Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53495
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
ΚΥΡΙΑΚΗ Η' ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα απαραίτητο και χρήσιμο θαύμα: τον πολλαπλασιασμό των άρτων στην έρημο. Αυτή δεν ήταν κάποια ακατοίκητη έρημος, μια έρημος όπου μόνο ο διάβολος κατοικούσε. Ήταν μια έρημος όπου βρέθηκαν πάνω από δέκα χιλιάδες πεινασμένοι άνθρωποι. Το συμπέρασμα για τον αριθμό τους προκύπτει απ’ όσα γράφει ο ευαγγελιστής, πως το πλήθος ήταν πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς να συνυπολογίσει τις γυναίκες και τα παιδιά.
«Και εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ’ αυτοίς και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών» (Ματθ. ιδ’ 14). Αυτό έγινε την εποχή που ο βασιλιάς Ηρώδης είχε αποκεφαλίσει τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Κι όταν το άκουσε αυτό ο Ιησούς επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο κι αναχώρησε «εις έρημον τόπον κατ’ ιδίαν» (Ματθ. ιδ’ 13). Το περιστατικό αυτό το αναφέρουν και οι τέσσερις ευαγγελιστές. Μερικοί αναφέρουν περισσότερες λεπτομέρειες, άλλοι λιγότερες. Σύμφωνα με τον Ιωάννη, ο Κύριος μπήκε στο πλοίο κοντά στην Τιβεριάδα και πέρασε στο απέναντι μέρος της θάλασσας τής Γαλιλαίας, που ονομάζεται και θάλασσα της Τιβεριάδας. Ο Λουκάς λέει πως «υπεχώρησε κατ’ ιδίαν εις τόπον έρημον πόλεως καλούμενης Βηθσαϊδά» (θ’ 10).
Το συνήθιζε ο Κύριος ν’ αποσύρεται συχνά στην έρημο, σε ερημικές τοποθεσίες και σε βουνά. Το έκανε αυτό για τρεις λόγους: Πρώτο, για να κάνει σύντομα διαλείμματα από τις εντατικές και πολυσχιδείς δραστηριότητές Του, ώστε να χωνέψουν κι οι άνθρωποι τις διδαχές Του και τα θαύματα που είχε κάνει. Δεύτερο, για να δώσει το παράδειγμα στους αποστόλους και σε μας πως είναι απαραίτητο ν’ αποσυρόμαστε, να εισερχόμαστε στο ταμιείο μας (Ματθ. στ’ 6), για να παραμένουμε στην προσευχή μόνοι μας με το Θεό. Η ησυχία κι η σιωπή καθαρίζουν τον άνθρωπο, τού διδάσκουν την υποταγή στο Θεό και τού χαρίζουν πνευματική διαύγεια και δύναμη. Τρίτο, για να μας δείξει πως ο καλός και χρήσιμος άνθρωπος δεν μπορεί να κρυφτεί – «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. ε’ 14). Έτσι έδειξε κι επισήμανε ποιος είναι ο πραγματικός τόπος για τους ερημίτες και τους μοναχούς.
Η εκκλησιαστική ιστορία το έχει αποδείξει αυτό χιλιάδες φορές. Δεν υπάρχει ούτε ένας μοναδικός ερημίτης, άνθρωπος της προσευχής και θαυματουργός, που να κατόρθωσε να κρυφτεί από τους ανθρώπους. Πολλοί ρωτάνε αναιτιολόγητα: Τί κάνει ο μοναχός στην έρημο; Δε θά ‘ταν καλύτερα ο μοναχός να μένει στον κόσμο, ανάμεσα στους ανθρώπους, και να τους υπηρετεί; Πώς όμως μπορεί να φωτίσει ένα κερί που δεν είναι αναμμένο; Ο μοναχός κουβαλάει την ψυχή του στην έρημο σαν κερί άκαφτο. Τη φέρνει στην έρημο για να την ανάψει με προσευχή, με νηστεία, με περισυλλογή και άσκηση. Αν κατορθώσει να την ανάψει, το φως Του θα λάμψει σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ο κόσμος θα τον ακολουθήσει και θα τον βρει, ακόμα κι αν αυτός κρυφτεί στην έρημο, σε απομακρυσμένα βουνά ή σε απρόσιτες σπηλιές. Όχι, ο μοναχός δεν είναι άχρηστος. Είναι ικανός να γίνει πολύ πιο χρήσιμος στους άλλους από οποιονδήποτε άλλον. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά σ’ αυτήν την περίπτωση από τον Κύριο Ιησού. Μάταια κρυβόταν από τους ανθρώπους στην έρημο, γιατί τα πλήθη τον έβρισκαν και τον ακολουθούσαν.
Ο Κύριος τους κοίταξε και «εσπλαχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ’ 36). Κάτω στις πόλεις οι συναγωγές ήταν γεμάτες από αυτόκλητους ποιμένες, που στην πραγματικότητα ήταν λύκοι με εμφάνιση προβάτων. Οι άνθρωποι το ήξεραν αυτό, το ένιωθαν, όπως ήξεραν κι ένιωθαν την αμέτρητη ευσπλαχνία και αγάπη τού Χριστού γι’ αυτούς. Οι άνθρωποι ήξεραν και ένιωθαν πως ο Χριστός ήταν ο μόνος Καλός Ποιμένας, πως η μέριμνά Του γι’ αυτούς ήταν γνήσια, στοργική. Γι’ αυτό και τον ακολουθούσαν στην έρημο. Κι ο Κύριος εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. Οι άνθρωποι ένιωθαν πως τον χρειάζονταν το Χριστό, δεν του ζητούσαν να θαυματουργήσει από μάταιη περιέργεια, αλλ’ από μεγάλη ανάγκη. Κι ο Μάρκος μας λέει πως εκεί άρχισε να τους διδάσκει.
«Οψίας δε γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες· έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα» (Ματθ. ιδ’ 15). Ο Ματθαίος δε μας λέει τι τον κρατούσε τόσο πολύ με τους ανθρώπους. Γράφει μόνο πως θεράπευσε τους αρρώστους. Ο Μάρκος το συμπληρώνει αυτό και λέει πως τους δίδασκε πολλά πράγματα. Προσέξτε πόσο όμορφα συμπληρώνουν ο ένας ευαγγελιστής τον άλλο! Ο Κύριος συνέχισε να διδάσκει τους όχλους για πολλές ώρες, ωσότου άρχισε να νυχτώνει. Όλες αυτές τις ώρες ο Κύριος δίδαξε τόσο πολλά στο λαό, που θα μπορούσε να γεμίσει ολόκληρο ευαγγέλιο. Αυτό το είπε ο ευαγγελιστής Ιωάννης, όταν έγραψε πως «ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία» (Ιωάν. κα’ 25).
Παρατηρούμε όμως και την αγάπη των μαθητών: Έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν. Το πλήθος πεινάει κι είναι αργά πια για να φύγουν και να πάνε στον τόπο του ο καθένας. Τα σπίτια τους είναι μακριά. Δες, εδώ έχουμε και πολλές γυναίκες, έχουμε και παιδιά. Πρέπει να βρουν τροφή όσο πιο σύντομα γίνεται. Ας τους λοιπόν να πάνε στα γύρω χωριά για να βρουν κάτι να φάνε.
Ο Χριστός σίγουρα είναι πιο εύσπλαχνος και πιο στοργικός από τους μαθητές Του. Μήπως δεν ένιωθε κι ο ίδιος, όπως οι μαθητές Του, πως οι άνθρωποι πεινούσαν κι η νύχτα ήταν κοντά; Και βέβαια ο Χριστός ήταν περισσότερο ελεήμων και στοργικός από τους μαθητές Του. Τις ανάγκες των ανθρώπων τις ένιωθε πριν από εκείνους. Στην αρχή, όπως λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «επάρας ουν ο Ιησούς τους οφθαλμούς και θεασάμενος ότι πολύς όχλος έρχεται προς αυτόν, λέγει προς τον Φίλιππον πόθεν αγοράσωμεν άρτους ίνα φάγωσιν ούτοι;» (Ιωάν. στ’ 5). Η συζήτηση με το Φίλιππο όμως τέλειωσε κι οι άνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω από τον Κύριο με τους ασθενείς τους. Ο Κύριος θεράπευσε πρώτα όλους τους αρρώστους κι έπειτα άρχισε να διδάσκει τους όχλους. Η διδασκαλία κράτησε ως το βράδυ. Και τότε μόνο σκέφτηκαν οι απόστολοι πως οι άνθρωποι θα πεινούσαν κι έπρεπε να φάνε.
Ο Κύριος το είχε προβλέψει αυτό από την αρχή. Δε μίλησε όμως, σκόπιμα. Περίμενε τους αποστόλους να θέσουν το πρόβλημα. Κι αυτό το έκανε για δυο λόγους: πρώτα για να τους διεγείρει την ευσπλαχνία και τη συμπάθεια και δεύτερο για ν’ αποδείξει πόσο αδύναμοι ήταν χωρίς Εκείνον. Τους είπε ο Χριστός: «ου χρείαν έχουσιν απελθείν· δότε αυτοίς υμείς φαγείν» (Ματθ. ιδ’ 16). Γνώριζε πως αυτό δεν μπορούσαν να το κάνουν, ήταν αδύνατο ανθρωπίνως να γίνει. Το είπε όμως για να συνειδητοποιήσουν πλήρως και να ομολογήσουν την αδυναμία τους. Γι’ αυτό και του είπαν: «ουκ έχομεν ώδε ει μη πέντε άρτους και δύο ιχθύας» (Ματθ. ιδ’ 17). Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, τα λιγοστά αυτά τρόφιμα δεν ήταν δικά τους, ανήκαν σε κάποιο μικρό παιδί που βρισκόταν εκεί. Γράφει ο ευαγγελιστής: «Έστι παιδάριον εν ώδε, ος έχει πέντε άρτους κριθίνους και δυο όψάρια΄ αλλά ταύτα τί εστιν εις τοσούτους;» (Ιωάν. στ 9). Στον Κύριο αυτό το είπε ο Ανδρέας. Παρά το γεγονός ότι ο πρωτόκλητος των αποστόλων ζούσε τόσο καιρό μαζί Του, ακόμα δεν είχε εδραιωθεί στην πίστη, δεν είχε τελειοποιηθεί. Αυτό είναι φανερό από εκείνο που είπε: αλλά ταύτα τί εστιν εις τοσούτους; Το ψωμί ήταν κρίθινο. Κι αυτό δεν ήταν συμπτωματικό. Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, απ’ αυτό μαθαίνουμε πως πρέπει να ικανοποιούμαστε με απλές τροφές, να μην είμαστε απαιτητικοί. «Η λαιμαργία κι η πολυφαγία είναι μητέρες της αρρώστιας», συμπληρώνει ο άγιος πατέρας.
«Ο δε είπε· φέρετέ μοι αυτούς ώδε» (Ματθ. ιδ’ 18). Τώρα είχε έρθει η δική Του ώρα. Οι όχλοι δεν μπορούσαν να βρουν τρόφιμα για να φάνε. Οι απόστολοι ομολόγησαν την αδυναμία τους, δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Τότε και μόνο τότε ήρθε η δική Του ώρα. Το κλίμα ήταν ώριμο για να γίνει το θαύμα.
«Και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επί τους χόρτους, λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε, και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δε μαθηταί τοις όχλοις» (Ματθ. ιδ’ 19). Γιατί κοίταξε πρώτα στον ουρανό ο Κύριος; Όταν έκανε πολλά από τ’ άλλα θαύματά Του δεν το είχε κάνει, δεν είχε ξανακοιτάξει στον ουρανό. Δεν το έκανε όταν άνοιγε τα μάτια των τυφλών, όταν θεράπευε τους λεπρούς, έβγαζε δαιμόνια από τους ανθρώπους, γαλήνευε τη θάλασσα, έκανε το νερό κρασί κι όταν ακόμα ανάσταινε νεκρούς. Γιατί λοιπόν στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση έστρεψε τα μάτια Του προς τον ουρανό, προς τον ουράνιο Πατέρα Του; Πρώτο, για να κάνει σαφή στους ανθρώπους την ταυτότητα της θέλησής Του μ’ εκείνην του Πατέρα Του, να καταρρίψει την άποψη και κατηγορία των Φαρισαίων, πως τα θαύματα τα έκανε με τη συνεργεία τών δαιμόνων. Δεύτερο, για να δώσει ως άνθρωπος στον κόσμο το παράδειγμα της ταπείνωσης ενώπιον του Θεού, καθώς και της ευχαριστίας για κάθε αγαθό που προέρχεται από το Θεό. Ένα παρόμοιο παράδειγμα μας έδωσε και στο Μυστικό Δείπνο: «Λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευχαριστήσας έκλασε…» (Ματθ. κστ’ 26). Ευχαρίστησε τον ουράνιο Πατέρα Του κι ύστερα ευλόγησε το ψωμί, ως δώρο Θεού. Κι εμείς πρέπει να ευχαριστούμε και να υμνούμε το Θεό για τα δώρα Του σε κάθε γεύμα, όσο λιτό κι αν είναι. Τρίτο, ως Θεός, με τον πολλαπλασιασμό των άρτων – μια πράξη που μοιάζει πολύ με νέα δημιουργία – να εκφράσει την ενότητα δύναμης της Αγίας Τριάδας: του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της ομοούσιας και αδιαίρετης Τριάδας, του Δημιουργού των πάντων.
Ο Κύριος Ιησούς «έκλασε», έκοψε τον άρτο με τα ίδια Του τα χέρια. Γιατί; Γιατί δεν έδωσε εντολή στους αποστόλους Του να το κάνουν; Για να δείξει πως επιθυμούσε να λογαριάσει τους ανθρώπους ως φιλοξενούμενούς Του, να τονίσει τη μεγάλη αγάπη Του γι’ αυτούς και να διδάξει έτσι κι εμάς πως, όταν δίνουμε ελεημοσύνη και δώρα, πρέπει να το κάνουμε με αγάπη και ιλαρότητα, όπως κι Εκείνος.
«Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις· οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων» (Ματθ. ιδ’ 20,21). Αυτό είναι το θαύμα των θαυμάτων, η δόξα που ξεπερνάει κάθε άλλη δόξα! Για να πάρουν πέντε χιλιάδες άνθρωποι (χωρίς να συνυπολογιστούν οι γυναίκες και τα παιδιά) από μια μπουκιά ψωμί, όπως το αντίδωρο που παίρνουμε στην εκκλησία, τα πέντε ψωμιά δε θα έφταναν με τίποτα. Εδώ όμως έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν και μάλιστα περίσσεψαν και δώδεκα κοφίνια. Αν αυτή ήταν κάποια οφθαλμαπάτη, δε θα έγραφε ο ευαγγελιστής πως εχορτάσθησαν. Αν κάποιος άνθρωπος μπορούσε να εξαπατήσει έναν άλλο ότι έφαγε, δε θα μπορούσε όμως να πείσει έναν πεινασμένο ότι χόρτασε. Αν πράγματι ήταν αυτό κάποια οφθαλμαπάτη, από πού προέκυψαν τα περισσεύματα, πού γέμισαν δώδεκα κοφίνια ψωμιά;
Όχι! Μόνο άνθρωποι που η καρδιά τους είχε νεκρωθεί από την αμαρτία μπορούν να το αποκαλέσουν οφθαλμαπάτη αυτό. Ήταν πραγματικό γεγονός, όπως πραγματικός είναι κι ο Θεός. Πρέπει να προσέξετε όμως πως για το θαύμα αυτό δεν ξεσηκώθηκαν φωνές εναντίον Του, δεν του έδωσαν κάποιες ανόητες ερμηνείες, όπως έκαναν οι Φαρισαίοι σε πολλά άλλα από τα θαύματά Του. Κι όχι μόνο δεν το αμφισβήτησε κανένας, αλλά «οι άνθρωποι, ιδόντες ο εποίησε σημείον ο Ιησούς, έλεγον ότι ούτος εστιν αληθώς ο προφήτης ο ερχόμενος εις τον κόσμον (Ιωάν. στ’ 14). Κι οι όχλοι ήθελαν «αρπάζειν αυτόν ίνα ποιήσωσιν αυτόν βασιλέα» (αυτ. στίχ. 15). Τέτοια απήχηση είχε στο λαό το καταπληκτικό αυτό θαύμα!
Πότε προσπάθησε κάποιος να μετατρέψει μια απάτη σε βασιλιά; Αυτό όμως ήταν πραγματικό γεγονός. Οι άνθρωποι ξεσηκώθηκαν από την αλήθεια και ήθελαν να κάνουν το Χριστό βασιλιά με το ζόρι. Κι αυτό θα είχε γίνει, αν ο Χριστός δεν είχε απομακρυνθεί μόνος Του. Κι έτσι ματαιώθηκε το σχέδιο του πλήθους που ριγούσε από ενθουσιασμό.
«Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ου απολύση τους όχλους» (Ματθ. ιδ’ 22). Δεν είναι περίεργο το γεγονός ότι ο Χριστός ανάγκασε τους μαθητές Του να μπουν σε πλοίο και να φύγουν πριν από τον ίδιο; Γιατί το έκανε αυτό; Πρώτο, γι’ αυτό που είχε γίνει. Και δεύτερο, γι’ αυτό που επρόκειτο να γίνει. Τούς άφησε ν’ απομακρυνθούν από το πλήθος όσο πιο γρήγορα γινόταν, για να συλλογιστούν και να συζητήσουν μεταξύ τους το μεγάλο θαύμα τού πολλαπλασιασμού των άρτων. Τους άφησε να ταξιδέψουν με το πλοίο, όπου ο Κύριος θα τους επισκεπτόταν σύντομα μ’ ένα καινούργιο κι ανήκουστο θαύμα: θα τους πλησίαζε περπατώντας πάνω στο νερό, όπως περπατάει κανείς σε στέρεο έδαφος. Ο Κύριος γνώριζε εκείνο που επρόκειτο να γίνει και τι θα έκανε ο ίδιος. Οι μαθητές Του, που δεν έβλεπαν τίποτα, ένιωσαν έκπληξη που ο Χριστός τούς έστειλε πριν απ’ Αυτόν. Τον άφησαν όμως μόνο Του με το πλήθος, κατέβηκαν από το όρος στη θάλασσα και ξεκίνησαν το ταξίδι.
Ένας άλλος αναμφισβήτητος λόγος για τη σπουδή που έδειξε ο Κύριος να προπέμψει τους μαθητές Του, να τους απομακρύνει από τα πλήθη των ανθρώπων, ήταν επειδή ο ίδιος ήθελε να τους προφυλάξει από την υπερηφάνεια στα μάτια των ανθρώπων, από τα εγκώμιά τους και την αυτοεκτίμηση που θα ένιωθαν επειδή ήταν μαθητές τέτοιου Θαυματουργού. Ήθελε να τους διδάξει πως πρέπει να είναι ταπεινοί, γι’ αυτό και τους είχε πει: «δότε αυτοίς υμείς φαγείν». Και τώρα τους έδιωξε επειδή ήθελε να τους προφυλάξει από την υπερηφάνεια και την υψηλοφροσύνη, επειδή είχαν τέτοια σχέση μαζί Του, με το Διδάσκαλό τους. Και τελικά ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να τούς κάνει να γνωρίσουν την απεριόριστη ταπείνωσή Του ενώπιον του Θεού: μετά από ένα τόσο καταπληκτικό θαύμα, αποσύρθηκε στην ησυχία για να προσευχηθεί.
Οι μαθητές Του ήταν εξοικειωμένοι με τη συνήθειά Του ν’ αποσύρεται συχνά στην έρημο για να προσευχηθεί. Εκείνη την ημέρα όμως μήπως αποσύρθηκε σκόπιμα στην έρημο, για να μείνει μόνος Του, μετά τη φοβερή είδηση για το θάνατο του Ιωάννη τού Βαπτιστή; Ας ξεχάσουν οι μαθητές Του για ποιο λόγο πήγε στην έρημο· ας συνειδητοποιήσουν πως το μεγάλο θαύμα που τόσο ξαφνικά έκανε, καθώς κι όλοι οι έπαινοι κι ο θαυμασμός των ανθρώπων, δεν μπορούσαν να καταστρέψουν την εσωτερική γαλήνη και την ταπείνωσή Του, ούτε και να τον κάνουν ν’ αλλάξει την απόφασή Του να πάει στην έρημο για να προσευχηθεί.
***
Ολόκληρο το περιστατικό αυτό της διανομής των άρτων και των ψαριών στους ανθρώπους, ο αριθμός των ψαριών και των άρτων, καθώς και ο αριθμός των κοφινιών με τα περισσεύματα, όλα μαζί έχουν κι ένα εσωτερικό, ένα βαθύτερο νόημα. Λίγο πριν από το θάνατό Του ο Κύριος ονόμασε τον άρτο Σώμα Του. Στο συγκεκριμένο περιστατικό είναι αλήθεια πως δε λέει κάτι τέτοιο με λόγια, το κάνει όμως με τον αριθμό των άρτων. Οι πέντε άρτοι σημαίνουν τις πέντε αισθήσεις· κι οι πέντε αισθήσεις αντιπροσωπεύουν όλο το σώμα. Το ψάρι σημαίνει τη ζωή. Τους πρώτες αιώνες της χριστιανικής ζωής το Χριστό τον απεικόνιζαν με τη μορφή ψαριού. Το σύμβολο αυτό μπορεί να το δει ακόμα και σήμερα κανείς στις αρχαίες χριστιανικές κατακόμβες. Απ’ αυτήν την άποψη, ο Χριστός έδωσε το σώμα και τη ζωή Του στους ανθρώπους για να τραφούν. Και γιατί ήταν δύο τα ψάρια; Επειδή ό Κύριος έδωσε και δίνει τον εαυτό Του θυσία τόσο όσο διάστημα κράτησε η επίγεια διαδρομή Του, όσο και στην Εκκλησία μετά την Ανάστασή Του, ως τη σημερινή μέρα. Ποιά σημασία έχει το γεγονός ότι έκοψε μόνος του τους άρτους; Αυτό σημαίνει πως Εκείνος, με την ελεύθερη βούλησή Του, παραδόθηκε να θυσιαστεί για τη σωτηρία των ανθρώπων. Γιατί έδωσε τα ψωμιά και τα ψάρια στους αποστόλους, για να τα μοιράσουν αυτοί μετά στο λαό; Επειδή εκείνοι ήταν που έπρεπε να μεταφέρουν το Χριστό σ’ ολόκληρο τον κόσμο και να τον δώσουν στους ανθρώπους και τα έθνη ως τροφή ζωής. Τί σημαίνουν τα δώδεκα κοφίνια με τα περισσεύματα των άρτων; Την άφθονη καρποφορία τού έργου των αποστόλων. Κάθε θερισμός των αποστόλων θα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος από το σπόρο που έσπειραν, όπως κάθε καλάθι είχε περισσότερο ψωμί από τους άρτους που έφαγαν και χόρτασαν οι πεινασμένοι άνθρωποι. (Το περιστατικό τού θαύματος του πολλαπλασιασμού των άρτων που έγινε με τη δύναμη του Χριστού μνημονεύεται κάθε φορά σε μια ωραία ευχή, στην τελετή της αρτοκλασίας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός, ο ευλογήσας τους πέντε άρτους εν τη ερήμω και εξ αυτών πεντακισχιλίους άνδρας χορτάσας, ευλόγησον και τους άρτους τούτους, τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας πιστούς δούλους Σου αγίασον»).
Όλ’ αυτά τα μυστήρια έχουν μεγάλο βάθος, δυσθεώρητο. Ποιός τολμά να κοιτάξει τόσο βαθιά, στα απύθμενα βάθη τους; Ποιός θα τολμούσε στην πρόσκαιρη ζωή μας να διεισδύσει στα βάθη αυτά; Ίσως πληροφορηθούν αρκετά εκείνοι που τους αρέσει να διαβάζουν και ν’ ακούνε το ευαγγέλιο. Οι άγγελοι απολαμβάνουν μέχρι κορεσμού τη γλυκύτητα του ευαγγελίου. Όσο περισσότερο το διαβάζει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο τρέπεται σε σκέψεις πνευματικές και σε προσευχή. Όσο περισσότερο καθοδηγεί τη ζωή του σύμφωνα μ’ αυτό, τόσο η ανάγνωση θ’ ανοίγει τα βάθη των νοημάτων του και θα τον ικανοποιεί με το άρωμά του. Γι’ αυτό πρέπει δόξα και ύμνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες τών αιώνων. Αμήν.
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)
ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ
Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα απαραίτητο και χρήσιμο θαύμα: τον πολλαπλασιασμό των άρτων στην έρημο. Αυτή δεν ήταν κάποια ακατοίκητη έρημος, μια έρημος όπου μόνο ο διάβολος κατοικούσε. Ήταν μια έρημος όπου βρέθηκαν πάνω από δέκα χιλιάδες πεινασμένοι άνθρωποι. Το συμπέρασμα για τον αριθμό τους προκύπτει απ’ όσα γράφει ο ευαγγελιστής, πως το πλήθος ήταν πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς να συνυπολογίσει τις γυναίκες και τα παιδιά.
«Και εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ’ αυτοίς και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών» (Ματθ. ιδ’ 14). Αυτό έγινε την εποχή που ο βασιλιάς Ηρώδης είχε αποκεφαλίσει τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Κι όταν το άκουσε αυτό ο Ιησούς επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο κι αναχώρησε «εις έρημον τόπον κατ’ ιδίαν» (Ματθ. ιδ’ 13). Το περιστατικό αυτό το αναφέρουν και οι τέσσερις ευαγγελιστές. Μερικοί αναφέρουν περισσότερες λεπτομέρειες, άλλοι λιγότερες. Σύμφωνα με τον Ιωάννη, ο Κύριος μπήκε στο πλοίο κοντά στην Τιβεριάδα και πέρασε στο απέναντι μέρος της θάλασσας τής Γαλιλαίας, που ονομάζεται και θάλασσα της Τιβεριάδας. Ο Λουκάς λέει πως «υπεχώρησε κατ’ ιδίαν εις τόπον έρημον πόλεως καλούμενης Βηθσαϊδά» (θ’ 10).
Το συνήθιζε ο Κύριος ν’ αποσύρεται συχνά στην έρημο, σε ερημικές τοποθεσίες και σε βουνά. Το έκανε αυτό για τρεις λόγους: Πρώτο, για να κάνει σύντομα διαλείμματα από τις εντατικές και πολυσχιδείς δραστηριότητές Του, ώστε να χωνέψουν κι οι άνθρωποι τις διδαχές Του και τα θαύματα που είχε κάνει. Δεύτερο, για να δώσει το παράδειγμα στους αποστόλους και σε μας πως είναι απαραίτητο ν’ αποσυρόμαστε, να εισερχόμαστε στο ταμιείο μας (Ματθ. στ’ 6), για να παραμένουμε στην προσευχή μόνοι μας με το Θεό. Η ησυχία κι η σιωπή καθαρίζουν τον άνθρωπο, τού διδάσκουν την υποταγή στο Θεό και τού χαρίζουν πνευματική διαύγεια και δύναμη. Τρίτο, για να μας δείξει πως ο καλός και χρήσιμος άνθρωπος δεν μπορεί να κρυφτεί – «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. ε’ 14). Έτσι έδειξε κι επισήμανε ποιος είναι ο πραγματικός τόπος για τους ερημίτες και τους μοναχούς.
Η εκκλησιαστική ιστορία το έχει αποδείξει αυτό χιλιάδες φορές. Δεν υπάρχει ούτε ένας μοναδικός ερημίτης, άνθρωπος της προσευχής και θαυματουργός, που να κατόρθωσε να κρυφτεί από τους ανθρώπους. Πολλοί ρωτάνε αναιτιολόγητα: Τί κάνει ο μοναχός στην έρημο; Δε θά ‘ταν καλύτερα ο μοναχός να μένει στον κόσμο, ανάμεσα στους ανθρώπους, και να τους υπηρετεί; Πώς όμως μπορεί να φωτίσει ένα κερί που δεν είναι αναμμένο; Ο μοναχός κουβαλάει την ψυχή του στην έρημο σαν κερί άκαφτο. Τη φέρνει στην έρημο για να την ανάψει με προσευχή, με νηστεία, με περισυλλογή και άσκηση. Αν κατορθώσει να την ανάψει, το φως Του θα λάμψει σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ο κόσμος θα τον ακολουθήσει και θα τον βρει, ακόμα κι αν αυτός κρυφτεί στην έρημο, σε απομακρυσμένα βουνά ή σε απρόσιτες σπηλιές. Όχι, ο μοναχός δεν είναι άχρηστος. Είναι ικανός να γίνει πολύ πιο χρήσιμος στους άλλους από οποιονδήποτε άλλον. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά σ’ αυτήν την περίπτωση από τον Κύριο Ιησού. Μάταια κρυβόταν από τους ανθρώπους στην έρημο, γιατί τα πλήθη τον έβρισκαν και τον ακολουθούσαν.
Ο Κύριος τους κοίταξε και «εσπλαχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ’ 36). Κάτω στις πόλεις οι συναγωγές ήταν γεμάτες από αυτόκλητους ποιμένες, που στην πραγματικότητα ήταν λύκοι με εμφάνιση προβάτων. Οι άνθρωποι το ήξεραν αυτό, το ένιωθαν, όπως ήξεραν κι ένιωθαν την αμέτρητη ευσπλαχνία και αγάπη τού Χριστού γι’ αυτούς. Οι άνθρωποι ήξεραν και ένιωθαν πως ο Χριστός ήταν ο μόνος Καλός Ποιμένας, πως η μέριμνά Του γι’ αυτούς ήταν γνήσια, στοργική. Γι’ αυτό και τον ακολουθούσαν στην έρημο. Κι ο Κύριος εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. Οι άνθρωποι ένιωθαν πως τον χρειάζονταν το Χριστό, δεν του ζητούσαν να θαυματουργήσει από μάταιη περιέργεια, αλλ’ από μεγάλη ανάγκη. Κι ο Μάρκος μας λέει πως εκεί άρχισε να τους διδάσκει.
«Οψίας δε γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες· έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα» (Ματθ. ιδ’ 15). Ο Ματθαίος δε μας λέει τι τον κρατούσε τόσο πολύ με τους ανθρώπους. Γράφει μόνο πως θεράπευσε τους αρρώστους. Ο Μάρκος το συμπληρώνει αυτό και λέει πως τους δίδασκε πολλά πράγματα. Προσέξτε πόσο όμορφα συμπληρώνουν ο ένας ευαγγελιστής τον άλλο! Ο Κύριος συνέχισε να διδάσκει τους όχλους για πολλές ώρες, ωσότου άρχισε να νυχτώνει. Όλες αυτές τις ώρες ο Κύριος δίδαξε τόσο πολλά στο λαό, που θα μπορούσε να γεμίσει ολόκληρο ευαγγέλιο. Αυτό το είπε ο ευαγγελιστής Ιωάννης, όταν έγραψε πως «ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία» (Ιωάν. κα’ 25).
Παρατηρούμε όμως και την αγάπη των μαθητών: Έρημός εστιν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν. Το πλήθος πεινάει κι είναι αργά πια για να φύγουν και να πάνε στον τόπο του ο καθένας. Τα σπίτια τους είναι μακριά. Δες, εδώ έχουμε και πολλές γυναίκες, έχουμε και παιδιά. Πρέπει να βρουν τροφή όσο πιο σύντομα γίνεται. Ας τους λοιπόν να πάνε στα γύρω χωριά για να βρουν κάτι να φάνε.
Ο Χριστός σίγουρα είναι πιο εύσπλαχνος και πιο στοργικός από τους μαθητές Του. Μήπως δεν ένιωθε κι ο ίδιος, όπως οι μαθητές Του, πως οι άνθρωποι πεινούσαν κι η νύχτα ήταν κοντά; Και βέβαια ο Χριστός ήταν περισσότερο ελεήμων και στοργικός από τους μαθητές Του. Τις ανάγκες των ανθρώπων τις ένιωθε πριν από εκείνους. Στην αρχή, όπως λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «επάρας ουν ο Ιησούς τους οφθαλμούς και θεασάμενος ότι πολύς όχλος έρχεται προς αυτόν, λέγει προς τον Φίλιππον πόθεν αγοράσωμεν άρτους ίνα φάγωσιν ούτοι;» (Ιωάν. στ’ 5). Η συζήτηση με το Φίλιππο όμως τέλειωσε κι οι άνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω από τον Κύριο με τους ασθενείς τους. Ο Κύριος θεράπευσε πρώτα όλους τους αρρώστους κι έπειτα άρχισε να διδάσκει τους όχλους. Η διδασκαλία κράτησε ως το βράδυ. Και τότε μόνο σκέφτηκαν οι απόστολοι πως οι άνθρωποι θα πεινούσαν κι έπρεπε να φάνε.
Ο Κύριος το είχε προβλέψει αυτό από την αρχή. Δε μίλησε όμως, σκόπιμα. Περίμενε τους αποστόλους να θέσουν το πρόβλημα. Κι αυτό το έκανε για δυο λόγους: πρώτα για να τους διεγείρει την ευσπλαχνία και τη συμπάθεια και δεύτερο για ν’ αποδείξει πόσο αδύναμοι ήταν χωρίς Εκείνον. Τους είπε ο Χριστός: «ου χρείαν έχουσιν απελθείν· δότε αυτοίς υμείς φαγείν» (Ματθ. ιδ’ 16). Γνώριζε πως αυτό δεν μπορούσαν να το κάνουν, ήταν αδύνατο ανθρωπίνως να γίνει. Το είπε όμως για να συνειδητοποιήσουν πλήρως και να ομολογήσουν την αδυναμία τους. Γι’ αυτό και του είπαν: «ουκ έχομεν ώδε ει μη πέντε άρτους και δύο ιχθύας» (Ματθ. ιδ’ 17). Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, τα λιγοστά αυτά τρόφιμα δεν ήταν δικά τους, ανήκαν σε κάποιο μικρό παιδί που βρισκόταν εκεί. Γράφει ο ευαγγελιστής: «Έστι παιδάριον εν ώδε, ος έχει πέντε άρτους κριθίνους και δυο όψάρια΄ αλλά ταύτα τί εστιν εις τοσούτους;» (Ιωάν. στ 9). Στον Κύριο αυτό το είπε ο Ανδρέας. Παρά το γεγονός ότι ο πρωτόκλητος των αποστόλων ζούσε τόσο καιρό μαζί Του, ακόμα δεν είχε εδραιωθεί στην πίστη, δεν είχε τελειοποιηθεί. Αυτό είναι φανερό από εκείνο που είπε: αλλά ταύτα τί εστιν εις τοσούτους; Το ψωμί ήταν κρίθινο. Κι αυτό δεν ήταν συμπτωματικό. Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, απ’ αυτό μαθαίνουμε πως πρέπει να ικανοποιούμαστε με απλές τροφές, να μην είμαστε απαιτητικοί. «Η λαιμαργία κι η πολυφαγία είναι μητέρες της αρρώστιας», συμπληρώνει ο άγιος πατέρας.
«Ο δε είπε· φέρετέ μοι αυτούς ώδε» (Ματθ. ιδ’ 18). Τώρα είχε έρθει η δική Του ώρα. Οι όχλοι δεν μπορούσαν να βρουν τρόφιμα για να φάνε. Οι απόστολοι ομολόγησαν την αδυναμία τους, δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Τότε και μόνο τότε ήρθε η δική Του ώρα. Το κλίμα ήταν ώριμο για να γίνει το θαύμα.
«Και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επί τους χόρτους, λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε, και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δε μαθηταί τοις όχλοις» (Ματθ. ιδ’ 19). Γιατί κοίταξε πρώτα στον ουρανό ο Κύριος; Όταν έκανε πολλά από τ’ άλλα θαύματά Του δεν το είχε κάνει, δεν είχε ξανακοιτάξει στον ουρανό. Δεν το έκανε όταν άνοιγε τα μάτια των τυφλών, όταν θεράπευε τους λεπρούς, έβγαζε δαιμόνια από τους ανθρώπους, γαλήνευε τη θάλασσα, έκανε το νερό κρασί κι όταν ακόμα ανάσταινε νεκρούς. Γιατί λοιπόν στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση έστρεψε τα μάτια Του προς τον ουρανό, προς τον ουράνιο Πατέρα Του; Πρώτο, για να κάνει σαφή στους ανθρώπους την ταυτότητα της θέλησής Του μ’ εκείνην του Πατέρα Του, να καταρρίψει την άποψη και κατηγορία των Φαρισαίων, πως τα θαύματα τα έκανε με τη συνεργεία τών δαιμόνων. Δεύτερο, για να δώσει ως άνθρωπος στον κόσμο το παράδειγμα της ταπείνωσης ενώπιον του Θεού, καθώς και της ευχαριστίας για κάθε αγαθό που προέρχεται από το Θεό. Ένα παρόμοιο παράδειγμα μας έδωσε και στο Μυστικό Δείπνο: «Λαβών ο Ιησούς τον άρτον και ευχαριστήσας έκλασε…» (Ματθ. κστ’ 26). Ευχαρίστησε τον ουράνιο Πατέρα Του κι ύστερα ευλόγησε το ψωμί, ως δώρο Θεού. Κι εμείς πρέπει να ευχαριστούμε και να υμνούμε το Θεό για τα δώρα Του σε κάθε γεύμα, όσο λιτό κι αν είναι. Τρίτο, ως Θεός, με τον πολλαπλασιασμό των άρτων – μια πράξη που μοιάζει πολύ με νέα δημιουργία – να εκφράσει την ενότητα δύναμης της Αγίας Τριάδας: του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της ομοούσιας και αδιαίρετης Τριάδας, του Δημιουργού των πάντων.
Ο Κύριος Ιησούς «έκλασε», έκοψε τον άρτο με τα ίδια Του τα χέρια. Γιατί; Γιατί δεν έδωσε εντολή στους αποστόλους Του να το κάνουν; Για να δείξει πως επιθυμούσε να λογαριάσει τους ανθρώπους ως φιλοξενούμενούς Του, να τονίσει τη μεγάλη αγάπη Του γι’ αυτούς και να διδάξει έτσι κι εμάς πως, όταν δίνουμε ελεημοσύνη και δώρα, πρέπει να το κάνουμε με αγάπη και ιλαρότητα, όπως κι Εκείνος.
«Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις· οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων» (Ματθ. ιδ’ 20,21). Αυτό είναι το θαύμα των θαυμάτων, η δόξα που ξεπερνάει κάθε άλλη δόξα! Για να πάρουν πέντε χιλιάδες άνθρωποι (χωρίς να συνυπολογιστούν οι γυναίκες και τα παιδιά) από μια μπουκιά ψωμί, όπως το αντίδωρο που παίρνουμε στην εκκλησία, τα πέντε ψωμιά δε θα έφταναν με τίποτα. Εδώ όμως έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν και μάλιστα περίσσεψαν και δώδεκα κοφίνια. Αν αυτή ήταν κάποια οφθαλμαπάτη, δε θα έγραφε ο ευαγγελιστής πως εχορτάσθησαν. Αν κάποιος άνθρωπος μπορούσε να εξαπατήσει έναν άλλο ότι έφαγε, δε θα μπορούσε όμως να πείσει έναν πεινασμένο ότι χόρτασε. Αν πράγματι ήταν αυτό κάποια οφθαλμαπάτη, από πού προέκυψαν τα περισσεύματα, πού γέμισαν δώδεκα κοφίνια ψωμιά;
Όχι! Μόνο άνθρωποι που η καρδιά τους είχε νεκρωθεί από την αμαρτία μπορούν να το αποκαλέσουν οφθαλμαπάτη αυτό. Ήταν πραγματικό γεγονός, όπως πραγματικός είναι κι ο Θεός. Πρέπει να προσέξετε όμως πως για το θαύμα αυτό δεν ξεσηκώθηκαν φωνές εναντίον Του, δεν του έδωσαν κάποιες ανόητες ερμηνείες, όπως έκαναν οι Φαρισαίοι σε πολλά άλλα από τα θαύματά Του. Κι όχι μόνο δεν το αμφισβήτησε κανένας, αλλά «οι άνθρωποι, ιδόντες ο εποίησε σημείον ο Ιησούς, έλεγον ότι ούτος εστιν αληθώς ο προφήτης ο ερχόμενος εις τον κόσμον (Ιωάν. στ’ 14). Κι οι όχλοι ήθελαν «αρπάζειν αυτόν ίνα ποιήσωσιν αυτόν βασιλέα» (αυτ. στίχ. 15). Τέτοια απήχηση είχε στο λαό το καταπληκτικό αυτό θαύμα!
Πότε προσπάθησε κάποιος να μετατρέψει μια απάτη σε βασιλιά; Αυτό όμως ήταν πραγματικό γεγονός. Οι άνθρωποι ξεσηκώθηκαν από την αλήθεια και ήθελαν να κάνουν το Χριστό βασιλιά με το ζόρι. Κι αυτό θα είχε γίνει, αν ο Χριστός δεν είχε απομακρυνθεί μόνος Του. Κι έτσι ματαιώθηκε το σχέδιο του πλήθους που ριγούσε από ενθουσιασμό.
«Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ου απολύση τους όχλους» (Ματθ. ιδ’ 22). Δεν είναι περίεργο το γεγονός ότι ο Χριστός ανάγκασε τους μαθητές Του να μπουν σε πλοίο και να φύγουν πριν από τον ίδιο; Γιατί το έκανε αυτό; Πρώτο, γι’ αυτό που είχε γίνει. Και δεύτερο, γι’ αυτό που επρόκειτο να γίνει. Τούς άφησε ν’ απομακρυνθούν από το πλήθος όσο πιο γρήγορα γινόταν, για να συλλογιστούν και να συζητήσουν μεταξύ τους το μεγάλο θαύμα τού πολλαπλασιασμού των άρτων. Τους άφησε να ταξιδέψουν με το πλοίο, όπου ο Κύριος θα τους επισκεπτόταν σύντομα μ’ ένα καινούργιο κι ανήκουστο θαύμα: θα τους πλησίαζε περπατώντας πάνω στο νερό, όπως περπατάει κανείς σε στέρεο έδαφος. Ο Κύριος γνώριζε εκείνο που επρόκειτο να γίνει και τι θα έκανε ο ίδιος. Οι μαθητές Του, που δεν έβλεπαν τίποτα, ένιωσαν έκπληξη που ο Χριστός τούς έστειλε πριν απ’ Αυτόν. Τον άφησαν όμως μόνο Του με το πλήθος, κατέβηκαν από το όρος στη θάλασσα και ξεκίνησαν το ταξίδι.
Ένας άλλος αναμφισβήτητος λόγος για τη σπουδή που έδειξε ο Κύριος να προπέμψει τους μαθητές Του, να τους απομακρύνει από τα πλήθη των ανθρώπων, ήταν επειδή ο ίδιος ήθελε να τους προφυλάξει από την υπερηφάνεια στα μάτια των ανθρώπων, από τα εγκώμιά τους και την αυτοεκτίμηση που θα ένιωθαν επειδή ήταν μαθητές τέτοιου Θαυματουργού. Ήθελε να τους διδάξει πως πρέπει να είναι ταπεινοί, γι’ αυτό και τους είχε πει: «δότε αυτοίς υμείς φαγείν». Και τώρα τους έδιωξε επειδή ήθελε να τους προφυλάξει από την υπερηφάνεια και την υψηλοφροσύνη, επειδή είχαν τέτοια σχέση μαζί Του, με το Διδάσκαλό τους. Και τελικά ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να τούς κάνει να γνωρίσουν την απεριόριστη ταπείνωσή Του ενώπιον του Θεού: μετά από ένα τόσο καταπληκτικό θαύμα, αποσύρθηκε στην ησυχία για να προσευχηθεί.
Οι μαθητές Του ήταν εξοικειωμένοι με τη συνήθειά Του ν’ αποσύρεται συχνά στην έρημο για να προσευχηθεί. Εκείνη την ημέρα όμως μήπως αποσύρθηκε σκόπιμα στην έρημο, για να μείνει μόνος Του, μετά τη φοβερή είδηση για το θάνατο του Ιωάννη τού Βαπτιστή; Ας ξεχάσουν οι μαθητές Του για ποιο λόγο πήγε στην έρημο· ας συνειδητοποιήσουν πως το μεγάλο θαύμα που τόσο ξαφνικά έκανε, καθώς κι όλοι οι έπαινοι κι ο θαυμασμός των ανθρώπων, δεν μπορούσαν να καταστρέψουν την εσωτερική γαλήνη και την ταπείνωσή Του, ούτε και να τον κάνουν ν’ αλλάξει την απόφασή Του να πάει στην έρημο για να προσευχηθεί.
***
Ολόκληρο το περιστατικό αυτό της διανομής των άρτων και των ψαριών στους ανθρώπους, ο αριθμός των ψαριών και των άρτων, καθώς και ο αριθμός των κοφινιών με τα περισσεύματα, όλα μαζί έχουν κι ένα εσωτερικό, ένα βαθύτερο νόημα. Λίγο πριν από το θάνατό Του ο Κύριος ονόμασε τον άρτο Σώμα Του. Στο συγκεκριμένο περιστατικό είναι αλήθεια πως δε λέει κάτι τέτοιο με λόγια, το κάνει όμως με τον αριθμό των άρτων. Οι πέντε άρτοι σημαίνουν τις πέντε αισθήσεις· κι οι πέντε αισθήσεις αντιπροσωπεύουν όλο το σώμα. Το ψάρι σημαίνει τη ζωή. Τους πρώτες αιώνες της χριστιανικής ζωής το Χριστό τον απεικόνιζαν με τη μορφή ψαριού. Το σύμβολο αυτό μπορεί να το δει ακόμα και σήμερα κανείς στις αρχαίες χριστιανικές κατακόμβες. Απ’ αυτήν την άποψη, ο Χριστός έδωσε το σώμα και τη ζωή Του στους ανθρώπους για να τραφούν. Και γιατί ήταν δύο τα ψάρια; Επειδή ό Κύριος έδωσε και δίνει τον εαυτό Του θυσία τόσο όσο διάστημα κράτησε η επίγεια διαδρομή Του, όσο και στην Εκκλησία μετά την Ανάστασή Του, ως τη σημερινή μέρα. Ποιά σημασία έχει το γεγονός ότι έκοψε μόνος του τους άρτους; Αυτό σημαίνει πως Εκείνος, με την ελεύθερη βούλησή Του, παραδόθηκε να θυσιαστεί για τη σωτηρία των ανθρώπων. Γιατί έδωσε τα ψωμιά και τα ψάρια στους αποστόλους, για να τα μοιράσουν αυτοί μετά στο λαό; Επειδή εκείνοι ήταν που έπρεπε να μεταφέρουν το Χριστό σ’ ολόκληρο τον κόσμο και να τον δώσουν στους ανθρώπους και τα έθνη ως τροφή ζωής. Τί σημαίνουν τα δώδεκα κοφίνια με τα περισσεύματα των άρτων; Την άφθονη καρποφορία τού έργου των αποστόλων. Κάθε θερισμός των αποστόλων θα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος από το σπόρο που έσπειραν, όπως κάθε καλάθι είχε περισσότερο ψωμί από τους άρτους που έφαγαν και χόρτασαν οι πεινασμένοι άνθρωποι. (Το περιστατικό τού θαύματος του πολλαπλασιασμού των άρτων που έγινε με τη δύναμη του Χριστού μνημονεύεται κάθε φορά σε μια ωραία ευχή, στην τελετή της αρτοκλασίας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός, ο ευλογήσας τους πέντε άρτους εν τη ερήμω και εξ αυτών πεντακισχιλίους άνδρας χορτάσας, ευλόγησον και τους άρτους τούτους, τον σίτον, τον οίνον και το έλαιον και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντας πιστούς δούλους Σου αγίασον»).
Όλ’ αυτά τα μυστήρια έχουν μεγάλο βάθος, δυσθεώρητο. Ποιός τολμά να κοιτάξει τόσο βαθιά, στα απύθμενα βάθη τους; Ποιός θα τολμούσε στην πρόσκαιρη ζωή μας να διεισδύσει στα βάθη αυτά; Ίσως πληροφορηθούν αρκετά εκείνοι που τους αρέσει να διαβάζουν και ν’ ακούνε το ευαγγέλιο. Οι άγγελοι απολαμβάνουν μέχρι κορεσμού τη γλυκύτητα του ευαγγελίου. Όσο περισσότερο το διαβάζει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο τρέπεται σε σκέψεις πνευματικές και σε προσευχή. Όσο περισσότερο καθοδηγεί τη ζωή του σύμφωνα μ’ αυτό, τόσο η ανάγνωση θ’ ανοίγει τα βάθη των νοημάτων του και θα τον ικανοποιεί με το άρωμά του. Γι’ αυτό πρέπει δόξα και ύμνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες τών αιώνων. Αμήν.
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)
ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53495
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, ζευγάρι λογικὰ τρυγόνια σωφρονέστατο! Ἐσεῖς, μὲ τὸ νὰ κρατήσετε τὸ φυσικὸ νόμο τῆς σωφροσύνης, ἀξιωθήκατε μὲ δῶρα ὑπερφυσικά· γεννήσατε τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀνέγγιχτη ἀπὸ ἄνδρα. Ἐσεῖς, ἀφοῦ ζήσατε μὲ εὐσέβεια καὶ ὁσιότητα μέσα στὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, γεννήσατε τὴν ἀνώτερη ἀπὸ ἀγγέλους Κόρη, τὴν Κυρία τῶν ἀγγέλων.
Ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα σὰν μυστικὲς κορφὲς βουνῶν στάλαξαν γλύκα. Νιῶσε χαρά, εὐλογημένη Ἄννα, γιατὶ γέννησες κορίτσι. Γιατὶ αὐτὴ ἡ κόρη θὰ γίνει Μητέρα τοῦ Θεοῦ, πύλη τοῦ φωτός, πηγὴ τῆς ζωῆς, καὶ θὰ ἐξαφανίσει τὸ ἔγκλημα τῆς γυναίκας.
Τὸ πρόσωπο αὐτῆς τῆς κόρης «θὰ ἱκετεύσουν οἱ πλούσιοί του λαοῦ».Τὴν κόρη αὐτὴ θὰ προσκυνήσουν οἱ βασιλιᾶδες τῶν ἐθνῶν προσφέροντας δῶρα. Τὴν κόρη αὐτὴ θὰ ὁδηγήσεις στὸ Θεό, στὸ βασιλιὰ τῶν ὅλων, ντυμένο στὰ «χρυσὰ κρόσσια» τὰ στολίδια τῶν ἀρετῶν, καὶ στολισμένη μὲ τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος, κι «ἡ δόξα τῆς εἶναι μέσα της». Γιατὶ ἂν δόξα κάθε γυναίκας εἶναι ὁ ἄντρας ποὺ στέκεται στὸ πλάι της, τῆς Παναγίας ἡ δόξα εἶναι ἀπὸ μέσα, ὁ καρπὸς τῶν σπλάχνων της.
Ὦ Κόρη ποθητὴ καὶ τρισευλογημένη· «εὐλογημένη μέσα σ᾿ ὅλες τὶς γυναῖκες σύ, κι εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῶν σπλάχνων σου». Κόρη, θυγατέρα τοῦ βασιλιᾶ Δαβίδ, καὶ Μητέρα τοῦ βασιλιᾶ τῶν ὅλων, τοῦ Θεοῦ. Θεϊκὸ κι ὁλοζώντανο ἄγαλμα, ἡ εὐφροσύνη τοῦ Θεοῦ ποὺ σὲ ἔπλασε, ποὺ ἔχεις τὸ πνεῦμα σου θεοκυβέρνητο καὶ μόνο στὸ Θεὸ γυρνᾶς τὴν προσοχή σου. Κάθε σου πόθος στρέφει στὸν μόνο ποθητὸ κι ἀγαπημένο. Τὸ θυμό σου χύνεις μοναχὰ στὴν ἁμαρτία καὶ σ᾿ αὐτὸν ποὺ γέννησε τὴν ἁμαρτία. Ζοῦσες ζωὴ ἀνώτερη ἀπὸ τὴ φύση. Ὄχι ζωὴ δική σου, γιατὶ ἐσὺ δὲν γεννήθηκες γιὰ σένα.
Γιὰ τὸν Θεὸ λοιπὸν ζοῦσες, γι᾿ Αὐτὸν ἦλθες στὴ ζωή, Αὐτὸν πιστὰ νὰ ὑπηρετήσεις στὴν παγκόσμια σωτηρία, γιὰ νὰ πληρωθεῖ ἡ «προαιώνια ἀπόφαση» τοῦ Θεοῦ, ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ ἡ δική μας θέωση. Ὁ πόθος σου μὲ θεϊκὰ νὰ τρέφεσαι λόγια, καὶ μὲ τὸ χυμό τους νὰ δυναμώνεις, σὰν «ἐλιὰ ὁλοκαρπη στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ, σὰν δένδρο, ποὺ φυτεύτηκε στὴν ἀκροποταμιὰ» τοῦ Πνεύματος, σὰν δένδρο τῆς ζωῆς, ποὺ καρποφόρησε στὸν καιρὸ ποὺ εἶχε ἀπὸ τὸ Θεὸ ταχθεῖ, Θεὸ ἐνσαρκωμένο, τὴν αἰώνια ζωὴ γιὰ τὰ πλάσματά Του ὅλα. Κρατᾶς κάθε λογισμὸ ποὺ τρέφει κι ὠφελεῖ τὴ ψυχή, καὶ ρίχνεις πέρα, πρὶν κἂν τὸ δοκιμάσεις, κάθε τι ποὺ εἶναι γιὰ σένα ἄχρηστο καὶ βλαβερό. Μάτια «στραμμένα πάντοτε στὸν Κύριο» βλέπουν τὸ αἰώνιο κι «ἀπλησίαστο φῶς».
Αὐτιὰ ποὺ ἀκοῦνε τὸν θεϊκὸ λόγο κι εὐφραίνονται μὲ τὴν κιθάρα τοῦ Πνεύματος, ποὺ ἀπὸ μέσα τους πέρασε ὁ Λόγος γιὰ νὰ σαρκωθεῖ. Ὄσφρηση γοητευμένη μὲ τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀρωμάτων τοῦ Νυμφίου, ποὺ ἄρωμα θεϊκὸ ξεχύνεται ἐλεύθερα καὶ χρίει τὴν ἀνθρώπινή Του φύση. «Ἄρωμα ποὺ χύθηκε εἶναι τὸ ὄνομά σου» λέγει ἡ ἁγία Γραφή. Χείλη ποὺ δοξολογοῦν τὸν Κύριο καὶ μένουν κολλημένα στὰ δικά Του χείλη. Ἡ γλώσσα κι ὁ οὐρανίσκος ποὺ ξέρουν νὰ διακρίνουν τὰ λόγια του Θεοῦ καὶ ποὺ χορταίνουν μὲ τὴ θεϊκή τους γλυκύτητα. Καρδιὰ καθαρὴ κι ἀμόλυντη, ποὺ βλέπει καὶ ποθεῖ τὸν ἀόρατο Θεό.
Σπλάχνα, ποὺ μέσα τους κατοίκησε ὁ ἀχώρητος, καὶ στῆθος, ποὺ μὲ τὸ γάλα του, τράφηκε ὁ Θεός, τὸ παιδὶ Ἰησοῦς. Πύλη τοῦ Θεοῦ παρθενικὴ γιὰ πάντα. Χέρια, ποὺ κράτησαν τὸν Θεό, καὶ γόνατα, ποὺ ἔγιναν θρόνος ψηλότερος κι ἀπὸ τὰ χερουβίμ.
Μ᾿ αὐτὰ στερεώθηκαν τὰ «παράλυτα χέρια καὶ τ᾿ ἀδύναμα πόδια». Πόδια ὁδηγημένα μὲ τὸ φωτεινὸ λυχνάρι τοῦ θείου νόμου, τρέχουν ἀσταμάτητα πίσω του, ὥσπου κι τράβηξαν τὸν Ποθητὸ σ᾿ αὕτη ποὺ Τὸν ποθοῦσε. Ὁλόκληρη εἶσαι δωμάτιο νυφικὸ τοῦ Πνεύματος, πόλη τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, ποὺ τὴν «εὐφραίνουν τὰ ρέματα τοῦ πόταμου», τὰ κύματα δηλ. τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: Πεντάμορφη καὶ πολυαγαπημένη τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ἀφοῦ ξεπέρασε τὰ χερουβὶμ κι ἀνέβηκε ψηλότερα κι ἀπὸ τὰ σεραφίμ, ἔγινε πραγματικά του Θεοῦ ἡ πολυαγαπημένη.
Θαῦμα, τὸ πιὸ τρανὸ ἀπ᾿ ὅλα τὰ θαύματα! Γυναίκα νὰ βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὰ σεραφίμ, κι αὐτὸ γιατὶ ὁ Θεὸς φανερώθηκε «λιγάκι πιὸ χαμηλὰ ἀπ᾿ τοὺς ἀγγέλους». Σιώπα, Σολομῶν πολύσοφε, καὶ μὴ λές: «Τίποτα καινούργιο κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο». Παρθένε θεοχαριτωμένη, ἅγιε ναὲ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὁ πνευματικὸς Σολομώντας, ὁ ἄρχοντας τῆς εἰρήνης, σ᾿ ἔχτισε καὶ σ᾿ ἔκανε κατοικία του, ναέ, ποὺ δὲν στολίζεσαι μὲ χρυσάφι κι ἄψυχες πέτρες, ἀλλὰ λαμποκοπᾶς ἀντὶ χρυσάφι Ἅγιο Πνεῦμα· κι ἀντὶ γι᾿ ἄλλα ἀκριβὰ πετράδια ἔχεις τὸ πολύτιμο μαργαριτάρι, τὸν Χριστό, τὸν ἄνθρακα τῆς θεότητας.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα σὰν μυστικὲς κορφὲς βουνῶν στάλαξαν γλύκα. Νιῶσε χαρά, εὐλογημένη Ἄννα, γιατὶ γέννησες κορίτσι. Γιατὶ αὐτὴ ἡ κόρη θὰ γίνει Μητέρα τοῦ Θεοῦ, πύλη τοῦ φωτός, πηγὴ τῆς ζωῆς, καὶ θὰ ἐξαφανίσει τὸ ἔγκλημα τῆς γυναίκας.
Τὸ πρόσωπο αὐτῆς τῆς κόρης «θὰ ἱκετεύσουν οἱ πλούσιοί του λαοῦ».Τὴν κόρη αὐτὴ θὰ προσκυνήσουν οἱ βασιλιᾶδες τῶν ἐθνῶν προσφέροντας δῶρα. Τὴν κόρη αὐτὴ θὰ ὁδηγήσεις στὸ Θεό, στὸ βασιλιὰ τῶν ὅλων, ντυμένο στὰ «χρυσὰ κρόσσια» τὰ στολίδια τῶν ἀρετῶν, καὶ στολισμένη μὲ τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος, κι «ἡ δόξα τῆς εἶναι μέσα της». Γιατὶ ἂν δόξα κάθε γυναίκας εἶναι ὁ ἄντρας ποὺ στέκεται στὸ πλάι της, τῆς Παναγίας ἡ δόξα εἶναι ἀπὸ μέσα, ὁ καρπὸς τῶν σπλάχνων της.
Ὦ Κόρη ποθητὴ καὶ τρισευλογημένη· «εὐλογημένη μέσα σ᾿ ὅλες τὶς γυναῖκες σύ, κι εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῶν σπλάχνων σου». Κόρη, θυγατέρα τοῦ βασιλιᾶ Δαβίδ, καὶ Μητέρα τοῦ βασιλιᾶ τῶν ὅλων, τοῦ Θεοῦ. Θεϊκὸ κι ὁλοζώντανο ἄγαλμα, ἡ εὐφροσύνη τοῦ Θεοῦ ποὺ σὲ ἔπλασε, ποὺ ἔχεις τὸ πνεῦμα σου θεοκυβέρνητο καὶ μόνο στὸ Θεὸ γυρνᾶς τὴν προσοχή σου. Κάθε σου πόθος στρέφει στὸν μόνο ποθητὸ κι ἀγαπημένο. Τὸ θυμό σου χύνεις μοναχὰ στὴν ἁμαρτία καὶ σ᾿ αὐτὸν ποὺ γέννησε τὴν ἁμαρτία. Ζοῦσες ζωὴ ἀνώτερη ἀπὸ τὴ φύση. Ὄχι ζωὴ δική σου, γιατὶ ἐσὺ δὲν γεννήθηκες γιὰ σένα.
Γιὰ τὸν Θεὸ λοιπὸν ζοῦσες, γι᾿ Αὐτὸν ἦλθες στὴ ζωή, Αὐτὸν πιστὰ νὰ ὑπηρετήσεις στὴν παγκόσμια σωτηρία, γιὰ νὰ πληρωθεῖ ἡ «προαιώνια ἀπόφαση» τοῦ Θεοῦ, ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ ἡ δική μας θέωση. Ὁ πόθος σου μὲ θεϊκὰ νὰ τρέφεσαι λόγια, καὶ μὲ τὸ χυμό τους νὰ δυναμώνεις, σὰν «ἐλιὰ ὁλοκαρπη στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ, σὰν δένδρο, ποὺ φυτεύτηκε στὴν ἀκροποταμιὰ» τοῦ Πνεύματος, σὰν δένδρο τῆς ζωῆς, ποὺ καρποφόρησε στὸν καιρὸ ποὺ εἶχε ἀπὸ τὸ Θεὸ ταχθεῖ, Θεὸ ἐνσαρκωμένο, τὴν αἰώνια ζωὴ γιὰ τὰ πλάσματά Του ὅλα. Κρατᾶς κάθε λογισμὸ ποὺ τρέφει κι ὠφελεῖ τὴ ψυχή, καὶ ρίχνεις πέρα, πρὶν κἂν τὸ δοκιμάσεις, κάθε τι ποὺ εἶναι γιὰ σένα ἄχρηστο καὶ βλαβερό. Μάτια «στραμμένα πάντοτε στὸν Κύριο» βλέπουν τὸ αἰώνιο κι «ἀπλησίαστο φῶς».
Αὐτιὰ ποὺ ἀκοῦνε τὸν θεϊκὸ λόγο κι εὐφραίνονται μὲ τὴν κιθάρα τοῦ Πνεύματος, ποὺ ἀπὸ μέσα τους πέρασε ὁ Λόγος γιὰ νὰ σαρκωθεῖ. Ὄσφρηση γοητευμένη μὲ τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀρωμάτων τοῦ Νυμφίου, ποὺ ἄρωμα θεϊκὸ ξεχύνεται ἐλεύθερα καὶ χρίει τὴν ἀνθρώπινή Του φύση. «Ἄρωμα ποὺ χύθηκε εἶναι τὸ ὄνομά σου» λέγει ἡ ἁγία Γραφή. Χείλη ποὺ δοξολογοῦν τὸν Κύριο καὶ μένουν κολλημένα στὰ δικά Του χείλη. Ἡ γλώσσα κι ὁ οὐρανίσκος ποὺ ξέρουν νὰ διακρίνουν τὰ λόγια του Θεοῦ καὶ ποὺ χορταίνουν μὲ τὴ θεϊκή τους γλυκύτητα. Καρδιὰ καθαρὴ κι ἀμόλυντη, ποὺ βλέπει καὶ ποθεῖ τὸν ἀόρατο Θεό.
Σπλάχνα, ποὺ μέσα τους κατοίκησε ὁ ἀχώρητος, καὶ στῆθος, ποὺ μὲ τὸ γάλα του, τράφηκε ὁ Θεός, τὸ παιδὶ Ἰησοῦς. Πύλη τοῦ Θεοῦ παρθενικὴ γιὰ πάντα. Χέρια, ποὺ κράτησαν τὸν Θεό, καὶ γόνατα, ποὺ ἔγιναν θρόνος ψηλότερος κι ἀπὸ τὰ χερουβίμ.
Μ᾿ αὐτὰ στερεώθηκαν τὰ «παράλυτα χέρια καὶ τ᾿ ἀδύναμα πόδια». Πόδια ὁδηγημένα μὲ τὸ φωτεινὸ λυχνάρι τοῦ θείου νόμου, τρέχουν ἀσταμάτητα πίσω του, ὥσπου κι τράβηξαν τὸν Ποθητὸ σ᾿ αὕτη ποὺ Τὸν ποθοῦσε. Ὁλόκληρη εἶσαι δωμάτιο νυφικὸ τοῦ Πνεύματος, πόλη τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, ποὺ τὴν «εὐφραίνουν τὰ ρέματα τοῦ πόταμου», τὰ κύματα δηλ. τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: Πεντάμορφη καὶ πολυαγαπημένη τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ἀφοῦ ξεπέρασε τὰ χερουβὶμ κι ἀνέβηκε ψηλότερα κι ἀπὸ τὰ σεραφίμ, ἔγινε πραγματικά του Θεοῦ ἡ πολυαγαπημένη.
Θαῦμα, τὸ πιὸ τρανὸ ἀπ᾿ ὅλα τὰ θαύματα! Γυναίκα νὰ βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὰ σεραφίμ, κι αὐτὸ γιατὶ ὁ Θεὸς φανερώθηκε «λιγάκι πιὸ χαμηλὰ ἀπ᾿ τοὺς ἀγγέλους». Σιώπα, Σολομῶν πολύσοφε, καὶ μὴ λές: «Τίποτα καινούργιο κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο». Παρθένε θεοχαριτωμένη, ἅγιε ναὲ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὁ πνευματικὸς Σολομώντας, ὁ ἄρχοντας τῆς εἰρήνης, σ᾿ ἔχτισε καὶ σ᾿ ἔκανε κατοικία του, ναέ, ποὺ δὲν στολίζεσαι μὲ χρυσάφι κι ἄψυχες πέτρες, ἀλλὰ λαμποκοπᾶς ἀντὶ χρυσάφι Ἅγιο Πνεῦμα· κι ἀντὶ γι᾿ ἄλλα ἀκριβὰ πετράδια ἔχεις τὸ πολύτιμο μαργαριτάρι, τὸν Χριστό, τὸν ἄνθρακα τῆς θεότητας.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53495
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο νηπιοβαπτισμός καθιερώθηκε σταδιακά ως η συνήθης εκκλησιαστική πρακτική, καθώς η Εκκλησία εξήλθε από την περίοδο των διωγμών, εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την οικουμένη και οργανώθηκε λατρευτικά προς το εντελέστερον . Στην περίοδο αυτή διαμορφώθηκε πληρέστερα και η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, με τη Θεία Ευχαριστία να αποτελεί το κέντρο της εκκλησιαστικής σύναξης. Τα παιδιά βαπτίζονται από πολύ μικρή ηλικία, ώστε να εντάσσονται πλήρως στο Σώμα του Χριστού και να μετέχουν στη Θεία Ευχαριστία.
Θεολογικά, η σημαντικότερη διόρθωση σε κάποια απολογητικά άρθρα, είναι ότι δεν είναι ακριβές να λέγεται πως η Θεία Ευχαριστία «μετατόπισε από το κέντρο το μυστήριο του Βαπτίσματος». Στην ορθόδοξη θεολογία τα δύο μυστήρια δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Το Βάπτισμα είναι η είσοδος στο Σώμα του Χριστού, ενώ η Θεία Ευχαριστία αποτελεί την κορύφωση και τη συνεχή τροφοδότηση της εκκλησιαστικής ζωής. Επίσης, η ιστορική καθιέρωση του νηπιοβαπτισμού δεν οφείλεται μόνο στη μεταδιωκτική περίοδο· μαρτυρείται ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ενώ μετά τον 4ο αιώνα έγινε η επικρατούσα πρακτική της Εκκλησίας.
Το Βάπτισμα, άλλωστε, δεν είναι μια γνωσιακή μύηση ούτε προϋποθέτει διανοητική κατανόηση των δογμάτων της πίστεως. Είναι μυστήριο οντολογικής μεταβολής, αναγέννηση «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος», ένδυση του Χριστού και είσοδος στην καινή ζωή της Εκκλησίας. Η κατήχηση δεν προηγείται κατ' ανάγκην του Βαπτίσματος, αλλά συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου ως αδιάκοπη πορεία πνευματικής ωρίμανσης. Για τον συνειδητό Χριστιανό δεν είναι απλώς αυτονόητο, είναι πρωταρχική ανάγκη και προτεραιότητα να βαπτίσει νωρίς τα παιδιά του και να τα κάνει συγκοινωνούς του στην καινή ζωή. Τονίζω το ' συνειδητός ' γιατί η πραγματικότητα καταδεικνύει δυστυχώς το βάπτισμα ως μια απαραίτητη κοινωνική υποχρέωση και ένταξη στην ' νομιμότητα' . Βέβαια, αυτή η νοοτροπία εγκαταλείπεται σταδιακά σήμερα . Ουσιαστικά όμως, αυτό δεν αποτελεί αρνητική πραγματικότητα γιατί διακρίνονται ευκολότερα οι συνειδητοί και συνειδητοποιημένοι Χριστιανοί.
Εκείνοι που απορρίπτουν τον νηπιοβαπτισμό είναι κυρίως ετερόδοξες ή αιρετικές ομάδες, οι οποίες απορρίπτουν την ιερά Παράδοση της Εκκλησίας και επιμένουν ότι προϋπόθεση του Βαπτίσματος είναι η προσωπική ομολογία πίστεως. Όταν κάποιος βρίσκεται εκτός της εκκλησιαστικής παραδόσεως, είναι αναμενόμενο να επιχειρεί να αμφισβητήσει την εγκυρότητα και την αξία των πρακτικών που αυτή διαφυλάσσει επί αιώνες, προβάλλοντας κυρίως νομικά ή σοφιστικά επιχειρήματα. Ιδιαίτερα όταν δεν βρίσκεί ευρεία και πρόθυμη ανταπόκριση στις προσηλυτιστικές του προσπάθειες και προσκρούει σε μια παγιωμένη μασίφ παραδοσιακή θρησκευτικότητα , στις κοινωνίες που κινείται. Από κει και πέρα ξεκινά η μεθοδική προσπάθεια διάβρωση με σοφιστείες και λογικοφανή αφηγήματα.
Από διαφορετική αφετηρία, αντίρρηση προβάλλουν και ορισμένοι σύγχρονοι δικαιωματιστές, οι οποίοι επικαλούνται την ελεύθερη βούληση και τη συγκατάθεση του παιδιού. Αντιμετωπίζουν το Βάπτισμα σαν να πρόκειται για μια μη αναστρέψιμη σωματική επέμβαση, όπως η περιτομή ή ο ακρωτηριασμός, η οποία δήθεν δεσμεύει ή στιγματίζει οριστικά ένα βρέφος. Η αντίληψη αυτή παραγνωρίζει ότι το Βάπτισμα δεν αφαιρεί καμία ελευθερία ούτε καταργεί την προσωπική ευθύνη του ανθρώπου. Κάθε βαπτισμένος παραμένει απολύτως ελεύθερος, όταν ενηλικιωθεί, είτε να ζήσει σύμφωνα με την πίστη του είτε να την απορρίψει. Το γεγονός ότι πολλοί κατ' όνομα χριστιανοί απομακρύνονται αργότερα από την Εκκλησία αποδεικνύει ακριβώς ότι το Βάπτισμα δεν λειτουργεί καταναγκαστικά ούτε αναιρεί την ανθρώπινη ελευθερία.
Είναι, επομένως, αυτονόητο δικαίωμα των χριστιανών γονέων να ασκούν την κηδεμονία των παιδιών τους και να επιλέγουν γι' αυτά ό,τι θεωρούν αληθινά ωφέλιμο, χωρίς να απολογούνται σε κανέναν. Οι ίδιοι γονείς λαμβάνουν καθημερινά αποφάσεις που διαμορφώνουν την ταυτότητα, την παιδεία, την ηθική και τον τρόπο ζωής των παιδιών τους. Το ίδιο συμβαίνει σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις θρησκείες, ακόμη και σε εκείνες που προάγουν ιδέες μισαλλοδοξίας ή διακρίσεων. Αντίστοιχα, και οι άθρησκοι γονείς μεταδίδουν στα παιδιά τους τη δική τους κοσμοθεωρία, συχνά καλλιεργώντας αρνητική στάση απέναντι σε κάθε μορφή θρησκευτικότητας, χωρίς γι' αυτό να ελέγχονται ή να κατηγορούνται ότι παραβιάζουν την ελευθερία των παιδιών τους.
Η πραγματική συνέπεια του σεβασμού της ελευθερίας δεν είναι να στερείται από τους χριστιανούς γονείς το δικαίωμα να ανατρέφουν τα παιδιά τους μέσα στην πίστη της Εκκλησίας, αλλά να αναγνωρίζεται ότι, όταν τα παιδιά ενηλικιωθούν, θα είναι ελεύθερα να επιβεβαιώσουν ή να απορρίψουν όσα έλαβαν. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε δίδαξε ότι το Βάπτισμα καταργεί την ελευθερία του ανθρώπου. Αντίθετα, τη θεμελιώνει και τη θεραπεύει μέσα στη χάρη του Θεού.
π. Παντ. Κρούσκος
Θεολογικά, η σημαντικότερη διόρθωση σε κάποια απολογητικά άρθρα, είναι ότι δεν είναι ακριβές να λέγεται πως η Θεία Ευχαριστία «μετατόπισε από το κέντρο το μυστήριο του Βαπτίσματος». Στην ορθόδοξη θεολογία τα δύο μυστήρια δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Το Βάπτισμα είναι η είσοδος στο Σώμα του Χριστού, ενώ η Θεία Ευχαριστία αποτελεί την κορύφωση και τη συνεχή τροφοδότηση της εκκλησιαστικής ζωής. Επίσης, η ιστορική καθιέρωση του νηπιοβαπτισμού δεν οφείλεται μόνο στη μεταδιωκτική περίοδο· μαρτυρείται ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ενώ μετά τον 4ο αιώνα έγινε η επικρατούσα πρακτική της Εκκλησίας.
Το Βάπτισμα, άλλωστε, δεν είναι μια γνωσιακή μύηση ούτε προϋποθέτει διανοητική κατανόηση των δογμάτων της πίστεως. Είναι μυστήριο οντολογικής μεταβολής, αναγέννηση «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος», ένδυση του Χριστού και είσοδος στην καινή ζωή της Εκκλησίας. Η κατήχηση δεν προηγείται κατ' ανάγκην του Βαπτίσματος, αλλά συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου ως αδιάκοπη πορεία πνευματικής ωρίμανσης. Για τον συνειδητό Χριστιανό δεν είναι απλώς αυτονόητο, είναι πρωταρχική ανάγκη και προτεραιότητα να βαπτίσει νωρίς τα παιδιά του και να τα κάνει συγκοινωνούς του στην καινή ζωή. Τονίζω το ' συνειδητός ' γιατί η πραγματικότητα καταδεικνύει δυστυχώς το βάπτισμα ως μια απαραίτητη κοινωνική υποχρέωση και ένταξη στην ' νομιμότητα' . Βέβαια, αυτή η νοοτροπία εγκαταλείπεται σταδιακά σήμερα . Ουσιαστικά όμως, αυτό δεν αποτελεί αρνητική πραγματικότητα γιατί διακρίνονται ευκολότερα οι συνειδητοί και συνειδητοποιημένοι Χριστιανοί.
Εκείνοι που απορρίπτουν τον νηπιοβαπτισμό είναι κυρίως ετερόδοξες ή αιρετικές ομάδες, οι οποίες απορρίπτουν την ιερά Παράδοση της Εκκλησίας και επιμένουν ότι προϋπόθεση του Βαπτίσματος είναι η προσωπική ομολογία πίστεως. Όταν κάποιος βρίσκεται εκτός της εκκλησιαστικής παραδόσεως, είναι αναμενόμενο να επιχειρεί να αμφισβητήσει την εγκυρότητα και την αξία των πρακτικών που αυτή διαφυλάσσει επί αιώνες, προβάλλοντας κυρίως νομικά ή σοφιστικά επιχειρήματα. Ιδιαίτερα όταν δεν βρίσκεί ευρεία και πρόθυμη ανταπόκριση στις προσηλυτιστικές του προσπάθειες και προσκρούει σε μια παγιωμένη μασίφ παραδοσιακή θρησκευτικότητα , στις κοινωνίες που κινείται. Από κει και πέρα ξεκινά η μεθοδική προσπάθεια διάβρωση με σοφιστείες και λογικοφανή αφηγήματα.
Από διαφορετική αφετηρία, αντίρρηση προβάλλουν και ορισμένοι σύγχρονοι δικαιωματιστές, οι οποίοι επικαλούνται την ελεύθερη βούληση και τη συγκατάθεση του παιδιού. Αντιμετωπίζουν το Βάπτισμα σαν να πρόκειται για μια μη αναστρέψιμη σωματική επέμβαση, όπως η περιτομή ή ο ακρωτηριασμός, η οποία δήθεν δεσμεύει ή στιγματίζει οριστικά ένα βρέφος. Η αντίληψη αυτή παραγνωρίζει ότι το Βάπτισμα δεν αφαιρεί καμία ελευθερία ούτε καταργεί την προσωπική ευθύνη του ανθρώπου. Κάθε βαπτισμένος παραμένει απολύτως ελεύθερος, όταν ενηλικιωθεί, είτε να ζήσει σύμφωνα με την πίστη του είτε να την απορρίψει. Το γεγονός ότι πολλοί κατ' όνομα χριστιανοί απομακρύνονται αργότερα από την Εκκλησία αποδεικνύει ακριβώς ότι το Βάπτισμα δεν λειτουργεί καταναγκαστικά ούτε αναιρεί την ανθρώπινη ελευθερία.
Είναι, επομένως, αυτονόητο δικαίωμα των χριστιανών γονέων να ασκούν την κηδεμονία των παιδιών τους και να επιλέγουν γι' αυτά ό,τι θεωρούν αληθινά ωφέλιμο, χωρίς να απολογούνται σε κανέναν. Οι ίδιοι γονείς λαμβάνουν καθημερινά αποφάσεις που διαμορφώνουν την ταυτότητα, την παιδεία, την ηθική και τον τρόπο ζωής των παιδιών τους. Το ίδιο συμβαίνει σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις θρησκείες, ακόμη και σε εκείνες που προάγουν ιδέες μισαλλοδοξίας ή διακρίσεων. Αντίστοιχα, και οι άθρησκοι γονείς μεταδίδουν στα παιδιά τους τη δική τους κοσμοθεωρία, συχνά καλλιεργώντας αρνητική στάση απέναντι σε κάθε μορφή θρησκευτικότητας, χωρίς γι' αυτό να ελέγχονται ή να κατηγορούνται ότι παραβιάζουν την ελευθερία των παιδιών τους.
Η πραγματική συνέπεια του σεβασμού της ελευθερίας δεν είναι να στερείται από τους χριστιανούς γονείς το δικαίωμα να ανατρέφουν τα παιδιά τους μέσα στην πίστη της Εκκλησίας, αλλά να αναγνωρίζεται ότι, όταν τα παιδιά ενηλικιωθούν, θα είναι ελεύθερα να επιβεβαιώσουν ή να απορρίψουν όσα έλαβαν. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε δίδαξε ότι το Βάπτισμα καταργεί την ελευθερία του ανθρώπου. Αντίθετα, τη θεμελιώνει και τη θεραπεύει μέσα στη χάρη του Θεού.
π. Παντ. Κρούσκος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53495
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ὁ χριστιανὸς μοιάζει μὲ μνηστευμένη κοπέλα.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Ὁ χριστιανὸς μοιάζει μὲ μνηστευμένη κοπέλα. Ὅπως μια μνηστευμένη κοπέλα σκέπτεται συνεχῶς τὸν αγαπημένο της, ἔτσι καὶ ὁ χριστιανὸς σκέπτεται διαρκῶς τὸν Χριστό. Ακόμη κι ἂν ὁ μνηστήρας της εἶναι πολὺ μακριά, δέκα βουνὰ πιὸ μακριά, εἶναι τὸ ἴδιο καὶ τὸ αὐτό ἡ κοπέλα συμπεριφέρεται σὰν ἐκεῖνος νὰ εἶναι διαρκῶς κοντά της, μαζί της. Τὸν σκέπτεται, τοῦ τραγουδάει, τὸν βλέπει στὰ ὄνειρά της, μιλάει γι’ αὐτόν, τοῦ ἑτοιμάζει δῶρα. Ἕνας χριστιανός συμπεριφέρεται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀπέναντι στον Χριστό. Ὅπως ἡ μνηστευμένη κοπέλα γνωρίζει πώς, γιά νά συναντήσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν ἀγαπημένο της, πρέπει πρῶτα νὰ φύγει καὶ ν’ ἀπομακρυνθεῖ ἀπ’ τὸ σπίτι όπου γεννήθηκε, ἔτσι καὶ ὁ χριστιανός: ξέρει ὅτι δὲν μπορεῖ ἐξ ὁλοκλήρου νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστό, μέχρι ὁ θάνατος νά τὸν χωρίσει ἀπ’ τὸ σῶμα του, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ὑλικό σπίτι ὅπου κατοικεῖ ἡ ψυχή του καὶ ὅπου ἐκ γενετῆς ἀναπτύχθηκε.
Ο Πρόλογος της Οχρίδας: Βίοι Αγίων του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
https://www.ochrid.org/february/25th
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Ὁ χριστιανὸς μοιάζει μὲ μνηστευμένη κοπέλα. Ὅπως μια μνηστευμένη κοπέλα σκέπτεται συνεχῶς τὸν αγαπημένο της, ἔτσι καὶ ὁ χριστιανὸς σκέπτεται διαρκῶς τὸν Χριστό. Ακόμη κι ἂν ὁ μνηστήρας της εἶναι πολὺ μακριά, δέκα βουνὰ πιὸ μακριά, εἶναι τὸ ἴδιο καὶ τὸ αὐτό ἡ κοπέλα συμπεριφέρεται σὰν ἐκεῖνος νὰ εἶναι διαρκῶς κοντά της, μαζί της. Τὸν σκέπτεται, τοῦ τραγουδάει, τὸν βλέπει στὰ ὄνειρά της, μιλάει γι’ αὐτόν, τοῦ ἑτοιμάζει δῶρα. Ἕνας χριστιανός συμπεριφέρεται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀπέναντι στον Χριστό. Ὅπως ἡ μνηστευμένη κοπέλα γνωρίζει πώς, γιά νά συναντήσει καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν ἀγαπημένο της, πρέπει πρῶτα νὰ φύγει καὶ ν’ ἀπομακρυνθεῖ ἀπ’ τὸ σπίτι όπου γεννήθηκε, ἔτσι καὶ ὁ χριστιανός: ξέρει ὅτι δὲν μπορεῖ ἐξ ὁλοκλήρου νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστό, μέχρι ὁ θάνατος νά τὸν χωρίσει ἀπ’ τὸ σῶμα του, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ὑλικό σπίτι ὅπου κατοικεῖ ἡ ψυχή του καὶ ὅπου ἐκ γενετῆς ἀναπτύχθηκε.
Ο Πρόλογος της Οχρίδας: Βίοι Αγίων του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
https://www.ochrid.org/february/25th
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53495
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Όσιος Ιερώνυμος της Αιγίνης : «Ν‘ αγαπήσεις τον Χριστό μας, όπως Τον αγάπησαν οι Άγιοι, οι μάρτυρες και ακόμη πιο πολύ, όπως η Μαρία η Μαγδαληνή. «Πού έβαλαν τον Κύριο μου;». Είπε με πόνο. Κλαίγω όταν το διαβάζω αυτό, γιατί καταλαβαίνω πώς θα το είπε. Αλλά άκουσε μετά την γλυκεία φωνή: «Μαρία!»…
Σωτηρίας Νούση, Ο Γέρων Ιερώνυμος της Αίγινας (1883-1966)
Σωτηρίας Νούση, Ο Γέρων Ιερώνυμος της Αίγινας (1883-1966)
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53495
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Αγία Μαρία Μαγδαληνή
η θερμότητα και η ευωδία του ιερού λειψάνου της
Ένας “δικός μας” παππούλης που την αγαπάει και την τιμάει ιδιαιτέρως, μας είπε:
“Πρώτη στο Σταυρό,
πρώτη στον τάφο,
πρώτη στην Ανάσταση…
Ο Χριστός πρωτοεμφανίστηκε σε άνθρωπο
και διάλεξε την Αγία…
Να μας σκεπάζει η πρωτιά της…”
Στην Ιερά Μονή της Σιμωνόπετρας Αγίου Όρους φυλάσσεται και το λείψανο του αριστερού χεριού της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής που είναι αδιάφθορο. Την εποχή που πρωτοπροσκύνησα το αδιάφθορο χέρι, αυτό παρουσιαζόταν γυμνό πάνω σε ένα κόκκινο βελούδο, όχι δηλαδή μέσα σε μία θήκη, όπως αφήνει να εννοηθεί η φωτογραφία.
Απόγευμα στο αρχονταρίκι της μονής, ο αρχοντάρης διηγείται περί του αγίου λειψάνου σε ομάδα προσκυνητών.
– Το χέρι είναι άφθαρτο, με όλο του το δέρμα και τους τένοντες. Διατηρείται σε φυσική θερμοκρασία ζωντανού σώματος και ευωδιάζει. Μάλιστα εξαιτίας των θαυμάτων της, η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή θεωρείται και δεύτερος κτήτορας της Σιμωνόπετρας.
– Λένε, πάτερ, πως όσοι το ασπάζονται διαπιστώνουν ότι είναι θερμό.
– Ναι, είναι αλήθεια. Όσοι το ασπάζονται με ευλάβεια και πίστη διαπιστώνουν τη φυσική θερμότητα ζωντανού σώματος.
Χαμογελούμε λίγο αμήχανοι. «Και τι γίνεται, πάτερ, αν το ασπαστείς και δεν είναι θερμό;», ρωτά κάποιος.
– Να σας πω… Κάποιος προσκυνητής το ασπάστηκε, αλλά δεν το ένοιωσε θερμό, ενώ όλοι οι φίλοι του το ένοιωθαν θερμό. Τότε έπεσε σε κατάθλιψη, ήταν σκεφτικός όλη την ώρα, και τελικά μάς το αποκάλυψε και ζήτησε τη βοήθειά μας. Ο γέροντας τού συνέστησε να εξομολογηθεί, να προσευχηθεί στην Αγία Μαρία τη Μαγδαληνή, και να ξαναπροσκυνήσει το ιερό της λείψανο την άλλη μέρα. Πράγμα που έγινε. Την άλλη μέρα, ο προσκυνητής, αφού εξομολογήθηκε, ασπάστηκε το χέρι της και ένοιωσε μεγάλη θερμότητα και ευωδία να εξέρχεται του λειψάνου. Ευχαριστούσε δε μετά δακρύων. Μετά δακρύων!
– Ποιά λέτε να ήταν η αιτία, πάτερ;
– Τι να σας πω! Η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή απωθείται από τις σαρκικές αμαρτίες. Σαρκικοί άνθρωποι με πορνείες, μοιχείες και τα τέτοια, αναδίδουν πνευματική δυσωδία που η Αγία την αποστρέφεται. Ίσως ήθελε να δείξει τη δυσαρέσκειά της και την αποστροφή της.
«Πω, πω, πάτερ, να σ’ αποστρέφεται ακόμα και το λείψανο για τις σαρκικές σου αμαρτίες!» λέει κάποιος.
– Αύριο που θα προσκυνήσετε μετά τη θεία λειτουργία, παρατηρήστε μία μικρή πληγή στην πάνω πλευρά του χεριού. Σα να λείπει ένα μικρό κομμάτι. Οι ρώσοι μοναχοί στις αρχές του εικοστού αιώνα, που είχε πολλούς τότε το Άγιον Όρος, το είχαν σε μεγάλη ευλάβεια. Κάποιοι από αυτούς, όπως το ασπάζονταν, το δάγκαναν κρυφά και έκοβαν ένα μικρό κομματάκι, μια ακίδα, για ευλογία. Το έκρυβαν στο στόμα τους. Μέχρι να τους πάρουν είδηση οι μοναχοί τότε της μονής, είχε γίνει μια μικρή πληγή.
Την άλλη μέρα το πρωί τα ιερά λείψανα της μονής εκτίθενται προς προσκύνηση.
Ο φίλος μου που συνταξιδεύουμε είναι πρώτος. Το ασπάζεται και τινάζεται. Έρχομαι δεύτερος. Προσκυνώ. Ο φίλος μου με κοιτάζει με μεγάλα εκστατικά λαμπερά μάτια.
«Πω, πω, τι κάψιμο ήταν αυτό! Μ’ έκαψε τα χείλη! Τό’ νοιωσες; Καίει τα χείλη! Τό’ νοιωσες;» μού λέει με έξαψη.
https://amfoterodexios.blogspot.com/2022/07/22.html?m=0
η θερμότητα και η ευωδία του ιερού λειψάνου της
Ένας “δικός μας” παππούλης που την αγαπάει και την τιμάει ιδιαιτέρως, μας είπε:
“Πρώτη στο Σταυρό,
πρώτη στον τάφο,
πρώτη στην Ανάσταση…
Ο Χριστός πρωτοεμφανίστηκε σε άνθρωπο
και διάλεξε την Αγία…
Να μας σκεπάζει η πρωτιά της…”
Στην Ιερά Μονή της Σιμωνόπετρας Αγίου Όρους φυλάσσεται και το λείψανο του αριστερού χεριού της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής που είναι αδιάφθορο. Την εποχή που πρωτοπροσκύνησα το αδιάφθορο χέρι, αυτό παρουσιαζόταν γυμνό πάνω σε ένα κόκκινο βελούδο, όχι δηλαδή μέσα σε μία θήκη, όπως αφήνει να εννοηθεί η φωτογραφία.
Απόγευμα στο αρχονταρίκι της μονής, ο αρχοντάρης διηγείται περί του αγίου λειψάνου σε ομάδα προσκυνητών.
– Το χέρι είναι άφθαρτο, με όλο του το δέρμα και τους τένοντες. Διατηρείται σε φυσική θερμοκρασία ζωντανού σώματος και ευωδιάζει. Μάλιστα εξαιτίας των θαυμάτων της, η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή θεωρείται και δεύτερος κτήτορας της Σιμωνόπετρας.
– Λένε, πάτερ, πως όσοι το ασπάζονται διαπιστώνουν ότι είναι θερμό.
– Ναι, είναι αλήθεια. Όσοι το ασπάζονται με ευλάβεια και πίστη διαπιστώνουν τη φυσική θερμότητα ζωντανού σώματος.
Χαμογελούμε λίγο αμήχανοι. «Και τι γίνεται, πάτερ, αν το ασπαστείς και δεν είναι θερμό;», ρωτά κάποιος.
– Να σας πω… Κάποιος προσκυνητής το ασπάστηκε, αλλά δεν το ένοιωσε θερμό, ενώ όλοι οι φίλοι του το ένοιωθαν θερμό. Τότε έπεσε σε κατάθλιψη, ήταν σκεφτικός όλη την ώρα, και τελικά μάς το αποκάλυψε και ζήτησε τη βοήθειά μας. Ο γέροντας τού συνέστησε να εξομολογηθεί, να προσευχηθεί στην Αγία Μαρία τη Μαγδαληνή, και να ξαναπροσκυνήσει το ιερό της λείψανο την άλλη μέρα. Πράγμα που έγινε. Την άλλη μέρα, ο προσκυνητής, αφού εξομολογήθηκε, ασπάστηκε το χέρι της και ένοιωσε μεγάλη θερμότητα και ευωδία να εξέρχεται του λειψάνου. Ευχαριστούσε δε μετά δακρύων. Μετά δακρύων!
– Ποιά λέτε να ήταν η αιτία, πάτερ;
– Τι να σας πω! Η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή απωθείται από τις σαρκικές αμαρτίες. Σαρκικοί άνθρωποι με πορνείες, μοιχείες και τα τέτοια, αναδίδουν πνευματική δυσωδία που η Αγία την αποστρέφεται. Ίσως ήθελε να δείξει τη δυσαρέσκειά της και την αποστροφή της.
«Πω, πω, πάτερ, να σ’ αποστρέφεται ακόμα και το λείψανο για τις σαρκικές σου αμαρτίες!» λέει κάποιος.
– Αύριο που θα προσκυνήσετε μετά τη θεία λειτουργία, παρατηρήστε μία μικρή πληγή στην πάνω πλευρά του χεριού. Σα να λείπει ένα μικρό κομμάτι. Οι ρώσοι μοναχοί στις αρχές του εικοστού αιώνα, που είχε πολλούς τότε το Άγιον Όρος, το είχαν σε μεγάλη ευλάβεια. Κάποιοι από αυτούς, όπως το ασπάζονταν, το δάγκαναν κρυφά και έκοβαν ένα μικρό κομματάκι, μια ακίδα, για ευλογία. Το έκρυβαν στο στόμα τους. Μέχρι να τους πάρουν είδηση οι μοναχοί τότε της μονής, είχε γίνει μια μικρή πληγή.
Την άλλη μέρα το πρωί τα ιερά λείψανα της μονής εκτίθενται προς προσκύνηση.
Ο φίλος μου που συνταξιδεύουμε είναι πρώτος. Το ασπάζεται και τινάζεται. Έρχομαι δεύτερος. Προσκυνώ. Ο φίλος μου με κοιτάζει με μεγάλα εκστατικά λαμπερά μάτια.
«Πω, πω, τι κάψιμο ήταν αυτό! Μ’ έκαψε τα χείλη! Τό’ νοιωσες; Καίει τα χείλη! Τό’ νοιωσες;» μού λέει με έξαψη.
https://amfoterodexios.blogspot.com/2022/07/22.html?m=0
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53495
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η συνάντηση της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής με τον Άγγελο Σικελιανό
Αρκετοί είναι αυτοί που γνωρίζουν το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού «Μαγδαληνή», το οποίο κλείνει με τους στίχους: «Μαγδαληνή, Μαγδαληνή, του πόθου μέγα αστέρι·
σέ μοναστήρι ανέβασες κ’ εμένανε πιστό,
γιά νά φιλήσω λείψανο τό ατίμητό Σου χέρι·
κ ήταν ακόμα, ώς πίθωσα τά χείλια μου, ζεστό!»
(Πάσχα των Ελλήνων, «Μαγδαληνή», Λυρικός Βίος, ό.π., τ. Δ ́, σσ. 136-138).
Λίγοι, όμως, είναι αυτοί που γνωρίζουν από πού εμπνεύστηκε τους στίχους αυτούς ο μεγάλος ποιητής, Άγγελος Σικελιανός.
Η ιστορία είναι πίσω από το ποίημα έχει ως εξής.
Τον Νοέμβριο τού 1914, ο νεαρός Άγγελος Σικελιανός επισκέπτεται το Άγιον Όρος. Ήταν, τότε, μόλις 30 ετών και βρισκόταν σε μία περίοδο έντονης αναζήτησης. Μαζί του είχε τον Νίκο Καζαντζάκη.
Σαράντα μέρες περιπλανήθηκαν ως προσκυνητές στα μονοπάτια του Άθωνα και επισκέφθηκαν τα μοναστήρια και τις σκήτες του, αφήνοντας και οι δύο και γραπτές τις έντονες εντυπώσεις από την πνευματική αυτήν περιπλάνηση.
Σε αυτό το ταξίδι «πάλεψαν» με τον Θεό, αλλά τουλάχιστον στην περίπτωση του Καζαντζάκη, φαίνεται ότι στο τέλος νίκησε το «εγώ» του. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του και προτίμησε την αυτοθέωση από την αληθινή θέωση. Ανακήρυξε τον εαυτό του θεό, αντί να φτάσει στον Θεό.
Ανάμεσα στα μοναστήρια που επισκέφθηκαν τότε ήταν και η Σιμωνόπετρα. Ανέβηκαν από το μονοπάτι του Αρσανά. Όταν έφτασαν στο μοναστήρι, ο Σικελιανός «θα συναντηθεί» με την Αγία Μαρία τη Μαγδαληνή. Η συνάντησή του χαράχθηκε πολύ βαθιά μέσα του.
Όταν ασπάστηκε το άφθαρτο χέρι της, που φυλάσσεται στην μονή, θα το αισθανθεί θερμό. Πρόκειται για φαινόμενο που παρατηρούν συχνά άνθρωποι που προσκυνούν το λείψανο της Αγίας. Η κατάπληξη του Σικελιανού ήταν τόσο μεγάλη, που θα ασπαστεί το χέρι της αγίας τρεις φορές! Στη συνέχεια θα αποτυπώσει τη θαυμαστή αυτή εμπειρία, που τον συγκλόνισε, σε στίχους: «κ ήταν ακόμα, ώς πίθωσα τά χείλια μου, ζεστό!»
Και την 1η Σεπτεμβρίου του 1915 θα γράψει στο ημερολόγιό του, αναπολώντας αυτήν την στιγμή:
Στης Σιμωνόπετρας
«Το έβγα μας στον αρσανά. Θάλασσα·
ο αφρός φαίνεται άξαφνα ζεστός, σα να καίει μια αγαλλίαση ζωής.
Και θυμούμαι άξαφνα το ζεστό χέρι της Μαγδαληνής, στη Σιμωνόπετρα.
Ο ανήφορος στη Σιμωνόπετρα.
Η δάφνη δεξιά ζερβά βλαστομανάει απίστευτα·
δαφνοπόταμος.
Δίπλα τρέχει λαγκαδιά που τα ξερόδεντρα τυλίγουν άφθονα οι κισσοί.
Το κύμα ακούεται κάτου, κι πάνου το νερό.
Δάσος δαφνών βαΐα.
Απάνου καλεί ένα σήμαντρο χαρούμενο, τρεμάμενο
σα γεράκι που ζυγιάζεται στο γκρεμό και φέρνει κύκλους.
Μη τον ξεχνάς αυτόν τον δρόμο· τη θεία θέρμη της Μαγδαληνής.
Όλο το σώμα νικητήριο μέσ᾿ π᾿ τα άγια».
Μέσα από την θέρμη του χεριού της αγίας ο ποιητής βίωσε την αγάπη της για τον Χριστό, που νίκησε και αυτό τον θάνατο».
Iconandlight
Αρκετοί είναι αυτοί που γνωρίζουν το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού «Μαγδαληνή», το οποίο κλείνει με τους στίχους: «Μαγδαληνή, Μαγδαληνή, του πόθου μέγα αστέρι·
σέ μοναστήρι ανέβασες κ’ εμένανε πιστό,
γιά νά φιλήσω λείψανο τό ατίμητό Σου χέρι·
κ ήταν ακόμα, ώς πίθωσα τά χείλια μου, ζεστό!»
(Πάσχα των Ελλήνων, «Μαγδαληνή», Λυρικός Βίος, ό.π., τ. Δ ́, σσ. 136-138).
Λίγοι, όμως, είναι αυτοί που γνωρίζουν από πού εμπνεύστηκε τους στίχους αυτούς ο μεγάλος ποιητής, Άγγελος Σικελιανός.
Η ιστορία είναι πίσω από το ποίημα έχει ως εξής.
Τον Νοέμβριο τού 1914, ο νεαρός Άγγελος Σικελιανός επισκέπτεται το Άγιον Όρος. Ήταν, τότε, μόλις 30 ετών και βρισκόταν σε μία περίοδο έντονης αναζήτησης. Μαζί του είχε τον Νίκο Καζαντζάκη.
Σαράντα μέρες περιπλανήθηκαν ως προσκυνητές στα μονοπάτια του Άθωνα και επισκέφθηκαν τα μοναστήρια και τις σκήτες του, αφήνοντας και οι δύο και γραπτές τις έντονες εντυπώσεις από την πνευματική αυτήν περιπλάνηση.
Σε αυτό το ταξίδι «πάλεψαν» με τον Θεό, αλλά τουλάχιστον στην περίπτωση του Καζαντζάκη, φαίνεται ότι στο τέλος νίκησε το «εγώ» του. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του και προτίμησε την αυτοθέωση από την αληθινή θέωση. Ανακήρυξε τον εαυτό του θεό, αντί να φτάσει στον Θεό.
Ανάμεσα στα μοναστήρια που επισκέφθηκαν τότε ήταν και η Σιμωνόπετρα. Ανέβηκαν από το μονοπάτι του Αρσανά. Όταν έφτασαν στο μοναστήρι, ο Σικελιανός «θα συναντηθεί» με την Αγία Μαρία τη Μαγδαληνή. Η συνάντησή του χαράχθηκε πολύ βαθιά μέσα του.
Όταν ασπάστηκε το άφθαρτο χέρι της, που φυλάσσεται στην μονή, θα το αισθανθεί θερμό. Πρόκειται για φαινόμενο που παρατηρούν συχνά άνθρωποι που προσκυνούν το λείψανο της Αγίας. Η κατάπληξη του Σικελιανού ήταν τόσο μεγάλη, που θα ασπαστεί το χέρι της αγίας τρεις φορές! Στη συνέχεια θα αποτυπώσει τη θαυμαστή αυτή εμπειρία, που τον συγκλόνισε, σε στίχους: «κ ήταν ακόμα, ώς πίθωσα τά χείλια μου, ζεστό!»
Και την 1η Σεπτεμβρίου του 1915 θα γράψει στο ημερολόγιό του, αναπολώντας αυτήν την στιγμή:
Στης Σιμωνόπετρας
«Το έβγα μας στον αρσανά. Θάλασσα·
ο αφρός φαίνεται άξαφνα ζεστός, σα να καίει μια αγαλλίαση ζωής.
Και θυμούμαι άξαφνα το ζεστό χέρι της Μαγδαληνής, στη Σιμωνόπετρα.
Ο ανήφορος στη Σιμωνόπετρα.
Η δάφνη δεξιά ζερβά βλαστομανάει απίστευτα·
δαφνοπόταμος.
Δίπλα τρέχει λαγκαδιά που τα ξερόδεντρα τυλίγουν άφθονα οι κισσοί.
Το κύμα ακούεται κάτου, κι πάνου το νερό.
Δάσος δαφνών βαΐα.
Απάνου καλεί ένα σήμαντρο χαρούμενο, τρεμάμενο
σα γεράκι που ζυγιάζεται στο γκρεμό και φέρνει κύκλους.
Μη τον ξεχνάς αυτόν τον δρόμο· τη θεία θέρμη της Μαγδαληνής.
Όλο το σώμα νικητήριο μέσ᾿ π᾿ τα άγια».
Μέσα από την θέρμη του χεριού της αγίας ο ποιητής βίωσε την αγάπη της για τον Χριστό, που νίκησε και αυτό τον θάνατο».
Iconandlight
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53495
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Γιατί ο Χριστός είπε στην Μαρία το ' μη μου άπτου '.
Στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο διαβάζουμε ότι ο αναστάς Χριστός δεν επέτρεψε στη Μαρία τη Μαγδαληνή να τον αγγίξει («μη μου άπτου», Ιω. 20,17). Μια εβδομάδα όμως αργότερα, καλεί ο ίδιος τον Θωμά να βάλει το δάκτυλό του στον τύπο των ήλων (Ιω. 20,24-29). Πώς συμβιβάζονται τα δύο αυτά γεγονότα;
Η φράση του Αναστάντος «μη μου άπτου· ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου», αποτελεί μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες και δυσερμήνευτες φράσεις της Καινής Διαθήκης. Όπως σωστά επισημαίνεται στην ερώτηση που δίνει αφορμή για την εξέταση αυτού του χωρίου, φαίνεται να αποτελεί αντίφαση το ότι ο Χριστός από τη μία πλευρά δεν επιτρέπει στη Μαρία τη Μαγδαληνή να τον ακουμπήσει, διότι ακόμη δεν έχει ανέβει προς τον Πατέρα του, και από την άλλη, στο τέλος του ιδίου κεφαλαίου του κατά Ιωάννην ευαγγελίου, και πάλι πριν ακόμη αναληφθεί προς τον Πατέρα του, λέγει στο Θωμά: «Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός».
Εκ πρώτης όψεως η περίπτωση της Μαγδαληνής φαίνεται ασύμβατη και με άλλες διηγήσεις της Καινής Διαθήκης, που υπογραμμίζουν την υλική και σωματική διάσταση στην επικοινωνία του Αναστάντος με τους μαθητές του. Έτσι, στο ίδιο το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο ο αναστάς Κύριος μοιράζει στους μαθητές με τα χέρια του άρτο και ψάρια. Στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο εξάλλου οι μυροφόρες, κατά τη συνάντησή τους με τον Αναστάντα, «εκράτησαν αυτού τους πόδας και προσεκύνησαν αυτώ». Στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο ο αναστάς Κύριος πιάνει το ψωμί, το ευλογεί, το κόβει και το μοιράζει στους δύο μαθητές με τους οποίους καταλύει καθ’ οδόν προς Εμμαούς, ενώ σε άλλη σκηνή του ίδιου ευαγγελίου τρώει ένα κομμάτι από ψητό ψάρι. Τέλος, και η έκφραση «συναλιζόμενος», που αναφέρεται συνολικά στην τεσσαρακονθήμερη επικοινωνία του Αναστάντος με τους μαθητές του στο βιβλίο των Πράξεων , δηλώνει σαφώς ότι ο Κύριος μετά την ανάσταση και μέχρι την ανάληψη συνέτρωγε με τους μαθητές και γενικώς είχε πολύ στενή και συχνή επαφή μαζί τους. Ως προς το περιστατικό της ψηλαφήσεως του Χριστού από τον Θωμά παρατηρούμε ότι το κείμενο αφήνει στην πραγματικότητα ανοικτό το αν όντως τελικά πραγματοποιήθηκε ή όχι αυτή η ψηλάφηση. Πράγματι ο Χριστός καλεί τον Θωμά να τον ψηλαφήσει, όμως εκείνος προχωρεί αμέσως στην ομολογία «ο Κύριός μου και ο Θεός μου», χωρίς να αναφέρεται ότι όντως έψαυσε τον Κύριο. Στο σημείο αυτό αρκετοί ερμηνευτές διατυπώνουν την άποψη ότι ο Θωμάς, έχοντας πλέον πιστέψει, δεν τολμά από δέος να ακουμπήσει τον Κύριο και Θεό του και περιορίζεται στην προαναφερθείσα ομολογία πίστεως. Σύμφωνα με αυτή την -ομολογουμένως όχι ιδιαίτερα πειστική- άποψη δεν υπάρχει κατ’ ανάγκην αντίφαση μεταξύ του «μη μου άπτου» και του «βάλε την χείρα σου εις την πλευράν μου», αφού ο Θωμάς δεν ανταποκρίθηκε στην τελευταία αυτή εντολή. Άλλοι ερμηνευτές θεωρούν ότι δεν υπάρχει κατ’ ανάγκην αντίφαση μεταξύ του «μη μου άπτου» και του γεγονότος ότι ο Χριστός παρουσιάζεται ορισμένες φορές να συντρώγει με τους μαθητές του και να τους μοιράζει άρτο και ψάρι, διότι αυτό δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε και σωματική επαφή του μαζί τους. Ωστόσο, ακόμη και έτσι, παραμένει ανεξήγητο γιατί ο αναστάς Χριστός να μπορεί να έλθει σε επαφή με υλικά αντικείμενα, αλλά όχι με ανθρώπους. Ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία παρουσιάζει η αντιπαραβολή του «μη μου άπτου» προς την εικόνα, σύμφωνα με την οποία οι μυροφόρες κρατούν τα πόδια του Αναστάντος. Αυτό που στο ευαγγέλιο του Ιωάννη αρνείται ο Χριστός στη Μαγδαληνή Μαρία, το προσφέρει κατά τον Ματθαίο σε όλες τις μυροφόρες, συμπεριλαμβανομένης και της Μαρίας. Βέβαια, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι δύο διηγήσεις αλληλοσυμπληρώνονται ως εξής: Δεν επετράπη μεν στη Μαρία τη Μαγδαληνή να ακουμπήσει τον Κύριο κατ’ ιδίαν, αλλά στη συνέχεια, όταν απομακρύνθηκε με τις άλλες μυροφόρες από τον τάφο, επετράπη σε όλες μαζί να τον προσκυνήσουν ακουμπώντας τα πόδια του.
Όμως δεν είναι τόσο ο εναρμονισμός των δύο διηγήσεων που ενδιαφέρει εδώ, όσο κυρίως το ότι σύμφωνα με τη σαφή και ομόθυμη μαρτυρία των αναστάσιμων διηγήσεων, ο αναστάς Κύριος έχει υλικό σώμα. Μπορεί μεν να εμφανίζεται σε κλειστούς χώρους, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξει κάποια θύρα και να εξαφανίζεται με τον ίδιο τρόπο, αλλά η αναστημένη ανθρώπινη φύση του δεν στερείται της σωματικής διαστάσεως. Μπορεί, με άλλα λόγια, το σώμα του να μην έχει τις ιδιότητες της ύλης που διαθέτουν τα δικά μας σώματα, τα οποία γεννήθηκαν και ζουν στον πεπτωκότα κόσμο και υπόκεινται στη φθορά και στο θάνατο· όμως το σώμα του Αναστάντος έχει την ποιότητα της υλικότητας που θα έχουν και τα δικά μας σώματα κατά την τελική ανάσταση των νεκρών. Δεν είναι οπτασία ή φάντασμα, αλλά ένα σώμα «εν αφθαρσία», «εν δόξη», «εν δυνάμει», ένα «σώμα πνευματικόν», για να χρησιμοποιήσουμε τις σχετικές εκφράσεις του αποστόλου Παύλου.
Εάν ο Χριστός δεν ανίστατο με το υλικό σώμα του, τότε το μνημείο δεν θα βρισκόταν κενό, ο ίδιος δεν θα συνέτρωγε με τους μαθητές του μοιράζοντάς τους ψωμί και ψάρι, και βέβαια κανείς δεν θα μπορούσε να τον αγγίξει. Γιατί λοιπόν το μοναδικό σε ολόκληρη την ευαγγελική παράδοση «μη μου άπτου» του Κυρίου προς τη Μαρία τη Μαγδαληνή;
Από την εξέταση της συνάφειας στην οποία εντάσσεται ο στίχος μας φαίνεται ότι η Μαρία η Μαγδαληνή βρίσκεται σε κατάσταση ταραχής και συγχύσεως. Αυτή είναι η πρώτη που διαπιστώνει ότι ο λίθος έχει αρθεί από την είσοδο του τάφου του Χριστού. Εν συνεχεία τρέχει και ανακοινώνει στον Πέτρο και στον Ιωάννη ότι πήραν τον Κύριο και είναι άγνωστο πού τον τοποθέτησαν. Οι δύο μαθητές σπεύδουν στο μνημείο, και μάλιστα ο αγαπημένος μαθητής πιστεύει βλέποντας τον τάφο κενό. Η Μαρία όμως εξακολουθεί να βρίσκεται σε σύγχυση, διότι εξαφανίσθηκε το νεκρό σώμα του αγαπημένου της διδασκάλου. Η σύγχυση και η έντονη συναισθηματική της φόρτιση φαίνονται από το ότι παραμένει πέρα από κάθε λογική έξω από το κενό μνημείο και κλαίει. Την ώρα εκείνη βλέπει μπροστά της δύο αγγέλους, αλλά δεν βρίσκεται σε κατάσταση να κατανοήσει την ταυτότητά τους. Έτσι απαντά στην ερώτησή τους γιατί κλαίει, λέγοντας για άλλη μια φορά ότι πήραν τον Κύριο της και δεν γνωρίζει πού τον τοποθέτησαν. Μόνη της στη συνέχεια γυρίζει προς τα πίσω και βλέπει τον Ιησού, τον οποίο όμως επίσης δεν αναγνωρίζει. Ο Ιησούς της απευθύνει την ίδια ερώτηση με τους αγγέλους και εκείνη, νομίζοντας πως είναι ο κηπουρός, τον παρακαλεί να της πει αν πήρε και πού έβαλε το σώμα του Κυρίου της, ώστε να μπορέσει να το πάρει πίσω.
Μόνο, όταν ο Αναστάς την προσφωνεί με το όνομά της, εκείνη συνέρχεται από τη σύγχυση στην οποία βρίσκεται, τον αναγνωρίζει και σπεύδει να τον αγγίξει ονομάζοντάς τον, όπως το συνήθιζαν οι μαθητές του, διδάσκαλο («ραββουνί» στα εβραϊκά). Ο Χριστός, όμως, με το «μη μου άπτου» που απευθύνει στη Μαρία δημιουργεί απόσταση και δεν επιτρέπει την εκδήλωση οικειότητας. Δεν το κάνει αυτό, επειδή αμφισβητεί την αγαθή της προαίρεση ή τη βαθιά αγάπη της, Το κάνει, για να της καταστήσει σαφές ότι δεν έχει μπροστά της απλώς ένα «ραββουνί», ένα σοφό διδάσκαλο, αλλά τον σαρκωθέντα και αναστάντα εκ νεκρών Υιό και Λόγο του Θεού.
Ακόμη και στην επίγεια ζωή του ο Χριστός δημιούργησε μερικές φορές με λόγους ή ενέργειές του απόσταση από αγαπητά του πρόσωπα, ώστε να γίνει κατανοητό ότι ως Θεός δεν μπορεί να καθοδηγηθεί από ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες, αλλά έχει τον πλήρη έλεγχο των καταστάσεων και ενεργεί όταν και όπως ο ίδιος θέλει.
Ο Χριστός μάλιστα δικαιολογεί το «μη μου άπτου» με την προσθήκη της φράσεως «ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου». Εδώ βέβαια ανακύπτει νέο πρόβλημα: Αν τώρα είναι απρόσιτος ο Χριστός, που δεν έχει ανεβεί ακόμη όταν Πατέρα του, πόσο μάλλον θα ισχύει αυτό, όταν θα έχει πλέον απομακρυνθεί οριστικά από τον κόσμο; Όμως το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί, αν διεισδύσουμε στο βάθος της θεολογίας που κρύβει αυτή η φράση.
Η Μαρία η Μαγδαληνή, όπως και η συντριπτική πλειονότητα αυτών που ακολουθούσαν πιστά τον Χριστό, δεν είχε μπορέσει να εισχωρήσει στο μυστήριο της θεότητάς του. Διαφορετικά δεν θα λυπόταν βλέποντας τον κενό τάφο, αλλά θα χαιρόταν καταλαβαίνοντας ότι ο Ιησούς αναστήθηκε, όπως το είχε προείπει. Τώρα λοιπόν που βλέπει μπροστά της τον Αναστάντα, τον προσεγγίζει εκ νέου ως τον διδάσκαλό της, που γι’ αυτήν δεν παύει να είναι ένας απλός άνθρωπος. Η αιτία της παρανοήσεως αυτής δεν βρίσκεται ασφαλώς στην ίδια, αλλά στο γεγονός ότι ακόμη δεν έχει λάβει το Άγιο Πνεύμα, που θα καταστήσει δυνατή την κατανόηση του προσώπου, του έργου και της διδασκαλίας του Κυρίου, που θα διανοίξει τον νου της και θα της δώσει τη δυνατότητα να τον κατανοήσει πραγματικά. Η αγάπη της Μαρίας για τον Χριστό δεν είναι αρκετή. Χρειάζεται και η ορθή γνώση γι’ αυτόν, την οποία θα της χορηγήσει το Άγιο Πνεύμα δίνοντας
Επομένως, η Μαρία η Μαγδαληνή δεν πρέπει να περιμένει ότι θα μπορέσει να «αγγίξει» το Χριστό, διότι ο Πατέρας του ακόμη δεν έχει στείλει το Άγιο Πνεύμα που θα ανοίξει το νου της και θα της δώσει τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση στο πρόσωπο του αγαπημένου Κυρίου της. Αυτό το Άγιο Πνεύμα χορήγησε ο Αναστάς, ειδικά στους μαθητές του, ήδη προ της αναλήψεως και της πεντηκοστής. Τη δωρεά αυτή έλαβε και ο Θωμάς, παρά το γεγονός ότι έλειπε από τη σύναξη των μαθητών τη στιγμή της πνευματοδοσίας. Ο Θωμάς, εκπροσωπώντας και τους λοιπούς μαθητές, αναγνωρίζει και ομολογεί ότι ο Ιησούς είναι ο «Κύριος και ο Θεός» και βάσει αυτής της ομολογίας μπορεί πλέον να αγγίξει τον αναστάντα Χριστό, όχι απλώς ως τον αγαπημένο διδάσκαλο, αλλά ως τον σαρκωθέντα Λόγο του Θεού.
(Χρήστος Κ. Καρακόλης, «Ερμηνευτικές προσεγγίσεις»)
Στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο διαβάζουμε ότι ο αναστάς Χριστός δεν επέτρεψε στη Μαρία τη Μαγδαληνή να τον αγγίξει («μη μου άπτου», Ιω. 20,17). Μια εβδομάδα όμως αργότερα, καλεί ο ίδιος τον Θωμά να βάλει το δάκτυλό του στον τύπο των ήλων (Ιω. 20,24-29). Πώς συμβιβάζονται τα δύο αυτά γεγονότα;
Η φράση του Αναστάντος «μη μου άπτου· ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου», αποτελεί μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες και δυσερμήνευτες φράσεις της Καινής Διαθήκης. Όπως σωστά επισημαίνεται στην ερώτηση που δίνει αφορμή για την εξέταση αυτού του χωρίου, φαίνεται να αποτελεί αντίφαση το ότι ο Χριστός από τη μία πλευρά δεν επιτρέπει στη Μαρία τη Μαγδαληνή να τον ακουμπήσει, διότι ακόμη δεν έχει ανέβει προς τον Πατέρα του, και από την άλλη, στο τέλος του ιδίου κεφαλαίου του κατά Ιωάννην ευαγγελίου, και πάλι πριν ακόμη αναληφθεί προς τον Πατέρα του, λέγει στο Θωμά: «Φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός».
Εκ πρώτης όψεως η περίπτωση της Μαγδαληνής φαίνεται ασύμβατη και με άλλες διηγήσεις της Καινής Διαθήκης, που υπογραμμίζουν την υλική και σωματική διάσταση στην επικοινωνία του Αναστάντος με τους μαθητές του. Έτσι, στο ίδιο το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο ο αναστάς Κύριος μοιράζει στους μαθητές με τα χέρια του άρτο και ψάρια. Στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο εξάλλου οι μυροφόρες, κατά τη συνάντησή τους με τον Αναστάντα, «εκράτησαν αυτού τους πόδας και προσεκύνησαν αυτώ». Στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο ο αναστάς Κύριος πιάνει το ψωμί, το ευλογεί, το κόβει και το μοιράζει στους δύο μαθητές με τους οποίους καταλύει καθ’ οδόν προς Εμμαούς, ενώ σε άλλη σκηνή του ίδιου ευαγγελίου τρώει ένα κομμάτι από ψητό ψάρι. Τέλος, και η έκφραση «συναλιζόμενος», που αναφέρεται συνολικά στην τεσσαρακονθήμερη επικοινωνία του Αναστάντος με τους μαθητές του στο βιβλίο των Πράξεων , δηλώνει σαφώς ότι ο Κύριος μετά την ανάσταση και μέχρι την ανάληψη συνέτρωγε με τους μαθητές και γενικώς είχε πολύ στενή και συχνή επαφή μαζί τους. Ως προς το περιστατικό της ψηλαφήσεως του Χριστού από τον Θωμά παρατηρούμε ότι το κείμενο αφήνει στην πραγματικότητα ανοικτό το αν όντως τελικά πραγματοποιήθηκε ή όχι αυτή η ψηλάφηση. Πράγματι ο Χριστός καλεί τον Θωμά να τον ψηλαφήσει, όμως εκείνος προχωρεί αμέσως στην ομολογία «ο Κύριός μου και ο Θεός μου», χωρίς να αναφέρεται ότι όντως έψαυσε τον Κύριο. Στο σημείο αυτό αρκετοί ερμηνευτές διατυπώνουν την άποψη ότι ο Θωμάς, έχοντας πλέον πιστέψει, δεν τολμά από δέος να ακουμπήσει τον Κύριο και Θεό του και περιορίζεται στην προαναφερθείσα ομολογία πίστεως. Σύμφωνα με αυτή την -ομολογουμένως όχι ιδιαίτερα πειστική- άποψη δεν υπάρχει κατ’ ανάγκην αντίφαση μεταξύ του «μη μου άπτου» και του «βάλε την χείρα σου εις την πλευράν μου», αφού ο Θωμάς δεν ανταποκρίθηκε στην τελευταία αυτή εντολή. Άλλοι ερμηνευτές θεωρούν ότι δεν υπάρχει κατ’ ανάγκην αντίφαση μεταξύ του «μη μου άπτου» και του γεγονότος ότι ο Χριστός παρουσιάζεται ορισμένες φορές να συντρώγει με τους μαθητές του και να τους μοιράζει άρτο και ψάρι, διότι αυτό δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε και σωματική επαφή του μαζί τους. Ωστόσο, ακόμη και έτσι, παραμένει ανεξήγητο γιατί ο αναστάς Χριστός να μπορεί να έλθει σε επαφή με υλικά αντικείμενα, αλλά όχι με ανθρώπους. Ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία παρουσιάζει η αντιπαραβολή του «μη μου άπτου» προς την εικόνα, σύμφωνα με την οποία οι μυροφόρες κρατούν τα πόδια του Αναστάντος. Αυτό που στο ευαγγέλιο του Ιωάννη αρνείται ο Χριστός στη Μαγδαληνή Μαρία, το προσφέρει κατά τον Ματθαίο σε όλες τις μυροφόρες, συμπεριλαμβανομένης και της Μαρίας. Βέβαια, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι δύο διηγήσεις αλληλοσυμπληρώνονται ως εξής: Δεν επετράπη μεν στη Μαρία τη Μαγδαληνή να ακουμπήσει τον Κύριο κατ’ ιδίαν, αλλά στη συνέχεια, όταν απομακρύνθηκε με τις άλλες μυροφόρες από τον τάφο, επετράπη σε όλες μαζί να τον προσκυνήσουν ακουμπώντας τα πόδια του.
Όμως δεν είναι τόσο ο εναρμονισμός των δύο διηγήσεων που ενδιαφέρει εδώ, όσο κυρίως το ότι σύμφωνα με τη σαφή και ομόθυμη μαρτυρία των αναστάσιμων διηγήσεων, ο αναστάς Κύριος έχει υλικό σώμα. Μπορεί μεν να εμφανίζεται σε κλειστούς χώρους, χωρίς να χρειαστεί να ανοίξει κάποια θύρα και να εξαφανίζεται με τον ίδιο τρόπο, αλλά η αναστημένη ανθρώπινη φύση του δεν στερείται της σωματικής διαστάσεως. Μπορεί, με άλλα λόγια, το σώμα του να μην έχει τις ιδιότητες της ύλης που διαθέτουν τα δικά μας σώματα, τα οποία γεννήθηκαν και ζουν στον πεπτωκότα κόσμο και υπόκεινται στη φθορά και στο θάνατο· όμως το σώμα του Αναστάντος έχει την ποιότητα της υλικότητας που θα έχουν και τα δικά μας σώματα κατά την τελική ανάσταση των νεκρών. Δεν είναι οπτασία ή φάντασμα, αλλά ένα σώμα «εν αφθαρσία», «εν δόξη», «εν δυνάμει», ένα «σώμα πνευματικόν», για να χρησιμοποιήσουμε τις σχετικές εκφράσεις του αποστόλου Παύλου.
Εάν ο Χριστός δεν ανίστατο με το υλικό σώμα του, τότε το μνημείο δεν θα βρισκόταν κενό, ο ίδιος δεν θα συνέτρωγε με τους μαθητές του μοιράζοντάς τους ψωμί και ψάρι, και βέβαια κανείς δεν θα μπορούσε να τον αγγίξει. Γιατί λοιπόν το μοναδικό σε ολόκληρη την ευαγγελική παράδοση «μη μου άπτου» του Κυρίου προς τη Μαρία τη Μαγδαληνή;
Από την εξέταση της συνάφειας στην οποία εντάσσεται ο στίχος μας φαίνεται ότι η Μαρία η Μαγδαληνή βρίσκεται σε κατάσταση ταραχής και συγχύσεως. Αυτή είναι η πρώτη που διαπιστώνει ότι ο λίθος έχει αρθεί από την είσοδο του τάφου του Χριστού. Εν συνεχεία τρέχει και ανακοινώνει στον Πέτρο και στον Ιωάννη ότι πήραν τον Κύριο και είναι άγνωστο πού τον τοποθέτησαν. Οι δύο μαθητές σπεύδουν στο μνημείο, και μάλιστα ο αγαπημένος μαθητής πιστεύει βλέποντας τον τάφο κενό. Η Μαρία όμως εξακολουθεί να βρίσκεται σε σύγχυση, διότι εξαφανίσθηκε το νεκρό σώμα του αγαπημένου της διδασκάλου. Η σύγχυση και η έντονη συναισθηματική της φόρτιση φαίνονται από το ότι παραμένει πέρα από κάθε λογική έξω από το κενό μνημείο και κλαίει. Την ώρα εκείνη βλέπει μπροστά της δύο αγγέλους, αλλά δεν βρίσκεται σε κατάσταση να κατανοήσει την ταυτότητά τους. Έτσι απαντά στην ερώτησή τους γιατί κλαίει, λέγοντας για άλλη μια φορά ότι πήραν τον Κύριο της και δεν γνωρίζει πού τον τοποθέτησαν. Μόνη της στη συνέχεια γυρίζει προς τα πίσω και βλέπει τον Ιησού, τον οποίο όμως επίσης δεν αναγνωρίζει. Ο Ιησούς της απευθύνει την ίδια ερώτηση με τους αγγέλους και εκείνη, νομίζοντας πως είναι ο κηπουρός, τον παρακαλεί να της πει αν πήρε και πού έβαλε το σώμα του Κυρίου της, ώστε να μπορέσει να το πάρει πίσω.
Μόνο, όταν ο Αναστάς την προσφωνεί με το όνομά της, εκείνη συνέρχεται από τη σύγχυση στην οποία βρίσκεται, τον αναγνωρίζει και σπεύδει να τον αγγίξει ονομάζοντάς τον, όπως το συνήθιζαν οι μαθητές του, διδάσκαλο («ραββουνί» στα εβραϊκά). Ο Χριστός, όμως, με το «μη μου άπτου» που απευθύνει στη Μαρία δημιουργεί απόσταση και δεν επιτρέπει την εκδήλωση οικειότητας. Δεν το κάνει αυτό, επειδή αμφισβητεί την αγαθή της προαίρεση ή τη βαθιά αγάπη της, Το κάνει, για να της καταστήσει σαφές ότι δεν έχει μπροστά της απλώς ένα «ραββουνί», ένα σοφό διδάσκαλο, αλλά τον σαρκωθέντα και αναστάντα εκ νεκρών Υιό και Λόγο του Θεού.
Ακόμη και στην επίγεια ζωή του ο Χριστός δημιούργησε μερικές φορές με λόγους ή ενέργειές του απόσταση από αγαπητά του πρόσωπα, ώστε να γίνει κατανοητό ότι ως Θεός δεν μπορεί να καθοδηγηθεί από ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες, αλλά έχει τον πλήρη έλεγχο των καταστάσεων και ενεργεί όταν και όπως ο ίδιος θέλει.
Ο Χριστός μάλιστα δικαιολογεί το «μη μου άπτου» με την προσθήκη της φράσεως «ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου». Εδώ βέβαια ανακύπτει νέο πρόβλημα: Αν τώρα είναι απρόσιτος ο Χριστός, που δεν έχει ανεβεί ακόμη όταν Πατέρα του, πόσο μάλλον θα ισχύει αυτό, όταν θα έχει πλέον απομακρυνθεί οριστικά από τον κόσμο; Όμως το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί, αν διεισδύσουμε στο βάθος της θεολογίας που κρύβει αυτή η φράση.
Η Μαρία η Μαγδαληνή, όπως και η συντριπτική πλειονότητα αυτών που ακολουθούσαν πιστά τον Χριστό, δεν είχε μπορέσει να εισχωρήσει στο μυστήριο της θεότητάς του. Διαφορετικά δεν θα λυπόταν βλέποντας τον κενό τάφο, αλλά θα χαιρόταν καταλαβαίνοντας ότι ο Ιησούς αναστήθηκε, όπως το είχε προείπει. Τώρα λοιπόν που βλέπει μπροστά της τον Αναστάντα, τον προσεγγίζει εκ νέου ως τον διδάσκαλό της, που γι’ αυτήν δεν παύει να είναι ένας απλός άνθρωπος. Η αιτία της παρανοήσεως αυτής δεν βρίσκεται ασφαλώς στην ίδια, αλλά στο γεγονός ότι ακόμη δεν έχει λάβει το Άγιο Πνεύμα, που θα καταστήσει δυνατή την κατανόηση του προσώπου, του έργου και της διδασκαλίας του Κυρίου, που θα διανοίξει τον νου της και θα της δώσει τη δυνατότητα να τον κατανοήσει πραγματικά. Η αγάπη της Μαρίας για τον Χριστό δεν είναι αρκετή. Χρειάζεται και η ορθή γνώση γι’ αυτόν, την οποία θα της χορηγήσει το Άγιο Πνεύμα δίνοντας
Επομένως, η Μαρία η Μαγδαληνή δεν πρέπει να περιμένει ότι θα μπορέσει να «αγγίξει» το Χριστό, διότι ο Πατέρας του ακόμη δεν έχει στείλει το Άγιο Πνεύμα που θα ανοίξει το νου της και θα της δώσει τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση στο πρόσωπο του αγαπημένου Κυρίου της. Αυτό το Άγιο Πνεύμα χορήγησε ο Αναστάς, ειδικά στους μαθητές του, ήδη προ της αναλήψεως και της πεντηκοστής. Τη δωρεά αυτή έλαβε και ο Θωμάς, παρά το γεγονός ότι έλειπε από τη σύναξη των μαθητών τη στιγμή της πνευματοδοσίας. Ο Θωμάς, εκπροσωπώντας και τους λοιπούς μαθητές, αναγνωρίζει και ομολογεί ότι ο Ιησούς είναι ο «Κύριος και ο Θεός» και βάσει αυτής της ομολογίας μπορεί πλέον να αγγίξει τον αναστάντα Χριστό, όχι απλώς ως τον αγαπημένο διδάσκαλο, αλλά ως τον σαρκωθέντα Λόγο του Θεού.
(Χρήστος Κ. Καρακόλης, «Ερμηνευτικές προσεγγίσεις»)
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53495
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η σαλότητα για τον Χριστό είναι χαρισμένη από το Άγιο Πνεύμα στους πολύ πολύ ταπεινούς και ασκητικούς χριστιανούς. Θέλει πολύ ταπείνωση να βριστείς και να ξεφτιλισεις την εικόνα σου χωρίς να πληγωθείς και σκέπη από το Άγιο Πνεύμα για να βρεθείς σε αλλόκοτα και επικίνδυνα περιβάλλοντα και να μην αλλοτριωθείς-απορροφηθείς. Βλεπεις ανθρωπους οι οποίοι εξωτερικά εχουν την πιο αντιχριστιανικη ζωη, εξω απο τα com ill fault και μέσα τους ειναι λιωμένο κερί απο την αγαπη του Χριστού και ταπεινό μαξιλαράκι να απλωσει τα ποδια Του.Και μια παράξενη αθωότητα και αγνότητα που δεν μπορείς να της αποδώσεις ορισμό. Πολλοί προσπάθησαν να μιμηθούν την διά Χριστον σαλότητα είτε ως πρόφαση για να ξεφύγουν από την αυστηρότητα , την οποία επέβαλλαν οι ίδιοι στον εαυτό τους(ενοχικοί) είτε από υπερηφάνια , για να πειραματιστούν και έφαγαν τα μούτρα τους.Δεν μπορείς να προσποιηθείς για πολύ την αντισυμβατικη ζωη, που ξεπερνά τα όρια της πρόκλησης χωρίς να κουραστείς και να συμβιβαστεις καποια στιγμή.Ακόμα και να απελπιστείς από την ανθρώπινη κακία. Ειναι δώρο θεϊκό δεν ειναι θεμα χαρακτήρα. Ας μην σκανδαλίζονται ούτε οι χριστιανομάχοι ούτε οι "καλοί" χριστιανοί. Η ορθοδοξία είναι υπέρλογο άθλημα για πολύ λίγους.Τα χαρισματα δίνονται σε όποιον τα αντέχει. Αλλιώς είναι προσποιητά, πλαστά, αηδή ξερατά. Οι μεταμφιέσεις γίνονται αντιληπτές και από τις λεπτές συνειδήσεις και από τα πιο χοντρά μυαλά. Σε καμία περίπτωση δεν ωφελεί η πρόκληση για την πρόκληση.
π. Παντ. Κρούσκος
π. Παντ. Κρούσκος