αὐτὰ πρέπει νὰ μνημονευθοῦν ἡ Διάταξις περὶ θείας Λειτουργίας καὶ ἡ Διάταξις περὶ τῆς ἱεροδιακονίας, ποὺ ἐγράφηκαν ἀπὸ τὸν Φιλόθεο ὅταν ἦταν ἡγούμενος στὴ Μεγίστη Λαύρα. Σ᾿ ἕνα μικρὸ δοκίμιό του καταπολεμεῖται ὁ ἀναθεματισμὸς ποὺ συνέταξε ὁ Κωνσταντῖνος ᾿Αρμενόπουλος ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν τὸ 1353 στὴν ἔκπτωσι τοῦ ᾿Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβανόταν καὶ ὁ Φιλόθεος. ᾿Απὸ τὶς εὐχὲς ποὺ συνέταξε μιὰ ἀναπέμφθηκε κατὰ τὴν χειροτονία του, μιὰ πρὸ τῆς πύλης τῆς ῾Ηρακλείας, ὅταν ἀνελάμβανε τὴν ἕδρα του καὶ μιὰ κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς. ᾿Απὸ τὰ ποιητικά του κείμενα εἶναι γνωστὰ ἡ ᾿Ακολουθία του στὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ καὶ ἕνας παρακλητικὸς κανὼν σ᾿ αὐτόν, ἕνας παρακλητικὸς κανὼν στὸν ἅγιο Δημήτριο, ᾿Ακολουθία στὴν μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Κανὼν στὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό, Κανὼν στὰ θαύματα τῆς ἱερᾆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου.
Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ
῾Ο Φιλόθεος ἀναφέρεται πολὺ ἐνωρὶς ὡς ἅγιος, ἀλλὰ δὲν διασώθηκε ᾿Ακολουθία του οὔτε ἡμέρα ἑορτῆς του. Στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος συντάχθηκε ἡ ᾿Ακολουθία του συνοδευομένη ἀπὸ ἐκτενῆ Βίο ὑπὸ τύπο συναξαρίου. ῍Αν καὶ ὁ Βίος ἐγράφηκε τόσο ἀργὰ καὶ ὁ συντάκτης του εἶναι ἄγνωστος τὰ προσφερόμενα ἱστορικὰ στοιχεῖα εἶναι σ᾿ ἕνα μεγάλο μέρος ἀκριβῆ. ῾Ο Βίος καὶ ἡ ᾿Ακολουθία ἔχουν ἐκδοθῆ ἀπὸ τὸν Β. Δεντάκη (᾿Αθῆναι 1970). ῾Η μνήμη αὐτοῦ τελεῖται τὴν 11η ᾿Οκτωβρίου.
ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1300-1379)
πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως,
διαπρεπὴς θεολόγος, ἅγιος
ΒΙΟΣ
῾Ο Φιλόθεος Κόκκινος εἶναι γιὰ τὸν ἡσυχασμὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἀντίγραφο τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ιωάννη Καντακουζηνοῦ, διότι, ὅπως ἐκεῖνος τὸν εἶχε ἐπιβάλει πολιτικῶς, αὐτὸς τὸν ἐπέβαλε ἐκκλησιαστικῶς.
Γόνος πτωχῆς οἰκογενείας τῆς Θεσσαλονίκης, ἐγεννήθηκε γύρω στὸ 1305, ἐσπούδασε φιλολογία ὑπὸ τὸν περίφημο καθηγητὴ Θωμᾆ Μάγιστρο, τοῦ ὁποίου ἦταν ὑπηρέτης. ᾿Αργότερα ἐμφανίζεται ὡς μοναχός. Σύμφωνα μὲ εἰδήσεις τῶν πηγῶν κάποτε ἐμόνασε στὸ Σινᾆ, χωρὶς νὰ εἶναι εὔκολο νὰ ἐντοπισθῆ τοῦτο χρονολογικῶς· ἴσως νὰ μετέβη ἐκεῖ τὸ 1326, ὅταν καὶ ἄλλοι μοναχοὶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη -συμπεριλαμβανομένου τοῦ Γρηγορίου Σιναΐτη- εἶχαν ἐκδηλώσει τὴν πρόθεσί τους νὰ πράξουν τοῦτο.
῎Επειτα ἐγκαταστάθηκε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, καὶ μάλιστα στὴ Μονὴ Μ. Λαύρας, ὅπου συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ, τὸν ὁποῖο εἶχε συναντήσει γιὰ πρώτη φορά, ἴσως πρὸ τῆς μοναχικῆς ἀναχωρήσεώς του, στὴ Θεσσαλονίκη τὸ 1325-1326. Διαδέχθηκε τὸν Μακάριο στὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς Μ. Λαύρας, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἐθεωρεῖτο ἀντιπρόσωπος τοῦ Παλαμᾆ στὸ ῎Ορος (1342). ῾Η διστακτικότης του ὡρισμένες στιγμὲς προκαλοῦσε τὰ παράπονα τοῦ Γρηγορίου, οὐσιαστικὰ ὅμως παρέμενε σταθερὰ ἀφωσιωμένος στὶς ἀπόψεις τούτου. ῎Οχι μόνο ἐπρωτοστάτησε στὴν ὑπογραφὴ τοῦ ῾Αγιορειτικοῦ Τόμου τὸ 1341, ἀλλὰ καὶ ἔγραψε δύο δικά του δοκίμια περὶ τοῦ θείου φωτὸς τὸ 1346.
Μετὰ τὸν θρίαμβο τοῦ Καντακουζηνοῦ (1347) ἐξελέγη μητροπολίτης ῾Ηρακλείας, ποὺ λόγῳ τῆς θέσεώς του ἦταν πρόεδρος τῶν ὑπερτίμων καὶ πρῶτος στὴν τάξι τῶν μητροπολιτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. ᾿Απὸ τότε μετέσχε ἐνεργῶς στὰ κοινὰ τῆς ᾿Εκκλησίας κι ἐπρωτοστάτησε στὶς συζητήσεις γιὰ τὴν εἰρήνευσί της.
Στὶς 10 ᾿Ιουνίου 1350 ἐχειροτόνησε τὸν ἱερομόναχο Κάλλιστο ὡς ἐπίσκοπο, ποὺ εἶχε ἐκλεγῆ διάδοχος τοῦ ἀποθανόντος ᾿Ισιδώρου.
Στὴν σύνοδο τοῦ 1351 ἔπαιξε τὸν δεύτερο μετὰ τὸν Παλαμᾆ ρόλο ἀνάμεσα στοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς ὀρθόδοξης μερίδος. ᾿Επιμελήθηκε τῆς συντάξεως τοῦ τόμου τῆς συνόδου, ποὺ περιέλαβε τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων καὶ τὶς ἀποφάσεις. Τὸ ἑπόμενο ἔτος, ἐνῶ αὐτὸς εὑρισκόταν στὴν Κωνσταντινούπολι, ἡ ῾Ηράκλεια καταλήφθηκε καὶ ἐλεηλατήθηκε ἀπὸ τοὺς Γενουᾆτες· εὐτυχῶς ποὺ αὐτὸς ἦταν ἐλεύθερος, ὥστε νὰ φροντίση γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσι τῶν αἰχμαλώτων μελῶν τοῦ ποιμνίου του μὲ λίγα λύτρα καὶ γιὰ τὴν ἀνασυγκρότησι τῆς πόλεως. Κατὰ τὴ νέα σύγκρουσι μεταξὺ τῶν δύο ᾿Ιωαννῶν, τοῦ Καντακουζηνοῦ καὶ τοῦ Παλαιολόγου, ὁ πατριάρχης Κάλλιστος ἐτάχθηκε μὲ τὸ μέρος τοῦ δευτέρου, μὴ ἐπιθυμώντας νὰ στέψη συναυτοκράτορα τὸν Ματθαῖο Καντακουζηνὸ καὶ νὰ συνεργήση στὴν ἀνάδειξι ἑνὸς ἀκόμη ἀνταγωνιστοῦ τοῦ νομίμου αὐτοκράτορος ᾿Ιωάννη Παλαιολόγου, καὶ ἐγκατέλειψε τὸν θρόνο.
Τότε ὁ Καντακουζηνὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς προταθέντες ἐκ μέρους τῶν ἱεραρχῶν ὑποψηφίους -Φιλόθεο ῾Ηρακλείας, Μακάριο Φιλαδελφείας, Νικόλαο Καβάσιλα- ἐπέλεξε γιὰ πατριάρχη τὸν πρῶτο. Παρέμεινε στὸ θρόνο μόνο ἐπὶ ἕνα ἔτος, διότι τὸ φθινόπωρο τοῦ 1354, ὅταν ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκρατορικὸ ἀξίωμα ὁ Καντακουζηνός, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθῆ κι αὐτός. ᾿Ανεχώρησε γιὰ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος καί, μολονότι εἶχε κηρυχθῆ ἔκπτωτος, ὁ Κάλλιστος τοῦ ἐπέτρεψε ἀργότερα νὰ ἐπανέλθη στὴ μητροπολιτικὴ ἕδρα του, στὴν ῾Ηράκλεια. Διαδέχθηκε ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν Κάλλιστο, μετὰ τὸν θάνατό του, κι ἔμεινε στὸν θρόνο μιὰ ὁλόκληρη ἐξαιρετικὰ καρποφόρο δωδεκαετία, μέχρις ὅτου παραιτήθηκε (1376) λόγω γήρατος καὶ ἄλλων δυσχερειῶν. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ἀνέπτυξε πολύπλευρη δραστηριότητα.
Καὶ πρῶτα συνέβαλε ἀποτελεσματικῶς στὴν ἐπικράτησι τοῦ ἡσυχασμοῦ. Τὴ συγγραφική του παραγωγὴ ὑπὲρ τῶν ἡσυχαστικῶν ἀπόψεων εἶχε ἀρχίσει κατὰ τὸ ἱερομοναχικό του στάδιο, ἀλλὰ συνέχισε ὡς ἀρχιερεὺς ἐντονώτερα. Κατὰ κάποιον τὰ ἔργα του εἶναι παράλληλα πρὸς τὰ τοῦ διδασκάλου του Γρηγορίου Παλαμᾆ καὶ ἀναπαράγουν τὶς ἀπόψεις ποὺ ἔχει διατυπώσει αὐτός. ῞Οπως εἴδαμε, εἶχε λάβει ἐνεργὸ μέρος στὴ σύνοδο τοῦ 1351, ἐνῶ διὰ τῆς συνόδου τοῦ 1368, ποὺ εἶναι ἔργο δικό του, ἐδόθηκε ὁριστικὸ κτύπημα στὴν ἀντιησυχαστικὴ κίνησι καὶ ἐτερματίσθηκε ἡ ἔριδα.
Πρέπει ὅμως νὰ σημειωθῆ ὅτι ὁ Φιλόθεος ἐνήργησε γενικώτερα, ὥστε νὰ διαποτισθῆ πλήρως ἡ ᾿Εκκλησία μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. Σ᾿ αὐτὸν κυρίως ὀφείλεται ἡ προσθήκη τοῦ μακαρισμοῦ τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῶν ἀντιησυχαστῶν στὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἡ ὑπὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα ἀνασύνταξις τῆς ὁμολογίας τῶν ὑποψηφίων ἐπισκόπων, ἡ προσαρμογὴ τοῦ λειτουργικοῦ τυπικοῦ καὶ τοῦ ὁμιλιαρίου, καθὼς καὶ ἡ ἀλλαγὴ τεχνοτροπίας στὴν ἁγιογραφία, ποὺ παρατηρεῖται ἤδη ἐμφανῶς στὰ ἔργα τοῦ μεγάλου καλλιτέχνη Θεοφάνη τοῦ Γραικοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος ἔστειλε στὴ Ρωσία.
῎Εντονη ὑπῆρξε ἡ δραστηριότης τοῦ Φιλοθέου στὸ πεδίο τῶν σχέσεων τῶν δύο ᾿Εκκλησιῶν. ᾿Ενῶ οἱ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ᾿Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου σχέσεις ὑπῆρξαν πάντοτε ἀδιατάρακτες, οἱ δυὸ ἄνδρες ἀκολούθησαν ἀπολύτως διάφορη τακτικὴ στὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, ὅπως παλαιότερα στὰ πολιτικά. ῞Οπως εἶναι φυσικὸ ὁ Παλαιολόγος ἐνδιαφερόταν πρωτίστως γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς πολιτείας, ἐνῶ ὁ Φιλόθεος ἐνδιαφερόταν πρωτίστως γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Ακολούθησαν ὁ καθένας ἰδιαίτερο δρόμο γιὰ τὴν ἐπίτευξι τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος στὸ βάθος καθίστατο κοινός, διότι ἦταν συνδυασμένος ὁ στόχος τῆς διατηρήσεως καὶ τῶν δύο ὀργανισμῶν στὴν ζωή. Προφανῶς γι᾿ αὐτὸ δὲν ἦλθαν ποτὲ σὲ σύγκρουσι, ἔχοντας ἂν ὄχι σιωπηρὴ συμφωνία, τουλάχιστο ἀξιοθαύμαστη ἀλληλοκατανόησι.
Τὴν πρωτοβουλία στὶς σχετικὲς οἰκουμενικὲς συζητήσεις εἶχε ὁ αὐτοκράτωρ καὶ κύριος ἐκπρόσωπος τῆς ἀνατολικῆς ᾿Ορθοδοξίας ἦταν ὁ πρώην αὐτοκράτωρ ᾿Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός, τώρα μοναχὸς ᾿Ιωάσαφ. ῾Ο λατῖνος κληρικὸς Παῦλος ἦλθε ὡς λεγᾆτος τοῦ πάπα στὴν Κωνσταντινούπολι δυὸ φορές, τὴν δεύτερη μάλιστα φορὰ μὲ τὸν τίτλο τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (1367). Φέροντας τέτοιον τίτλο δὲν ἦταν διατεθειμένος νὰ συνομιλήση μὲ τὸν Φιλόθεο, τὸν ὁποῖο ἐθεωροῦσε ὡς ἀντικανονικὸ διεκδικητὴ τοῦ τίτλου, ἀλλ᾿ οὔτε ὁ Φιλόθεος εἶχε διάθεσι νὰ συζητήση μαζί του.
῾Ο Καντακουζηνὸς ἔθεσε τὸ πρόβλημα τῆς ἑνώσεως ἐπάνω σὲ νέα βάσι, στὴν σύγκλησι οἰκουμενικῆς συνόδου, ποὺ θὰ ἐξέταζε συνολικῶς τὰ σπουδαῖα ζητήματα τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Ενῶ ὁ Παῦλος ἐδέχθηκε αὐτὴ τὴ βάσι, ὁ πάπας τὴν ἀπέρριψε· ὁ σπόρος ὅμως ποὺ ἐρρίφθηκε τότε ἐδῶ, ἐφύτρωσε ἀργότερα στὴ Δύσι μὲ τὴν σύγκλησι τῆς συνόδου τῆς Κωνσταντίας καὶ τέλος τῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας. ῾Ο πάπας ἀπέρριψε τὴν πρότασι, διότι ἐθεωροῦσε τὰ θέματα λελυμένα κατὰ τὶς δυτικὲς ἀπόψεις καὶ ἐπέμενε νὰ πραγματοποιηθῆ ἡ ἕνωσις μὲ μόνο ἕνα διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορος. Τότε ὁ αὐτοκράτωρ ᾿Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος, διαχωρίζοντας τὴν θέσι του ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς ἀνατολικούς, ὡμολόγησε ἀφοσίωσι στὸν πάπα μὲ αὐτοπρόσωπη ἐμφάνισι ἐνώπιόν του. ᾿Αλλ᾿ ἔμεινε μόνος σχεδόν, διότι τὸ διάταγμά του δὲν εἶχε καμμιὰ ἀπήχησι.
᾿Αντιθέτως ὁ Φιλόθεος, βλέποντας τὴν ἀντικειμενικὴ ἀδυναμία τῆς Δύσεως νὰ βοηθήση ἀποτελεσματικῶς τὸ Βυζάντιο, ἐφρόντισε νὰ εὕρη ὑποκατάστατο αὐτῆς τῆς βοηθείας. ῎Οχι μόνο ἥνωσε τοὺς ἡγέτες τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας σὲ κοινὸ μέτωπο κατὰ τῆς ἑτεροδοξίας, ἀλλ᾿ ἦλθε σὲ συνεννόησι καὶ μὲ τοὺς ἡγεμόνες τῶν ὀρθοδόξων χωρῶν τοῦ βορρᾆ. Θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ σχηματισθῆ μία συμμαχία ἀρκετὰ ἰσχυρὴ πρὸς ἀπόκρουσι τῶν Τούρκων. ῾Η προσπάθεια ἐφαινόταν ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχη, ἂν ἐνεργοῦσε καὶ ἡ πολιτεία καταλλήλως· ἀλλ᾿ ἦταν πλέον ἀργά.
῾Ο Φιλόθεος ἀποκατέστησε τὶς σχέσεις τοῦ Πατριαρχείου μὲ τὴν Σερβικὴ ᾿Εκκλησία. ᾿Επειδὴ ὁ Στέφανος Δουσὰν εἶχε ἀλλοιώσει τὴν σύνθεσι τῆς ἱεραρχίας τῶν χωρῶν ποὺ εἶχε καταλάβει (Μακεδονίας καὶ ᾿Ηπείρου), ὁ Κάλλιστος Α’ ἀναγκάσθηκε ν᾿ ἀφορίση αὐτὸν καὶ τὴν ᾿Εκκλησία του στὶς ἀρχὲς τοῦ 1353. ῾Ο Φιλόθεος ἦρε τὸ ἀνάθεμα σὲ δυὸ φάσεις· πρῶτα γιὰ τὸ σερβικὸ δεσποτᾆτο τῶν Σερρῶν, κατόπιν ἐκκλήσεως τοῦ ᾿Ιωάννη Οὔγγλεση (1371), ἔπειτα δὲ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἐπικράτεια τοῦ Πατριαρχείου τῶν Σέρβων, κατόπιν πρωτοβουλίας Σέρβων ἡσυχαστῶν, μοναχῶν τοῦ κύκλου τοῦ Φιλοθέου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ὁ ᾿Ησαΐας, ὁ Νικόδημος, ὁ Νήφων καὶ ὁ Σίλβεστρος.
Μετὰ τὴν πρώτη σύντομη πατριαρχεία του συνδέθηκε στενὰ μαζί του ὁ Κυπριανὸς Τσάμπλακ, μέλος τῆς γνωστῆς μεγάλης ἑλληνοβουλγαροβλαχικῆς οἰκογενείας, καὶ ἔγινε ἀπὸ τότε συνεργάτης του. Τὸν συνώδευσε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσί του ἀπὸ τὸν θρόνο κι ἔμεινε σ᾿ αὐτὸ ἀρκετὸν χρόνο, διότι τὸ ἐθεωροῦσε σχολὴ πνευματικῆς ἀσκήσεως. ῞Οταν ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολι, ἔμεινε μαζί του ὡς συνεργάτης καὶ σύγκελλος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δευτέρας πατριαρχείας του.
Στὴν Οὑγγροβλαχία κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Φιλοθέου ὁ ἡγεμὼν Βλαδισλάβος Βόδας, αἰσθανόμενος τὴν πίεσι τῆς ρωμαιοκαθολικῆς προπαγάνδας ἀπὸ τὴν Οὑγγαρία, ἐζήτησε τὴν χειροτονία τοῦ ᾿Ανθίμου Κριτοπούλου σὲ μητροπολίτη μὲ εὐθύνη ποιμαντορικὴ ἐπὶ τμήματος τῆς χώρας ποὺ εἶχε ἕδρα τὸ Σεβερῖνο. ῾Ο Φιλόθεος ἐχειροτόνησε τὸν ῎Ανθιμο τὸ 1370, ἀργότερα δὲ ἐτοποθέτησε στὴν Κούρτεα Ντὲ ῎Αργκες ὡς μητροπολίτη τὸν Χαρίτωνα σὲ διαδοχὴ τοῦ ἀποθανόντος ῾Υακίνθου (1372).
Τὴν διοργάνωσι τοῦ μοναχικοῦ βίου στὴ Ρουμανία ἀνέλαβε ὁ ἑλληνοσέρβος ἁγιορείτης μοναχὸς Νικόδημος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πορεία του πρὸς τὸν βορρᾆ ἵδρυσε μονὲς στὴν περιοχὴ τῆς Κράϊνας τῆς Βουλγαρίας, κατὰ τὰ ἀθωνικὰ πρότυπα. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 1370, περνώντας τὸν Δούναβι, ἦλθε στὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες, προφανῶς ὑπὸ τὴν καθοδήγησι τοῦ Φιλοθέου. Μὲ ἔγκρισι τοῦ Χαρίτωνος ὁ Νικόδημος ἵδρυσε δυὸ κεντρικὲς μονὲς κατὰ τὸ τυπικὸ τῆς Μεγίστης Λαύρας· τῆς ἑλληνόφωνης Βοδίτσας καὶ τῆς σλαβόφωνης Τισμάνας. ῞Ιδρυσε βέβαια καὶ ἄλλες μονὲς βορείως τῶν Καρπαθίων, τὶς ὁποῖες ἐπεξέτειναν καὶ ηὔξησαν οἱ μαθηταί του. ῎Ετσι ἐδημιουργήθηκε ἕνα ἰσχυρὸ τεῖχος ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ διαπεράσουν εὔκολα οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ προσηλυτισταί. Μαθηταί του ὠργάνωσαν τὸν μοναχισμὸ στὴν Μολδαβία, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἵδρυσαν τὶς μονὲς Νεάμτσου καὶ Μαραμοῦρες, ὅπου ἐπέβαλαν τὸ βυζαντινὸ τυπικό.
Στὰ μέσα τοῦ 14ου αἰῶνος ἐπὶ τοῦ χώρου Ρωσίας, Πολωνίας καὶ Βαλτικῆς εἶχαν διαμορφωθῆ τρεῖς μείζονες κρατικὲς ἐξουσίες· τῆς Μεγάλης Ρωσίας, τῆς Πολωνίας καὶ τῆς Λιθουανίας. ῏Ηταν εὔλογο νὰ διαμορφωθοῦν ἐπίσης τρεῖς ἐκκλησιαστικὲς περιφέρειες, ἂν καὶ οἱ ἕδρες εἶναι περισσότερες, διότι ἐναλλάσσονται· Κίεβο, Μόσχα, Βλαδίμηρο, Νόβγοροδ, Γαλικία. ῾Η ἡγεμονία τῆς Μόσχας εἶχε ἀναδειχθῆ στὸ ἰσχυρότερο ἀπὸ τὰ κράτη τῆς Ρωσίας καὶ ἡ δύναμίς της αὐξανόταν συνεχῶς. Τὸ ἔτος 1367 ἀποτελεῖ σταθμὸ στὴν ἱστορία της, διότι τότε ἀνοικοδομήθηκε τὸ λίθινο κρεμλῖνο της, τὸ φρούριό της, ὁπότε ἡ ἡγεμονία ἀπέκτησε ἀπόρθητη ἑστία. ῾Ο μητροπολίτης Μόσχας ᾿Αλέξιος, ποὺ εἶχε χειροτονηθῆ ἀπὸ τὸ Φιλόθεο κατὰ τὴν πρώτη πατριαρχεία του, συντάχθηκε πλήρως στὸ πλευρὸ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Μόσχας Δημητρίου σ᾿ ὅλες τὶς πολιτικές του ἐπιδιώξεις, πρᾆγμα ποὺ δυσαρέστησε καὶ ἄλλους μικροτέρους ἡγεμόνες, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰσχυροὺς ἡγεμόνες τῆς Πολωνίας Καζίμιρ καὶ Λιθουανίας ῎Ολγκερδ, τῶν ὁποίων μάλιστα ὁ δεύτερος εἶχε καταλάβει τὸ Κίεβο τὸ 1362. Κατόπιν τῶν παραπόνων τους ὁ Φιλόθεος ἔστειλε στὴ Ρωσία τὸ 1374 ὡς παρατηρητὴ καὶ συντονιστὴ τῆς πολιτικῆς του τὸν Κυπριανὸ Τσάμπλακ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ κατέβαλε μάταιες προσπάθειες συμφιλιώσεως τῶν ἡγεμόνων αὐτῶν μὲ τὸν ᾿Αλέξιο, ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολι, γιὰ νὰ ἐκθέση περὶ τῆς καταστάσεως. ῾Ο Φιλόθεος τότε τὸν ἐχειροτόνησε μητροπολίτη Κιέβου (1376) μ᾿ ἐντολὴ νὰ ποιμάνη “ὅσα ἀφῆκεν ἀπρονόητα ἐπὶ πολλοῖς χρόνοις ὁ μητροπολίτης κῦρ ᾿Αλέξιος”.
῾Η ἀποστολὴ τοῦ Κυπριανοῦ, μαθητοῦ τοῦ Φιλοθέου, ὅπως εἴδαμε, καὶ πιστοῦ ἡσυχαστοῦ, δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ τριχοτομήση τὴν ἤδη διχοτομημένη ᾿Εκκλησία τῆς Ρωσίας (Μόσχα, Κίεβο, Γαλικία), ὅπως ἀπὸ πρώτη ὄψι φαίνεται, ἀλλὰ τὴν ἐξοικονόμησι τῶν πραγμάτων ἀπέναντι στὸν κίνδυνο λατινοποιήσεως, ποὺ ἡ ἀπρόσεκτη πολιτικὴ τοῦ ᾿Αλεξίου ἐπέτρεψε νὰ δημιουργηθῆ, μὲ τοὺς δύο δυσαρεστημένους ἡγεμόνες ἑτοίμους νὰ παραδώσουν τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο στὴν Ρωμαιοκαθολικὴ ᾿Εκκλησία. ῾Ο Φιλόθεος ἐνεργοῦσε μὲ προοπτικὴ νὰ ἑνωθῆ κάποτε ὁριστικῶς ἡ ᾿Εκκλησία. ᾿Εκεῖνο ποὺ ἔπαιξε σπουδαῖο ρόλο στὴν ἀπόφασί του νὰ στείλη τὸν Κυπριανὸ ἦταν ἡ ἡσυχαστικὴ ἰδεολογία του. ῎Επειτα ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Κυπριανὸς ἐπετέλεσε σπουδαῖο ἔργο μεταξὺ τῶν ᾿Ορθοδόξων τῆς Λιθουανίας, στὴν ὁποία ὑπαγόταν τότε καὶ ἡ Οὐκρανία, ἀναγνωρίσθηκε τέλος μητροπολίτης ὅλης τῆς ἑνοποιημένης Ρωσίας μὲ ἕδρα τὴ Μόσχα (1390-1406).
Μιὰ ἑλληνικὴ φυσιογνωμία ποὺ στὴ ρωσικὴ πνευματικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ ζωὴ κατέχει τὴν θέσι ἑνὸς γίγαντος εἶναι ὁ Θεοφάνης ὁ Γραικός, ἕνα παλαιὸ πρότυπο τοῦ Δομινίκου Θεοτοκοπούλου. ῾Ο βιογράφος του ᾿Επιφάνιος τὸν ἀποκαλεῖ “σοφὸν καὶ φιλόσοφον”, ποὺ σημαίνει ὅτι ἦταν πεπαιδευμένος καὶ ἀσκητικός. Τὸ κύριο ὅμως ἔργο του εἶναι ὅτι μετέφερε στὴν Ρωσία τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα μὲ τὴν τέχνη του ποὺ κοσμεῖ πολλοὺς ναοὺς τῆς χώρας. Εἶχε φθάσει ἐκεῖ τὴν δεκαετία τοῦ 1370, τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ τὸν Κυπριανὸ Τσάμπλακ καὶ κατὰ σύστασι τοῦ Φιλοθέου χωρὶς ἀμφιβολία.
Τὸ ὅτι ἡ ᾿Ορθοδοξία στὸν χῶρο ἐκεῖνο κατώρθωσε ν᾿ ἀνθέξη στὶς μεταγενέστερες τρομερὲς πιέσεις εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς πολιτικῆς τοῦ Φιλοθέου.
ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ
῍Αν καὶ κατ᾿ ἀρχὴν ἡ εὐρεῖα μόρφωσις τοῦ Φιλοθέου ἦταν κλασικῆς καὶ ἀνθρωπιστικῆς κατευθύνσεως, ὁ σύνδεσμός του μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ καὶ τοὺς ἡσυχαστὰς τὸν ὡδήγησε νὰ διοχετεύση τὴν πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα στὴν ὑπηρεσία τῆς πίστεως καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας.
Α’. Δογματικὰ ἔργα: Τὸ κυριώτερο ἀπὸ αὐτὰ εἶναι οἱ ᾿Αντιρρητικοὶ Λόγοι πρὸς τὰ συγγράμματα τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾆ. Πρόκειται περὶ μιᾆς μεγάλης συνθέσεως ἐκτεινομένης σὲ δεκαπέντε πραγματεῖες, μὲ τὶς ὁποῖες ἀνασκευάζονται οἱ ἀρνητικὲς ἀπόψεις τοῦ Γρηγορᾆ περὶ τῆς θείας χάριτος καὶ τῆς θεοφανείας. Οἱ τρεῖς τελευταῖες πραγματεῖες (13-15), τῶν ὁποίων ἡ δεκάτη πέμπτη ἀποτελεῖ τὸν ἐπίλογο, εἶχαν γραφῆ πρῶτες, πρὶν ἀπὸ τὴν κυκλοφόρησι τῶν θεολογικῶν πραγματειῶν τοῦ Γρηγορᾆ, ἐνῶ οἱ πρῶτες (1-12) ἐγράφηκαν ἀργότερα. ῍Αν καὶ ἀκολουθεῖ τὴν γραμμὴ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ πιστῶς, ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Φιλοθέου ἔχει καὶ ὡρισμένα νέα στοιχεῖα. Οἱ δύο σειρὲς πραγματειῶν συνενώθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Φιλόθεο, ὅπως μαρτυρεῖται στὸν πρόλογο τοῦ ἔργου.
῎Αλλα δογματικὰ κείμενα τοῦ Φιλοθέου, ποὺ δὲν ἐκδόθηκαν ἀκόμη, εἶναι ἡ ᾿Ανατροπὴ τῶν 14 κεφαλαίων, τὴν ὁποία συνέταξε ὅταν ἦταν ἀκόμη μητροπολίτης ῾Ηρακλείας, οἱ δύο Δογματικοὶ λόγοι πρὸς τὸν ᾿Ακίνδυνον καὶ τὴν μερίδα αὐτοῦ καὶ ἡ δογματικὴ ᾿Επιστολὴ πρὸς Πετριώτην, προφανῶς τὸν πολιτικὸ ἀξιωματοῦχο Μανουὴλ Πετριώτη.
Β’. ῾Ομιλίες: ῍Αν καὶ μόνο τρεῖς ὁμιλίες τοῦ Φιλοθέου τυπικῆς μορφῆς ἔχουν ἐκδοθῆ (Εἰς τὴν ῞Υψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Εἰς τὴν ᾿Αναστήλωσιν τῶν εἰκόνων, Περὶ Φιλαργυρίας), ἡ προσφορά του στὴν ὁμιλητικὴ εἶναι πολὺ σημαντική. Πλὴν τοῦ ὅτι ὑπάρχουν καὶ μερικὲς αὐτοτελεῖς ἀνέκδοτες ὁμιλίες του, σπουδαία εἶναι ἡ προσπάθειά του νὰ ἀνασυντάξη τὸ σύστημα τοῦ Κυριακοδρομίου, ποὺ εἶχε παλαιότερα, τὸν δωδέκατο αἰῶνα, διαρθρωθῆ ἀπὸ τὸν πατριάρχη ᾿Ιωάννη Ι’ ᾿Αγαπητό. ῾Η συμβολὴ τοῦ Φιλοθέου στὴν σύνταξι τῶν ὁμιλιῶν ἀπέβλεπε, ὅπως εἶναι φανερό, στὴν διαπότισί τους μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. ῾Η συλλογὴ ὡς σύνολο παραμένει ἀνέκδοτη. Θαυμάσιος εἶναι ὁ Λόγος ἱστορικός, ποὺ ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς διεσπαρμένους ῾Ηρακλειῶτες μετὰ τὴν ἅλωσι τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Λατίνους (1352).
Γ’. ῾Αγιολογικὰ Κείμενα: ῾Ο Φιλόθεος ἀφιέρωσε σημαντικὸ μέρος τῆς δραστηριότητός του στὴ σύνταξι ἁγιολογικῶν κειμένων, στὰ ὁποῖα προβάλλει τὴν καθαρότητα τοῦ βίου τῶν ἡρώων του, τὴν θαυματουργική τους δύναμι, τὴν θεωρία τοῦ θείου φωτός, τὴν ἄνθησι τοῦ γλυκασμοῦ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀπὸ τὸν παρόντα βίο. Δεκαέξι ποικίλης μορφῆς κείμενα αὐτῆς τῆς κατηγορίας προέρχονται ἀπὸ τὴν γραφίδα του.
Στὴν πρώτη θέσι ἔρχονται πέντε κείμενα ποὺ ἀναφέρονται σὲ ἁγίους, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη ἢ συνδέονται μὲ αὐτὴν καὶ μὲ τὸν Φιλόθεο. Εἶναι τὰ κατ᾿ ἐξοχὴν ἁγιολογικά του ἔργα, διότι περιγράφει σ᾿ αὐτὰ τὸν βίο τῶν ἡρώων του, ὅπως τὸν ἐγνώριζε ὁ ἴδιος μάλιστα, καὶ τὴν θαυματουργική τους δραστηριότητα. Εἶναι ὁ ἐκτενέστατος Βίος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, διδασκάλου καὶ συνεργάτη του, ὁ ἐπίσης ἐκτενέστατος Βίος τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ισιδώρου Θεσσαλονικέως, καὶ οἱ Βίοι τῶν διαπρεπῶν συγχρόνων ἀσκητῶν Γερμανοῦ Μαρούλη καὶ Σάββα Βατοπεδινοῦ. Τὸ ῾Υπόμνημα εἰς τὸν ὅσιον Νικόδημον τὸν Νέον, τὸν Βερροιώτην ἀσκητὴ ποὺ ἐπέθανε σὲ ἡλικία σαράντα ἐτῶν τὸ 1308, εἶναι σύντομο κείμενο ποὺ θέλει νὰ τονίση τὴν ἁγιότητα τοῦ Νικοδήμου.
Σαφῶς ἁγιολογικὸ χαρακτῆρα ἔχουν καὶ τὰ ᾿Εγκώμια στοὺς Θεσσαλονικεῖς μάρτυρες τῆς παλαιᾆς ἐποχῆς ἅγιο Δημήτριο καὶ ἁγία ᾿Ανυσία, ἂν καὶ σ᾿ αὐτὰ ὑπερέχει τὸ ἐγκωμιαστικὸ καὶ ἠθικολογικὸ στοιχεῖο.
Τὰ ἄλλα ἐγκώμιά του, τὰ περισσότερα ἀνέκδοτα, εἶναι στοὺς ῾Αγίους ᾿Αποστόλους, ῾Αγίους Πάντες, ἀπόστολο Θωμᾆ, Τρεῖς ῾Ιεράρχες, ἅγιο ᾿Ονούφριο, ἁγία Φεβρωνία, ἅγιο Φωκᾆ, Θεόδωρο Τήρωνα, ᾿Ιωάννη Χρυσόστομο.
Δ’. ῾Ερμηνευτικὰ Κείμενα: Δύο ὁμιλίες στὸν ψαλμὸ 37, ποὺ ἐκφωνήθηκαν σὲ δύο συνεχόμενες ἡμέρες καὶ ἀφιερώθηκαν σὲ φιλικὸ πρόσωπο, ἐπεξεργάζονται τὸ θέμα τῆς μετανοίας. Τρεῖς λόγοι ἐπὶ τοῦ χωρίου τῶν Παροιμιῶν “῾Η Σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον”, εἶναι μᾆλλον ἑρμηνευτικὰ δοκίμια. Τρία σημειώματα ἐπὶ τῶν μακαρισμῶν ἀφιερώθηκαν στὴ βασίλισσα ῾Ελένη Καντακουζηνή. Δύο ὁμιλίες στὴν Κυριακὴ τῆς συγκυπτούσης γυναικὸς ἐκφωνήθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολι ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωσι τῆς ῾Ηρακλείας ἀπὸ τοὺς Λατίνους (1352).
Ε’. ῎Αλλα Κείμενα: ᾿Ανάμεσα σ᾿ αὐτὰ πρέπει νὰ μνημονευθοῦν ἡ Διάταξις περὶ θείας Λειτουργίας καὶ ἡ Διάταξις περὶ τῆς ἱεροδιακονίας, ποὺ ἐγράφηκαν ἀπὸ τὸν Φιλόθεο ὅταν ἦταν ἡγούμενος στὴ Μεγίστη Λαύρα. Σ᾿ ἕνα μικρὸ δοκίμιό του καταπολεμεῖται ὁ ἀναθεματισμὸς ποὺ συνέταξε ὁ Κωνσταντῖνος ᾿Αρμενόπουλος ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν τὸ 1353 στὴν ἔκπτωσι τοῦ ᾿Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβανόταν καὶ ὁ Φιλόθεος. ᾿Απὸ τὶς εὐχὲς ποὺ συνέταξε μιὰ ἀναπέμφθηκε κατὰ τὴν χειροτονία του, μιὰ πρὸ τῆς πύλης τῆς ῾Ηρακλείας, ὅταν ἀνελάμβανε τὴν ἕδρα του καὶ μιὰ κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς. ᾿Απὸ τὰ ποιητικά του κείμενα εἶναι γνωστὰ ἡ ᾿Ακολουθία του στὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ καὶ ἕνας παρακλητικὸς κανὼν σ᾿ αὐτόν, ἕνας παρακλητικὸς κανὼν στὸν ἅγιο Δημήτριο, ᾿Ακολουθία στὴν μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Κανὼν στὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό, Κανὼν στὰ θαύματα τῆς ἱερᾆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου.
Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ
῾Ο Φιλόθεος ἀναφέρεται πολὺ ἐνωρὶς ὡς ἅγιος, ἀλλὰ δὲν διασώθηκε ᾿Ακολουθία του οὔτε ἡμέρα ἑορτῆς του. Στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος συντάχθηκε ἡ ᾿Ακολουθία του συνοδευομένη ἀπὸ ἐκτενῆ Βίο ὑπὸ τύπο συναξαρίου. ῍Αν καὶ ὁ Βίος ἐγράφηκε τόσο ἀργὰ καὶ ὁ συντάκτης του εἶναι ἄγνωστος τὰ προσφερόμενα ἱστορικὰ στοιχεῖα εἶναι σ᾿ ἕνα μεγάλο μέρος ἀκριβῆ. ῾Ο Βίος καὶ ἡ ᾿Ακολουθία ἔχουν ἐκδοθῆ ἀπὸ τὸν Β. Δεντάκη (᾿Αθῆναι 1970). ῾Η μνήμη αὐτοῦ τελεῖται τὴν 11η ᾿Οκτωβρίου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
13 ᾿Οκτωβρίου
ΦΛΩΡΕΝΤΙΟΣ, μάρτυς
Γιὰ τὸν μάρτυρα Φλωρέντιο γνωρίζουμε ὅτι “ὑπῆρχεν ἐκ τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης”. ᾿Επειδὴ ὕβριζε καὶ ἐμυκτήριζε τοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεοὺς καὶ ὁμολογοῦσε τὸ Χριστό, ὁ ἡγεμόνας τῆς χώρας στὴν ὁποία βρισκόταν τὸν συνέλαβε, τὸν ἔδειρε “σφοδρῶς” καὶ στὴ συνέχεια τὸν κρέμασε σὲ ξύλο καὶ τοῦ ἔξυσε τὶς σάρκες. Τέλος, ἄναψε μιὰ μεγάλη φωτιὰ καὶ τὸν ἔριξε μέσα σ᾿ αὐτήν. ῾Ο μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἐτελειώθη εὐχαριστώντας τὸ Θεό. ῾Ο τόπος τοῦ μαρτυρίου του δὲν προσδιορίζεται στὰ συναξάρια. Τὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο ἀναπαραγάγει τὰ στοιχεῖα τῶν ἑλληνικῶν συναξαρίων χωρὶς νὰ προσθέτει τίποτε ἐπιπλέον. ῾Ο μάρτυς Φλωρέντιος ἑορτάζει στὶς 13 ᾿Οκτωβρίου.
ΦΛΩΡΕΝΤΙΟΣ, μάρτυς
Γιὰ τὸν μάρτυρα Φλωρέντιο γνωρίζουμε ὅτι “ὑπῆρχεν ἐκ τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης”. ᾿Επειδὴ ὕβριζε καὶ ἐμυκτήριζε τοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεοὺς καὶ ὁμολογοῦσε τὸ Χριστό, ὁ ἡγεμόνας τῆς χώρας στὴν ὁποία βρισκόταν τὸν συνέλαβε, τὸν ἔδειρε “σφοδρῶς” καὶ στὴ συνέχεια τὸν κρέμασε σὲ ξύλο καὶ τοῦ ἔξυσε τὶς σάρκες. Τέλος, ἄναψε μιὰ μεγάλη φωτιὰ καὶ τὸν ἔριξε μέσα σ᾿ αὐτήν. ῾Ο μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἐτελειώθη εὐχαριστώντας τὸ Θεό. ῾Ο τόπος τοῦ μαρτυρίου του δὲν προσδιορίζεται στὰ συναξάρια. Τὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο ἀναπαραγάγει τὰ στοιχεῖα τῶν ἑλληνικῶν συναξαρίων χωρὶς νὰ προσθέτει τίποτε ἐπιπλέον. ῾Ο μάρτυς Φλωρέντιος ἑορτάζει στὶς 13 ᾿Οκτωβρίου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
15 ᾿Οκτωβρίου
ΕΥΘΥΜΙΟΣ ὁ ΝΕΟΣ, ὅσιος († 15.10.898)
῾Ο ὅσιος Εὐθύμιος ὁ νέος καθίσταται γνωστὸς ἀπὸ ἔγγραφα τῶν ἀρχείων τῶν ᾿Αθωνικῶν μονῶν, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸν Βίο ποὺ συνέγραψε ὁ μαθητής του ἐπίσκοπος Βασίλειος.
Γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριὸ τοῦ θέματος τοῦ ᾿Οψικίου, “᾿Οψὼ προσηγόρευτο, ὑποτελὴς μὲν τῇ τῶν Γαλατῶν ᾿Αγκύρᾳ”, τὸ 823/4. Τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Νικήτας. ῞Οταν πέθανε ὁ πατέρας του, ὁ ὁποῖος ὅπως μᾆς πληροφορεῖ ὁ Βίος ἦταν “στρατείᾳ καταλεγόμενος”, ὁ Εὐθύμιος ἦταν 7 ἐτῶν. ῾Η χήρα μητέρα του, δὲν εἶχε ἄλλους γιούς, παρὰ μόνο δύο θυγατέρες καὶ δὲν ἤξερε τὶ νὰ κάνει μὲ τὸ ζήτημα τῆς “στρατείας”. Τὸ δίλημμα τῆς μητέρας του, νὰ ἐγγράψει ἢ νὰ μὴν ἐγγράψει στοὺς στρατιωτικοὺς καταλόγους τὸν Εὐθύμιο, ἦταν σοβαρὸ καὶ δείχνει ὅτι εἶχε τὴν εὐχέρεια νὰ ἐπιλέξει τὸ καλύτερο κατὰ τὴ γνώμη της. Τὰ μειονεκτήματα ἦταν ὁ κίνδυνος τοῦ πολέμου καὶ ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ μοναδικοῦ προστάτη ἀπὸ τὴν οἰκογενειακὴ ἑστία, ἀλλὰ καὶ τὰ πλεονεκτήματα ἦταν ἀξιόλογα, -φορολογικὲς ἐλαφρύνσεις καὶ ἀπαλλαγὲς ἀπὸ διάφορες “ἀγγαρεῖες” ποὺ ἴσχυαν γιὰ τὰ κτήματα τῶν στρατιωτῶν. Πράγματι, σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν, τὸ 841, ἐγγράφηκε στοὺς στρατιωτικοὺς καταλόγους, ἀφοῦ πρῶτα νυμφεύθηκε κάποια Εὐφροσύνη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέκτησε μία θυγατέρα, τὴν ᾿Αναστασώ. ῞Ολως, ὅμως, αἰφνιδίως, στὶς 15 Σεπτεμβρίου τοῦ 841, ἐνῶ ἀναζητοῦσε ἕνα χαμένο ἄλογο στοὺς ἀγροὺς πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ μονάσει καὶ κατέφυγε στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας, ὅπου ἐπισκέφθηκε πολλοὺς πατέρες καὶ ἀσκητές, μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὸν φημισμένο ἀσκητὴ ᾿Ιωαννίκιο. Τελικὰ ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ τοῦ ᾿Αντιδίου, ὅπου καὶ ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Εὐθύμιος. Στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας παρέμεινε ἐπὶ 15ετία, πρῶτα ὡς ἀναχωρητὴς καὶ στὴ συνέχεια στὸ αὐστηρὸ κοινόβιο τῶν Πισσαδινῶν. ᾿Απὸ τὸ τελευταῖο ἀνεχώρησε μόνον ἀφοῦ ὁ ἡγούμενος ἐγκατέλειψε τὴ μονή, ἀρνούμενος νὰ ἔρθει σὲ κοινωνία μὲ τὸ νέο πατριάρχη Φώτιο, διάδοχο τοῦ ᾿Ιγνατίου. ῎Ερημος τῶν προσφιλῶν του πνευματικῶν πατέρων καὶ διδασκάλων, ὁ Εὐθύμιος “εἰς εὔλογον ἀφορμὴν ἐπιλογισάμενος, τὰς τοῦ ῎Αθω κορυφὰς ἐπικαταλαβέσθαι διὰ σπουδῆς τίθεται, πάλαι αὐτῷ προφημισθείσας”.
῾Ο Εὐθύμιος ἔφθασε στὸν ῎Αθωνα στὶς ἀρχὲς τοῦ 859, ἔχοντας λάβει λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν ῎Ολυμπο καὶ τὸ μεγάλο σχῆμα τοῦ μοναχοῦ. ῾Η πρώτη παρουσία (859-863) τοῦ Εὐθυμίου στὸν ῎Αθωνα περνᾆ ἀπαρατήρητη. Φτάνοντας στὸν ῎Αθωνα, ἐγκαταστάθηκε μαζὶ μὲ τὸ σύντροφό του Θεοστήρικτο σὲ κάποιο ἄδηλο μέρος καὶ ἄρχισε νὰ γεύεται τὰ ἀγαθὰ τοῦ ἀσκητισμοῦ. ῾Η ἄσκησή του περιλάμβανε μακρὲς νηστεῖες καὶ μακροχρόνιους ἐγκλεισμούς, -μία φορὰ μάλιστα τριετῆ ἐγκλεισμὸ σὲ σπήλαιο. Μὲ τὸν καιρὸ σχετίσθηκε μὲ ἀρκετοὺς μοναχοὺς καὶ ἐρημίτες -ἕνας ἐξ αὐτῶν, ὁ ᾿Ιωσὴφ ὁ ᾿Αρμένιος, παρέμεινε συνδεδεμένος μαζί του μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του-, μὲ ἀποτέλεσμα γύρω του νὰ σχηματισθεῖ σύντομα ἕνας πυρήνας μαθητῶν. ᾿Απροσδόκητα ὅμως ὁ Εὐθύμιος ἀναγκάσθηκε νὰ διακόψει τὴν ἄσκησή του καὶ νὰ μεταβεῖ στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας, γιὰ νὰ μεταφέρει τὸ γέροντά του Θεόδωρο στὸν ῎Αθωνα, ἐπειδὴ εἶχε ἀνάγκη γηροκομήσεως.
Μετὰ τὴν ἐπάνοδό τους, ἀφοσιώθηκε πλήρως στὴ φροντίδα τοῦ Θεοδώρου. Οἱ ἀνάγκες ὅμως τῆς ὑγείας τοῦ γέροντός του, ὑπαγόρευσαν τὴ μετακίνησή τους ἐκτὸς ῾Αγίου ῎Ορους· ἔτσι, ἔκτισε ἕνα κελλὶ κοντὰ σὲ κατοικημένη περιοχή, στὴ θέση Μακρόσινα, ἀταύτιστο τοπωνύμιο. ῞Οταν ἀργότερα χρειάσθηκε νὰ μεταφερθεῖ ὁ Θεόδωρος στὴ Θεσσαλονίκη, λόγω ἐπιδεινώσεως τῆς καταστάσεώς του, ὁ Εὐθύμιος δὲν τὸν ἀκολούθησε, ἀλλὰ μόλις πληροφορήθηκε τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου του (865), ἐπισκέφθηκε τότε τὴ Θεσσαλονίκη γιὰ πρώτη φορά.
Παρὰ τὴν ἀπέχθεια ποὺ τοῦ προξενοῦσε ἡ πόλη, δὲν γύρισε ἀμέσως στὸν ῎Αθω, ἀλλὰ ἔμεινε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ προτίμησε νὰ ζήσει γιὰ ἕνα διάστημα ὡς στυλίτης στὰ περίχωρα τῆς πόλεως. ῾Η κοσμοσυρροὴ ὅμως ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ καταφύγει πίσω στὴν ἡσυχία τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους· πρὶν ἀναχωρήσει μάλιστα, χειροτονήθηκε ἱερέας ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης Θεόδωρο, παλαιὸ ἀσκητὴ μὲ ἀξιόλογη φήμη.
῾Η τρίτη ἀθωνικὴ περίοδος τοῦ Εὐθυμίου (865-866) εἶναι καὶ ἡ πιὸ ἐνδιαφέρουσα. ῾Ο ἀριθμὸς τῶν ἀσκητῶν στὸν ῎Αθω εἶχε αὐξηθεῖ ἐντυπωσιακὰ καὶ πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς ἐπιθυμοῦσαν νὰ συγκαταλεγοῦν μεταξὺ τῶν μαθητῶν του. ῾Ο μεγάλος ὅμως ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν, ποὺ συνέρρεε γύρω του, τὸν ἐνοχλοῦσε καὶ ἔτσι ἀποφάσισε νὰ μετακινηθεῖ στὴ νῆσο τῶν Νέων, ἅγιο Εὐστράτιο, μὲ τοὺς συντρόφους του, ᾿Ιωάννη Κολοβὸ καὶ Συμεών. Δὲν παρέμειναν ὅμως ἐκεῖ γιὰ πολὺ καιρὸ διότι ἦταν ἐκτεθειμένοι στὶς πειρατικὲς ἐπιδρομές, κινδύνευσαν μάλιστα κατὰ τὴ διάρκεια μιᾆς ἐπιδρομῆς ᾿Αράβων πειρατῶν νὰ συλληφθοῦν αἰχμάλωτοι. Τελικὰ ἐπέστρεψαν στὸ ῎Ορος κι ὁ καθένας στράφηκε στὸν τόπο τῆς ἀρεσκείας του. ῾Ο Εὐθύμιος γιὰ μεγαλύτερη ἀσφάλεια ἀποφάσισε νὰ πάρει τοὺς μαθητές του καὶ νὰ ἐγκατασταθοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος, “ἐν τοῖς Βραστάμου λεγομένοις τόποις”, στὴν τοποθεσία τῆς Χαλκιδικῆς, ὅπου σήμερα βρίσκεται τὸ χωριὸ Βραστά, κοντὰ στὸν Πολύγυρο. Στὸ μέρος αὐτὸ ἔκτισε κελλιά, πλησιόχωρα γιὰ τοὺς μαθητές του καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, καθὼς καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο ἀσκητή, τὸν ᾿Ονούφριο, πιὸ ἀπομακρυσμένα. ῾Η ζωή του τώρα μοιραζόταν ἀνάμεσα στὴν ἄσκηση καὶ στὴν οἰκοδομὴ τῆς συνοδείας του, ἀλλὰ καὶ σὲ σύντομες ἐπισκέψεις στὸ ῎Ορος.
Στὰ 870 ὁ Εὐθύμιος, ὕστερα ἀπὸ ἕνα ὅραμα ποὺ εἶδε κατὰ τὴ διάρκεια μιᾆς ἐπισκέψεως στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ἀποφάσισε νὰ ἀναστηλώσει μία ἐρειπωμένη καὶ λησμονημένη ἐκκλησία τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα, κοντὰ στὸ χωριὸ Περιστερές, καὶ νὰ δημιουργήσει ἐκεῖ μοναστήρι. Οἱ πιστοί, ποὺ ἀγαποῦσαν τὸν ἅγιο, ἀνταποκρίθηκαν φιλόφρονα καὶ πρόσφεραν ἄφθονα χρήματα, ὑλικὰ γιὰ τὴν κατασκευὴ καὶ τὸν ἐξοπλισμὸ τῆς μονῆς καὶ ἄλλες δωρεές, ἀγρῶν, ἀγελῶν, λιβαδιῶν. Τὸ νέο κοινόβιο, τιμώμενο στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα, ἐγκαινιάσθηκε τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 871.
Περὶ τὸ 884 ὁ Εὐθύμιος ὡς νέος ᾿Ιωσήφ, μετὰ ἀπὸ τὴν παρέλευση τόσων χρόνων ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς συγγενεῖς του καὶ τοὺς κάλεσε κοντά του. Τὰ ἄρρενα μέλη ἔγιναν μοναχοὶ στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα, ἐνῶ οἱ γυναῖκες τῆς οἰκογενείας ἀποτέλεσαν τὸν πυρῆνα ἑνὸς νέου μοναστηριοῦ, ἐξαρτήματος τοῦ πρώτου. Τὰ μοναστήρια καθιερώθηκαν ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Μεθόδιο, μὲ τὴν κατάθεση τιμίων λειψάνων.
᾿Επειδὴ οἱ περισπασμοὶ καὶ οἱ φροντίδες στενοχωροῦσαν τὸν Εὐθύμιο, ἀνέθεσε τὶς φροντίδες τῶν μονῶν στοὺς ἐγγονούς του (897). “Μεθοδίῳ μὲν τῷ υἱωνῷ καὶ τῇ τούτου ὁμαίμονι Εὐφημίᾳ ἀμφοτέρας τὰς μονὰς παραθέμενος καὶ ἡγουμενεύειν ἐν αὐταῖς παρασκευάσας” καὶ αὐτὸς στράφηκε ἀπερίσπαστος στὴν προσφιλῆ του ἄσκηση καὶ “εἰς τὸν στῦλον ἀνέρχεται”. Μάταια ὅμως, διότι καὶ στὸν στῦλο δὲν ἀπόλαυσε τὴν ἡσυχία ποὺ ἐπιζητοῦσε, λόγω τῶν πολλῶν ἐπισκέψεων, ὥστε τελικὰ νὰ ἀναζητήσει τὴν ἡσυχία σὲ δυσπρόσιτα μέρη· “τὰ τοῦ ῎Αθωνος ἐπικαταλαμβάνει ἀκρωτήρια”.
Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία, καὶ πιὸ σύντομη παραμονὴ τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ἴσως γιὰ λίγους μῆνες μόνον. ᾿Επειδὴ συγκεντρώθηκαν γύρω του πολλοὶ μοναχοί, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσαν κόπωση καὶ δυσφορία στὸν ῞Οσιο, ἔχοντας δὲ προαισθανθεῖ τὸ τέλος του καὶ “βουλόμενος ἐν ἀταραξίᾳ νοὸς ὡς δὲ καὶ ἀνθρώπων παρενοχλήσεως ἄνευθε ταύτην ποιήσασθαι”, μετὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου (7 Μαΐου), ἔφυγε κρυφὰ μὲ ἕνα μόνο μαθητή του στὴ νῆσο ῾Ιερά, ὅπου στὶς 15 ᾿Οκτωβρίου τοῦ 898 ἐξεδήμησε εἰς Κύριον. Λίγους μῆνες ἀργότερα, τὸν ᾿Ιανουάριο τοῦ 899, οἱ μοναχοὶ τῶν Περιστερῶν μετέφεραν πανηγυρικὰ τὸ λείψανο τοῦ ῾Οσίου καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὸ ναὸ τῆς μονῆς.
῾Η μνήμη τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου, στὶς 15 ᾿Οκτωβρίου, τιμήθηκε ἐξαρχῆς ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Βιογράφος του ὑπῆρξε ὁ μαθητής του καὶ ἐπίσκοπος Βασίλειος ὁ συναξαριστὴς (βλ. λῆμμα), ὁ ὁποῖος συνέταξε καὶ ᾿Ακολουθία, ἡ ὁποία ἐξυμνεῖ ἀρκούντως τὸν κοινὸ διδάσκαλο. Μετὰ τὴν προσάρτηση τῆς μονῆς Περιστερῶν στὴ μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἡ τιμὴ τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου ἐξαπλώθηκε σὲ ὅλο τὸ ῞Αγιο ῎Ορος καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτό, μιᾆς καὶ εἶχε πλέον συμπεριληφθεῖ στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο.
῾Η μονὴ τῶν Περιστερῶν μὲ ἐνέργειες τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου, εἶχε ἀναγνωρισθεῖ ὡς βασιλική, μὲ ὅλα τὰ συναφῆ προνόμια, πρὶν τὸ 897, κάτι ποὺ ἐπαναλαμβάνεται καὶ σὲ ἔγγραφα τοῦ 911 καὶ 943. Τὸ προνόμιο αὐτὸ ἐπιβεβαίωσε καὶ ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Ζ¢ ὁ Πορφυρογέννητος, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 944-959, μὲ ἔγγραφο στὸ ὁποῖο ἀπαγόρευε τὴν ἀνάμιξη τῆς μητροπόλεως Θεσσαλονίκης στὰ ἐσωτερικὰ τῆς μονῆς Περιστερῶν. ῾Ο αὐτοκράτορας Νικηφόρος Φωκᾆς προσάρτησε τὴ μονὴ τῶν Περιστερῶν στὴ Μεγίστη Λαύρα περὶ τὸ 964/965, ἀλλὰ ἡ μονὴ παρέμεινε ἐλεύθερη μέχρι τὸ θάνατο τοῦ ἡγουμένου της Στεφάνου (973 ἢ 975), ὁπότε κατέστη μετόχιο τῆς Λαύρας.
῾Ο Βίος τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου συνιστᾆ ἀξιολογότατη πηγὴ πληροφοριῶν γιὰ τὸν πρώιμο ᾿Αθωνικὸ μοναχισμό, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Χαλκιδικῆς.
ΕΥΘΥΜΙΟΣ ὁ ΝΕΟΣ, ὅσιος († 15.10.898)
῾Ο ὅσιος Εὐθύμιος ὁ νέος καθίσταται γνωστὸς ἀπὸ ἔγγραφα τῶν ἀρχείων τῶν ᾿Αθωνικῶν μονῶν, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸν Βίο ποὺ συνέγραψε ὁ μαθητής του ἐπίσκοπος Βασίλειος.
Γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριὸ τοῦ θέματος τοῦ ᾿Οψικίου, “᾿Οψὼ προσηγόρευτο, ὑποτελὴς μὲν τῇ τῶν Γαλατῶν ᾿Αγκύρᾳ”, τὸ 823/4. Τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Νικήτας. ῞Οταν πέθανε ὁ πατέρας του, ὁ ὁποῖος ὅπως μᾆς πληροφορεῖ ὁ Βίος ἦταν “στρατείᾳ καταλεγόμενος”, ὁ Εὐθύμιος ἦταν 7 ἐτῶν. ῾Η χήρα μητέρα του, δὲν εἶχε ἄλλους γιούς, παρὰ μόνο δύο θυγατέρες καὶ δὲν ἤξερε τὶ νὰ κάνει μὲ τὸ ζήτημα τῆς “στρατείας”. Τὸ δίλημμα τῆς μητέρας του, νὰ ἐγγράψει ἢ νὰ μὴν ἐγγράψει στοὺς στρατιωτικοὺς καταλόγους τὸν Εὐθύμιο, ἦταν σοβαρὸ καὶ δείχνει ὅτι εἶχε τὴν εὐχέρεια νὰ ἐπιλέξει τὸ καλύτερο κατὰ τὴ γνώμη της. Τὰ μειονεκτήματα ἦταν ὁ κίνδυνος τοῦ πολέμου καὶ ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ μοναδικοῦ προστάτη ἀπὸ τὴν οἰκογενειακὴ ἑστία, ἀλλὰ καὶ τὰ πλεονεκτήματα ἦταν ἀξιόλογα, -φορολογικὲς ἐλαφρύνσεις καὶ ἀπαλλαγὲς ἀπὸ διάφορες “ἀγγαρεῖες” ποὺ ἴσχυαν γιὰ τὰ κτήματα τῶν στρατιωτῶν. Πράγματι, σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν, τὸ 841, ἐγγράφηκε στοὺς στρατιωτικοὺς καταλόγους, ἀφοῦ πρῶτα νυμφεύθηκε κάποια Εὐφροσύνη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέκτησε μία θυγατέρα, τὴν ᾿Αναστασώ. ῞Ολως, ὅμως, αἰφνιδίως, στὶς 15 Σεπτεμβρίου τοῦ 841, ἐνῶ ἀναζητοῦσε ἕνα χαμένο ἄλογο στοὺς ἀγροὺς πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ μονάσει καὶ κατέφυγε στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας, ὅπου ἐπισκέφθηκε πολλοὺς πατέρες καὶ ἀσκητές, μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὸν φημισμένο ἀσκητὴ ᾿Ιωαννίκιο. Τελικὰ ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ τοῦ ᾿Αντιδίου, ὅπου καὶ ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Εὐθύμιος. Στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας παρέμεινε ἐπὶ 15ετία, πρῶτα ὡς ἀναχωρητὴς καὶ στὴ συνέχεια στὸ αὐστηρὸ κοινόβιο τῶν Πισσαδινῶν. ᾿Απὸ τὸ τελευταῖο ἀνεχώρησε μόνον ἀφοῦ ὁ ἡγούμενος ἐγκατέλειψε τὴ μονή, ἀρνούμενος νὰ ἔρθει σὲ κοινωνία μὲ τὸ νέο πατριάρχη Φώτιο, διάδοχο τοῦ ᾿Ιγνατίου. ῎Ερημος τῶν προσφιλῶν του πνευματικῶν πατέρων καὶ διδασκάλων, ὁ Εὐθύμιος “εἰς εὔλογον ἀφορμὴν ἐπιλογισάμενος, τὰς τοῦ ῎Αθω κορυφὰς ἐπικαταλαβέσθαι διὰ σπουδῆς τίθεται, πάλαι αὐτῷ προφημισθείσας”.
῾Ο Εὐθύμιος ἔφθασε στὸν ῎Αθωνα στὶς ἀρχὲς τοῦ 859, ἔχοντας λάβει λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν ῎Ολυμπο καὶ τὸ μεγάλο σχῆμα τοῦ μοναχοῦ. ῾Η πρώτη παρουσία (859-863) τοῦ Εὐθυμίου στὸν ῎Αθωνα περνᾆ ἀπαρατήρητη. Φτάνοντας στὸν ῎Αθωνα, ἐγκαταστάθηκε μαζὶ μὲ τὸ σύντροφό του Θεοστήρικτο σὲ κάποιο ἄδηλο μέρος καὶ ἄρχισε νὰ γεύεται τὰ ἀγαθὰ τοῦ ἀσκητισμοῦ. ῾Η ἄσκησή του περιλάμβανε μακρὲς νηστεῖες καὶ μακροχρόνιους ἐγκλεισμούς, -μία φορὰ μάλιστα τριετῆ ἐγκλεισμὸ σὲ σπήλαιο. Μὲ τὸν καιρὸ σχετίσθηκε μὲ ἀρκετοὺς μοναχοὺς καὶ ἐρημίτες -ἕνας ἐξ αὐτῶν, ὁ ᾿Ιωσὴφ ὁ ᾿Αρμένιος, παρέμεινε συνδεδεμένος μαζί του μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του-, μὲ ἀποτέλεσμα γύρω του νὰ σχηματισθεῖ σύντομα ἕνας πυρήνας μαθητῶν. ᾿Απροσδόκητα ὅμως ὁ Εὐθύμιος ἀναγκάσθηκε νὰ διακόψει τὴν ἄσκησή του καὶ νὰ μεταβεῖ στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας, γιὰ νὰ μεταφέρει τὸ γέροντά του Θεόδωρο στὸν ῎Αθωνα, ἐπειδὴ εἶχε ἀνάγκη γηροκομήσεως.
Μετὰ τὴν ἐπάνοδό τους, ἀφοσιώθηκε πλήρως στὴ φροντίδα τοῦ Θεοδώρου. Οἱ ἀνάγκες ὅμως τῆς ὑγείας τοῦ γέροντός του, ὑπαγόρευσαν τὴ μετακίνησή τους ἐκτὸς ῾Αγίου ῎Ορους· ἔτσι, ἔκτισε ἕνα κελλὶ κοντὰ σὲ κατοικημένη περιοχή, στὴ θέση Μακρόσινα, ἀταύτιστο τοπωνύμιο. ῞Οταν ἀργότερα χρειάσθηκε νὰ μεταφερθεῖ ὁ Θεόδωρος στὴ Θεσσαλονίκη, λόγω ἐπιδεινώσεως τῆς καταστάσεώς του, ὁ Εὐθύμιος δὲν τὸν ἀκολούθησε, ἀλλὰ μόλις πληροφορήθηκε τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου του (865), ἐπισκέφθηκε τότε τὴ Θεσσαλονίκη γιὰ πρώτη φορά.
Παρὰ τὴν ἀπέχθεια ποὺ τοῦ προξενοῦσε ἡ πόλη, δὲν γύρισε ἀμέσως στὸν ῎Αθω, ἀλλὰ ἔμεινε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ προτίμησε νὰ ζήσει γιὰ ἕνα διάστημα ὡς στυλίτης στὰ περίχωρα τῆς πόλεως. ῾Η κοσμοσυρροὴ ὅμως ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ καταφύγει πίσω στὴν ἡσυχία τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους· πρὶν ἀναχωρήσει μάλιστα, χειροτονήθηκε ἱερέας ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης Θεόδωρο, παλαιὸ ἀσκητὴ μὲ ἀξιόλογη φήμη.
῾Η τρίτη ἀθωνικὴ περίοδος τοῦ Εὐθυμίου (865-866) εἶναι καὶ ἡ πιὸ ἐνδιαφέρουσα. ῾Ο ἀριθμὸς τῶν ἀσκητῶν στὸν ῎Αθω εἶχε αὐξηθεῖ ἐντυπωσιακὰ καὶ πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς ἐπιθυμοῦσαν νὰ συγκαταλεγοῦν μεταξὺ τῶν μαθητῶν του. ῾Ο μεγάλος ὅμως ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν, ποὺ συνέρρεε γύρω του, τὸν ἐνοχλοῦσε καὶ ἔτσι ἀποφάσισε νὰ μετακινηθεῖ στὴ νῆσο τῶν Νέων, ἅγιο Εὐστράτιο, μὲ τοὺς συντρόφους του, ᾿Ιωάννη Κολοβὸ καὶ Συμεών. Δὲν παρέμειναν ὅμως ἐκεῖ γιὰ πολὺ καιρὸ διότι ἦταν ἐκτεθειμένοι στὶς πειρατικὲς ἐπιδρομές, κινδύνευσαν μάλιστα κατὰ τὴ διάρκεια μιᾆς ἐπιδρομῆς ᾿Αράβων πειρατῶν νὰ συλληφθοῦν αἰχμάλωτοι. Τελικὰ ἐπέστρεψαν στὸ ῎Ορος κι ὁ καθένας στράφηκε στὸν τόπο τῆς ἀρεσκείας του. ῾Ο Εὐθύμιος γιὰ μεγαλύτερη ἀσφάλεια ἀποφάσισε νὰ πάρει τοὺς μαθητές του καὶ νὰ ἐγκατασταθοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος, “ἐν τοῖς Βραστάμου λεγομένοις τόποις”, στὴν τοποθεσία τῆς Χαλκιδικῆς, ὅπου σήμερα βρίσκεται τὸ χωριὸ Βραστά, κοντὰ στὸν Πολύγυρο. Στὸ μέρος αὐτὸ ἔκτισε κελλιά, πλησιόχωρα γιὰ τοὺς μαθητές του καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, καθὼς καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο ἀσκητή, τὸν ᾿Ονούφριο, πιὸ ἀπομακρυσμένα. ῾Η ζωή του τώρα μοιραζόταν ἀνάμεσα στὴν ἄσκηση καὶ στὴν οἰκοδομὴ τῆς συνοδείας του, ἀλλὰ καὶ σὲ σύντομες ἐπισκέψεις στὸ ῎Ορος.
Στὰ 870 ὁ Εὐθύμιος, ὕστερα ἀπὸ ἕνα ὅραμα ποὺ εἶδε κατὰ τὴ διάρκεια μιᾆς ἐπισκέψεως στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ἀποφάσισε νὰ ἀναστηλώσει μία ἐρειπωμένη καὶ λησμονημένη ἐκκλησία τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα, κοντὰ στὸ χωριὸ Περιστερές, καὶ νὰ δημιουργήσει ἐκεῖ μοναστήρι. Οἱ πιστοί, ποὺ ἀγαποῦσαν τὸν ἅγιο, ἀνταποκρίθηκαν φιλόφρονα καὶ πρόσφεραν ἄφθονα χρήματα, ὑλικὰ γιὰ τὴν κατασκευὴ καὶ τὸν ἐξοπλισμὸ τῆς μονῆς καὶ ἄλλες δωρεές, ἀγρῶν, ἀγελῶν, λιβαδιῶν. Τὸ νέο κοινόβιο, τιμώμενο στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα, ἐγκαινιάσθηκε τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 871.
Περὶ τὸ 884 ὁ Εὐθύμιος ὡς νέος ᾿Ιωσήφ, μετὰ ἀπὸ τὴν παρέλευση τόσων χρόνων ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς συγγενεῖς του καὶ τοὺς κάλεσε κοντά του. Τὰ ἄρρενα μέλη ἔγιναν μοναχοὶ στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα, ἐνῶ οἱ γυναῖκες τῆς οἰκογενείας ἀποτέλεσαν τὸν πυρῆνα ἑνὸς νέου μοναστηριοῦ, ἐξαρτήματος τοῦ πρώτου. Τὰ μοναστήρια καθιερώθηκαν ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Μεθόδιο, μὲ τὴν κατάθεση τιμίων λειψάνων.
᾿Επειδὴ οἱ περισπασμοὶ καὶ οἱ φροντίδες στενοχωροῦσαν τὸν Εὐθύμιο, ἀνέθεσε τὶς φροντίδες τῶν μονῶν στοὺς ἐγγονούς του (897). “Μεθοδίῳ μὲν τῷ υἱωνῷ καὶ τῇ τούτου ὁμαίμονι Εὐφημίᾳ ἀμφοτέρας τὰς μονὰς παραθέμενος καὶ ἡγουμενεύειν ἐν αὐταῖς παρασκευάσας” καὶ αὐτὸς στράφηκε ἀπερίσπαστος στὴν προσφιλῆ του ἄσκηση καὶ “εἰς τὸν στῦλον ἀνέρχεται”. Μάταια ὅμως, διότι καὶ στὸν στῦλο δὲν ἀπόλαυσε τὴν ἡσυχία ποὺ ἐπιζητοῦσε, λόγω τῶν πολλῶν ἐπισκέψεων, ὥστε τελικὰ νὰ ἀναζητήσει τὴν ἡσυχία σὲ δυσπρόσιτα μέρη· “τὰ τοῦ ῎Αθωνος ἐπικαταλαμβάνει ἀκρωτήρια”.
Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία, καὶ πιὸ σύντομη παραμονὴ τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ἴσως γιὰ λίγους μῆνες μόνον. ᾿Επειδὴ συγκεντρώθηκαν γύρω του πολλοὶ μοναχοί, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσαν κόπωση καὶ δυσφορία στὸν ῞Οσιο, ἔχοντας δὲ προαισθανθεῖ τὸ τέλος του καὶ “βουλόμενος ἐν ἀταραξίᾳ νοὸς ὡς δὲ καὶ ἀνθρώπων παρενοχλήσεως ἄνευθε ταύτην ποιήσασθαι”, μετὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου (7 Μαΐου), ἔφυγε κρυφὰ μὲ ἕνα μόνο μαθητή του στὴ νῆσο ῾Ιερά, ὅπου στὶς 15 ᾿Οκτωβρίου τοῦ 898 ἐξεδήμησε εἰς Κύριον. Λίγους μῆνες ἀργότερα, τὸν ᾿Ιανουάριο τοῦ 899, οἱ μοναχοὶ τῶν Περιστερῶν μετέφεραν πανηγυρικὰ τὸ λείψανο τοῦ ῾Οσίου καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὸ ναὸ τῆς μονῆς.
῾Η μνήμη τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου, στὶς 15 ᾿Οκτωβρίου, τιμήθηκε ἐξαρχῆς ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Βιογράφος του ὑπῆρξε ὁ μαθητής του καὶ ἐπίσκοπος Βασίλειος ὁ συναξαριστὴς (βλ. λῆμμα), ὁ ὁποῖος συνέταξε καὶ ᾿Ακολουθία, ἡ ὁποία ἐξυμνεῖ ἀρκούντως τὸν κοινὸ διδάσκαλο. Μετὰ τὴν προσάρτηση τῆς μονῆς Περιστερῶν στὴ μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἡ τιμὴ τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου ἐξαπλώθηκε σὲ ὅλο τὸ ῞Αγιο ῎Ορος καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτό, μιᾆς καὶ εἶχε πλέον συμπεριληφθεῖ στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο.
῾Η μονὴ τῶν Περιστερῶν μὲ ἐνέργειες τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου, εἶχε ἀναγνωρισθεῖ ὡς βασιλική, μὲ ὅλα τὰ συναφῆ προνόμια, πρὶν τὸ 897, κάτι ποὺ ἐπαναλαμβάνεται καὶ σὲ ἔγγραφα τοῦ 911 καὶ 943. Τὸ προνόμιο αὐτὸ ἐπιβεβαίωσε καὶ ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Ζ¢ ὁ Πορφυρογέννητος, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 944-959, μὲ ἔγγραφο στὸ ὁποῖο ἀπαγόρευε τὴν ἀνάμιξη τῆς μητροπόλεως Θεσσαλονίκης στὰ ἐσωτερικὰ τῆς μονῆς Περιστερῶν. ῾Ο αὐτοκράτορας Νικηφόρος Φωκᾆς προσάρτησε τὴ μονὴ τῶν Περιστερῶν στὴ Μεγίστη Λαύρα περὶ τὸ 964/965, ἀλλὰ ἡ μονὴ παρέμεινε ἐλεύθερη μέχρι τὸ θάνατο τοῦ ἡγουμένου της Στεφάνου (973 ἢ 975), ὁπότε κατέστη μετόχιο τῆς Λαύρας.
῾Ο Βίος τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου συνιστᾆ ἀξιολογότατη πηγὴ πληροφοριῶν γιὰ τὸν πρώιμο ᾿Αθωνικὸ μοναχισμό, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Χαλκιδικῆς.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
18 ᾿Οκτωβρίου
ΘΕΟΔΩΡΟΣ καὶ ΣΥΜΕΩΝ,
ὅσιοι, κτίτορες μονῆς Μ. Σπηλαίου
Οἱ ἀδελφοὶ Συμεὼν καὶ Θεόδωρος κατάγονταν ἀπὸ πλούσια καὶ λαμπρὴ οἰκογένεια τῆς Θεσσαλονίκης. Στὴν πόλη αὐτὴ πέρασαν τὰ παιδικά τους χρόνια καὶ ἔλαβαν τὴν ἐγκύκλια παιδεία τῆς ἐποχῆς τους. ῞Οταν ἀνδρώθηκαν, ἀποφάσισαν νὰ μεταβοῦν στὸ ὄρος τοῦ ῎Αθωνα γιὰ νὰ μονάσουν. Σύντομα ἡ παιδεία καὶ οἱ ἀρετές τους ἀναγνωρίσθηκαν ἀπ᾿ ὅλους, γεγονὸς ποὺ ἔκανε τοὺς προεστῶτες τοῦ ῎Ορους νὰ τοὺς ἀποδεχθοῦν ὡς διδασκάλους καὶ νὰ τοὺς χειροτονήσουν ἱερεῖς· “ἔκριναν”, μάλιστα, “ὅλοι εὔλογον τὴν φροντίδα καὶ ἐπιμέλειαν πνευματικὴν τοῦ ἁγίου ῎Ορους εἰς τοὺς πατέρας, ὡσὰν ὅπου ἐφάνησαν ἀπ᾿ ἀρχῆς σχεδὸν πρῶτοι κατοικήτορες καὶ πολιοῦχοι τῶν ἄλλων”. ῾Η φήμη τους εἶχε διαδοθεῖ σὲ ὅλο τὸν ῎Αθωνα, “ἀκούονταν καὶ ἐλαλοῦντο καὶ ἐθαυμάζονταν ἀπὸ ὅλους”, ὥστε νὰ συγκεντρωθεῖ γύρω τους ἕνας σεβαστὸς ἀριθμὸς μαθητῶν. Τὰ βασικὰ θέματα τῆς διδασκαλίας τους ἦταν “περὶ παρθενίας καὶ περὶ ἀσκήσεως”.
Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ καιρὸ ποὺ ἐγκαταβίωσαν στὸ ῎Ορος διδάσκοντας τοὺς μοναχούς, ἀποφάσισαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὰ ῾Ιεροσόλυμα. Συνάντησαν ὅμως τὴ ζωηρὴ ἀντίδραση τῶν ἄλλων μοναχῶν, ποὺ δὲν ἤθελαν νὰ ἀποχωρισθοῦν τοὺς δύο μεγάλους διδασκάλους καὶ πατέρες, ἐνεδρεύοντας μάλιστα στὸν ᾿Ισθμὸ τοῦ Ξέρξη γιὰ νὰ ἀποτρέψουν τὴν ἔξοδό τους. Τελικά, κατόρθωσαν νὰ πείσουν τοὺς μοναχοὺς γιὰ τὴν σταθερότητα τῆς ἀποφάσεώς τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἱερότητα τοῦ σκοποῦ τους καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὰ ῾Ιεροσόλυμα.
῎Επειτα ἀπὸ ἕνα μακρὺ καὶ ἐπίπονο ταξίδι ἔφθασαν στὴν ἁγία Πόλη, προσκύνησαν ἐκεῖ τὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ, ἐπισκέφθηκαν ἐν συνεχεία τὸ ὄρος Σινᾆ καὶ ἐπέστρεψαν στὴν ῾Ιερουσαλήμ. ᾿Εδῶ τοὺς φανερώθηκαν καθ᾿ ὕπνον οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ ᾿Ανδρέας, οἱ ὁποῖοι τοὺς προφήτευσαν ὅσα “ἔμελλαν νὰ τοὺς συνέβουν τριγύρω εἰς ταῖς αἱρέσεις τοῦ καιροῦ ἐκείνου ἀνάμεσα εἰς τοὺς εἰκονομάχους”. Οἱ ῞Οσιοι ἀνέφεραν τὸ “ἐνύπνιον, ἢ μᾆλλον εἰπεῖν τὴν προφητικὴν ὅρασιν” στὸν πατριάρχη ῾Ιεροσολύμων, ὁ ὁποῖος τοὺς συμβούλευσε σχετικὰ καὶ τοὺς ἐφοδίασε μὲ συστατικὰ γράμματα καὶ ἐπιστολὲς γιὰ τὸν πάπα τῆς Ρώμης.
Μετὰ ἀπὸ ἕνα δύσκολο ταξίδι ἐπέστρεψαν στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ὅπου ἔγιναν δεκτοὶ μὲ πολλὴ χαρὰ ἀπὸ τοὺς μοναχούς, στοὺς ὁποίους ἐξιστόρησαν τὶς περιπέτειές τους. ᾿Αλλὰ σὲ λίγο ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ “πρὸς τὰ μέρη τῆς Θεσσαλονίκης ἐλθόντες ὡμιλοῦσαν εἰς ὅλους τοὺς κατοικοῦντας εἰς τοὺς τόπους ἐκείνους τὰ σωτήρια δόγματα”. ᾿Απὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἔστειλαν μοναχοὺς μὲ παραμυθητικὲς ἐπιστολὲς στὰ ᾿Ιλλυρικὰ μέρη -ἤγουν τῆς Σκλαβουνίας, ὅπως ἐξηγεῖ ἕνας διασκευαστής, ὁ Παρθένιος- καὶ οἱ ἴδιοι περιόδευσαν διδάσκοντας καὶ ἐπισκεπτόμενοι τὶς πόλεις καὶ τὶς περιοχὲς τῆς Θεσσαλίας, ὥσπου ἔφθασαν στὸ “ὄρος τὸ Θετταλικὸν τὸ ὀνομαζόμενον τῶν Κελλίων”, γιὰ νὰ νουθετήσουν καὶ νὰ παρακινήσουν πνευματικὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς ἐρημίτες ποὺ ζοῦσαν ἐκεῖ.
᾿Απὸ ἐκεῖ προχώρησαν “εἰς τὰς Νέας Πάτρας” (σημ. ῾Υπάτη), ὅπου καὶ ἔμειναν ἀρκετὸ καιρό, γιὰ νὰ καταλήξουν στὴ συνέχεια στὸ ὄρος τῶν Θερμοπυλῶν. ᾿Εδῶ ἀποφάσισαν νὰ ἐγκαταβιώσουν, ἀλλὰ ἄγγελος Κυρίου τοὺς προέτρεψε νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο τους στὴν Πελοπόννησο, ὅπου θὰ συναντοῦσαν στὸ χωριὸ τῶν Γαλατῶν, κοντὰ στὰ Καλάβρυτα, μία εὐσεβῆ κόρη, ποὺ εἶχε ἀνακαλύψει μία εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Οἱ ὅσιοι πατέρες μετέβησαν λοιπὸν στὴν Πελοπόννησο καὶ φθάνοντας στὸ χωριὸ τῶν Γαλατῶν -“λεγόμενον τώρα Ζαχλωροῦς”, μᾆς λέει πάλι ὁ Παρθένιος- συναντήθηκαν μὲ τὴ βοσκοπούλα, στὴν ὁποία εἶχε προαγγελθεῖ ἡ ἔλευσή τους, ὅταν αὐτὴ βρῆκε τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου στὸ Σπήλαιο.
῾Η κόρη ἀνεγνώρισε ἀμέσως τοὺς θεόσταλτους ἄνδρες καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, τοὺς ὁδήγησε στὸ Μέγα Σπήλαιο, ὅπου ἀντίκρυσαν τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. ᾿Ενῶ ἄφωνοι θαύμαζαν τὴ μεγαλοπρεπῆ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἀκούσθηκε μία φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἡ ὁποία τοὺς προέτρεπε νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο τους: “σπουδάσατε νὰ νουθετήσετε καὶ νὰ βεβαιώσετε ὅσους κατοικοῦν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ εἰς ὅλαις της ταῖς χώραις νὰ μένουν πάντα σταθεροὶ καὶ ἀμετάτρεπτοι εἰς τὴν προσκύνησιν τῶν ἁγίων εἰκόνων”.
῞Οταν ἀποφάσισαν νὰ καθαρίσουν τὴν εἴσοδο τοῦ σπηλαίου καὶ τὸν περιβάλλοντα χῶρο, θέτοντας πῦρ στοὺς θάμνους καὶ στὰ δένδρα, τότε “δράκων τις φοβερὸς εἰς τὸ μέγεθος ἐφώλευεν ἐκεῖ”, ξεπετάχθηκε μέσα ἀπὸ τὶς βάτους, ἀλλὰ ἐξουδετερώθηκε μὲ θαυμαστὸ τρόπο. ᾿Ανάμεσα στὰ δένδρα βρέθηκαν κάποια ἀρχαῖα ἐρείπια, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν καὶ τὴ βάση γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση ἑνὸς ναοῦ, στὸν ὁποῖο κατετέθη ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. ῾Η κόρη δέχθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα μὲ τὸ ὄνομα Εὐφροσύνη καὶ ἐγκαταστάθηκε ὡς ἔγκλειστη σὲ μία μικρὴ καλύβα κοντὰ στὸ Σπήλαιο.
῾Η φήμη γιὰ τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἁγιότητα τῶν ῾Οσίων καὶ τῆς Εὐφροσύνης προσήλκυαν σὰν μαγνήτης πλῆθος πιστῶν στὸ Σπήλαιο. ῾Ο ἐνθουσιασμὸς τοῦ κόσμου ἦταν τέτοιος, ὥστε νὰ προσφέρουν ὅλα τὰ μέσα στοὺς ῾Οσίους γιὰ νὰ ἀνεγείρουν μοναστήρι, οἱ ῞Οσιοι ὅμως ἀρνήθηκαν κάτι τέτοιο, γιατὶ σκοπός τους ἦταν ἡ ἀποστολικὴ δράση στὴν Πελοπόννησο, ποὺ ἦταν βυθισμένη στὴν ἀσέβεια. ᾿Αφοῦ λοιπὸν ἔστειλαν μὲ κάποιον συνοδό τους τὶς ἐπιστολὲς στὸν Πάπα, ἄρχισαν νὰ περιοδεύουν στὴν Κόρινθο, τὸ ῎Αργος, τὰ ᾿Επίδαυρα, τὸ Ναύπλιο, τοὺς ᾿Αμυκλαίους, Λάκωνες, Δωριεῖς, Πατρεῖς, ῾Ηλείους, ᾿Αρκάδες. ῾Η δράση τους ἐπεκτάθηκε κι ἔξω ἀπ᾿ τὴν Πελοπόννησο, ἀφοῦ μὲ ἐπιστολὲς φρόντισαν καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ὠφέλεια τῶν νησιῶν καὶ ἰδιαίτερα τῆς Κρήτης.
“Καὶ τέλος ἀπὸ θεῖον ἄγγελον ἐδιδάχθησαν τὸ τέλος τῆς ζωῆς των”· ἔτσι ἑτοιμάσθηκαν κατάλληλα καὶ ὅταν ἀπεδήμησαν εἰς Κύριον, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο, “ἐτάφησαν λοιπὸν ἀπὸ τοὺς μαθητάς των μὲ τὰ ἴδια των μοναχικὰ φορέματα καὶ σχήματα κατὰ γῆς εἰς τὸ αὐτὸ ἅγιον Σπήλαιον”. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ἐκοιμήθη καὶ ἡ ὁσία Εὐφροσύνη καὶ ἐτάφη “ὅπου ἐτάφησαν καὶ οἱ θεῖοι πατέρες”.
῾Η ὕπαρξη καὶ ἡ δράση τῶν ὁσίων Θεοδώρου, Συμεὼν καὶ Εὐφροσύνης ἀγνοεῖται ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς συναξαριστές, ἀλλὰ παραδίδεται πάντοτε ὡς ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ Κτιτορικοῦ καὶ τῶν Προσκυνηταρίων τῆς μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, στὰ Καλάβρυτα τῆς Πελοποννήσου. ᾿Εκτὸς αὐτοῦ, ὁ Βίος δὲν σώζεται στὴν ἀρχική του μορφή, ἀλλὰ σὲ μεταγενέστερες παραφράσεις σὲ δημώδη γλῶσσα. Οἱ διάφορες παραλλαγὲς τοῦ Βίου τῶν ῾Οσίων, ὅπως παραδίδονται στὶς ἔντυπες ἐκδόσεις, δὲν παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, ἐκτὸς τῆς ἐκδόσεως τοῦ Κτιτορικοῦ ἢ Προσκυνηταρίου τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἔτους 1840. ῾Η παράφραση τοῦ ᾿Αθηναίου λογίου ᾿Ανάργυρου Βερναρδῆ, ἔκδοση Βενετίας 1706, καὶ τὸ Προσκυνητάρι τοῦ λογίου ἱεροδιακόνου Παρθενίου τοῦ Πελοποννησίου, Βενετία 1765, ἀποτελοῦν συγγενῆ κείμενα. ῾Ο Κων. Οἰκονόμος τοποθετεῖ τὴ δράση τῶν ὁσίων στὰ 310-320 καὶ τὴν εὕρεση τῆς εἰκόνος τὸ 362, ἐνῶ οἱ ἄλλες παραλλαγὲς ἀναφέρουν ἁπλὰ ὅτι ἔδρασαν στὰ χρόνια τῆς εἰκονομαχίας.
Στὰ κείμενα τοῦ Παρθενίου καὶ τοῦ Οἰκονόμου ὁ λόγος διακόπτεται συχνὰ γιὰ ἐπεξηγήσεις καὶ ἑρμηνεῖες. ᾿Αντιθέτως ἡ παράφραση τοῦ Βερναρδῆ ἀποτελεῖ μετάφραση, “εἰς τὴν καθ᾿ ἡμᾆς γλῶσσαν”, πιστὴ καὶ χωρὶς τὴν παραμικρὴ παρέμβαση, τοῦ χειρογράφου ἢ ἀντιγράφου ποὺ φιλοτέχνησαν, τὸ 1509, “οἱ ἐλάχιστοι, ὅ τε ᾿Ησαΐας καὶ Σωφρόνιος οἱ ρακενδῦται καὶ ἐρημῖται”.
Τὸ χειρόγραφο τῶν μοναχῶν Σωφρονίου καὶ ᾿Ησαΐα, φαίνεται, ἀπὸ ἐσωτερικὲς μαρτυρίες, ὅτι ἀνάγεται στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Β¢ Παλαιολόγου (1282-1328), διότι ἀναφέρεται ὅτι “τὸ ἱερὸν τοῦτο Σπήλαιον μετεσκευάσθη καὶ ἔγινε μοναστήριον... διὰ μέσον τῆς εὐσεβείας καὶ γενναιότητος τοῦ νῦν βασιλεύοντος ᾿Ανδρονίκου...”. Συνεπῶς ἡ παράφραση τοῦ Βερναρδῆ μᾆς ὁδηγεῖ ἐγγύτερα στὸ ἀπωλεσθὲν πρωτότυπο ποὺ χρησιμοποίησαν οἱ μοναχοί, δηλ. στὴν παράδοση τοῦ 13ου αἰῶνος.
῾Η χρονολόγηση τῆς δράσεως τῶν ὁσίων αὐταδέλφων Θεοδώρου καὶ Συμεών, δὲν εἶναι εὐχερὴς μὲ ἀκρίβεια· πιθανὸν νὰ ἀναφέρεται σὲ γεγονότα τοῦ τέλους 8ου αἰ. - ἀρχὲς 9ου αἰ., καὶ ἔτσι τίθεται στὴν ἐποχὴ μεταξὺ τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτη καὶ τοῦ ὁσίου ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογράφου. Παρέχει μία πολὺ πρώιμη εἰκόνα τοῦ ῾Ελλαδικοῦ χώρου καὶ συμπληρώνει τὶς γνώσεις μας γιὰ τὸ μοναχισμὸ τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καὶ τῆς κυρίως ῾Ελλάδος. ῾Η μνεία κάποιας μορφῆς ὀργανώσεως τῶν ἀσκητῶν τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καὶ μοναχῶν στὸ “Θετταλικὸ ὄρος τῶν Κελλίων”, τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου μεταξὺ ῎Οσσας καὶ Πηλίου, εἶναι πληροφορίες μοναδικὲς χρονικὰ καὶ ἀξιολογικά.
ΘΕΟΔΩΡΟΣ καὶ ΣΥΜΕΩΝ,
ὅσιοι, κτίτορες μονῆς Μ. Σπηλαίου
Οἱ ἀδελφοὶ Συμεὼν καὶ Θεόδωρος κατάγονταν ἀπὸ πλούσια καὶ λαμπρὴ οἰκογένεια τῆς Θεσσαλονίκης. Στὴν πόλη αὐτὴ πέρασαν τὰ παιδικά τους χρόνια καὶ ἔλαβαν τὴν ἐγκύκλια παιδεία τῆς ἐποχῆς τους. ῞Οταν ἀνδρώθηκαν, ἀποφάσισαν νὰ μεταβοῦν στὸ ὄρος τοῦ ῎Αθωνα γιὰ νὰ μονάσουν. Σύντομα ἡ παιδεία καὶ οἱ ἀρετές τους ἀναγνωρίσθηκαν ἀπ᾿ ὅλους, γεγονὸς ποὺ ἔκανε τοὺς προεστῶτες τοῦ ῎Ορους νὰ τοὺς ἀποδεχθοῦν ὡς διδασκάλους καὶ νὰ τοὺς χειροτονήσουν ἱερεῖς· “ἔκριναν”, μάλιστα, “ὅλοι εὔλογον τὴν φροντίδα καὶ ἐπιμέλειαν πνευματικὴν τοῦ ἁγίου ῎Ορους εἰς τοὺς πατέρας, ὡσὰν ὅπου ἐφάνησαν ἀπ᾿ ἀρχῆς σχεδὸν πρῶτοι κατοικήτορες καὶ πολιοῦχοι τῶν ἄλλων”. ῾Η φήμη τους εἶχε διαδοθεῖ σὲ ὅλο τὸν ῎Αθωνα, “ἀκούονταν καὶ ἐλαλοῦντο καὶ ἐθαυμάζονταν ἀπὸ ὅλους”, ὥστε νὰ συγκεντρωθεῖ γύρω τους ἕνας σεβαστὸς ἀριθμὸς μαθητῶν. Τὰ βασικὰ θέματα τῆς διδασκαλίας τους ἦταν “περὶ παρθενίας καὶ περὶ ἀσκήσεως”.
Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ καιρὸ ποὺ ἐγκαταβίωσαν στὸ ῎Ορος διδάσκοντας τοὺς μοναχούς, ἀποφάσισαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὰ ῾Ιεροσόλυμα. Συνάντησαν ὅμως τὴ ζωηρὴ ἀντίδραση τῶν ἄλλων μοναχῶν, ποὺ δὲν ἤθελαν νὰ ἀποχωρισθοῦν τοὺς δύο μεγάλους διδασκάλους καὶ πατέρες, ἐνεδρεύοντας μάλιστα στὸν ᾿Ισθμὸ τοῦ Ξέρξη γιὰ νὰ ἀποτρέψουν τὴν ἔξοδό τους. Τελικά, κατόρθωσαν νὰ πείσουν τοὺς μοναχοὺς γιὰ τὴν σταθερότητα τῆς ἀποφάσεώς τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἱερότητα τοῦ σκοποῦ τους καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὰ ῾Ιεροσόλυμα.
῎Επειτα ἀπὸ ἕνα μακρὺ καὶ ἐπίπονο ταξίδι ἔφθασαν στὴν ἁγία Πόλη, προσκύνησαν ἐκεῖ τὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ, ἐπισκέφθηκαν ἐν συνεχεία τὸ ὄρος Σινᾆ καὶ ἐπέστρεψαν στὴν ῾Ιερουσαλήμ. ᾿Εδῶ τοὺς φανερώθηκαν καθ᾿ ὕπνον οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ ᾿Ανδρέας, οἱ ὁποῖοι τοὺς προφήτευσαν ὅσα “ἔμελλαν νὰ τοὺς συνέβουν τριγύρω εἰς ταῖς αἱρέσεις τοῦ καιροῦ ἐκείνου ἀνάμεσα εἰς τοὺς εἰκονομάχους”. Οἱ ῞Οσιοι ἀνέφεραν τὸ “ἐνύπνιον, ἢ μᾆλλον εἰπεῖν τὴν προφητικὴν ὅρασιν” στὸν πατριάρχη ῾Ιεροσολύμων, ὁ ὁποῖος τοὺς συμβούλευσε σχετικὰ καὶ τοὺς ἐφοδίασε μὲ συστατικὰ γράμματα καὶ ἐπιστολὲς γιὰ τὸν πάπα τῆς Ρώμης.
Μετὰ ἀπὸ ἕνα δύσκολο ταξίδι ἐπέστρεψαν στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ὅπου ἔγιναν δεκτοὶ μὲ πολλὴ χαρὰ ἀπὸ τοὺς μοναχούς, στοὺς ὁποίους ἐξιστόρησαν τὶς περιπέτειές τους. ᾿Αλλὰ σὲ λίγο ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ “πρὸς τὰ μέρη τῆς Θεσσαλονίκης ἐλθόντες ὡμιλοῦσαν εἰς ὅλους τοὺς κατοικοῦντας εἰς τοὺς τόπους ἐκείνους τὰ σωτήρια δόγματα”. ᾿Απὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἔστειλαν μοναχοὺς μὲ παραμυθητικὲς ἐπιστολὲς στὰ ᾿Ιλλυρικὰ μέρη -ἤγουν τῆς Σκλαβουνίας, ὅπως ἐξηγεῖ ἕνας διασκευαστής, ὁ Παρθένιος- καὶ οἱ ἴδιοι περιόδευσαν διδάσκοντας καὶ ἐπισκεπτόμενοι τὶς πόλεις καὶ τὶς περιοχὲς τῆς Θεσσαλίας, ὥσπου ἔφθασαν στὸ “ὄρος τὸ Θετταλικὸν τὸ ὀνομαζόμενον τῶν Κελλίων”, γιὰ νὰ νουθετήσουν καὶ νὰ παρακινήσουν πνευματικὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς ἐρημίτες ποὺ ζοῦσαν ἐκεῖ.
᾿Απὸ ἐκεῖ προχώρησαν “εἰς τὰς Νέας Πάτρας” (σημ. ῾Υπάτη), ὅπου καὶ ἔμειναν ἀρκετὸ καιρό, γιὰ νὰ καταλήξουν στὴ συνέχεια στὸ ὄρος τῶν Θερμοπυλῶν. ᾿Εδῶ ἀποφάσισαν νὰ ἐγκαταβιώσουν, ἀλλὰ ἄγγελος Κυρίου τοὺς προέτρεψε νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο τους στὴν Πελοπόννησο, ὅπου θὰ συναντοῦσαν στὸ χωριὸ τῶν Γαλατῶν, κοντὰ στὰ Καλάβρυτα, μία εὐσεβῆ κόρη, ποὺ εἶχε ἀνακαλύψει μία εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Οἱ ὅσιοι πατέρες μετέβησαν λοιπὸν στὴν Πελοπόννησο καὶ φθάνοντας στὸ χωριὸ τῶν Γαλατῶν -“λεγόμενον τώρα Ζαχλωροῦς”, μᾆς λέει πάλι ὁ Παρθένιος- συναντήθηκαν μὲ τὴ βοσκοπούλα, στὴν ὁποία εἶχε προαγγελθεῖ ἡ ἔλευσή τους, ὅταν αὐτὴ βρῆκε τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου στὸ Σπήλαιο.
῾Η κόρη ἀνεγνώρισε ἀμέσως τοὺς θεόσταλτους ἄνδρες καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, τοὺς ὁδήγησε στὸ Μέγα Σπήλαιο, ὅπου ἀντίκρυσαν τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. ᾿Ενῶ ἄφωνοι θαύμαζαν τὴ μεγαλοπρεπῆ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἀκούσθηκε μία φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἡ ὁποία τοὺς προέτρεπε νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο τους: “σπουδάσατε νὰ νουθετήσετε καὶ νὰ βεβαιώσετε ὅσους κατοικοῦν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ εἰς ὅλαις της ταῖς χώραις νὰ μένουν πάντα σταθεροὶ καὶ ἀμετάτρεπτοι εἰς τὴν προσκύνησιν τῶν ἁγίων εἰκόνων”.
῞Οταν ἀποφάσισαν νὰ καθαρίσουν τὴν εἴσοδο τοῦ σπηλαίου καὶ τὸν περιβάλλοντα χῶρο, θέτοντας πῦρ στοὺς θάμνους καὶ στὰ δένδρα, τότε “δράκων τις φοβερὸς εἰς τὸ μέγεθος ἐφώλευεν ἐκεῖ”, ξεπετάχθηκε μέσα ἀπὸ τὶς βάτους, ἀλλὰ ἐξουδετερώθηκε μὲ θαυμαστὸ τρόπο. ᾿Ανάμεσα στὰ δένδρα βρέθηκαν κάποια ἀρχαῖα ἐρείπια, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν καὶ τὴ βάση γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση ἑνὸς ναοῦ, στὸν ὁποῖο κατετέθη ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. ῾Η κόρη δέχθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα μὲ τὸ ὄνομα Εὐφροσύνη καὶ ἐγκαταστάθηκε ὡς ἔγκλειστη σὲ μία μικρὴ καλύβα κοντὰ στὸ Σπήλαιο.
῾Η φήμη γιὰ τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἁγιότητα τῶν ῾Οσίων καὶ τῆς Εὐφροσύνης προσήλκυαν σὰν μαγνήτης πλῆθος πιστῶν στὸ Σπήλαιο. ῾Ο ἐνθουσιασμὸς τοῦ κόσμου ἦταν τέτοιος, ὥστε νὰ προσφέρουν ὅλα τὰ μέσα στοὺς ῾Οσίους γιὰ νὰ ἀνεγείρουν μοναστήρι, οἱ ῞Οσιοι ὅμως ἀρνήθηκαν κάτι τέτοιο, γιατὶ σκοπός τους ἦταν ἡ ἀποστολικὴ δράση στὴν Πελοπόννησο, ποὺ ἦταν βυθισμένη στὴν ἀσέβεια. ᾿Αφοῦ λοιπὸν ἔστειλαν μὲ κάποιον συνοδό τους τὶς ἐπιστολὲς στὸν Πάπα, ἄρχισαν νὰ περιοδεύουν στὴν Κόρινθο, τὸ ῎Αργος, τὰ ᾿Επίδαυρα, τὸ Ναύπλιο, τοὺς ᾿Αμυκλαίους, Λάκωνες, Δωριεῖς, Πατρεῖς, ῾Ηλείους, ᾿Αρκάδες. ῾Η δράση τους ἐπεκτάθηκε κι ἔξω ἀπ᾿ τὴν Πελοπόννησο, ἀφοῦ μὲ ἐπιστολὲς φρόντισαν καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ὠφέλεια τῶν νησιῶν καὶ ἰδιαίτερα τῆς Κρήτης.
“Καὶ τέλος ἀπὸ θεῖον ἄγγελον ἐδιδάχθησαν τὸ τέλος τῆς ζωῆς των”· ἔτσι ἑτοιμάσθηκαν κατάλληλα καὶ ὅταν ἀπεδήμησαν εἰς Κύριον, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο, “ἐτάφησαν λοιπὸν ἀπὸ τοὺς μαθητάς των μὲ τὰ ἴδια των μοναχικὰ φορέματα καὶ σχήματα κατὰ γῆς εἰς τὸ αὐτὸ ἅγιον Σπήλαιον”. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ἐκοιμήθη καὶ ἡ ὁσία Εὐφροσύνη καὶ ἐτάφη “ὅπου ἐτάφησαν καὶ οἱ θεῖοι πατέρες”.
῾Η ὕπαρξη καὶ ἡ δράση τῶν ὁσίων Θεοδώρου, Συμεὼν καὶ Εὐφροσύνης ἀγνοεῖται ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς συναξαριστές, ἀλλὰ παραδίδεται πάντοτε ὡς ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ Κτιτορικοῦ καὶ τῶν Προσκυνηταρίων τῆς μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, στὰ Καλάβρυτα τῆς Πελοποννήσου. ᾿Εκτὸς αὐτοῦ, ὁ Βίος δὲν σώζεται στὴν ἀρχική του μορφή, ἀλλὰ σὲ μεταγενέστερες παραφράσεις σὲ δημώδη γλῶσσα. Οἱ διάφορες παραλλαγὲς τοῦ Βίου τῶν ῾Οσίων, ὅπως παραδίδονται στὶς ἔντυπες ἐκδόσεις, δὲν παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, ἐκτὸς τῆς ἐκδόσεως τοῦ Κτιτορικοῦ ἢ Προσκυνηταρίου τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἔτους 1840. ῾Η παράφραση τοῦ ᾿Αθηναίου λογίου ᾿Ανάργυρου Βερναρδῆ, ἔκδοση Βενετίας 1706, καὶ τὸ Προσκυνητάρι τοῦ λογίου ἱεροδιακόνου Παρθενίου τοῦ Πελοποννησίου, Βενετία 1765, ἀποτελοῦν συγγενῆ κείμενα. ῾Ο Κων. Οἰκονόμος τοποθετεῖ τὴ δράση τῶν ὁσίων στὰ 310-320 καὶ τὴν εὕρεση τῆς εἰκόνος τὸ 362, ἐνῶ οἱ ἄλλες παραλλαγὲς ἀναφέρουν ἁπλὰ ὅτι ἔδρασαν στὰ χρόνια τῆς εἰκονομαχίας.
Στὰ κείμενα τοῦ Παρθενίου καὶ τοῦ Οἰκονόμου ὁ λόγος διακόπτεται συχνὰ γιὰ ἐπεξηγήσεις καὶ ἑρμηνεῖες. ᾿Αντιθέτως ἡ παράφραση τοῦ Βερναρδῆ ἀποτελεῖ μετάφραση, “εἰς τὴν καθ᾿ ἡμᾆς γλῶσσαν”, πιστὴ καὶ χωρὶς τὴν παραμικρὴ παρέμβαση, τοῦ χειρογράφου ἢ ἀντιγράφου ποὺ φιλοτέχνησαν, τὸ 1509, “οἱ ἐλάχιστοι, ὅ τε ᾿Ησαΐας καὶ Σωφρόνιος οἱ ρακενδῦται καὶ ἐρημῖται”.
Τὸ χειρόγραφο τῶν μοναχῶν Σωφρονίου καὶ ᾿Ησαΐα, φαίνεται, ἀπὸ ἐσωτερικὲς μαρτυρίες, ὅτι ἀνάγεται στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Β¢ Παλαιολόγου (1282-1328), διότι ἀναφέρεται ὅτι “τὸ ἱερὸν τοῦτο Σπήλαιον μετεσκευάσθη καὶ ἔγινε μοναστήριον... διὰ μέσον τῆς εὐσεβείας καὶ γενναιότητος τοῦ νῦν βασιλεύοντος ᾿Ανδρονίκου...”. Συνεπῶς ἡ παράφραση τοῦ Βερναρδῆ μᾆς ὁδηγεῖ ἐγγύτερα στὸ ἀπωλεσθὲν πρωτότυπο ποὺ χρησιμοποίησαν οἱ μοναχοί, δηλ. στὴν παράδοση τοῦ 13ου αἰῶνος.
῾Η χρονολόγηση τῆς δράσεως τῶν ὁσίων αὐταδέλφων Θεοδώρου καὶ Συμεών, δὲν εἶναι εὐχερὴς μὲ ἀκρίβεια· πιθανὸν νὰ ἀναφέρεται σὲ γεγονότα τοῦ τέλους 8ου αἰ. - ἀρχὲς 9ου αἰ., καὶ ἔτσι τίθεται στὴν ἐποχὴ μεταξὺ τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτη καὶ τοῦ ὁσίου ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογράφου. Παρέχει μία πολὺ πρώιμη εἰκόνα τοῦ ῾Ελλαδικοῦ χώρου καὶ συμπληρώνει τὶς γνώσεις μας γιὰ τὸ μοναχισμὸ τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καὶ τῆς κυρίως ῾Ελλάδος. ῾Η μνεία κάποιας μορφῆς ὀργανώσεως τῶν ἀσκητῶν τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καὶ μοναχῶν στὸ “Θετταλικὸ ὄρος τῶν Κελλίων”, τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου μεταξὺ ῎Οσσας καὶ Πηλίου, εἶναι πληροφορίες μοναδικὲς χρονικὰ καὶ ἀξιολογικά.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
26 ᾿Οκτωβρίου
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ὁ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ, μεγαλομάρτυς
Πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης, προστάτης τῶν ῾Ελλήνων καὶ
ὑπέρμαχος ᾿Ορθοδοξίας.
῾Η παραδοσιακὴ ἁγιολογικὴ φιλολογία γνωρίζει τρία εἴδη ἔργων ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἀθλοφόρο Δημήτριο, ὅπως παρατήρησε καὶ ὁ F. Halkin. ῾Η ἁγιολογικὴ φιλολογία περιλαμβάνει Μαρτύρια (Passiones), Θαύματα (Miracula), καὶ ᾿Εγκωμιαστικοὺς Λόγους (Laudationes). Στὰ ἔργα αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ προσθέσουμε ὄχι μόνο τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους ἀλλὰ καὶ τὰ θρησκευτικὰ λαϊκὰ ἄσματα.
Οἱ πηγὲς αὐτὲς εἶναι πλούσιες σὲ ὑλικὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο φαίνεται ὄχι μόνο ἡ εὐρεία διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὸν ἑλληνικὸ χῶρο, ἀλλὰ καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς Σλάβους. ῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου εἶναι γνωστὴ καὶ στὴ Δύση.
᾿Απὸ ἕνα Μαρτύριο ποὺ γράφηκε ἀπὸ ἀνώνυμο συγγραφέα, ἔχουμε ὑλικὸ ἀναγόμενο στὰ τέλη τοῦ πέμπτου ἢ ἀρχὲς τοῦ ἕκτου αἰώνα. Στὸ Μαρτύριο αὐτὸ ὑπάρχουν πληροφορίες ποὺ ἀναφέρονται στὴν κοινωνικὴ ζωὴ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ στὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Οἱ ἱστορικοὶ στέκονται μὲ ἐνδιαφέρον στὸ κείμενο αὐτὸ γιατὶ βρίσκουν ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες, ποὺ διαφωτίζουν πλευρὲς τῆς Θεσσαλονίκης ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρουν.
Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ περιέχουν θρύλους καὶ μιλοῦν γιὰ τὰ θαύματα τοῦ ῾Αγίου, ἀποτελοῦν βασικὴ πηγὴ γνώσεως τῆς ῾Ιστορίας τῶν Σλάβων καὶ τῶν Βουλγάρων. Τὸ ὑλικὸ τῶν βιβλίων αὐτῶν ἀποτέλεσε ἀντικείμενο ἔρευνας ἐπειδὴ ἀπ᾿ αὐτὰ (τὰ βιβλία) πληροφορούμαστε γιὰ τὴ στρατιωτικὴ ὀργάνωση, τὴν τοπογραφία τῆς πόλεως, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὸν τεχνικὸ πολεμικὸ ἐξοπλισμὸ στὴ Βαλκανική. Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” εἶναι τρία. Τὸ πρῶτο γράφηκε ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης ᾿Ιωάννη στὰ τέλη τοῦ ἕκτου ἢ ἀρχὲς τοῦ ἑβδόμου αἰώνα. ᾿Αποτελεῖται ἀπὸ δέκα τρεῖς διδακτικοὺς λόγους καὶ διαιρεῖται σὲ δέκα πέντε κεφάλαια. Τὸ δεύτερο βιβλίο ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕξι διαλέξεις, ποὺ κάθε μία διηγεῖται κι ἕνα θαῦμα. ῾Ο συγγραφέας τοῦ βιβλίου αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀκόμη γνωστός. Πιθανότατα πρόκειται γιὰ κληρικό. Κατὰ τὶς νεότερες ἐκδοχὲς ὁ συγγραφέας τοῦ δευτέρου αὐτοῦ βιβλίου εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὁ ἐπίσκοπος ᾿Ιωάννης, ποὺ πῆρε μέρος στὴν ἕκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ 680 στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ Κωνσταντίνου Πωγωνάτου. Μὲ τὸ συγγραφέα τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἀσχολήθηκαν ὁ G. Byei, ὁ Th. Tafel, ὁ E. Murelt καὶ ὁ V. Laurent. Τὸ τρίτο βιβλίο τῶν “Θαυμάτων” εἶναι ἔργο μεταγενέστερο τοῦ δεκάτου αἰώνα, καὶ δὲν ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα τοὺς Σλάβους ἱστορικούς.
Τὰ “Θαύματα” τοῦ ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης παρέχουν πληροφορίες γιὰ τὶς σλαβικὲς ἐπιδρομὲς καὶ γιὰ τὴν κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση. Οἱ πληροφορίες ποὺ παρέχουν τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” συμπληρώνονται κι ἀπ᾿ ἐκεῖνες τοῦ Παρισινοῦ 1517 ὑπὸ τὸ ὄνομα ᾿Ιωάννης, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Μὲ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ κείμενο ἀσχολήθηκε ἰδιαιτέρως ὁ P. Lemerle, ὁ ὁποῖος τελικῶς ἐξέδωσε τὸ κείμενο ἐκ τοῦ κώδικα. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω ἐρευνητές, μὲ τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” καὶ τὴ χρονολόγηση τῶν σλαβικῶν ἐπιδρομῶν, ἀσχολήθηκαν ὁ O. Tafrali, ὁ H. Gelzer, ὁ F. Uspenski, ὁ I. Burmov, ὁ St. Maslev καὶ ἄλλοι. ᾿Απὸ τοὺς ἡμετέρους ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Ε. Χρυσουλόπουλου, καὶ προσφάτως τοῦ Παναγιώτη Χρήστου.
Γιὰ τὴ διάδοση καὶ ἑδραίωση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων καὶ εἰδικότερα μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἰδιάζουσα σημασία ἔχουν ὁ Βίος τοῦ Κυρίλλου καὶ τοῦ Μεθοδίου, ἕνας Κανόνας στὸν ἅγιο Δημήτριο, γραμμένος ἀπὸ τοὺς δύο Θεσσαλονικεῖς ἀδελφούς, καὶ ἕνα ᾿Εγκώμιο τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ᾿Αχρίδος.
Μεταγενέστερη ἐπεξεργασία τῶν “Θαυμάτων” καὶ τοῦ ἀρχαίου Μαρτυρίου ποὺ ἀναφέραμε, ἔγινε ἀπὸ τὸν ᾿Αναστάσιο Βιβλιοθηκάριο τὸν ἔνατο αἰώνα, πρὸς χάρη τοῦ Φράγκου αὐτοκράτορα Καρόλου Calvus στὴ λατινική. ῾Η ἐπεξεργασία αὐτὴ τοῦ ᾿Αναστασίου εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Δύση. ᾿Επίσης τὰ κείμενα τοῦ Συμεὼν Μεταφραστῆ (10ος αἰ.), τοῦ Νικήτα, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (12ος αἰ.), τοῦ ᾿Ιωάννου Σταυρακίου (13ος αἰ.), τοῦ Κωνσταντίνου ᾿Ακροπολίτου (13ος - 14ος αἰ.), τοῦ Συμεών, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (15ος αἰ.) καὶ τοῦ Μάρκου Εὐγενικοῦ (15ος αἰ.), συμπληρώνουν τὶς πληροφορίες τῶν “Θαυμάτων”. ᾿Ιδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες εἶναι οἱ πληροφορίες τοῦ Νικήτα Χωνιάτη, τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, τὸ ἐπίγραμμα τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος, τὰ νομίσματα καὶ οἱ σφραγίδες, καὶ τέλος ἕνας ἀπόκρυφος Βίος καὶ δύο Λόγοι τοῦ Γρηγορίου Τσαμπλάκ. Τὰ παραπάνω κείμενα, μαζὶ μὲ τὶς σφραγίδες καὶ τὰ νομίσματα, διαφωτίζουν τὴν περίοδο τῆς δημιουργίας τοῦ Δευτέρου Βουλγαρικοῦ Κράτους, σὲ σχέση μὲ τὸ σφετερισμὸ τοῦ ἁγίου ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους. Πλούσιες ἐπίσης παραδόσεις βρίσκει ὁ ἐρευνητὴς καὶ στὰ ἔργα ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρονται στὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Ρωσία.
᾿Απὸ τὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ μᾆς πληροφοροῦν γιὰ τὴν εὐρεία διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ῾Αγίου στὸ σλαβικὸ κόσμο καὶ ἰδιαίτερα μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἐγείρονται ὁρισμένα προβλήματα. Τὰ προβλήματα ἀναφέρονται στὶς σχέσεις Σλάβων καὶ ῾Ελλήνων κατὰ τὴ μακρὰ περίοδο ἀπὸ τὸν 6ο ἕως τὸν 15ο αἰώνα. Εἰδικότερα γιὰ τοὺς Βουλγάρους πρέπει νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ στὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας, κατὰ τὴν ὁποία ἀσκεῖ μεγάλη ἐπίδραση ὁ “Θησαυρός” τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου (16ος αἰ.) μεταξὺ τῶν Σλάβων, ὅπως ἐπίσης καὶ στὰ λοιπὰ φιλολογικά τους κείμενα.
Οἱ πληροφορίες ποὺ παρέχουν οἱ ἀρχαιότερες πηγὲς καὶ οἱ ὁποῖες ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὴν ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη καὶ τὴν ἔρευνα, δὲν ἀφήνουν σήμερα καμμιὰ ἀμφιβολία περὶ τῆς καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, στὴν ὁποία γεννήθηκε γύρω στὸ 280 μ.Χ. καὶ στὴν ὁποία μαρτύρησε κατὰ τὸν μεγάλο διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ.
Οἱ πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι ἡ λαμπρὰ καὶ ἐπιφανὴς πόλη τῆς Μακεδονίας, ἡ κορυφὴ τῆς Θεσσαλίας, ἡ “ὑπεριδρυμένη καὶ ὑπερέχουσα πάσης ἄλλης”, ἡ Θεσσαλονίκη, εὐτύχησε νὰ εἶναι ἡ γενέτειρα τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλη γεννήθηκε καὶ ἀναγεννήθηκε μὲ τὸ θεῖο λουτρὸ τοῦ βαπτίσματος. Εὐθὺς ἀμέσως, ἔχοντας καὶ τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, ἐμφανίζεται καὶ διδάσκει στοὺς Θεσσαλονικεῖς. Διδάσκει ὄχι μὲ φόβο, ὅπως ἀναφέρουν οἱ πηγές, μήπως τὸν καταγγείλουν καὶ συλληφθεῖ ἢ μήπως χάσει τὸ ὑψηλό του ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖο τὸν περιβάλλει ἡ ρωμαϊκὴ πολιτεία, ἀλλὰ εὐθαρσῶς. Διδάσκει ὄχι τὴ νύκτα στὶς γωνίες κρυπτόμενος, ἀλλὰ τὴ μέρα “εὐπαρουσιάστως μηδεμίαν ἀνθρωπίνην δόξαν λογιζόμενος”.
Στὴ διδασκαλία του ὁ Δημήτριος εἶναι γλυκύς, ἑλκυστικός, πειστικότατος. Διαλύει τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων· ἀπο-κρούει τὶς κακοδοξίες, ἀνοίγει τὸ δρόμο πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο ἴδιος ἐπισφραγίζει τὴ ζωή του μὲ τὴ θυσία του. ῾Ομολογεῖ μὲ θάρρος τὴν πίστη του μπροστὰ στὸν ἔκπληκτο Μαξιμιανό· ὑπομένει ἀγογγύστως τὰ πρῶτα βασανιστήρια καὶ τέλος δέχεται τὸ μαρτύριο “χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος”, διότι καταξιώνεται νὰ διωχθεῖ ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας του. Προσφέρει τὴν πλευρά του καὶ χύνει τὸ αἷμα του, μιμούμενος ἔτσι τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ. ᾿Απὸ τὴ λογχισμένη πλευρά του τρέχει αἷμα, μὲ τὸ ὁποῖο ποτίζει τὸ ἀγλαόκαρπο δένδρο τῆς ᾿Εκκλησίας.
῾Η ὕπαρξη ναοῦ ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν πρώϊμη Κωνστάντεια ἐποχή, μαρτυρεῖ γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ ἀπέδιδαν οἱ Θεσσαλονικεῖς στὸν συμπατριώτη τους μάρτυρα. ᾿Αργότερα ὁ ἔπαρχος τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ Λεόντιος, ἀφοῦ θεραπεύτηκε ἀπὸ βαρειὰ νόσο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Δημητρίου, ἀνήγειρε ναὸ πρὸς τιμὴ τοῦ μάρτυρα γύρω στὰ 412-413.
῾Ο δοξάσας τὸν Θεὸ ἀντιδοξάζεται ἀπ᾿ Αὐτόν. ῾Ο λύχνος δὲν κεῖται πολὺ ὑπὸ τὸν μόδιο, ἀλλὰ τοποθετεῖται “ἐπὶ τῇ λυχνίᾳ” γιὰ νὰ λάμπει καὶ φωτίζει πρὸς πᾆσα κατεύθυνση. ῎Ετσι συνδέεται μὲ τὴ γενέτειρά του, τὴ Θεσσαλονίκη, μὲ τὰ προβλήματα τοῦ ῾Ελληνισμοῦ καὶ ἀποβαίνει ὑπέρμαχος τῆς ᾿Ορθοδοξίας. ᾿Ακόμη πολὺ γρήγορα ἡ τιμή του διαδίδεται στὸν κόσμο τῶν Σλάβων συνδεόμενη ἰδιαιτέρως μὲ τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Ρώσους. ῎Ετσι, ἡ ἐπίδραση τῶν ῾Ελλήνων ἐπὶ τῶν Σλάβων διὰ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, εἶναι μεγάλη.
῏Ηταν φυσικὸ ὁ ἅγιος Δημήτριος νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν πόλη στὴν ὁποία γεννήθηκε καὶ στὴν ὁποία μιμήθηκε μὲ πάθος τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ. Οἱ Θεσσαλονικεῖς καταφεύγοντας στὸ “θεοπάροχο” μνῆμα του, τὸν περικαλῆ ναό του, παρακαλοῦσαν τὸν μεγαλομάρτυρα συμπατριώτη τους νὰ πρεσβεύει στὸ Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία τους.
Σπανίως ἅγιος συνέδεσε τὴ μνήμη του τόσο πολὺ μὲ τὶς περιπέτειες καὶ ἀγωνίες τῆς πατρίδος του, ὅσο ὁ ἅγιος Δημήτριος. Στὶς ἀλλεπάλληλες ἐπιθέσεις τῶν Σλάβων καὶ ᾿Αβάρων, ᾿Αράβων καὶ Βουλγάρων, ὁ ἅγιος Δημήτριος πρωταγωνιστεῖ καὶ προστατεύει τὴν πόλη του ἀπὸ τοὺς ἐπιδρομεῖς. Βαρβαρικὲς φάλαγγες ἐπιτίθενται κατὰ καιροὺς μὲ μανία. ῾Ως ἄμμος τῆς θαλάσσης, ἀναφέρουν οἱ πηγές, ἐμφανίζονται οἱ ἐχθροί. Καταλαμβάνουν περιοχὲς τῆς Θράκης καὶ τῆς Μακεδονίας. Πλησιάζουν μὲ ἀκάθεκτη ὁρμὴ πρὸς τὴ Θεσσαλονίκη, κυριεύουν φρούρια καὶ προάστεια τῆς πόλεως. Πάνοπλοι οἱ ἐχθροὶ προετοιμάζονται γιὰ τὴν τελικὴ ἔφοδο κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ κάτοικοι ζητοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου βοήθεια. Παρακαλοῦν τὸ Θεὸ μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Δημητρίου νὰ μὴν πέσουν στὰ χέρια τῶν ἀλλοπίστων. ῎Εφιππος τότε ἐμφανίζεται ὁ ῞Αγιος, διατρέχοντας τὰ τείχη, καὶ συντρίβει μὲ δόρυ τοὺς ἐπιτιθεμένους. Τὰ σχέδια τῶν ἐχθρῶν ματαιώνονται. ῾Ο Θεὸς τοῦ Δημητρίου διατηρεῖ τὴν πόλη “ἀτάραχον” καὶ “ἄτρωτον”. Οἱ Θεσσαλονικεῖς δέχονται τὴ σωτηρία τους “θεόθεν”.
Σ᾿ ἄλλες περιπτώσεις, κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀποδεικνύεται ἐπίσης προστάτης. ᾿Απαλλάσσει ἀπὸ λιμοὺς καὶ ἀσθένειες τὴν πόλη του καὶ τὴ διατηρεῖ “ἐν εὐταξίᾳ”.
᾿Απὸ μεταγενέστερες ἱστορικὲς πηγές, ὁ ἅγιος Δημήτριος παρουσιάζεται νὰ θρηνεῖ ὅταν ἡ πόλη πέφτει στὰ χέρια τῶν ᾿Αγαρηνῶν. ᾿Αποκαλεῖ τὴ Θεσσαλονίκη “πόλιν του”. “῾Εάλω μοι ἡ πόλις” λέγει θλιμμένος στὸν ἅγιο ᾿Αχίλλειο, “ἑάλω μοι παραδοθεῖσα εἰς ἀφανισμόν. Βεβήλωταί μοι ὁ ναός· κατεπατήθη τὰ ἱερὰ ποσὶ βεβήλοις”.
῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἀποβαίνει γιὰ τοὺς Θεσσαλονικεῖς “ἀκριβὴς φρουρός”, φύλαξ ἄυπνος, τεῖχος ἄσειστο κατὰ τῶν βαρβάρων, φιλόπολις καὶ κηδεμών, πολιοῦχος καὶ προϊστάμενος. ῾Η Θεσσαλονίκη ἀναδεικνύεται μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ μεγαλομάρτυρος, “θεοφύλακτος”, “θεοφρούρητος”, “θεόσωστος”.
᾿Αργότερα σὲ μέρες χαλεπές, σὲ στιγμὲς κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, οἱ πνευματικοὶ αὐτῆς ὁδηγοί, παρότρυναν τοὺς Θεσσαλονικεῖς νὰ θυμοῦνται τὶς εὐεργεσίες τοῦ μάρτυρος καὶ νὰ μιμοῦνται τὸ βίο του· νὰ ἀσκοῦνται στὴν ἀρετή, γιὰ νὰ ἔχουν τὸ θάρρος, ὑψώνοντας τὴ φωνή τους, νὰ ἀναφωνοῦν· “῾Ο Θεὸς τοῦ Δημητρίου βοήθει ἡμῖν”.
῾Ο τάφος τοῦ μάρτυρος μεταβάλλεται μὲ τὸν καιρὸ σὲ θαυματοφόρο τόπο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γίνεται χορηγὸς ἀγαθῶν. Πολλοὶ ποὺ προστρέχουν μὲ πίστη, λαμβάνουν τὴ θεραπεία τους ἀπὸ νόσους, ἐνῶ ταυτόχρονα, εὐαγγελίζονται τὴν παρουσία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἀποβαίνει γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς “σῖτος τῶν πεινόντων”, “ἰατρὸς τῶν ἀσθενῶν”, “λυτρωτὴς τῶν αἰχμαλώτων”, “μεσίτης”.
Αὐτοκράτορες ὅπως ὁ ᾿Ιουστινιανὸς καὶ ὁ Μαυρίκιος, πιστεύουν ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ κράτους θὰ ἦταν βεβαία, ἂν εἶχαν καὶ τὴν προστασία τοῦ ἁγίου Δημητρίου, διὰ τῆς παρουσίας μέρους τῶν ἁγίων λειψάνων του. Ζητοῦν εὐλαβικὰ μέρος τῶν λειψάνων του, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν τὸ ἐπιτρέπει, γιατὶ θέλει τὸ λείψανό του νὰ διατηρηθεῖ ἀκέραιο. ῎Αλλοι ἀποδίδοντας τὶς νίκες τους κατὰ τῶν ἐχθρῶν στὸν ῞Αγιο, τὸν τιμοῦν μὲ δωρεές, ὅπως ὁ ᾿Ιουστινιανὸς Β¢, ἢ μὲ ἐπιγράμματα καὶ ἀφιερώματα, ὅπως ὁ ᾿Ισαάκιος Β¢ ὁ ῎Αγγελος, ἐνῶ μεταφέρεται ἡ εἰκόνα του στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς πόλεως. Πλῆθος ναῶν ἀνεγείρονται πρὸς τιμὴν τοῦ ῾Αγίου καὶ πολλὲς εἰκόνες ἀνευρίσκονται σ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας “ὑπομνήματα ζήλου” πρὸς τὸν μάρτυρα.
Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Φραγκοκρατίας, ἂν καὶ τὸ ἔ-θνος παρουσιάζει σημεῖα κάμψεως καὶ μελανὰ σύννεφα ἐμφανίζονται στὸν ὁρίζοντα, δημιουργοῦνται νέες τάσεις, ποὺ συντελοῦν στὴ δημιουργία τοῦ Νέου ῾Ελληνισμοῦ. Τὶς τάσεις αὐτὲς τὶς βρίσκουμε καὶ στὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ ἀφιερώνονται στὸν ἅγιο Δημήτριο, γιὰ νὰ ὑπογραμμισθεῖ, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος κόσμησε τὴν ῾Ελλάδα μὲ νίκες καὶ δόξασε τοὺς ῞Ελληνες. ῾Ελλάδα γιὰ τὸ Νικόλαο Καβάσιλα εἶναι ὅλη ἡ αὐτοκρατορία καὶ ῞Ελληνες οἱ κάτοικοι αὐτῆς.
῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἐμψυχώνει τοὺς ῞Ελληνες κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας. Αὐτὸ διαπιστώνεται ἀπὸ τὴν πίστη τῶν ῾Ελλήνων, ὅπως ἀποτυπώνεται στὰ μεταβυζαντινὰ κείμενα, στὰ ὁποῖα βρίσκουμε τὰ αἰτήματα τῶν ῾Ελλήνων γιὰ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοὺς ᾿Αγαρηνούς. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἐμπνέει καὶ τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ 1821 στὸν τιτάνιο ἀγώνα τους κατὰ τῶν Τούρκων. ῾Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης θεωροῦσε τὸν ἅγιο Δημήτριο προστάτη του. Τέλος, δὲν εἶναι τυχαῖο καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου τοῦ 1912, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ πολιούχου της.
Τὰ γεγονότα ποὺ παραθέτουν οἱ πλούσιες πηγὲς ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀπέβη προστάτης ὄχι μόνο τῆς πατρίδας του ἀλλὰ καὶ τῆς χώρας ἁπάσης, ἁπάντων τῶν ῾Ελλήνων καὶ τῆς ῾Ελλάδος. Τὸ δέκατο τέταρτο αἰώνα, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ Νικολάου Καβάσιλα ἀλλὰ κι ἄλλες πηγές, ὅπως ἔδειξαν ἄλλοι ἐρευνητὲς τῆς περιόδου αὐτῆς, ἡ αὐτοκρατορία εἶναι πλέον ῾Ελληνική. Οἱ κάτοικοί της ῞Ελληνες. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι ῞Ελλην.
Κατὰ τὶς πλούσιες πηγὲς ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν ὑπῆρξε μόνο προστάτης καὶ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς “χώρας ἁπάσης”, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀποφασιστικὸς πολέμιος τῶν αἱρέσεων καὶ διδάσκαλος τῆς ᾿Ορθοδοξίας.
῾Ο καθαρὸς καὶ ἄμεμπτος βίος του, τὸ διδακτικό του χάρισμα, μὲ τὸ ὁποῖο κήρυττε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ διέλυε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ συνέτριβε τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ “χριστομίμητο” μαρτύριό του, ἀπετέλεσε γιὰ τοὺς ὑπέρμαχους τῆς ᾿Ορθοδοξίας, πηγὴ ἐμπνεύσεως. ᾿Εγκωμιαστὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὑπεύθυνοι ποιμενάρχες, ἀντιμετωπίζοντας πολλὲς καὶ ποικίλες αἱρέσεις, ποὺ συγκλόνιζαν τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης, ἔθεταν στὸ στόμα τοῦ μάρτυρος τὴν ὀρθὴ τῆς ᾿Εκκλησίας διδασκαλία. ῎Ετσι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐμφανίζεται παρὼν σὲ μεταγενέστερες ἐποχές, πολὺ μετὰ τὸ μαρτυρικό του θάνατο, ν᾿ ἀντιμετωπίζει θεολογικὲς καὶ χριστολογικὲς αἱρέσεις, ἐνῶ ταυτόχρονα διετύπωνε τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια, ὅπως αὐτὴ εἶχε διατυπωθεῖ στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. ῎Αλλοτε πάλι, ὑμνογράφοι ὅπως ὁ Ρωμανὸς ὁ Μελωδὸς καὶ ἄλλοι, ἔχοντας ὑπόψη τους τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὸ βίο του καὶ τὸ μαρτύριό του στοιχεῖα πρὸς καταπολέμηση φοβερῶν γιὰ τὴν ἐποχή τους κακοδοξιῶν. ᾿Αργότερα οἱ φωτιστὲς τῶν Σλάβων Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, Θεσσαλονικεῖς ῞Ελληνες ἀδελφοί, μεταφέροντας τὴ λαμπάδα τῆς πίστεως στὴ Μοραβία καὶ ἀντιμετωπίζοντας πολλαπλὲς δυσκολίες, ἔστρεφαν νοσταλγικὰ τὰ βλέμματά τους πρὸς τὸ ναὸ τοῦ Δημητρίου γιὰ νὰ ἀντλήσουν δύναμη καὶ θάρρος. ῎Ετσι μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ῾Αγίου συμπατριώτη τους, οἱ δύο ἀδελφοὶ κρατοῦσαν ψηλὰ τὸ λάβαρο τῆς ᾿Ορθοδοξίας ποὺ κινδύνευε ἀπὸ τοὺς Λατίνους. Κατὰ τὸ 14ο αἰ., ὅταν ἡ ᾿Ορθοδοξία ἀγωνιζόταν κατὰ τοῦ σχολαστικισμοῦ, ἡσυχαστὲς πατέρες, μὲ πρῶτο τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾆ, ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ἀπέδιδαν στὸ μεγαλομάρτυρα μοναχικὲς ἀρετὲς γιὰ νὰ ἐξάρουν τὸν ὀρθόδοξο μοναχισμὸ καὶ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ποὺ βάλλονταν ἀπὸ τοὺς σχολαστικούς.
Διδάσκαλο καὶ προφήτη ἀποκαλεῖ τὸν ἅγιο Δημήτριο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, ἐπειδὴ δίδαξε τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐνέπνευσε τοὺς διδασκάλους τῆς πίστεως. Κήρυκα τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Ορθοδοξίας ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ἐνῶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης τὸν ἀποκαλεῖ καταλύτη τῶν αἱρέσεων.
῾Η Θεσσαλονίκη, δεύτερη πόλη μετὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἀναπτύχθηκε σὲ πολιτιστικὸ κέντρο στὰ Βαλκάνια. Οἱ Σλάβοι, ἐρχόμενοι σὲ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ῞Ελληνες, εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ δημιουργήσουν “μιὰ δεύτερη Θεσσαλονίκη” μὲ ἀνάλογες παραδόσεις ποὺ ὑπῆρχαν στὴν πόλη τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
Τὰ δύο βιβλία τῶν “Θαυμάτων” ποὺ περιγράφουν τὶς ἐπιδρομὲς τῶν ᾿Αβαροσλάβων, ἐμφανίζουν τὸν ἅγιο Δημήτριο πρωταγωνιστή, ἐπεμβαίνοντα καὶ σώζοντα τὴν πατρίδα του. ῾Η πεποίθησις αὐτὴ ποὺ καλλιεργήθηκε καὶ βιώθηκε ἀπὸ τὸ λαό, γινόταν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ πίστη τῶν Σλάβων ἐπιδρομέων. Οἱ πόλεμοι κατὰ τῶν ῾Ελλήνων καὶ ἡ ἐπέμβαση τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὑπὲρ τῆς πατρίδος του, ἔπαιρναν χαρακτήρα θρησκευτικό. Οἱ Σλάβοι μὲ τὶς ἐπιδρομές τους κατέστρεφαν ναοὺς καὶ ἐπέφεραν φοβερὲς δηώσεις. Οἱ χριστιανοὶ ἐπικαλούμενοι πρῶτα τὸ Θεὸ καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, συνέβαλαν στὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς θρησκείας μεταξὺ τῶν Σλάβων καὶ φυσικὰ τῆς τιμῆς τοῦ ῾Αγίου. Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” μιλοῦν γιὰ περιπτώσεις μεμονωμένων Σλάβων ποὺ ἀσπάσθηκαν τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, τιμώντας στὴ συνέχεια τὸν μάρτυρα Δημήτριο.
῾Η διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων, πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἔγινε καὶ σὲ ὁμαδικὲς περιπτώσεις. ῞Οσοι κάτοικοι εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ τὸν Χαγᾆνο κατὰ τὸν δεύτερο σλαβικὸ πόλεμο καὶ μεταφέρθηκαν στὴν Παννονία δὲ λησμόνησαν τὴν πίστη τους. ῞Ολοι αὐτοὶ μετέδιδαν καὶ τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴν Παννονία καὶ στὴ Δαλματία. Στὸ Σίρμιο, στὰ μέσα τοῦ 11ου αἰ., ὑπῆρχε μοναστήρι στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐνῶ στὶς σερβικὲς χῶρες ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται ἐκκλησίες καὶ μοναστήρια στὸ ὄνομά του. ᾿Απὸ τὶς περιοχὲς αὐτές, ἡ τιμὴ τοῦ μάρτυρος μεταδόθηκε ἀργότερα καὶ στοὺς Μαγυάρους. ᾿Απὸ ἱστορικοὺς λέγεται ὅτι οἱ Σλάβοι ποὺ ἡττήθηκαν στὸ Στρυμόνα ἀπὸ τὸν ᾿Ιουστινιανὸ Β¢, εἶχαν ἀκούσει γιὰ τὴν προστασία τοῦ ἁγίου Δημητρίου πρὸς τοὺς πατριῶτες του, τοὺς Θεσσαλονικεῖς. Στὶς ἀγαθὲς ἐπιδράσεις τῶν ῾Ελλήνων ἐπὶ τῶν Σλάβων καὶ στὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ αὐτῶν, ἀναφέρεται καὶ ὁ ᾿Ιωάννης Καμενιάτης.
Τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων ἑδραίωσαν οἱ δύο ῞Ελληνες Θεσσαλονικεῖς ἀδελφοί, Κύριλλος καὶ Μεθόδιος. ᾿Απὸ τὸ Βίο τοῦ Μεθοδίου καταφαίνεται ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὸν ἅγιο συμπατριώτη τους. Στὸ 15ο κεφάλαιο τοῦ Βίου τοῦ Μεθοδίου ἀναφέρεται ὅτι ὁ Μεθόδιος ἀφοῦ συμπλήρωσε τὸ ἔργο τῆς μεταφράσεως τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, “ἀπέδωκεν εἰς τὸν Θεὸν τὴν κατ᾿ ἀξίαν δόξαν καὶ τιμήν, διότι ἐχάρισε αὐτῷ τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν τούτου”. ᾿Επίσης “μετὰ τοῦ κλήρου αὐτοῦ ἐτέλεσε τὴν θείαν λειτουργίαν πανηγυρίσας τὴν μνήμην τοῦ ἁγίου Δημητρίου”.
Στοὺς δύο ἀδελφοὺς ἀποδίδεται ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς καὶ ἕνας Κανόνας στὸν ἅγιο Δημήτριο. Στὴν ἐνάτη ὠδὴ τοῦ Κανόνος ἐκφράζεται μὲ ὡραιότατο λυρικὸ τρόπο ἡ νοσταλγία τῶν δύο ἱεραποστόλων γιὰ τὴν πατρίδα τους, τὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Απὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ Κανόνα φαίνεται, ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ διαδίδοντας τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων ἐνεφάνιζαν αὐτὸν ὄχι μόνον ὡς ἅγιο προστάτη τῆς πόλης, ἀλλὰ καὶ ὡς “ἥλιον” ποὺ μὲ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία του κατεφώτισε τοὺς ἀνθρώπους, διαλύοντας κάθε πλάνη. ᾿Επίσης στὸν Κανόνα ἐπαναλαμβάνεται ὅτι ὁ ῞Αγιος ὑπῆρξε πρόμαχος τῆς ῾Αγίας Τριάδος, διδασκαλία ποὺ δὲ στερεῖται σημασίας, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἀρχαῖα Μαρτύρια θέλουν τὸν ἅγιο Δημήτριο διδάσκαλο τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Οἱ δύο ἱεραπόστολοι τῶν Σλάβων, διαδίδοντας τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ μορφώνοντας ὀρθόδοξα τὸ λαὸ ἀντιμετώπιζαν πολλὰ προβλήματα. ᾿Απὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ἔπρεπε νὰ ξεπεράσουν τοὺς ἀντιφρονοῦντες στὸ τριαδικὸ δόγμα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς Λατίνους ποὺ ὑποστήριζαν τὴν προσθήκη τοῦ Filioque στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ εἶχαν ὑποστεῖ δεινὰ ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς “τριγλωσσίας”. Γνωρίζοντας ὅμως ὅτι οἱ πηγὲς καὶ τὰ ἐγκώμια πρόβαλλαν τὸν ῞Αγιο ὡς διδάσκαλο καὶ ὑπέρμαχο τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἦταν φυσικῶς ἑπόμενο νὰ συνεχίσουν τὴν παράδοση. Νὰ διδάξουν δηλ. καὶ στοὺς Σλάβους ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν ὑπέρμαχος τῆς ῾Αγίας Τριάδος καὶ τῆς ᾿Ορθοδόξου πίστεως.
Στὸν Κανόνα δὲν παραλείπεται ἀκόμη νὰ τονισθεῖ ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν πολὺ ὀνομαστὸς μεταξὺ τῶν βαρβάρων καὶ μάλιστα ἐκείνων ποὺ εἶχαν ἐπιτεθεῖ κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Αργότερα ὁ Νικόλαος Καβάσιλας θὰ τονίσει σὲ ἐγκώμιό του ὅτι ὁ συμπατριώτης του ἔπειθε ὅλους, ῞Ελληνες καὶ βαρβάρους, μὲ τὴ διδασκαλία του. ᾿Εὰν λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι ὁ Καβάσιλας δὲν ἀναφέρεται μόνο στὴν ἐποχὴ ποὺ ἄκμασε ὁ ῞Αγιος, ἀλλὰ σ᾿ ὅλη τὴ δημιουργηθεῖσα παράδοση ποὺ θέλει τὸν ἅγιο Δημήτριο διδάσκαλο τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ἐπίσης ὅτι ὁ μεγάλος αὐτὸς θεολόγος χρησιμοποιεῖ τὰ ὀνόματα “῞Ελλην” καὶ “῾Ελλάς” μὲ ἐθνικὴ πιὰ σημασία, καὶ μὲ τὴ λέξη “῾Ελλάς” ἐννοεῖ ὁλόκληρη τὴν αὐτοκρατορία, βάρβαροι εἶναι ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς ἐχθροὶ τῶν ῾Ελλήνων καὶ συνεπῶς καὶ οἱ Σλάβοι.
Εἰδικότερα, στὴ Βουλγαρία ἡ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τῶν ἁγίων Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου. ῾Ο ἡγεμόνας τῶν Βουλγάρων Βόρις, καθὼς ἦταν διορατικὸς καὶ ἱκανός, διέβλεπε ὅτι ἡ θρησκεία τῶν συμπατριωτῶν του ἐκπροσωποῦσε τὸ σκότος, ἐνῶ ἡ χριστιανικὴ θρησκεία τὸ πνευματικὸ φῶς. Γνωρίζοντας ἐπίσης ὅτι οἱ γύρω του πολιτισμένοι λαοὶ ἦταν χριστιανοί, ἀποφάσισε ν᾿ ἀσπασθεῖ τὴ χριστιανικὴ πίστη. ῎Ετσι πίστευε ὁ Βόρις πὼς μποροῦσε ἡ χώρα του νὰ εἰσέλθει στὸν κύκλο τῶν πολιτισμένων λαῶν. ῾Ωστόσο φοβοῦνταν μήπως ἡ νέα θρησκεία ἀποβεῖ γιὰ τοὺς Βουλγάρους ἀμφίστομο μαχαίρι. Πίστευε δηλ. ὅτι ἐνῶ θὰ μποροῦσε μὲ τὴ νέα θρησκεία νὰ συνενώσει τοὺς πρωτοβουλγάρους καὶ Σλάβους, ταυτόχρονα ζοῦσε μὲ τὴν ἀγωνία μήπως ἀποδεχόμενος τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, θὰ ἐξυπηρετοῦνταν τὰ συμφέροντα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.
῾Η δημιουργία τοῦ Βουλγαρικοῦ κράτους εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ γεγονότα τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας. Σπουδαῖο ρόλο στοὺς στόχους καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τοῦ Βόριδος διεδραμάτισε ὁ Κλήμης, ἐπίσκοπος ᾿Αχρίδος. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου του Μεθοδίου τὸ 885, ὁ Κλήμης ἐπέστρεψε στὴ Βουλγαρία καὶ βρῆκε τοὺς ὁμοφύλους του σὲ κρίσιμη κατάσταση. Τὸ Βουλγαρικὸ ἔθνος εἶχε ἤδη δεχθεῖ τὸ Χριστιανισμὸ πρὶν ἀπὸ εἴκοσι χρόνια (864). ῾Η διάδοση ὅμως τῆς νέας θρησκείας προχωροῦσε μὲ βραδὺ ρυθμό. Αἰτία τῆς βραδύτητας αὐτῆς ἦταν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ἡ ἔλλειψη βιβλίων γραμμένων στὴ βουλγαρικὴ γλῶσσα.
῾Ο Κλήμης ἐργάστηκε μὲ ζῆλο καὶ ἀπέκτησε 3500 μαθητές. Διέδωσε τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀνήγειρε ναούς, καὶ ἵδρυσε σχολεῖα. Μεταξὺ τῶν ἔργων τοῦ Κλήμεντος διασώζεται μέχρι σήμερα καὶ ἕνα ᾿Εγκώμιο στὸν ἅγιο Δημήτριο. ᾿Απὸ τὸ κείμενο αὐτό, ποὺ χαρακτηρίζεται κείμενο μεγάλης ἱστορικῆς σημασίας, φαίνεται ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου εἶχε διαδοθεῖ μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἀφοῦ ἐν ὀνόματι τοῦ μεγαλομάρτυρος, συνετελεῖτο ἡ καταπολέμηση τῆς εἰδωλολατρίας. Στὸ ᾿Εγκώμιο αὐτὸ ὁ ἅγιος Δημήτριος ὑμνεῖται ὡς διδάσκαλος τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ὡς ἀληθινὸς ὁμολογητὴς τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Δύο ἀκόμη διδακτικοὶ λόγοι εἶχαν ἐκδοθεῖ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κλήμεντος, οἱ ὁποῖοι ἀργότερα, τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα, χρησιμοποιήθηκαν ὡς λόγοι ἐγκωμιαστικοὶ γιὰ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ῾Η ἐξύμνηση τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὡς διδασκάλου τῆς ᾿Ορθοδοξίας γίνεται ἐξ ἐπιδράσεως τῶν ἀρχαίων Μαρτυρίων τοῦ ῾Αγίου καὶ τῆς προβολῆς τοῦ μάρτυρος ἀπὸ τοὺς δύο ῞Ελληνες ἀδελφούς, Κύριλλο καὶ Μεθόδιο.
῎Ετσι, μὲ τὴν καθιέρωση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Βουλγαρία, ἀγωνιστοῦ κατὰ τῆς πλάνης καὶ ὑπερμάχου τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ὁ ῞Αγιος ἀπέβαινε λαμπρὸ παράδειγμα χριστιανικῆς πίστεως. Κατόπιν, μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Σχολῆς τῆς ᾿Αχρίδος, πρὸς τὴν ὁποία ἀπεστάλη ὁ Κλήμης ἀπὸ τὸν Συμεών, βασιλέα τῶν Βουλγάρων (893-927), φαίνεται ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου διαδιδόταν καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Βουλγαρίας. Στὶς μέρες τοῦ Συμεὼν Βούλγαροι ἱερεῖς πήγαιναν στὸ Κίεβο, ὅπως τοῦτο μαρτυρεῖται ἀπὸ παλιὰ βουλγαρικὰ χρονικά, καὶ διέδιδαν τὴν τιμὴ τοῦ μεγαλομάρτυρος.
᾿Αναφερόμενοι στὶς τεταμένες σχέσεις ῾Ελλήνων καὶ Βουλγάρων ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Σαμουήλ, παρατηροῦμε τὰ ἑξῆς: Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Βασίλειος Β¢ ταπείνωσε τοὺς Βουλγάρους τὸ 1014, ἀφοῦ προηγουμένως ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ μάρτυρος. Πρωτεργάτης τῶν Βουλγάρων κατὰ τῶν ῾Ελλήνων ἦταν ὁ γιὸς τοῦ Σαμουὴλ Γαβριήλ-Ραδομῖρος. ῾Ο Σταυράκιος ἀποκαλεῖ τὸν Ραδομῖρο “ἄνδρα θηριώδη”, “μανιακόν”, “φόνιον τὴν γνώμην”, ἐνῶ ὁ Κωνσταντῖνος ᾿Ακροπολίτης “δυσώδη”, “κακοῦ κόρακος ὠόν”, “ἔκγονον ἐχίδνης”, καὶ “γέννημα θηρὸς ἀτίθασον”. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος ποὺ ἄκουσε τὴν ἐπίκληση τῶν συμπατριωτῶν του “Σῶσον Δημήτριε”, ἔσπευσε πρὸς βοήθεια τῆς πόλεως. Τότε ἐμφανίσθηκε ἔφιππος νὰ φονεύει τὸν Ραδομῖρο. Εἶναι ἀποδεκτὸ ὅτι ὁ Ραδομῖρος φονεύτηκε ἀπὸ τὸν ἐξάδελφό του ᾿Ιωάννη, τὸν ἀποκαλούμενο Βλαδισλάβο ἢ ᾿Ααρών. Στὸν εἰκονογραφικὸ κύκλο ὑπάρχει ἀνάλογη παράσταση, ποὺ ἐμφανίζει τὸν ἅγιο Δημήτριο νὰ φονεύει ἔφιππος τὸν Ραδομῖρο. Οἱ Βούλγαροι μέχρι τὴν ὁριστικὴ καὶ ἀποφασιστική του ἐξέγερση τὸ 1186 ἔκαναν καὶ ἄλλες προσπάθειες, ἀλλὰ ἀπέτυχαν.
Οἱ πρωτεργάτες τῆς βουλγαρικῆς ἐπαναστάσεως “ὁμογενεῖς καὶ ταυτόσποροι” ᾿Ασὲν Α¢ καὶ Πέτρος, κατὰ τὸν Νικήτα Χωνιάτη, παρουσιάστηκαν στὸν αὐτοκράτορα ᾿Ισαάκιο Β¢ ῎Αγγελο καὶ ἀπαίτησαν ἴση στρατολογικὴ μεταχείριση. Μετὰ τὴν ἀποτυχία τους ἐπέστρεψαν στὸ Τύρνοβο καὶ ἐκεῖ μελετοῦσαν τὸν τρόπο δράσεως καὶ ἐκδικήσεως τῶν ῾Ελλήνων. Τὰ γεγονότα ποὺ στὸ μεταξὺ μεσολάβησαν τοὺς βοήθησαν στὶς ἐνέργειές τους. ῾Ο αὐτοκράτορας ᾿Ισαάκιος Β¢ ῎Αγγελος (1185-1195) βρῆκε τὴν αὐτοκρατορία σὲ δυσχερῆ θέση. Οἱ Νορμανδοὶ εἶχαν καταλάβει τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1185 τὸ Δυρράχιο καὶ στὶς 24 Αὐγούστου τοῦ ἑπόμενου ἔτους τὴ δεύτερη πόλη τῆς αὐτοκρατορίας, τὴ Θεσσαλονίκη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ θεωρήθηκε ἐξαιρετικὰ σημαντικό. ᾿Ενέπνευσε τοὺς δύο ἀδελφούς, Πέτρο καὶ ᾿Ασέν, νὰ προχωρήσουν στὸ ἐγχείρημά τους. Αὐτοὶ ἡγήθηκαν τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος. Οἱ δύο ἀδελφοὶ γνώριζαν ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἦταν διαδεδομένη τόσο στὴ Βουλγαρία ὅσο καὶ στὴ Ρωσία. ῎Ηξευραν ἀκόμη ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος θεωροῦνταν προστάτης τῆς Θεσσαλονίκης τιμούμενος ἀπὸ ὅλη τὴν αὐτοκρατορία. ᾿Επίσης γνώριζαν ὅτι ὁ μεγαλομάρτυρας ἦταν ἕνας ῞Αγιος οἰκουμενικὸς τιμώμενος ἀπὸ τοὺς ᾿Ορθοδόξους. Οἱ ἁγιογραφίες τοῦ μάρτυρος καὶ τὰ ἀνάγλυφα ποὺ σώζονται ἀπὸ τὸν ἑνδέκατο αἰώνα καὶ στὴ Βουλγαρία, ἀποτελοῦν ἀπόδειξη τῆς εὐρύτατα διαδεδομένης τιμῆς του στὴ Βουλγαρία.
῾Η Θεσσαλονίκη ὅμως, τὴν ὁποία ἐπὶ αἰῶνες προστάτευε ὁ ῞Αγιος, ἔπεσε στοὺς Νορμανδούς. Τὸ ἐξαιρετικὸ αὐτὸ γεγονὸς φρόντισαν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν κατάλληλα οἱ δύο πρωτεργάτες. Διέδιδαν ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐγκατέλειψε τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τοὺς ῞Ελληνες ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους καὶ ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἔστειλε προστάτη ἑνὸς ὑπόδουλου λαοῦ, ποὺ πίστευε στὸ Χριστὸ καὶ ἦταν ὀρθόδοξος. Τὸ σφετερισμὸ αὐτὸ ἐξυπηρετοῦσαν καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Θεσσαλονικεῖς μὲ ὅσα πίστευαν ἢ ἔλεγαν, ὅτι ὁ ῞Αγιος καὶ ἡ Παναγία τοὺς ἐγκατέλειψαν ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν τους.
῾Ο Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, ποὺ περιγράφει τὴν ἅλωση τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Νορμανδοὺς, εἶχε προειδοποιήσει τοὺς συμπατριῶτες του ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος θὰ τοὺς ἐγκατέλειπε, ἂν δὲν μετανοοῦσαν. Οἱ Θεσσαλονικεῖς αἰσθάνθηκαν τὴν ἐγκατάλειψη αὐτὴ μετὰ τὴν ἅλωση. Καὶ ὁ Μιχαὴλ Χωνιάτης, στὴ Μονωδία του θρηνεῖ τὴ Θεσσαλονίκη γιὰ τὴν ἅλωση ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς. ῾Η Θεσσαλονίκη ἦταν μιὰ εὐδαίμων πόλη, γιατὶ εἶχε κοντά της τὸν καλό της ποιμένα, τὸν καθηγητή της, τὸν σοφό, τὸν “σωτῆρα”, τὸν πολιοῦχο, τὸν πρόβολο καὶ κίονα, τὸν ἅγιο Δημήτριο. Μετὰ τὴν ἅλωση, λέγει ὁ Χωνιάτης, ἡ πόλη ἔμεινε χήρα, χωρὶς προστάτη, γυμνὴ ἀπὸ προστασία.
῏Ηταν, λοιπόν, πολὺ φυσικὸ οἱ Βούλγαροι νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὰ γεγονότα. Γρήγορα-γρήγορα ἀνήγειραν ναὸ στὸ Τύρνοβο στὸ ὄνομα τοῦ μάρτυρος, φροντίζοντες ἔτσι μὲ τὴν ἀναζωπύρωση τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος νὰ ἐπιτύχουν τοὺς στόχους τους. ῾Ο Νικήτας Χωνιάτης, ποὺ ἀφηγεῖται τὴν ἐξέγερση τῶν ᾿Ασενοβιτῶν, μιλάει γιὰ τὸν τρόπο ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ ἁγίου Δημητρίου, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἐξεγέρθηκαν οἱ Βούλγαροι. Γιὰ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τοῦ Τυρνόβου προσκλήθηκαν τρεῖς ῞Ελληνες μητροπολίτες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Βιδύνης. Οἱ μητροπολίτες αὐτοί, ποὺ δὲ γνώριζαν τὶς προθέσεις τῶν ἐπαναστατῶν, ὄχι μόνον ὑποχρεώθηκαν νὰ καθαγιάσουν τὸ ναό, ἀλλὰ κυρίως νὰ χειροτονήσουν κάποιο Βασίλειο καὶ νὰ τὸν ἀνυψώσουν σὲ ἀρχιεπίσκοπο Τυρνόβου. ῾Ο Βασίλειος στὴ συνέχεια ἔστεψε τὸν ᾿Ασὲν βασιλέα τῶν Βουλγάρων. ᾿Επειδὴ ἡ χειροτονία τοῦ Βασιλείου ἦταν πράξη βίας, φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Βούλγαροι, ἔκαναν διπλὴ ἐπανάσταση. Πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστική.
Οἱ ἐξεγερθέντες κατέλαβαν ὅλη τὴν παραδουνάβια Βουλγαρία. Κάτω ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ κυριαρχία ἔμειναν μόνο μερικὲς πόλεις ποὺ ἦταν καλὰ ὀχυρωμένες. ῾Ο ᾿Ισαάκιος κατὰ τὴν ἀντεπίθεσή του πῆρε μερικὰ φρούρια, πιθανότατα καὶ στὸ Τύρνοβο. ᾿Απὸ ἕνα ἐπίγραμμα τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμώνα φαίνεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας βρῆκε τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὴν ὁποία οἱ Βούλγαροι εἶχαν χρησιμοποιήσει κατὰ τὴν ἐξέγερσή τους.
᾿Απὸ τὸ ἐπίγραμμα ποὺ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ισαακίου φαίνεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε ἀντεπίθεση κατὰ τῶν Βουλγάρων ἐπικαλούμενος τὴν προστασία τοῦ ἀθλοφόρου. ῾Ο αὐτοκράτορας ἀποκαλεῖ τὸν ἅγιο Δημήτριο “προστάτην μέγαν ἐν ταῖς κατ᾿ ἐχθρῶν συμπλοκοστρατηγίαις”. Θέτοντας τὸν ἅγιο Δημήτριο ὁ αὐτοκράτορας προστάτη του, λέγει, ὅτι δὲν ἰδιοποιεῖται τὸν ἅγιο ἀπὸ φθόνο. Καὶ ἀπὸ τὸ ἐπίγραμμα αὐτὸ διαπιστώνει ὁ μελετητὴς ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος εἶχε εἰσέλθει στὴ ζωὴ ὁλόκληρης τῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ὁποία εἶχε συνδεθεῖ.
᾿Αποφασιστικὸς συνεχιστὴς τῶν δύο ἀδελφῶν Πέτρου καὶ ᾿Ασὲν Α¢ ὑπῆρξε ὁ τρίτος ἀδελφός τους ᾿Ιωάννης ἢ ᾿Ιωαννίτζης, γνωστὸς μὲ τὸ ὄνομα Καλογιάννης ἢ Σκυλογιάννης. ῾Ο Καλογιάννης προχώρησε ἀκόμη περισσότερο στὶς προσδοκίες τῶν Βουλγάρων. ᾿Απευθύνθηκε πρὸς τὸν πάπα ᾿Ιννοκέντιο Γ¢ καὶ ζήτησε νὰ τοῦ ἀποδοθεῖ τὸ τσαρικὸ στέμμα καὶ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Επίσης ζήτησε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Τυρνόβου νὰ λάβει τὴν πατριαρχικὴ ἀξία.
᾿Επὶ Καλογιάννη τὸ Βουλγαρικὸ κράτος διηύρυνε τὰ ὅριά του. Αὐτὰ ἐπεκτάθηκαν πρὸς δυσμάς, νότια καὶ νοτιοδυτικὰ καὶ συμπεριέλαβε τὴ Μακεδονία μὲ τὰ Σκόπια, τὴν ᾿Αχρίδα καὶ τὴ Βέροια. ῾Ο Καλογιάννης ἦταν ἡγεμόνας τῶν Βουλγάρων, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Κωνσταντινούπολη βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Φράγκων. Οἱ ῞Ελληνες αἰσθάνονταν τὴν ἀνάγκη νὰ ἀγωνισθοῦν καὶ νὰ ἀνασυστήσουν διὰ τοῦ δεσποτάτου τῆς ᾿Ηπείρου τὴν αὐτοκρατορία. ῾Ο Καλογιάννης ὅμως ἦταν τὸ μεγάλο ἐμπόδιο. ῞Υστερα ἀπὸ πολλές του ἐπιτυχίες ἐπιχείρησε νὰ καταλάβει καὶ τὴ Θεσσαλονίκη. Πέθανε ὅμως ἀπὸ πλευρίτιδα τὸ 1206. Οἱ ῞Ελληνες ἀπέδωσαν τὸ θάνατό του σὲ θεία δίκη. ᾿Ενῶ ὁ ᾿Ακροπολίτης μιλάει γιὰ νόσο ἀπὸ τὴν ὁποία πέθανε ὁ Καλογιάννης, ὁ Σταυράκιος παραδίδει τὰ ἑξῆς· λίγο πρὶν ἐπιτεθεῖ ὁ Καλογιάννης κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ἅγιος Δημήτριος “ἔφιππος ἐφ᾿ ἵππου λευκοῦ τῷ βουλγαράνακτι φαίνεται καὶ καιρίαν ἀκοντίζει παρὰ χρῆμα τὸν ἄθλιον”. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅπως καὶ πολλὰ ἄλλα, εἰσῆλθε στὸν εἰκονογραφικὸ κύκλο τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
῾Ο ἀνταγωνισμὸς Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων, κατὰ τὴν ἱστορικὴ αὐτὴ φάση, ἀπεικονίζεται στὰ νομίσματα καὶ τὶς σφραγίδες. Οἱ Βούλγαροι τσάροι μιμοῦνται τοὺς βυζαντινοὺς στὴν κοπὴ νομισμάτων. Φέρουν τὰ ἴδια διακριτικὰ ποὺ φέρουν καὶ οἱ βυζαντινοί, φέρουν δηλ. σταυρό, λάβαρο, σφαίρα κ.ἄ. ῎Εχοντας κι αὐτοὶ προστάτη τους τὸν ἅγιο Δημήτριο, ἀντέγραφαν τοὺς ῞Ελληνες καὶ ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴ σφραγίδων καὶ νομισμάτων. ῾Η μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου κυριαρχεῖ. Στὰ νομίσματα στὴ μιὰ πλευρὰ εἰκονίζεται ὁ ῞Αγιος καὶ στὴν ἄλλη οἱ βασιλεῖς.
᾿Απὸ τοὺς ἡγεμόνες τῆς ᾿Ηπείρου διακρίθηκε ἰδιαιτέρως ὁ Θεόδωρος Α¢ ῎Αγγελος Κομνηνὸς Δούκας, ἐπειδὴ εἶχε ἐπιτυχίες καὶ κατὰ τῶν Λατίνων καὶ κατὰ τῶν Βουλγάρων. ῾Η Συνοδικὴ Πράξη μὲ τὴν ὁποία ἀναγορεύτηκε ὁ Θεόδωρος αὐτοκράτορας, λέγει ὅτι ἔγινε “ρύστης μετὰ Θεὸν καὶ σωτὴρ ἡμέτερος” καὶ ὅτι “ὑπὲρ ἀφανισμοῦ μὲν τελείου τῶν καταπολεμησάντων ἡμᾆς ἀθέων Λατίνων, ἔτι δὲ καὶ τῶν ἐκ τοῦ Αἴμου Σκυθῶν” ἀγωνίστηκε μὲ γενναιότητα. ᾿Απὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Θεοδώρου ὑπάρχουν νομίσματα, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. ᾿Ανάλογα νομίσματα ἔκοψαν καὶ οἱ Βούλγαροι. Τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ ὡς πρὸς τὶς σφραγίδες. Στὶς σφραγίδες εἰκονίζεται ἄλλοτε ὁ βασιλιὰς ᾿Ασὲν Β¢ καὶ ἄλλοτε ὁ Μπορὺλ (1207-1218). Δίπλα στοὺς Βουλγάρους βασιλεῖς εἰκονίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος. Σὲ χρυσὲς σφραγίδες μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ᾿Ασὲν Β¢ ὁ βασιλιὰς εἰκονίζεται ὄρθιος φέροντας πλούσια ἐνδύματα καὶ στέμμα. Στὸ δεξιό του χέρι κρατεῖ λάβαρο, ἐνῶ ἡ ἐπιγραφὴ χαρακτηρίζει τὸν ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢, “βασιλέα Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων”. Στὴν ἄλλη πλευρὰ κάθεται ὁ ἅγιος Δημήτριος πάνω σὲ θρόνο φέροντας φωτοστέφανο. ῾Η χρυσὴ αὐτὴ σφραγίδα ἔχει ἰδιάζουσα σημασία γιατὶ σ᾿ αὐτὴν εἰκονίζεται ὁ ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢, ὁ ὁποῖος νίκησε τὸν Θεόδωρο. ῞Οπως εἶναι γνωστὸ ὁ Θεόδωρος φιλοδοξοῦσε ν᾿ ἀνακτήσει τὴν Κωνσταντινούπολη. ῎Ετσι ὁ ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢ μποροῦσε πιὰ σὰν θριαμβευτὴς νὰ ἀναγορεύεται “βασιλεὺς Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων”. Καταβάλλεται δηλ. μιὰ προσπάθεια ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, ἐπειδὴ σημείωσαν κάποιες ἐπιτυχίες, σφετεριζόμενοι τὸν ἅγιο Δημήτριο, νὰ δημιουργήσουν Νέα Ρώμη, τῆς ὁποίας κέντρο νομίζουν ὅτι μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ Τύρνοβο.
Στὴν περίοδο τῆς δημιουργίας τοῦ δευτέρου Βουλγαρικοῦ κράτους, οἱ Βούλγαροι ἐπιδιώκουν νὰ στηριχθοῦν ἀκόμη περισσότερο στὸν ἅγιο Δημήτριο. Γύρω στὰ 1335 ὁ πατριάρχης Τυρνόβου Θεοδόσιος, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις μιᾆς ἰσχυρῆς βουλγαρικῆς κινήσεως, ἔπαυσε νὰ μνημονεύει στὰ Δίπτυχα τὸ ὄνομα τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχη καὶ νὰ παίρνει τὸ ἅγιο μύρο ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. ᾿Αντὶ γιὰ ἅγιο μύρο χρησιμοποίησε μύρο ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἁγίου Δημητρίου. ῎Ετσι καὶ μὲ τὴν πράξη αὐτὴ ὁ ἅγιος Δημήτριος χρησιμοποιήθηκε ἀκόμη μιὰ φορὰ γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν συμφερόντων τῶν Βουλγάρων. ῾Ο πατριάρχης Θεοδόσιος εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴ Θεσσαλονίκη, ὅταν ἀκόμη ἦταν μοναχός, γνώριζε τὸ στενὸ σύνδεσμο τῶν Θεσσαλονικέων μὲ τὸν Πολιοῦχο τους καὶ γι᾿ αὐτὸ χρησιμοποίησε τὸ μύρο του. ῾Υπὸ τὴν αὐτὴ ἐπίδραση τελώντας καὶ ὁ πατριάρχης Εὐθύμιος μετέφρασε τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
Μὲ ὅσα ἀναπτύξαμε, φαίνεται, ὅτι οἱ Βούλγαροι, κατὰ τὴ δημιουργία καὶ ἑδραίωση τοῦ δευτέρου κράτους τους, αἰσθάνθηκαν τὴν ἀνάγκη νὰ στηρίξουν καλὰ τὶς ἐπιδιώξεις τους. Τότε ἔρριψαν καὶ τὴν ἰδέα περὶ καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ σλαβικὴ οἰκογένεια.
Σὲ χειρόγραφο τοῦ δέκατου ἕκτου αἰώνα τῆς πατριαρχικῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Κάρλοβιτς βρέθηκε ἕνας Βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ τὸν ἐκδότη του K. RadcÚenko ὡς ἀπόκρυφος. ῾Ο ἀπόκρυφος αὐτὸς Βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν δέκατο τέταρτο αἰώνα. ῎Αξια προσοχῆς εἶναι τὰ ἑξῆς σημεῖα: α) ῾Ο ἄριστος σύνδεσμος τῆς οἰκογενείας τοῦ Δημητρίου καὶ τοῦ ἴδιου μὲ τοὺς κορυφαίους ᾿Αποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο. β) ῾Ο τονισμὸς σὲ τρία καὶ περισσότερα σημεῖα τοῦ κειμένου, ὅτι οἱ ᾿Απόστολοι κήρυτταν τὸν τριαδικὸ Θεό. 3) ῾Ο ἐνταφιασμὸς τοῦ σώματος τοῦ Δημητρίου μετὰ τὸ μαρτύριο ἔγινε ἐντὸς φρέατος, καὶ 4) ῾Η καταγωγὴ τοῦ πατέρα τοῦ Δημητρίου ἀπὸ βουλγαρικὴ οἰκογένεια. ᾿Ακόμη, ὁ πατέρας τοῦ Δημητρίου κατεῖχε τὴν πρώτη θέση στὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Εκεῖνο ποὺ ἀξίζει νὰ ὑπογραμμισθεῖ δὲν εἶναι τόσο ὁ “ἀναχρονισμός” καὶ οἱ “συγχύσεις” ποὺ ὑπάρχουν στὸ Βίο αὐτό, ὅπως παρατήρησαν τόσο ὁ K. RadcÚenko καὶ ἡ ῾Ηλιάδου, οὔτε πάλι οἱ ἄλλες λεπτομέρειες γιὰ τὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἀλλὰ ἡ “πληροφορία” ὅτι ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἦταν Βούλγαρος. ῞Υστερα ἀπ᾿ ὅσα εἴπαμε γιὰ τὶς προσπάθειες τῶν Βουλγάρων νὰ σφετερισθοῦν τὸν ἅγιο Δημήτριο, δὲν δυσκολευόμαστε νὰ ἐξηγήσουμε τὸν “θρύλο” αὐτό. Οἱ Βούλγαροι, ἀφοῦ προσπάθησαν νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ νὰ τὸν ἐμφανίσουν προστάτη τους, δὲ δίστασαν νὰ πλάσσουν τὸ μύθο τῆς καταγωγῆς του ἀπὸ Βούλγαρο πατέρα. Τὸ ἴδιο ἄλλωστε ἔκαναν καὶ περὶ τῆς καταγωγῆς τῶν Θεσσαλονικέων ἀδελφῶν Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου.
῾Ο ἅγιος Δημήτριος βρίσκεται στὸ ἐπίκεντρο τοῦ βίου τῶν χειμαζομένων Βουλγάρων, κατὰ τὰ χρόνια τῆς τουρκοκρατίας. Τοῦτο διαπιστοῦται ἀπὸ τὰ φιλολογικὰ κείμενα τῆς περιόδου αὐτῆς. ῾Ο ῞Αγιος ἀποβαίνει γιὰ τοὺς δεινοπαθοῦντες σύμβολο ἀγωνιστῆ καὶ μάρτυρος, ὅπως ἄλλωστε τὸ ἴδιο συνέβη νωρίτερα γιὰ τοὺς ῞Ελληνες. Οἱ ὑπόδουλοι Βούλγαροι ἔστρεψαν τὰ βλέμματά τους στὸ παρελθὸν προσπαθώντας ν᾿ ἀντλήσουν δυνάμεις καὶ θάρρος ἀπὸ τὴν ῾Ιστορία τους. ῞Ολως ἰδιαιτέρως ζητοῦσαν τὴν προστασία τῶν ἁγίων τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποβαίνει πηγὴ κάθε εὐλογίας.
Σὲ χειρόγραφους Βίους καὶ Λόγους περὶ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτή, βρίσκει ὁ μελετητὴς ἀρκετὲς παραλλαγές. Στοὺς μεταφρασμένους Βίους τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀναφέρονται πολλὰ γνωστὰ σημεῖα ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα Μαρτύρια, τὰ “Θαύματα” καὶ τὰ ᾿Εγκώμια. ῾Υπάρχουν ὅμως καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ ὀφείλονται στοὺς μεταφραστές. Σὲ χειρόγραφους κώδικες τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Σόφιας, τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Φιλιππουπόλεως, τῆς Βιβλιοθήκης τῆς ῾Ι. Συνόδου στὴ Σόφια, τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ρίλας, καὶ σ᾿ ἄλλες Βιβλιοθῆκες τῆς Βουλγαρίας ὑπάρχουν μεταφρασμένοι λόγοι τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου ἀπὸ τὸ ἔργο του “Θησαυρός”. ᾿Απὸ τὴ μελέτη τῶν χειρογράφων διαπιστώνει ὁ ἐρευνητὴς ὅτι πολλὲς μεταφράσεις εἶναι πιστὲς πρὸς τὸ κείμενο, ἐνῶ ἄλλες περιέχουν νεώτερα στοιχεῖα καὶ περιγράφουν ἐπεισόδια ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὰ πρωτότυπα κείμενα. ῾Ο “Θησαυρός”, ἐπειδὴ εἶχε ἠθικοθρησκευτικὸ χαρακτήρα καὶ ἦταν γραμμένος σὲ ἁπλὴ γλῶσσα, βρῆκε εὐρεία ἀπήχηση καὶ εἶχε μεγάλη διάδοση ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ δέκατου ἕκτου αἰώνα ὡς καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ δέκατου ἔνατου στὴ Βουλγαρία.
Οἱ πρῶτες μεταφράσεις τοῦ “Θησαυροῦ” στὴ Βουλγαρία, ποὺ ἔγιναν στὴ μονὴ τῆς Ρίλας, ὅπως ἔδειξε σὲ εἰδική της μονογραφία ἡ Petkanova-Toteva, περιορίζονταν σὲ μιὰ κατὰ λέξη ἀπόδοση τοῦ ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου στὴ βουλγαρική. ᾿Αργότερα ὅμως οἱ μεταγενέστερες μεταφράσεις παρουσιάζουν παραλλαγὲς ποὺ ὀφείλονται στὸν ἐλεύθερο τρόπο τῆς ἐργασίας τῶν μεταφραστῶν. ῎Ετσι δημιουργήθηκε ἕνα φιλολογικὸ εἶδος, τὰ “Δαμασκηνάρια”, ποὺ δὲ σημαίνει πάντοτε συλλογὴ λόγων καὶ ἔργων τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀλλὰ συλλογὲς ποὺ ἔχουν ποικίλο πιὰ περιεχόμενο. Στὶς συλλογὲς αὐτὲς ἐκφράζονται οἱ πόθοι τῶν Βουλγάρων. Σήμερα Βούλγαροι ἱστορικοὶ ἀναζητοῦν στὰ κείμενα αὐτὰ νὰ βροῦν τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς μορφωτικῆς τους ἀναγεννήσεως, ὁμολογώντας ἔτσι τὴ μεγάλη ἐπίδραση τῶν ἑλληνικῶν κειμένων.
Σὲ παραλλαγὲς τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐκτὸς τῶν γνωστῶν στοιχείων, γίνεται λόγος γιὰ διαφύλαξη δύο εἰκόνων, τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, ἀπὸ τοὺς γονεῖς τοῦ Δημητρίου, κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ. Μπροστὰ στὶς εἰκόνες αὐτὲς ὁ Δημήτριος διδάσκεται ἀπὸ τοὺς γονεῖς του νὰ ἐκδηλώνει εὐλάβεια. ῾Η παραλλαγὴ αὐτὴ γιὰ ἀπόκρυψη εἰκόνων ἐκφράζει τὸν θρησκευτικὸ πόθο τῶν Βουλγάρων νὰ διατηροῦν εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων κρυφὰ πρὸς προσκύνησή τους. Στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας οἱ Τοῦρκοι κατεδάφιζαν μεγάλους ναοὺς καὶ μοναστήρια, ἐνῶ δὲν ἐπέτρεπαν τὴν ἐπισκευή τους. ῾Η ἀπαγόρευση αὐτὴ γινόταν ἀκόμη πιὸ αὐστηρή, ὅσες φορὲς οἱ Βούλγαροι ἐξεγείρονταν κατὰ τῶν Τούρκων. Πολὺ κρίσιμη ἦταν ἡ περίοδος κατὰ τὸ δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ὅταν κατεδαφίστηκαν ὁλόκληρα μοναστήρια καὶ ναοί. Τὰ φιρμάνια ὅμως ποὺ ἐκδίδονταν τότε δὲν ἔθιγαν τὴν ἁγιογραφία. ῾Η φιλοτέχνηση ἁγίων εἰκόνων ὡς οἰκιακὴ ἐργασία καὶ ἡ ζωγραφικὴ δὲν ἀπαγορεύονταν. Σπουδαῖα κέντρα στὰ ὁποῖα διατηρήθηκαν κειμήλια, καὶ στὰ ὁποῖα γράφηκαν Βίοι ἁγίων, Χρονικά, σημειώσεις, ἦταν τὰ πιὸ ἀπομακρυσμένα μοναστήρια.
῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι γιὰ τὸ βουλγαρικὸ λαὸ ὁ ἀπελευθερωτὴς ὅλων καὶ εἰδικότερα τῶν “δούλων” (ὑπηρετῶν). ῾Ο ῞Αγιος εἰσέρχεται στὸν κοινωνικὸ βίο τῶν Βουλγάρων. Στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου ὅλοι οἱ “δοῦλοι” ἀπελευθερώνονταν καὶ συνῆπταν νέες συμβάσεις γιὰ ἕνα ἀκόμη χρόνο μὲ παλιοὺς ἢ νέους κυρίους. Οἱ συμφωνίες αὐτὲς γίνονταν σὲ μεγάλα παζάρια. ῾Η παράδοση λέγει πὼς θεσπίστηκε ἡ μέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὡς ἡμέρα ἀπελευθερώσεως τῶν δούλων, γιατὶ ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν ὁ κατεξοχὴν ἐλευθερωτὴς τῶν αἰχμαλώτων. ῾Η περὶ ἀπελευθερώσεως ἡμέρα τῶν ὑπηρετῶν πιθανὸν νὰ προῆλθε ἐξ ἐπιδράσεως μιᾆς παραλλαγῆς ποὺ ἀφοροῦσε στὴν ἀπελευθέρωση δύο κοριτσιῶν, ὅπως θὰ δοῦμε λίγο παρακάτω.
῾Ο ἅγιος Δημήτριος μαζὶ μὲ ἄλλους ἁγίους εἰσέρχεται στὰ λαϊκὰ θρησκευτικὰ ἄσματα. ᾿Απ᾿ αὐτὰ καταφαίνεται γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ὁ στενὸς σύνδεσμος τῶν ἁγίων μὲ ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ λαοῦ, ἢ ἀκριβέστερα ὁ πόθος τοῦ λαοῦ νὰ συνδέσει τὰ προβλήματά του μὲ τοὺς ἁγίους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ χειμαζόμενος λαὸς προσδοκεῖ βοήθεια. Οἱ περισσότερο ἀγαπημένοι ἅγιοι εἶναι ὁ ἅγιος Γεώργιος, ὁ ἅγιος Θεόδωρος, οἱ ᾿Απόστολοι, οἱ Προφῆτες, ὁ βαπτιστὴς ᾿Ιωάννης, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ἅγιος Δημήτριος.
Θρησκευτικὰ ἄσματα τονίζουν, ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος συνεπικουρεῖ στὴν ἀνέγερση ναῶν ποὺ τόσο πολὺ ποθοῦσαν οἱ Βούλγαροι. ῎Αλλοτε πάλι τονίζεται, ὅτι ὁ ἴδιος οἰκοδομεῖ ναούς, ἱκανοποιώντας ἔτσι ἕνα βαθὺ πόθο τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ νὰ ἔχει ἐκκλησίες. Εἶναι πολὺ φυσικὸ νὰ δεχθοῦμε ἐπηρεασμὸ τῶν ἀσμάτων αὐτῶν ἀπὸ τὸ “Θησαυρό”, ὅπου ὑπάρχουν ἀνάλογα στοιχεῖα γιὰ ἀνοικοδόμηση ναῶν.
Σ᾿ ἄλλα λαϊκὰ θρησκευτικὰ ἄσματα ὁ ἅγιος Δημήτριος φέρεται νὰ εἰσέρχεται στὸν ἀγροτικὸ βίο τῶν Βουλγάρων. ᾿Εξαίρεται ἡ ἰδιαίτερη φιλία ποὺ ἔχουν οἱ ἅγιοι Πέτρος καὶ Δημήτριος. Οἱ δύο ἅγιοι ἀλληλοαγαπῶνται καὶ ἀλληλοεκτιμῶνται, γιατὶ οἱ γιορτές τους συμπίπτουν σὲ ἐποχὲς ποὺ εὐεργετοῦνται ἰδιαίτερα οἱ γεωργοί. Στὴ γιορτὴ τοῦ ἁγίου Πέτρου, τὸν ᾿Ιούνιο, ὑπάρχει ἄφθονο σιτάρι, ἐνῶ στοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἄφθονο κρασί. ῾Η ἀγάπη τοῦ ἁγίου Δημητρίου πρὸς τοὺς γεωργοὺς φαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλο ᾆσμα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἅγιος δείχνει τὴν ἀγάπη του πρὸς τὰ ποίμνια τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ συμβάλλει στὴν εὐημερία τῶν ἀγροτῶν. ῞Οτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς ἀγρότες, φαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλο ᾆσμα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος, μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἀναζητεῖ καὶ φονεύει τὴ Λάμια, ποὺ προξενοῦσε μεγάλο κακό. ῾Η Λάμια, λέγει τὸ λαϊκὸ αὐτὸ τραγούδι, καταβρόχθιζε ὅ,τι ἔβρισκε. Εἶχε καταβροχθίσει τρεῖς χῶρες τῆς Βαλκανικῆς, δηλ. τὴ Βλαχία, τὴ Μολδαβία καὶ τὴ Θράκη μὲ τὴ Φιλιππούπολη. Σκοπός της ἦταν νὰ καταβροχθίσει καὶ ἄλλες χῶρες, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Δημήτριος τὴν ἐξόντωσε καὶ τὴ διαμέλισε σὲ τρία. ᾿Απὸ τὰ μέρη αὐτὰ ἔρρευσαν τρεῖς ποταμοί. ᾿Απὸ τὸν ἕνα ἔρρευσε σῖτος, ἀπὸ τὸ δεύτερο οἶνος καὶ ἀπὸ τὸν τρίτο μέλι καὶ γάλα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος μοίρασε τὸ σιτάρι στοὺς γεωργούς, τὸ κρασὶ στοὺς ἀμπελουργοὺς καὶ τὸ μέλι μὲ τὸ γάλα στοὺς ποιμένες. Προφανῶς ἡ Λάμια θὰ ἦταν κάποια συμφορὰ ποὺ ἔπληξε τὶς ἀναφερθεῖσες περιοχὲς καὶ ἡ ὁποία μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ῾Αγίου ἤρθη.
Στὰ λογοτεχνικὰ κείμενα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ὁ ἅγιος Δημήτριος χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ τὸ ἐθνικιστικὸ κίνημα τῶν Βουλγάρων. ῞Οπως εἶναι γνωστὸ τὸ ἔργο τοῦ Παϊσίου Χελανδαρινοῦ γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ, ἐνῶ στερεῖται ἱστορικῆς ἀξίας, ἐνέπνευσε ὅμως τὸν Οὑγγρορῶσο ᾿Ιούλιο Βενελίνο, ὁ ὁποῖος στὴ Μόσχα τὸ 1829 δημοσίευσε τὸ ἔργο του “Οἱ ἀρχαῖοι καὶ οἱ νῦν Βούλγαροι”. Οἱ Βούλγαροι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀνακρίβειες καὶ ψευδολογίες τοῦ Βενελίνου μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιήσουν στὰ φιλολογικά τους κείμενα ἀνάλογες ἀνακρίβειες. ῎Ετσι, στοὺς Βίους περὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ποὺ γράφονται καὶ κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, ἀναφέρεται ἐκ νέου ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος καταγόταν μὲν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ οἰκογένεια ὅμως σλαβικὴ καὶ μάλιστα βουλγαρική. Προφανῶς στὴ σύνταξη τῶν κειμένων αὐτῶν περὶ ἁγίου Δημητρίου συνέβαλε καὶ ὁ ἀπόκρυφος Βίος τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰώνα. Προκειμένου μάλιστα νὰ γίνουν πιστευτὲς οἱ “πληροφορίες”, περὶ καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ οἰκογένεια σλαβική, οἱ συντάκτες τῶν Βίων ἀναφέρονται γενικῶς στὸν ᾿Ιωάννη, ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, τὸ Συμεὼν Μεταφραστή, τὸν ᾿Ιωάννη Καμενιάτη καὶ ἄλλους. ᾿Επίσης ἐντύπωση κάνει στὸν ἀναγνώστη ὅτι ὅλοι οἱ ἐπιδρομεῖς Σλάβοι κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης ἦσαν Βούλγαροι καὶ ὁ ἐξοπλισμός τους ἦταν βουλγαρικός.
Σὲ μεταγενέστερα χειρόγραφα, ἀπὸ τὸ δέκατο τέταρτο ὡς τὸ δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ὑπάρχουν μεταφράσεις βυζαντινῶν κειμένων σχετικὲς μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο. Τέτοια κείμενα ὀφείλουν τὴν ὕπαρξή του σὲ Λόγο τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Ιωάννη (7ος αἰ.), Λόγο τοῦ Γεωργίου Σκυλίτση, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, καὶ ἀπὸ ἀνωνύμους. ᾿Απὸ τὴν ἐπαφὴ αὐτὴ ἔχουμε τὴ μετάφραση τῶν “Θαυμάτων” τοῦ Σταυρακίου. ῾Η μετάφραση αὐτὴ ἔγινε ἀπὸ τὸ Βλαδισλάβο Γραμματικό.
Μεγάλη ἐπίδραση ἄσκησε τὸ ῞Αγιο ῎Ορος στὰ μοναστήρια τῆς Βαλκανικῆς. Στὴ Βουλγαρία ὑπάρχει ἕνα ἁγιορειτικὸ ἀποτύπωμα (ἀχνάρι) ἀπὸ τὸ 1810 στὸ ὁποῖο ἐμφανίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος στὴν παραδοσιακή του μορφὴ νὰ διαπερνάει μὲ τὸ δόρυ του τὸν Καλογιάννη. ῾Ο θρύλος ἀναφέρει ὅτι ὁ Καλογιάννης ἦταν ἐγκαταλελειμμένο παιδὶ τῆς Βουλγαρίας ποὺ τὸ συμμάζεψαν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλονίκης. Μεγαλώνοντας ὅμως ἄρχισε νὰ κάνει ληστεῖες, γι᾿ αὐτὸ τὸν τιμώρησε ὁ ἅγιος Δημήτριος.
Τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου συνδέεται στενότατα μὲ τὸ ρωσικὸ λαὸ κυρίως μετὰ τὸν ἑνδέκατο αἰώνα. Στὴν προμογγολικὴ περίοδο τῆς Ρωσικῆς ῾Ιστορίας ὁ ῾Ιεροσλάβος, πρίγκηπας τοῦ Κιέβου (1054-1078), ἐπέβαλε τὸ ὄνομα Δημήτριος στὰ μέλη τῆς δυναστείας του. ῾Ο ἴδιος ὁ πρίγκηπας ἔκτισε τὸ ἀρχαιότερο μοναστήρι στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου τὸ 1054. ᾿Ακόμη ὑπάρχουν σφραγίδες τοῦ ῾Ιεροσλάβου μὲ ἑλληνικὲς ἐπιγραφὲς πάνω ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Νέα περίοδος περαιτέρω ἑδραιώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐγκαινιάζεται ἀπὸ τὸν Vsevolod Γ¢. Αὐτὸς ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδὶ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴν Κωνσταντινούπολη. ῍Αν ἐπισκέφτηκε καὶ τὴ Θεσσαλονίκη δὲν τὸ γνωρίζουμε. ῾Ως πρίγκηπας (1176-1212) ἀνήγειρε καθεδρικὸ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, στὴν πόλη Βλαδιμήρ. Σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη Ρώσων χρονογράφων, κατὰ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος ΣΤ¢ τὸ 907, ὁ Ρῶσος πρίγκηπας ᾿Ολὲγ ἐπιτέθηκε κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἰσχυριζόμενος ὅτι εἶχε συνεργὸ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ῾Η παρατήρηση ὅτι ὁ θρύλος αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι μεταγενέστερος καὶ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν κιεβικὴ περίοδο τῆς Ρωσίας, μὲ βρίσκει σύμφωνο.
῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ μεσαιωνικὴ Ρωσία, ἐνισχύεται ἀπὸ πολλὰ ἁγιολογικὰ ἔργα. ῎Αλλα ἀπ᾿ αὐτὰ ἔχουν μεταφραστεῖ ἀπὸ ἑλληνικὰ καὶ ἄλλα εἶναι πρωτότυπα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γίνεται ὁ πιὸ δημοφιλὴς ἅγιος τοῦ Κιέβου κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βόριδος καὶ τοῦ Γκλέμπ, παιδιὰ τοῦ ἁγίου Βλαδιμήρου. Τὸ 1015 οἱ δύο αὐτοὶ πρίγκηπες μαρτύρησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους. ῾Ο χρονογράφος παραλληλίζει τοὺς δύο πρίγκηπες μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ῾Η πόλη Vyshgorod κοντὰ στὸ Κίεβο, ὅπου τάφηκαν ὁ Βόρις καὶ Γκλέμπ, ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς χρονογράφους “Μία δεύτερη Θεσσαλονίκη”.
Στὴ Ρωσία, κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια τῶν ταταρικῶν ἐπιδρομῶν καὶ εἰσβολῶν, ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου προσλαμβάνει ἐθνικὴ σημασία. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι ὁ προστάτης ἅγιος τῶν Ρώσων ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ τραγούδια καὶ τὰ κείμενα. ῾Ο καθηγητὴς D. Obolensky ἀναφέρεται στὰ λαογραφικὰ στοιχεῖα γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει τὴν εὐρεία διάδοση ποὺ εἶχε ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Ρωσία. ᾿Επίσης ἀναφέρεται καὶ στὸ σλαβικὸ ἐκεῖνο κείμενο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο δύο κορίτσια εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ κάποιο εἰδωλολάτρη στρατηγὸ καὶ τὰ ὁποῖα ὑποχρεώθηκαν νὰ κεντήσουν, παρὰ τὴ θέλησή τους, τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Μὲ τὴν ἐπέμβαση ὅμως τοῦ ῾Αγίου τὰ κορίτσια ἐλευθερώθηκαν καὶ βρέθηκαν θαυματουργικῶς στὴ Θεσσαλονίκη. Τέτοιο κείμενο δὲν ὑπάρχει στὴν ἑλληνική. Χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ δέκατο ἕκτο αἰώνα. Στὴ μελέτη μας “῾Ο ῞Αγιος Δημήτριος εἰς τὴν ῾Ελληνικὴν καὶ Βουλγαρικὴν παράδοσιν”, εἴχαμε ἀναφερθεῖ στὸ θρύλο αὐτὸ καὶ ἐκθέσαμε τὴν ἄποψη ἐκείνη ποὺ θέλει ἡ παράδοση αὐτὴ νὰ ἀπηχεῖ νίκες τοῦ πρίγκηπα Δημητρίου ᾿Ιβάνοβιτς Δόνσκιϊ, δηλ. τὴ μάχη μεταξὺ Ρώσων καὶ Τατάρων ὑπὸ τὸν Χὰν Μάμαν, ποὺ διεξήχθηκε τὴν 8η Σεπτεμβρίου 1350 στὸν παραπόταμο τοῦ Δὸν Νεπριάβντι. Τότε, στὴν παραπάνω ἐργασία μας, εἴχαμε παρατηρήσει ὅτι, ἐπειδὴ γίνεται λόγος στὸ θρύλο γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, δὲ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀναφερόταν στὶς μάχες καὶ στὶς νίκες τῶν Ρώσων κατὰ τῶν Τατάρων. ῞Υστερα ὅμως ἀπ᾿ ὅσα εἴπαμε γιὰ τὴ “δεύτερη Θεσσαλονίκη” ποὺ οἱ Ρῶσοι προσπάθησαν νὰ δημιουργήσουν, ὁ θρύλος δὲν ἀποκλείεται πράγματι ν᾿ ἀπηχεῖ τὶς παραδόσεις ποὺ ἐπεσήμανε ὁ καθηγητὴς D. Obolensky.
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὴν ἴδια εὐρεία διάδοση λαμβάνει ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ στὴ Σερβία, ὅπου κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δυναστείας τῶν Δουσὰν ἡ βασιλικὴ ἐξουσία παρουσιάζεται ἰσχυρὴ καὶ σὲ ψηλὸ ἐπίπεδο. Παρατηρεῖται ἡ ἴδια ἅμιλλα μὲ τὴ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, ὅπως ἔκαναν οἱ Βούλγαροι. ῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐξυψώνεται ἀκόμη περισσότερο καὶ πλουτίζεται μὲ νέα στοιχεῖα. ᾿Αντιγράφονται Βίοι καὶ Λόγοι τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἄλλοτε ἀκριβεῖς καὶ ἄλλοτε μὲ παραλλαγὲς ποὺ ἐξυπηρετοῦν σκοπιμότητες.
Κατακλείοντας τὴ μεγάλη αὐτὴ περίοδο, ἀπὸ τὸν ἕκτο ὡς τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα, ἐπισημαίνουμε τὴν εὐρεία διάδοση ποὺ προσέλαβε ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Βουλγαρία, τὴ Ρωσία, τὴ Σερβία, ἀκόμη καὶ στὴ Ρουμανία. ῾Η διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὶς χῶρες αὐτὲς συνδέεται μὲ τὴν μεγάλη ἐπίδραση τοῦ ἑλληνισμοῦ στὶς χῶρες αὐτές, τόσο πολὺ ὥστε πόλη στὴ Ρωσία νὰ ὀνομάζεται “δεύτερη Θεσσαλονίκη”. Τὰ βασικότερα κέντρα τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐκτὸς τῆς Θεσσαλονίκης, εἶναι τὸ Σίρμιο, ἡ ᾿Αχρίδα, τὸ Βλαδιμήρ, καὶ τὸ Τύρνοβο.
Νέα λαμπρὰ περίοδος ἐξάρσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ἐγκαινιάστηκε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος τοῦ Β¢. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἐνθρόνισή του στὴν ῾Ιερὰ Μητρόπολη Θεσσαλονίκης τὸ 1974 ἐνδιαφέρθηκε νὰ συγκεντρώσει ὅ,τι ἐγράφη περὶ τὸν ῞Αγιο Πολιοῦχο τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ Α¢ Θεολογικὸ Συνέδριο ποὺ ὀργάνωσε ἀναφέρετο στὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ τὸ μοναχικὸ ἰδεῶδες. ᾿Ακολούθως, ἀναζωπύρωσε τὶς ἑορτές του στὴ Θεσσαλονίκη, συνεορτάζοντας τὸν ἅγιο Δημήτριο στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου μὲ τὴν Παναγία, ὅπως θέλουν μεγάλοι ἐγκωμιαστές του. ᾿Εκεῖνο ὅμως ποὺ ἐλάμπρυνε τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ ἐπανακομιδὴ τῶν χαριτοβρύτων λειψάνων τοῦ μεγαλομάρτυρος τὸ 1980.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγίου Δημητρίου ἀνακάλυψε στὴν κρύπτη τοῦ ἀββαΐου τοῦ Σὰν Λορέντζο ῍Ιν Κάμπο τῆς ᾿Ιταλίας ἡ βυζαντινολόγος-ἀρχαιολόγος Μαρία Θεοχάρη. Σχετικὴ ἀνακοίνωση ἔκανε ὁ ἀκαδημαϊκὸς ᾿Αναστάσιος ᾿Ορλάνδος στὶς 15/6/1978 στὴν ᾿Ακαδημία ᾿Αθηνῶν. Εὐθὺς ἀμέσως κινήθηκε δραστηρίως ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων ὁ Β¢ καὶ πέτυχε ἀρχικὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς ἁγίας κάρας (᾿Οκτώβριος 1978) καὶ ὕστερα ὁλοκλήρου τοῦ λειψάνου (24/4/1980).
῾Η ἐπανακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων χαροποίησε ὁλό-κληρο τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα ποὺ εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ πληροφορηθεῖ ὅτι ὁ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὑπέρμαχος τῆς ᾿Ορθοδοξίας βρίσκεται σωματικῶς στὸν ῾Ιερὸ Ναό του. ῎Εκτοτε καὶ μέχρι σήμερα ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ συρρέουν στὸ Ναό του ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὰ χαριτόβρυτα λείψανά του.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ὁ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ, μεγαλομάρτυς
Πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης, προστάτης τῶν ῾Ελλήνων καὶ
ὑπέρμαχος ᾿Ορθοδοξίας.
῾Η παραδοσιακὴ ἁγιολογικὴ φιλολογία γνωρίζει τρία εἴδη ἔργων ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἀθλοφόρο Δημήτριο, ὅπως παρατήρησε καὶ ὁ F. Halkin. ῾Η ἁγιολογικὴ φιλολογία περιλαμβάνει Μαρτύρια (Passiones), Θαύματα (Miracula), καὶ ᾿Εγκωμιαστικοὺς Λόγους (Laudationes). Στὰ ἔργα αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ προσθέσουμε ὄχι μόνο τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους ἀλλὰ καὶ τὰ θρησκευτικὰ λαϊκὰ ἄσματα.
Οἱ πηγὲς αὐτὲς εἶναι πλούσιες σὲ ὑλικὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο φαίνεται ὄχι μόνο ἡ εὐρεία διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὸν ἑλληνικὸ χῶρο, ἀλλὰ καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς Σλάβους. ῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου εἶναι γνωστὴ καὶ στὴ Δύση.
᾿Απὸ ἕνα Μαρτύριο ποὺ γράφηκε ἀπὸ ἀνώνυμο συγγραφέα, ἔχουμε ὑλικὸ ἀναγόμενο στὰ τέλη τοῦ πέμπτου ἢ ἀρχὲς τοῦ ἕκτου αἰώνα. Στὸ Μαρτύριο αὐτὸ ὑπάρχουν πληροφορίες ποὺ ἀναφέρονται στὴν κοινωνικὴ ζωὴ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ στὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Οἱ ἱστορικοὶ στέκονται μὲ ἐνδιαφέρον στὸ κείμενο αὐτὸ γιατὶ βρίσκουν ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες, ποὺ διαφωτίζουν πλευρὲς τῆς Θεσσαλονίκης ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρουν.
Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ περιέχουν θρύλους καὶ μιλοῦν γιὰ τὰ θαύματα τοῦ ῾Αγίου, ἀποτελοῦν βασικὴ πηγὴ γνώσεως τῆς ῾Ιστορίας τῶν Σλάβων καὶ τῶν Βουλγάρων. Τὸ ὑλικὸ τῶν βιβλίων αὐτῶν ἀποτέλεσε ἀντικείμενο ἔρευνας ἐπειδὴ ἀπ᾿ αὐτὰ (τὰ βιβλία) πληροφορούμαστε γιὰ τὴ στρατιωτικὴ ὀργάνωση, τὴν τοπογραφία τῆς πόλεως, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὸν τεχνικὸ πολεμικὸ ἐξοπλισμὸ στὴ Βαλκανική. Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” εἶναι τρία. Τὸ πρῶτο γράφηκε ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης ᾿Ιωάννη στὰ τέλη τοῦ ἕκτου ἢ ἀρχὲς τοῦ ἑβδόμου αἰώνα. ᾿Αποτελεῖται ἀπὸ δέκα τρεῖς διδακτικοὺς λόγους καὶ διαιρεῖται σὲ δέκα πέντε κεφάλαια. Τὸ δεύτερο βιβλίο ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕξι διαλέξεις, ποὺ κάθε μία διηγεῖται κι ἕνα θαῦμα. ῾Ο συγγραφέας τοῦ βιβλίου αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀκόμη γνωστός. Πιθανότατα πρόκειται γιὰ κληρικό. Κατὰ τὶς νεότερες ἐκδοχὲς ὁ συγγραφέας τοῦ δευτέρου αὐτοῦ βιβλίου εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὁ ἐπίσκοπος ᾿Ιωάννης, ποὺ πῆρε μέρος στὴν ἕκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ 680 στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ Κωνσταντίνου Πωγωνάτου. Μὲ τὸ συγγραφέα τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἀσχολήθηκαν ὁ G. Byei, ὁ Th. Tafel, ὁ E. Murelt καὶ ὁ V. Laurent. Τὸ τρίτο βιβλίο τῶν “Θαυμάτων” εἶναι ἔργο μεταγενέστερο τοῦ δεκάτου αἰώνα, καὶ δὲν ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα τοὺς Σλάβους ἱστορικούς.
Τὰ “Θαύματα” τοῦ ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης παρέχουν πληροφορίες γιὰ τὶς σλαβικὲς ἐπιδρομὲς καὶ γιὰ τὴν κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση. Οἱ πληροφορίες ποὺ παρέχουν τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” συμπληρώνονται κι ἀπ᾿ ἐκεῖνες τοῦ Παρισινοῦ 1517 ὑπὸ τὸ ὄνομα ᾿Ιωάννης, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Μὲ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ κείμενο ἀσχολήθηκε ἰδιαιτέρως ὁ P. Lemerle, ὁ ὁποῖος τελικῶς ἐξέδωσε τὸ κείμενο ἐκ τοῦ κώδικα. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω ἐρευνητές, μὲ τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” καὶ τὴ χρονολόγηση τῶν σλαβικῶν ἐπιδρομῶν, ἀσχολήθηκαν ὁ O. Tafrali, ὁ H. Gelzer, ὁ F. Uspenski, ὁ I. Burmov, ὁ St. Maslev καὶ ἄλλοι. ᾿Απὸ τοὺς ἡμετέρους ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Ε. Χρυσουλόπουλου, καὶ προσφάτως τοῦ Παναγιώτη Χρήστου.
Γιὰ τὴ διάδοση καὶ ἑδραίωση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων καὶ εἰδικότερα μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἰδιάζουσα σημασία ἔχουν ὁ Βίος τοῦ Κυρίλλου καὶ τοῦ Μεθοδίου, ἕνας Κανόνας στὸν ἅγιο Δημήτριο, γραμμένος ἀπὸ τοὺς δύο Θεσσαλονικεῖς ἀδελφούς, καὶ ἕνα ᾿Εγκώμιο τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ᾿Αχρίδος.
Μεταγενέστερη ἐπεξεργασία τῶν “Θαυμάτων” καὶ τοῦ ἀρχαίου Μαρτυρίου ποὺ ἀναφέραμε, ἔγινε ἀπὸ τὸν ᾿Αναστάσιο Βιβλιοθηκάριο τὸν ἔνατο αἰώνα, πρὸς χάρη τοῦ Φράγκου αὐτοκράτορα Καρόλου Calvus στὴ λατινική. ῾Η ἐπεξεργασία αὐτὴ τοῦ ᾿Αναστασίου εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Δύση. ᾿Επίσης τὰ κείμενα τοῦ Συμεὼν Μεταφραστῆ (10ος αἰ.), τοῦ Νικήτα, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (12ος αἰ.), τοῦ ᾿Ιωάννου Σταυρακίου (13ος αἰ.), τοῦ Κωνσταντίνου ᾿Ακροπολίτου (13ος - 14ος αἰ.), τοῦ Συμεών, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (15ος αἰ.) καὶ τοῦ Μάρκου Εὐγενικοῦ (15ος αἰ.), συμπληρώνουν τὶς πληροφορίες τῶν “Θαυμάτων”. ᾿Ιδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες εἶναι οἱ πληροφορίες τοῦ Νικήτα Χωνιάτη, τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, τὸ ἐπίγραμμα τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος, τὰ νομίσματα καὶ οἱ σφραγίδες, καὶ τέλος ἕνας ἀπόκρυφος Βίος καὶ δύο Λόγοι τοῦ Γρηγορίου Τσαμπλάκ. Τὰ παραπάνω κείμενα, μαζὶ μὲ τὶς σφραγίδες καὶ τὰ νομίσματα, διαφωτίζουν τὴν περίοδο τῆς δημιουργίας τοῦ Δευτέρου Βουλγαρικοῦ Κράτους, σὲ σχέση μὲ τὸ σφετερισμὸ τοῦ ἁγίου ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους. Πλούσιες ἐπίσης παραδόσεις βρίσκει ὁ ἐρευνητὴς καὶ στὰ ἔργα ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρονται στὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Ρωσία.
᾿Απὸ τὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ μᾆς πληροφοροῦν γιὰ τὴν εὐρεία διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ῾Αγίου στὸ σλαβικὸ κόσμο καὶ ἰδιαίτερα μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἐγείρονται ὁρισμένα προβλήματα. Τὰ προβλήματα ἀναφέρονται στὶς σχέσεις Σλάβων καὶ ῾Ελλήνων κατὰ τὴ μακρὰ περίοδο ἀπὸ τὸν 6ο ἕως τὸν 15ο αἰώνα. Εἰδικότερα γιὰ τοὺς Βουλγάρους πρέπει νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ στὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας, κατὰ τὴν ὁποία ἀσκεῖ μεγάλη ἐπίδραση ὁ “Θησαυρός” τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου (16ος αἰ.) μεταξὺ τῶν Σλάβων, ὅπως ἐπίσης καὶ στὰ λοιπὰ φιλολογικά τους κείμενα.
Οἱ πληροφορίες ποὺ παρέχουν οἱ ἀρχαιότερες πηγὲς καὶ οἱ ὁποῖες ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὴν ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη καὶ τὴν ἔρευνα, δὲν ἀφήνουν σήμερα καμμιὰ ἀμφιβολία περὶ τῆς καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, στὴν ὁποία γεννήθηκε γύρω στὸ 280 μ.Χ. καὶ στὴν ὁποία μαρτύρησε κατὰ τὸν μεγάλο διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ.
Οἱ πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι ἡ λαμπρὰ καὶ ἐπιφανὴς πόλη τῆς Μακεδονίας, ἡ κορυφὴ τῆς Θεσσαλίας, ἡ “ὑπεριδρυμένη καὶ ὑπερέχουσα πάσης ἄλλης”, ἡ Θεσσαλονίκη, εὐτύχησε νὰ εἶναι ἡ γενέτειρα τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλη γεννήθηκε καὶ ἀναγεννήθηκε μὲ τὸ θεῖο λουτρὸ τοῦ βαπτίσματος. Εὐθὺς ἀμέσως, ἔχοντας καὶ τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, ἐμφανίζεται καὶ διδάσκει στοὺς Θεσσαλονικεῖς. Διδάσκει ὄχι μὲ φόβο, ὅπως ἀναφέρουν οἱ πηγές, μήπως τὸν καταγγείλουν καὶ συλληφθεῖ ἢ μήπως χάσει τὸ ὑψηλό του ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖο τὸν περιβάλλει ἡ ρωμαϊκὴ πολιτεία, ἀλλὰ εὐθαρσῶς. Διδάσκει ὄχι τὴ νύκτα στὶς γωνίες κρυπτόμενος, ἀλλὰ τὴ μέρα “εὐπαρουσιάστως μηδεμίαν ἀνθρωπίνην δόξαν λογιζόμενος”.
Στὴ διδασκαλία του ὁ Δημήτριος εἶναι γλυκύς, ἑλκυστικός, πειστικότατος. Διαλύει τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων· ἀπο-κρούει τὶς κακοδοξίες, ἀνοίγει τὸ δρόμο πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο ἴδιος ἐπισφραγίζει τὴ ζωή του μὲ τὴ θυσία του. ῾Ομολογεῖ μὲ θάρρος τὴν πίστη του μπροστὰ στὸν ἔκπληκτο Μαξιμιανό· ὑπομένει ἀγογγύστως τὰ πρῶτα βασανιστήρια καὶ τέλος δέχεται τὸ μαρτύριο “χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος”, διότι καταξιώνεται νὰ διωχθεῖ ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας του. Προσφέρει τὴν πλευρά του καὶ χύνει τὸ αἷμα του, μιμούμενος ἔτσι τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ. ᾿Απὸ τὴ λογχισμένη πλευρά του τρέχει αἷμα, μὲ τὸ ὁποῖο ποτίζει τὸ ἀγλαόκαρπο δένδρο τῆς ᾿Εκκλησίας.
῾Η ὕπαρξη ναοῦ ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν πρώϊμη Κωνστάντεια ἐποχή, μαρτυρεῖ γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ ἀπέδιδαν οἱ Θεσσαλονικεῖς στὸν συμπατριώτη τους μάρτυρα. ᾿Αργότερα ὁ ἔπαρχος τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ Λεόντιος, ἀφοῦ θεραπεύτηκε ἀπὸ βαρειὰ νόσο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Δημητρίου, ἀνήγειρε ναὸ πρὸς τιμὴ τοῦ μάρτυρα γύρω στὰ 412-413.
῾Ο δοξάσας τὸν Θεὸ ἀντιδοξάζεται ἀπ᾿ Αὐτόν. ῾Ο λύχνος δὲν κεῖται πολὺ ὑπὸ τὸν μόδιο, ἀλλὰ τοποθετεῖται “ἐπὶ τῇ λυχνίᾳ” γιὰ νὰ λάμπει καὶ φωτίζει πρὸς πᾆσα κατεύθυνση. ῎Ετσι συνδέεται μὲ τὴ γενέτειρά του, τὴ Θεσσαλονίκη, μὲ τὰ προβλήματα τοῦ ῾Ελληνισμοῦ καὶ ἀποβαίνει ὑπέρμαχος τῆς ᾿Ορθοδοξίας. ᾿Ακόμη πολὺ γρήγορα ἡ τιμή του διαδίδεται στὸν κόσμο τῶν Σλάβων συνδεόμενη ἰδιαιτέρως μὲ τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Ρώσους. ῎Ετσι, ἡ ἐπίδραση τῶν ῾Ελλήνων ἐπὶ τῶν Σλάβων διὰ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, εἶναι μεγάλη.
῏Ηταν φυσικὸ ὁ ἅγιος Δημήτριος νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν πόλη στὴν ὁποία γεννήθηκε καὶ στὴν ὁποία μιμήθηκε μὲ πάθος τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ. Οἱ Θεσσαλονικεῖς καταφεύγοντας στὸ “θεοπάροχο” μνῆμα του, τὸν περικαλῆ ναό του, παρακαλοῦσαν τὸν μεγαλομάρτυρα συμπατριώτη τους νὰ πρεσβεύει στὸ Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία τους.
Σπανίως ἅγιος συνέδεσε τὴ μνήμη του τόσο πολὺ μὲ τὶς περιπέτειες καὶ ἀγωνίες τῆς πατρίδος του, ὅσο ὁ ἅγιος Δημήτριος. Στὶς ἀλλεπάλληλες ἐπιθέσεις τῶν Σλάβων καὶ ᾿Αβάρων, ᾿Αράβων καὶ Βουλγάρων, ὁ ἅγιος Δημήτριος πρωταγωνιστεῖ καὶ προστατεύει τὴν πόλη του ἀπὸ τοὺς ἐπιδρομεῖς. Βαρβαρικὲς φάλαγγες ἐπιτίθενται κατὰ καιροὺς μὲ μανία. ῾Ως ἄμμος τῆς θαλάσσης, ἀναφέρουν οἱ πηγές, ἐμφανίζονται οἱ ἐχθροί. Καταλαμβάνουν περιοχὲς τῆς Θράκης καὶ τῆς Μακεδονίας. Πλησιάζουν μὲ ἀκάθεκτη ὁρμὴ πρὸς τὴ Θεσσαλονίκη, κυριεύουν φρούρια καὶ προάστεια τῆς πόλεως. Πάνοπλοι οἱ ἐχθροὶ προετοιμάζονται γιὰ τὴν τελικὴ ἔφοδο κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ κάτοικοι ζητοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου βοήθεια. Παρακαλοῦν τὸ Θεὸ μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Δημητρίου νὰ μὴν πέσουν στὰ χέρια τῶν ἀλλοπίστων. ῎Εφιππος τότε ἐμφανίζεται ὁ ῞Αγιος, διατρέχοντας τὰ τείχη, καὶ συντρίβει μὲ δόρυ τοὺς ἐπιτιθεμένους. Τὰ σχέδια τῶν ἐχθρῶν ματαιώνονται. ῾Ο Θεὸς τοῦ Δημητρίου διατηρεῖ τὴν πόλη “ἀτάραχον” καὶ “ἄτρωτον”. Οἱ Θεσσαλονικεῖς δέχονται τὴ σωτηρία τους “θεόθεν”.
Σ᾿ ἄλλες περιπτώσεις, κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀποδεικνύεται ἐπίσης προστάτης. ᾿Απαλλάσσει ἀπὸ λιμοὺς καὶ ἀσθένειες τὴν πόλη του καὶ τὴ διατηρεῖ “ἐν εὐταξίᾳ”.
᾿Απὸ μεταγενέστερες ἱστορικὲς πηγές, ὁ ἅγιος Δημήτριος παρουσιάζεται νὰ θρηνεῖ ὅταν ἡ πόλη πέφτει στὰ χέρια τῶν ᾿Αγαρηνῶν. ᾿Αποκαλεῖ τὴ Θεσσαλονίκη “πόλιν του”. “῾Εάλω μοι ἡ πόλις” λέγει θλιμμένος στὸν ἅγιο ᾿Αχίλλειο, “ἑάλω μοι παραδοθεῖσα εἰς ἀφανισμόν. Βεβήλωταί μοι ὁ ναός· κατεπατήθη τὰ ἱερὰ ποσὶ βεβήλοις”.
῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἀποβαίνει γιὰ τοὺς Θεσσαλονικεῖς “ἀκριβὴς φρουρός”, φύλαξ ἄυπνος, τεῖχος ἄσειστο κατὰ τῶν βαρβάρων, φιλόπολις καὶ κηδεμών, πολιοῦχος καὶ προϊστάμενος. ῾Η Θεσσαλονίκη ἀναδεικνύεται μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ μεγαλομάρτυρος, “θεοφύλακτος”, “θεοφρούρητος”, “θεόσωστος”.
᾿Αργότερα σὲ μέρες χαλεπές, σὲ στιγμὲς κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, οἱ πνευματικοὶ αὐτῆς ὁδηγοί, παρότρυναν τοὺς Θεσσαλονικεῖς νὰ θυμοῦνται τὶς εὐεργεσίες τοῦ μάρτυρος καὶ νὰ μιμοῦνται τὸ βίο του· νὰ ἀσκοῦνται στὴν ἀρετή, γιὰ νὰ ἔχουν τὸ θάρρος, ὑψώνοντας τὴ φωνή τους, νὰ ἀναφωνοῦν· “῾Ο Θεὸς τοῦ Δημητρίου βοήθει ἡμῖν”.
῾Ο τάφος τοῦ μάρτυρος μεταβάλλεται μὲ τὸν καιρὸ σὲ θαυματοφόρο τόπο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γίνεται χορηγὸς ἀγαθῶν. Πολλοὶ ποὺ προστρέχουν μὲ πίστη, λαμβάνουν τὴ θεραπεία τους ἀπὸ νόσους, ἐνῶ ταυτόχρονα, εὐαγγελίζονται τὴν παρουσία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἀποβαίνει γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς “σῖτος τῶν πεινόντων”, “ἰατρὸς τῶν ἀσθενῶν”, “λυτρωτὴς τῶν αἰχμαλώτων”, “μεσίτης”.
Αὐτοκράτορες ὅπως ὁ ᾿Ιουστινιανὸς καὶ ὁ Μαυρίκιος, πιστεύουν ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ κράτους θὰ ἦταν βεβαία, ἂν εἶχαν καὶ τὴν προστασία τοῦ ἁγίου Δημητρίου, διὰ τῆς παρουσίας μέρους τῶν ἁγίων λειψάνων του. Ζητοῦν εὐλαβικὰ μέρος τῶν λειψάνων του, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν τὸ ἐπιτρέπει, γιατὶ θέλει τὸ λείψανό του νὰ διατηρηθεῖ ἀκέραιο. ῎Αλλοι ἀποδίδοντας τὶς νίκες τους κατὰ τῶν ἐχθρῶν στὸν ῞Αγιο, τὸν τιμοῦν μὲ δωρεές, ὅπως ὁ ᾿Ιουστινιανὸς Β¢, ἢ μὲ ἐπιγράμματα καὶ ἀφιερώματα, ὅπως ὁ ᾿Ισαάκιος Β¢ ὁ ῎Αγγελος, ἐνῶ μεταφέρεται ἡ εἰκόνα του στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς πόλεως. Πλῆθος ναῶν ἀνεγείρονται πρὸς τιμὴν τοῦ ῾Αγίου καὶ πολλὲς εἰκόνες ἀνευρίσκονται σ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας “ὑπομνήματα ζήλου” πρὸς τὸν μάρτυρα.
Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Φραγκοκρατίας, ἂν καὶ τὸ ἔ-θνος παρουσιάζει σημεῖα κάμψεως καὶ μελανὰ σύννεφα ἐμφανίζονται στὸν ὁρίζοντα, δημιουργοῦνται νέες τάσεις, ποὺ συντελοῦν στὴ δημιουργία τοῦ Νέου ῾Ελληνισμοῦ. Τὶς τάσεις αὐτὲς τὶς βρίσκουμε καὶ στὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ ἀφιερώνονται στὸν ἅγιο Δημήτριο, γιὰ νὰ ὑπογραμμισθεῖ, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος κόσμησε τὴν ῾Ελλάδα μὲ νίκες καὶ δόξασε τοὺς ῞Ελληνες. ῾Ελλάδα γιὰ τὸ Νικόλαο Καβάσιλα εἶναι ὅλη ἡ αὐτοκρατορία καὶ ῞Ελληνες οἱ κάτοικοι αὐτῆς.
῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἐμψυχώνει τοὺς ῞Ελληνες κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας. Αὐτὸ διαπιστώνεται ἀπὸ τὴν πίστη τῶν ῾Ελλήνων, ὅπως ἀποτυπώνεται στὰ μεταβυζαντινὰ κείμενα, στὰ ὁποῖα βρίσκουμε τὰ αἰτήματα τῶν ῾Ελλήνων γιὰ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοὺς ᾿Αγαρηνούς. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἐμπνέει καὶ τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ 1821 στὸν τιτάνιο ἀγώνα τους κατὰ τῶν Τούρκων. ῾Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης θεωροῦσε τὸν ἅγιο Δημήτριο προστάτη του. Τέλος, δὲν εἶναι τυχαῖο καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου τοῦ 1912, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ πολιούχου της.
Τὰ γεγονότα ποὺ παραθέτουν οἱ πλούσιες πηγὲς ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀπέβη προστάτης ὄχι μόνο τῆς πατρίδας του ἀλλὰ καὶ τῆς χώρας ἁπάσης, ἁπάντων τῶν ῾Ελλήνων καὶ τῆς ῾Ελλάδος. Τὸ δέκατο τέταρτο αἰώνα, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ Νικολάου Καβάσιλα ἀλλὰ κι ἄλλες πηγές, ὅπως ἔδειξαν ἄλλοι ἐρευνητὲς τῆς περιόδου αὐτῆς, ἡ αὐτοκρατορία εἶναι πλέον ῾Ελληνική. Οἱ κάτοικοί της ῞Ελληνες. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι ῞Ελλην.
Κατὰ τὶς πλούσιες πηγὲς ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν ὑπῆρξε μόνο προστάτης καὶ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς “χώρας ἁπάσης”, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀποφασιστικὸς πολέμιος τῶν αἱρέσεων καὶ διδάσκαλος τῆς ᾿Ορθοδοξίας.
῾Ο καθαρὸς καὶ ἄμεμπτος βίος του, τὸ διδακτικό του χάρισμα, μὲ τὸ ὁποῖο κήρυττε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ διέλυε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ συνέτριβε τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ “χριστομίμητο” μαρτύριό του, ἀπετέλεσε γιὰ τοὺς ὑπέρμαχους τῆς ᾿Ορθοδοξίας, πηγὴ ἐμπνεύσεως. ᾿Εγκωμιαστὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὑπεύθυνοι ποιμενάρχες, ἀντιμετωπίζοντας πολλὲς καὶ ποικίλες αἱρέσεις, ποὺ συγκλόνιζαν τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης, ἔθεταν στὸ στόμα τοῦ μάρτυρος τὴν ὀρθὴ τῆς ᾿Εκκλησίας διδασκαλία. ῎Ετσι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐμφανίζεται παρὼν σὲ μεταγενέστερες ἐποχές, πολὺ μετὰ τὸ μαρτυρικό του θάνατο, ν᾿ ἀντιμετωπίζει θεολογικὲς καὶ χριστολογικὲς αἱρέσεις, ἐνῶ ταυτόχρονα διετύπωνε τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια, ὅπως αὐτὴ εἶχε διατυπωθεῖ στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. ῎Αλλοτε πάλι, ὑμνογράφοι ὅπως ὁ Ρωμανὸς ὁ Μελωδὸς καὶ ἄλλοι, ἔχοντας ὑπόψη τους τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὸ βίο του καὶ τὸ μαρτύριό του στοιχεῖα πρὸς καταπολέμηση φοβερῶν γιὰ τὴν ἐποχή τους κακοδοξιῶν. ᾿Αργότερα οἱ φωτιστὲς τῶν Σλάβων Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, Θεσσαλονικεῖς ῞Ελληνες ἀδελφοί, μεταφέροντας τὴ λαμπάδα τῆς πίστεως στὴ Μοραβία καὶ ἀντιμετωπίζοντας πολλαπλὲς δυσκολίες, ἔστρεφαν νοσταλγικὰ τὰ βλέμματά τους πρὸς τὸ ναὸ τοῦ Δημητρίου γιὰ νὰ ἀντλήσουν δύναμη καὶ θάρρος. ῎Ετσι μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ῾Αγίου συμπατριώτη τους, οἱ δύο ἀδελφοὶ κρατοῦσαν ψηλὰ τὸ λάβαρο τῆς ᾿Ορθοδοξίας ποὺ κινδύνευε ἀπὸ τοὺς Λατίνους. Κατὰ τὸ 14ο αἰ., ὅταν ἡ ᾿Ορθοδοξία ἀγωνιζόταν κατὰ τοῦ σχολαστικισμοῦ, ἡσυχαστὲς πατέρες, μὲ πρῶτο τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾆ, ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ἀπέδιδαν στὸ μεγαλομάρτυρα μοναχικὲς ἀρετὲς γιὰ νὰ ἐξάρουν τὸν ὀρθόδοξο μοναχισμὸ καὶ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ποὺ βάλλονταν ἀπὸ τοὺς σχολαστικούς.
Διδάσκαλο καὶ προφήτη ἀποκαλεῖ τὸν ἅγιο Δημήτριο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, ἐπειδὴ δίδαξε τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐνέπνευσε τοὺς διδασκάλους τῆς πίστεως. Κήρυκα τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Ορθοδοξίας ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ἐνῶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης τὸν ἀποκαλεῖ καταλύτη τῶν αἱρέσεων.
῾Η Θεσσαλονίκη, δεύτερη πόλη μετὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἀναπτύχθηκε σὲ πολιτιστικὸ κέντρο στὰ Βαλκάνια. Οἱ Σλάβοι, ἐρχόμενοι σὲ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ῞Ελληνες, εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ δημιουργήσουν “μιὰ δεύτερη Θεσσαλονίκη” μὲ ἀνάλογες παραδόσεις ποὺ ὑπῆρχαν στὴν πόλη τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
Τὰ δύο βιβλία τῶν “Θαυμάτων” ποὺ περιγράφουν τὶς ἐπιδρομὲς τῶν ᾿Αβαροσλάβων, ἐμφανίζουν τὸν ἅγιο Δημήτριο πρωταγωνιστή, ἐπεμβαίνοντα καὶ σώζοντα τὴν πατρίδα του. ῾Η πεποίθησις αὐτὴ ποὺ καλλιεργήθηκε καὶ βιώθηκε ἀπὸ τὸ λαό, γινόταν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ πίστη τῶν Σλάβων ἐπιδρομέων. Οἱ πόλεμοι κατὰ τῶν ῾Ελλήνων καὶ ἡ ἐπέμβαση τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὑπὲρ τῆς πατρίδος του, ἔπαιρναν χαρακτήρα θρησκευτικό. Οἱ Σλάβοι μὲ τὶς ἐπιδρομές τους κατέστρεφαν ναοὺς καὶ ἐπέφεραν φοβερὲς δηώσεις. Οἱ χριστιανοὶ ἐπικαλούμενοι πρῶτα τὸ Θεὸ καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, συνέβαλαν στὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς θρησκείας μεταξὺ τῶν Σλάβων καὶ φυσικὰ τῆς τιμῆς τοῦ ῾Αγίου. Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” μιλοῦν γιὰ περιπτώσεις μεμονωμένων Σλάβων ποὺ ἀσπάσθηκαν τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, τιμώντας στὴ συνέχεια τὸν μάρτυρα Δημήτριο.
῾Η διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων, πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἔγινε καὶ σὲ ὁμαδικὲς περιπτώσεις. ῞Οσοι κάτοικοι εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ τὸν Χαγᾆνο κατὰ τὸν δεύτερο σλαβικὸ πόλεμο καὶ μεταφέρθηκαν στὴν Παννονία δὲ λησμόνησαν τὴν πίστη τους. ῞Ολοι αὐτοὶ μετέδιδαν καὶ τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴν Παννονία καὶ στὴ Δαλματία. Στὸ Σίρμιο, στὰ μέσα τοῦ 11ου αἰ., ὑπῆρχε μοναστήρι στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐνῶ στὶς σερβικὲς χῶρες ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται ἐκκλησίες καὶ μοναστήρια στὸ ὄνομά του. ᾿Απὸ τὶς περιοχὲς αὐτές, ἡ τιμὴ τοῦ μάρτυρος μεταδόθηκε ἀργότερα καὶ στοὺς Μαγυάρους. ᾿Απὸ ἱστορικοὺς λέγεται ὅτι οἱ Σλάβοι ποὺ ἡττήθηκαν στὸ Στρυμόνα ἀπὸ τὸν ᾿Ιουστινιανὸ Β¢, εἶχαν ἀκούσει γιὰ τὴν προστασία τοῦ ἁγίου Δημητρίου πρὸς τοὺς πατριῶτες του, τοὺς Θεσσαλονικεῖς. Στὶς ἀγαθὲς ἐπιδράσεις τῶν ῾Ελλήνων ἐπὶ τῶν Σλάβων καὶ στὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ αὐτῶν, ἀναφέρεται καὶ ὁ ᾿Ιωάννης Καμενιάτης.
Τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων ἑδραίωσαν οἱ δύο ῞Ελληνες Θεσσαλονικεῖς ἀδελφοί, Κύριλλος καὶ Μεθόδιος. ᾿Απὸ τὸ Βίο τοῦ Μεθοδίου καταφαίνεται ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὸν ἅγιο συμπατριώτη τους. Στὸ 15ο κεφάλαιο τοῦ Βίου τοῦ Μεθοδίου ἀναφέρεται ὅτι ὁ Μεθόδιος ἀφοῦ συμπλήρωσε τὸ ἔργο τῆς μεταφράσεως τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, “ἀπέδωκεν εἰς τὸν Θεὸν τὴν κατ᾿ ἀξίαν δόξαν καὶ τιμήν, διότι ἐχάρισε αὐτῷ τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν τούτου”. ᾿Επίσης “μετὰ τοῦ κλήρου αὐτοῦ ἐτέλεσε τὴν θείαν λειτουργίαν πανηγυρίσας τὴν μνήμην τοῦ ἁγίου Δημητρίου”.
Στοὺς δύο ἀδελφοὺς ἀποδίδεται ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς καὶ ἕνας Κανόνας στὸν ἅγιο Δημήτριο. Στὴν ἐνάτη ὠδὴ τοῦ Κανόνος ἐκφράζεται μὲ ὡραιότατο λυρικὸ τρόπο ἡ νοσταλγία τῶν δύο ἱεραποστόλων γιὰ τὴν πατρίδα τους, τὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Απὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ Κανόνα φαίνεται, ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ διαδίδοντας τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων ἐνεφάνιζαν αὐτὸν ὄχι μόνον ὡς ἅγιο προστάτη τῆς πόλης, ἀλλὰ καὶ ὡς “ἥλιον” ποὺ μὲ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία του κατεφώτισε τοὺς ἀνθρώπους, διαλύοντας κάθε πλάνη. ᾿Επίσης στὸν Κανόνα ἐπαναλαμβάνεται ὅτι ὁ ῞Αγιος ὑπῆρξε πρόμαχος τῆς ῾Αγίας Τριάδος, διδασκαλία ποὺ δὲ στερεῖται σημασίας, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἀρχαῖα Μαρτύρια θέλουν τὸν ἅγιο Δημήτριο διδάσκαλο τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Οἱ δύο ἱεραπόστολοι τῶν Σλάβων, διαδίδοντας τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ μορφώνοντας ὀρθόδοξα τὸ λαὸ ἀντιμετώπιζαν πολλὰ προβλήματα. ᾿Απὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ἔπρεπε νὰ ξεπεράσουν τοὺς ἀντιφρονοῦντες στὸ τριαδικὸ δόγμα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς Λατίνους ποὺ ὑποστήριζαν τὴν προσθήκη τοῦ Filioque στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ εἶχαν ὑποστεῖ δεινὰ ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς “τριγλωσσίας”. Γνωρίζοντας ὅμως ὅτι οἱ πηγὲς καὶ τὰ ἐγκώμια πρόβαλλαν τὸν ῞Αγιο ὡς διδάσκαλο καὶ ὑπέρμαχο τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἦταν φυσικῶς ἑπόμενο νὰ συνεχίσουν τὴν παράδοση. Νὰ διδάξουν δηλ. καὶ στοὺς Σλάβους ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν ὑπέρμαχος τῆς ῾Αγίας Τριάδος καὶ τῆς ᾿Ορθοδόξου πίστεως.
Στὸν Κανόνα δὲν παραλείπεται ἀκόμη νὰ τονισθεῖ ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν πολὺ ὀνομαστὸς μεταξὺ τῶν βαρβάρων καὶ μάλιστα ἐκείνων ποὺ εἶχαν ἐπιτεθεῖ κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Αργότερα ὁ Νικόλαος Καβάσιλας θὰ τονίσει σὲ ἐγκώμιό του ὅτι ὁ συμπατριώτης του ἔπειθε ὅλους, ῞Ελληνες καὶ βαρβάρους, μὲ τὴ διδασκαλία του. ᾿Εὰν λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι ὁ Καβάσιλας δὲν ἀναφέρεται μόνο στὴν ἐποχὴ ποὺ ἄκμασε ὁ ῞Αγιος, ἀλλὰ σ᾿ ὅλη τὴ δημιουργηθεῖσα παράδοση ποὺ θέλει τὸν ἅγιο Δημήτριο διδάσκαλο τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ἐπίσης ὅτι ὁ μεγάλος αὐτὸς θεολόγος χρησιμοποιεῖ τὰ ὀνόματα “῞Ελλην” καὶ “῾Ελλάς” μὲ ἐθνικὴ πιὰ σημασία, καὶ μὲ τὴ λέξη “῾Ελλάς” ἐννοεῖ ὁλόκληρη τὴν αὐτοκρατορία, βάρβαροι εἶναι ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς ἐχθροὶ τῶν ῾Ελλήνων καὶ συνεπῶς καὶ οἱ Σλάβοι.
Εἰδικότερα, στὴ Βουλγαρία ἡ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τῶν ἁγίων Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου. ῾Ο ἡγεμόνας τῶν Βουλγάρων Βόρις, καθὼς ἦταν διορατικὸς καὶ ἱκανός, διέβλεπε ὅτι ἡ θρησκεία τῶν συμπατριωτῶν του ἐκπροσωποῦσε τὸ σκότος, ἐνῶ ἡ χριστιανικὴ θρησκεία τὸ πνευματικὸ φῶς. Γνωρίζοντας ἐπίσης ὅτι οἱ γύρω του πολιτισμένοι λαοὶ ἦταν χριστιανοί, ἀποφάσισε ν᾿ ἀσπασθεῖ τὴ χριστιανικὴ πίστη. ῎Ετσι πίστευε ὁ Βόρις πὼς μποροῦσε ἡ χώρα του νὰ εἰσέλθει στὸν κύκλο τῶν πολιτισμένων λαῶν. ῾Ωστόσο φοβοῦνταν μήπως ἡ νέα θρησκεία ἀποβεῖ γιὰ τοὺς Βουλγάρους ἀμφίστομο μαχαίρι. Πίστευε δηλ. ὅτι ἐνῶ θὰ μποροῦσε μὲ τὴ νέα θρησκεία νὰ συνενώσει τοὺς πρωτοβουλγάρους καὶ Σλάβους, ταυτόχρονα ζοῦσε μὲ τὴν ἀγωνία μήπως ἀποδεχόμενος τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, θὰ ἐξυπηρετοῦνταν τὰ συμφέροντα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.
῾Η δημιουργία τοῦ Βουλγαρικοῦ κράτους εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ γεγονότα τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας. Σπουδαῖο ρόλο στοὺς στόχους καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τοῦ Βόριδος διεδραμάτισε ὁ Κλήμης, ἐπίσκοπος ᾿Αχρίδος. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου του Μεθοδίου τὸ 885, ὁ Κλήμης ἐπέστρεψε στὴ Βουλγαρία καὶ βρῆκε τοὺς ὁμοφύλους του σὲ κρίσιμη κατάσταση. Τὸ Βουλγαρικὸ ἔθνος εἶχε ἤδη δεχθεῖ τὸ Χριστιανισμὸ πρὶν ἀπὸ εἴκοσι χρόνια (864). ῾Η διάδοση ὅμως τῆς νέας θρησκείας προχωροῦσε μὲ βραδὺ ρυθμό. Αἰτία τῆς βραδύτητας αὐτῆς ἦταν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ἡ ἔλλειψη βιβλίων γραμμένων στὴ βουλγαρικὴ γλῶσσα.
῾Ο Κλήμης ἐργάστηκε μὲ ζῆλο καὶ ἀπέκτησε 3500 μαθητές. Διέδωσε τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀνήγειρε ναούς, καὶ ἵδρυσε σχολεῖα. Μεταξὺ τῶν ἔργων τοῦ Κλήμεντος διασώζεται μέχρι σήμερα καὶ ἕνα ᾿Εγκώμιο στὸν ἅγιο Δημήτριο. ᾿Απὸ τὸ κείμενο αὐτό, ποὺ χαρακτηρίζεται κείμενο μεγάλης ἱστορικῆς σημασίας, φαίνεται ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου εἶχε διαδοθεῖ μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἀφοῦ ἐν ὀνόματι τοῦ μεγαλομάρτυρος, συνετελεῖτο ἡ καταπολέμηση τῆς εἰδωλολατρίας. Στὸ ᾿Εγκώμιο αὐτὸ ὁ ἅγιος Δημήτριος ὑμνεῖται ὡς διδάσκαλος τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ὡς ἀληθινὸς ὁμολογητὴς τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Δύο ἀκόμη διδακτικοὶ λόγοι εἶχαν ἐκδοθεῖ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κλήμεντος, οἱ ὁποῖοι ἀργότερα, τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα, χρησιμοποιήθηκαν ὡς λόγοι ἐγκωμιαστικοὶ γιὰ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ῾Η ἐξύμνηση τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὡς διδασκάλου τῆς ᾿Ορθοδοξίας γίνεται ἐξ ἐπιδράσεως τῶν ἀρχαίων Μαρτυρίων τοῦ ῾Αγίου καὶ τῆς προβολῆς τοῦ μάρτυρος ἀπὸ τοὺς δύο ῞Ελληνες ἀδελφούς, Κύριλλο καὶ Μεθόδιο.
῎Ετσι, μὲ τὴν καθιέρωση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Βουλγαρία, ἀγωνιστοῦ κατὰ τῆς πλάνης καὶ ὑπερμάχου τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ὁ ῞Αγιος ἀπέβαινε λαμπρὸ παράδειγμα χριστιανικῆς πίστεως. Κατόπιν, μὲ τὴν ἵδρυση τῆς Σχολῆς τῆς ᾿Αχρίδος, πρὸς τὴν ὁποία ἀπεστάλη ὁ Κλήμης ἀπὸ τὸν Συμεών, βασιλέα τῶν Βουλγάρων (893-927), φαίνεται ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου διαδιδόταν καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Βουλγαρίας. Στὶς μέρες τοῦ Συμεὼν Βούλγαροι ἱερεῖς πήγαιναν στὸ Κίεβο, ὅπως τοῦτο μαρτυρεῖται ἀπὸ παλιὰ βουλγαρικὰ χρονικά, καὶ διέδιδαν τὴν τιμὴ τοῦ μεγαλομάρτυρος.
᾿Αναφερόμενοι στὶς τεταμένες σχέσεις ῾Ελλήνων καὶ Βουλγάρων ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Σαμουήλ, παρατηροῦμε τὰ ἑξῆς: Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Βασίλειος Β¢ ταπείνωσε τοὺς Βουλγάρους τὸ 1014, ἀφοῦ προηγουμένως ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ μάρτυρος. Πρωτεργάτης τῶν Βουλγάρων κατὰ τῶν ῾Ελλήνων ἦταν ὁ γιὸς τοῦ Σαμουὴλ Γαβριήλ-Ραδομῖρος. ῾Ο Σταυράκιος ἀποκαλεῖ τὸν Ραδομῖρο “ἄνδρα θηριώδη”, “μανιακόν”, “φόνιον τὴν γνώμην”, ἐνῶ ὁ Κωνσταντῖνος ᾿Ακροπολίτης “δυσώδη”, “κακοῦ κόρακος ὠόν”, “ἔκγονον ἐχίδνης”, καὶ “γέννημα θηρὸς ἀτίθασον”. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος ποὺ ἄκουσε τὴν ἐπίκληση τῶν συμπατριωτῶν του “Σῶσον Δημήτριε”, ἔσπευσε πρὸς βοήθεια τῆς πόλεως. Τότε ἐμφανίσθηκε ἔφιππος νὰ φονεύει τὸν Ραδομῖρο. Εἶναι ἀποδεκτὸ ὅτι ὁ Ραδομῖρος φονεύτηκε ἀπὸ τὸν ἐξάδελφό του ᾿Ιωάννη, τὸν ἀποκαλούμενο Βλαδισλάβο ἢ ᾿Ααρών. Στὸν εἰκονογραφικὸ κύκλο ὑπάρχει ἀνάλογη παράσταση, ποὺ ἐμφανίζει τὸν ἅγιο Δημήτριο νὰ φονεύει ἔφιππος τὸν Ραδομῖρο. Οἱ Βούλγαροι μέχρι τὴν ὁριστικὴ καὶ ἀποφασιστική του ἐξέγερση τὸ 1186 ἔκαναν καὶ ἄλλες προσπάθειες, ἀλλὰ ἀπέτυχαν.
Οἱ πρωτεργάτες τῆς βουλγαρικῆς ἐπαναστάσεως “ὁμογενεῖς καὶ ταυτόσποροι” ᾿Ασὲν Α¢ καὶ Πέτρος, κατὰ τὸν Νικήτα Χωνιάτη, παρουσιάστηκαν στὸν αὐτοκράτορα ᾿Ισαάκιο Β¢ ῎Αγγελο καὶ ἀπαίτησαν ἴση στρατολογικὴ μεταχείριση. Μετὰ τὴν ἀποτυχία τους ἐπέστρεψαν στὸ Τύρνοβο καὶ ἐκεῖ μελετοῦσαν τὸν τρόπο δράσεως καὶ ἐκδικήσεως τῶν ῾Ελλήνων. Τὰ γεγονότα ποὺ στὸ μεταξὺ μεσολάβησαν τοὺς βοήθησαν στὶς ἐνέργειές τους. ῾Ο αὐτοκράτορας ᾿Ισαάκιος Β¢ ῎Αγγελος (1185-1195) βρῆκε τὴν αὐτοκρατορία σὲ δυσχερῆ θέση. Οἱ Νορμανδοὶ εἶχαν καταλάβει τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1185 τὸ Δυρράχιο καὶ στὶς 24 Αὐγούστου τοῦ ἑπόμενου ἔτους τὴ δεύτερη πόλη τῆς αὐτοκρατορίας, τὴ Θεσσαλονίκη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ θεωρήθηκε ἐξαιρετικὰ σημαντικό. ᾿Ενέπνευσε τοὺς δύο ἀδελφούς, Πέτρο καὶ ᾿Ασέν, νὰ προχωρήσουν στὸ ἐγχείρημά τους. Αὐτοὶ ἡγήθηκαν τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος. Οἱ δύο ἀδελφοὶ γνώριζαν ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἦταν διαδεδομένη τόσο στὴ Βουλγαρία ὅσο καὶ στὴ Ρωσία. ῎Ηξευραν ἀκόμη ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος θεωροῦνταν προστάτης τῆς Θεσσαλονίκης τιμούμενος ἀπὸ ὅλη τὴν αὐτοκρατορία. ᾿Επίσης γνώριζαν ὅτι ὁ μεγαλομάρτυρας ἦταν ἕνας ῞Αγιος οἰκουμενικὸς τιμώμενος ἀπὸ τοὺς ᾿Ορθοδόξους. Οἱ ἁγιογραφίες τοῦ μάρτυρος καὶ τὰ ἀνάγλυφα ποὺ σώζονται ἀπὸ τὸν ἑνδέκατο αἰώνα καὶ στὴ Βουλγαρία, ἀποτελοῦν ἀπόδειξη τῆς εὐρύτατα διαδεδομένης τιμῆς του στὴ Βουλγαρία.
῾Η Θεσσαλονίκη ὅμως, τὴν ὁποία ἐπὶ αἰῶνες προστάτευε ὁ ῞Αγιος, ἔπεσε στοὺς Νορμανδούς. Τὸ ἐξαιρετικὸ αὐτὸ γεγονὸς φρόντισαν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν κατάλληλα οἱ δύο πρωτεργάτες. Διέδιδαν ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐγκατέλειψε τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τοὺς ῞Ελληνες ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους καὶ ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἔστειλε προστάτη ἑνὸς ὑπόδουλου λαοῦ, ποὺ πίστευε στὸ Χριστὸ καὶ ἦταν ὀρθόδοξος. Τὸ σφετερισμὸ αὐτὸ ἐξυπηρετοῦσαν καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Θεσσαλονικεῖς μὲ ὅσα πίστευαν ἢ ἔλεγαν, ὅτι ὁ ῞Αγιος καὶ ἡ Παναγία τοὺς ἐγκατέλειψαν ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν τους.
῾Ο Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, ποὺ περιγράφει τὴν ἅλωση τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Νορμανδοὺς, εἶχε προειδοποιήσει τοὺς συμπατριῶτες του ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος θὰ τοὺς ἐγκατέλειπε, ἂν δὲν μετανοοῦσαν. Οἱ Θεσσαλονικεῖς αἰσθάνθηκαν τὴν ἐγκατάλειψη αὐτὴ μετὰ τὴν ἅλωση. Καὶ ὁ Μιχαὴλ Χωνιάτης, στὴ Μονωδία του θρηνεῖ τὴ Θεσσαλονίκη γιὰ τὴν ἅλωση ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς. ῾Η Θεσσαλονίκη ἦταν μιὰ εὐδαίμων πόλη, γιατὶ εἶχε κοντά της τὸν καλό της ποιμένα, τὸν καθηγητή της, τὸν σοφό, τὸν “σωτῆρα”, τὸν πολιοῦχο, τὸν πρόβολο καὶ κίονα, τὸν ἅγιο Δημήτριο. Μετὰ τὴν ἅλωση, λέγει ὁ Χωνιάτης, ἡ πόλη ἔμεινε χήρα, χωρὶς προστάτη, γυμνὴ ἀπὸ προστασία.
῏Ηταν, λοιπόν, πολὺ φυσικὸ οἱ Βούλγαροι νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὰ γεγονότα. Γρήγορα-γρήγορα ἀνήγειραν ναὸ στὸ Τύρνοβο στὸ ὄνομα τοῦ μάρτυρος, φροντίζοντες ἔτσι μὲ τὴν ἀναζωπύρωση τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος νὰ ἐπιτύχουν τοὺς στόχους τους. ῾Ο Νικήτας Χωνιάτης, ποὺ ἀφηγεῖται τὴν ἐξέγερση τῶν ᾿Ασενοβιτῶν, μιλάει γιὰ τὸν τρόπο ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ ἁγίου Δημητρίου, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἐξεγέρθηκαν οἱ Βούλγαροι. Γιὰ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τοῦ Τυρνόβου προσκλήθηκαν τρεῖς ῞Ελληνες μητροπολίτες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Βιδύνης. Οἱ μητροπολίτες αὐτοί, ποὺ δὲ γνώριζαν τὶς προθέσεις τῶν ἐπαναστατῶν, ὄχι μόνον ὑποχρεώθηκαν νὰ καθαγιάσουν τὸ ναό, ἀλλὰ κυρίως νὰ χειροτονήσουν κάποιο Βασίλειο καὶ νὰ τὸν ἀνυψώσουν σὲ ἀρχιεπίσκοπο Τυρνόβου. ῾Ο Βασίλειος στὴ συνέχεια ἔστεψε τὸν ᾿Ασὲν βασιλέα τῶν Βουλγάρων. ᾿Επειδὴ ἡ χειροτονία τοῦ Βασιλείου ἦταν πράξη βίας, φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Βούλγαροι, ἔκαναν διπλὴ ἐπανάσταση. Πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστική.
Οἱ ἐξεγερθέντες κατέλαβαν ὅλη τὴν παραδουνάβια Βουλγαρία. Κάτω ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ κυριαρχία ἔμειναν μόνο μερικὲς πόλεις ποὺ ἦταν καλὰ ὀχυρωμένες. ῾Ο ᾿Ισαάκιος κατὰ τὴν ἀντεπίθεσή του πῆρε μερικὰ φρούρια, πιθανότατα καὶ στὸ Τύρνοβο. ᾿Απὸ ἕνα ἐπίγραμμα τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμώνα φαίνεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας βρῆκε τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὴν ὁποία οἱ Βούλγαροι εἶχαν χρησιμοποιήσει κατὰ τὴν ἐξέγερσή τους.
᾿Απὸ τὸ ἐπίγραμμα ποὺ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ισαακίου φαίνεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε ἀντεπίθεση κατὰ τῶν Βουλγάρων ἐπικαλούμενος τὴν προστασία τοῦ ἀθλοφόρου. ῾Ο αὐτοκράτορας ἀποκαλεῖ τὸν ἅγιο Δημήτριο “προστάτην μέγαν ἐν ταῖς κατ᾿ ἐχθρῶν συμπλοκοστρατηγίαις”. Θέτοντας τὸν ἅγιο Δημήτριο ὁ αὐτοκράτορας προστάτη του, λέγει, ὅτι δὲν ἰδιοποιεῖται τὸν ἅγιο ἀπὸ φθόνο. Καὶ ἀπὸ τὸ ἐπίγραμμα αὐτὸ διαπιστώνει ὁ μελετητὴς ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος εἶχε εἰσέλθει στὴ ζωὴ ὁλόκληρης τῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ὁποία εἶχε συνδεθεῖ.
᾿Αποφασιστικὸς συνεχιστὴς τῶν δύο ἀδελφῶν Πέτρου καὶ ᾿Ασὲν Α¢ ὑπῆρξε ὁ τρίτος ἀδελφός τους ᾿Ιωάννης ἢ ᾿Ιωαννίτζης, γνωστὸς μὲ τὸ ὄνομα Καλογιάννης ἢ Σκυλογιάννης. ῾Ο Καλογιάννης προχώρησε ἀκόμη περισσότερο στὶς προσδοκίες τῶν Βουλγάρων. ᾿Απευθύνθηκε πρὸς τὸν πάπα ᾿Ιννοκέντιο Γ¢ καὶ ζήτησε νὰ τοῦ ἀποδοθεῖ τὸ τσαρικὸ στέμμα καὶ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Επίσης ζήτησε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Τυρνόβου νὰ λάβει τὴν πατριαρχικὴ ἀξία.
᾿Επὶ Καλογιάννη τὸ Βουλγαρικὸ κράτος διηύρυνε τὰ ὅριά του. Αὐτὰ ἐπεκτάθηκαν πρὸς δυσμάς, νότια καὶ νοτιοδυτικὰ καὶ συμπεριέλαβε τὴ Μακεδονία μὲ τὰ Σκόπια, τὴν ᾿Αχρίδα καὶ τὴ Βέροια. ῾Ο Καλογιάννης ἦταν ἡγεμόνας τῶν Βουλγάρων, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Κωνσταντινούπολη βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Φράγκων. Οἱ ῞Ελληνες αἰσθάνονταν τὴν ἀνάγκη νὰ ἀγωνισθοῦν καὶ νὰ ἀνασυστήσουν διὰ τοῦ δεσποτάτου τῆς ᾿Ηπείρου τὴν αὐτοκρατορία. ῾Ο Καλογιάννης ὅμως ἦταν τὸ μεγάλο ἐμπόδιο. ῞Υστερα ἀπὸ πολλές του ἐπιτυχίες ἐπιχείρησε νὰ καταλάβει καὶ τὴ Θεσσαλονίκη. Πέθανε ὅμως ἀπὸ πλευρίτιδα τὸ 1206. Οἱ ῞Ελληνες ἀπέδωσαν τὸ θάνατό του σὲ θεία δίκη. ᾿Ενῶ ὁ ᾿Ακροπολίτης μιλάει γιὰ νόσο ἀπὸ τὴν ὁποία πέθανε ὁ Καλογιάννης, ὁ Σταυράκιος παραδίδει τὰ ἑξῆς· λίγο πρὶν ἐπιτεθεῖ ὁ Καλογιάννης κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ἅγιος Δημήτριος “ἔφιππος ἐφ᾿ ἵππου λευκοῦ τῷ βουλγαράνακτι φαίνεται καὶ καιρίαν ἀκοντίζει παρὰ χρῆμα τὸν ἄθλιον”. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅπως καὶ πολλὰ ἄλλα, εἰσῆλθε στὸν εἰκονογραφικὸ κύκλο τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
῾Ο ἀνταγωνισμὸς Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων, κατὰ τὴν ἱστορικὴ αὐτὴ φάση, ἀπεικονίζεται στὰ νομίσματα καὶ τὶς σφραγίδες. Οἱ Βούλγαροι τσάροι μιμοῦνται τοὺς βυζαντινοὺς στὴν κοπὴ νομισμάτων. Φέρουν τὰ ἴδια διακριτικὰ ποὺ φέρουν καὶ οἱ βυζαντινοί, φέρουν δηλ. σταυρό, λάβαρο, σφαίρα κ.ἄ. ῎Εχοντας κι αὐτοὶ προστάτη τους τὸν ἅγιο Δημήτριο, ἀντέγραφαν τοὺς ῞Ελληνες καὶ ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴ σφραγίδων καὶ νομισμάτων. ῾Η μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου κυριαρχεῖ. Στὰ νομίσματα στὴ μιὰ πλευρὰ εἰκονίζεται ὁ ῞Αγιος καὶ στὴν ἄλλη οἱ βασιλεῖς.
᾿Απὸ τοὺς ἡγεμόνες τῆς ᾿Ηπείρου διακρίθηκε ἰδιαιτέρως ὁ Θεόδωρος Α¢ ῎Αγγελος Κομνηνὸς Δούκας, ἐπειδὴ εἶχε ἐπιτυχίες καὶ κατὰ τῶν Λατίνων καὶ κατὰ τῶν Βουλγάρων. ῾Η Συνοδικὴ Πράξη μὲ τὴν ὁποία ἀναγορεύτηκε ὁ Θεόδωρος αὐτοκράτορας, λέγει ὅτι ἔγινε “ρύστης μετὰ Θεὸν καὶ σωτὴρ ἡμέτερος” καὶ ὅτι “ὑπὲρ ἀφανισμοῦ μὲν τελείου τῶν καταπολεμησάντων ἡμᾆς ἀθέων Λατίνων, ἔτι δὲ καὶ τῶν ἐκ τοῦ Αἴμου Σκυθῶν” ἀγωνίστηκε μὲ γενναιότητα. ᾿Απὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Θεοδώρου ὑπάρχουν νομίσματα, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. ᾿Ανάλογα νομίσματα ἔκοψαν καὶ οἱ Βούλγαροι. Τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ ὡς πρὸς τὶς σφραγίδες. Στὶς σφραγίδες εἰκονίζεται ἄλλοτε ὁ βασιλιὰς ᾿Ασὲν Β¢ καὶ ἄλλοτε ὁ Μπορὺλ (1207-1218). Δίπλα στοὺς Βουλγάρους βασιλεῖς εἰκονίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος. Σὲ χρυσὲς σφραγίδες μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ᾿Ασὲν Β¢ ὁ βασιλιὰς εἰκονίζεται ὄρθιος φέροντας πλούσια ἐνδύματα καὶ στέμμα. Στὸ δεξιό του χέρι κρατεῖ λάβαρο, ἐνῶ ἡ ἐπιγραφὴ χαρακτηρίζει τὸν ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢, “βασιλέα Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων”. Στὴν ἄλλη πλευρὰ κάθεται ὁ ἅγιος Δημήτριος πάνω σὲ θρόνο φέροντας φωτοστέφανο. ῾Η χρυσὴ αὐτὴ σφραγίδα ἔχει ἰδιάζουσα σημασία γιατὶ σ᾿ αὐτὴν εἰκονίζεται ὁ ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢, ὁ ὁποῖος νίκησε τὸν Θεόδωρο. ῞Οπως εἶναι γνωστὸ ὁ Θεόδωρος φιλοδοξοῦσε ν᾿ ἀνακτήσει τὴν Κωνσταντινούπολη. ῎Ετσι ὁ ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢ μποροῦσε πιὰ σὰν θριαμβευτὴς νὰ ἀναγορεύεται “βασιλεὺς Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων”. Καταβάλλεται δηλ. μιὰ προσπάθεια ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, ἐπειδὴ σημείωσαν κάποιες ἐπιτυχίες, σφετεριζόμενοι τὸν ἅγιο Δημήτριο, νὰ δημιουργήσουν Νέα Ρώμη, τῆς ὁποίας κέντρο νομίζουν ὅτι μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ Τύρνοβο.
Στὴν περίοδο τῆς δημιουργίας τοῦ δευτέρου Βουλγαρικοῦ κράτους, οἱ Βούλγαροι ἐπιδιώκουν νὰ στηριχθοῦν ἀκόμη περισσότερο στὸν ἅγιο Δημήτριο. Γύρω στὰ 1335 ὁ πατριάρχης Τυρνόβου Θεοδόσιος, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις μιᾆς ἰσχυρῆς βουλγαρικῆς κινήσεως, ἔπαυσε νὰ μνημονεύει στὰ Δίπτυχα τὸ ὄνομα τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχη καὶ νὰ παίρνει τὸ ἅγιο μύρο ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. ᾿Αντὶ γιὰ ἅγιο μύρο χρησιμοποίησε μύρο ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἁγίου Δημητρίου. ῎Ετσι καὶ μὲ τὴν πράξη αὐτὴ ὁ ἅγιος Δημήτριος χρησιμοποιήθηκε ἀκόμη μιὰ φορὰ γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν συμφερόντων τῶν Βουλγάρων. ῾Ο πατριάρχης Θεοδόσιος εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴ Θεσσαλονίκη, ὅταν ἀκόμη ἦταν μοναχός, γνώριζε τὸ στενὸ σύνδεσμο τῶν Θεσσαλονικέων μὲ τὸν Πολιοῦχο τους καὶ γι᾿ αὐτὸ χρησιμοποίησε τὸ μύρο του. ῾Υπὸ τὴν αὐτὴ ἐπίδραση τελώντας καὶ ὁ πατριάρχης Εὐθύμιος μετέφρασε τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
Μὲ ὅσα ἀναπτύξαμε, φαίνεται, ὅτι οἱ Βούλγαροι, κατὰ τὴ δημιουργία καὶ ἑδραίωση τοῦ δευτέρου κράτους τους, αἰσθάνθηκαν τὴν ἀνάγκη νὰ στηρίξουν καλὰ τὶς ἐπιδιώξεις τους. Τότε ἔρριψαν καὶ τὴν ἰδέα περὶ καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ σλαβικὴ οἰκογένεια.
Σὲ χειρόγραφο τοῦ δέκατου ἕκτου αἰώνα τῆς πατριαρχικῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Κάρλοβιτς βρέθηκε ἕνας Βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ τὸν ἐκδότη του K. RadcÚenko ὡς ἀπόκρυφος. ῾Ο ἀπόκρυφος αὐτὸς Βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν δέκατο τέταρτο αἰώνα. ῎Αξια προσοχῆς εἶναι τὰ ἑξῆς σημεῖα: α) ῾Ο ἄριστος σύνδεσμος τῆς οἰκογενείας τοῦ Δημητρίου καὶ τοῦ ἴδιου μὲ τοὺς κορυφαίους ᾿Αποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο. β) ῾Ο τονισμὸς σὲ τρία καὶ περισσότερα σημεῖα τοῦ κειμένου, ὅτι οἱ ᾿Απόστολοι κήρυτταν τὸν τριαδικὸ Θεό. 3) ῾Ο ἐνταφιασμὸς τοῦ σώματος τοῦ Δημητρίου μετὰ τὸ μαρτύριο ἔγινε ἐντὸς φρέατος, καὶ 4) ῾Η καταγωγὴ τοῦ πατέρα τοῦ Δημητρίου ἀπὸ βουλγαρικὴ οἰκογένεια. ᾿Ακόμη, ὁ πατέρας τοῦ Δημητρίου κατεῖχε τὴν πρώτη θέση στὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Εκεῖνο ποὺ ἀξίζει νὰ ὑπογραμμισθεῖ δὲν εἶναι τόσο ὁ “ἀναχρονισμός” καὶ οἱ “συγχύσεις” ποὺ ὑπάρχουν στὸ Βίο αὐτό, ὅπως παρατήρησαν τόσο ὁ K. RadcÚenko καὶ ἡ ῾Ηλιάδου, οὔτε πάλι οἱ ἄλλες λεπτομέρειες γιὰ τὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἀλλὰ ἡ “πληροφορία” ὅτι ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἦταν Βούλγαρος. ῞Υστερα ἀπ᾿ ὅσα εἴπαμε γιὰ τὶς προσπάθειες τῶν Βουλγάρων νὰ σφετερισθοῦν τὸν ἅγιο Δημήτριο, δὲν δυσκολευόμαστε νὰ ἐξηγήσουμε τὸν “θρύλο” αὐτό. Οἱ Βούλγαροι, ἀφοῦ προσπάθησαν νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ νὰ τὸν ἐμφανίσουν προστάτη τους, δὲ δίστασαν νὰ πλάσσουν τὸ μύθο τῆς καταγωγῆς του ἀπὸ Βούλγαρο πατέρα. Τὸ ἴδιο ἄλλωστε ἔκαναν καὶ περὶ τῆς καταγωγῆς τῶν Θεσσαλονικέων ἀδελφῶν Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου.
῾Ο ἅγιος Δημήτριος βρίσκεται στὸ ἐπίκεντρο τοῦ βίου τῶν χειμαζομένων Βουλγάρων, κατὰ τὰ χρόνια τῆς τουρκοκρατίας. Τοῦτο διαπιστοῦται ἀπὸ τὰ φιλολογικὰ κείμενα τῆς περιόδου αὐτῆς. ῾Ο ῞Αγιος ἀποβαίνει γιὰ τοὺς δεινοπαθοῦντες σύμβολο ἀγωνιστῆ καὶ μάρτυρος, ὅπως ἄλλωστε τὸ ἴδιο συνέβη νωρίτερα γιὰ τοὺς ῞Ελληνες. Οἱ ὑπόδουλοι Βούλγαροι ἔστρεψαν τὰ βλέμματά τους στὸ παρελθὸν προσπαθώντας ν᾿ ἀντλήσουν δυνάμεις καὶ θάρρος ἀπὸ τὴν ῾Ιστορία τους. ῞Ολως ἰδιαιτέρως ζητοῦσαν τὴν προστασία τῶν ἁγίων τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποβαίνει πηγὴ κάθε εὐλογίας.
Σὲ χειρόγραφους Βίους καὶ Λόγους περὶ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτή, βρίσκει ὁ μελετητὴς ἀρκετὲς παραλλαγές. Στοὺς μεταφρασμένους Βίους τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀναφέρονται πολλὰ γνωστὰ σημεῖα ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα Μαρτύρια, τὰ “Θαύματα” καὶ τὰ ᾿Εγκώμια. ῾Υπάρχουν ὅμως καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ ὀφείλονται στοὺς μεταφραστές. Σὲ χειρόγραφους κώδικες τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Σόφιας, τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Φιλιππουπόλεως, τῆς Βιβλιοθήκης τῆς ῾Ι. Συνόδου στὴ Σόφια, τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ρίλας, καὶ σ᾿ ἄλλες Βιβλιοθῆκες τῆς Βουλγαρίας ὑπάρχουν μεταφρασμένοι λόγοι τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου ἀπὸ τὸ ἔργο του “Θησαυρός”. ᾿Απὸ τὴ μελέτη τῶν χειρογράφων διαπιστώνει ὁ ἐρευνητὴς ὅτι πολλὲς μεταφράσεις εἶναι πιστὲς πρὸς τὸ κείμενο, ἐνῶ ἄλλες περιέχουν νεώτερα στοιχεῖα καὶ περιγράφουν ἐπεισόδια ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὰ πρωτότυπα κείμενα. ῾Ο “Θησαυρός”, ἐπειδὴ εἶχε ἠθικοθρησκευτικὸ χαρακτήρα καὶ ἦταν γραμμένος σὲ ἁπλὴ γλῶσσα, βρῆκε εὐρεία ἀπήχηση καὶ εἶχε μεγάλη διάδοση ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ δέκατου ἕκτου αἰώνα ὡς καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ δέκατου ἔνατου στὴ Βουλγαρία.
Οἱ πρῶτες μεταφράσεις τοῦ “Θησαυροῦ” στὴ Βουλγαρία, ποὺ ἔγιναν στὴ μονὴ τῆς Ρίλας, ὅπως ἔδειξε σὲ εἰδική της μονογραφία ἡ Petkanova-Toteva, περιορίζονταν σὲ μιὰ κατὰ λέξη ἀπόδοση τοῦ ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου στὴ βουλγαρική. ᾿Αργότερα ὅμως οἱ μεταγενέστερες μεταφράσεις παρουσιάζουν παραλλαγὲς ποὺ ὀφείλονται στὸν ἐλεύθερο τρόπο τῆς ἐργασίας τῶν μεταφραστῶν. ῎Ετσι δημιουργήθηκε ἕνα φιλολογικὸ εἶδος, τὰ “Δαμασκηνάρια”, ποὺ δὲ σημαίνει πάντοτε συλλογὴ λόγων καὶ ἔργων τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀλλὰ συλλογὲς ποὺ ἔχουν ποικίλο πιὰ περιεχόμενο. Στὶς συλλογὲς αὐτὲς ἐκφράζονται οἱ πόθοι τῶν Βουλγάρων. Σήμερα Βούλγαροι ἱστορικοὶ ἀναζητοῦν στὰ κείμενα αὐτὰ νὰ βροῦν τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς μορφωτικῆς τους ἀναγεννήσεως, ὁμολογώντας ἔτσι τὴ μεγάλη ἐπίδραση τῶν ἑλληνικῶν κειμένων.
Σὲ παραλλαγὲς τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐκτὸς τῶν γνωστῶν στοιχείων, γίνεται λόγος γιὰ διαφύλαξη δύο εἰκόνων, τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, ἀπὸ τοὺς γονεῖς τοῦ Δημητρίου, κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ. Μπροστὰ στὶς εἰκόνες αὐτὲς ὁ Δημήτριος διδάσκεται ἀπὸ τοὺς γονεῖς του νὰ ἐκδηλώνει εὐλάβεια. ῾Η παραλλαγὴ αὐτὴ γιὰ ἀπόκρυψη εἰκόνων ἐκφράζει τὸν θρησκευτικὸ πόθο τῶν Βουλγάρων νὰ διατηροῦν εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων κρυφὰ πρὸς προσκύνησή τους. Στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας οἱ Τοῦρκοι κατεδάφιζαν μεγάλους ναοὺς καὶ μοναστήρια, ἐνῶ δὲν ἐπέτρεπαν τὴν ἐπισκευή τους. ῾Η ἀπαγόρευση αὐτὴ γινόταν ἀκόμη πιὸ αὐστηρή, ὅσες φορὲς οἱ Βούλγαροι ἐξεγείρονταν κατὰ τῶν Τούρκων. Πολὺ κρίσιμη ἦταν ἡ περίοδος κατὰ τὸ δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ὅταν κατεδαφίστηκαν ὁλόκληρα μοναστήρια καὶ ναοί. Τὰ φιρμάνια ὅμως ποὺ ἐκδίδονταν τότε δὲν ἔθιγαν τὴν ἁγιογραφία. ῾Η φιλοτέχνηση ἁγίων εἰκόνων ὡς οἰκιακὴ ἐργασία καὶ ἡ ζωγραφικὴ δὲν ἀπαγορεύονταν. Σπουδαῖα κέντρα στὰ ὁποῖα διατηρήθηκαν κειμήλια, καὶ στὰ ὁποῖα γράφηκαν Βίοι ἁγίων, Χρονικά, σημειώσεις, ἦταν τὰ πιὸ ἀπομακρυσμένα μοναστήρια.
῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι γιὰ τὸ βουλγαρικὸ λαὸ ὁ ἀπελευθερωτὴς ὅλων καὶ εἰδικότερα τῶν “δούλων” (ὑπηρετῶν). ῾Ο ῞Αγιος εἰσέρχεται στὸν κοινωνικὸ βίο τῶν Βουλγάρων. Στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου ὅλοι οἱ “δοῦλοι” ἀπελευθερώνονταν καὶ συνῆπταν νέες συμβάσεις γιὰ ἕνα ἀκόμη χρόνο μὲ παλιοὺς ἢ νέους κυρίους. Οἱ συμφωνίες αὐτὲς γίνονταν σὲ μεγάλα παζάρια. ῾Η παράδοση λέγει πὼς θεσπίστηκε ἡ μέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὡς ἡμέρα ἀπελευθερώσεως τῶν δούλων, γιατὶ ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν ὁ κατεξοχὴν ἐλευθερωτὴς τῶν αἰχμαλώτων. ῾Η περὶ ἀπελευθερώσεως ἡμέρα τῶν ὑπηρετῶν πιθανὸν νὰ προῆλθε ἐξ ἐπιδράσεως μιᾆς παραλλαγῆς ποὺ ἀφοροῦσε στὴν ἀπελευθέρωση δύο κοριτσιῶν, ὅπως θὰ δοῦμε λίγο παρακάτω.
῾Ο ἅγιος Δημήτριος μαζὶ μὲ ἄλλους ἁγίους εἰσέρχεται στὰ λαϊκὰ θρησκευτικὰ ἄσματα. ᾿Απ᾿ αὐτὰ καταφαίνεται γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ὁ στενὸς σύνδεσμος τῶν ἁγίων μὲ ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ λαοῦ, ἢ ἀκριβέστερα ὁ πόθος τοῦ λαοῦ νὰ συνδέσει τὰ προβλήματά του μὲ τοὺς ἁγίους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ χειμαζόμενος λαὸς προσδοκεῖ βοήθεια. Οἱ περισσότερο ἀγαπημένοι ἅγιοι εἶναι ὁ ἅγιος Γεώργιος, ὁ ἅγιος Θεόδωρος, οἱ ᾿Απόστολοι, οἱ Προφῆτες, ὁ βαπτιστὴς ᾿Ιωάννης, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ἅγιος Δημήτριος.
Θρησκευτικὰ ἄσματα τονίζουν, ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος συνεπικουρεῖ στὴν ἀνέγερση ναῶν ποὺ τόσο πολὺ ποθοῦσαν οἱ Βούλγαροι. ῎Αλλοτε πάλι τονίζεται, ὅτι ὁ ἴδιος οἰκοδομεῖ ναούς, ἱκανοποιώντας ἔτσι ἕνα βαθὺ πόθο τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ νὰ ἔχει ἐκκλησίες. Εἶναι πολὺ φυσικὸ νὰ δεχθοῦμε ἐπηρεασμὸ τῶν ἀσμάτων αὐτῶν ἀπὸ τὸ “Θησαυρό”, ὅπου ὑπάρχουν ἀνάλογα στοιχεῖα γιὰ ἀνοικοδόμηση ναῶν.
Σ᾿ ἄλλα λαϊκὰ θρησκευτικὰ ἄσματα ὁ ἅγιος Δημήτριος φέρεται νὰ εἰσέρχεται στὸν ἀγροτικὸ βίο τῶν Βουλγάρων. ᾿Εξαίρεται ἡ ἰδιαίτερη φιλία ποὺ ἔχουν οἱ ἅγιοι Πέτρος καὶ Δημήτριος. Οἱ δύο ἅγιοι ἀλληλοαγαπῶνται καὶ ἀλληλοεκτιμῶνται, γιατὶ οἱ γιορτές τους συμπίπτουν σὲ ἐποχὲς ποὺ εὐεργετοῦνται ἰδιαίτερα οἱ γεωργοί. Στὴ γιορτὴ τοῦ ἁγίου Πέτρου, τὸν ᾿Ιούνιο, ὑπάρχει ἄφθονο σιτάρι, ἐνῶ στοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἄφθονο κρασί. ῾Η ἀγάπη τοῦ ἁγίου Δημητρίου πρὸς τοὺς γεωργοὺς φαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλο ᾆσμα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἅγιος δείχνει τὴν ἀγάπη του πρὸς τὰ ποίμνια τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ συμβάλλει στὴν εὐημερία τῶν ἀγροτῶν. ῞Οτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς ἀγρότες, φαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλο ᾆσμα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος, μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἀναζητεῖ καὶ φονεύει τὴ Λάμια, ποὺ προξενοῦσε μεγάλο κακό. ῾Η Λάμια, λέγει τὸ λαϊκὸ αὐτὸ τραγούδι, καταβρόχθιζε ὅ,τι ἔβρισκε. Εἶχε καταβροχθίσει τρεῖς χῶρες τῆς Βαλκανικῆς, δηλ. τὴ Βλαχία, τὴ Μολδαβία καὶ τὴ Θράκη μὲ τὴ Φιλιππούπολη. Σκοπός της ἦταν νὰ καταβροχθίσει καὶ ἄλλες χῶρες, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Δημήτριος τὴν ἐξόντωσε καὶ τὴ διαμέλισε σὲ τρία. ᾿Απὸ τὰ μέρη αὐτὰ ἔρρευσαν τρεῖς ποταμοί. ᾿Απὸ τὸν ἕνα ἔρρευσε σῖτος, ἀπὸ τὸ δεύτερο οἶνος καὶ ἀπὸ τὸν τρίτο μέλι καὶ γάλα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος μοίρασε τὸ σιτάρι στοὺς γεωργούς, τὸ κρασὶ στοὺς ἀμπελουργοὺς καὶ τὸ μέλι μὲ τὸ γάλα στοὺς ποιμένες. Προφανῶς ἡ Λάμια θὰ ἦταν κάποια συμφορὰ ποὺ ἔπληξε τὶς ἀναφερθεῖσες περιοχὲς καὶ ἡ ὁποία μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ῾Αγίου ἤρθη.
Στὰ λογοτεχνικὰ κείμενα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ὁ ἅγιος Δημήτριος χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ τὸ ἐθνικιστικὸ κίνημα τῶν Βουλγάρων. ῞Οπως εἶναι γνωστὸ τὸ ἔργο τοῦ Παϊσίου Χελανδαρινοῦ γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ, ἐνῶ στερεῖται ἱστορικῆς ἀξίας, ἐνέπνευσε ὅμως τὸν Οὑγγρορῶσο ᾿Ιούλιο Βενελίνο, ὁ ὁποῖος στὴ Μόσχα τὸ 1829 δημοσίευσε τὸ ἔργο του “Οἱ ἀρχαῖοι καὶ οἱ νῦν Βούλγαροι”. Οἱ Βούλγαροι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀνακρίβειες καὶ ψευδολογίες τοῦ Βενελίνου μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιήσουν στὰ φιλολογικά τους κείμενα ἀνάλογες ἀνακρίβειες. ῎Ετσι, στοὺς Βίους περὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ποὺ γράφονται καὶ κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, ἀναφέρεται ἐκ νέου ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος καταγόταν μὲν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ οἰκογένεια ὅμως σλαβικὴ καὶ μάλιστα βουλγαρική. Προφανῶς στὴ σύνταξη τῶν κειμένων αὐτῶν περὶ ἁγίου Δημητρίου συνέβαλε καὶ ὁ ἀπόκρυφος Βίος τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰώνα. Προκειμένου μάλιστα νὰ γίνουν πιστευτὲς οἱ “πληροφορίες”, περὶ καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ οἰκογένεια σλαβική, οἱ συντάκτες τῶν Βίων ἀναφέρονται γενικῶς στὸν ᾿Ιωάννη, ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, τὸ Συμεὼν Μεταφραστή, τὸν ᾿Ιωάννη Καμενιάτη καὶ ἄλλους. ᾿Επίσης ἐντύπωση κάνει στὸν ἀναγνώστη ὅτι ὅλοι οἱ ἐπιδρομεῖς Σλάβοι κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης ἦσαν Βούλγαροι καὶ ὁ ἐξοπλισμός τους ἦταν βουλγαρικός.
Σὲ μεταγενέστερα χειρόγραφα, ἀπὸ τὸ δέκατο τέταρτο ὡς τὸ δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ὑπάρχουν μεταφράσεις βυζαντινῶν κειμένων σχετικὲς μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο. Τέτοια κείμενα ὀφείλουν τὴν ὕπαρξή του σὲ Λόγο τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Ιωάννη (7ος αἰ.), Λόγο τοῦ Γεωργίου Σκυλίτση, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, καὶ ἀπὸ ἀνωνύμους. ᾿Απὸ τὴν ἐπαφὴ αὐτὴ ἔχουμε τὴ μετάφραση τῶν “Θαυμάτων” τοῦ Σταυρακίου. ῾Η μετάφραση αὐτὴ ἔγινε ἀπὸ τὸ Βλαδισλάβο Γραμματικό.
Μεγάλη ἐπίδραση ἄσκησε τὸ ῞Αγιο ῎Ορος στὰ μοναστήρια τῆς Βαλκανικῆς. Στὴ Βουλγαρία ὑπάρχει ἕνα ἁγιορειτικὸ ἀποτύπωμα (ἀχνάρι) ἀπὸ τὸ 1810 στὸ ὁποῖο ἐμφανίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος στὴν παραδοσιακή του μορφὴ νὰ διαπερνάει μὲ τὸ δόρυ του τὸν Καλογιάννη. ῾Ο θρύλος ἀναφέρει ὅτι ὁ Καλογιάννης ἦταν ἐγκαταλελειμμένο παιδὶ τῆς Βουλγαρίας ποὺ τὸ συμμάζεψαν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλονίκης. Μεγαλώνοντας ὅμως ἄρχισε νὰ κάνει ληστεῖες, γι᾿ αὐτὸ τὸν τιμώρησε ὁ ἅγιος Δημήτριος.
Τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου συνδέεται στενότατα μὲ τὸ ρωσικὸ λαὸ κυρίως μετὰ τὸν ἑνδέκατο αἰώνα. Στὴν προμογγολικὴ περίοδο τῆς Ρωσικῆς ῾Ιστορίας ὁ ῾Ιεροσλάβος, πρίγκηπας τοῦ Κιέβου (1054-1078), ἐπέβαλε τὸ ὄνομα Δημήτριος στὰ μέλη τῆς δυναστείας του. ῾Ο ἴδιος ὁ πρίγκηπας ἔκτισε τὸ ἀρχαιότερο μοναστήρι στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου τὸ 1054. ᾿Ακόμη ὑπάρχουν σφραγίδες τοῦ ῾Ιεροσλάβου μὲ ἑλληνικὲς ἐπιγραφὲς πάνω ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Νέα περίοδος περαιτέρω ἑδραιώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐγκαινιάζεται ἀπὸ τὸν Vsevolod Γ¢. Αὐτὸς ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδὶ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴν Κωνσταντινούπολη. ῍Αν ἐπισκέφτηκε καὶ τὴ Θεσσαλονίκη δὲν τὸ γνωρίζουμε. ῾Ως πρίγκηπας (1176-1212) ἀνήγειρε καθεδρικὸ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, στὴν πόλη Βλαδιμήρ. Σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη Ρώσων χρονογράφων, κατὰ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος ΣΤ¢ τὸ 907, ὁ Ρῶσος πρίγκηπας ᾿Ολὲγ ἐπιτέθηκε κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἰσχυριζόμενος ὅτι εἶχε συνεργὸ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ῾Η παρατήρηση ὅτι ὁ θρύλος αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι μεταγενέστερος καὶ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν κιεβικὴ περίοδο τῆς Ρωσίας, μὲ βρίσκει σύμφωνο.
῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ μεσαιωνικὴ Ρωσία, ἐνισχύεται ἀπὸ πολλὰ ἁγιολογικὰ ἔργα. ῎Αλλα ἀπ᾿ αὐτὰ ἔχουν μεταφραστεῖ ἀπὸ ἑλληνικὰ καὶ ἄλλα εἶναι πρωτότυπα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γίνεται ὁ πιὸ δημοφιλὴς ἅγιος τοῦ Κιέβου κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βόριδος καὶ τοῦ Γκλέμπ, παιδιὰ τοῦ ἁγίου Βλαδιμήρου. Τὸ 1015 οἱ δύο αὐτοὶ πρίγκηπες μαρτύρησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους. ῾Ο χρονογράφος παραλληλίζει τοὺς δύο πρίγκηπες μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ῾Η πόλη Vyshgorod κοντὰ στὸ Κίεβο, ὅπου τάφηκαν ὁ Βόρις καὶ Γκλέμπ, ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς χρονογράφους “Μία δεύτερη Θεσσαλονίκη”.
Στὴ Ρωσία, κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια τῶν ταταρικῶν ἐπιδρομῶν καὶ εἰσβολῶν, ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου προσλαμβάνει ἐθνικὴ σημασία. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι ὁ προστάτης ἅγιος τῶν Ρώσων ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ τραγούδια καὶ τὰ κείμενα. ῾Ο καθηγητὴς D. Obolensky ἀναφέρεται στὰ λαογραφικὰ στοιχεῖα γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει τὴν εὐρεία διάδοση ποὺ εἶχε ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Ρωσία. ᾿Επίσης ἀναφέρεται καὶ στὸ σλαβικὸ ἐκεῖνο κείμενο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο δύο κορίτσια εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ κάποιο εἰδωλολάτρη στρατηγὸ καὶ τὰ ὁποῖα ὑποχρεώθηκαν νὰ κεντήσουν, παρὰ τὴ θέλησή τους, τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Μὲ τὴν ἐπέμβαση ὅμως τοῦ ῾Αγίου τὰ κορίτσια ἐλευθερώθηκαν καὶ βρέθηκαν θαυματουργικῶς στὴ Θεσσαλονίκη. Τέτοιο κείμενο δὲν ὑπάρχει στὴν ἑλληνική. Χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ δέκατο ἕκτο αἰώνα. Στὴ μελέτη μας “῾Ο ῞Αγιος Δημήτριος εἰς τὴν ῾Ελληνικὴν καὶ Βουλγαρικὴν παράδοσιν”, εἴχαμε ἀναφερθεῖ στὸ θρύλο αὐτὸ καὶ ἐκθέσαμε τὴν ἄποψη ἐκείνη ποὺ θέλει ἡ παράδοση αὐτὴ νὰ ἀπηχεῖ νίκες τοῦ πρίγκηπα Δημητρίου ᾿Ιβάνοβιτς Δόνσκιϊ, δηλ. τὴ μάχη μεταξὺ Ρώσων καὶ Τατάρων ὑπὸ τὸν Χὰν Μάμαν, ποὺ διεξήχθηκε τὴν 8η Σεπτεμβρίου 1350 στὸν παραπόταμο τοῦ Δὸν Νεπριάβντι. Τότε, στὴν παραπάνω ἐργασία μας, εἴχαμε παρατηρήσει ὅτι, ἐπειδὴ γίνεται λόγος στὸ θρύλο γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, δὲ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀναφερόταν στὶς μάχες καὶ στὶς νίκες τῶν Ρώσων κατὰ τῶν Τατάρων. ῞Υστερα ὅμως ἀπ᾿ ὅσα εἴπαμε γιὰ τὴ “δεύτερη Θεσσαλονίκη” ποὺ οἱ Ρῶσοι προσπάθησαν νὰ δημιουργήσουν, ὁ θρύλος δὲν ἀποκλείεται πράγματι ν᾿ ἀπηχεῖ τὶς παραδόσεις ποὺ ἐπεσήμανε ὁ καθηγητὴς D. Obolensky.
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὴν ἴδια εὐρεία διάδοση λαμβάνει ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ στὴ Σερβία, ὅπου κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δυναστείας τῶν Δουσὰν ἡ βασιλικὴ ἐξουσία παρουσιάζεται ἰσχυρὴ καὶ σὲ ψηλὸ ἐπίπεδο. Παρατηρεῖται ἡ ἴδια ἅμιλλα μὲ τὴ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, ὅπως ἔκαναν οἱ Βούλγαροι. ῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐξυψώνεται ἀκόμη περισσότερο καὶ πλουτίζεται μὲ νέα στοιχεῖα. ᾿Αντιγράφονται Βίοι καὶ Λόγοι τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἄλλοτε ἀκριβεῖς καὶ ἄλλοτε μὲ παραλλαγὲς ποὺ ἐξυπηρετοῦν σκοπιμότητες.
Κατακλείοντας τὴ μεγάλη αὐτὴ περίοδο, ἀπὸ τὸν ἕκτο ὡς τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα, ἐπισημαίνουμε τὴν εὐρεία διάδοση ποὺ προσέλαβε ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Βουλγαρία, τὴ Ρωσία, τὴ Σερβία, ἀκόμη καὶ στὴ Ρουμανία. ῾Η διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὶς χῶρες αὐτὲς συνδέεται μὲ τὴν μεγάλη ἐπίδραση τοῦ ἑλληνισμοῦ στὶς χῶρες αὐτές, τόσο πολὺ ὥστε πόλη στὴ Ρωσία νὰ ὀνομάζεται “δεύτερη Θεσσαλονίκη”. Τὰ βασικότερα κέντρα τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐκτὸς τῆς Θεσσαλονίκης, εἶναι τὸ Σίρμιο, ἡ ᾿Αχρίδα, τὸ Βλαδιμήρ, καὶ τὸ Τύρνοβο.
Νέα λαμπρὰ περίοδος ἐξάρσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ἐγκαινιάστηκε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος τοῦ Β¢. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἐνθρόνισή του στὴν ῾Ιερὰ Μητρόπολη Θεσσαλονίκης τὸ 1974 ἐνδιαφέρθηκε νὰ συγκεντρώσει ὅ,τι ἐγράφη περὶ τὸν ῞Αγιο Πολιοῦχο τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ Α¢ Θεολογικὸ Συνέδριο ποὺ ὀργάνωσε ἀναφέρετο στὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ τὸ μοναχικὸ ἰδεῶδες. ᾿Ακολούθως, ἀναζωπύρωσε τὶς ἑορτές του στὴ Θεσσαλονίκη, συνεορτάζοντας τὸν ἅγιο Δημήτριο στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου μὲ τὴν Παναγία, ὅπως θέλουν μεγάλοι ἐγκωμιαστές του. ᾿Εκεῖνο ὅμως ποὺ ἐλάμπρυνε τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ ἐπανακομιδὴ τῶν χαριτοβρύτων λειψάνων τοῦ μεγαλομάρτυρος τὸ 1980.
Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγίου Δημητρίου ἀνακάλυψε στὴν κρύπτη τοῦ ἀββαΐου τοῦ Σὰν Λορέντζο ῍Ιν Κάμπο τῆς ᾿Ιταλίας ἡ βυζαντινολόγος-ἀρχαιολόγος Μαρία Θεοχάρη. Σχετικὴ ἀνακοίνωση ἔκανε ὁ ἀκαδημαϊκὸς ᾿Αναστάσιος ᾿Ορλάνδος στὶς 15/6/1978 στὴν ᾿Ακαδημία ᾿Αθηνῶν. Εὐθὺς ἀμέσως κινήθηκε δραστηρίως ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων ὁ Β¢ καὶ πέτυχε ἀρχικὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς ἁγίας κάρας (᾿Οκτώβριος 1978) καὶ ὕστερα ὁλοκλήρου τοῦ λειψάνου (24/4/1980).
῾Η ἐπανακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων χαροποίησε ὁλό-κληρο τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα ποὺ εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ πληροφορηθεῖ ὅτι ὁ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὑπέρμαχος τῆς ᾿Ορθοδοξίας βρίσκεται σωματικῶς στὸν ῾Ιερὸ Ναό του. ῎Εκτοτε καὶ μέχρι σήμερα ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ συρρέουν στὸ Ναό του ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὰ χαριτόβρυτα λείψανά του.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Γιὰ τὶς γιορτὲς τοῦ ἀθλονίκου καὶ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου μᾆς πληροφοροῦν γιὰ μὲν τὸν δωδέκατο ἢ δέκατο τρίτο αἰώνα ἕνας ἄγνωστος συγγραφέας τοῦ ὁποίου διεσώθηκε διάλογος μὲ τὸν τίτλο “Τιμαρίων” γιὰ δὲ τὴν κυρίως ἐποχὴ ποὺ μᾆς ἐνδιαφέρει παραθέτουμε τὶς πληροφορίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, τοῦ Κωνσταντίνου ᾿Αρμενοπούλου, τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾆ, τοῦ ᾿Ισιδώρου Θεσσαλονίκης, τοῦ Γαβριὴλ Θεσσαλονίκης καὶ τέλος τοῦ Συμεών, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ “Τιμαρίωνος” οἱ γιορτὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ ἡ ἐμπορικὴ πανήγυρη ἄρχιζαν ἕξι μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν κυρίως ἑορτὴ καὶ στὴ συνέχεια ἀκολουθοῦσαν ἄλλες δύο. ῾Η περίοδος ἀπὸ τὶς εἴκοσι ᾿Οκτωβρίου ὡς τὴν κυριώνυμη ἡμέρα, ἀποτελοῦσε τὰ “Προεόρτια”. ῾Ο Tafrali ἔχοντας ὑπόψη του τὶς πληροφορίες αὐτὲς μιλάει γιὰ τρεῖς περιόδους: α) Τὰ προεόρτια, ἀπὸ 10-25 ᾿Οκτωβρίου, κατὰ τὰ ὁποῖα τελοῦνταν ἐμπορικὴ πανήγυρη, β) τὴν κυρίως ἑορτή, τὸ ἀπόγευμα τῆς 25ης καὶ ὁλόκληρης τῆς 26ης ᾿Οκτωβρίου, καὶ γ) τὸ ὀκταήμερο ἀπὸ τὶς 27 ὡς τὴν 3η Νοεμβρίου.
Σύμφωνα ὅμως μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ ᾿Αρμενοπούλου, τοῦ Γρηγορᾆ καὶ τοῦ ᾿Ισιδώρου, ὁ χρόνος τῶν προεορτίων, κατὰ τὴν περίοδο ποὺ μᾆς ἐνδιαφέρει ἦταν μακρότερος. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος μιλάει γιὰ διάρκεια ὁλόκληρου μήνα· “Μῆνα μὲν ὑπὲρ ὅλον συνεχῶς ὑμνουμένη, δώδεκα δ᾿ ἐν τῷ μεταξὺ προεορτίοις ἑορταῖς καὶ μεθεόρτῳ ὑπὲρ ἑορτὴν ἑκάστην ταῖς μὲν διωρισμένως ταῖς δὲ συνεχῶς ὑπερυμνουμένη”. ῾Ο Γρηγορᾆς παρατηρεῖ ὅτι γιὰ τοὺς Θεσσαλονικεῖς ὁ σπουδαιότερος μήνας ἦταν ὁ ᾿Οκτώβριος, γι᾿ αὐτὸ καὶ πρέπει ὁ μήνας αὐτὸς νὰ ὀνομάζεται “ἱερομηνία”. Μάλιστα στὶς πηγὲς τῆς περιόδου αὐτῆς γίνεται λόγος καὶ γιὰ νηστεία καὶ συνδέεται μὲ τὰ προεόρτια. ᾿Απὸ τὶς ὁμιλίες ἐξάλλου τοῦ ᾿Ισιδώρου, ποὺ ἐκφωνήθηκαν κατὰ τὴν πρώτη καὶ δεύτερη Κυριακὴ τοῦ ᾿Οκτωβρίου, ποὺ ὁ ἴδιος τὶς χαρακτηρίζει “Κυριακὲς τῶν Προεορτίων”, φαίνεται ὅτι ὁ κύκλος τῶν ἑορτῶν ἄρχιζε μὲ τὰ προεόρτια ποὺ ἐπεκτείνονταν σὲ δύο Κυριακές, κορυφώνονταν στὴν κυρίως ἑορτή, τὴν 26η ᾿Οκτωβρίου, καὶ ἔληγε μὲ τὰ ὀκταήμερα μεθεόρτια τὴν 3η Νοεμβρίου.
῾Ο “Τιμαρίων” μᾆς πληροφορεῖ ὅτι μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς θρησκευτικῆς ἑορτῆς τελοῦνταν καὶ ἐμπορικὴ πανήγυρη ποὺ τὴν ὀνομάζει “Δημήτρια” κατὰ τὰ Παναθήναια καὶ τὰ Πανιώνια. ῎Εμποροι συνέρρεαν ἀπὸ πολλὰ σημεῖα ὄχι μόνο τῆς αὐτοκρατορίας ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλες χῶρες, ἔτσι ὥστε ἡ ἑορτὴ προσελάμβανε χαρακτήρα οἰκουμενικό. ᾿Εκφράζοντας τὸ θαυμασμό του ὁ “Τιμαρίων” γιὰ τὴ μεγάλη συγκέντρωση τοῦ πλήθους λέγει· “Τοσοῦτον αὐτῷ τῆς δόξης κατὰ τὴν Εὐρώπην παρίστησιν”. ῾Ο Γρηγορᾆς, ἀναφερόμενος στὴ φήμη τοῦ ἁγίου Δημητρίου, παρατηρεῖ ὅτι αὐτὴ ἦταν ξακουστὴ ὄχι μόνο στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ καὶ στὴν Αἴγυπτο, τὴ Λιβύη, τὴν ᾿Αραβία, τὸν Καύκασο ὡς τὶς ἐκβολὲς τῆς Τυναΐδος. Στὶς χῶρες αὐτὲς “εἰκόνες καὶ ναοὺς εὑρήσεις τοῦ μάρτυρος καὶ ὑπομνήματα ζήλου”. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος ἐξάλλου μᾆς πληροφορεῖ ὅτι οἱ γιορτὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ξεσήκωναν ὅλο τὸν κόσμο. “Καὶ πολλῷ γε μᾆλλον τὴν ξύμπασαν συνελών, ἣ τῆς οἰκουμένης τῇ μετὰ θαύματος φήμῃ τὰ πέρατα δίεισι καὶ ἣ τὴν ἐγκόσμιον τάξιν τῷ εὖ αὐτῆς διὰ πάντων ἡρμοσμένη μιμεῖται”. ῾Ο πληθυσμὸς τῆς πόλεως ἐξαιτίας τῆς κοσμοσυρροῆς κατὰ τὴν ἑορτὴ πολλαπλασιαζόταν, ἔτσι ὥστε καὶ ἡ πόλη ἀπολάμβανε “εὐωδίας πανταχόθεν”.
Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἑορτασμοῦ σχηματιζόταν μιὰ πρόσθετη πόλη. Αὐτὴ ἦταν ἐκτεταμένη, θαυμάσια σχεδιασμένη καὶ ρυμοτομημένη. ῾Η πόλη δημιουργοῦνταν ἔξω ἀπὸ τὸ δυτικὸ κάστρο τῆς πόλεως, ἀνάμεσα στὸ τεῖχος καὶ στὴ Χρυσόπορτα καὶ στὴν πεδιάδα τοῦ ᾿Αξιοῦ.
Γιὰ τὴν πνευματικὴ κίνηση τῆς Θεσσαλονίκης κάναμε λόγο ὅταν ἀναφερθήκαμε στὰ ᾿Εγκώμια τοῦ ῾Αγίου. Περιοριζόμαστε ἐδῶ ν᾿ ἀναφερθοῦμε στὸ θαυμασμὸ τῶν ἐγκωμιαστῶν ποὺ παρέχουν πληροφορίες γιὰ τὶς ἑορτές του. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος τονίζει ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη θαυμάζεται ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ἀγχίνοια καὶ τὴ σοφία τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο ᾿Ισίδωρος θεωρεῖ τὴ Θεσσαλονίκη ἐπιφανεστέρα στὴ Δύση, ὅπως στὴν ᾿Ανατολὴ ἦταν ἡ Κωνσταντινούπολη. Στὶς στοές, τὰ θέατρα, τὰ Μουσεῖα, δίδονταν διαλέξεις καὶ διδάσκονταν διάφορα μαθήματα. Στὶς ἀνώτερες σχολὲς διδασκόταν ἡ Φιλοσοφία, ἡ Ρητορική, ἡ Νομική, ἡ ᾿Ιατρικὴ καὶ τὰ Μαθηματικά. Μὲ τὴν καλλιέργεια τόσων ἐπιστημῶν, ἡ Θεσσαλονίκη ἔδινε τὴν ἐντύπωση χώρου πανεπιστημιακοῦ.
Γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἑορτὲς καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν παλαιολόγεια ἐποχή, πληροφορίες μᾆς παρέχουν ὁ Γρηγορᾆς, ὁ ᾿Ισίδωρος καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, ἐνῶ γιὰ τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης. ῾Ο Γρηγορᾆς καὶ ὁ ᾿Ισίδωρος μιλᾆνε γιὰ τέσσερα “συστήματα” ποὺ συμβολίζουν ἄλλοτε τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ κόσμου καὶ ἄλλοτε τὶς τέσσερις ἐποχές.
Κατὰ τὸ πρῶτο σύστημα, τὴν 26η ᾿Οκτωβρίου, παρευ-ρισκόταν ὁ ἡγεμόνας ἢ σπάνια ὁ βασιλιάς. ῾Η “βασιλικὴ πανήγυρις” κατὰ τὸ Γρηγορᾆ, ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὶς ἀρχὲς τοῦ ἔτους. ῾Η παρουσία τοῦ βασιλιᾆ προσέδιδε λαμπρότητα στὸν ἑορτασμό, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐκφωνοῦνταν λόγοι ἐγκωμιαστικοί.
Κατὰ τὸ δεύτερο σύστημα, τὴν 27η ᾿Οκτωβρίου, τὴν κυρίως τιμητικὴ θέση κατεῖχε ὁ ἱεράρχης, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν κλῆρο καὶ τοὺς μοναχούς.
῾Η τρίτη ἡμέρα ἦταν ἀφιερωμένη στοὺς μοναχούς, ἀφοῦ ἡ θέση τους ἦταν ἰδιάζουσα. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐγκωμιαστές, ὅπως εἴδαμε, ἀπέδιδαν στὸν ἅγιο Δημήτριο, ἀσκητικὲς ἀρετές, μάλιστα ὁ ᾿Ισίδωρος ἐπιδίωξε τὴν ἀνόρθωση σφαλμάτων τοῦ μοναχικοῦ βίου μὲ τὴν προβολὴ τῶν ἀσκητικῶν ἀρετῶν τοῦ μάρτυρος.
Τέλος, ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴν κυριώνυμη ἑορτή, γιόρταζε ὁ πολὺς κόσμος. ῾Η ἑορτὴ ὀνομαζόταν “ὀκταήμερος”. Κατὰ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ διδόταν ἡ εὐκαιρία στοὺς ὁμιλητὲς νὰ θίξουν δημόσια προβλήματα ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν πόλη.
Οἱ ἑορτὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου συμβολίζουν τὸ χριστομίμητο τοῦ μαρτυρίου του. ῾Ο ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, μιλώντας γιὰ τὴ σύλληψη τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴν Καταφυγὴ καὶ γιὰ τὸ μαρτύριό του, μᾆς λέγει τὰ ἑξῆς· “Ταῦθ᾿ ἡμεῖς εἰκονίζοντες, κατ᾿ ἔτος εἰκότως, ἐκεῖ μὲν τῆς πανηγύρεως ποιούμεθα τὴν ἀρχήν, ὧδε δὲ τὴν τελείωσιν, ἐπεὶ καὶ ὁ μάρτυς οὕτως εἶχεν, ἑλκόμενος εἰς σφαγὴν τηνικαῦτα διὰ Χριστόν”. ᾿Εξάλλου ὁ ᾿Αρμενόπουλος παρατηρεῖ· “῾Η πόλις ξύμπασα κοσμίως εὖ μάλα ἐπέτειον ἱερὰν ποιεῖται καὶ θείαν πομπὴν τὸ τούτου χριστομίμητον ἐξεικονίζουσα πάθος καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ μαρτύριον αὐτοῦ μετὰ πομπῆς ἀγαγεῖν”. ῾Η μεγαλοπρεπὴς πομπὴ ἄρχιζε ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Καταφυγῆς, γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦν ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, ὁ ᾿Αρμενόπουλος καὶ ὁ Συμεών, ἔφθανε στὴν ᾿Αχειροποίητο καὶ κατέληγε στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
Οἱ διῶκτες τοῦ Δημητρίου συλλαμβάνοντας, διακωμωδώντας καὶ φυλακίζοντας τὸν ῞Αγιο ἀπέβλεπαν στὴ μείωση τοῦ μάρτυρος, ὅπως εἶχαν πράξει καὶ οἱ στρατιῶτες στὸ Χριστό. Οἱ Χριστιανοὶ ὅμως κατὰ τὴ Θ. Λειτουργία ποὺ βλέπουν τὸν Κύριο νὰ σταυρώνεται, νὰ πεθαίνει καὶ ν᾿ ἀνίσταται, τὸν δοξάζουν. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ῾Η ἐξεικόνιση τῶν ἑορτῶν του συμβολίζει τὸ μαρτύριό του, ποὺ ὡστόσο συνέβαλε στὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας του.
῾Ο Συμεὼν Θεσσαλονίκης, τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα, περιγράφει μὲ κάθε λεπτομέρεια τὴ λιτανεία τῶν ἑορτῶν τοῦ μεγαλομάρτυρος. ῾Ο ἴδιος, ἂν καὶ δὲν εἶναι ὁ εἰσηγητής, εἶναι ὅμως ὁ κύριος ἐνσαρκωτὴς τῆς ἐξομοιώσεως τῶν προεορτίων ἀκολουθιῶν καὶ τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Δημητρίου πρὸς τὴ Μ. ῾Εβδομάδα καὶ τὸ Πάσχα. ῎Ετσι ἄλλωστε μπορεῖ νὰ αἰτιολογηθεῖ καὶ τὸ πανηγυρικὸ ὕφος τοῦ Συμεὼν μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὴν 26η ᾿Οκτωβρίου. “Τίς ἡ λαμπρὰ αὕτη ἡμέρα, τὴν ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος ἐξεικονίζουσα; Τίς ἡ τηλικαύτη λαμπροφορία, τὸ μέγα φῶς καὶ ἄδυτον προσημαίνουσα;”.
Πρόβλημα προέκυψε σχετικὰ μὲ τὴν Καταφυγή, τὴν ὁποία ὁ Συμεὼν ὀνομάζει ναὸ τῆς Θεοτόκου. Προβληματικὴ παραμένει ἡ ταύτιση τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου τῆς Καταφυγῆς πρὸς ἕνα ἀπὸ τοὺς ναοὺς ποὺ διασώζονται στὴ Θεσσαλονίκη.
Περιοριζόμαστε νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὅσοι μᾆς παρέχουν πληροφορίες γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ ἁγίου Δημητρίου κατὰ τὴν ὑπόψη ἐποχή, ὅπως ὁ Παλαμᾆς, ὁ ᾿Αρμενόπουλος, ὁ Συμεών, μᾆς πληροφοροῦν ὅτι αὐτὴ ἦταν λαμπρή. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος, ἀναφερόμενος στὴν πομπή, λέγει ὅτι ἡ ἐμμέλεια τῶν ὕμνων ποὺ ψάλλονταν, ἡ φωτοχυσία, ἡ εὔρυθμη κρούση τῶν κωδώνων, τὸ πλῆθος ποὺ κρατοῦσε ἀναμμένες λαμπάδες, ὁ ἦχος τῶν σαλπίγγων καὶ ἄλλων ὀργάνων προσέδιδε μεγαλοπρέπεια. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος, θαυμάζοντας τὴν πομπή, λέγει ὅτι αὐτὴ ἦταν μοναδικὴ “ἧς οὐδέποτε παρ᾿ οὐδέσιν ἐξ ἴσου γέγονε, ἢ ἐγγύς, οὐδ᾿ οὕτω κατ᾿ αὐτῶν μεγαλοπρεπής”. ῞Ολοι οἱ δρόμοι καὶ μάλιστα ἡ ᾿Εγνατία ἦταν φωταγωγημένοι.
Σὲ κάθε ἐποχὴ ἡ Θεσσαλονίκη διακρινόταν ὡς σπουδαῖο κέντρο ἐμπορικό, πολιτιστικὸ καὶ προπάντων πνευματικό. Διακρίνεται γιὰ τὴν ᾿Ορθοδοξία της ἀφοῦ ὁ σπόρος τῆς ἀληθείας ρίφθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Απ. Παῦλο καὶ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὸ μεγαλομάρτυρα Πολιοῦχο Δημήτριο.
῾Η Θεσσαλονίκη θὰ πρέπει νὰ παραμείνει πάντοτε κέντρο πνευματικό, πολιτιστικὸ καὶ προπάντων προπύργιο ᾿Ορθοδοξίας.
ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Γιὰ τὶς γιορτὲς τοῦ ἀθλονίκου καὶ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου μᾆς πληροφοροῦν γιὰ μὲν τὸν δωδέκατο ἢ δέκατο τρίτο αἰώνα ἕνας ἄγνωστος συγγραφέας τοῦ ὁποίου διεσώθηκε διάλογος μὲ τὸν τίτλο “Τιμαρίων” γιὰ δὲ τὴν κυρίως ἐποχὴ ποὺ μᾆς ἐνδιαφέρει παραθέτουμε τὶς πληροφορίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, τοῦ Κωνσταντίνου ᾿Αρμενοπούλου, τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾆ, τοῦ ᾿Ισιδώρου Θεσσαλονίκης, τοῦ Γαβριὴλ Θεσσαλονίκης καὶ τέλος τοῦ Συμεών, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ “Τιμαρίωνος” οἱ γιορτὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ ἡ ἐμπορικὴ πανήγυρη ἄρχιζαν ἕξι μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν κυρίως ἑορτὴ καὶ στὴ συνέχεια ἀκολουθοῦσαν ἄλλες δύο. ῾Η περίοδος ἀπὸ τὶς εἴκοσι ᾿Οκτωβρίου ὡς τὴν κυριώνυμη ἡμέρα, ἀποτελοῦσε τὰ “Προεόρτια”. ῾Ο Tafrali ἔχοντας ὑπόψη του τὶς πληροφορίες αὐτὲς μιλάει γιὰ τρεῖς περιόδους: α) Τὰ προεόρτια, ἀπὸ 10-25 ᾿Οκτωβρίου, κατὰ τὰ ὁποῖα τελοῦνταν ἐμπορικὴ πανήγυρη, β) τὴν κυρίως ἑορτή, τὸ ἀπόγευμα τῆς 25ης καὶ ὁλόκληρης τῆς 26ης ᾿Οκτωβρίου, καὶ γ) τὸ ὀκταήμερο ἀπὸ τὶς 27 ὡς τὴν 3η Νοεμβρίου.
Σύμφωνα ὅμως μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ ᾿Αρμενοπούλου, τοῦ Γρηγορᾆ καὶ τοῦ ᾿Ισιδώρου, ὁ χρόνος τῶν προεορτίων, κατὰ τὴν περίοδο ποὺ μᾆς ἐνδιαφέρει ἦταν μακρότερος. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος μιλάει γιὰ διάρκεια ὁλόκληρου μήνα· “Μῆνα μὲν ὑπὲρ ὅλον συνεχῶς ὑμνουμένη, δώδεκα δ᾿ ἐν τῷ μεταξὺ προεορτίοις ἑορταῖς καὶ μεθεόρτῳ ὑπὲρ ἑορτὴν ἑκάστην ταῖς μὲν διωρισμένως ταῖς δὲ συνεχῶς ὑπερυμνουμένη”. ῾Ο Γρηγορᾆς παρατηρεῖ ὅτι γιὰ τοὺς Θεσσαλονικεῖς ὁ σπουδαιότερος μήνας ἦταν ὁ ᾿Οκτώβριος, γι᾿ αὐτὸ καὶ πρέπει ὁ μήνας αὐτὸς νὰ ὀνομάζεται “ἱερομηνία”. Μάλιστα στὶς πηγὲς τῆς περιόδου αὐτῆς γίνεται λόγος καὶ γιὰ νηστεία καὶ συνδέεται μὲ τὰ προεόρτια. ᾿Απὸ τὶς ὁμιλίες ἐξάλλου τοῦ ᾿Ισιδώρου, ποὺ ἐκφωνήθηκαν κατὰ τὴν πρώτη καὶ δεύτερη Κυριακὴ τοῦ ᾿Οκτωβρίου, ποὺ ὁ ἴδιος τὶς χαρακτηρίζει “Κυριακὲς τῶν Προεορτίων”, φαίνεται ὅτι ὁ κύκλος τῶν ἑορτῶν ἄρχιζε μὲ τὰ προεόρτια ποὺ ἐπεκτείνονταν σὲ δύο Κυριακές, κορυφώνονταν στὴν κυρίως ἑορτή, τὴν 26η ᾿Οκτωβρίου, καὶ ἔληγε μὲ τὰ ὀκταήμερα μεθεόρτια τὴν 3η Νοεμβρίου.
῾Ο “Τιμαρίων” μᾆς πληροφορεῖ ὅτι μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς θρησκευτικῆς ἑορτῆς τελοῦνταν καὶ ἐμπορικὴ πανήγυρη ποὺ τὴν ὀνομάζει “Δημήτρια” κατὰ τὰ Παναθήναια καὶ τὰ Πανιώνια. ῎Εμποροι συνέρρεαν ἀπὸ πολλὰ σημεῖα ὄχι μόνο τῆς αὐτοκρατορίας ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλες χῶρες, ἔτσι ὥστε ἡ ἑορτὴ προσελάμβανε χαρακτήρα οἰκουμενικό. ᾿Εκφράζοντας τὸ θαυμασμό του ὁ “Τιμαρίων” γιὰ τὴ μεγάλη συγκέντρωση τοῦ πλήθους λέγει· “Τοσοῦτον αὐτῷ τῆς δόξης κατὰ τὴν Εὐρώπην παρίστησιν”. ῾Ο Γρηγορᾆς, ἀναφερόμενος στὴ φήμη τοῦ ἁγίου Δημητρίου, παρατηρεῖ ὅτι αὐτὴ ἦταν ξακουστὴ ὄχι μόνο στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ καὶ στὴν Αἴγυπτο, τὴ Λιβύη, τὴν ᾿Αραβία, τὸν Καύκασο ὡς τὶς ἐκβολὲς τῆς Τυναΐδος. Στὶς χῶρες αὐτὲς “εἰκόνες καὶ ναοὺς εὑρήσεις τοῦ μάρτυρος καὶ ὑπομνήματα ζήλου”. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος ἐξάλλου μᾆς πληροφορεῖ ὅτι οἱ γιορτὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ξεσήκωναν ὅλο τὸν κόσμο. “Καὶ πολλῷ γε μᾆλλον τὴν ξύμπασαν συνελών, ἣ τῆς οἰκουμένης τῇ μετὰ θαύματος φήμῃ τὰ πέρατα δίεισι καὶ ἣ τὴν ἐγκόσμιον τάξιν τῷ εὖ αὐτῆς διὰ πάντων ἡρμοσμένη μιμεῖται”. ῾Ο πληθυσμὸς τῆς πόλεως ἐξαιτίας τῆς κοσμοσυρροῆς κατὰ τὴν ἑορτὴ πολλαπλασιαζόταν, ἔτσι ὥστε καὶ ἡ πόλη ἀπολάμβανε “εὐωδίας πανταχόθεν”.
Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἑορτασμοῦ σχηματιζόταν μιὰ πρόσθετη πόλη. Αὐτὴ ἦταν ἐκτεταμένη, θαυμάσια σχεδιασμένη καὶ ρυμοτομημένη. ῾Η πόλη δημιουργοῦνταν ἔξω ἀπὸ τὸ δυτικὸ κάστρο τῆς πόλεως, ἀνάμεσα στὸ τεῖχος καὶ στὴ Χρυσόπορτα καὶ στὴν πεδιάδα τοῦ ᾿Αξιοῦ.
Γιὰ τὴν πνευματικὴ κίνηση τῆς Θεσσαλονίκης κάναμε λόγο ὅταν ἀναφερθήκαμε στὰ ᾿Εγκώμια τοῦ ῾Αγίου. Περιοριζόμαστε ἐδῶ ν᾿ ἀναφερθοῦμε στὸ θαυμασμὸ τῶν ἐγκωμιαστῶν ποὺ παρέχουν πληροφορίες γιὰ τὶς ἑορτές του. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος τονίζει ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη θαυμάζεται ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ἀγχίνοια καὶ τὴ σοφία τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο ᾿Ισίδωρος θεωρεῖ τὴ Θεσσαλονίκη ἐπιφανεστέρα στὴ Δύση, ὅπως στὴν ᾿Ανατολὴ ἦταν ἡ Κωνσταντινούπολη. Στὶς στοές, τὰ θέατρα, τὰ Μουσεῖα, δίδονταν διαλέξεις καὶ διδάσκονταν διάφορα μαθήματα. Στὶς ἀνώτερες σχολὲς διδασκόταν ἡ Φιλοσοφία, ἡ Ρητορική, ἡ Νομική, ἡ ᾿Ιατρικὴ καὶ τὰ Μαθηματικά. Μὲ τὴν καλλιέργεια τόσων ἐπιστημῶν, ἡ Θεσσαλονίκη ἔδινε τὴν ἐντύπωση χώρου πανεπιστημιακοῦ.
Γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἑορτὲς καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν παλαιολόγεια ἐποχή, πληροφορίες μᾆς παρέχουν ὁ Γρηγορᾆς, ὁ ᾿Ισίδωρος καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, ἐνῶ γιὰ τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης. ῾Ο Γρηγορᾆς καὶ ὁ ᾿Ισίδωρος μιλᾆνε γιὰ τέσσερα “συστήματα” ποὺ συμβολίζουν ἄλλοτε τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ κόσμου καὶ ἄλλοτε τὶς τέσσερις ἐποχές.
Κατὰ τὸ πρῶτο σύστημα, τὴν 26η ᾿Οκτωβρίου, παρευ-ρισκόταν ὁ ἡγεμόνας ἢ σπάνια ὁ βασιλιάς. ῾Η “βασιλικὴ πανήγυρις” κατὰ τὸ Γρηγορᾆ, ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὶς ἀρχὲς τοῦ ἔτους. ῾Η παρουσία τοῦ βασιλιᾆ προσέδιδε λαμπρότητα στὸν ἑορτασμό, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐκφωνοῦνταν λόγοι ἐγκωμιαστικοί.
Κατὰ τὸ δεύτερο σύστημα, τὴν 27η ᾿Οκτωβρίου, τὴν κυρίως τιμητικὴ θέση κατεῖχε ὁ ἱεράρχης, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν κλῆρο καὶ τοὺς μοναχούς.
῾Η τρίτη ἡμέρα ἦταν ἀφιερωμένη στοὺς μοναχούς, ἀφοῦ ἡ θέση τους ἦταν ἰδιάζουσα. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐγκωμιαστές, ὅπως εἴδαμε, ἀπέδιδαν στὸν ἅγιο Δημήτριο, ἀσκητικὲς ἀρετές, μάλιστα ὁ ᾿Ισίδωρος ἐπιδίωξε τὴν ἀνόρθωση σφαλμάτων τοῦ μοναχικοῦ βίου μὲ τὴν προβολὴ τῶν ἀσκητικῶν ἀρετῶν τοῦ μάρτυρος.
Τέλος, ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴν κυριώνυμη ἑορτή, γιόρταζε ὁ πολὺς κόσμος. ῾Η ἑορτὴ ὀνομαζόταν “ὀκταήμερος”. Κατὰ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ διδόταν ἡ εὐκαιρία στοὺς ὁμιλητὲς νὰ θίξουν δημόσια προβλήματα ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν πόλη.
Οἱ ἑορτὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου συμβολίζουν τὸ χριστομίμητο τοῦ μαρτυρίου του. ῾Ο ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, μιλώντας γιὰ τὴ σύλληψη τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴν Καταφυγὴ καὶ γιὰ τὸ μαρτύριό του, μᾆς λέγει τὰ ἑξῆς· “Ταῦθ᾿ ἡμεῖς εἰκονίζοντες, κατ᾿ ἔτος εἰκότως, ἐκεῖ μὲν τῆς πανηγύρεως ποιούμεθα τὴν ἀρχήν, ὧδε δὲ τὴν τελείωσιν, ἐπεὶ καὶ ὁ μάρτυς οὕτως εἶχεν, ἑλκόμενος εἰς σφαγὴν τηνικαῦτα διὰ Χριστόν”. ᾿Εξάλλου ὁ ᾿Αρμενόπουλος παρατηρεῖ· “῾Η πόλις ξύμπασα κοσμίως εὖ μάλα ἐπέτειον ἱερὰν ποιεῖται καὶ θείαν πομπὴν τὸ τούτου χριστομίμητον ἐξεικονίζουσα πάθος καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ μαρτύριον αὐτοῦ μετὰ πομπῆς ἀγαγεῖν”. ῾Η μεγαλοπρεπὴς πομπὴ ἄρχιζε ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Καταφυγῆς, γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦν ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, ὁ ᾿Αρμενόπουλος καὶ ὁ Συμεών, ἔφθανε στὴν ᾿Αχειροποίητο καὶ κατέληγε στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
Οἱ διῶκτες τοῦ Δημητρίου συλλαμβάνοντας, διακωμωδώντας καὶ φυλακίζοντας τὸν ῞Αγιο ἀπέβλεπαν στὴ μείωση τοῦ μάρτυρος, ὅπως εἶχαν πράξει καὶ οἱ στρατιῶτες στὸ Χριστό. Οἱ Χριστιανοὶ ὅμως κατὰ τὴ Θ. Λειτουργία ποὺ βλέπουν τὸν Κύριο νὰ σταυρώνεται, νὰ πεθαίνει καὶ ν᾿ ἀνίσταται, τὸν δοξάζουν. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ῾Η ἐξεικόνιση τῶν ἑορτῶν του συμβολίζει τὸ μαρτύριό του, ποὺ ὡστόσο συνέβαλε στὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας του.
῾Ο Συμεὼν Θεσσαλονίκης, τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα, περιγράφει μὲ κάθε λεπτομέρεια τὴ λιτανεία τῶν ἑορτῶν τοῦ μεγαλομάρτυρος. ῾Ο ἴδιος, ἂν καὶ δὲν εἶναι ὁ εἰσηγητής, εἶναι ὅμως ὁ κύριος ἐνσαρκωτὴς τῆς ἐξομοιώσεως τῶν προεορτίων ἀκολουθιῶν καὶ τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Δημητρίου πρὸς τὴ Μ. ῾Εβδομάδα καὶ τὸ Πάσχα. ῎Ετσι ἄλλωστε μπορεῖ νὰ αἰτιολογηθεῖ καὶ τὸ πανηγυρικὸ ὕφος τοῦ Συμεὼν μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὴν 26η ᾿Οκτωβρίου. “Τίς ἡ λαμπρὰ αὕτη ἡμέρα, τὴν ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος ἐξεικονίζουσα; Τίς ἡ τηλικαύτη λαμπροφορία, τὸ μέγα φῶς καὶ ἄδυτον προσημαίνουσα;”.
Πρόβλημα προέκυψε σχετικὰ μὲ τὴν Καταφυγή, τὴν ὁποία ὁ Συμεὼν ὀνομάζει ναὸ τῆς Θεοτόκου. Προβληματικὴ παραμένει ἡ ταύτιση τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου τῆς Καταφυγῆς πρὸς ἕνα ἀπὸ τοὺς ναοὺς ποὺ διασώζονται στὴ Θεσσαλονίκη.
Περιοριζόμαστε νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὅσοι μᾆς παρέχουν πληροφορίες γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ ἁγίου Δημητρίου κατὰ τὴν ὑπόψη ἐποχή, ὅπως ὁ Παλαμᾆς, ὁ ᾿Αρμενόπουλος, ὁ Συμεών, μᾆς πληροφοροῦν ὅτι αὐτὴ ἦταν λαμπρή. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος, ἀναφερόμενος στὴν πομπή, λέγει ὅτι ἡ ἐμμέλεια τῶν ὕμνων ποὺ ψάλλονταν, ἡ φωτοχυσία, ἡ εὔρυθμη κρούση τῶν κωδώνων, τὸ πλῆθος ποὺ κρατοῦσε ἀναμμένες λαμπάδες, ὁ ἦχος τῶν σαλπίγγων καὶ ἄλλων ὀργάνων προσέδιδε μεγαλοπρέπεια. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος, θαυμάζοντας τὴν πομπή, λέγει ὅτι αὐτὴ ἦταν μοναδικὴ “ἧς οὐδέποτε παρ᾿ οὐδέσιν ἐξ ἴσου γέγονε, ἢ ἐγγύς, οὐδ᾿ οὕτω κατ᾿ αὐτῶν μεγαλοπρεπής”. ῞Ολοι οἱ δρόμοι καὶ μάλιστα ἡ ᾿Εγνατία ἦταν φωταγωγημένοι.
Σὲ κάθε ἐποχὴ ἡ Θεσσαλονίκη διακρινόταν ὡς σπουδαῖο κέντρο ἐμπορικό, πολιτιστικὸ καὶ προπάντων πνευματικό. Διακρίνεται γιὰ τὴν ᾿Ορθοδοξία της ἀφοῦ ὁ σπόρος τῆς ἀληθείας ρίφθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Απ. Παῦλο καὶ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὸ μεγαλομάρτυρα Πολιοῦχο Δημήτριο.
῾Η Θεσσαλονίκη θὰ πρέπει νὰ παραμείνει πάντοτε κέντρο πνευματικό, πολιτιστικὸ καὶ προπάντων προπύργιο ᾿Ορθοδοξίας.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
26/27 ᾿Οκτωβρίου
ΝΕΣΤΩΡ, μάρτυς (ἀρχὲς 4ου αἰ.)
συναθλητὴς τοῦ ἁγίου Δημητρίου
῾Ο μάρτυς Νέστωρ, μαθητὴς καὶ συναθλητὴς τοῦ πολιούχου ἁγίου τῆς Θεσσαλονίκης, μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, ἐμφανίζεται στὰ σχετικὰ μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο ἁγιολογικὰ κείμενα, κατὰ τὴν περιγραφὴ τοῦ γνωστοῦ ἐπεισοδίου μὲ τὸν Λυαῖο.
Η ΑΘΛΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ
Στὸ ἐκτενὲς Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὁ Νέστωρ χαρακτηρίζεται ὡς “τις ἐκ τοῦ δήμου νεανίσκος ὡραῖος πάνυ, κομιδῆ νέος ὤν”, ἐνῶ τὸ συναξάριό του, ποὺ περιέχεται στὸ Συναξάριο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσθέτει ὅτι ὁ Νέστορας γνωριζόταν μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο (“γνωστὸς ὑπάρχων τῷ πανενδόξῳ μάρτυρι Δημητρίῳ”). Σὲ μεταγενέστερο συναξάριό του (Μηνολόγιο Βασιλείου Β¢) διευκρινίζεται ὅτι ὁ Νέστορας ἦταν μαθητὴς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, καὶ μάλιστα ὄχι κατηχούμενος ἀλλὰ χριστιανός: “Χριστιανὸς δὲ ὤν, ἀπήρχετο πρὸς τὸν ῞Αγιον Δημήτριον, ἐν ᾧ ἐκαθέζετο τόπῳ καὶ ἐδίδασκεν, καὶ ἐμάνθανεν ἀκριβέστερον παρ᾿ αὐτοῦ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας”.
῞Οταν ὁ αὐτοκράτορας Μαξιμιανὸς παρουσίαζε στὸ στάδιο τῆς Θεσσαλονίκης μὲ προκλητικὸ τρόπο τὸν φοβερὸ μονομάχο Λυαῖο, ὁ νεανίσκος Νέστωρ ἔσπευσε στὸν ἅγιο Δημήτριο, ποὺ κρατοῦνταν φυλακισμένος στὸ πλησίον τοῦ σταδίου δημόσιο βαλανεῖο, καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν εὐλογήσει γιὰ νὰ μονομαχήσει μὲ τὸ Λυαῖο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος “ποιήσας τὴν τοῦ Χριστοῦ σφραγῖδα εἰς αὐτόν”, τὸν διαβεβαίωσε πὼς ὄχι μόνο θὰ νικοῦσε τὸ Λυαῖο ἀλλὰ καὶ πὼς θὰ μαρτυροῦσε γιὰ τὸ Χριστό. Στὴ συνέχεια ὁ Νέστορας παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα καὶ τοῦ δήλωσε πὼς ἤθελε νὰ μονομαχήσει μὲ τὸ Λυαῖο, ἀλλὰ ὁ Μαξιμιανός, ὑποθέτοντας ὅτι βασικὸ κίνητρο τοῦ Νέστορος ἦταν τὸ χρηματικὸ ἔπαθλο ποὺ εἶχε ὁρίσει, τοῦ πρότεινε ἕνα ποσὸ ἐὰν δὲν μονομαχοῦσε μὲ τὸν Λυαῖο καὶ ἀποχωροῦσε ἀμέσως. ῞Ομως, ἡ ἀπάντηση τοῦ Νέστορος ἦταν κατηγορηματική: “Οὐ χρημάτων ἐπιθυμῶ οὐδὲ διὰ τοῦτο ἐπὶ τὸν ἀγῶνα ἐλήλυθα, ἀλλ᾿ ἵνα κρείττονα τοῦ Λυαίου ἐμαυτὸν συστήσω”.
Κατὰ τὴ συμπλοκή του μὲ τὸ Λυαῖο, ποὺ ἀκολούθησε, ὁ Νέστορας τοῦ ἐπέφερε ἕνα θανατηφόρο κτύπημα, ἀφήνοντας ἄφωνο τὸν αὐτοκράτορα. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπροσδόκητο γεγονὸς ὁ Μαξιμιανὸς ἀποχώρησε ἀπὸ τὸ στάδιο, ἐνῶ ὁ Νέστορας ἀνέπεμψε δοξολογία στὸ Θεό, “ὅτι τῇ εὐχῇ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀνῃρέθη ὁ βάρβαρος”. Τότε ὁ αὐτοκράτορας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸ Νέστορα μέσα στὸ στάδιο, ἐνῶ ὁ ἅγιος Δημήτριος, ὁ ὁποῖος θεωρήθηκε ὑπαίτιος τῆς σφαγῆς τοῦ Λυαίου, μαρτύρησε διὰ λογχισμοῦ μέσα στὴ φυλακή του.
ΠΗΓΕΣ
῞Οπως σημειώθηκε, τὶς σχετικὲς μὲ τὸν μάρτυρα Νέστορα πληροφορίες λαμβάνουμε ἀπὸ τὸν ἐξαιρετικὰ μεγάλο ἀριθμὸ τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων (Μαρτυρίων, ᾿Εγκωμίων, Λόγων) γιὰ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ᾿Εκτὸς αὐτῶν, Συναξάρια τοῦ μάρτυρος ἔχουν περιληφθεῖ στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο καὶ στὸ αὐτοκρατορικὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β¢, ἐνῶ πρόσφατα ἐκδόθηκε ἀπὸ τὴ Σ. Κοτζάμπαση καὶ ἕνα ἐγκώμιο στὸν ἅγιο Νέστορα, ἔργο τοῦ τέλους τοῦ 13ου αἰῶνος, ποὺ ἀνήκει στὸν λίγο γνωστὸ Κόμητα, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸν τίτλο τοῦ ὑπάτου τῶν φιλοσόφων καὶ διδασκάλου τοῦ Εὐαγγελίου καὶ καταγόταν κατὰ πᾆσα πιθανότητα ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη.
Τέλος, ἕνα ἀταύτιστο κείμενο σὲ χειρόγραφο τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καταγράφεται μὲ ἐπιφυλάξεις ὡς ἄγνωστο Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Νέστορος.
Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ
Πρὸς τιμὴ τοῦ ἁγίου Νέστορος εἶχαν γραφεῖ καὶ ὑμνογραφικὰ κείμενα (κανόνες, στιχηρὰ προσόμοια), ποὺ ψάλλονταν κατὰ τὴν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς του. ῾Ο ἀρχαιότερος γνωστὸς κανόνας στὸν ἅγιο Νέστορα προέρχεται ἀπὸ τὴ γραφίδα τοῦ ὁσίου ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογράφου καὶ φέρει ἀκροστιχίδα: “Τιμῶ σε πιστῶς, μάρτυς ἠγλαϊσμένε, ᾿Ιωσήφ”. ᾿Αξιοπρόσεκτο εἶναι τὸ γεγονός ὅτι, ὅπως διαπιστώνεται καὶ στὰ σχετικὰ ἁγιολογικὰ κείμενα, σὲ ἀρκετὰ ὑμνογραφικὰ κείμενα οἱ δύο Θεσσαλονικεῖς ἅγιοι, Δημήτριος καὶ Νέστωρ, συντιμῶνται, ὅπως συμβαίνει στὰ τρία ἀνέκδοτα στιχηρὰ προσόμοια, ποὺ ὑπάρχουν στὸ χειρόγραφο ἀρ. 69 τῆς μονῆς Ξενοφῶντος (τέλη 18ου αἰ.).
᾿Αρκετὰ πλούσια εἶναι καὶ ἡ εἰκονογραφία τοῦ μάρτυρος, μὲ ἀξιοσημείωτη τὴν ἀπεικόνισή του στὸ παλαιοχριστιανικὸ κιβώριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθεῖ πρόσφατα. Στὶς περισσότερες παραστάσεις του ὁ ἅγιος Νέστωρ ἀπεικονίζεται μὲ στρατιωτικὴ περιβολή, χωρίς, ὡστόσο, νὰ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὶς πηγὲς ὅτι ἦταν στρατιωτικὸς στὸ ἐπάγγελμα.
Τέλος, μνημεῖο τῆς τιμῆς ποὺ ἀπέδιδαν οἱ Θεσσαλονικεῖς στὸν ἅγιο Νέστορα ἦταν καὶ ἕνας μικρὸς ναός, ἀφιερωμένος, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, στὴ μνήμη του, ὁ ὁποῖος βρισκόταν νοτίως τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, μεταξὺ τῶν ὁδῶν ῾Αγίου Δημητρίου καὶ ᾿Ολύμπου. Στὴ θέση τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Νέστορος, μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀνεγέρθηκε τὸ μουσουλμανικὸ τέμενος Fethiye Cami῾.
ΝΕΣΤΩΡ, μάρτυς (ἀρχὲς 4ου αἰ.)
συναθλητὴς τοῦ ἁγίου Δημητρίου
῾Ο μάρτυς Νέστωρ, μαθητὴς καὶ συναθλητὴς τοῦ πολιούχου ἁγίου τῆς Θεσσαλονίκης, μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, ἐμφανίζεται στὰ σχετικὰ μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο ἁγιολογικὰ κείμενα, κατὰ τὴν περιγραφὴ τοῦ γνωστοῦ ἐπεισοδίου μὲ τὸν Λυαῖο.
Η ΑΘΛΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ
Στὸ ἐκτενὲς Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὁ Νέστωρ χαρακτηρίζεται ὡς “τις ἐκ τοῦ δήμου νεανίσκος ὡραῖος πάνυ, κομιδῆ νέος ὤν”, ἐνῶ τὸ συναξάριό του, ποὺ περιέχεται στὸ Συναξάριο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσθέτει ὅτι ὁ Νέστορας γνωριζόταν μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο (“γνωστὸς ὑπάρχων τῷ πανενδόξῳ μάρτυρι Δημητρίῳ”). Σὲ μεταγενέστερο συναξάριό του (Μηνολόγιο Βασιλείου Β¢) διευκρινίζεται ὅτι ὁ Νέστορας ἦταν μαθητὴς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, καὶ μάλιστα ὄχι κατηχούμενος ἀλλὰ χριστιανός: “Χριστιανὸς δὲ ὤν, ἀπήρχετο πρὸς τὸν ῞Αγιον Δημήτριον, ἐν ᾧ ἐκαθέζετο τόπῳ καὶ ἐδίδασκεν, καὶ ἐμάνθανεν ἀκριβέστερον παρ᾿ αὐτοῦ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας”.
῞Οταν ὁ αὐτοκράτορας Μαξιμιανὸς παρουσίαζε στὸ στάδιο τῆς Θεσσαλονίκης μὲ προκλητικὸ τρόπο τὸν φοβερὸ μονομάχο Λυαῖο, ὁ νεανίσκος Νέστωρ ἔσπευσε στὸν ἅγιο Δημήτριο, ποὺ κρατοῦνταν φυλακισμένος στὸ πλησίον τοῦ σταδίου δημόσιο βαλανεῖο, καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν εὐλογήσει γιὰ νὰ μονομαχήσει μὲ τὸ Λυαῖο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος “ποιήσας τὴν τοῦ Χριστοῦ σφραγῖδα εἰς αὐτόν”, τὸν διαβεβαίωσε πὼς ὄχι μόνο θὰ νικοῦσε τὸ Λυαῖο ἀλλὰ καὶ πὼς θὰ μαρτυροῦσε γιὰ τὸ Χριστό. Στὴ συνέχεια ὁ Νέστορας παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα καὶ τοῦ δήλωσε πὼς ἤθελε νὰ μονομαχήσει μὲ τὸ Λυαῖο, ἀλλὰ ὁ Μαξιμιανός, ὑποθέτοντας ὅτι βασικὸ κίνητρο τοῦ Νέστορος ἦταν τὸ χρηματικὸ ἔπαθλο ποὺ εἶχε ὁρίσει, τοῦ πρότεινε ἕνα ποσὸ ἐὰν δὲν μονομαχοῦσε μὲ τὸν Λυαῖο καὶ ἀποχωροῦσε ἀμέσως. ῞Ομως, ἡ ἀπάντηση τοῦ Νέστορος ἦταν κατηγορηματική: “Οὐ χρημάτων ἐπιθυμῶ οὐδὲ διὰ τοῦτο ἐπὶ τὸν ἀγῶνα ἐλήλυθα, ἀλλ᾿ ἵνα κρείττονα τοῦ Λυαίου ἐμαυτὸν συστήσω”.
Κατὰ τὴ συμπλοκή του μὲ τὸ Λυαῖο, ποὺ ἀκολούθησε, ὁ Νέστορας τοῦ ἐπέφερε ἕνα θανατηφόρο κτύπημα, ἀφήνοντας ἄφωνο τὸν αὐτοκράτορα. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπροσδόκητο γεγονὸς ὁ Μαξιμιανὸς ἀποχώρησε ἀπὸ τὸ στάδιο, ἐνῶ ὁ Νέστορας ἀνέπεμψε δοξολογία στὸ Θεό, “ὅτι τῇ εὐχῇ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀνῃρέθη ὁ βάρβαρος”. Τότε ὁ αὐτοκράτορας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸ Νέστορα μέσα στὸ στάδιο, ἐνῶ ὁ ἅγιος Δημήτριος, ὁ ὁποῖος θεωρήθηκε ὑπαίτιος τῆς σφαγῆς τοῦ Λυαίου, μαρτύρησε διὰ λογχισμοῦ μέσα στὴ φυλακή του.
ΠΗΓΕΣ
῞Οπως σημειώθηκε, τὶς σχετικὲς μὲ τὸν μάρτυρα Νέστορα πληροφορίες λαμβάνουμε ἀπὸ τὸν ἐξαιρετικὰ μεγάλο ἀριθμὸ τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων (Μαρτυρίων, ᾿Εγκωμίων, Λόγων) γιὰ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ᾿Εκτὸς αὐτῶν, Συναξάρια τοῦ μάρτυρος ἔχουν περιληφθεῖ στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο καὶ στὸ αὐτοκρατορικὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β¢, ἐνῶ πρόσφατα ἐκδόθηκε ἀπὸ τὴ Σ. Κοτζάμπαση καὶ ἕνα ἐγκώμιο στὸν ἅγιο Νέστορα, ἔργο τοῦ τέλους τοῦ 13ου αἰῶνος, ποὺ ἀνήκει στὸν λίγο γνωστὸ Κόμητα, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸν τίτλο τοῦ ὑπάτου τῶν φιλοσόφων καὶ διδασκάλου τοῦ Εὐαγγελίου καὶ καταγόταν κατὰ πᾆσα πιθανότητα ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη.
Τέλος, ἕνα ἀταύτιστο κείμενο σὲ χειρόγραφο τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καταγράφεται μὲ ἐπιφυλάξεις ὡς ἄγνωστο Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Νέστορος.
Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ
Πρὸς τιμὴ τοῦ ἁγίου Νέστορος εἶχαν γραφεῖ καὶ ὑμνογραφικὰ κείμενα (κανόνες, στιχηρὰ προσόμοια), ποὺ ψάλλονταν κατὰ τὴν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς του. ῾Ο ἀρχαιότερος γνωστὸς κανόνας στὸν ἅγιο Νέστορα προέρχεται ἀπὸ τὴ γραφίδα τοῦ ὁσίου ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογράφου καὶ φέρει ἀκροστιχίδα: “Τιμῶ σε πιστῶς, μάρτυς ἠγλαϊσμένε, ᾿Ιωσήφ”. ᾿Αξιοπρόσεκτο εἶναι τὸ γεγονός ὅτι, ὅπως διαπιστώνεται καὶ στὰ σχετικὰ ἁγιολογικὰ κείμενα, σὲ ἀρκετὰ ὑμνογραφικὰ κείμενα οἱ δύο Θεσσαλονικεῖς ἅγιοι, Δημήτριος καὶ Νέστωρ, συντιμῶνται, ὅπως συμβαίνει στὰ τρία ἀνέκδοτα στιχηρὰ προσόμοια, ποὺ ὑπάρχουν στὸ χειρόγραφο ἀρ. 69 τῆς μονῆς Ξενοφῶντος (τέλη 18ου αἰ.).
᾿Αρκετὰ πλούσια εἶναι καὶ ἡ εἰκονογραφία τοῦ μάρτυρος, μὲ ἀξιοσημείωτη τὴν ἀπεικόνισή του στὸ παλαιοχριστιανικὸ κιβώριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθεῖ πρόσφατα. Στὶς περισσότερες παραστάσεις του ὁ ἅγιος Νέστωρ ἀπεικονίζεται μὲ στρατιωτικὴ περιβολή, χωρίς, ὡστόσο, νὰ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὶς πηγὲς ὅτι ἦταν στρατιωτικὸς στὸ ἐπάγγελμα.
Τέλος, μνημεῖο τῆς τιμῆς ποὺ ἀπέδιδαν οἱ Θεσσαλονικεῖς στὸν ἅγιο Νέστορα ἦταν καὶ ἕνας μικρὸς ναός, ἀφιερωμένος, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, στὴ μνήμη του, ὁ ὁποῖος βρισκόταν νοτίως τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, μεταξὺ τῶν ὁδῶν ῾Αγίου Δημητρίου καὶ ᾿Ολύμπου. Στὴ θέση τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Νέστορος, μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀνεγέρθηκε τὸ μουσουλμανικὸ τέμενος Fethiye Cami῾.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
