" Πρέπει να αγωνιστείτε να μπείτε στον Παράδεισο απο τη στενή πύλη, γιατί αν πάρετε τον πλατύ και ευρύχωρο δρόμο της καλοφαγίας και ματαιοδοξίας, θα σας βγάλει στην απώλεια, όπως και πολλούς άλλους ως τώρα που ακολουθούν αυτό τον δρόμο. Ενώ η στενή και τεθλιμμένη οδός της νηστείας και ταπεινοφροσύνης που πολλοί λίγοι την ακολοθούν , σας οδηγεί στην πραγματική ζωή.
Γιατί όπως τα δέντρα, αν δεν περάσουν απο το χειμώνα δε μπορούν να καρποφορήσουν, έτσι και εμείς σε τούτο τον αιώνα που είναι ο χειμώνας μας. Και αν δεν περασουμε μέσα απο πολλές θλίψεις και πειρασμούς δε μπορούμε να κερδίσουμε την βασιλεία των Ουρανών."
Περί γνήσιας αγάπης και ταπεινοφροσύνης
Η ίδια η Αμμάς Θεοδώρα είπε και ετούτο το λόγο:
"Τον άνθρωπο δε μπορεί να τον σώσει ούτε η άσκηση, ούτε η αγρυπνία, ούτε ο όποιος άλλος κόπος , παρά μονάχα η γνήσια αγάπη και ταπεινοφροσύνη. "
Ένας γέροντας, μιλώντας για την ψυχή που θέλει να μετανοήσει, μας είπε την εξής ιστορία.
Σε κάποια πόλη ζούσε μια πολύ όμορφη πόρνη και είχε πολλούς φίλους-πελάτες.
Ένας μεγάλος άρχοντας της πόλης εκείνης πήγε στην πόρνη και της κάνει την ακόλουθη πρόταση:
- Αν μου υποσχεθείς, πως από δω και πέρα θα ζήσεις με σωφροσύνη και μακρυά από την πορνεία, εγώ θα σε κάνω γυναίκα μου.
Εκείνη του το υποσχέθηκε. Κι εκείνος την πήρε στο σπίτι σύζυγό του. Ωστόσο οι παλιοί φίλοι της που την αναζητούσαν, άρχισαν να κάνουν περίεργα σχέδια:
- Ο δείνα πλούσιος άρχοντας, την πήρε στο σπίτι του, την έκανε σύζυγό του. Αν τολμήσουμε να πάμε μπρος την πόρτα του και το μάθει, θα μας κυνηγήσει και θα μας τιμωρήσει. Καλύτερα μάλλον θα είναι αν πάμε στο πίσω μέρος του σπιτιού και της σφυρίξουμε να κατέβει. Εκείνη γνωρίζοντας το σφύριγμα μας θα κατέβει μόνη της κι έτσι εμείς δεν θα έχουμε καμία ευθύνη...
Έτσι κι έκαμαν οι αναίσχυντοι φίλοι. Αλλά όταν εκείνη άκουσε το σφύριγμα, έκλεισε γερά τα αυτιά της και μπήκε στα ενδότερα του σπιτιού της, κλείνοντας καλά όλες τις θύρες.
Και ο γέροντας πρόσθεσε:
- Και η ψυχή μοιάζει με την πόρνη. Οι φίλοι της είναι τα πάθη και οι άνθρωποι. Και αυτοί που την περιτριγυρίζουν με τα σφυρίγματα είναι οι πονηροί δαίμονες. Ωστόσο, εκείνη καταφεύγει, πάντα και με κάθε τρόπο, προς τον Κύριο και σωτήρα της!
Κάποτε, στην ώρα της προσευχής στο κελί του, ο μέγας Μακάριος άκουσε μια φωνή άνωθεν, να του λέγει:
-Μακάριε, πρέπει να ξέρεις, πως, παρά τις προσευχές και την άσκηση σου, δεν έφτασες ακόμη στα μέτρα της αρετές που έχουν ανέβει εκείνες οι δυο γυναίκες, στην τάδε πολιτεία.
Το πρωί ο Γέροντας σηκώθηκε, άρπαξε το ξύλινο ραβδί ταυ και πήρε το δρόμο για την πολιτεία εκείνη. Όταν έφτασε, ρώτησε κ’ έμαθε που μένουν εκείνες οι γυναίκες, και χτύπησε την πόρτα τους. Βγήκε λοιπόν, η μια γυναίκα και τον υποδέχτηκε στο σπίτι, με πολύ χαρούμενο πρόσωπο. Ώσπου να καθήσει ο Γέροντας να πάρει μια ανάσα, ήρθε και η άλλη. Τότε τις κάλεσε και τις δυο κοντά του, και μόλις κάθησαν τους λέει:
-Έκαμα όλο τούτο το δρόμο, και υπέμεινα τόση κούραση, ώσπου από την έρημο να φτάσω ισαμ’ εδώ. Σας παρακαλώ, λοιπόν, να μου πείτε ποιά είναι η πνευματική σας εργασία και οι αρετές που αγωνίζεστε ν’ ασκείτε.
Εκείνες απαντούν, με πολλή απλότητα:
-Πίστεψε μας, άγιε Γέροντα, πως δεν μένουμε έξω από τα κρεβάτια των συζύγων μας· ποιά εργασία πνευματική, λοιπόν, περιμένεις από μας;
Όμως, ο Γέροντας τους έβαλε μετάνοια και τις παρακάλεσε να του φανερώνουν την αρετή τους.
Βλέποντας τότε την πολλή υπομονή του, είπαν στον άγιο Γέροντα:
-Εμείς είμαστε ξένες για τούτο τον κόσμο, κ’ έτυχε να παντρευτούμε συζύγους που ήταν αδέλφια κατά σάρκα. Από τότε που ζούμε σε τούτο το σπίτι με τους άνδρες μας, δεν θυμούμαστε να ᾽χουμε μαλώσει ποτέ μεταξύ μας, ούτε να πούμε άσχημη κουβέντα ή μια στην άλλη· πάντα μας ζούμε, όλα τα χρόνια, με ειρήνη και ομόνοια, αγαπημένες. Κάποτε μας ήρθε ένας περίεργος λογισμός: να εγκαταλείψουμε τους άντρες μας και να πάμε σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι να ζήσουμε. Κάναμε αγώνα, και παρακαλέσαμε πολύ τους άντρες μας να μας αφήσουν να φύγουμε· μα δεν τα καταφέραμε να τους πείσουμε. Έτσι, καθώς δεν πετύχαμε αυτό το σκοπό μας, κάναμε μια συμφωνία (οι δυο μας με το Θεό): να μη βγει ποτέ πια απ’ το στόμα μας κανένας κοσμικός λόγος, αδιαφόρετος.
Ακούγοντας τούτα τα λόγια ο άγιος εκείνος Γέροντας, θαύμασε και είπε:
-Αληθινά, δεν παίζει κανένα ρόλο το ν’ ακολουθεί κανείς τον παρθενικό βίο ή τον έγγαμο, το να ‘ναι μοναχός ή κοσμικός, για να του χαρίσει ο Θεός το πνεύμα του και το έλεός του· εκείνο που μονάχα ζητάει από μας είναι η προαίρεση.
Ο Γέροντας οικοδομήθηκε πνευματικά πολύ από την αρετή τους κι επέστρεψε στο κελί του, στην έρημο, δοξάζοντας το Θεό.