Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, Για μιά καλή χρονιά!

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

angieholi
Συντονιστής
Συντονιστής
Δημοσιεύσεις: 3227
Εγγραφή: Τρί Μάιος 05, 2009 5:25 pm
Τοποθεσία: Αγγελική@Αθήνα

Re: Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, Για μιά καλή χρονιά!

Δημοσίευση από angieholi »

Μεγάλο αγαθό δεν είναι το ν' αποκτήσει κανείς χρήματα, αλλά φόβο Θεού, Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ας μη νομίζουμε, λοιπόν, ότι ο πλούτος είναι με­γάλο αγαθό. Μεγάλο αγαθό δεν είναι το ν' αποκτήσει κανείς χρήματα, αλλά φόβο Θεού. Ένας δίκαιος άνθρωπος, που για την αρετή του έχει πολλή παρρη­σία ενώπιον του Θεού, ακόμα κι αν είναι ο φτωχότε­ρος απ' όλους, μπορεί ν' αντιμετωπίσει κάθε συμφορά.

Στις περιπτώσεις που τα χρήματα είναι άχρηστα, ένας άγιος κατορθώνει τα ακατόρθωτα, φτάνει μόνο να υψώσει τα χέρια του στον ουρανό και να ζητήσει την επέμβαση του Θεού. Σας θυμίζω ένα χαρακτηριστικό σχετικό περιστατικό από τις Πράξεις των Αποστό­λων:

Οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης ανέβαιναν μια μέρα μαζί στο ναό. Ήταν τρεις το απόγευμα, ώρα προσευχής. Μπροστά στην πύλη του ναού, που λεγό­ταν ωραία, έφερναν έναν άνθρωπο εκ γενετής χωλό και τον έβαζαν εκεί κάθε μέρα για να ζητάει ελεημο­σύνη. Μόλις, λοιπόν, είδε τον Πέτρο και τον Ιωάννη έτοιμους να μπουν στο ναό, τους ζήτησε ελεημοσύνη. Ο Πέτρος του είπε: «Κοίταξέ μας». Ο χωλός τους κοί­ταξε με προσοχή, περιμένοντας κάτι να πάρει απ' αυτούς.

Μα ο Πέτρος είπε: «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω. Ό,τι όμως έχω, αυτό σου δίνω: Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω και περπάτα!». Και πιάνοντάς τον από το δεξί χέρι, τον σήκωσε. Εκείνος τότε, μ' ένα πήδημα, στάθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει.

Ύστερα μπήκε μαζί με τους αποστόλους στο ναό, δοξάζοντας το Θεό (Πράξ. 3:1-8). «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω», είπε ο Πέ­τρος. Ποιά λόγια είναι σεμνότερα απ' αυτά; Τί μακα­ριότητα και τί πλούτο κρύβουν μέσα τους! Αλλοι κα­μαρώνουν για τα αντίθετα, λέγοντας με καυχησιά: "Έχω τόσα και τόσα χρυσά τάλαντα, τόσα στρέμματα γης, τόσα σπίτια, τόσα ζώα". Ο Πέτρος, μην έχοντας απολύτως τίποτα, όχι μόνο δεν πνίγεται από τη φτώ­χεια του, αλλά και στολίζεται μ' αυτήν. Έτσι, λοιπόν, μπορείς, χωρίς να έχεις τίποτα, να τα έχεις όλα δικά σου΄ και έχοντας τα πάντα, να μην έχεις τίποτα.

Γιατί όποιος θεωρεί την περιουσία του κοινή, όχι μόνο δική του, και τη μοιράζεται με τους άλλους, έχει και την ξένη περιουσία δική του, γιατί απ' όλους θα πάρει ό,τι χρειάζεται.

Ενώ εκείνος που θεωρεί τον εαυτό του κύριο των πραγμάτων του και δεν δίνει σε κανένα τίποτα, όχι μόνο δεν θα πάρει το παραμικρό από τους άλλους, μα ούτε και τα δικά του δεν κατέχει, αφού ανήκουν τελικά όχι τόσο σ' αυτόν, όσο στους κλέφτες και τους δανειστές και τους κληρονόμους.

Αναδημοσίευση από:
http://1myblog.pblogs.gr/2010/05/615696.html
Φώς στους μοναχούς είναι οι Άγγελοι... και φώς στους κοσμικούς οι Μοναχοί...
angieholi
Συντονιστής
Συντονιστής
Δημοσιεύσεις: 3227
Εγγραφή: Τρί Μάιος 05, 2009 5:25 pm
Τοποθεσία: Αγγελική@Αθήνα

Re: Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, Για μιά καλή χρονιά!

Δημοσίευση από angieholi »

Λόγος εις την Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

«Άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν;

Ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ' υμών εις τον ουρανόν,

ούτως ελεύσεται, ον τρόπον εθεάσασθε Αυτόν

πορευόμενον εις τον ουρανόν» (Πράξ. α΄ 9-11)

ascension1.jpg
Κατά το γεγονός της Αναλήψεως, πραγματοποιήθηκε στην πράξη η συμφιλίωση του Θεού με το ανθρώπινο γένος. Διαλύθηκε η παλιά έχθρα, τελείωσε ο μακροχρόνιος πόλεμος. Κι αυτό συνέβαινε έως τώρα, όχι επειδή μισούσε ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος επιδείκνυε αδιαφορία και αχαριστία. Και τώρα, η αλλαγή δεν έγινε εξαιτίας των δικών μας κατορθωμάτων ή επειδή αλλάξαμε στάση και συμπεριφορά, αλλά λόγω της απροσμέτρητης αγάπης και του ενδιαφέροντος του Θεού...

Τώρα στην Ανάληψη, εμείς που δεν ήμασταν άξιοι να κατοικούμε στον Παράδεισο, εμείς που στο τέλος καταντήσαμε να μην αξίζουμε να ζούμε εδώ στη γη, με αποτέλεσμα να γίνει ο κατακλυσμός και να χαθεί όλο το ανθρώπινο γένος εκτός της οικογένειας του Νώε, εμείς τώρα οι ανάξιοι ανεβαίνουμε στον ουρανό. Τα χερουβίμ, παλαιά, φυλάγανε τον Παράδεισο για να μην μπούμε ξανά και τώρα εμείς τα υπερβαίνουμε. Η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο του Χριστού, έτυχε τιμής που δεν έτυχε η φύση των αγγέλων. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Δεν έγινε άγγελος. Ενώθηκε μόνο με την ανθρώπινη φύση. Και οι άγγελοι δεν ζηλεύουν, αντίθετα χαίρονται, διότι χαρά των αγγέλων είναι η προκοπή μας και πόνος τους η εξαθλίωσή μας.

Για την αλλαγή αυτή οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον Χριστό. Αυτός έγινε μεσίτης. Ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος. Ο Θεός ήταν οργισμένος με μας και εμείς τον μισούσαμε. Και μας συμφιλίωσε ο Υιός Του. Πώς μας συμφιλίωσε; Δεχόμενος την τιμωρία που έπρεπε να επιβάλει σε μας. «Εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ., 3: 13). Δέχτηκε την τιμωρία του ουρανού, δέχτηκε και τις προσβολές των ανθρώπων. «Οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ’ εμέ» (Ψαλμ. 68:10) ... Πολλές φορές μιλούμε για τη μεσιτεία της Παναγίας και των αγίων και ξεχνούμε ότι μεσίτης πάνω απ’ όλους τους αγίους είναι ο ίδιος Χριστός. Αυτός ως άνθρωπος συνεχώς μεσιτεύει για μας τους ελεεινούς αδελφούς Του. Όπως ακριβώς παίρνουμε κάτι από τη σοδειά μας και το προσφέρουμε στο Θεό για να τον ευχαριστήσουμε και να ευλογήσει όλη τη σοδειά μας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε στη μήτρα της παρθένου Μαρίας την κάνει προσφορά στον Θεό, για να ευλογηθεί όλο το ανθρώπινο γένος…

Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό «κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του», ο άνθρωπος δεν πρόσεξε και ωμοιώθη τοις κτήνεσι. Το να γίνει, δε, κάποιος σαν τα ζώα είναι σαν να έγινε χειρότερος από αυτά. Το να σέρνεται ένα φίδι είναι φυσικό, το να σέρνεται, όμως, ένας αετός είναι η εσχάτη κατάπτωση … Μερικές φορές, ο άνθρωπος γίνεται χειρότερος των ζώων. Έτσι ο Ησαΐας λέγει, «έγνω βους τον κτησάμενον, και όνος την φάτνη του κυρίου αυτού· Ισραήλ, δε, εμέ ουκ έγνω» (Ησαΐας 1: 3) … Για να μας συνετίσει ο Κύριός μας, βάζει διδασκάλους τα έντομα. «Πορεύθητι προς τον μύρμηγκα, και ζήλωσον τας οδούς αυτού» (Παροιμ. 6: 6) … Εμείς οι κατώτεροι των ζώων, τα παιδιά του διαβόλου, με την Ανάληψη του Χριστού γίναμε ανώτεροι και από τους αγγέλους.

πηγή: http://stratisandriotis.blogspot.com/20 ... .html#more
Αναδημοσίευση από: http://www.zoiforos.gr/index.php?option ... 4&Itemid=1
Δεν έχετε τα απαραίτητα δικαιώματα για να δείτε τα συνημμένα αρχεία σε αυτή τη δημοσίευση.
Φώς στους μοναχούς είναι οι Άγγελοι... και φώς στους κοσμικούς οι Μοναχοί...
angieholi
Συντονιστής
Συντονιστής
Δημοσιεύσεις: 3227
Εγγραφή: Τρί Μάιος 05, 2009 5:25 pm
Τοποθεσία: Αγγελική@Αθήνα

Re: Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, Για μιά καλή χρονιά!

Δημοσίευση από angieholi »

Πώς να αντιμετωπίσεις τον άλλον όταν θυμώνει (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)


Αν δεις ότι κάποιος αγριεύει, τότε να υποχωρείς περισσότερο.
Γιατί όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση της μανίας,
χρειάζεται και περισσότερη παρηγοριά. Όσο χειρότερα φέρεται, τόσο μεγαλύτερη καλοσύνη θέλει.

Η υποχωρητικότητα απέναντι σε κάποιον που έχει θυμό είναι απαραίτητη,
όσο είναι και απέναντι σε κάποιον που έχει υψηλό πυρετό.
Όταν είναι αγριεμένο το θηρίο, τότε το αποφεύγουμε όλοι. Έτσι κι αυτόν που οργίζεται.

Δε βλέπεις τι κάνουν οι ναύτες; Όταν πιάσει δυνατός άνεμος, κατεβάζουν τα πανιά για να μη βουλιάξει το σκάφος.
Κι ο αναβάτης, όταν τον παρασύρουν τα άλογα, δεν τραβάει τα χαλινάρια αλλά τα χαλαρώνει,
για να μην εξουδετερώσει τη δύναμή του με μια δική του κίνηση.

Αυτό να κάνεις και συ. Είναι φωτιά ο θυμός, είναι φλόγα δυνατή που χρειάζεται καύσιμη ύλη.
Μη δώσεις τροφή στη φωτιά και γρήγορα θα σβήσεις το κακό.
Μόνη της η οργή δεν έχει δύναμη, αν δεν υπάρχει κάποιος άλλος να την τρέφει.

http://vatopaidi.wordpress.com/2010/06/ ... more-44430
Φώς στους μοναχούς είναι οι Άγγελοι... και φώς στους κοσμικούς οι Μοναχοί...
efthumhs
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1547
Εγγραφή: Δευ Δεκ 18, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Στερεά Ελλάδα

Re: Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, Για μιά καλή χρονιά!

Δημοσίευση από efthumhs »

Ευχαριστούμε Αγγελική για τα όσα ωφέλιμα ανεβάζεις! :smile:
Άβαταρ μέλους
ψυχουλα
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2324
Εγγραφή: Σάβ Δεκ 06, 2008 11:36 am
Τοποθεσία: Αθήνα

Περί της σπουδαιότητος της ιερωσύνης και του προς τους ιερεί

Δημοσίευση από ψυχουλα »

Περί της σπουδαιότητος της ιερωσύνης και του προς τους ιερείς οφειλομένου σεβασμού



Άγιου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Περί της σπουδαιότητος της ιερωσύνης
και του προς τους ιερείς οφειλομένου σεβασμού
(Εκ της Γ' Πραγματείας του περί Ιερωσύνης)
(Μετάφρασις Μιχ. Γαλανού, 1926)

Αναγινώσκω ότι πάσαν την κρίσιν έδωκεν ο Πατήρ τω Υιώ (Ιωάν. Ε' 22). Βλέπω δε εξ άλλου ότι ο Υιός την κρίσιν ταύτην ενεχείρισεν ολόκληρον εις τους ιερείς... Χωρίς ιερωσύνην, ούτε την ψυχικήν μας σωτηρίαν δυνάμεθα να κατορθώσωμεν, ούτε τα αιώ¬νια αγαθά να αποκτήσωμεν! Δεν ελέχθη ότι κανείς δεν ημπορεί να εισέλθη εις την βασιλείαν των Ουρανών, εάν δεν αναγεννηθή με το βάπτισμα του ύδατος και του πνεύματος; (Ιωάν. Γ' 5). Δεν εγράφη ότι εκείνος, όστις δεν ήθελε τρώγει την σάρκα του Κυρίου και δεν ήθελε πίνει το αίμα του, χάνει την αιώνιον ζωήν; (Ιωάν, ΣΤ' 54).
Αλλά και τα δύο αυτά, το μυστήριον του αγίου βαπτίσματος και το μυστήριον της θείας κοινωνίας δεν ημπορούν να τελεσθούν παρά μόνον με τα χέρια του ιερέως, πως, λοιπόν, χωρίς αυτά θα ημπορέση κα¬νείς ν' αποφύγη την κόλασιν ή να λάβη τους προωρισμένους δια την τήρησιν των θείων εντολών στεφά¬νους; Αυτοί οι Ιερείς είναι εκείνοι, οι οποίοι επιστατούν εις τον πνευματικόν μας τοκετόν δια του βαπτίσματος. Δι' αυτών - των ιερέων - , με τας τρεις καταδύσεις και τας τρεις αναδύσεις, ενδυόμεθα τον Χριστόν και γινόμεθα μέλη της Εκκλησίας, η οποία Εκείνον έχει κε¬φαλήν. Οι Ιερείς, λοιπόν, ευλόγως πρέπει να μας είναι σεβαστότεροι από κάθε άλλον άρχοντα και τιμιώτεροι και άπ' αυτούς τους γονείς μας, διότι αυτοί μεν μας εγέννησαν σωματικώς, εις δε τους ιερείς οφείλομεν την γέννησίν μας εκ του Θεού και την δια της θείας χάριτος υιοθεσίαν.
Οι Ιερείς των Ιουδαίων είχον την εξουσίαν να θε¬ραπεύουν την λέπραν του σώματος, ή, ακριβέστερον, να πιστοποιούν μόνον την θεραπείαν αυτήν. Και όμως γνωρίζομεν πόσον ζηλευτόν και τιμημένον ήτο το αξίωμά των! Οι ιδικοί μας ιερείς έλαβον εξουσίαν όχι δια λέπραν σώματος, αλλά δια λέπραν ψυχής! Και όχι απλώς να εξετάζουν αν έγινε η θεραπεία, αλλά να ενεργούν αυτοί ό,τι χρειάζεται δια την πλήρη θερα¬πείαν! Ώστε εκείνοι, οι οποίοι ήθελον τους καταφρο¬νεί, είναι κατά πολύ μιαρώτεροι και ανοσιώτεροι από τον Δαθάν και τους συντρόφους του (Αριθμ. ΙΣΤ') και άξιοι μεγαλυτέρας τιμωρίας. Και το λέγω καθαρά. Δεν γνωρίζω τίποτα αθλιώτερον από ψυχήν, η οποία αρνείται τιμήν προς τους Ιερείς. Η ψυχή αύτη είναι γεμάτη από οίστρον δαιμονικόν.

Διατί οφείλομεν να τιμώμεν τους ιερείς, να πειθαρχώμεν εις αυτούς και να μη τους κακολογώμεν.
(Εκ της 86ης ομιλίας του εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον)
Οφείλομεν να περιβάλλωμεν με πολλήν τιμήν τους λειτουργούς της χάριτος του αγίου Πνεύματος. Διότι μέγα είναι το αξίωμα των Ιερέων. Το φανερώνει και μόνος ο λόγος του Χριστού, αν τίνων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς (Ιωάν. Κ' 23). Δια αυτό και ο Παύλος λέγει: πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε (Εβρ. ΙΕ' 17). Εννοεί με αυτό ότι η τιμή μας προς τους ιερείς πρέπει να είναι πλήρης, ότι οφείλομεν προς αυτούς όχι σεβασμόν μόνον, αλλά και πειθαρχίαν και ύπακοήν.
Διότι συ μεν έχεις να μεριμνήσης μόνον δια την ιδικήν σου ψυχικήν σωτηρίαν. Διέθεσες καλώς τα κατ' αυτήν; Σου είναι αρκετόν. Δια τον ιερέα όμως το πράγμα είναι πολύ διαφορετικόν. Δεν φθάνει να φροντίση δια τον εαυτόν του˙ οφείλει να μεριμνήση επι¬μελώς και δια την ψυχήν την ιδικήν σου. Και αν δεν ήθελε να το κάμη, πηγαίνει εις την κόλασιν μαζί με τους πονηρούς, όχι δια τα ιδικά του, τα προσωπικά του αμαρτήματα, αλλά δια τα αμαρτήματα του ποι¬μνίου του, καθ' ην περίπτωσιν δεν έκαμεν ό,τι εξ αυτού εξηρτάτο, δια να το κατάρτιση καλώς˙ ένας επί πλέον λόγος, όχι μόνον δια να σέβεσθε τον Ιερέα, αλλά και δια να τον περιβάλλετε με πολλήν αγάπην και με μεγάλην συμπάθειαν.
Αυτό ηθέλησε να διδάξη και ο Παύλος, όταν έλεγεν ότι οφείλετε να πείθεσθε και να υπακούετε εις τους εν τη Εκκλησία ηγουμένους, διότι αυτοί αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών και όχι αγρυπνούν απλώς, άλλ' ως λόγον αποδώσοντες (Εβρ. ΙΓ' 17). Ιδού, διατί πρέπει να φέρεσθε προς τους Ιερείς με πολύν σεβασμόν και πολλήν εύνοιαν.

Όταν τιμώμεν και όταν περιφρονώμεν τους ιερείς.
Οφείλετε ακόμη να έχετε ύπ' όψιν σας ότι η κακή συμπεριφορά των ενοριτών προς τον Ιερέα των δύνα¬ται να επιφέρη πολλήν ψυχικήν και εκκλησιαστικήν ζημίαν. Ας λάβωμε το παράδειγμα από τον κυβερνήτην του πλοίου. Του αναγνωρίζουν οι επιβάται το αξίωμα και την αρχήν του και του αποδίδουν την οφειλομένην τιμήν και υπακοήν; Κυβερνά τότε με την απαιτουμένην επιστασίαν και καταβάλλει κάθε προσπάθειαν δια την ασφάλειαν του πλοίου και των επιβατών. Εάν όμως τον στενοχωρούν και τον ταράττουν με την εναντίον του κακολογίαν των, και αν ήθελαν τον παρακούει και τον περιφρονεί, τότε, χάνει και την αντοχήν του και την τέχνην του και, χωρίς να το θέλη, τους εκθέ¬τει εις μυρίους κινδύνους.
Ομοίως συμβαίνει και με τους ιερείς. Εάν τους τι¬μάτε, θα ημπορέσουν να βοηθήσουν εις την ψυχικήν σας ασφάλειαν. Αν όμως, με την περιφρονητικήν προς αυτούς διαγωγήν σας και την καταλαλιάν σας, τους κάμνετε να αθυμούν, θα παραλύσετε την προθυμίαν των και θα επιφέρετε το ψυχικόν σας ναυάγιον.

Ας κάμωμεν προς τον ιερέα ό,τι και προς τον κοσμικόν άρχοντα.
Δεν βλέπετε τι γίνεται εις τους κοσμικούς άρχο¬ντας; Ακόμη και εκείνοι, οι οποίοι, υπό πολλάς επό¬ψεις, είναι καλύτεροί των, φέρονται προς αυτούς με πειθαρχίαν και υπακοήν και ανεξαρτήτως της προσω¬πικής αξίας των από σεβασμόν προς το αξίωμά των και προς το Κράτος, το οποίον αντιπροσωπεύουν. Πως, λοιπόν, προκειμένου περί ιερέως, οποίος είναι ο επιτετραμμένος του Θεού, όχι μόνον δεν τον σεβόμεθα και δεν τον ευλαβούμεθα, αλλά και τον καταφρονούμεν και τον κακολογούμεν, μερικοί δε και τον λούομεν με μυρίας ύβρεις; Πως, ενώ εμποδιζόμεθα από τον Χριστον να κρίνωμεν τους λαϊκούς, ακονίζομεν την γλώσσαν μας εις βάρος του ιερατείου; Πως δε θα δικαιολογηθώμεν δια την διαγωγήν μας αυτήν, όταν τα μεν τόσα ιδικά μας αμαρτήματα παρατρέχωμεν, σχολιάζωμεν δε πικρά το παραμικρόν αμάρτημα του άλλου; Δεν ηξεύρεις ότι με αυτό το κριτήριον, το τόσον εγωϊστικόν, το τόσον άνισον, το τόσον μισάδελφον, χειροτερεύεις ενώπιον του υπέρτατου Κριτού την ιδικήν σου θέσιν;

Δι' όσους επικρίνουν τους ιερείς και δι' όσους τους σέβονται.
Μ' αυτά, τα όποια λέγω, δεν επιδοκιμάζω εκείνους, οι οποίοι διαχειρίζονται αναξίως την ιερωσύνην των, άπ' εναντίας, τους οικτείρω πολύ και τους κλαίω. Άλλ' όμως δεν θεωρώ δίκαιον να τους κρίνουν και να τους κατακρίνουν οι αποτελούντες το ποίμνιόν των, όπως το κάμνουν δυστυχώς τόσοι, ακόμη και οι περισσότερον απαίδευτοι και αμόρφωτοι και, επομένως, και ολιγώτερον κατάλληλοι εις το να κρίνουν τους άλλους.
Δι' όλα, λοιπόν, αυτά και τον Θεόν ας φοβούμεθα και προς τους ιερείς ας δεικνύωμεν όλην την πρέπουσαν ευλάβειαν και τιμήν. Ο Θεός, τότε, θα μας ανταμείψη πλουσίως και δια τας ιδιαιτέρας αρετάς μας και δια τον σεβασμόν, με τον οποίον συμπεριεφέρθημεν προς τους πνευματικούς μας πατέρας.

Περί του μεγίστου κακού, το οποίον φέρουν αι κακολογίαι κατά των ιερέων και αι κοσμικοί επεμβάσεις εις την διοίκησιν της Εκκλησίας.
(Εκ του Β' λόγου εις Ακύλαν και Πρίσκιλλαν)
Ο Παύλος, δια να παραστήση πόση ήτο η προς αυτόν αγάπη και αφοσίωσις των χριστιανών της εκ¬κλησίας της Γαλατίας, έγραφε: μαρτυρώ γαρ υμίν ότι, ει δυνατόν, τους οφθαλμούς υμών εξορύξαντες αν εδώκατέ μοι (Γαλ. Β' 30). Ποίοι θα ημπορούσαν να γίνουν περισσότερον μακάριοι από εκείνους, ποίοι δε περισσότερον άθλιοι από μερικούς σημερινούς χρι¬στιανούς; Διότι εκείνοι μεν θα έδιδαν, αν ήτο ανάγκη, χάριν του διδασκάλου των, ό,τι πολυτιμότερον είχαν, τους οφθαλμούς των αυτούς, το αίμα των, την ζωήν των, ούτοι δε ουδέ με λόγον φροντίζουν να δείξουν ενδιαφέρον δια τους πνευματικούς των πατέρας, άλλ' ενώ ακούουν να υβρίζωνται οι ιερείς και να τους κα¬κολογούν ο ένας και ο άλλος, δεν τους εμποδίζουν, δεν τους αποστομώνουν, δεν κάμνουν καμμίαν παρατήρησιν!

Η καταλαλιά κατά των ιερέων μεγίστη πληγή της Εκκλησίας.
Και είθε εις την μεγάλην αυτήν αμαρτίαν να μη ήσαν ένοχοι και άνθρωποι, οι όποιοι κάμνουν τον ευσεβή! Δυστυχώς, περισσότερον ενίοτε και άπ' αυτούς τους απίστους κακολογούν και ονειδίζουν τους ιερείς χριστιανοί εξ εκείνων, οι οποίοι λέγουν ότι εν¬διαφέρονται δια την Εκκλησίαν και εμφανίζονται ως πιστοί. Και όμως τίποτε δεν ημπορεί τόσον να διαφθείρη και να κατάλυση μίαν Εκκλησίαν, με περισσήν μάλιστα ευκολίαν, όσον το να λείπη εις αυτήν ο στενός σύνδεσμος των μαθητών με τους διδασκάλους, των τέκνων με τους πατέρας, των αρχομένων με τους άρχοντας, του ποιμνίου με τους ποιμένας.

Ο κακολογών τους ιερείς ανάξιος να εισέλθει εις τον ναόν.
Και αν μεν κακολογήση κανείς τον αδελφόν του, κρίνεται ανάξιος και ν' αναγινώσκη τας Αγίας Γραφάς. Ίνα τι αναλαμβάνεις την διαθήκην μου δια στόματός σου; λέγει ο Θεός (Ψαλμ. ΜΘ' 16)• έπειτα, δηλώνων δια τι η τοιαύτη απαγόρευσις, προσθέτει, καθήμενος κατά του αδελφού σου κατελάλεις (Αυτόθι 20). Πως, λοιπόν, όταν καταλαλής τον πνευματι¬κόν πατέρα σου, πως θεωρείς τον εαυτόν σου άξιον να πατήση εις τα ιερά πρόθυρα του ναού; Πως τολμείς να νομίζης ότι σου είναι το τοιούτο συγχωρημένον;
Όσοι κακολογούν τον πατέρα των ή την μητέρα των θεωρούνται από την Γραφήν άξιοι μεγίστης τιμω¬ρίας. Ποία, λοιπόν, ποινή δεν θα έπρεπε να επιβληθή κατ' εκείνου, ο οποίος κακολογεί τον Ιερέα; Δεν φοβεί¬σαι μήπως άνοιξη η γη και σε καταπίη ή κεραυνός πέση άνωθεν και σε κατακαύση;

Δια τους λαϊκούς τους κρίνοντας τους ιερείς και επεμβαίνοντας εις την διοίκησιν της Εκκλησίας.
Δι' αυτό παρακαλώ και συμβουλεύω να λείψη η πονηρά αυτή συνήθεια. Δια να μάθης δε καλά ότι, και αν ακόμη περιπίπτουν εις αμαρτήματα οι ιερείς, συ δεν δικαιολογείσαι να γίνεσαι παρήκοος, άκουσε τι λέγει δια τους συγχρόνους του άρχοντας των Ιουδαί¬ων ο Χριστός Επί της Μωσέως καθέδρας εκάθησαν οι γραμματείς και οι φαρισαίοι πάντα ουν, όσα αν λέγωσιν υμίν ποιείν, ποιείτε˙ κατά δε τα έργα αυτών μη ποιείτε (Ματθ. ΚΓ' 23).
Και όμως τι ημπορούσε να είναι χειρότερον από εκείνους, των οποίων τα πάθη διέστρεφαν τους μαθητάς των; Αλλά και πάλιν δεν ηθέλησε να εκμηδένιση το κύρος των και να συστήση εις τον λαόν να παρακούη. Και πολύ σωστά. Διότι, αν οι λαϊκοί ήθελαν λάβη τοιαύτην εξουσίαν, θα τους εβλέπατε να κατα¬ληφθούν από την μανίαν να καθαιρούν και να εκβάλλουν τους ιερείς από το άγιον βήμα.
...Όχι, δεν είναι επιτετραμμένον εις τους λαϊ¬κούς, οφείλοντας υποταγήν, να εμφανίζωνται επικριταί των Ιερέων και να αξιούν ότι αυτοί είναι αρμόδιοι να διορθώσουν την Εκκλησίαν. Διότι, εάν ο ένας και ο άλλος, με πρόφασιν να διορ¬θώσουν τα κακώς κείμενα, έκαμνον επέμβασιν εις τα Ιερατικά δικαιώματα, ούτε πρόφασις επεμβάσε¬ως θα λείψη ποτέ, ούτε θα γνωρίζωμεν ποίοι εί¬ναι εις την Εκκλησίαν οι άρχοντες και ποίοι οι αρχόμενοι, αλλά θα επήρχετο γενικόν ανακάτευμα και θαλάσσωμα.

Οι δήθεν ευσεβούντες κατήγοροι των ιερέων άθλιοι υποκριταί.
Είναι, δυστυχώς, βέβαιον ότι πολλοί λαϊκοί αγα¬πούν να παραμεγαλώνουν μικρά σφάλματα, εις τα οποία ημπορεί να περιπέση και ο ιερεύς, ως άνθρωπος και αυτός• δεν λείπουν δε και οι πρόθυμοι συκοφάνται και διαβολείς των ιερέων.
Συ όμως θέλεις να είσαι πράγματι ευσεβής; Φυλάξου από το να ύβρίζης και κακολογής τους ιερείς, έστω και αν ήθελε να είναι ελαττωματικοί εις το ποιμαντικόν και διδακτικόν των έργον. Διότι, εάν δια τον σωματικόν γονέα λέγει ένας σοφός καν απολίπη σύνεσιν, συγγνώμην έχε (Σοφίας Σειράχ Γ' 15), ήτοι, και αν καταντήση ανόητος, συ οφείλεις να τον συγχωρής, πολύ περισσότερον χρεωστούμεν να φυλάττωμεν τον νόμον αυτόν, προκειμένου δια τους πνευματι¬κούς γονείς μας. Θα το φυλάττωμεν δε, εάν δεν κρίνωμεν τους ιερείς, αλλά κρίνωμεν τον εαυτόν μας, δια να μη ακούσωμεν κατ' εκείνην την ημέραν, υποκριτά, τι βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε εν τω σω οφθαλμώ ου κατανοείς δοκόν; (Ματθ. Ζ' 3).
Ενοχλείσαι, διότι σε είπα υποκριτήν;
Και όμως οφείλεις να το αναγνώρισης˙ Υποκριτής είσαι, όταν εις μεν τον ναόν φιλείς το χέρι του ιερέως και γονατίζεις εμπρός του και επιζητής τας προς τον Θεόν ευχάς του και, όταν χρειάζεσαι βάπτισιν, τρέχεις και τον αναζητείς, εις το σπίτι σου δε και εις τας διαφόρους συναναστροφάς σου τον λούεις με ύβρεις ή ανέχεσαι να κακολογούν και να καταλαλούν άλλοι τους περιβεβλημένους το ιερατικόν αξίωμα!

Η μεγαλύτερα βλάβη της Εκκλησίας.
Τίποτε δεν βλάπτει τόσον τας Εκκλησίας, όσον το νόσημα αυτό. Και όπως σώμα, του οποίου τα νεύρα είναι άτακτα, γεννά πολλάς ασθενείας και κάμνει αβίωτον τον βίον, τοιουτοτρόπως και μία Εκκλησία, όταν της λείπη η αρμονία και η τάξις και η αγάπη, περιπίπτει εις διχόνοιας και εσωτερικούς πολέμους και αυξάνει την οργήν του Θεού και εκτίθεται εις πολλούς πειρασμούς.

Προς αποφυγήν αυτών των κακών.
Δια να μη συμβαίνουν, λοιπόν, αυτά και δια να μη κινούμεν εναντίον μας την θείαν οργήν προς περισσοτέραν δυστυχίαν μας και αναπόφευκτον κόλασίν μας και δια να μη κάμνωμεν άχαριν και αηδή την ζωήν μας, ας αλλάξωμεν διαγωγήν. Αντί να κακολογή η γλώσσα μας τον πλησίον μας και να κρίνη και να λοιδορή τους ιερείς, ας την κάμωμεν εγκρατή και σεμνολόγον, ας αφήσωμεν να κρίνη τους άλλους ο πα¬ντογνώστης και δικαιοκρίτης Θεός και ας γίνωμεν κριταί μόνον δια τα ιδικά μας αμαρτήματα.
Αυτό είναι το δίκαιον και το εύλογον, αλλά και με τον τρόπον αυτόν θ' αποφύγωμεν την αιώνιον τιμωρίαν. Διότι, όπως, όσοι πολυπραγμονούν δια τα ξένα αμαρτήματα, παραμελούν εντελώς τα ιδικά των, τοι¬ουτοτρόπως, όσοι δεν εξοδεύουν τον καιρόν των εις το να παρατηρούν και να κρίνουν τους άλλους, αφιερώ¬νουν τον χρόνον των και την προσπάθειάν των εις την εξέτασιν και διόρθωσιν των ιδικών των πλημμελημά¬των. Και πρέπει να σας είπω ότι εκείνοι, οι οποίοι προσέχουν εις τα ιδικά των σφάλματα και υποβάλ¬λουν εις δίκην τον εαυτόν των, θα έχουν, κατά την μεγάλην Κρίσιν, ευνοϊκόν τον Δικαστήν. Αυτό ηθέλη¬σε να δήλωση και ο Παύλος όταν έλεγεν: Ει γαρ εαυ¬τούς εκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα υπό του Κυρίου (Α' Κορινθ. ΙΑ' 31).

Περί κακολογίας και κακολόγων.
(Εκ της Γ' ομιλίας του προς τον λαόν της Αντιοχείας και της ΚΓ' εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον)
Ας νηστεύη και το στόμα από λόγια αισχρά και από κακολογίας. Διότι ποίον το όφελος, εάν απέχωμεν μεν από ψάρια και κρέατα κατά τας νηστευσίμους ημέρας, δαγκάνω μεν δε και κατατρώγωμεν τους αδελ¬φούς μας; Όποιος κατακρίνει και κακολογεί, αδελφι¬κά κρέατα τρώγει, την σάρκα του πλησίον του δαγκά¬νει. Δια αυτό και ο Παύλος λέγει: Ει δε αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη ύπ' αλλήλων αναλωθήτε (Γαλ. Ε' 15).
Θα είπης ότι δεν έχωσες τα δόντια σου εις την σάρκα του άλλου; Έχωσες όμως την μαχαιροειδή γλώσσαν σου εις την ψυχήν του και με την κατάκρισίν σου επλήγωσες την υπόληψιν του πλησίον σου! Τι εκέρδισες μ' αυτό; Έγινες εγκληματίας, άξιος δίκης και τιμωρίας!

Δια τους ζητούντας να δικαιολογήσουν τας κατακρίσεις των.
Και μη ζήτησης να δικαιολογηθής με το ότι: θα κατέκρινα, αν έλεγα ψεύματα. Εγώ όμως λέγω αληθι¬νά, ώστε δεν κατακρίνω. Και εάν, αληθινά, κατακρίνης, και πάλιν εγκλημα¬τείς. Διότι και ο φαρισαίος ηλήθευεν, όταν κατέκρινε τον τελώνην, αλλά αυτό δεν τον ωφέλησε διόλου! Δια την κακολογίαν του έχασε και κάθε αξιομισθίαν του!
Ενδιαφέρεσαι πράγματι δια τον πλησίον σου; Λυ¬πήσου τον ειλικρινώς, προσευχήσου υπέρ αυτού προς τον Θεόν, πήγαινε και εύρε τον κατ' ιδίαν και συμβούλευσέ τον και παρακάλεσε τον να φροντίση δια την διόρθωσίν του.
Ημάρτησεν ο αδελφός σου; Δείξε του αγάπην, πεί¬σε τον ότι ομιλείς δια το αμάρτημα του από αδελφικόν ενδιαφέρον, όχι δια να τον θεατρίσης και δείξε του με κάθε τρόπον την προς αυτόν στοργήν σου, αν, αληθινά, επιθυμής να τον ιατρεύσης.
Τοιουτοτρόπως κάμνουν πολλές φορές και οι ια¬τροί. Χαϊδεύουν τους άρρωστους, όταν είναι δύστρο¬ποι, και τους πείθουν με τας παρακλήσεις των και τας στοργικάς προτροπάς των να δεχθούν το ευεργετικόν φάρμακον. Όμοια κάμε και συ. Αντί να κατακρίνης, δια να πληγώνης, πείσε τον αμαρτήσαντα να δείξη την πληγήν του προς τον θεραπευτήν ιερέα. Τοιουτο¬τρόπως κάμνει όποιος ενδιαφέρεται δια τον άλλον και προνοεί και φροντίζει δι' αυτόν.

Όταν κακολογούν άλλοι.
Δεν κακολογείς όμως εσύ. Είσαι αξιέπαινος, άλλ' αυτό μόνον δεν αρκεί• οφείλεις ακόμη, όταν, επί πα¬ρουσία σου, κακολογούν άλλοι, να φράσσης τας ακοάς σου και να μιμήσαι τον προφήτην, ο οποίος λέ¬γει• τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον κατεδίωκον (Ψαλμ. Ρ' 5). Ημπορείς να είπης προς τον κακολόγον έχεις να επαινέσης και να εγκωμιάσης; Ανοίγω τα αυτιά μου, δια να δεχθώ τα μύρα• αν όμως θέλης να κακολογήσης, τα κλείω, δια να μη δεχθούν κόπρον και βόρβορον. Τι θα κερδίσω με το να μάθω ότι έκαμε πονηρά ο δείνα;
Ημπορείς, ακόμη, να του ειπής• ας φροντίσωμεν δια τα ιδικά μας, πως δηλαδή ν' αποφύγωμεν τας μεγάλας ευθύνας των ιδικών μας αμαρτημάτων, και ας χρησιμοποιώμεν τον καιρόν μας εις εξέτασιν της ιδι¬κής μας ζωής. Διότι τι θα απολογηθώμεν και πως θα συγχωρηθώμεν, όταν τα μεν ιδικά μας αμαρτήματα ούτε λογαριάζωμεν διόλου, λεπτολογούμεν όμως τόσον δια τα ξένα; Όπως είναι αίσχρόν να παρακύπτη ο διαβάτης μέσα εις τα ξένα σπίτια και να κρυφοκοιτάζη, τοιουτοτρόπως, και όποιος περιεργάζεται τι κάμνει ο ένας και ό άλλος, φανερώνει ότι του λείπει η καλή ανατροφή.

Μετά την προδοσίαν η δήθεν προστασία.
Να είπωμεν και το γελοίον εκείνο; Πολλές φορές, ο κακολόγος, αφού εδυσφήμησε τον άλλον με παντοίας αποκαλύψεις και διαβολάς, εις το τέλος, παρακαλεί τους ακροατάς του και τους εξορκί¬ζει να μη ειπούν τίποτε εις κανένα!
Ερωτώ τον έντιμον αυτόν σπερμολόγον αντί να παρακαλής να κρατηθούν μυστικαί αι κακολογίαι σου, δεν ήτο προτιμότερον να μη τας ειπής διόλου; Τι δε θέλεις τώρα ν' αποδείξεις; Ότι ενδιαφέρεσαι δια την υπόληψιν του θύματος σου; Υποκριτά! Τον επρόδωκες πρώτον και κατόπιν θέλεις τάχα να τον προστατεύσης!

Ήκουσες κακολογίαν; θάψε την.
Μερικοί ευρίσκουν ότι το κακολογείν είναι γλυκύ. Αληθινά, γλυκύ είναι το ν' αποφεύγωμεν κάθε κα¬κολογίαν. Ο κακολόγος υποπτεύεται πάντοτε και φοβείται ότι, αν ήθελον γίνει γνωσταί αι κακολογίαι του, θ' ακούση και αυτός χειρότερα και θα εκτεθή, ίσως, και εις άλλους κινδύνους• ενώ, όποιος έχει εγ¬κρατή γλώσσαν και κανένα δεν εκακολόγησε και ενα¬ντίον κανενός δεν εσπερμολόγησεν, ούτε τίποτε εψιθύρισεν, αυτός θα έχη την ευχαρίστησιν, την οποίαν θα του δίδη η συναίσθησις ότι και αξιοπρεπώς εφέρθη και κανείς δεν θα τον εκδικηθή, αφού δεν εκέντησε κανένα.
Δι' αυτό σε συμβουλεύει ο σοφός της Γραφής• ήκουσες λόγον; εν αποθανέτω σοι (Εκκλησ. ΙΘ' 10). Ήκουσες, λέγει, κακόν λόγον δια κανένα; Θάψε τον εντός σου. Οφείλεις μάλιστα και να φεύγης, όπου αρ¬χίσουν να επικρίνουν και να κατακρίνουν και να κα¬κολογούν! Αν όμως συνέβη να γίνη ποτέ κακολογία επί παρουσία σου, χώσε την εις τα κατάβαθα της ψυχής σου, σύμπνιξέ την, λησμόνησέ την, δια να μη γίνης όμοιος προς εκείνους, οι οποίοι μεταδίδουν τας σπερμολογίας και τας διαβολάς, και δια να μην εκτεθής εις τας ανησυχίας και τους κινδύνους, οι οποίοι, πολλές φορές, ευρίσκουν τους κακολόγους!

Δια την διόρθωσιν των καταλάλων.
Ας φιλοτιμηθώμεν δε και να γίνωμεν παιδαγωγοί των καταλάλων. Εάν ηθέλαμεν τους κάμει να αντιλη¬φθούν ότι το καταλαλείν κινεί την αποστροφήν και ότι χάνουν εις την εκτίμησίν μας αυτοί και όχι εκεί¬νοι, οι οποίοι καταλαλούνται, ποίος ηξεύρει αν δεν έλθουν εις συναίσθησιν και δεν παύσουν την πονηράν αυτήν συνήθειαν και γίνωμεν, τοιουτοτρόπως, σωτή¬ρες των και ευεργέται των;

Άθλιαι συνέπειαι της κακολογίας.
Επαναλαμβάνω δε και πάλιν ότι, όπως ο καλός λόγος και ο έπαινος είναι αρχή φιλίας, τοιουτοτρόπως η κακολογία και η διαβολή φέρει έχθρας και μίση και γίνεται αιτία μυρίων κακών εις τας ανθρωπίνους κοι¬νωνίας. Ότι προ πάντων μας κάμνει να αμελώμεν την ιδικήν μας διόρθωσιν, είναι αυτή η μανία του να πολυενασχολούμεθα με τα ξένα! Διότι αδύνατον είναι πολυπερίεργος και κακολόγος άνθρωπος να επιμεληθή ποτέ τον εαυτόν του. Απορροφημένος εξ ολοκλήρου από το να μανθάνη και να κρίνη τα των άλλων, θ' αφήση, κατ' ανάγκην, τα ιδικά του αφρόντιστα και αμελημένα. Και ερωτώ, όταν διαρκώς φροντίζης, δια να πληροφορήσαι και ομιλής δια τα ξένα σφάλματα και παραπατήματα, πότε θα φροντίζης δια τα ιδικά σου;
Δυστυχώς, πολλοί δεν προσέχουν διόλου εις το Ευαγγελικόν: Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε (Ματθ. Ζ' 1). Όχι μόνον κρίνουν, αλλά και γίνονται πικροί κριταί, ακόμη, και δια πράγματα, προς τα οποία ώφειλαν να είναι παραβλεπτικοί, αφού μάλιστα, αν επρόσεχαν εις τον εαυτόν των, θα εύρισκαν ότι αυτοί περιπίπτουν εις μεγαλύτερα σφάλματα!
Η μανία της κατακρίσεως προχωρεί και μέχρι του μοναχού! Λαϊκοί, οι οποίοι ζουν άσωτα ή διαπράτ¬τουν μυρίας άρπαγας και πλεονεξίας καθ' εκάστην, κακολογούν τον μοναχόν, ο οποίος έχει κάποια βιωτικά μέσα και ενδύεται με κάποιαν ευπρέπειαν. Και σκανδαλίζονται οι σεμνότατοι άνθρωποι, εάν ένας καλόγηρος ήθελεν εξέλθει ενίοτε από την πολύ αυστηράν δίαιταν, να τον καταγγέλλουν ως επικούρειον, ενώ οι ίδιοι γαστριμαργούν και πίνουν ή και μεθύουν και κραιπαλούν συχνά! Δεν λαμβάνουν υπ' όψιν των ότι, τοιουτοτρόπως, επιβαρύνουν τρομερά τα αμαρτή¬ματά των και στερούν τον εαυτόν των από κάθε απολογίαν!
Ύστερον από την τοιαύτην διαγωγήν σου, πως θα ζήτησης από τον Θεόν να μη σε κρίνη αυστηρά; Εάν θέλης επιεική κρίσιν δια τον εαυτόν σου, διατί, τότε, συ κρίνεις τόσον πικρά τον πλησίον σου και είσαι τόσο ανηλεής δια τον ιερέα και δεν εννοείς να παρά¬βλεψης ουδέ τα ελάχιστα σφάλματα του; Θα κριθής, λοιπόν, με τα ίδια σου μέτρα και δεν θα δύνασαι να παραπονεθής ότι σου ζητούνται βαρείαι ευθύναι! Ο Χριστός σου το φωνάζει. Διατί δεν τον ακούεις; ω μέτρω μετρείτε, αντιμετρηθήσεται υμίν (Ματθ. Ζ' 1).

Υποκριτής ο καταλαλών. Το ιδικόν του δοκάρι.
Άκουσε και το άλλο τούτο: Υποκριτά (Ματθ. Ζ' 5). Διατί η κραυγή αυτή του Ιησού εναντίον του καταλάλου; Διατί ο χαρακτηρισμός του ως υποκριτού; Διότι, όσον και αν προσπαθούμεν να παραστήσωμεν ότι κρίνομεν και κατακρίνομεν από ενδιαφέρον μας προς τον πταίστην ή από ενδιαφέρον μας προς την κοινωνίαν, η αλήθεια είναι διαφορετική. Υπό τα προ¬σχήματα, τα οποία προβάλλομεν, κρύπτομεν χυδαία πάθη. Και δια τούτο τους καταλάλους υποκριτάς τους ωνόμασεν ο Χριστός.
Και ο έλεγχός του εξακολουθεί• Έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ του οφθαλμού σου. Πολύ σωστά. Αφού δεν ανέχεσαι εις τους άλλους ουδέ τα μικρά σφάλμα¬τα, αλλά τους κρίνεις, πολλές φορές, και δια τιποτένια πράγματα, διατί επιτρέπεις εις τον εαυτόν σου τα πολύ μεγαλύτερα και βαρύτερα; Αφού ενδιαφέρεσαι δια τους άλλους και δια αυτό τους κρίνεις, ως βεβαιώνεις, διατί δεν κατακρίνεις πρωτίστως τον εαυτόν σου; Αφού καταγίνεσαι με τα ξένα αμαρτήματα, τα οποία δεν δύνασαι να γνωρίζης επακριβώς, διατί παρατρέχεις τα ιδικά σου, τα οποία ημπορείς να γνωρίζης κα¬λύτερα; Θέλεις να απαλλαγή ο αδελφός σου από το μικροσκοπικό ξυλαράκι, το οποίον έχει εις τον οφθαλμόν του; Διατί δεν ελευθερώνεις τον ιδικόν σου οφθαλμόν από το εντός του δοκάρι; Εφ όσον δεν κά¬μνεις κατ' αυτόν τον τρόπον, αυτοκαταγγέλλεσαι ότι κρίνεις τον αδελφόν σου όχι από ενδιαφέρον, αλλά διότι τον εχθρεύεσαι ή διότι αισθάνεσαι ηδονήν εις το να κακολογής και να εξευτελίζης τον πλησίον σου.

Με τι ομοιάζει οποίος καταλαλεί.
Ενόησέ το, λοιπόν, καλά. Εάν θα έπρεπε να κριθή όποιος αμαρτάνει, ο αρμόδιος να τον κρίνη δεν είσαι συ. Άλλ' ο Χριστός έκρινε. Ναι• εκείνος όμως ήτο αναμάρτητος και είχε το αξίωμα του Κριτού. Εκτός τούτου, ο Χριστός δεν έκα¬μνε σπερμολογίας και καταλαλιάς και δεν ενησχολείτο με τας υπολήψεις των ατόμων και ιδιωτών, άλλ' έκαμνε γενικούς ελέγχους προς κοινήν διδασκαλίαν και διόρθωσιν. Συ δε θέλεις να μάθης με ποίον ομοιά¬ζεις;
Ομοιος είσαι με άρρωστον, ο οποίος, ενώ κατέχε¬ται ο ίδιος από βαρεί αν υδρωπικίαν, αδιαφορεί δι' αυ¬τήν και έχει να κάμη με τα μικρά κρυολογήματα των άλλων. Και, κατά την παρομοίωσιν αυτού του Ιησού, ενθυμίζεις εκείνον, ο οποίος βλέπει το λεπτότατον ξυ¬λαράκι εις τον οφθαλμόν του άλλου και αναισθητεί προς το μεγάλο ξύλο, που τυφλώνει τον ιδικόν του οφθαλμόν.
Ήδη είναι κακόν το να μη βλέπη τις τα ιδικά του αμαρτήματα. Άλλ' είναι τρισχειρότερον, όταν και κρίνωμεν και κατακρίνωμεν τους άλλους, ενώ ημείς φέρομεν επάνω μας και περισσότερα και βαρύτερα παραπτώματα.


Περί τιμής και πειθαρχίας προς τον κλήρον και προς τους κρίνοντας Επισκόπους και Ιερείς.
(Εκ της Β' ομιλίας του εις την Β' προς Τιμόθεον)
Τα τέκνα οφείλουν να είναι φιλόστοργα προς τον πατέρα. Τοιουτοτρόπως οφείλουν και οι πιστοί να είναι φιλόστοργοι προς τους Ιερείς. Όχι δε μόνον φιλόστοργοι, αλλά υποτασσόμενοι. Πείθεσθε, λέγει ο Παύλος, τοίς ηγουμένοις υμών και υπείκετε, ειδότες ότι αυτοί αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών, ως λόγον αποδώσοντες (Έβρ. ΙΓ' 17).
Ειπέ μοι, λοιπόν αυτός μεν - ο Ιερεύς - είναι υπεύ¬θυνος δια σε εις τόσον κίνδυνον. Διότι, και αν δεν τον βαρύνουν αυτόν τον ίδιον αμέσως προσωπικά του αμαρτήματα, η ευθύνη του είναι τρομερά, εάν δεν ήθελε φροντίσει να θέση και σε εν τάξει απέναντι του Θεού. Και σκέψου πόσον βαρύ είναι να έχη κανείς ευθύνας δια τόσας ψυχάς. Συ δε τι καλείσαι να δώσης προς τον ιερέα; Τιμήν, πειθαρχίαν εκκλησιαστική ν και κάποιαν υποστήριξιν δια την συντήρησίν του, αφού συ μεν και έμπορος δύνασαι να είσαι και άλλας εργασίας και επιχειρήσεις να αναλαμβάνης, εκείνος δε οφείλει να δουλεύη μόνον εις τον ναόν και εις τας θρησκευτικός υπηρεσίας. Έδωκες την τιμήν ταύτην, την υπακοήν, την υποστήριξιν; Και πάλιν μένεις υποχρεωμένος προς τον Ιερέα. Διότι ό, τι του προσφέρεις, είναι κατώτερον από ό, τι εκείνος σου έδωκε, και από τους κινδύνους, εις τους οποίους είναι εκτεθειμένος δια σε. Αλλά δεν δείχνει όσην έπρεπε προθυμίαν και δεν καταβάλλει όλον τον απαιτούμενον κόπον; Τότε μάλιστα να τον συμπαθήσης περισσότερον, διότι, εξ ιδικής σου αφορμής, κινδυνεύει να στερηθή την σωτηρίαν της ψυχής του.

Το μεγαλύτερον κακόν της Εκκλησίας.
Δυστυχώς, πολλοί αγαπούν να φιλονεικούν και να παρακούουν εις τους Ιερείς. Φυγαδεύεται τοιουτοτρό¬πως η αιδώς και ο σεβασμός του λαού προς τους άρ¬χοντας της Εκκλησίας, δια να εισέλθη εις αυτήν η ανυποταξία και η αναρχία. Και τούτο είναι το κύριον αίτιον όλων των Εκκλησιαστικών κακών. Αυτό θα σας επαναλάβω και πάλιν πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε. Δεν το κάμνω δε χάριν των Ιερέων, αλλά προς χάριν ιδικήν σας. Όποιος τιμά τον ιερέα, θα τιμήση και τον Θεόν. Όποιος εσυνήθισε να καταφρονή τους ιερείς, θα φθάση και εις την καταφρόνησιν του Θεού. Δι' αυτό είπεν ο Χριστός• ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται. Δια τούτο η Σοφία Σειράχ παραγγέλει: τους ιερείς εντίμως έχε. Όταν οι Ιουδαίοι κατεφρόνησαν τον Μωυσην, δεν εδυσκολεύθησαν να καταφρονήσουν και τον Θεόν.

Διατί δεν δικαιούσαι να κρίνεις τον ιερέα.

Αλλά λέγεις: Δεν έχω, λοιπόν, εγώ το δικαίωμα να κρίνω τον ιερέα; Όχι, δεν δικαιούσαι• Εάν οι λαϊκοί είχον το δικαίωμα να ερευνούν τον βίον και την πολιτείαν των πνευματικών των ποιμένων, δια να αποφα¬σίζουν αν πρέπη να πειθαρχούν εις αυτούς ή να ανταρτεύουν, τότε, οι αρχόμενοι θα έθεταν τον εαυτόν των επάνω από τους άρχοντας και το παν θα εγίνετο άνω κάτω, θα ήσαν άνω τα πόδια και κάτω η κεφαλή. Ή δεν ακούεις τον Χριστόν, ο οποίος λέγει: μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε; (Ματθ. Ζ' 1), και τον Παύλον, ο οποίος μας φωνάζει• Συ τι κρίνεις τον αδελφόν σου; (Ρωμ. ΙΔ' 10). Εάν τον αδελφόν σου έχεις καθήκον να μη κρίνης, πολύ περισσότερον οφείλης ν' απέχης από του να κρίνης τον ιερέα. Ο Θεός σου το απαγορεύει. Πως το τολμάς εσύ;
Ύστερον από την μοσχοποιΐαν εις την έρημον οι περί τον Κορέ και τον Δαθάν και τον Αβειρών επανεστάτησαν κατά του αρχιερέως Ααρών. Τι έγινε τότε; ο Θεός τους κατέστρεψε. Ο καθείς, λοιπόν, ας κοιτάζη τα ιδικά του.

Δια τας διαφόρους αιτιάσεις κατά του επισκόπου και του ιερέως.
Αλλά δεν δίδει ο επίσκοπος, δεν δίδει ο ιερεύς προς τους πτωχούς και φρονείς, ως λέγεις, ότι δεν διοικούν καλά. Σ' ερωτώ και εγώ: Είσαι απολύτως βέβαιος περί τούτου; Έχεις εξακριβώσει τα πράγματα, ώστε να μη σου μένη καμμιά αμφιβολία; Διατί, λοιπόν, μέμφεσαι; Φοβήσου τας ευθύνας. Και οφείλεις να μη λησμονής ότι πολλά οι άνθρωποι τα κρίνουν με τας υποψίας των ή παρασυρόμενοι ευκολόπιστα από τας υποψίας και τας σπερμολογίας των άλλων. Συ, λοιπόν, μιμήσου τον Θεόν. Άκουε τον, όπου λέγει: Καταβάς δέομαι, ει κατά την κραυγήν αυτών συντελούνται (Γεν. ΙΗ' 21). Ηθέλησε να μας διδάξη δια τούτου ότι ακόμη και φωνή ολοκλήρου λαού ημπορεί να είναι πεπλανημένη και άδικος.

Επί τέλους περίμενε τον Κριτήν.
Εξήτασες όμως επιμελέστατα και επληροφορήθης ακριβέστατα και έχεις πεισθή πλέον τελείως; Και, αν τυχόν τοιουτοτρόπως είναι το πράγμα, το καθήκον σου και πάλιν είναι να περιμένης τον Κριτήν και να μη σπεύδης και αρπάζης την θέσιν του Χρι¬στού. Εις Εκείνον ανήκει η κρίσις, όχι εις εσέ. Συ είσαι υπήκοος, όχι Κύριος. Και δεν σου αρμόζει να σφετερίζεσαι δικαιώματα, τα οποία ανήκουν εις την ανωτέραν διοίκησιν της Εκκλησίας και εις τον Θεόν.

Δια τους φρονούντας ότι αυτοί είναι καλύτεροι από τον ιερέα.
Άλλ' ο ιερεύς, λέγει, οφείλει να είναι καλύτερος μου. Ώστε είσαι πεπεισμένος ότι συ είσαι καλύτερος από τον ιερέα! Ας υποθέσωμεν ότι είσαι πράγματι. Λησμονείς όμως ότι, όποιος καυχάται δια την αρετήν του, έχασε κάθε αξιομισθίαν! Νομίζεις ότι είσαι καλύτερος! Και δεν στενάζεις, λοιπόν, και δεν κτυπάς το στήθος σου και δεν κύπτεις κάτω και δεν μιμείσαι τον τελώνην; Τότε, ταλαίπωρε, κατέστρεψες τον εαυτόν σου, έστω και αν ήσουν αλη¬θινά καλύτερος!
Είσαι καλύτερος; Σιώπα, δια να μείνης τοιούτος. Εάν το είπης, έχασες το παν! Και δεν αρκεί μόνον να μη το είπης• Δεν πρέπει ούτε η ιδέα να σου πέραση ότι είσαι καλύτερος. Ενώπιον του θεού κερ¬δίζει όποιος φρονεί ότι είναι δυνατόν όλοι οι άλ¬λοι να είναι καλύτεροι του. Τι ήτο χειρότερον από τον τελώνην; Και όμως, μόνον με το να είπη ο φαρισαίος ότι ουκ ειμί ώσπερ ούτος ο τελώνης, τα έχασε όλα! Συ λέγεις περί του εαυτού σου ότι δεν είσαι ως ούτος ο ιερεύς! Δυστυχή! Έχασες κάθε αρετήν σου, με την καύχησιν άφ' ενός, με την κατάκρισιν εξ άλλου.

Υπέρ του μη καταλαλείν τον ιερέα.
Ας μη καταλαλώμεν, λοιπόν, παρακαλώ, τους ιερείς, και ας μη γινώμεθα αυστηροί εξετασταί των δια να μη ζημιώνωμεν τους εαυτούς μας. Μη λησμονής ότι ιερεύς σε εβάπτισε και σ' έκαμε χριστιανόν και ότι προς τους ιερείς - τους πνευματικούς μας πατέρας - οφείλομεν όχι ολιγώτερον σεβασμόν από εκείνον, τον οποίον χρεωστούμεν προς τους σωματι¬κούς γονείς μας.
Σεβάσου, λοιπόν, τον ιερέα, διότι αυτός κάθε ημέραν διακονεί και δι' εσέ. Δι' εσέ μεταβαίνει εις τον ναόν του Θεού και αναγινώσκει τας Γραφάς. Δι' σε εύχεται και παρακαλεί τον Θεόν και τον καθικετεύει.
Δια σε, όπως και δια τον λοιπόν λαόν, είναι όλη η ιε¬ρατική του διακονία. Σεβάσου, λοιπόν, όλα αυτά, τήρει τα πάντοτε εις τον νουν σου και έχε την φρόνησιν και την ευγένειαν να φέρεσαι προς τον ιερέα με ευλάβειαν βαθυτάτην!

ΠΗΓΗ: http://www.egolpion.com/ierokatakrisis.el.aspx
«Όπου έρως θείος ήψατο καρδίας, εκεί φόβος ρημάτων ουκ ίσχυσε».
Άβαταρ μέλους
constantinosa.gr
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 357
Εγγραφή: Δευ Σεπ 05, 2005 5:00 am
Τοποθεσία: Elefsina
Επικοινωνία:

Αγίου Χρυσοστόμου "Προφήτης Ησαΐας για τις γυναίκες"

Δημοσίευση από constantinosa.gr »

Είναι πολύ παράξενο αυτό που έκανε αυτός ο προφήτης απευθύνοντας μακρύ λόγο προς τις γυναίκες, πράγμα που δεν βλέπουμε σε κανένα άλλο μέρος των Γραφών να γίνεται κατ’ αυτό τον τρόπο. Ποια λοιπόν είναι η αιτία του παράξενου αυτού; Η γνώμη μου είναι ότι υπήρξε τότε πολύ μεγάλη η μωρία των γυναικών και ότι αυτές συντέλεσαν για το μεγαλύτερο μέρος της κακίας των ανδρών. Γι’ αυτό λοιπόν και ξεχωριστά απευθύνεται προς αυτές, κατηγορώντας αυτές για πάρα πολύ βαριά εγκλήματα, και παρουσιάζει το λόγο σαν από την αρχή, μιλώντας και πάλι εξ’ ονόματος του Θεού.
«Αυτά λέει ο Κύριος. Επειδή υπεριφανεύθηκαν οι γυναίκες της Σιών και βάδισαν με τον τράχηλο ψηλά» Τις κατηγορεί για το σπουδαιότερο από τα κακά, την παραφροσύνη και την αλαζονεία. Αυτό βέβαια παντού μεν είναι φοβερό, προ πάντων όμως όταν γεννιέται μέσα στην γυναικεία φύση. Διότι όταν η γυναίκα κυριευθεί από αλαζονεία, επειδή είναι πιο ελαφρόμυαλη και απερίσκεπτη, εύκολα παρεκτρέπεται και καταποντίζεται , και υπομένει ναυάγιο από οποιοδήποτε πονηρό πνεύμα, καταποντιζόμενη από την υπερηφάνεια και την αλαζονεία. Φαίνεται δε ότι απευθύνεται προς τις γυναίκες των Ιεροσολύμων, γι’αυτο δε και τις ονόμασε θυγατέρες τις Σιών.
«και βάδισαν με τον τράχηλο ψηλά». Εδώ και διακωμωδεί αυτές και παρουσιάζει την γυναικεία αλαζονεία, που δεν μπορεί να συγκρατηθεί μέσα στη σκέψη, αλλ’ εκρήγνυται και εκδηλώνεται με τις κινήσεις του σώματος. Και δεν τις κατηγορεί μόνο για αλαζονεία, αλλά και για ασέλγεια, λέγοντας αυτό και δηλώνοντας με τα εξής, διότι πρόσθεσε «Και με νεύματα των οφθαλμών», πράγμα που είναι γνώρισμα των πορνών γυναικών, το να περιστρέφουν τις κόρες των οφθαλμών και με τον τρόπο αυτό να εκδηλώνουν τη μεγάλη ανοησία τους και τη μαλθακότητά τους, της δε αποχαύνωσης και της μαλθακότητας, τίποτα άλλο δεν υπάρχει τόσο μεγάλη απόδειξη, όσο αυτό.
«Και βαδίζοντας σύρουν πίσω τους χιτώνες» Δεν είναι μόνο μικρό έγκλημα, και αν ακόμα φαίνεται μικρό, αλλά το να βαδίζουν σύροντας τους χιτώνες είναι δείγμα της χειρότερης μορφής διαφθοράς, μαλθακότητας, παραλύσεως και διαλύσεως. Αυτό λοιπόν και κάποιος από τους μη χριστιανούς διακωμωδώντας το ιμάτιο να κρέμεται μέχρι των σφυρών».
«και περιπαίζοντας συγχρόνως και με τα πόδια τους» Και αυτό πάλι είναι απόδειξη της ίδιας ασχημοσύνης. Καθόσον με όλα, με τους οφθαλμούς, με τα ενδύματα, με τα πόδια, με την βάδιση φαίνονται και η σωφροσύνη και η ασέλγεια. Διότι οι κινήσεις των αισθητηρίων είναι κατά κάποιο τρόπο σαν κήρυκες της ψυχής που βρίσκεται μέσα στο σώμα. Και όπως ακριβώς οι ζωγράφοι, αναμειγνύοντας τα χρώματα, ζωγραφίζουν τις εικόνες που θέλουν, έτσι λοιπόν και οι κινήσεις των μελών του σώματος φέρουν έξω τις ιδιότητες της ψυχή, και τις τοποθετούν μπροστά στα μάτια μας. Γι’ αυτό και κάποιος άλλος σοφός έλεγε «Ο στολισμός του άνδρα, το γέλιο των δοντιών και το βάδισμα των ποδιών φανερώνουν το ποίος είναι αυτός» Σοφ Σειράχ 19,30
«Και θα ταπεινώσει ο Θεός τις αριστοκράτισσες γυναίκες της Σιών, και ο Κύριος θ’ αποκαλύψει την ασχημοσύνη αυτών κατά την ημέρα εκείνη. Και θ’ αφαιρέσει ο Κύριος τη λαμπρότητα των ενδυμάτων αυτών» Αφού ανέφερε δύο κατηγορίες, την παραφροσύνη και την ασέλγεια, στην κάθε μία προσθέτει κατάλληλο φάρμακο, και στην μεν πρώτη κατηγορία το πρώτο, στη δεύτερη το επόμενο, δηλαδή στην μεν παραφροσύνη την ταπείνωση, στον δε καλλωπισμό του σώματος την εξάλειψη εκείνου. Διότι τότε λέγει, θα συμβεί πόλεμος και τα πάντα θα εξαφανισθούν. Και εκείνες που κατακαίονται από το πάθος αυτό και είναι κυριευμένες από παραφροσύνη, αφού συγκρατηθούν εξ’ αιτίας του φόβου, θ’απαλλαγούν από το νόσημα, και εκείνες που ζουν μέσα στη μαλθακότητα και με όλα διαφθείρουν την ψυχή τους, αφού βρεθούν κάτω από το ζυγό της αιχμαλωσίας, θ’ ελευθερωθούν από όλη εκείνη την ανοησία.
Με σκοπό λοιπόν να κάνει το λόγο προς αυτούς πιο βαρύ και να προσεγγίσει τη σκέψη των ακροατών, διηγείται έναν – έναν ξεχωριστά τον καλλωπισμό των ενδυμάτων των γυναικών εκείνων, τα χρυσαφικά, τα στολίδια του προσώπου, τα στολίδια του υπόλοιπου σώματος, και προχωρεί και στον στολισμό της οικίας. Διότι δεν στόλιζαν μόνο τα σώματα, αλλά την αναίδεια αυτή την επέκτειναν και μέχρι τους τοίχους, χωρίς να δαπανούν τα χρήματά τους για τίποτε το αναγκαίο, ακόμα και τις τρίχες συστρέφανε και έτσι απλώνονταν παντού τα φτερά της απάτης τους αυτής. Και αυτό βέβαια το κατηγορεί λέγοντας, ότι «Θ’ αφαιρέσει τη λαμπρότητα των ενδυμάτων τους και τα κοσμήματά τους και τις πλεξούδες των μαλλιών τους και τους κορύμβους». «Κορύμβους» δε ονομάζει ή ορισμένα στολίδια της κεφαλής, ή το σχήμα του ίδιου του κεφαλόδεσμου . «Και τους μηνίσκους», αυτοί ήταν τα στολίδια σχήματος σελήνης που κρέμονταν στον τράχηλο.
«Και το κάθεμα». Ίσως εννοεί το θέριστρο. «Και τον κόσμο του προσώπου αυτών». Εδώ μου φαίνεται ότι υπαινίσσεται τις αλοιφές και τα είδη βαψίματος του προσώπου και των βλεφαρίδων. «Και το σύνολο των κοσμημάτων εκείνων που τις χαρίζουν λαμπρότητα». Με αυτό εννοεί τα επίχρυσα κοσμήματα. «Και τους χλιδώνες» εννοεί τα χρυσά κοσμήματα γύρω από τους βραχίωνες. «Και τα ψέλια» δηλαδή τα κοσμήματα γύρω από τους καρπούς των χεριών. «Και το εμπλόκιο» εννοεί το χρυσό κόσμημα γύρω από την κεφαλή. «Και τα δαχτυλίδια και τα περιδέρια», που τα ονομάζουν δεξιάρια. «Και τα σκουλαρίκια και τα ενδύματα με τα πορφυρά γύρω τους στολίδια, που φωρούνται σαν εξώρουχα και σαν εσώρουχα, και τα προερχόμενα από τη Λακωνία». Διότι τόσο μεγάλη ήταν η φροντίδα τους για την ασέλγεια αυτή, ώστε όχι μόνο να χρησιμοποιούν τα εγχώρια, αλλά και να συγκεντρώνουν αυτά από πολύ μακρινές ξένες χώρες, εκτελώντας για χάρη αυτών και υπερπόντια ταξίδια. Καθόσον είναι μεγάλη η απόσταση μεταξύ Παλαιστίνης και της Λακωνίας και άπειρο το πέλαγος ανάμεσά τους. Δεν ανέφερε άσκοπα την πατρίδα, αποφεύγοντας να αναφέρει τα ενδύματα, αλλά για να δείξει την υπερβολική ακολασία αυτών.
«Και τα ενδύματα από βύσσο και υάκινθο, και τα υφασμένα από βύσσο μαζί με χρυσό και υάκινθο, και τα κατάχρυσα θερινά καλύμματα της κεφαλής.» Διότι κανένα είδος δεν άφησαν ούτε από τα ενδύματα, ούτε από τα υπόλοιπα κοσμήματα, αλλά χρησιμοποιούσαν κάθε οδό πολυτέλειας, αφού κυριεύθηκαν από τη μανιακή εξουσία της ασέλγειας. Αν δε αυτά ήταν άξια κατηγορίας τότε που δεν έιχε δοθεί ακόμα η χάρη και δεν υπήρχε τόση μεγάλη ευσέβεια, ποια συγνώμη θα μπορούσαν να τύχουν εκείνες που κλήθηκαν τώρα προς τον ουρανό και για μεγαλύτερα αγωνίσματα και προσελκύονται προς το ζήλο των αγγέλων, και όμως ξεπερνούν σε υπερβολικό βαθμό αυτήν την ασέλγεια και την επισκιάζουν και τις γυναίκες της σκηνής του θεάτρου; Και το φοβερότερο βέβαια είναι ότι νομίζουν πως δεν αμαρτάνουν. Γι’ αυτό είναι ανάγκη και προς αυτές να απευθύνουμε την φωνή του προφήτη. Διότι αυτό που ακολουθεί θα λεχθεί οπωσδήποτε όχι μόνο προς εκείνες , αλλά και προς αυτές, ότι δηλαδή, «θα συμβεί τότε να έχεις, αντί της ευχάριστης ευωδίας των αρωμάτων, κονιορτό»
Βλέπεις πως απορρίπτει και τις αρωματικές αλοιφές και ορίζει μεγάλη τιμωρία γι’αυτές; Διότι κονιορτό εδώ ονομάζει τον συλλαμβανόμενο και φονευόμενο μετά την κατασκαφή της πόλεως και την έφοδο των βαρβάρων. Καθόσον τότε διαμοίρασαν αυτήν στη φωτιά και στο σίδηρο, και το μεν ένα μέρος αυτής το κατέστρεψαν, το δε άλλο το παρέδωσαν στον εμπρησμό. Αυτά λοιπόν προλέγοντας έλεγε, ότι, «θα συμβεί τότε να έχεις, αντί της ευχάριστης ευωδίας των αρωμάτων, κονιορτό, και θα ζωσθείς αντί για ζώνη, με σχοινί», φανερώνοντας τους τον τρόπο της αιχμαλωσίας και τη μεταφορά τους στη βαρβαρική χώρα.
«Και αντί των στολιδιών της κεφαλής σου θα αποκτήσεις φαλάκρα», πράγμα που θα συμβεί ή εξ’αιτίας της πτώσεως των τριχών από την ταλαιπωρία, ή θα το κάμνουν αυτό σ’αυτές οι εχθροί, ή αυτές οι ίδιες στον εαυτό τους. Διότι υπήρχε συνήθεια την παλιά εποχή σε περιπτώσεις πένθους και συμφοράς να κουρεύονται και να ξυρίζονται. Καθόσον ο Ιακώβ κούρεψε το κεφάλι του όταν άκουσε τη συμφορά των παιδιών του. Και προχωρώντας ο προφήτης ανέφερε ότι αυτό θα γίνει φορώντας σάκκο, θρηνώντας και ξυρίζοντας το κεφάλι τους. Και άλλος πάλι λέγει «Ξύρισε και κούρεψε τα τρυφερά σου τέκνα»
«Και αντί του χιτώνα σου του υφασμένου από πορφύρα, θα περιζωσθείς σάκκο». Άραγε δεν φάινονται αυτά ότι είναι φοβερά και ανυπόφορα; Όπως και στην περίπτωση τη δική μας δεν θα περιορισθούν τα της τιμωρίας μας μόνο σ’αυτά, αλλά θα διαδεχθεί αυτά το φαρμακερό σκουλήκι και σκοτάδι ατελείωτο. Διότι αν εκείνος αντί του καλλωπισμού προς ανέμενε αιχμαλωσία και δουλεία και τα φοβερότερα κακά. Εάν λοιπόν οι Ιουδαίες γυναίκες επειδή καλλωπίζονταν υπέμειναν τόσο μεγάλη τιμωρία, ώστε και η πατρίδα τους να καταστραφεί από τα θεμέλια, και αυτές οι ίδιες μετά την μεγάλη τρυφηλή ζωή τους να οδηγηθούν δούλες και αιχμάλωτες και εξόριστες στην ξένη χώρα, και να παραδοθούν σε πείνα και αρρώστιες και απείρους θανάτους, πως δεν είναι ολοφάνερο ότι εμείς θα πάθουμε φοβερότερα πέφτοντας στα ίδια αμαρτήματα; Διότι όπως ακριβώς οι τιμές είναι μεγαλύτερες, έτσι και οι τιμωρίες είναι βαρύτερες. Εάν δε αυτό δεν το έπαθε ποτέ μέχρι τώρα γυναίκα που στολίζεται μ’αυτά, ας μη παίρνει θάρρος εξ’αιτίας αυτού. Διότι αυτό αποτελεί συνήθεια στο Θεό, το να τιμωρεί έναν ή δύο και μέσω εκείνων να παρέχει δίδαγμα σ’όλους τους άλλους για τις συμφορές που πρόκειται να τους βρουν.
[…]
Όταν λοιπόν ενώ διαπράξαμε τα ίδια πλημμελήματα με εκείνους που ήδη έχουν διαπράξει αυτά και τιμωρήθηκαν, δεν θα πάθουμε δε τα ίδια, να μην παίρνουμε θάρρος, αλλά να φοβούμαστε περισσότερο. Διότι όπως ακριβώς ο Θεός παρέδωσε σαν νόμο την τιμωρία προς εκείνους, συμβουλεύοντας όλους και λέγοντας, ότι γι’αυτό τιμώρησα εκείνον που αμάρτησε στην αρχή, ώστε συ, που διαπράττεις πλημμελήματα μετά από εκείνους να περιμένεις τα ίδια, με σκοπό να αλλάξεις και να γίνεις καλύτερος. Διότι για τα αμαρτήματα αυτού του είδους τέτοιες τιμωρίες επιφυλάσσονται, έστω και αν δεν επιβάλλονται την ίδια στιγμή. Αυτά δε δεν τα ανέφερα τυχαία, αλλ’επειδή μπήκε μέσα στα σπίτια των ανθρώπων πονηρό νόσημα, εξ’αιτίας της ανοησίας των γυναικών, ο έρωτας της φιλοκοσμίας, ο οποίος και την ασήμαντη αξία των χρημάτων αύξησε φοβερά, οδηγώντας τους άνδρες σε ανώφελες δαπάνες, γίνεται καθημερινά αφορμή πολέμου, στάσεως και φιλονικίας, και καταφθείρει τα στομάχια των φτωχών. Διότι όταν η γυναίκα εξαναγκάζει τον άνδρα να δαπανά όλη την περιουσία, ή το περισσότερο μέρος των υπαρχόντων, στις ακολασίες του σώματος (διότι ακολασία του σώματος είναι ο χρυσός που περιβάλλει αυτό), είναι ανάγκη να περιορίζεται το χέρι από τη γενναιοδωρία της ελεημοσύνης. Και πολλά δε άλλα είδη αμαρτημάτων μπορεί να δεί κανείς να γεννιούνται από αυτό. Αλλ’ αφού αφήσουμε αυτά να γνωρίσουμε σαφώς με την πείρα εκείνων που τα παθαίνουν, ας επιχειρήσουμε να εξετάσουμε τα επόμενα.
«Αφού δηλαδή παρουσίασε τη μορφή της αιχμαλωσίας και είπε , ότι επέβαλε αυτήν αντί του καλλωπισμού, αυξάνει τη συμφορά, λέγοντας, «Και το πιο καλό παιδί σου που το αγαπάς, θα φονευθεί με μάχαιρα, και οι ισχυροί άνδρες σας θα φονευθούν με μάχαιρα». Πράγματι αυτό είναι φοβερότερο από την αιχμαλωσία. Καθ’όσον υπάρχει ζωή που είναι πικρότερη από τον θάνατο. Διότι, όταν αναγκάζονται μαζί με τη δουλεία να θρηνούν και πένθη πρίν από την ώρα τους, σκέψου πόσο είναι το μέγεθος της συμφοράς, τη στιγμή που συνενώνονται εκείνα, που αυτ΄καθ’αυτά είναι μεγάλα κακά. Καθόσον αν υπήρχε μόνο η αιχμαλωσία, θα ήταν ανυπόφορο το κακό, και αν, ενώ θα ζούσαν ελεύθεροι, συνέβαιναν τέτοια πένθη η ζωή θα ΄ταν πικρότερη από τον θάνατο. Αλλά τώρα, λέγει, θα συμβούν και τα δύο, στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Καλύτερα όμως πρέπει κανείς να ονομάζει αυτή διπλή και τριπλή και τετραπλή συμφορά, όταν ο υιός είναι αυτός και ο πιο καλύτερος και ο πιο αγαπητός και τελειώνει τη ζωή του από τους βάρβαρους και όχι με τον κοινό νόμο της φύσεως, και μαζί με αυτόν και όλοι οι συνομήλικές του, ώστε να μη υπάρχει σ’αυτούς αγαθή ελπίδα, όσο βέβαια αυτό εξαρτάται από την ανθρώπινη βοήθεια και συμμαχία.
«Και θα ταπεινωθούν. Και θα πενθήσουν οι θήκες των στολιδιών σου και θ’ απομείνεις μόνη και θα κατεδαφιστείς.» Με όλα αυξάνει το θρήνο, μεγαλώνει το φόβο, παρουσιάζει την αγωνία στο αποκορύφωμά της, φέρνει μπροστά στα μάτια τους τα δεινά, διευρύνει τη διήγηση της συμφοράς, περιτρέχοντας παντού, και από παντού συγκεντρώνοντας τα λυπηρά εξ’αιτίας της αναισθησίας των ακροατών. Διότι μεγάλη του επιθυμία θα ήταν, συγκλονιζόμενες αυτές από τόσες πολλές απειλές, να συναισθανθούν τα λυπηρά που επρόκειτο να συμβούν. Γι’αυτό λοιπόν και πρόσθεσε, αυτό που φαίνεται ότι είναι πάρα πολύ ελεεινό, το να βλέπουν άδεια τη θήκη των χρυσαφικών, ενθύμιο της παλιάς ευημερίας, διατηρώντας με τη θέα αυτής πάρα πολύ έντονο τον πόνο. Καθόσον τότε προ πάντων μας καταπληγώνουν συνήθως οι συμφορές, όταν αυτές τις συγκρίνουμε με τις προηγούμενες ευημερίες, και η σύγκριση κάμνει την πληγή χειρότερη.
Αυτό λοιπόν έλεγε κάποτε και ο Ιώβ θρηνώντας, «Ποιος μπορεί να με φέρει τη μνήμη μου στις περασμένες μέρες;» και διηγείται όλο τον πλούτο του, τα αγαθά που έτρεχαν σαν πηγές, τις τιμές, τις εμφανίσεις του στον κόσμο και όλη τη λαμπρότητά του , ώστε με τη σύγκριση αυτών να δείξει πολύ πιο φοβερότερες τις παρούσες συμφορές που τον κατέλαβαν. Αυτό λοιπόν και ο προφήτης έκανε τώρα, υπενθυμίζοντας τις θήκες, και δεν αρκέσθηκε σ’αυτές, αλλά παρουσίασε αυτές να πενθούν. Διότι αυτό το είδος του λόγου είναι πολύ πιο εκφραστικό, όταν χρησιμοποιεί τέτοιου είδους προσωποποιήσεις. Ακόμα βέβαια και αμπέλια παρουσιάζει να θρηνούν, και οίνο, ώστε περισσότερο να πλησιάσει τους ακροατές και να επιπλήξει την πνευματική αδιαφορία τους.
Τι σημαίνει δε «Θα εγκαταλειφθείς μόνη»; Θ’απομείνεις, λέγει, έρημη και από συμμάχους και από την πρόνοια του Θεού, και θ’ απογυμνωθείς και από όλη την άλλη λαμπρότητά σου, και θα είσαι κυκλουμένη από παντού από τους εχθρούς και θα εγκαταλειφθείς ανάμεσα στους βαρβάρους. Έπειτα, θέλοντας να παρουσιάσει την υπερβολική ταπείνωσή της, λέγει «Και θα κατεδαφιστείτε». Δεν θα πείσεις, είπε, ούτε θα καταγκρεμισθείς, αλλά χρησιμοποίησε άλλη λέξη για να δείξει σαφέστερα όλην την ευτέλειά της.


http://www.constantinosa.gr/index.php?o ... 6&Itemid=8
Φωτογραφία γάμου http://www.imaginestudio.gr
Επιλεγμένα Ορθόδοξα κείμενα http://www.ambelosalithini.gr
Domna
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6151
Εγγραφή: Τετ Μαρ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Γερμανία
Επικοινωνία:

Γιὰ μιά καλή χρονιά / Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Δημοσίευση από Domna »

Γιὰ μιά καλή χρονιά / Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Θά σοῦ πάει καλά ὅλη ἡ χρονιά, ὄχι ἄν μεθᾶς τήν πρώτη τοῦ μηνός, ἀλλά ἄν καί τήν πρώτη τοῦ μηνός καί κάθε μέρα κάνεις αὐτά πού ἀρέσουν στόν Θεό. Διότι ἡ ἡμέρα γίνεται κακή ἤ καλή ὄχι ἀπό τή δική της φύση, ἀφοῦ δέν διαφέρει ἡ μιά μέρα ἀπό τήν ἄλλη, ἀλλά ἀπό τή δική μας ἐπιμέλεια ἤ ραθυμία.

Ἄν κάνεις τήν ἀρετή, σοῦ ἔγινε καλή ἡ μέρα. Ἄν κάνεις τήν ἁμαρτία, ἔγινε κακή καί γεμάτη κόλαση. Ἄν ἐμβαθύνεις σ' αὐτά κι ἔχεις αὐτές τίς διαθέσεις, θά 'χεις...

καλή ὅλη τή χρονιά κάνοντας κάθε μέρα προσευχές, ἐλεημοσύνες. Ἄν ὅμως ἀμελεῖς τήν προσωπική σου ἀρετή κι ἐμπιστεύεσαι τήν εὐφροσύνη τῆς ψυχῆς σου στίς ἀρχές τῶν μηνῶν καί στούς ἀριθμούς τῶν ἡμερῶν, θά ἐρημωθεῖς ἀπ' ὅλα τά ἀγαθά σου.

Αὐτό, λοιπόν, ἐπειδή τό ἀντιλήφθηκε ὁ διάβολος κι ἐπειδή φροντίζει νά καταλύσει τούς κόπους μας γιά τήν ἀρετή καί νά σβήσει τήν προθυμία τῆς ψυχῆς, μᾶς ἔμαθε νά βάζουμε στίς μέρες τήν ἐτικέτα τῆς εὐτυχίας ἤ τῆς δυστυχίας. Ἕνας πού ἔπεισε τόν ἑαυτό του ὅτι ἡ ἡμέρα εἶναι κακή ἤ καλή, οὔτε στήν κακή θά φροντίσει γιά καλά ἔργα, διότι τάχα ἄδικα τά κάνει ὅλα καί χωρίς σέ τίποτα νά ὠφελήσει, ἐξαιτίας τῆς κακορρίζικης ἡμέρας· οὔτε στήν καλή πάλι θά τό κάνει αὐτό, διότι τάχα σέ τίποτα δέν τόν ἐμποδίζει ἡ προσωπική του ραθυμία, ἐξαιτίας τῆς καλορρίζικης ἡμέρας, κι ἔτσι καί ἀπό τίς δύο πλευρές θά προδώσει τή σωτηρία του. Κι ἄλλοτε μέν διότι δῆθεν ἀνώφελα κοπιάζει, ἄλλοτε διότι δῆθεν περιττά, θά ζήσει μέσα στήν ἀργία καί τήν πονηριά. Γνωρίζοντας, λοιπόν, αὐτό πρέπει νά ἀποφεύγουμε τίς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου καί νά βγάλουμε ἀπό τό νοῦ μας αὐτήν τήν ἰδέα καί νά μή προσέχουμε τίς μέρες οὔτε νά μισοῦμε τή μιά καί ν' ἀγαποῦμε τήν ἄλλη...

Ὁ χριστιανός δέν πρέπει νά γιορτάζει μόνο μῆνες οὔτε πρωτομηνιές οὔτε Κυριακές, ἀλλά σ' ὅλη του τή ζωή νά ἔχει τή γιορτή πού τοῦ πρέπει. Καί ποιά γιορτή τοῦ πρέπει; Ἄς ἀκούσουμε τόν Παῦλο πού λέει· «Ὥστε ἑορτάζωμεν μή ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδέ ἐν ζύμῃ κακίας καί πονηρίας, ἀλλ' ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καί ἀληθείας» (Α΄ Κο 5,8).

Ὅταν λοιπόν ἔχεις καθαρή τή συνείδηση, ἔχεις πάντα γιορτή· τρέφεσαι μέ καλές ἐλπίδες καί ἐντρυφᾶς στήν προσδοκία τῶν μελλόντων ἀγαθῶν· ὅπως, ὅταν δέν ἔχεις παρρησία κι ἔχεις πέσει σέ πολλά ἁμαρτήματα, ἀκόμη κι ἄν εἶναι μύριες γιορτές καί πανηγύρια δέν θά 'σαι σέ καθόλου καλύτερη θέση ἀπό ἐκείνους πού πενθοῦν. Διότι, τί ὄφελος ἔχω ἐγώ ἀπό τή λαμπρή μέρα, ὅταν τήν ψυχή μου τή σκοτίζει ἡ συνείδηση;

Ἄν λοιπόν θέλεις νά 'χεις καί κάποιο κέρδος ἀπό τήν πρωτομηνιά, κάνε τό ἑξῆς. Ὅταν βλέπεις ὅτι συμπληρώθηκε ὁ χρόνος, εὐχαρίστησε τόν Κύριο, διότι σέ ἔβαλε σ' αὐτήν τήν περίοδο τῶν ἐτῶν. Δημιούργησε κατάνυξη στήν καρδιά σου, ξαναλογάριασε τόν χρόνο τῆς ζωῆς σου, πές στόν ἑαυτό σου: Οἱ μέρες τρέχουν καί περνοῦν, τά χρόνια συμπληρώνονται, πολύ μέρος τοῦ δρόμου προχωρήσαμε. Ἄραγε τί καλό κάναμε; Μήπως ἄραγε φύγουμε ἀπό δῶ ἄδειοι κι ἀπογυμνωμένοι ἀπό κάθε ἀρετή; Τό δικαστήριο εἶναι κοντά, ἡ ζωή μας τρέχει πρός τό γῆρας.

/http://www.agiazoni.gr/article.php?id=0 ... 9ba7eff428
Ο αληθινός χριστιανός έχει τρία γνωρίσματα:
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”