Απόσυρση του νέου βιβλίου Ιστορίας της Στ' Δημοτικού
Συντονιστής: Συντονιστές
Απόσυρση του νέου βιβλίου Ιστορίας της Στ' Δημοτικού
Χαίρετε,
Είκοσι ημέρες μετά το ξεκίνημα της πρωτοβουλίας του Αντίβαρου για την απόσυρση και επανασυγγραφή του νέου βιβλίου Ιστορίας της Στ' Δημοτικού και ως τώρα η ανταπόκριση είναι εντυπωσιακή! Πάνω από 1300 έχουν συλλεχθεί μέχρι στιγμής και έχουν ήδη αποσταλλεί τα ονόματα και οι διευθύνσεις των υπογραφόντων σε όλη την πολιτική ηγεσία του τόπου, καθώς και στα μέλη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Μεταξύ των υπογραφόντων εξέχουσες προσωπικότητες της Ελληνικής κοινωνίας, με προεξάρχων τον πρώην Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Χρήστο Σαρτζετάκη.
Οι αντιδράσεις ήταν λίγο αμήχανες. Υπήρξαν όμως και ήταν θετικές. Όπως γράφτηκε στον τύπο, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο «θορυβήθηκε» από την εώς τώρα επιτυχία της πρωτοβουλίας μας και προτίθεται να αναλάβει κάποια δράση, πιθανώς με τη σύσταση κάποιας επιτροπής για τη διερεύνηση του ζητήματος.
Τώρα είναι η ώρα να κορυφωθεί η πίεση!.
Το αφιέρωμα στο βιβλίο (άρθρα συνεργατών και ολόκληρο το βιβλίο) - http://www.antibaro.gr/istoria.php
Η επιστολή διαμαρτυρίας και το μέρος όπου μπορείτε να συν-υπογράψετε το αίτημα - http://www.antibaro.gr/upografes.php
Ο ΘΕΟΣ ΠΑΝΤΑ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ.
ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΠΟΤΕ!
Είκοσι ημέρες μετά το ξεκίνημα της πρωτοβουλίας του Αντίβαρου για την απόσυρση και επανασυγγραφή του νέου βιβλίου Ιστορίας της Στ' Δημοτικού και ως τώρα η ανταπόκριση είναι εντυπωσιακή! Πάνω από 1300 έχουν συλλεχθεί μέχρι στιγμής και έχουν ήδη αποσταλλεί τα ονόματα και οι διευθύνσεις των υπογραφόντων σε όλη την πολιτική ηγεσία του τόπου, καθώς και στα μέλη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Μεταξύ των υπογραφόντων εξέχουσες προσωπικότητες της Ελληνικής κοινωνίας, με προεξάρχων τον πρώην Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Χρήστο Σαρτζετάκη.
Οι αντιδράσεις ήταν λίγο αμήχανες. Υπήρξαν όμως και ήταν θετικές. Όπως γράφτηκε στον τύπο, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο «θορυβήθηκε» από την εώς τώρα επιτυχία της πρωτοβουλίας μας και προτίθεται να αναλάβει κάποια δράση, πιθανώς με τη σύσταση κάποιας επιτροπής για τη διερεύνηση του ζητήματος.
Τώρα είναι η ώρα να κορυφωθεί η πίεση!.
Το αφιέρωμα στο βιβλίο (άρθρα συνεργατών και ολόκληρο το βιβλίο) - http://www.antibaro.gr/istoria.php
Η επιστολή διαμαρτυρίας και το μέρος όπου μπορείτε να συν-υπογράψετε το αίτημα - http://www.antibaro.gr/upografes.php
Ο ΘΕΟΣ ΠΑΝΤΑ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ.
ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΠΟΤΕ!
Διότι όσον προτιμώτερον είναι τό κάλλος των αγνών γυναικών από τό κάλλος των πορνών, τόση είναι και η διαφορά της ιδικής μας διδαχής από την έξω. Διότι οι μεν εξωτερικοί επικολλούν στα λόγια των την πειστικότητα με βεβιασμένο τρόπο, ενώ τά ιδικά μας τα περιβάλλει η αλήθεια γυμνή από τεχνάσματα.
Μέγας Βασίλειος
Μέγας Βασίλειος
Γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς
Το κατάπτυστο αυτό σύγγραμμα γράφει μεταξύ των άλλων: Το παιδομάζωμα ήταν στρατολόγηση χριστιανών υπηκόων στο στρατό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας....και τρόπος ανέληξης στις ανώτερες τάξεις..
Επίσης γράφει: Οι Ελλήνες κάτοικοι της Σμύρνης συνωστίζονταν στην προκυμαία για να επιβιβαστούν στα πλοία....
Προφανώς δεν υπήρξε καταστροφή της Σμύρνης κατά τους συγγραφείς αλλά ταξιδάκι αναψυχής στο Αιγαίο των κατοίκων της μαρτυρικής πόλης...
Αί σιχτίρ (εις άπταιστον Ελληνικήν), εσείς και το υπουργείον αποπαιδείας σας [Κ. Ζουράρις]
Επίσης γράφει: Οι Ελλήνες κάτοικοι της Σμύρνης συνωστίζονταν στην προκυμαία για να επιβιβαστούν στα πλοία....
Προφανώς δεν υπήρξε καταστροφή της Σμύρνης κατά τους συγγραφείς αλλά ταξιδάκι αναψυχής στο Αιγαίο των κατοίκων της μαρτυρικής πόλης...
Αί σιχτίρ (εις άπταιστον Ελληνικήν), εσείς και το υπουργείον αποπαιδείας σας [Κ. Ζουράρις]
Γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς
Υπολογιστές για το μάθημα της Πληροφορικής να 'χανε, θα ήμασταν ευχαριστημένοι. Όλα τα 'χε η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε.Yunan έγραψε:Και φτάσαμε, 7 μήνες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, Μάρτη μήνα, να μας λένε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο πως χορηγούνε πρόσθετο CD-ROM στα σχολεία, λες και για τη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας, έχουν όλα τα σχολεία υπολογιστές και σύγχρονο οπτικοακουστικό υλικό...
- ntinoula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1428
- Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Θεσσαλῶν Νίκη
Η καθημερινή ζωή των Ελλήνων
"Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας η καθημερινή ζωή οργανώνεται γύρω από την οικογένεια. Οι οικογένειες είναι πολυμελείς και στηρίζονται στην προσφορά και τη συνεργασία των μελών τους για τις καθημερινές ανάγκες. Τα παιδιά μαθαίνουν συνήθως το επάγγελμα των γονιών τους για να εξασφαλίσουν τη ζωή τους. Η κτηνοτροφία, η γεωργία με την αμπελουργία και την καλλιέργεια δημητριακών, ελιάς και βαμβακιού, η αλιεία, η οικοτεχνία κυρίως με την υφαντική, αποτελούν τις βασικές ασχολίες των υπόδουλων πληθυσμών για τη διαβίωσή τους. Το σπίτι είναι η βασική απασχόληση των γυναικών της οικογένειας. Το σπίτι όμως δεν είναι μόνο το μαγείρεμα, το ζύμωμα, η καθαριότητα, η φροντίδα των παιδιών αλλά και ο αργαλειός, το κέντημα, ακόμα και τα ζωντανά και τα χωράφια.
Έθιμα που έχουν σχέση με τις καθημερινές ασχολίες και τη θρησκευτική ζωή προσφέρουν ευκαιρίες για κοινωνική συναναστροφή. Τα τοπικά πανηγύρια γίνονται αφορμή για ψυχαγωγία και βοηθούν στη διατήρηση της παράδοσης, ενώ τονώνουν και την οικονομική δραστηριότητα των περιοχών.
Οι συνθήκες ζωής δεν είναι βέβαια παντού και για όλους τους υπόδουλους πληθυσμούς οι ίδιες. Αλλιώς ζουν για παράδειγμα οι εύπορες οικογένειες των νησιών και αλλιώς οι κολίγοι στη Θεσσαλία."
Τι ωραία που περνούσαν τότε!!!!!!!!!!!!
"Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας η καθημερινή ζωή οργανώνεται γύρω από την οικογένεια. Οι οικογένειες είναι πολυμελείς και στηρίζονται στην προσφορά και τη συνεργασία των μελών τους για τις καθημερινές ανάγκες. Τα παιδιά μαθαίνουν συνήθως το επάγγελμα των γονιών τους για να εξασφαλίσουν τη ζωή τους. Η κτηνοτροφία, η γεωργία με την αμπελουργία και την καλλιέργεια δημητριακών, ελιάς και βαμβακιού, η αλιεία, η οικοτεχνία κυρίως με την υφαντική, αποτελούν τις βασικές ασχολίες των υπόδουλων πληθυσμών για τη διαβίωσή τους. Το σπίτι είναι η βασική απασχόληση των γυναικών της οικογένειας. Το σπίτι όμως δεν είναι μόνο το μαγείρεμα, το ζύμωμα, η καθαριότητα, η φροντίδα των παιδιών αλλά και ο αργαλειός, το κέντημα, ακόμα και τα ζωντανά και τα χωράφια.
Έθιμα που έχουν σχέση με τις καθημερινές ασχολίες και τη θρησκευτική ζωή προσφέρουν ευκαιρίες για κοινωνική συναναστροφή. Τα τοπικά πανηγύρια γίνονται αφορμή για ψυχαγωγία και βοηθούν στη διατήρηση της παράδοσης, ενώ τονώνουν και την οικονομική δραστηριότητα των περιοχών.
Οι συνθήκες ζωής δεν είναι βέβαια παντού και για όλους τους υπόδουλους πληθυσμούς οι ίδιες. Αλλιώς ζουν για παράδειγμα οι εύπορες οικογένειες των νησιών και αλλιώς οι κολίγοι στη Θεσσαλία."
Τι ωραία που περνούσαν τότε!!!!!!!!!!!!
- ntinoula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1428
- Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Θεσσαλῶν Νίκη
Παιδιά ειλικρινά κάτι αποσπάσματα είναι το κάτι άλλο. Ζηλεύεις για το πώς ζούσαν τότε..! Ειδικά στις γιορτές και τα πανηγύρια...
Οι χριστιανοί περνούσαν καλύτερα:
"Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι άνθρωποι μετακινούνται και ταξιδεύουν, κυρίως όμως οι χριστιανοί. Ο πόλεμος, η αναζήτηση οικονομικών πόρων, το εμπόριο, τα γράμματα, τους αναγκάζουν να αλλάζουν τόπους και να αναζητούν καλύτερες ευκαιρίες."
Να και οι ελληνικές παροικίες:
"Στις αρχές του 18ου αιώνα, οι οικονομικές ευκαιρίες πληθαίνουν. Κατά μήκος των εμπορικών δρόμων, των δρόμων διακίνησης των εμπορευμάτων, δημιουργούνται οι ελληνικές παροικίες."
Εκείνα τα χρόνια τελικά μας βοήθησαν να αναπτυχθούμε!
Οι χριστιανοί περνούσαν καλύτερα:
"Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι άνθρωποι μετακινούνται και ταξιδεύουν, κυρίως όμως οι χριστιανοί. Ο πόλεμος, η αναζήτηση οικονομικών πόρων, το εμπόριο, τα γράμματα, τους αναγκάζουν να αλλάζουν τόπους και να αναζητούν καλύτερες ευκαιρίες."
Να και οι ελληνικές παροικίες:
"Στις αρχές του 18ου αιώνα, οι οικονομικές ευκαιρίες πληθαίνουν. Κατά μήκος των εμπορικών δρόμων, των δρόμων διακίνησης των εμπορευμάτων, δημιουργούνται οι ελληνικές παροικίες."
Εκείνα τα χρόνια τελικά μας βοήθησαν να αναπτυχθούμε!
- ntinoula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1428
- Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Θεσσαλῶν Νίκη
"Οι Έλληνες της Διασποράς - λόγιοι και έμποροι - ιδρύουν τυπογραφεία, μεταφράζουν βιβλία, εκδίδουν περιοδικά και εφημερίδες. Δεν ξεχνούν όμως και τον τόπο τους. Βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τη γενέτειρά τους, την υποστηρίζουν οικονομικά αλλά και διοχετεύουν σ’αυτήν νέες ιδέες και τρόπους ζωής."
"Η οθωμανική Πύλη αναγκάζεται να παραχωρήσει την είσπραξη των φόρων σε ιδιώτες και όχι σε υπαλλήλους του κράτους. Οι ιδιώτες αυτοί συχνά παραβιάζουν το νόμο, αδικούν τους υπηκόους και πλουτίζουν σε βάρος τους. Γίνονται ισχυροί και επαναστατούν ενάντια στην κεντρική διοίκηση."
"Έναρξη της ξένης κυριαρχίας θεωρείται η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους, το 1453. Στην πραγματικότητα, η ξένη κυριαρχία αρχίζει για κάποιες περιοχές της βυζαντινής επικράτειας με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, το 1204."
"Η οθωμανική Πύλη αναγκάζεται να παραχωρήσει την είσπραξη των φόρων σε ιδιώτες και όχι σε υπαλλήλους του κράτους. Οι ιδιώτες αυτοί συχνά παραβιάζουν το νόμο, αδικούν τους υπηκόους και πλουτίζουν σε βάρος τους. Γίνονται ισχυροί και επαναστατούν ενάντια στην κεντρική διοίκηση."
"Έναρξη της ξένης κυριαρχίας θεωρείται η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους, το 1453. Στην πραγματικότητα, η ξένη κυριαρχία αρχίζει για κάποιες περιοχές της βυζαντινής επικράτειας με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, το 1204."
-
konstantinoupolitis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1080
- Εγγραφή: Τετ Ιαν 17, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: Μακεδονία
Κρυφό Σχολείο και Οθωμανοκρατία
Μεταφέρω εδώ ένα πολύ ωραίο άρθρο κάποιας χρήστριας elpidaa απο το Forum του site edra, αναφορικά με το Κρυφό Σχολείο και την Οθωμανοκρατία με αφορμή την όλη διαμάχη που έχει ξεσπάσει για το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού. Είναι τεκμηριωμένο και έχει τις ανάλογες βιβλιογραφικές παραπομπές.
Ήλθε φαίνεται και η σειρά του «Κρυφού Σχολειού»! Να το απομυθοποιήσωμε και αυτό. Γιατί, όπως είναι γνωστό, στα «Κρυφά Σχολειά», δηλ. στα κοινά σχολειά της Τουρκοκρατίας, γραμματοδιδάσκαλοι γίνονταν πάντοτε ρασοφόροι και μάλιστα ταπεινοί μοναχοί που κράτησαν την εθνική συνείδηση και διέδιδαν την ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά Γράμματα. Σε κάποιο πρόχειρο συνήθως χώρο, στα κελλιά ενός μοναστηριού, μέσα σε ένα ξωκκλήσι ή εκκλησιά. Παράλληλα προς τα μεγάλα επίσημα σχολεία που κι αυτά η Ορθόδοξη Εκκλησία ίδρυσε και διατήρησε, εκεί όπου οι συνθήκες δεν ήταν πρόσφορες, στις ορεινές π.χ. και απομακρυσμένες περιοχές, που ήταν τα δημοτικά σχολειά της εποχής εκείνης. Άλλωστε στους περιβόλους των μοναστηριών, όπου άκμασε η βυζαντινή τέχνη, συντηρήθηκε η πνευματική παράδοση του Έθνους και λειτουργούσαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, υπήρχαν εσωτερικά σχολειά για τις ανάγκες των ίδιων των κοινοβίων. Σε πρόσφατη επίσκεψή του στο Άγιον Όρος, σε ένα από τα καλύτερα σύγχρονα κοινόβιά του, διαπίστωσα ότι είχε οργανωθή φροντιστήριο ελληνικών γραμμάτων, για να μπορούν οι μοναχοί (και οι νέοι και οι γεροντότεροι) να παρακολουθούνε το περιεχόμενο των βυζαντινών ύμνων που ακούνε στο ναό. Να, λοιπόν, ένα σύγχρονο «Κρυφό Σχολειό», όχι φανερό, όχι επίσημο, αλλά δημιουργημένο από συγκεκριμένη ανάγκη.
Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας τα μοναστήρια δεν ήταν μόνο θρησκευτικά και πνευματικά κέντρα, αλλά και φιλανθρωπικά ταμεία, εστίες νοσοκομειακής περιθάλψεως όποιου προσέφευγε σʼ αυτά κ.λ.π. Οι μοναχοί ήταν περίφημοι «βοτανολόγοι». Το «Γεωπονικόν» του Αγαπίου Λάνδου θαυμάζεται και από τους σύγχρονούς μας επιστήμονες. Ήταν δηλαδή τα μοναστήρια καταφύγια του Ελληνισμού στην περίοδο της σκλαβιάς. Μέσα στους ναούς τους μάθαιναν οι ραγιάδες γράμματα, κοντά σε κάποιο μοναχό έβαζαν τα παιδιά τους να διδαχθούν το αλφαβητάρι.
«
Τα περί «μύθου» για το «Κρυφό Σχολειό» τα υποστήριξε στον Ιʼ τόμο της νεώτερης «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους» (1974), ο Καθηγητής σήμερα της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Άλκης Αγγέλου. Ο μελετητής αυτός, που είναι και μέλος του Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού, αρνείται με απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο την ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού», χωρίς όμως να πείθει με τα γραφόμενά του αλλά κάνοντας διάφορες υποθέσεις, που δεν τεκμηριώνει. Ο Αγγέλου συγκεντρώνει όσες αρνητικές θέσεις έχουν κατά καιρούς γραφή, αλλά δεν αναφέρει τις υπόλοιπες, όπως επιβάλλεται για ένα έργο όχι «προσωπικό», αλλά «συλλογικό», καθώς είναι η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», μιλώντας περί «ευφαντάστων καλοπροαιρέτων ιστορικών της εθνικής σκοπιμότητος» οι οποίοι κατά την άποψη του παρασύρθηκαν «από την χιονοστιβάδα του μύθου».
Ας δούμε, λοιπόν, στη συνέχεια τι αναφέρουν πάνω στο θέμα πολύ σοβαρές ιστορικές πηγές και έγκυροι συγγραφείς. Ο Αναστάσιος Ν. Γούδας, «διδάκτωρ της ιατρικής, ιππότης του τάγματος του αγίου Στανισλάου, μέλος διαφόρων επιστημονικών και φιλανθρωπικών εταιριών», στον βʼ τόμο του περίφημου έργου του «Βίοι παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», όπου πραγματεύεται περί «Παιδείας» (εν Αθήναις 1870, σελ. κεʼ κ.εξ.) γράφει:
«Σμικρόν κατά σμικρόν η διδασκαλία μετεφέρθη από των σκητών και των σπηλαίων εις τους νάρθηκας των εκκλησιών, ένθα και σήμερον έτι διδάσκουσιν εν τισι των υπό την Τουρκία ελληνικών χωρών. Τα δημόσια σχολεία τότε ήσαν παντελώς κατηργημένα· μόνον εν τοις Πατριαρχείοις της Κωνσταντινουπόλεως και εν αποκέντρω τινί πόλει διετηρήθησαν, ως λέγεται, ατελείς τινες σχολαί· ανώτερα δε εκπαιδευτήρια δεν εδύναντο να συστηθώσι, λέγει ο Γιακωβάκης Ρίζος Νερουλός «ειμή υπό τον τίτλον επανορθωτικά καταστήματα MAISON DE CORRECTION». Ούτω δε μόλις εδυνήθησαν οι άνδρες εκείνοι να διατηρήσωσιν εν τη Ανατολή άσβεστον τον λύχνον της παιδείας… «Παναγιώτης δε ο Νικούσης και ο διάδοχος αυτού Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, λέγει Γιακωβάκης Ρίζος ο Νερουλός, κατώρθουν να λαμβάνωσιν άδειαν συστάσεως σχολείων εις διαφόρους πόλεις της τε Ευρωπαϊκής Τουρκίας και της Μικράς Ασίας και απεστόμουν τους κατά τόπους διοικητάς Τούρκους οτέ μεν δια δώρων, οτέ δε δια της ισχύος των παρά τοις υπουργοίς του Σουλτάνου». Αλλά σχολεία διατηρούμενα μόλις δια δωροδοκίας και δια της εμπνεύσεως φόβου, δεν ήτο δυνατόν να παρέξωσιν εις το έθνος και μεγάλους άνδρας· άπορον μάλιστα είναι πως εμορφώθησαν και τινες, ικανοί να διδάσκωσι τα καλά γραμματικά, και να διατηρώσιν ούτως άσβεστον τουλάχιστον την λυχνίαν της παιδείας».
«Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι θρύλος…»
Για διώξεις μιλάει και ο ιστορικός της Επαναστάσεως του Εικοσιένα Ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος αναφέροντας το «Κρυφό Σχολειό»:
«Ο παπάς κάτω από τα ράκη του ράσου του κρατεί το ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά, που τον περιμένουν, να διαβάζουν. Ομιλεί ακόμη εις τα παιδιά και δια τους μεγάλους ανθρώπους που εδόξασαν άλλοτε αυτόν τον τόπον. Διδάσκει την ολίγην ιστορίαν που γνωρίζει και αυτός. Το κρυφό σχολειό δεν είναι θρύλος. Το συνετήρησε παρά τας διώξεις, παρά την αξιοθρήνητον έλλειψιν παντός μέσου, παρά την φοβεράν πίεσι τόσων αμέσων αναγκών που θα ήτο φυσικόν να οδηγήσουν προς τον εξισλαμισμόν, ο βαθύτατος πόθος του τυραννουμένου έθνους να υπάρξη». (Η Ελληνική Επανάστασις, βραβείον Ακαδημίας Αθηνών, εʼ έκδοση, τόμ αʼ, «Μέλισσα» , σελ. 21).
Ο Αγγέλου παρακάμπτει τελείως τις διώξεις και ούτε λίγο ούτε πολύ παρατηρεί: «Αν το Κρυφό Σχολειό είχε γίνει για κάποια περίοδο πραγματικότητα σε περιορισμένη έστω έκταση, δεν συνέτρεχε κανένας λόγος η σχετική μαρτυρία ή μαρτυρίες να μείνουν σκόπιμα στην αφάνεια. Θα έπρεπε, αντίθετα ένα τέτοιο τεκμήριο ζωτικότητος της φυλής και της εθνικής συνειδήσεως σύμφωνα με την ερμηνεία που θα του δώσουν κατά κανόνα οι μεταγενέστεροι, να εξαρθή με κάθε τρόπο. Αφού, λοιπόν, η απλή λογική μας οδηγεί να αποκλείσουμε παρόμοιο ενδεχόμενο, εκείνο που απομένει να δεχθούμε είναι ότι πιθανόν να βρισκόμαστε σε μια εξαιρετική – μοναδική ίσως – συμπτωματική εξαφάνιση κάθε σχετικής γραπτής μαρτυρίας. Την έσχατη όμως αυτή υπόθεση έρχεται να αναιρέση μια άλλη αδιαφιλονίκητη λογική παρατήρηση: Για ποιο λόγο ο Τούρκος να ενοχληθή από την ύπαρξη των σχολείων; Τι είναι εκείνο που θα μπορούσε να τον ανησυχήση από την ενασχόληση ενός μικρού σχετικά μέρους του πληθυσμού με τα γράμματα; Ασφαλώς η περιορισμένη έκταση που μπορούσε να έχη την εποχή εκείνη η καλλιέργεια των γραμμάτων δεν θα πρέπει να είχε ως ενδεχόμενο την παραμέληση της καλλιεργείας της γης. Άλλωστε τα γράμματα ήταν απαραίτητα για ένα μόνο μέρος του πληθυσμού για όσους δηλαδή ασχολούνταν με το εμπόριο, με το οποίο δεν ασχολείτο συστηματικά ο δυνάστης ή για όσους είχαν σχέση με τον κλήρο».
«Απόκρυφον έργον συνετελείτο…»
Ασφαλώς ένας δυνάστης, σαν κι αυτόν θα ήταν τέλεια ιδανικός, όμως οι μαρτυρίες κάθε άλλο παρά αθώο τον εμφανίζουν. Από τη μια μεριά έδινε προνόμια κι από την άλλη, όπου μπορούσε, προέβαινε σε εξισλαμισμούς του πληθυσμού. Πώς θα άφηνε στην περίπτωση αυτή να λειτουργήσουν ομαλά τα σχολεία; Ο γνωστός ιστοριοδίφης Τάσος Γριτσόπουλος γράφει πάνω σʼ αυτό:
«Πρέπει αναμφισβητήτως να τονισθή ότι παρά το δοθέν προνόμιον και παρά τας πολιτικάς αρετάς του Πορθητού, θηριώδης παρέμεινε και αμετάβλητος η ασιατική φυσιογνωμία αυτού του ιδίου και των διαδόχων του. Παρά το ανενόχλητον του Πατριάρχου ο Πατριάρχης ουχί σπανίως κατεβιβάσθη από τον θρόνον και ωδηγηθή εις τον θάνατον παρά δε τας χορηγηθείσας θρησκευτικάς ελευθερίας υπήρχον δεσμεύσεις και επί των απλουστέρων ζητημάτων, αύται δε συνήθως ήροντο δια της καταβολής χρημάτων. Γεμάτη από αντιφάσεις εξεδηλώνετο η τουρκική πολιτική έναντι των χριστιανών, πάντοτε όμως ρυθμι
στής των σχέσεων ήτο η σκοπιμότης και χρυσούς κανών η εξαγορά, ποτέ η αρετή και το δίκαιον».
Ο ίδιος μελετητής έχει ασχοληθή ιδιαίτερα με την παιδεία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και έχει αφιερώσει στο «Κρυφό Σχολειό» μελέτημα που είδε το φως το 1962 στον δʼ τόμο του επιστημονικού φιλολογικού περιοδικού «Παρνασσός». Ο Γριτσόπουλος κατέγινε και με την ιστορία της Μεγάλης του Γένους Πατριαρχικής Σχολής, που την ίδρυσή της τοποθετεί αμέσως μετά την Άλωση:
«Βεβαίως, γράφει, δεν γνωρίζομεν πότε ακριβώς η Μ. Εκκλησία γενικώς και επισήμως επέβαλε εαυτήν ως την κατʼ εξοχήν επόπτριαν της διακανονιστικής κινήσεως διότι δεν έχομεν σαφή μαρτυρίαν αυθεντικήν. Αλλʼ είναι δυνατόν να υποθέσωμεν ότι επί του Γενναδίου και ζώντος του Πορθητού συνετελέσθη το μέγα γεγονός εις την Κωνσταντινούπολιν τουλάχιστον. Εις τας επαρχίας ωργανώθη μεν υπό την αιγίδα της Εκκλησίας η Παιδεία, τούτο όμως έγινε πολύ αργότερα, όταν οι καιροί ήσαν περισσότερον πρόσφοροι. Πάντως οφείλομεν να δεχθώμεν ότι απόκρυφον έργον συνετελείτο από της πρώτης στιγμής της συμφοράς εις τα μοναστήρια, όπου πρέπει να τοποθετήσωμεν τα θρυλικά Κρυφά Σχολειά» (Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, τόμ. αʼ, σσ. 70-71).
Κρυπτοχριστιανοί – Κρυφά Σχολειά
Η ύπαρξη επισήμων σχολείων, εξ άλλου, δεν αποκλείει τα κρυφά. Όπως και η διατήρηση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δεν αποκλείει την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών, εξισλαμισθέντων δηλ. χριστιανών, που λάτρευαν στα κρυφά τον αληθινό Θεό. Ο ίδιος δυνάστης, που ενώ αναγνώριζε το Πατριαρχείο, κυνηγούσε την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία με πραγματική μανία, όποτε του δινόταν η ευκαιρία, όπως θα δούμε παρακάτω, έκλεινε τα ελληνικά σχολεία. Για τις ανάγκες των κρυπτοχριστιανών η Εκκλησία χρησιμοποιούσε και κρυφούς παπάδες. Ο Νίκος Ε. Μηλιώρης, που ασχολήθηκε συστηματικά με το αδιαμφισβήτητο τούτο γεγονός προσκομίζοντας σπουδαίες μαρτυρίες στο βιβλίο του «Οι Κρυπτοχριστιανοί» (Εκδόσεις Ενώσεως Σμυρναίων, σ. 47-4 FPRIVATE "TYPE=PICT;ALT=Cool" γράφει:
«Κρυφοί παπάδες ήσαν ακόμη δερβίσηδες – ιεραπόστολοι μυστικοί – που περιοδεύανε στα κέντρα των κρυπτοχριστιανών και τελούσαν τα χριστιανικά μυστήρια. Ήσαν απεσταλμένοι κάποιων μοναστηριών. Ειδική και επιμελημένη ήταν η επιλογή και η προετοιμασία από τα μεγάλα μοναστήρια του Πόντου των περιοδευόντων αυτών μυστικών ιεραποστόλων και μακροχρόνια και γεμάτη από απρόοπτους και θανάσιμους συχνά κινδύνους η αποστολή τους. Διαλέγανε όσους από τους καλογέρους παρουσιάζανε τα περισσότερα για τον προορισμό, που θα αναλαμβάνανε προσόντα. Τους διδάσκανε τα τούρκικα, τους μυούσαν στους τύπους της μουσουλμανικής λατρείας και στις θρησκευτικές τελετές της κι ύστερα τους ντύνανε ντερβίσηδες και τους εξαποστέλνανε στον Πόντο. Μπαίνανε στα χωριά των Κρυπτοχριστιανών σαν κήρυκες του Μωάμεθ. Τη νύκτα λειτουργούσανε (σ.σ. τα ελληνικά) μέσα σε κατακόμβες και κρύπτες. Μήνες ολόκληρους οδοιπορούσανε και χρόνια ολόκληρα πολλές φορές, ταλαιπωρούμενοι και αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο σε κάθε τους βήμα. Πολλοί υποκύπτανε στις κακουχίες· άλλοι αναγνωρίζονταν και τότε τελειώνανε με μαρτυρικό θάνατο. μερικοί είχανε την καλή τύχη να γυρίσουν πίσω στο μοναστήρι τους· αλλά και πάλιν αφού κάνανε εκεί την αναφορά τους, σύντομα ξαναφεύγανε σε καινούρια αποστολή. Σε τέτοια μοναστήρια του Πόντου κρατούσαν και κρυπτογραφικούς κώδικες· καταγράφανε σʼ αυτούς συνθηματικά την κίνηση των κρυπτοχριστιανών της δικαιοδοσίας ή της περιοχής των.
Οι αρνητές του «Κρυφού Σχολειού» σε κανένα τεκμήριο δεν βασίζονται παρά μόνο σε εικασίες. «Ένας αιώνας και πλέον μετά την Άλωση λένε, είναι το διάστημα που καλύπτεται λίγο πολύ από τους υπέρμαχους της μυθολογίας του Κρυφού Σχολειού. Το χρονικό όμως αυτό διάστημα μπορεί να δικαιολογήση με τον αργό ρυθμό που έχει η ζωή εκείνη την εποχή και με την επιβράδυνση την οποία προκάλεσε η τουρκική κατάκτηση το γενικό μούδιασμα που έχει καταλάβει όλες τις δυνάμεις του έθνους». Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με όσα οι ίδιοι γράφουν για την ουδέτερη πολιτική του Τούρκου δυνάστη απέναντι στα σχολεία. Και σχολεία δεν δημιουργήθηκαν μόνο μετά τον 16ο αιώνα αλλά αμέσως μετά την Άλωση ιδρύθηκε η Μεγάλη του Γένους Πατριαρχική Σχολή. Αντίθετα αν υπήρξε μούδιασμα αυτό θα ήταν αποτέλεσμα των τουρκικών πιέσεων. Το ακριβές, όπως ήδη σημειώθηκε, είναι ότι ο κατακτητής επίσημα έδωσε προνόμια και ανεπίσημα επιδίωκε τον αφελληνισμό των υποδούλων, όπως έκανε με τη στρατολογία γενιτσάρων. «Το ελληνικό έθνος, γράφει ο Βλαχογιάννης, πλήρωσε με εκατομμύρια ζωντανές ψυχές τη δίψα του μουσουλμανικού φανατισμού» (Πρωία 5 Ιουνίου 1932).
Πλούσια ηπειρωτική παράδοση
Τις εικασίες των αρνητών του «Κρυφού Σχολειού» έρχεται να αναιρέση πλουσιώτατη τοπική παράδοση, αλλά και η ύπαρξη τοπωνυμικών μαρτυριών και αρχαιολογικών τεκμηρίων. Ο Ηπειρώτης ποιητής Κώστας Κρυστάλλης γράφει για τα «Κρυφά Σχολειά» του Συρράκου και των Καλαρρυτών:
«Εν Συρράκω και Καλαρρύταις εδιδάσκετο η Ελληνική Παιδεία υπό Ιερέων ως εις πλείστα μέρη της Ελλάδος κατά τους ανωμάλους εκείνους καιρούς – είτε εν ναοίς είτε εν ιδιωτικοίς οίκοις - πολύ προ του ισαποστόλου Αγίου Κοσμά (Περιοδικό «Εβδομάς», 1891).
Νεώτερος μελετητής της «Παιδείας στα Τζουμέρκα από την Άλωση ως τον Αλή πασά», ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Φίλιππος Δ. Κολοβός παρατηρεί για την παιδεία στην Ήπειρο:
«Στην περίοδο της σκλαβιάς ο κλήρος γίνεται οδηγός και στήριγμα του δούλου Έθνους. Και το «Κρυφό Σχολειό» είναι για την περίοδο εκείνη το μοναδικό σχολείο μέσα στο οποίο οι μικροί ραγιάδες πληροφορούνται για τα περασμένα μεγαλεία του έθνους. Οι απλοϊκοί ρασοφόροι διοχετεύουν ιερό ενθουσιασμό στα σκλαβόπουλα και διαποτίζονται από το κρυφό σχολειό τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα και διασώζονται τα εθνικά ιδανικά» (περ. «Σκουφάς» 5 , τεύχη 42-43, σελ. 92).
Την ηπειρωτική παράδοση για το «Κρυφό Σχολειό» ενισχύουν και οι δυο γωνιακές κρύπτες του καθολικού της μονής του Αγίου Νικολάου των Φιλανθρωπινών ή του Σπανού στο νησάκι των Ιωαννίνων, όπου όλως λέγεται λειτουργούσε «Κρυφό Σχολειό». Αυτό το αναφέρει ο Αρχαιολόγος Σωτ. Ι. Δάκαρης, αλλά δεν το δέχεται.
«Κατά τη γραπτή παράδοση, γράφει, του 19 αιώνα λειτούργησε εδώ με την ανέγερση της πρώτης Μονής, ή κατʼ άλλη εκδοχή από τα μέσα του 16ου αιώνα, Εκπαιδευτήριο. Ασφαλώς όμως εσφαλμένος είναι ο θρύλος για τη λειτουργία του Κρυφού Σχολειού. Στα Γιάννινα υπήρχαν με την ανοχή των Τούρκων στους χρόνους της τουρκοκρατίας πολλά σχολεία, ώστε η παράνομη δράση του Κρυφού Σχολειού να φαίνεται περιττή» (Το νησί των Ιωαννίνων, Αθήναι 1971, σελ. 22).
Διαφεύγει όμως της προσοχής του αρχαιολόγου ότι «Κρυφό Σχολειό» ήταν και το ανεπίσημο, όπως ήδη γράψαμε, κοινό σχολειό, που όπως σημειώνει ο Μιχαλόπουλος (βλ. παραπάνω), το κρατούσαν οι καλόγεροι. Όταν οι συνθήκες απαιτούσαν πλήρη μυστικότητα ή δημιουργούσαν ανάγκη κρυφής λειτουργίας του, οι καλόγεροι επιτελούσαν το έργο τους όπως συνήθως κρυφά. Παράδειγμα η σχολή που λειτούργησε στο μοναστήρι της Αγίας Μαρίνας Σύμης από το 1765 ως το 1821 και σταμάτησε με την έκρηξη της Επαναστάσεως από τον δυσαρεστημένο κατακτητή. Ξαναλειτούργησε το 1834 στους θόλους του ναού της Μεγάλης Παναγιάς στο Κάστρο της Σύμης. Στο μεταξύ διάστημα, οπότε ξαναγύρισε η τουρκική κατοχή, λειτουργούσε ασφαλώς κρυφά (βλ. σχετικά στη μελέτη «Η σχολή της Σύμης», Αθήνα 1978). Το ίδιο γινόταν σε όλο το διάστημα της Τουρκοκρατίας και περισσότερο στην μετά την Άλωση κρίσιμη περίοδο, οπότε σωστά τοποθετείται κατʼ εξοχήν η ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού», και καθώς είδαμε ο κατακτητής εφάρμοζε δυο μέτρα και δυο σταθμά απέναντι στους Έλληνες.
Άλλος Ηπειρώτης λογοτέχνης, ο Μιχαήλ Περάνθης, με βάση την επιχωριάζουσα στην πατρίδα του παράδοση περιγράφει το «Κρυφό Σχολειό» ως εξής:
«Δίδασκαν καλόγεροι και παπάδες μισογραμματισμένοι κι αυτοί. Δίδασκαν νύχτα, με το κερί, πριν ξημερώσει ακόμα. Τα παιδιά διολίσθαιναν αθόρυβα στο σκοτάδι, να μην τους δει Τούρκος κι ήταν χαρούμενα όταν είχε φεγγάρι – που το τραγουδούσαν. Έφταναν σʼ ένα γυμνό δωμάτιο σπιτιού, στο νάρθηκα μιας εκκλησιάς, σʼ ένα μπουντρούμι ανή
λιαγο και υγρό… Κάθονταν διπλοπόδι στο χώμα ή στις πλάκες ή απάνω στις πέτρες, γύρω – γύρω. Με ταʼ αυτί τους στημένο έξω μπας κι ορμήσει ο Αγαρηνός. Με τη ματιά τους στο μυστικό παραπόρτι, έτοιμοι να το σκάσουν, αν χρειαστεί… Και να παίζουν το κεφάλι τους για πέντε κολλυβογράμματα! Τι μάθαιναν; Την αλφαβήτα – για να διαβάζουν το ψαλτήρι. Βιβλία δεν είχαν. Η ανάγνωση γινόταν στʼ Οκταήχι. Ένας διάβαζε κʼ οι άλλοι του κρατούσαν το ίσο, κουνώντας ρυθμικά το κορμί τους μπρος πίσω και ψαλμωδώντας τους φθόγγους της εκκλησιαστικής μουσικής. Στη μέση στέκονταν ο δάσκαλος κρατώντας τη βέργα του «δίκην σκήπτρου». Ήταν το σύμβολό του. Την άπλωνε και χτυπούσε μʼ αυτήν όπου έφτανε».
Δύο αξιόλογες μαρτυρίες
Βέβαια πρόκειται για λογοτεχνική ανάπλαση, όμως ο Περάνθης στη συνέχεια προσάγει και δυο αξιόλογες μαρτυρίες για την κατάσταση της παιδείας στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας:
«Ο προτεστάντης ιεροκήρυκας Γκέρλαχ είδε στα 1572 τον γέρο Μαλαξό να δίνει μαθήματα στο σπίτι του. Ήταν σʼ ένα εξαθλιωμένο γυμνό δωμάτιο, όπου σε μια γωνιά κρέμονταν λίγα παστωμένα ψάρια ξερά· απʼ αυτά έπαιρνε και μαγείρευε, να ψευτοζήσει. Μόλις τα παιδιά έπαυαν να ψελλίζουν, έγραφε ο Αλέξανδρος Ελλάδιος, στα 1714, τάστελναν στην κοντινότερη εκκλησιά, να μάθουν όσα σχετίζονταν με την πίστη τους… Τα Κρυφά Σχολειά συνεχίζονται εκεί που οι τοπικοί πασάδες και μπέηδες μάχονται τους καλόγερους και τα γράμματα».
«Κρυφά Σχολειά» σʼ όλη την Ελλάδα
«Κρυφά Σχολειά» δεν λειτουργούσαν μόνο στην Ήπειρο, αλλά σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Στην περίφημη μονή Προυσσού στη Ρούμελη, διασώζεται ένα μικρό κτίριο, που το ονομάζουν «Κρυφό Σχολειό» και λέγουν ότι δίδαξε σʼ αυτό ο εθνομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός. Πλουσιώτατη είναι η παράδοση για το «Κρυφό Σχολειό στο Μοριά, στη Δημητσάνα, στη μονή Φιλοσόφου κ.α.
«Το σχολείο της Μονής Φιλοσόφου, γράφει ο Γυμνασιάρχης Β. Χαραλαμπόπουλος, γνώρισε μεγάλη ακμή στα χρόνια της σκλαβιάς όταν πια έκλεισαν τα άλλα σχολεία και το πνευματικό σκοτάδι σκέπασε τη χώρα μας. Τότε όσοι διψούσαν για μάθηση έτρεχαν στα μοναστήρια και σε απόμερες περιοχές στα λεγόμενα «Κρυφά Σχολειά», όπου καλόγεροι και παπάδες μάθαιναν τα παιδιά γράμματα. Το παλαιό μοναστήρι του Φιλοσόφου βρίσκεται μέσα στην σπηλιά του βράχου και λέγεται από τον λαό «Κρυφό Σχολειό», γιατί εκεί λειτούργησε το παλαιό σχολείο στα πρώτα χρόνια της σκλαβιάς. Βρίσκεται όμως σε μέρος εξαιρετικά απότομο και δυσκολοπέραστο και οι συνθήκες της ζωής σʼ αυτό ήταν πολύ δύσκολες» (περ. «Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 81, σελ. 113).
Γλωσσικές – αρχαιολογικές μαρτυρίες
Ενδιαφέρουσες γλωσσικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες συγκεντρώνει για το «Κρυφό Σχολειό» ο Αθανάσιος Φ. Παπαγιάννης:
«Τοπωνύμια «Κρυφό Σχολειό», γράφει υπάρχουν εκτός από τη μονή Φιλοσόφου, και στην Άνω Μονή Δίβρης (στην Ηλεία), στη Μονή Αγίων Αναργύρων (Λακωνίας), στη Μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού (Κορινθίας) κ.ά. Χαρακτηριστικό είναι ότι το ʽʼΚρυφό Σχολειόʼʼ ʽʼήταν διαμέρισμα αθέατον, αποκεκομμένον από τον ναόν, προσιτόν με κινητήν κλίμακα μακρυά από τα μάτια του κατακτητούʼʼ ή ʽʼθολωτό κρυφό διαμέρισμα πάνω από τον νάρθηκα της Μονής, όπως στη Μονή Φενεούʼʼ. Στη Μονή Κηπιανών (Μαντινείας) ήταν σε θολωτό διαμέρισμα της καμάρας (Στοάς)» (Μαντινειακά Μοναστήρια, σελ. 378).
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στην Κύπρο τους παπάδες, όπως με πληροφορεί ο φίλος Κύπριος ιστορικός συγγραφέας Σπύρος Παπαγεωργίου τους αποκαλούν «Δάσκαλε!». Ο χαρακτηρισμός αυτός υπογραμμίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τον ρόλο του ορθόδοξου παπά στα χρόνια της σκλαβιάς, που δυστυχώς για την πολύπαθη ελληνική μεγαλόνησο, ξαναγύρισε και πάλι σε μεγάλο τμήμα του εδάφους της.
«Κρυφό Σχολειό» και λογοτεχνία
Γύρω από το θέμα του «Κρυφού Σχολειού» πρέπει να αναφερθή ότι ο ποιητής Ι. Πολέμης και ο λογοτέχνης Άλκης Κ. Τροπαιάτης έχουν γράψει λογοτεχνικά έργα και ότι ο σημαντικώτατος Νεοέλληνας ζωγράφος Νικόλαος Γύζης έχει αφιερώσει το έργο του «Το κρυφό σχολειό», όπου ένα μοναχός διδάσκει τα Ελληνόπουλα. Σχετικό είναι και το «Ο μοναχός και το παιδί» του ίδιου ζωγράφου, όπου ο μοναχός κρατά στο χέρι του ένα φλυτζάνι καφέ και εξηγεί κάτι στο παιδί με τʼ ανοιγμένο βιβλίο στο σπίτι όπου βρέθηκε. Στη Μονή Πεντέλης, εξ άλλου, υπάρχει αναπαράσταση του «Κρυφού Σχολειού» στο Μουσείο του Ορθοδόξου Κλήρου και της Ελληνικής Παιδείας των χρόνων της Τουρκοκρατίας.
Συμπεράσματα
Από όσα παραπάνω εκθέσαμε προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:
1. Τα κοινά σχολειά τα κρατούσαν ανεπίσημα μοναχοί είτε στα φανερά είτε στα κρυφά, όπου οι συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές. Αυτά ήταν τα «Κρυφά Σχολειά» της περιόδου της δουλείας.
2. Οι μοναχοί δεν ήταν μόνο δάσκαλοι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και ο σύνδεσμος των Κρυπτοχριστιανών με την Εκκλησία.
3. Υπάρχουν πλούσια τοπική παράδοση και πολλές μαρτυρίες τοπωνυμικές και αρχαιολογικές για τα «Κρυφά Σχολειά».
4. Η άρνηση του «Κρυφού Σχολειού» δεν βασίζεται σε τεκμήρια, αλλά σε εικασίες.
5. Η Εκκλησία γενικά είχε στα χέρια της την παιδεία, και την επίσημη και την ανεπίσημη. Στα μοναστήρια βρήκε καταφύγιο ο Ελληνισμός στα χρόνια της σκλαβιάς.
Λόγοι σεβασμού της ιστορικής αλήθειας, αλλά και της φιλολογικής δεοντολογίας επιβάλλουν, για όλα αυτά, σε συλλογικά έργα, όπως η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» να αποφεύγουν τους ατεκμηρίωτους δογματισμούς και να παραθέτουν όλες τις απόψεις.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΑΠ. Ε.: Η Πορεία του Γένους, «Οι Εκδόσεις των Φίλων», Αθήνα 1966, σσ. 76-77.
2. ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑΝΝΗ: «Κόψε με, αγά μου, νʼ αγιάσω», Πρωία 5 Ιουνίου 1932.
3. ΓΟΥΔΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ: Βίοι παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος βʼ, Παιδεία εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδελφέως, 1870, σελ. κεʼ κ.εξ.
4. ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ ΤΑΣΟΥ ΑΘ.: «Κρυφό Σχολειό», Παρνασσός, 4 (1962), σελ. 76 κ.εξ.
5. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: Σχολή Δημητσάνης, Αθήναι 1962, σελ. 19 κ.εξ.
6. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, τόμος αʼ, Αθήναι 1966, σελ. 67 κ.εξ.
7. ΔΑΚΑΡΗ ΣΩΤ. Ι.: Το νησί των Ιωαννίνων, έκδοση Μουσείου Προεπαναστατικής περιόδου νήσου Ιωαννίνων, Αθήναι 1971, σελ. 22.
8. ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Ιʼ, Αθήνα 1974.
9. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Ι. Ν.: Το Εικοσιένα και ο Σύγχρονος Ελληνισμός, «Οι εκδόσεις των Φίλων», Αθήναι 1972, σελ. 57.
10. ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ: Η Ελληνική Επανάστασις, βραβείον Ακαδημίας Αθηνών, εʼ έκδοσις εικονογραφημένη και βελτιωμένη, τόμος αʼ, «Μέλισσα» 1967, σελ. 21.
11. ΚΟΛΟΒΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ.: «Η παιδεία στα Τζουμέρκα από την Άλωση ως τον Αλή πασά», Σκουφάς, τόμ. Εʼ, τεύχ. 42-43, 1976, σσ. 92-96.
12. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΚΩΣΤΑ: Άπαντα, εκδόσεις Μιχ. Περάνθη και Γ. Βαλέτα.
13. ΜΗΛΙΩΡΗ ΝΙΚΟΥ Ε.: Οι Κρυπτοχριστιανοί, μελέτη εκδόσεις «Ενώσεως Σμυρναίων», Αθήναι 1962.
14. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΦΑΝΗ: Τα Γιάννενα κι η Νεοελληνική Αναγέννηση (1648-1820), Αθήνα 1930, σελ. 25.
15. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Φ.: Μαντινειακά Μοναστήρια, Αθήνα 1977, σελ. 216 κ.εξ.
16. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.
17. ΠΕΡΑΝΘΗ ΜΙΧΑΗΛ: Ελληνική Πεζογραφία από την άλωση ως σήμερα, τόμος αʼ, σσ. 17-18.
18. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Β.: «Τα Κρυφά σχολειά της Μονής Φιλοσόφου», περ. Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 81, σελ. 113.
19. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ Ι. Μ.: Βυζάντιο και Εκκλησία, έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1978.
20. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: Η σχολή της Σύμης (1765-1821), Αθήνα 1978.
Aπό το βιβλίο «Το Κρυφό Σχολείο», έκδοση της Αποστολικής Διακονίας
Ήλθε φαίνεται και η σειρά του «Κρυφού Σχολειού»! Να το απομυθοποιήσωμε και αυτό. Γιατί, όπως είναι γνωστό, στα «Κρυφά Σχολειά», δηλ. στα κοινά σχολειά της Τουρκοκρατίας, γραμματοδιδάσκαλοι γίνονταν πάντοτε ρασοφόροι και μάλιστα ταπεινοί μοναχοί που κράτησαν την εθνική συνείδηση και διέδιδαν την ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά Γράμματα. Σε κάποιο πρόχειρο συνήθως χώρο, στα κελλιά ενός μοναστηριού, μέσα σε ένα ξωκκλήσι ή εκκλησιά. Παράλληλα προς τα μεγάλα επίσημα σχολεία που κι αυτά η Ορθόδοξη Εκκλησία ίδρυσε και διατήρησε, εκεί όπου οι συνθήκες δεν ήταν πρόσφορες, στις ορεινές π.χ. και απομακρυσμένες περιοχές, που ήταν τα δημοτικά σχολειά της εποχής εκείνης. Άλλωστε στους περιβόλους των μοναστηριών, όπου άκμασε η βυζαντινή τέχνη, συντηρήθηκε η πνευματική παράδοση του Έθνους και λειτουργούσαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, υπήρχαν εσωτερικά σχολειά για τις ανάγκες των ίδιων των κοινοβίων. Σε πρόσφατη επίσκεψή του στο Άγιον Όρος, σε ένα από τα καλύτερα σύγχρονα κοινόβιά του, διαπίστωσα ότι είχε οργανωθή φροντιστήριο ελληνικών γραμμάτων, για να μπορούν οι μοναχοί (και οι νέοι και οι γεροντότεροι) να παρακολουθούνε το περιεχόμενο των βυζαντινών ύμνων που ακούνε στο ναό. Να, λοιπόν, ένα σύγχρονο «Κρυφό Σχολειό», όχι φανερό, όχι επίσημο, αλλά δημιουργημένο από συγκεκριμένη ανάγκη.
Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας τα μοναστήρια δεν ήταν μόνο θρησκευτικά και πνευματικά κέντρα, αλλά και φιλανθρωπικά ταμεία, εστίες νοσοκομειακής περιθάλψεως όποιου προσέφευγε σʼ αυτά κ.λ.π. Οι μοναχοί ήταν περίφημοι «βοτανολόγοι». Το «Γεωπονικόν» του Αγαπίου Λάνδου θαυμάζεται και από τους σύγχρονούς μας επιστήμονες. Ήταν δηλαδή τα μοναστήρια καταφύγια του Ελληνισμού στην περίοδο της σκλαβιάς. Μέσα στους ναούς τους μάθαιναν οι ραγιάδες γράμματα, κοντά σε κάποιο μοναχό έβαζαν τα παιδιά τους να διδαχθούν το αλφαβητάρι.
«
Τα περί «μύθου» για το «Κρυφό Σχολειό» τα υποστήριξε στον Ιʼ τόμο της νεώτερης «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους» (1974), ο Καθηγητής σήμερα της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Άλκης Αγγέλου. Ο μελετητής αυτός, που είναι και μέλος του Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού, αρνείται με απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο την ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού», χωρίς όμως να πείθει με τα γραφόμενά του αλλά κάνοντας διάφορες υποθέσεις, που δεν τεκμηριώνει. Ο Αγγέλου συγκεντρώνει όσες αρνητικές θέσεις έχουν κατά καιρούς γραφή, αλλά δεν αναφέρει τις υπόλοιπες, όπως επιβάλλεται για ένα έργο όχι «προσωπικό», αλλά «συλλογικό», καθώς είναι η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», μιλώντας περί «ευφαντάστων καλοπροαιρέτων ιστορικών της εθνικής σκοπιμότητος» οι οποίοι κατά την άποψη του παρασύρθηκαν «από την χιονοστιβάδα του μύθου».
Ας δούμε, λοιπόν, στη συνέχεια τι αναφέρουν πάνω στο θέμα πολύ σοβαρές ιστορικές πηγές και έγκυροι συγγραφείς. Ο Αναστάσιος Ν. Γούδας, «διδάκτωρ της ιατρικής, ιππότης του τάγματος του αγίου Στανισλάου, μέλος διαφόρων επιστημονικών και φιλανθρωπικών εταιριών», στον βʼ τόμο του περίφημου έργου του «Βίοι παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», όπου πραγματεύεται περί «Παιδείας» (εν Αθήναις 1870, σελ. κεʼ κ.εξ.) γράφει:
«Σμικρόν κατά σμικρόν η διδασκαλία μετεφέρθη από των σκητών και των σπηλαίων εις τους νάρθηκας των εκκλησιών, ένθα και σήμερον έτι διδάσκουσιν εν τισι των υπό την Τουρκία ελληνικών χωρών. Τα δημόσια σχολεία τότε ήσαν παντελώς κατηργημένα· μόνον εν τοις Πατριαρχείοις της Κωνσταντινουπόλεως και εν αποκέντρω τινί πόλει διετηρήθησαν, ως λέγεται, ατελείς τινες σχολαί· ανώτερα δε εκπαιδευτήρια δεν εδύναντο να συστηθώσι, λέγει ο Γιακωβάκης Ρίζος Νερουλός «ειμή υπό τον τίτλον επανορθωτικά καταστήματα MAISON DE CORRECTION». Ούτω δε μόλις εδυνήθησαν οι άνδρες εκείνοι να διατηρήσωσιν εν τη Ανατολή άσβεστον τον λύχνον της παιδείας… «Παναγιώτης δε ο Νικούσης και ο διάδοχος αυτού Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, λέγει Γιακωβάκης Ρίζος ο Νερουλός, κατώρθουν να λαμβάνωσιν άδειαν συστάσεως σχολείων εις διαφόρους πόλεις της τε Ευρωπαϊκής Τουρκίας και της Μικράς Ασίας και απεστόμουν τους κατά τόπους διοικητάς Τούρκους οτέ μεν δια δώρων, οτέ δε δια της ισχύος των παρά τοις υπουργοίς του Σουλτάνου». Αλλά σχολεία διατηρούμενα μόλις δια δωροδοκίας και δια της εμπνεύσεως φόβου, δεν ήτο δυνατόν να παρέξωσιν εις το έθνος και μεγάλους άνδρας· άπορον μάλιστα είναι πως εμορφώθησαν και τινες, ικανοί να διδάσκωσι τα καλά γραμματικά, και να διατηρώσιν ούτως άσβεστον τουλάχιστον την λυχνίαν της παιδείας».
«Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι θρύλος…»
Για διώξεις μιλάει και ο ιστορικός της Επαναστάσεως του Εικοσιένα Ακαδημαϊκός Διονύσιος Κόκκινος αναφέροντας το «Κρυφό Σχολειό»:
«Ο παπάς κάτω από τα ράκη του ράσου του κρατεί το ψαλτήρι και πηγαίνει να μάθη τα παιδιά, που τον περιμένουν, να διαβάζουν. Ομιλεί ακόμη εις τα παιδιά και δια τους μεγάλους ανθρώπους που εδόξασαν άλλοτε αυτόν τον τόπον. Διδάσκει την ολίγην ιστορίαν που γνωρίζει και αυτός. Το κρυφό σχολειό δεν είναι θρύλος. Το συνετήρησε παρά τας διώξεις, παρά την αξιοθρήνητον έλλειψιν παντός μέσου, παρά την φοβεράν πίεσι τόσων αμέσων αναγκών που θα ήτο φυσικόν να οδηγήσουν προς τον εξισλαμισμόν, ο βαθύτατος πόθος του τυραννουμένου έθνους να υπάρξη». (Η Ελληνική Επανάστασις, βραβείον Ακαδημίας Αθηνών, εʼ έκδοση, τόμ αʼ, «Μέλισσα» , σελ. 21).
Ο Αγγέλου παρακάμπτει τελείως τις διώξεις και ούτε λίγο ούτε πολύ παρατηρεί: «Αν το Κρυφό Σχολειό είχε γίνει για κάποια περίοδο πραγματικότητα σε περιορισμένη έστω έκταση, δεν συνέτρεχε κανένας λόγος η σχετική μαρτυρία ή μαρτυρίες να μείνουν σκόπιμα στην αφάνεια. Θα έπρεπε, αντίθετα ένα τέτοιο τεκμήριο ζωτικότητος της φυλής και της εθνικής συνειδήσεως σύμφωνα με την ερμηνεία που θα του δώσουν κατά κανόνα οι μεταγενέστεροι, να εξαρθή με κάθε τρόπο. Αφού, λοιπόν, η απλή λογική μας οδηγεί να αποκλείσουμε παρόμοιο ενδεχόμενο, εκείνο που απομένει να δεχθούμε είναι ότι πιθανόν να βρισκόμαστε σε μια εξαιρετική – μοναδική ίσως – συμπτωματική εξαφάνιση κάθε σχετικής γραπτής μαρτυρίας. Την έσχατη όμως αυτή υπόθεση έρχεται να αναιρέση μια άλλη αδιαφιλονίκητη λογική παρατήρηση: Για ποιο λόγο ο Τούρκος να ενοχληθή από την ύπαρξη των σχολείων; Τι είναι εκείνο που θα μπορούσε να τον ανησυχήση από την ενασχόληση ενός μικρού σχετικά μέρους του πληθυσμού με τα γράμματα; Ασφαλώς η περιορισμένη έκταση που μπορούσε να έχη την εποχή εκείνη η καλλιέργεια των γραμμάτων δεν θα πρέπει να είχε ως ενδεχόμενο την παραμέληση της καλλιεργείας της γης. Άλλωστε τα γράμματα ήταν απαραίτητα για ένα μόνο μέρος του πληθυσμού για όσους δηλαδή ασχολούνταν με το εμπόριο, με το οποίο δεν ασχολείτο συστηματικά ο δυνάστης ή για όσους είχαν σχέση με τον κλήρο».
«Απόκρυφον έργον συνετελείτο…»
Ασφαλώς ένας δυνάστης, σαν κι αυτόν θα ήταν τέλεια ιδανικός, όμως οι μαρτυρίες κάθε άλλο παρά αθώο τον εμφανίζουν. Από τη μια μεριά έδινε προνόμια κι από την άλλη, όπου μπορούσε, προέβαινε σε εξισλαμισμούς του πληθυσμού. Πώς θα άφηνε στην περίπτωση αυτή να λειτουργήσουν ομαλά τα σχολεία; Ο γνωστός ιστοριοδίφης Τάσος Γριτσόπουλος γράφει πάνω σʼ αυτό:
«Πρέπει αναμφισβητήτως να τονισθή ότι παρά το δοθέν προνόμιον και παρά τας πολιτικάς αρετάς του Πορθητού, θηριώδης παρέμεινε και αμετάβλητος η ασιατική φυσιογνωμία αυτού του ιδίου και των διαδόχων του. Παρά το ανενόχλητον του Πατριάρχου ο Πατριάρχης ουχί σπανίως κατεβιβάσθη από τον θρόνον και ωδηγηθή εις τον θάνατον παρά δε τας χορηγηθείσας θρησκευτικάς ελευθερίας υπήρχον δεσμεύσεις και επί των απλουστέρων ζητημάτων, αύται δε συνήθως ήροντο δια της καταβολής χρημάτων. Γεμάτη από αντιφάσεις εξεδηλώνετο η τουρκική πολιτική έναντι των χριστιανών, πάντοτε όμως ρυθμι
στής των σχέσεων ήτο η σκοπιμότης και χρυσούς κανών η εξαγορά, ποτέ η αρετή και το δίκαιον».
Ο ίδιος μελετητής έχει ασχοληθή ιδιαίτερα με την παιδεία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και έχει αφιερώσει στο «Κρυφό Σχολειό» μελέτημα που είδε το φως το 1962 στον δʼ τόμο του επιστημονικού φιλολογικού περιοδικού «Παρνασσός». Ο Γριτσόπουλος κατέγινε και με την ιστορία της Μεγάλης του Γένους Πατριαρχικής Σχολής, που την ίδρυσή της τοποθετεί αμέσως μετά την Άλωση:
«Βεβαίως, γράφει, δεν γνωρίζομεν πότε ακριβώς η Μ. Εκκλησία γενικώς και επισήμως επέβαλε εαυτήν ως την κατʼ εξοχήν επόπτριαν της διακανονιστικής κινήσεως διότι δεν έχομεν σαφή μαρτυρίαν αυθεντικήν. Αλλʼ είναι δυνατόν να υποθέσωμεν ότι επί του Γενναδίου και ζώντος του Πορθητού συνετελέσθη το μέγα γεγονός εις την Κωνσταντινούπολιν τουλάχιστον. Εις τας επαρχίας ωργανώθη μεν υπό την αιγίδα της Εκκλησίας η Παιδεία, τούτο όμως έγινε πολύ αργότερα, όταν οι καιροί ήσαν περισσότερον πρόσφοροι. Πάντως οφείλομεν να δεχθώμεν ότι απόκρυφον έργον συνετελείτο από της πρώτης στιγμής της συμφοράς εις τα μοναστήρια, όπου πρέπει να τοποθετήσωμεν τα θρυλικά Κρυφά Σχολειά» (Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, τόμ. αʼ, σσ. 70-71).
Κρυπτοχριστιανοί – Κρυφά Σχολειά
Η ύπαρξη επισήμων σχολείων, εξ άλλου, δεν αποκλείει τα κρυφά. Όπως και η διατήρηση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δεν αποκλείει την ύπαρξη κρυπτοχριστιανών, εξισλαμισθέντων δηλ. χριστιανών, που λάτρευαν στα κρυφά τον αληθινό Θεό. Ο ίδιος δυνάστης, που ενώ αναγνώριζε το Πατριαρχείο, κυνηγούσε την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία με πραγματική μανία, όποτε του δινόταν η ευκαιρία, όπως θα δούμε παρακάτω, έκλεινε τα ελληνικά σχολεία. Για τις ανάγκες των κρυπτοχριστιανών η Εκκλησία χρησιμοποιούσε και κρυφούς παπάδες. Ο Νίκος Ε. Μηλιώρης, που ασχολήθηκε συστηματικά με το αδιαμφισβήτητο τούτο γεγονός προσκομίζοντας σπουδαίες μαρτυρίες στο βιβλίο του «Οι Κρυπτοχριστιανοί» (Εκδόσεις Ενώσεως Σμυρναίων, σ. 47-4 FPRIVATE "TYPE=PICT;ALT=Cool" γράφει:
«Κρυφοί παπάδες ήσαν ακόμη δερβίσηδες – ιεραπόστολοι μυστικοί – που περιοδεύανε στα κέντρα των κρυπτοχριστιανών και τελούσαν τα χριστιανικά μυστήρια. Ήσαν απεσταλμένοι κάποιων μοναστηριών. Ειδική και επιμελημένη ήταν η επιλογή και η προετοιμασία από τα μεγάλα μοναστήρια του Πόντου των περιοδευόντων αυτών μυστικών ιεραποστόλων και μακροχρόνια και γεμάτη από απρόοπτους και θανάσιμους συχνά κινδύνους η αποστολή τους. Διαλέγανε όσους από τους καλογέρους παρουσιάζανε τα περισσότερα για τον προορισμό, που θα αναλαμβάνανε προσόντα. Τους διδάσκανε τα τούρκικα, τους μυούσαν στους τύπους της μουσουλμανικής λατρείας και στις θρησκευτικές τελετές της κι ύστερα τους ντύνανε ντερβίσηδες και τους εξαποστέλνανε στον Πόντο. Μπαίνανε στα χωριά των Κρυπτοχριστιανών σαν κήρυκες του Μωάμεθ. Τη νύκτα λειτουργούσανε (σ.σ. τα ελληνικά) μέσα σε κατακόμβες και κρύπτες. Μήνες ολόκληρους οδοιπορούσανε και χρόνια ολόκληρα πολλές φορές, ταλαιπωρούμενοι και αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο σε κάθε τους βήμα. Πολλοί υποκύπτανε στις κακουχίες· άλλοι αναγνωρίζονταν και τότε τελειώνανε με μαρτυρικό θάνατο. μερικοί είχανε την καλή τύχη να γυρίσουν πίσω στο μοναστήρι τους· αλλά και πάλιν αφού κάνανε εκεί την αναφορά τους, σύντομα ξαναφεύγανε σε καινούρια αποστολή. Σε τέτοια μοναστήρια του Πόντου κρατούσαν και κρυπτογραφικούς κώδικες· καταγράφανε σʼ αυτούς συνθηματικά την κίνηση των κρυπτοχριστιανών της δικαιοδοσίας ή της περιοχής των.
Οι αρνητές του «Κρυφού Σχολειού» σε κανένα τεκμήριο δεν βασίζονται παρά μόνο σε εικασίες. «Ένας αιώνας και πλέον μετά την Άλωση λένε, είναι το διάστημα που καλύπτεται λίγο πολύ από τους υπέρμαχους της μυθολογίας του Κρυφού Σχολειού. Το χρονικό όμως αυτό διάστημα μπορεί να δικαιολογήση με τον αργό ρυθμό που έχει η ζωή εκείνη την εποχή και με την επιβράδυνση την οποία προκάλεσε η τουρκική κατάκτηση το γενικό μούδιασμα που έχει καταλάβει όλες τις δυνάμεις του έθνους». Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με όσα οι ίδιοι γράφουν για την ουδέτερη πολιτική του Τούρκου δυνάστη απέναντι στα σχολεία. Και σχολεία δεν δημιουργήθηκαν μόνο μετά τον 16ο αιώνα αλλά αμέσως μετά την Άλωση ιδρύθηκε η Μεγάλη του Γένους Πατριαρχική Σχολή. Αντίθετα αν υπήρξε μούδιασμα αυτό θα ήταν αποτέλεσμα των τουρκικών πιέσεων. Το ακριβές, όπως ήδη σημειώθηκε, είναι ότι ο κατακτητής επίσημα έδωσε προνόμια και ανεπίσημα επιδίωκε τον αφελληνισμό των υποδούλων, όπως έκανε με τη στρατολογία γενιτσάρων. «Το ελληνικό έθνος, γράφει ο Βλαχογιάννης, πλήρωσε με εκατομμύρια ζωντανές ψυχές τη δίψα του μουσουλμανικού φανατισμού» (Πρωία 5 Ιουνίου 1932).
Πλούσια ηπειρωτική παράδοση
Τις εικασίες των αρνητών του «Κρυφού Σχολειού» έρχεται να αναιρέση πλουσιώτατη τοπική παράδοση, αλλά και η ύπαρξη τοπωνυμικών μαρτυριών και αρχαιολογικών τεκμηρίων. Ο Ηπειρώτης ποιητής Κώστας Κρυστάλλης γράφει για τα «Κρυφά Σχολειά» του Συρράκου και των Καλαρρυτών:
«Εν Συρράκω και Καλαρρύταις εδιδάσκετο η Ελληνική Παιδεία υπό Ιερέων ως εις πλείστα μέρη της Ελλάδος κατά τους ανωμάλους εκείνους καιρούς – είτε εν ναοίς είτε εν ιδιωτικοίς οίκοις - πολύ προ του ισαποστόλου Αγίου Κοσμά (Περιοδικό «Εβδομάς», 1891).
Νεώτερος μελετητής της «Παιδείας στα Τζουμέρκα από την Άλωση ως τον Αλή πασά», ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Φίλιππος Δ. Κολοβός παρατηρεί για την παιδεία στην Ήπειρο:
«Στην περίοδο της σκλαβιάς ο κλήρος γίνεται οδηγός και στήριγμα του δούλου Έθνους. Και το «Κρυφό Σχολειό» είναι για την περίοδο εκείνη το μοναδικό σχολείο μέσα στο οποίο οι μικροί ραγιάδες πληροφορούνται για τα περασμένα μεγαλεία του έθνους. Οι απλοϊκοί ρασοφόροι διοχετεύουν ιερό ενθουσιασμό στα σκλαβόπουλα και διαποτίζονται από το κρυφό σχολειό τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα και διασώζονται τα εθνικά ιδανικά» (περ. «Σκουφάς» 5 , τεύχη 42-43, σελ. 92).
Την ηπειρωτική παράδοση για το «Κρυφό Σχολειό» ενισχύουν και οι δυο γωνιακές κρύπτες του καθολικού της μονής του Αγίου Νικολάου των Φιλανθρωπινών ή του Σπανού στο νησάκι των Ιωαννίνων, όπου όλως λέγεται λειτουργούσε «Κρυφό Σχολειό». Αυτό το αναφέρει ο Αρχαιολόγος Σωτ. Ι. Δάκαρης, αλλά δεν το δέχεται.
«Κατά τη γραπτή παράδοση, γράφει, του 19 αιώνα λειτούργησε εδώ με την ανέγερση της πρώτης Μονής, ή κατʼ άλλη εκδοχή από τα μέσα του 16ου αιώνα, Εκπαιδευτήριο. Ασφαλώς όμως εσφαλμένος είναι ο θρύλος για τη λειτουργία του Κρυφού Σχολειού. Στα Γιάννινα υπήρχαν με την ανοχή των Τούρκων στους χρόνους της τουρκοκρατίας πολλά σχολεία, ώστε η παράνομη δράση του Κρυφού Σχολειού να φαίνεται περιττή» (Το νησί των Ιωαννίνων, Αθήναι 1971, σελ. 22).
Διαφεύγει όμως της προσοχής του αρχαιολόγου ότι «Κρυφό Σχολειό» ήταν και το ανεπίσημο, όπως ήδη γράψαμε, κοινό σχολειό, που όπως σημειώνει ο Μιχαλόπουλος (βλ. παραπάνω), το κρατούσαν οι καλόγεροι. Όταν οι συνθήκες απαιτούσαν πλήρη μυστικότητα ή δημιουργούσαν ανάγκη κρυφής λειτουργίας του, οι καλόγεροι επιτελούσαν το έργο τους όπως συνήθως κρυφά. Παράδειγμα η σχολή που λειτούργησε στο μοναστήρι της Αγίας Μαρίνας Σύμης από το 1765 ως το 1821 και σταμάτησε με την έκρηξη της Επαναστάσεως από τον δυσαρεστημένο κατακτητή. Ξαναλειτούργησε το 1834 στους θόλους του ναού της Μεγάλης Παναγιάς στο Κάστρο της Σύμης. Στο μεταξύ διάστημα, οπότε ξαναγύρισε η τουρκική κατοχή, λειτουργούσε ασφαλώς κρυφά (βλ. σχετικά στη μελέτη «Η σχολή της Σύμης», Αθήνα 1978). Το ίδιο γινόταν σε όλο το διάστημα της Τουρκοκρατίας και περισσότερο στην μετά την Άλωση κρίσιμη περίοδο, οπότε σωστά τοποθετείται κατʼ εξοχήν η ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού», και καθώς είδαμε ο κατακτητής εφάρμοζε δυο μέτρα και δυο σταθμά απέναντι στους Έλληνες.
Άλλος Ηπειρώτης λογοτέχνης, ο Μιχαήλ Περάνθης, με βάση την επιχωριάζουσα στην πατρίδα του παράδοση περιγράφει το «Κρυφό Σχολειό» ως εξής:
«Δίδασκαν καλόγεροι και παπάδες μισογραμματισμένοι κι αυτοί. Δίδασκαν νύχτα, με το κερί, πριν ξημερώσει ακόμα. Τα παιδιά διολίσθαιναν αθόρυβα στο σκοτάδι, να μην τους δει Τούρκος κι ήταν χαρούμενα όταν είχε φεγγάρι – που το τραγουδούσαν. Έφταναν σʼ ένα γυμνό δωμάτιο σπιτιού, στο νάρθηκα μιας εκκλησιάς, σʼ ένα μπουντρούμι ανή
λιαγο και υγρό… Κάθονταν διπλοπόδι στο χώμα ή στις πλάκες ή απάνω στις πέτρες, γύρω – γύρω. Με ταʼ αυτί τους στημένο έξω μπας κι ορμήσει ο Αγαρηνός. Με τη ματιά τους στο μυστικό παραπόρτι, έτοιμοι να το σκάσουν, αν χρειαστεί… Και να παίζουν το κεφάλι τους για πέντε κολλυβογράμματα! Τι μάθαιναν; Την αλφαβήτα – για να διαβάζουν το ψαλτήρι. Βιβλία δεν είχαν. Η ανάγνωση γινόταν στʼ Οκταήχι. Ένας διάβαζε κʼ οι άλλοι του κρατούσαν το ίσο, κουνώντας ρυθμικά το κορμί τους μπρος πίσω και ψαλμωδώντας τους φθόγγους της εκκλησιαστικής μουσικής. Στη μέση στέκονταν ο δάσκαλος κρατώντας τη βέργα του «δίκην σκήπτρου». Ήταν το σύμβολό του. Την άπλωνε και χτυπούσε μʼ αυτήν όπου έφτανε».
Δύο αξιόλογες μαρτυρίες
Βέβαια πρόκειται για λογοτεχνική ανάπλαση, όμως ο Περάνθης στη συνέχεια προσάγει και δυο αξιόλογες μαρτυρίες για την κατάσταση της παιδείας στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας:
«Ο προτεστάντης ιεροκήρυκας Γκέρλαχ είδε στα 1572 τον γέρο Μαλαξό να δίνει μαθήματα στο σπίτι του. Ήταν σʼ ένα εξαθλιωμένο γυμνό δωμάτιο, όπου σε μια γωνιά κρέμονταν λίγα παστωμένα ψάρια ξερά· απʼ αυτά έπαιρνε και μαγείρευε, να ψευτοζήσει. Μόλις τα παιδιά έπαυαν να ψελλίζουν, έγραφε ο Αλέξανδρος Ελλάδιος, στα 1714, τάστελναν στην κοντινότερη εκκλησιά, να μάθουν όσα σχετίζονταν με την πίστη τους… Τα Κρυφά Σχολειά συνεχίζονται εκεί που οι τοπικοί πασάδες και μπέηδες μάχονται τους καλόγερους και τα γράμματα».
«Κρυφά Σχολειά» σʼ όλη την Ελλάδα
«Κρυφά Σχολειά» δεν λειτουργούσαν μόνο στην Ήπειρο, αλλά σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Στην περίφημη μονή Προυσσού στη Ρούμελη, διασώζεται ένα μικρό κτίριο, που το ονομάζουν «Κρυφό Σχολειό» και λέγουν ότι δίδαξε σʼ αυτό ο εθνομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός. Πλουσιώτατη είναι η παράδοση για το «Κρυφό Σχολειό στο Μοριά, στη Δημητσάνα, στη μονή Φιλοσόφου κ.α.
«Το σχολείο της Μονής Φιλοσόφου, γράφει ο Γυμνασιάρχης Β. Χαραλαμπόπουλος, γνώρισε μεγάλη ακμή στα χρόνια της σκλαβιάς όταν πια έκλεισαν τα άλλα σχολεία και το πνευματικό σκοτάδι σκέπασε τη χώρα μας. Τότε όσοι διψούσαν για μάθηση έτρεχαν στα μοναστήρια και σε απόμερες περιοχές στα λεγόμενα «Κρυφά Σχολειά», όπου καλόγεροι και παπάδες μάθαιναν τα παιδιά γράμματα. Το παλαιό μοναστήρι του Φιλοσόφου βρίσκεται μέσα στην σπηλιά του βράχου και λέγεται από τον λαό «Κρυφό Σχολειό», γιατί εκεί λειτούργησε το παλαιό σχολείο στα πρώτα χρόνια της σκλαβιάς. Βρίσκεται όμως σε μέρος εξαιρετικά απότομο και δυσκολοπέραστο και οι συνθήκες της ζωής σʼ αυτό ήταν πολύ δύσκολες» (περ. «Ιστορία Εικονογραφημένη», τεύχ. 81, σελ. 113).
Γλωσσικές – αρχαιολογικές μαρτυρίες
Ενδιαφέρουσες γλωσσικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες συγκεντρώνει για το «Κρυφό Σχολειό» ο Αθανάσιος Φ. Παπαγιάννης:
«Τοπωνύμια «Κρυφό Σχολειό», γράφει υπάρχουν εκτός από τη μονή Φιλοσόφου, και στην Άνω Μονή Δίβρης (στην Ηλεία), στη Μονή Αγίων Αναργύρων (Λακωνίας), στη Μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού (Κορινθίας) κ.ά. Χαρακτηριστικό είναι ότι το ʽʼΚρυφό Σχολειόʼʼ ʽʼήταν διαμέρισμα αθέατον, αποκεκομμένον από τον ναόν, προσιτόν με κινητήν κλίμακα μακρυά από τα μάτια του κατακτητούʼʼ ή ʽʼθολωτό κρυφό διαμέρισμα πάνω από τον νάρθηκα της Μονής, όπως στη Μονή Φενεούʼʼ. Στη Μονή Κηπιανών (Μαντινείας) ήταν σε θολωτό διαμέρισμα της καμάρας (Στοάς)» (Μαντινειακά Μοναστήρια, σελ. 378).
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στην Κύπρο τους παπάδες, όπως με πληροφορεί ο φίλος Κύπριος ιστορικός συγγραφέας Σπύρος Παπαγεωργίου τους αποκαλούν «Δάσκαλε!». Ο χαρακτηρισμός αυτός υπογραμμίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τον ρόλο του ορθόδοξου παπά στα χρόνια της σκλαβιάς, που δυστυχώς για την πολύπαθη ελληνική μεγαλόνησο, ξαναγύρισε και πάλι σε μεγάλο τμήμα του εδάφους της.
«Κρυφό Σχολειό» και λογοτεχνία
Γύρω από το θέμα του «Κρυφού Σχολειού» πρέπει να αναφερθή ότι ο ποιητής Ι. Πολέμης και ο λογοτέχνης Άλκης Κ. Τροπαιάτης έχουν γράψει λογοτεχνικά έργα και ότι ο σημαντικώτατος Νεοέλληνας ζωγράφος Νικόλαος Γύζης έχει αφιερώσει το έργο του «Το κρυφό σχολειό», όπου ένα μοναχός διδάσκει τα Ελληνόπουλα. Σχετικό είναι και το «Ο μοναχός και το παιδί» του ίδιου ζωγράφου, όπου ο μοναχός κρατά στο χέρι του ένα φλυτζάνι καφέ και εξηγεί κάτι στο παιδί με τʼ ανοιγμένο βιβλίο στο σπίτι όπου βρέθηκε. Στη Μονή Πεντέλης, εξ άλλου, υπάρχει αναπαράσταση του «Κρυφού Σχολειού» στο Μουσείο του Ορθοδόξου Κλήρου και της Ελληνικής Παιδείας των χρόνων της Τουρκοκρατίας.
Συμπεράσματα
Από όσα παραπάνω εκθέσαμε προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:
1. Τα κοινά σχολειά τα κρατούσαν ανεπίσημα μοναχοί είτε στα φανερά είτε στα κρυφά, όπου οι συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές. Αυτά ήταν τα «Κρυφά Σχολειά» της περιόδου της δουλείας.
2. Οι μοναχοί δεν ήταν μόνο δάσκαλοι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αλλά και ο σύνδεσμος των Κρυπτοχριστιανών με την Εκκλησία.
3. Υπάρχουν πλούσια τοπική παράδοση και πολλές μαρτυρίες τοπωνυμικές και αρχαιολογικές για τα «Κρυφά Σχολειά».
4. Η άρνηση του «Κρυφού Σχολειού» δεν βασίζεται σε τεκμήρια, αλλά σε εικασίες.
5. Η Εκκλησία γενικά είχε στα χέρια της την παιδεία, και την επίσημη και την ανεπίσημη. Στα μοναστήρια βρήκε καταφύγιο ο Ελληνισμός στα χρόνια της σκλαβιάς.
Λόγοι σεβασμού της ιστορικής αλήθειας, αλλά και της φιλολογικής δεοντολογίας επιβάλλουν, για όλα αυτά, σε συλλογικά έργα, όπως η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» να αποφεύγουν τους ατεκμηρίωτους δογματισμούς και να παραθέτουν όλες τις απόψεις.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΑΠ. Ε.: Η Πορεία του Γένους, «Οι Εκδόσεις των Φίλων», Αθήνα 1966, σσ. 76-77.
2. ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑΝΝΗ: «Κόψε με, αγά μου, νʼ αγιάσω», Πρωία 5 Ιουνίου 1932.
3. ΓΟΥΔΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ: Βίοι παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος βʼ, Παιδεία εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδελφέως, 1870, σελ. κεʼ κ.εξ.
4. ΓΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ ΤΑΣΟΥ ΑΘ.: «Κρυφό Σχολειό», Παρνασσός, 4 (1962), σελ. 76 κ.εξ.
5. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: Σχολή Δημητσάνης, Αθήναι 1962, σελ. 19 κ.εξ.
6. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, τόμος αʼ, Αθήναι 1966, σελ. 67 κ.εξ.
7. ΔΑΚΑΡΗ ΣΩΤ. Ι.: Το νησί των Ιωαννίνων, έκδοση Μουσείου Προεπαναστατικής περιόδου νήσου Ιωαννίνων, Αθήναι 1971, σελ. 22.
8. ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Ιʼ, Αθήνα 1974.
9. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Ι. Ν.: Το Εικοσιένα και ο Σύγχρονος Ελληνισμός, «Οι εκδόσεις των Φίλων», Αθήναι 1972, σελ. 57.
10. ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ: Η Ελληνική Επανάστασις, βραβείον Ακαδημίας Αθηνών, εʼ έκδοσις εικονογραφημένη και βελτιωμένη, τόμος αʼ, «Μέλισσα» 1967, σελ. 21.
11. ΚΟΛΟΒΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ.: «Η παιδεία στα Τζουμέρκα από την Άλωση ως τον Αλή πασά», Σκουφάς, τόμ. Εʼ, τεύχ. 42-43, 1976, σσ. 92-96.
12. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΚΩΣΤΑ: Άπαντα, εκδόσεις Μιχ. Περάνθη και Γ. Βαλέτα.
13. ΜΗΛΙΩΡΗ ΝΙΚΟΥ Ε.: Οι Κρυπτοχριστιανοί, μελέτη εκδόσεις «Ενώσεως Σμυρναίων», Αθήναι 1962.
14. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΦΑΝΗ: Τα Γιάννενα κι η Νεοελληνική Αναγέννηση (1648-1820), Αθήνα 1930, σελ. 25.
15. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Φ.: Μαντινειακά Μοναστήρια, Αθήνα 1977, σελ. 216 κ.εξ.
16. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.
17. ΠΕΡΑΝΘΗ ΜΙΧΑΗΛ: Ελληνική Πεζογραφία από την άλωση ως σήμερα, τόμος αʼ, σσ. 17-18.
18. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Β.: «Τα Κρυφά σχολειά της Μονής Φιλοσόφου», περ. Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 81, σελ. 113.
19. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ Ι. Μ.: Βυζάντιο και Εκκλησία, έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1978.
20. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ: Η σχολή της Σύμης (1765-1821), Αθήνα 1978.
Aπό το βιβλίο «Το Κρυφό Σχολείο», έκδοση της Αποστολικής Διακονίας
- ntinoula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1428
- Εγγραφή: Πέμ Μαρ 09, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Θεσσαλῶν Νίκη
Πέντε πανεπιστημιακοί υπερασπίζονται το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄Δημοτικού
Την υποστήριξή τους στην άποψη της Ιστορίας που εκφράζουν τα νέα εκπαιδευτικά βιβλία -όπως κυρίως αυτό της Στ' Δημοτικού αλλά και της συγκριτικής Βαλκανικής Ιστορίας- εξέφρασαν πέντε πανεπιστημιακοί καθηγητές Ιστορίας, εκπρόσωποι των επιστημονικών περιοδικών «Μνήμων», «Ιστορείν», «Σύγχρονα Θέματα», «Ιστορικά» και «Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης».
Σε συνέντευξη Τύπου που έδωσαν τη Δευτέρα στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, οι καθηγητές Αντώνης Λιάκος, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Ηλίας Νικολακόπουλος, Χρήστος Λούκας και Στέφανος Πεσμαζόγλου, αφού γνωστοποίησαν ότι οι απόψεις τους απηχούν τις θέσεις του συνόλου της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας, τάχθηκαν υπέρ της συνέχισης της διδασκαλίας του καινούργιου βιβλίου Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού στα σχολεία και κατά των αλλαγών που προωθεί το υπουργείο Παιδείας./
Το βασικό σκεπτικό είναι ότι το βιβλίο εισάγει μια νέα εκπαιδευτική θεώρηση των ιστορικών γεγονότων, οξύνει το κριτικό πνεύμα των μαθητών, αποθαρρύνει την αποστήθιση και καθιστά τον δάσκαλο αληθινό παιδαγωγό.
Όλοι οι ομιλητές συνέκλιναν στη θέση ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα βιβλίο-εργαστήρι και, όπως είπαν, μέσα σε μία τάξη-εργαστήρι ο δάσκαλος κινείται δημιουργικά ως εκπαιδευτής, καλείται να γίνει παραγωγός και σκηνοθέτης του μαθήματός του και μέσα από τις αντιρρήσεις του, αν υπάρχουν, και μέσα από τις δικές του ερμηνείες αν το θελήσει.
Τα παιδιά επίσης -τα οποία σήμερα διαθέτουν περισσότερες γνώσεις και δεξιότητες από άλλοτε- έχουν ευρύτερους ορίζοντες και είναι έτοιμα, όπως είπε, να δεχτούν μιας ανώτερης ποιότητας εκπαίδευση, «κάτι που δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να τους στερήσουμε».
Αναφερόμενοι στην κριτική που δέχεται το καινούργιο σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας, και οι πέντε ιστορικοί υποστήριξαν ότι έχει «ιδεολογικές προεκτάσεις» και είναι «εξωεκπαιδευτικής και εξωεπιστημονικής προέλευσης». Υπό αυτό το πρίσμα τόνισαν ότι «απορρίπτουν μια τέτοια επίθεση», καθώς «ακυρώνει το έργο των επιστημόνων και τους καθιστά μια επικίνδυνη ομάδα».
«Οι αλλαγές στην Ιστορία, που έγιναν τα τελευταία χρόνια εξασφαλίζουν μεγαλύτερη διαφάνεια στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το παρελθόν. Η μεγαλύτερη διαφάνεια εξασφαλίζεται όταν τηρούνται κάποιες διαδικασίες στην ανάθεση, στη συγγραφή και στην αξιολόγηση των σχολικών βιβλίων» είπε ο κ. Λιάκος.
«Η επίθεση κατά του βιβλίου δεν αφορά τόσο το επιστημονικό του περιεχόμενο όσο την εθνο-εκπαιδευτική του αποτελεσματικότητα» είπε ο κ. Παναγιωτακόπουλος και επικέντρωσε την τοποθέτησή του στην εκπαιδευτική αποτελεσματικότητα του βιβλίου με την παραδοχή ότι «δεν αντίκειται, καλώς ή κακώς, προς κανέναν από τους κοινούς τόπους της ελληνικής ιστοριογραφίας για το εθνικό ζήτημα».
Ο Ηλίας Νικολακόπουλος χαρακτήρισε «άθλιο» το παλαιότερο βιβλίο της Ιστορίας της Στ' Δημοτικού «που μας πήγαινε πίσω ολοταχώς», όπως είπε, ενώ για το σημερινό τόνισε ότι «είναι εξαιρετικά πατριωτικό γιατί διδάσκει αλήθειες και δεν στηρίζεται σε μύθους». Εξέφρασε δε τον προβληματισμό του για την κριτική που ασκείται σε σχέση με το βιβλίο, η οποία ανέφερε ότι είναι ή δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη, εφορμάται όμως από τις ίδιες ακριβώς φοβίες.
«Τα σχολικά βιβλία θα πρέπει να επιλέγονται από μια Ανεξάρτητη Αρχή, που δεν θα έχει καμία σύνδεση με το υπουργείο Παιδείας», επισήμανε ο κ. Λούκας, ενώ χαρακτήρσε «θλιβερά τα επιχειρήματα» όσων διαφωνούν με την προσέγγιση του συγγράμματος.
Ο Στ. Πεσμαζόγλου, αφού ανέφερε ότι το βιβλίο έχει ελλείψεις, χαρακτήρισε «έκρηξη ακραίου ανορθολογισμού» με ιδεολογικές προεκτάσεις την κριτική που ασκείται στο σύγγραμμα και κατέληξε λέγοντας ότι «ως ιδεολογία που διεκδικεί τα πρωτεία και έχει κατοχυρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες έχει οριστεί η εθνικιστική».
news.in.gr, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=784709
Την υποστήριξή τους στην άποψη της Ιστορίας που εκφράζουν τα νέα εκπαιδευτικά βιβλία -όπως κυρίως αυτό της Στ' Δημοτικού αλλά και της συγκριτικής Βαλκανικής Ιστορίας- εξέφρασαν πέντε πανεπιστημιακοί καθηγητές Ιστορίας, εκπρόσωποι των επιστημονικών περιοδικών «Μνήμων», «Ιστορείν», «Σύγχρονα Θέματα», «Ιστορικά» και «Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης».
Σε συνέντευξη Τύπου που έδωσαν τη Δευτέρα στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, οι καθηγητές Αντώνης Λιάκος, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Ηλίας Νικολακόπουλος, Χρήστος Λούκας και Στέφανος Πεσμαζόγλου, αφού γνωστοποίησαν ότι οι απόψεις τους απηχούν τις θέσεις του συνόλου της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας, τάχθηκαν υπέρ της συνέχισης της διδασκαλίας του καινούργιου βιβλίου Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού στα σχολεία και κατά των αλλαγών που προωθεί το υπουργείο Παιδείας./
Το βασικό σκεπτικό είναι ότι το βιβλίο εισάγει μια νέα εκπαιδευτική θεώρηση των ιστορικών γεγονότων, οξύνει το κριτικό πνεύμα των μαθητών, αποθαρρύνει την αποστήθιση και καθιστά τον δάσκαλο αληθινό παιδαγωγό.
Όλοι οι ομιλητές συνέκλιναν στη θέση ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα βιβλίο-εργαστήρι και, όπως είπαν, μέσα σε μία τάξη-εργαστήρι ο δάσκαλος κινείται δημιουργικά ως εκπαιδευτής, καλείται να γίνει παραγωγός και σκηνοθέτης του μαθήματός του και μέσα από τις αντιρρήσεις του, αν υπάρχουν, και μέσα από τις δικές του ερμηνείες αν το θελήσει.
Τα παιδιά επίσης -τα οποία σήμερα διαθέτουν περισσότερες γνώσεις και δεξιότητες από άλλοτε- έχουν ευρύτερους ορίζοντες και είναι έτοιμα, όπως είπε, να δεχτούν μιας ανώτερης ποιότητας εκπαίδευση, «κάτι που δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να τους στερήσουμε».
Αναφερόμενοι στην κριτική που δέχεται το καινούργιο σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας, και οι πέντε ιστορικοί υποστήριξαν ότι έχει «ιδεολογικές προεκτάσεις» και είναι «εξωεκπαιδευτικής και εξωεπιστημονικής προέλευσης». Υπό αυτό το πρίσμα τόνισαν ότι «απορρίπτουν μια τέτοια επίθεση», καθώς «ακυρώνει το έργο των επιστημόνων και τους καθιστά μια επικίνδυνη ομάδα».
«Οι αλλαγές στην Ιστορία, που έγιναν τα τελευταία χρόνια εξασφαλίζουν μεγαλύτερη διαφάνεια στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το παρελθόν. Η μεγαλύτερη διαφάνεια εξασφαλίζεται όταν τηρούνται κάποιες διαδικασίες στην ανάθεση, στη συγγραφή και στην αξιολόγηση των σχολικών βιβλίων» είπε ο κ. Λιάκος.
«Η επίθεση κατά του βιβλίου δεν αφορά τόσο το επιστημονικό του περιεχόμενο όσο την εθνο-εκπαιδευτική του αποτελεσματικότητα» είπε ο κ. Παναγιωτακόπουλος και επικέντρωσε την τοποθέτησή του στην εκπαιδευτική αποτελεσματικότητα του βιβλίου με την παραδοχή ότι «δεν αντίκειται, καλώς ή κακώς, προς κανέναν από τους κοινούς τόπους της ελληνικής ιστοριογραφίας για το εθνικό ζήτημα».
Ο Ηλίας Νικολακόπουλος χαρακτήρισε «άθλιο» το παλαιότερο βιβλίο της Ιστορίας της Στ' Δημοτικού «που μας πήγαινε πίσω ολοταχώς», όπως είπε, ενώ για το σημερινό τόνισε ότι «είναι εξαιρετικά πατριωτικό γιατί διδάσκει αλήθειες και δεν στηρίζεται σε μύθους». Εξέφρασε δε τον προβληματισμό του για την κριτική που ασκείται σε σχέση με το βιβλίο, η οποία ανέφερε ότι είναι ή δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη, εφορμάται όμως από τις ίδιες ακριβώς φοβίες.
«Τα σχολικά βιβλία θα πρέπει να επιλέγονται από μια Ανεξάρτητη Αρχή, που δεν θα έχει καμία σύνδεση με το υπουργείο Παιδείας», επισήμανε ο κ. Λούκας, ενώ χαρακτήρσε «θλιβερά τα επιχειρήματα» όσων διαφωνούν με την προσέγγιση του συγγράμματος.
Ο Στ. Πεσμαζόγλου, αφού ανέφερε ότι το βιβλίο έχει ελλείψεις, χαρακτήρισε «έκρηξη ακραίου ανορθολογισμού» με ιδεολογικές προεκτάσεις την κριτική που ασκείται στο σύγγραμμα και κατέληξε λέγοντας ότι «ως ιδεολογία που διεκδικεί τα πρωτεία και έχει κατοχυρωθεί τις τελευταίες δεκαετίες έχει οριστεί η εθνικιστική».
news.in.gr, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=784709

