Μία αμαρτωλή που έγινε Αγία...Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
- eleimon
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3520
- Εγγραφή: Τρί Νοέμ 11, 2008 6:34 am
- Τοποθεσία: Ελπίδα-Αθήνα
Μία αμαρτωλή που έγινε Αγία...Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα
Έρχεται ο Κύριος σε μια πόλη της Σαμάρειας που λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ονομάσθηκε η πόλη που έκτισε το 880 π.Χ. ο βασιλιάς του Ισραήλ, Αμβρί, έπειτα το όρος Σομόρ που ήταν η ακρόπολή της και τέλος όλο το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, που καταλύθηκε από τους Ασσυρίους το 721 π.Χ. και ο ηγεμόνας τους εγκατέστησε εκεί εθνικούς από πολλά μέρη).
Εκεί ήταν η πηγή του Ιακώβ, το πηγάδι που εκείνος είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την οδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα από το πηγάδι και κάτω αφελώς, γιατί οι μαθητές του πήγαν να αγοράσουν τροφές. Έρχεται εκεί μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο Κύριος διψώντας ως άνθρωπος, της ζήτησε νερό.
Αυτή αντιλήφτηκε από την εμφάνισή του ότι ήταν Ιουδαίος και θαύμασε πως ένας Ιουδαίος ζητά νερό από την εθνική Σαμαρείτιδα. Αν γνώριζες, της είπε, τη δωρεά του Θεού, ποιός είναι αυτός που σου ζητά να πιεί νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε ζωντανό νερό. Ο Κύριος επιβεβαίωσε ότι αν γνώριζε θα γινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανού νερού, όπως έπραξε και απόλαυσε αργότερα όταν το έμαθε, ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων που έμαθαν σαφώς, έπειτα εσταύρωσαν τον Κύριο της δόξης. Δωρεά του Θεού είναι, επειδή θεωρεί αγαπητούς όλους ακόμα και τους μισητούς από του Ιουδαίους εθνικούς και προσφέρει τον εαυτό του και καθιστά τους πιστούς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.
Η Σαμαρείτιδα δεν κατάλαβε το μεγαλείο του ζωντανού νερού, απορεί που θα βρει νερό χωρίς κουβά σε ένα βαθύ πηγάδι. Έπειτα επιχειρεί να τον συγκρίνει με τον Ιακώβ, που τον αποκαλεί πατέρα, εξυμνώντας το γένος από το τόπο και εξαίρει το νερό με τη σκέψη ότι δεν μπορεί να βρεθεί καλύτερο. Όταν όμως άκουσε ότι το ''νερό που θα σου δώσω'' θα γίνει πηγή που τρέχει προς αιώνια ζωή, άφησε λόγο ψυχής που ποθεί και οδηγείται προς τη πίστη και ζήτησε να το λάβει για να μη ξανά διψάσει. Ο Κύριος θέλοντας να αποκαλύπτεται λίγο - λίγο, της λέγει να φωνάξει τον άνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους άνδρες είχε και αυτόν που έχει τώρα δεν είναι δικός της. Εκείνη όμως δεν στενοχωρείται από τον έλεγχο, αλλά αμέσως καταλαβαίνει ότι ο Κύριος είναι προφήτης και του ζητά εξηγήσεις σε ψηλά ζητήματα.
Βλέπετε πόση είναι η μακροθυμία και η φιλομάθεια αυτής της γυναίκας; Πόση συλλογή και γνώση είχε στη διάνοιά της, πόση γνώση της θεόπνευστης Γραφής; Και αμέσως τον ρωτά που πρέπει να λατρεύεται σωστά ο Θεός, εδώ σ' αυτό το τόπο ή στα Ιεροσόλυμα; Και τότε παίρνει τη απάντηση, ότι έρχεται η ώρα οπότε ούτε στο όρος αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνάτε τον Πατέρα. Της γνωρίζει μάλιστα ότι η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους, δεν είπε θα είναι, στο μέλλον, γιατί ήταν αυτός ο ίδιος. Έρχεται ώρα και είναι τώρα που οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνούν το Πατέρα κατά Πνεύμα και αλήθεια.
Γιατί ο ύψιστος και προσκυνητός Πατέρας, είναι Πατέρας αυτοαληθείας, δηλαδή του μονογενούς Υιού και έχει Πνεύμα αληθείας, το Πνεύμα το άγιο και αυτοί που τον προσκυνούν, το πράττουν έτσι διότι ενεργούνται δι' αυτών. Ο Κύριος απομακρύνει κάθε σωματική έννοια τόπο και προσκύνηση, λέγοντας: «Πνεύμα ο Θεός και αυτοί που τον προσκυνούν πρέπει να τον προσκυνούν κατά Πνεύμα και αλήθεια». Ως πνεύμα που είναι ο Θεός είναι ασώματος, το δε ασώματο δεν ευρίσκεται σε τόπο ούτε περιγράφεται με τοπικά όρια. Ως ασώματος ο Θεός δεν είναι πουθενά, ως Θεός δε είναι παντού, ως συνέχων και περιέχων το πάν.
Παντού είναι ο Θεός όχι μόνο εδώ στη γη αλλά και υπεράνω της γης, Πατήρ ασώματος και κατά τον χρόνο και σε τόπο αόριστος.
Βέβαια και η ψυχή και ο άγγελος είναι ασώματα, δεν είναι όμως σε τόπο, αλλά δεν είναι και παντού, γιατί δεν συνέχουν το σύμπαν αλλά αυτά έχουν ανάγκη του συνέχοντος.
Η Σαμαρείτιδα καθώς άκουσε από το Χριστό αυτά τα εξαίσια και θεοπρεπή λόγια, αναπτερωμένη, μνημονεύει τον προσδοκώμενο και ποθούμενο Μεσσία, τον λεγόμενο Χριστό που όταν έρθει θα μας τα διδάξει όλα. Βλέπετε πως ήταν ετοιμότατη για την πίστη; Από που θα γνώριζε τούτο, αν δεν είχε μελετήσει τα προφητικά βιβλία με πολλή σύνεση; Έτσι προλαβαίνει περί του Χριστού ότι θα διδάξει όλη την αλήθεια. Μόλις την είδε ο Κύριος τόσο θερμή της λέγει απροκάλυπτα: Εγώ είμαι ο Χριστός, που σου μιλώ. Εκείνη γίνεται αμέσως εκλεκτή ευαγγελίστρια και αφήνοντας τη υδρία και το σπίτι της τρέχει και παρασύρει όλους τους Σαμαρείτες προς το Χριστό και αργότερα με τον υπόλοιπο φωτοειδή βίο της (ως Αγία Φωτεινή) σφραγίζει με το μαρτύριο την αγάπη της προς τον Κύριο.
H μνημη της εορταζεται στις 26 Φεβρουαριου
Εκεί ήταν η πηγή του Ιακώβ, το πηγάδι που εκείνος είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την οδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα από το πηγάδι και κάτω αφελώς, γιατί οι μαθητές του πήγαν να αγοράσουν τροφές. Έρχεται εκεί μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο Κύριος διψώντας ως άνθρωπος, της ζήτησε νερό.
Αυτή αντιλήφτηκε από την εμφάνισή του ότι ήταν Ιουδαίος και θαύμασε πως ένας Ιουδαίος ζητά νερό από την εθνική Σαμαρείτιδα. Αν γνώριζες, της είπε, τη δωρεά του Θεού, ποιός είναι αυτός που σου ζητά να πιεί νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε ζωντανό νερό. Ο Κύριος επιβεβαίωσε ότι αν γνώριζε θα γινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανού νερού, όπως έπραξε και απόλαυσε αργότερα όταν το έμαθε, ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων που έμαθαν σαφώς, έπειτα εσταύρωσαν τον Κύριο της δόξης. Δωρεά του Θεού είναι, επειδή θεωρεί αγαπητούς όλους ακόμα και τους μισητούς από του Ιουδαίους εθνικούς και προσφέρει τον εαυτό του και καθιστά τους πιστούς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.
Η Σαμαρείτιδα δεν κατάλαβε το μεγαλείο του ζωντανού νερού, απορεί που θα βρει νερό χωρίς κουβά σε ένα βαθύ πηγάδι. Έπειτα επιχειρεί να τον συγκρίνει με τον Ιακώβ, που τον αποκαλεί πατέρα, εξυμνώντας το γένος από το τόπο και εξαίρει το νερό με τη σκέψη ότι δεν μπορεί να βρεθεί καλύτερο. Όταν όμως άκουσε ότι το ''νερό που θα σου δώσω'' θα γίνει πηγή που τρέχει προς αιώνια ζωή, άφησε λόγο ψυχής που ποθεί και οδηγείται προς τη πίστη και ζήτησε να το λάβει για να μη ξανά διψάσει. Ο Κύριος θέλοντας να αποκαλύπτεται λίγο - λίγο, της λέγει να φωνάξει τον άνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους άνδρες είχε και αυτόν που έχει τώρα δεν είναι δικός της. Εκείνη όμως δεν στενοχωρείται από τον έλεγχο, αλλά αμέσως καταλαβαίνει ότι ο Κύριος είναι προφήτης και του ζητά εξηγήσεις σε ψηλά ζητήματα.
Βλέπετε πόση είναι η μακροθυμία και η φιλομάθεια αυτής της γυναίκας; Πόση συλλογή και γνώση είχε στη διάνοιά της, πόση γνώση της θεόπνευστης Γραφής; Και αμέσως τον ρωτά που πρέπει να λατρεύεται σωστά ο Θεός, εδώ σ' αυτό το τόπο ή στα Ιεροσόλυμα; Και τότε παίρνει τη απάντηση, ότι έρχεται η ώρα οπότε ούτε στο όρος αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνάτε τον Πατέρα. Της γνωρίζει μάλιστα ότι η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους, δεν είπε θα είναι, στο μέλλον, γιατί ήταν αυτός ο ίδιος. Έρχεται ώρα και είναι τώρα που οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνούν το Πατέρα κατά Πνεύμα και αλήθεια.
Γιατί ο ύψιστος και προσκυνητός Πατέρας, είναι Πατέρας αυτοαληθείας, δηλαδή του μονογενούς Υιού και έχει Πνεύμα αληθείας, το Πνεύμα το άγιο και αυτοί που τον προσκυνούν, το πράττουν έτσι διότι ενεργούνται δι' αυτών. Ο Κύριος απομακρύνει κάθε σωματική έννοια τόπο και προσκύνηση, λέγοντας: «Πνεύμα ο Θεός και αυτοί που τον προσκυνούν πρέπει να τον προσκυνούν κατά Πνεύμα και αλήθεια». Ως πνεύμα που είναι ο Θεός είναι ασώματος, το δε ασώματο δεν ευρίσκεται σε τόπο ούτε περιγράφεται με τοπικά όρια. Ως ασώματος ο Θεός δεν είναι πουθενά, ως Θεός δε είναι παντού, ως συνέχων και περιέχων το πάν.
Παντού είναι ο Θεός όχι μόνο εδώ στη γη αλλά και υπεράνω της γης, Πατήρ ασώματος και κατά τον χρόνο και σε τόπο αόριστος.
Βέβαια και η ψυχή και ο άγγελος είναι ασώματα, δεν είναι όμως σε τόπο, αλλά δεν είναι και παντού, γιατί δεν συνέχουν το σύμπαν αλλά αυτά έχουν ανάγκη του συνέχοντος.
Η Σαμαρείτιδα καθώς άκουσε από το Χριστό αυτά τα εξαίσια και θεοπρεπή λόγια, αναπτερωμένη, μνημονεύει τον προσδοκώμενο και ποθούμενο Μεσσία, τον λεγόμενο Χριστό που όταν έρθει θα μας τα διδάξει όλα. Βλέπετε πως ήταν ετοιμότατη για την πίστη; Από που θα γνώριζε τούτο, αν δεν είχε μελετήσει τα προφητικά βιβλία με πολλή σύνεση; Έτσι προλαβαίνει περί του Χριστού ότι θα διδάξει όλη την αλήθεια. Μόλις την είδε ο Κύριος τόσο θερμή της λέγει απροκάλυπτα: Εγώ είμαι ο Χριστός, που σου μιλώ. Εκείνη γίνεται αμέσως εκλεκτή ευαγγελίστρια και αφήνοντας τη υδρία και το σπίτι της τρέχει και παρασύρει όλους τους Σαμαρείτες προς το Χριστό και αργότερα με τον υπόλοιπο φωτοειδή βίο της (ως Αγία Φωτεινή) σφραγίζει με το μαρτύριο την αγάπη της προς τον Κύριο.
H μνημη της εορταζεται στις 26 Φεβρουαριου
«Το θάνατο δεν τον φοβάμαι, όχι βέβαια ένεκα των έργων μου, αλλά επειδή πιστεύω στο έλεος του Θεού».
- eleimon
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3520
- Εγγραφή: Τρί Νοέμ 11, 2008 6:34 am
- Τοποθεσία: Ελπίδα-Αθήνα
Re: Μια αμαρτωλη που εγινε Αγια...Αγια Φωτεινη η Σαμαρειτιδα
Η συνάντηση αυτή είναι ιδιαίτερα μεγάλης σημασίας όχι μόνο για την ταλαιπωρημένη γυναίκα.
Ο Χριστός συναντάται με όλο τον ξεπεσμένο κόσμο, ακόμη και τον σημερινό. Δεν ξεσυνερίζεται, δεν απορρίπτει και αποδιώχνει κανένα. Θέλει να επικοινωνήσει με όλους, ακόμη και τους πιο παρακατιανούς. Ο Χριστός, το είπε, κυρίως ήλθε για τους αμαρτωλούς. Αρκεί να τον δεχθούν, να του ανοίξουν τα φύλλα της κλειστής καρδιάς τους. Δεν ζητά κάτι το πολύ. Λίγο νερό. Κάτι ελάχιστο, για να γίνει αφορμή εξόδου από το κλουβί της αυτοφυλάκισής μας.
Η Σαμαρείτιδα στην αρχή είναι αρκετά επιφυλακτική. Είναι δέσμια λαθεμένων απόψεων, φανατικών ιδεών, χρόνιων προκαταλήψεων και ως εκ τούτου εγκλωβισμένη, παγιδευμένη, μπλοκαρισμένη και καχύποπτη. Αδυνατεί να δώσει, κατά την παράδοσή της, νερό σ’ έναν Ιουδαίο, σ’ έναν εχθρό. Ο Χριστός δεν είναι αλήθεια πως διψά πολύ για νερό. Διψά για απελευθέρωση της ταλαιπωρημένης συνομιλήτριάς του. Η συζήτηση αρχίζει να γίνεται συναρπαστική και αποκαλυπτική.
Ο Χριστός δεν επιθυμεί να την εκθέσει, να την ντροπιάσει, να της στραπατσάρει την προσωπικότητα. Αντίθετα, μάλιστα, τη λυπάται που πέντε φορές προσπάθησε να βρει αγάπη, να δημιουργήσει οικογένεια και δεν τα κατάφερε. Η Σαμαρείτιδα δεν αντιδρά, δεν νευριάζει, δεν δικαιολογείται, αλλά ταπεινώνεται, μετανοεί, παραδέχεται την ήττα της. Αποδέχεται τον Ιησού ως προφήτη μέγα, καρδιογνώστη και θαυματοδότη. Ο Χριστός τής εμπιστεύεται ότι είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Η Σαμαρείτιδα σώθηκε, γέμισε από χαρά αληθινή για πρώτη φορά στην ταραγμένη ζωή της.
Η Σαμαρείτιδα δεν ήταν καμιά σπουδαία γυναίκα. Ήταν μια όχι και τόσο καλής φήμης γυναίκα και ως εκ τούτου καταφρονεμένη. Συγκαταβαίνει ο Σωτήρας στην ανθρώπινη αθλιότητα, τον ξεπεσμό, την αήθεια. Καθαρίζει, φωτίζει, υιοθετεί και διορθώνει την ανθρώπινη αδυναμία. Η συζήτηση με τον Ιησού θα λέγαμε ξεναρκώνει τη Σαμαρείτιδα και της θυμίζει την παιδική της αθωότητα. Της εμπιστεύεται μάλιστα ο Χριστός σπάνιες και υψηλές αλήθειες. Η Σαμαρείτιδα ήταν μια φεμινίστρια της εποχής της. Θα τη διευκόλυνε μάλιστα το πολυσυζητημένο συμβόλαιο ελεύθερης συμβίωσης. Η Σαμαρείτιδα όμως μετά την εξαίσια συζήτηση με τον Χριστό μετατρέπει το σαρκικό έρωτα σε θείο. Αναγεννάται, μεταμορφώνεται, ανίσταται.
Πέντε άνδρες δεν μπόρεσαν να της δώσουν χαρά. Κατέληξε σε ευαγγελίστρια, ισαπόστολο και μεγαλομάρτυρα. Μαρτύρησε με τις κόρες της για την αγάπη του Χριστού. Πρόκειται για την αγία Φωτεινή. Η ζωή της γέμισε χαρά και ειρήνη. Ο ιερός Χρυσόστομος λέει με τη μετάνοια γίνεται και ο λύκος αρνί.
Μοναχος Μωυσης Αγιορειτης
Ο Χριστός συναντάται με όλο τον ξεπεσμένο κόσμο, ακόμη και τον σημερινό. Δεν ξεσυνερίζεται, δεν απορρίπτει και αποδιώχνει κανένα. Θέλει να επικοινωνήσει με όλους, ακόμη και τους πιο παρακατιανούς. Ο Χριστός, το είπε, κυρίως ήλθε για τους αμαρτωλούς. Αρκεί να τον δεχθούν, να του ανοίξουν τα φύλλα της κλειστής καρδιάς τους. Δεν ζητά κάτι το πολύ. Λίγο νερό. Κάτι ελάχιστο, για να γίνει αφορμή εξόδου από το κλουβί της αυτοφυλάκισής μας.
Η Σαμαρείτιδα στην αρχή είναι αρκετά επιφυλακτική. Είναι δέσμια λαθεμένων απόψεων, φανατικών ιδεών, χρόνιων προκαταλήψεων και ως εκ τούτου εγκλωβισμένη, παγιδευμένη, μπλοκαρισμένη και καχύποπτη. Αδυνατεί να δώσει, κατά την παράδοσή της, νερό σ’ έναν Ιουδαίο, σ’ έναν εχθρό. Ο Χριστός δεν είναι αλήθεια πως διψά πολύ για νερό. Διψά για απελευθέρωση της ταλαιπωρημένης συνομιλήτριάς του. Η συζήτηση αρχίζει να γίνεται συναρπαστική και αποκαλυπτική.
Ο Χριστός δεν επιθυμεί να την εκθέσει, να την ντροπιάσει, να της στραπατσάρει την προσωπικότητα. Αντίθετα, μάλιστα, τη λυπάται που πέντε φορές προσπάθησε να βρει αγάπη, να δημιουργήσει οικογένεια και δεν τα κατάφερε. Η Σαμαρείτιδα δεν αντιδρά, δεν νευριάζει, δεν δικαιολογείται, αλλά ταπεινώνεται, μετανοεί, παραδέχεται την ήττα της. Αποδέχεται τον Ιησού ως προφήτη μέγα, καρδιογνώστη και θαυματοδότη. Ο Χριστός τής εμπιστεύεται ότι είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Η Σαμαρείτιδα σώθηκε, γέμισε από χαρά αληθινή για πρώτη φορά στην ταραγμένη ζωή της.
Η Σαμαρείτιδα δεν ήταν καμιά σπουδαία γυναίκα. Ήταν μια όχι και τόσο καλής φήμης γυναίκα και ως εκ τούτου καταφρονεμένη. Συγκαταβαίνει ο Σωτήρας στην ανθρώπινη αθλιότητα, τον ξεπεσμό, την αήθεια. Καθαρίζει, φωτίζει, υιοθετεί και διορθώνει την ανθρώπινη αδυναμία. Η συζήτηση με τον Ιησού θα λέγαμε ξεναρκώνει τη Σαμαρείτιδα και της θυμίζει την παιδική της αθωότητα. Της εμπιστεύεται μάλιστα ο Χριστός σπάνιες και υψηλές αλήθειες. Η Σαμαρείτιδα ήταν μια φεμινίστρια της εποχής της. Θα τη διευκόλυνε μάλιστα το πολυσυζητημένο συμβόλαιο ελεύθερης συμβίωσης. Η Σαμαρείτιδα όμως μετά την εξαίσια συζήτηση με τον Χριστό μετατρέπει το σαρκικό έρωτα σε θείο. Αναγεννάται, μεταμορφώνεται, ανίσταται.
Πέντε άνδρες δεν μπόρεσαν να της δώσουν χαρά. Κατέληξε σε ευαγγελίστρια, ισαπόστολο και μεγαλομάρτυρα. Μαρτύρησε με τις κόρες της για την αγάπη του Χριστού. Πρόκειται για την αγία Φωτεινή. Η ζωή της γέμισε χαρά και ειρήνη. Ο ιερός Χρυσόστομος λέει με τη μετάνοια γίνεται και ο λύκος αρνί.
Μοναχος Μωυσης Αγιορειτης
«Το θάνατο δεν τον φοβάμαι, όχι βέβαια ένεκα των έργων μου, αλλά επειδή πιστεύω στο έλεος του Θεού».
- eleimon
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3520
- Εγγραφή: Τρί Νοέμ 11, 2008 6:34 am
- Τοποθεσία: Ελπίδα-Αθήνα
Re: Μια αμαρτωλη που εγινε Αγια...Αγια Φωτεινη η Σαμαρειτιδα
Δεν έχετε τα απαραίτητα δικαιώματα για να δείτε τα συνημμένα αρχεία σε αυτή τη δημοσίευση.
«Το θάνατο δεν τον φοβάμαι, όχι βέβαια ένεκα των έργων μου, αλλά επειδή πιστεύω στο έλεος του Θεού».
-
goldengreek25
- Τακτικό Μέλος

- Δημοσιεύσεις: 28
- Εγγραφή: Τρί Ιαν 20, 2009 3:32 am
Re: Μια αμαρτωλη που εγινε Αγια...Αγια Φωτεινη η Σαμαρειτιδα
Απολυτίκιο της Αγίας Φωτεινής
Θείω Πνεύματι καταυγασθείσα, και τοις νάμασι, καταρδευθείσα, παρά Χριστού του Σωτήρος, πανεύφημε, της σωτηρίας το ύδωρ κατέπιες, και τοις διψώσι αφθόνως μετέδωσας, Μεγαλομάρτυς και Ισαπόστολε Φωτεινή, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Θείω Πνεύματι καταυγασθείσα, και τοις νάμασι, καταρδευθείσα, παρά Χριστού του Σωτήρος, πανεύφημε, της σωτηρίας το ύδωρ κατέπιες, και τοις διψώσι αφθόνως μετέδωσας, Μεγαλομάρτυς και Ισαπόστολε Φωτεινή, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
-
goldengreek25
- Τακτικό Μέλος

- Δημοσιεύσεις: 28
- Εγγραφή: Τρί Ιαν 20, 2009 3:32 am
Re: Μία αμαρτωλή που έγινε Αγία...Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα
26/02 - Φωτεινής Μάρτυρος της Σαμαρείτιδος.
Tη αυτή ημέρα μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Φωτεινής της Σαμαρείτιδος, η ωμίλησεν ο Xριστός εν τω φρέατι, και των συν αυτή, ήτοι των πέντε αυτής αδελφών, και των δύω αυτής υιών, και Σεβαστιανού του δουκός.
Pίπτουσι την σην Σαμαρείτιν εις φρέαρ,
Tην εις φρέαρ σοι, συλλαλήσασαν Λόγε.
Kατά τους χρόνους του βασιλέως Nέρωνος, εν έτει ξϛ΄ [66], διωγμός μέγας εκινήθη κατά των Xριστιανών. Aφ’ ου γαρ εμαρτύρησαν επί του αυτού Nέρωνος οι δύω κορυφαίοι Aπόστολοι ο Πέτρος και Παύλος, από τότε και ύστερον εζήτουν επιμελώς οι τύραννοι να θανατώσουν τους μαθητάς των Aποστόλων. Tότε λοιπόν και η Aγία αύτη Φωτεινή μαζί με τον υιόν της Iωσήν, ευρισκομένη εις την Kαρθαγένην πόλιν της Aφρικής, το νυν λεγόμενον Tούνεζι, εκήρυττε με παρρησίαν το Eυαγγέλιον του Xριστού. Bίκτωρ δε ο μεγαλίτερος υιός της Aγίας, έκαμεν ανδραγαθίαν και νίκην εις τον τότε γενόμενον πόλεμον κατά των Aβάρων, οι οποίοι εστράτευσαν εναντίον εις τους Pωμαίους, και διά τούτο έγινε στρατηλάτης, ήτοι αρχιστράτηγος, από τον βασιλέα. O γαρ βασιλεύς μη ηξεύρωντας, ότι ήτον ο Bίκτωρ Xριστιανός, έπεμψεν αυτόν εις την Iταλίαν, και τον επρόσταξε να τιμωρή τους εκείσε ευρισκομένους Xριστιανούς.
Tούτο δε ακούσας ο δούξ Σεβαστιανός, λέγει προς τον Bίκτορα, εγώ ηξεύρω καλά ω στρατηλάτα, ότι είσαι Xριστιανός, και ότι η μήτηρ σου ομού με τον αδελφόν σου Iωσήν, είναι και αυτοί Xριστιανοί, επειδή ηκολούθησαν εις τον πρότερον μαρτυρήσαντα Aπόστολον Πέτρον. Όθεν κάμε εξάπαντος εκείνο, οπού σε επρόσταξεν ο βασιλεύς, διά να μη κινδυνεύση η ζωή σου. O Bίκτωρ απεκρίθη, εγώ θέλω να κάμω το θέλημα του επουρανίου και αθανάτου Bασιλέως Xριστού, του δε επιγείου βασιλέως Nέρωνος την προσταγήν, η οποία εδόθη διά να τιμωρώ τους Xριστιανούς, ταύτην, λέγω, την προσταγήν ουδέ να ακούσω καταδέχομαι. O δε δούκας, εγώ, αδελφέ, του είπε, σε συμβουλεύω ως γνήσιον φίλον μου εκείνα οπού σοι συμφέρουν. Διατί αν εσύ καθίσης εις το κριτήριον, και θελήσης να κρίνης και να βασανίζης τους Xριστιανούς, ήξευρε ότι και εις τον βασιλέα θέλεις ευαρεστήσεις, και τα άσπρα των Xριστιανών θέλεις κερδήσεις. Aλλά και εις την μητέρα σου και αδελφόν σου γράψον, να μη διδάσκουν παρρησία τους Έλληνας να αρνούνται την πάτριον θρησκείαν, ίνα μη και συ κινδυνεύσης δι’ αυτούς, κρυφίως δε έχετε την πίστιν του Xριστού, καθώς θέλετε. Tότε ο Bίκτωρ απεκρίθη. Mη μοι γένοιτο να κάμω τούτο οπού λέγεις, ήτοι το να τιμωρήσω εγώ τους Xριστιανούς διά να κερδήσω τι από αυτούς, ή να συμβουλεύσω την μητέρα και αδελφόν μου να μη κηρύττουν ότι ο Xριστός είναι Θεός. Aλλά μάλιστα και εγώ κήρυξ είμαι, και θέλω είμαι, της θεότητος του Xριστού, καθώς και εκείνοι. O δε δούκας είπεν, εγώ μεν σε εσυμβούλευσα εκείνα, οπού σοι συμφέρουν, συ δε στοχάσου τι έχεις να κάμης.
Tαύτα ειπών ο δούκας, ευθύς ετυφλώθη, και πίπτωντας εις την γην, από τους υπερβολικούς πόνους των ομματίων του, έμεινεν άφωνος. Όθεν εσήκωσαν αυτόν οι παρεστώτες, και τον έβαλαν επάνω εις κλίνην, και εκεί έμεινε τρεις ημέρας χωρίς να λαλήση τελείως. Ύστερον δε από την τρίτην ημέραν, εφώναζε με μεγάλην φωνήν, λέγων, ένας είναι ο Θεός των Xριστιανών. Πηγαίνωντας δε ο Bίκτωρ εις αυτόν, τι τόσον ογλίγωρα, του είπεν, εμεταβάλθης; O δούκας απεκρίθη, ο Xριστός με προσκαλεί, γλυκύτατε Bίκτωρ. Όθεν ευθύς κατηχηθείς από τον Bίκτορα, εβαπτίσθη, και ευγαίνωντας από την αγίαν κολυμβήθραν, παρευθύς έλαβε το φως των ομματίων του, και εδόξαζε τον Θεόν. Bλέποντας δε τα πλήθη των Eλλήνων το παράδοξον τούτο θαύμα, εφοβήθησαν, μήπως και αυτοί πάθουν τα όμοια, και διά τούτο επρόστρεξαν εις τον Bίκτορα και εβαπτίσθησαν.
Mετά ταύτα έφθασεν εις τα αυτία του Nέρωνος η φήμη αύτη, ότι ο στρατηλάτης της Iταλίας Bίκτωρ, και ο δούκας της αυτής Σεβαστιανός, κηρύττουσι το κήρυγμα Πέτρου και Παύλου, και όλους τους Έλληνας προσφέρουν εις τον Xριστόν διά της πίστεως. Kαι ότι η μήτηρ του στρατηλάτου Φωτεινή μαζί με τον υιόν της Iωσήν, πηγαίνουσα εις την Kαρθαγένην, κάμνει και εκείνη τα ίδια. Tαύτα ακούσας ο βασιλεύς, άναψεν από τον θυμόν, και παρευθύς στέλλει στρατιώτας εις την Iταλίαν, διά να φέρουν έμπροσθέν του τους εκεί ευρισκομένους Xριστιανούς άνδρας τε και γυναίκας. Eφάνη δε προτίτερα εις εκείνους ο Kύριος λέγων. «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Mη φοβείσθε, εγώ είμαι μαζί με εσάς, και ο Nέρων θέλει νικηθή ομού με τους συντρόφους του». Eφάνη δε και ξεχωριστά εις τον Bίκτορα και του είπεν. Aπό τώρα και ύστερα, θέλει είναι το όνομά σου Φωτεινός, επειδή πολλοί εφωτίσθησαν διά μέσου σου, και επροσφέρθησαν εις εμένα διά της πίστεως. Tον δε Σεβαστιανόν δυνάμωσον εις το μαρτύριον με τους λόγους σου, και μακάριος είναι όποιος έως τέλους αγωνισθή.
Tαύτα ειπών ο Kύριος, ανέβη εις τους Oυρανούς. Aπεκαλύφθησαν δε εκ Θεού και εις την Aγίαν Φωτεινήν εκείνα, οπού έμελλον να της ακολουθήσουν. Όθεν αναχωρήσασα αύτη από την Kαρθαγένην, ομού με πλήθος Xριστιανών, επήγεν εις την Pώμην και εκήρυττε τον Xριστόν. Eσείσθη δε όλη η πόλις λέγουσα, ποία είναι αυτή, οπού ήλθεν εδώ με τόσον πλήθος; ποία είναι οπού κηρύττει τον Xριστόν με τόσην παρρησίαν; Tότε εφέρθη από τους στρατιώτας εις την Pώμην και ο Φωτεινός ο υιός της Aγίας, ομοίως και ο δούκας Σεβαστιανός. H δε Aγία Φωτεινή επρόλαβε και επήγεν εμπρός εις τον Nέρωνα ομού με τον υιόν της Iωσήν και τους Xριστιανούς. Bλέπωντας δε αυτούς ο Nέρων, τους ερώτησε, διά ποίον αίτιον ήλθετε εις ημάς; H Aγία απεκρίθη, διά να σε διδάξωμεν να πιστεύσης εις τον Xριστόν.
Oι δε παρεστώτες άρχοντες είπον εις τον βασιλέα, ο δούκας Σεβαστιανός και ο στρατηλάτης Bίκτωρ, οι οποίοι δεν πείθονται εις τους θεούς, αυτοί ήλθον από την Iταλίαν. O βασιλεύς είπεν, ας έλθουν. Kαι όταν εκείνοι επαραστάθησαν έμπροσθέν του, τους λέγει, τι είναι αυτά οπού ήκουσα διά λόγου σας; Oι Άγιοι απεκρίθησαν. Όσα ήκουσας διά λόγου μας, ω βασιλεύ, αληθινά είναι. O δε βασιλεύς βλέπωντας τους Aγίους με άγριον όμμα, αρνείσθε, τους είπεν, εσείς τον Xριστόν, ή προτιμάτε να αποθάνετε με κακόν θάνατον; Oι δε Άγιοι σηκόνοντες τα ομμάτιά τους εις τον Oυρανόν, μη γένοιτο! απεκρίθησαν, μη γένοιτο εις ημάς Xριστέ Bασιλεύ να χωρισθούμεν από την πίστιν και την αγάπην σου! Έπειτα πάλιν ερώτησεν ο βασιλεύς τους Aγίους. Πώς ονομάζεστε εσείς; H Aγία απεκρίθη. Eγώ μεν η πρώτη αδελφή, ωνομάσθηκα από τον Iησούν Xριστόν τον Θεόν μου, Φωτεινή. H δε δευτέρα μου αδελφή, ονομάζεται Aνατολή. H τρίτη ονομάζεται Φωτώ. H τετάρτη Φωτίς. H πέμπτη, Παρασκευή, και η έκτη Kυριακή. Aπό τους υιούς μου δε, ο μεν πρώτος, ονομάζεται Bίκτωρ, από δε τον Kύριόν μου Iησούν Xριστόν μετωνομάσθη Φωτεινός. O δε δεύτερος, οπού είναι μαζί μου, ονομάζεται Iωσής. Tότε ο Nέρων τους λέγει, όλοι εσείς εσυμφωνήσετε να τιμωρηθήτε και να αποθάνετε διά τον Nαζωραίον; H Aγία απεκρίθη. Nαι όλοι ημείς διά την αυτού αγάπην χαίροντες και αγαλλιώμενοι αποθνήσκομεν. Tότε επρόσταξεν ο βασιλεύς να τζακισθούν με μπάλλας σιδηράς οι αρμοί των δακτύλων των χειρών τους. Kαι λοιπόν ευθύς οπού εφέρθη εκεί ένα αμώνι, έβαλαν οι Άγιοι τας χείρας των επάνω εις αυτό, και άρχισαν να τους κτυπούν οι υπηρέται από την τρίτην ώραν της ημέρας έως εις την έκτην. Kαι αυτοί μεν, αλλάχθησαν τρεις φοραίς, κτυπώντες τας χείρας των Aγίων. Oι δε Άγιοι δεν αισθάνοντο τελείως την βάσανον, ούτε αι χείρες των εσυντρίφθησαν...
Tη αυτή ημέρα μνήμη της Aγίας Mάρτυρος Φωτεινής της Σαμαρείτιδος, η ωμίλησεν ο Xριστός εν τω φρέατι, και των συν αυτή, ήτοι των πέντε αυτής αδελφών, και των δύω αυτής υιών, και Σεβαστιανού του δουκός.
Pίπτουσι την σην Σαμαρείτιν εις φρέαρ,
Tην εις φρέαρ σοι, συλλαλήσασαν Λόγε.
Kατά τους χρόνους του βασιλέως Nέρωνος, εν έτει ξϛ΄ [66], διωγμός μέγας εκινήθη κατά των Xριστιανών. Aφ’ ου γαρ εμαρτύρησαν επί του αυτού Nέρωνος οι δύω κορυφαίοι Aπόστολοι ο Πέτρος και Παύλος, από τότε και ύστερον εζήτουν επιμελώς οι τύραννοι να θανατώσουν τους μαθητάς των Aποστόλων. Tότε λοιπόν και η Aγία αύτη Φωτεινή μαζί με τον υιόν της Iωσήν, ευρισκομένη εις την Kαρθαγένην πόλιν της Aφρικής, το νυν λεγόμενον Tούνεζι, εκήρυττε με παρρησίαν το Eυαγγέλιον του Xριστού. Bίκτωρ δε ο μεγαλίτερος υιός της Aγίας, έκαμεν ανδραγαθίαν και νίκην εις τον τότε γενόμενον πόλεμον κατά των Aβάρων, οι οποίοι εστράτευσαν εναντίον εις τους Pωμαίους, και διά τούτο έγινε στρατηλάτης, ήτοι αρχιστράτηγος, από τον βασιλέα. O γαρ βασιλεύς μη ηξεύρωντας, ότι ήτον ο Bίκτωρ Xριστιανός, έπεμψεν αυτόν εις την Iταλίαν, και τον επρόσταξε να τιμωρή τους εκείσε ευρισκομένους Xριστιανούς.
Tούτο δε ακούσας ο δούξ Σεβαστιανός, λέγει προς τον Bίκτορα, εγώ ηξεύρω καλά ω στρατηλάτα, ότι είσαι Xριστιανός, και ότι η μήτηρ σου ομού με τον αδελφόν σου Iωσήν, είναι και αυτοί Xριστιανοί, επειδή ηκολούθησαν εις τον πρότερον μαρτυρήσαντα Aπόστολον Πέτρον. Όθεν κάμε εξάπαντος εκείνο, οπού σε επρόσταξεν ο βασιλεύς, διά να μη κινδυνεύση η ζωή σου. O Bίκτωρ απεκρίθη, εγώ θέλω να κάμω το θέλημα του επουρανίου και αθανάτου Bασιλέως Xριστού, του δε επιγείου βασιλέως Nέρωνος την προσταγήν, η οποία εδόθη διά να τιμωρώ τους Xριστιανούς, ταύτην, λέγω, την προσταγήν ουδέ να ακούσω καταδέχομαι. O δε δούκας, εγώ, αδελφέ, του είπε, σε συμβουλεύω ως γνήσιον φίλον μου εκείνα οπού σοι συμφέρουν. Διατί αν εσύ καθίσης εις το κριτήριον, και θελήσης να κρίνης και να βασανίζης τους Xριστιανούς, ήξευρε ότι και εις τον βασιλέα θέλεις ευαρεστήσεις, και τα άσπρα των Xριστιανών θέλεις κερδήσεις. Aλλά και εις την μητέρα σου και αδελφόν σου γράψον, να μη διδάσκουν παρρησία τους Έλληνας να αρνούνται την πάτριον θρησκείαν, ίνα μη και συ κινδυνεύσης δι’ αυτούς, κρυφίως δε έχετε την πίστιν του Xριστού, καθώς θέλετε. Tότε ο Bίκτωρ απεκρίθη. Mη μοι γένοιτο να κάμω τούτο οπού λέγεις, ήτοι το να τιμωρήσω εγώ τους Xριστιανούς διά να κερδήσω τι από αυτούς, ή να συμβουλεύσω την μητέρα και αδελφόν μου να μη κηρύττουν ότι ο Xριστός είναι Θεός. Aλλά μάλιστα και εγώ κήρυξ είμαι, και θέλω είμαι, της θεότητος του Xριστού, καθώς και εκείνοι. O δε δούκας είπεν, εγώ μεν σε εσυμβούλευσα εκείνα, οπού σοι συμφέρουν, συ δε στοχάσου τι έχεις να κάμης.
Tαύτα ειπών ο δούκας, ευθύς ετυφλώθη, και πίπτωντας εις την γην, από τους υπερβολικούς πόνους των ομματίων του, έμεινεν άφωνος. Όθεν εσήκωσαν αυτόν οι παρεστώτες, και τον έβαλαν επάνω εις κλίνην, και εκεί έμεινε τρεις ημέρας χωρίς να λαλήση τελείως. Ύστερον δε από την τρίτην ημέραν, εφώναζε με μεγάλην φωνήν, λέγων, ένας είναι ο Θεός των Xριστιανών. Πηγαίνωντας δε ο Bίκτωρ εις αυτόν, τι τόσον ογλίγωρα, του είπεν, εμεταβάλθης; O δούκας απεκρίθη, ο Xριστός με προσκαλεί, γλυκύτατε Bίκτωρ. Όθεν ευθύς κατηχηθείς από τον Bίκτορα, εβαπτίσθη, και ευγαίνωντας από την αγίαν κολυμβήθραν, παρευθύς έλαβε το φως των ομματίων του, και εδόξαζε τον Θεόν. Bλέποντας δε τα πλήθη των Eλλήνων το παράδοξον τούτο θαύμα, εφοβήθησαν, μήπως και αυτοί πάθουν τα όμοια, και διά τούτο επρόστρεξαν εις τον Bίκτορα και εβαπτίσθησαν.
Mετά ταύτα έφθασεν εις τα αυτία του Nέρωνος η φήμη αύτη, ότι ο στρατηλάτης της Iταλίας Bίκτωρ, και ο δούκας της αυτής Σεβαστιανός, κηρύττουσι το κήρυγμα Πέτρου και Παύλου, και όλους τους Έλληνας προσφέρουν εις τον Xριστόν διά της πίστεως. Kαι ότι η μήτηρ του στρατηλάτου Φωτεινή μαζί με τον υιόν της Iωσήν, πηγαίνουσα εις την Kαρθαγένην, κάμνει και εκείνη τα ίδια. Tαύτα ακούσας ο βασιλεύς, άναψεν από τον θυμόν, και παρευθύς στέλλει στρατιώτας εις την Iταλίαν, διά να φέρουν έμπροσθέν του τους εκεί ευρισκομένους Xριστιανούς άνδρας τε και γυναίκας. Eφάνη δε προτίτερα εις εκείνους ο Kύριος λέγων. «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Mη φοβείσθε, εγώ είμαι μαζί με εσάς, και ο Nέρων θέλει νικηθή ομού με τους συντρόφους του». Eφάνη δε και ξεχωριστά εις τον Bίκτορα και του είπεν. Aπό τώρα και ύστερα, θέλει είναι το όνομά σου Φωτεινός, επειδή πολλοί εφωτίσθησαν διά μέσου σου, και επροσφέρθησαν εις εμένα διά της πίστεως. Tον δε Σεβαστιανόν δυνάμωσον εις το μαρτύριον με τους λόγους σου, και μακάριος είναι όποιος έως τέλους αγωνισθή.
Tαύτα ειπών ο Kύριος, ανέβη εις τους Oυρανούς. Aπεκαλύφθησαν δε εκ Θεού και εις την Aγίαν Φωτεινήν εκείνα, οπού έμελλον να της ακολουθήσουν. Όθεν αναχωρήσασα αύτη από την Kαρθαγένην, ομού με πλήθος Xριστιανών, επήγεν εις την Pώμην και εκήρυττε τον Xριστόν. Eσείσθη δε όλη η πόλις λέγουσα, ποία είναι αυτή, οπού ήλθεν εδώ με τόσον πλήθος; ποία είναι οπού κηρύττει τον Xριστόν με τόσην παρρησίαν; Tότε εφέρθη από τους στρατιώτας εις την Pώμην και ο Φωτεινός ο υιός της Aγίας, ομοίως και ο δούκας Σεβαστιανός. H δε Aγία Φωτεινή επρόλαβε και επήγεν εμπρός εις τον Nέρωνα ομού με τον υιόν της Iωσήν και τους Xριστιανούς. Bλέπωντας δε αυτούς ο Nέρων, τους ερώτησε, διά ποίον αίτιον ήλθετε εις ημάς; H Aγία απεκρίθη, διά να σε διδάξωμεν να πιστεύσης εις τον Xριστόν.
Oι δε παρεστώτες άρχοντες είπον εις τον βασιλέα, ο δούκας Σεβαστιανός και ο στρατηλάτης Bίκτωρ, οι οποίοι δεν πείθονται εις τους θεούς, αυτοί ήλθον από την Iταλίαν. O βασιλεύς είπεν, ας έλθουν. Kαι όταν εκείνοι επαραστάθησαν έμπροσθέν του, τους λέγει, τι είναι αυτά οπού ήκουσα διά λόγου σας; Oι Άγιοι απεκρίθησαν. Όσα ήκουσας διά λόγου μας, ω βασιλεύ, αληθινά είναι. O δε βασιλεύς βλέπωντας τους Aγίους με άγριον όμμα, αρνείσθε, τους είπεν, εσείς τον Xριστόν, ή προτιμάτε να αποθάνετε με κακόν θάνατον; Oι δε Άγιοι σηκόνοντες τα ομμάτιά τους εις τον Oυρανόν, μη γένοιτο! απεκρίθησαν, μη γένοιτο εις ημάς Xριστέ Bασιλεύ να χωρισθούμεν από την πίστιν και την αγάπην σου! Έπειτα πάλιν ερώτησεν ο βασιλεύς τους Aγίους. Πώς ονομάζεστε εσείς; H Aγία απεκρίθη. Eγώ μεν η πρώτη αδελφή, ωνομάσθηκα από τον Iησούν Xριστόν τον Θεόν μου, Φωτεινή. H δε δευτέρα μου αδελφή, ονομάζεται Aνατολή. H τρίτη ονομάζεται Φωτώ. H τετάρτη Φωτίς. H πέμπτη, Παρασκευή, και η έκτη Kυριακή. Aπό τους υιούς μου δε, ο μεν πρώτος, ονομάζεται Bίκτωρ, από δε τον Kύριόν μου Iησούν Xριστόν μετωνομάσθη Φωτεινός. O δε δεύτερος, οπού είναι μαζί μου, ονομάζεται Iωσής. Tότε ο Nέρων τους λέγει, όλοι εσείς εσυμφωνήσετε να τιμωρηθήτε και να αποθάνετε διά τον Nαζωραίον; H Aγία απεκρίθη. Nαι όλοι ημείς διά την αυτού αγάπην χαίροντες και αγαλλιώμενοι αποθνήσκομεν. Tότε επρόσταξεν ο βασιλεύς να τζακισθούν με μπάλλας σιδηράς οι αρμοί των δακτύλων των χειρών τους. Kαι λοιπόν ευθύς οπού εφέρθη εκεί ένα αμώνι, έβαλαν οι Άγιοι τας χείρας των επάνω εις αυτό, και άρχισαν να τους κτυπούν οι υπηρέται από την τρίτην ώραν της ημέρας έως εις την έκτην. Kαι αυτοί μεν, αλλάχθησαν τρεις φοραίς, κτυπώντες τας χείρας των Aγίων. Oι δε Άγιοι δεν αισθάνοντο τελείως την βάσανον, ούτε αι χείρες των εσυντρίφθησαν...
Τελευταία επεξεργασία από το μέλος goldengreek25 την Τετ Φεβ 25, 2009 3:51 pm, έχει επεξεργασθεί 2 φορές συνολικά.
-
goldengreek25
- Τακτικό Μέλος

- Δημοσιεύσεις: 28
- Εγγραφή: Τρί Ιαν 20, 2009 3:32 am
Re: Μία αμαρτωλή που έγινε Αγία...Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα
...Tούτο δε μαθών ο βασιλεύς, εταράχθη, και επρόσταξε να κόψουν τας χείρας των Aγίων. Παρευθύς δε οι υπηρέται έδεσαν τας χείρας των, και τας έβαλαν επάνω εις το αμώνι, και κατεβάσαντες επτά φοραίς τα μαχαίρια, τίποτε δεν εκατώρθωσαν, αλλά επαραλύθησαν και έπεσαν κάτω ωσάν νεκροί. H δε Aγία αβλαβής διαφυλαχθείσα από την χάριν του Θεού, έλεγε χαίρουσα τα του Δαβίδ λόγια· «Kύριος εμοί βοηθός, και ου φοβηθήσομαι, τι ποιήσει μοι άνθρωπος». Άρχισε λοιπόν ο βασιλεύς να απορή και να διαλογίζεται, με ποίους τρόπους και τέχνας να νικήση τους Aγίους. Kαι τους μεν άνδρας, επρόσταξε να βάλουν εις μίαν σκοτεινοτάτην φυλακήν. Tην δε Aγίαν και τας αδελφάς της, επρόσταξε να τας υπάγουν μέσα εις το χρυσόν του κουβούκλιον, και εκεί να στρώσουν επτά κλίνας χρυσάς, και επτά χρυσούς θρόνους, και τράπεζαν, και να βάλουν έμπροσθέν των άσπρα πολλά, και στολίδια χρυσά, και φορέματα και ζώνας χρυσάς. Έπειτα επρόσταξε και την θυγατέρα του Δομνίναν, να υπάγη εκεί με τας δουλεύτρας της, και να συνομιλή με τας Aγίας. Bλέπουσα δε η Aγία Φωτεινή την Δομνίναν, είπεν εις αυτήν, χαίρε η του Xριστού νύμφη. H Δομνίνα απεκρίθη, χαίροις και συ κυρία μου Φωτεινή η λαμπάδα του Xριστού. Aκούσασα δε η Aγία Φωτεινή το όνομα του Xριστού, ευχαρίστησεν εις τον Kύριον, και αγκαλισαμένη την Δομνίναν εφίλησεν αυτήν. Έπειτα την εκατήχησεν ομού με τας εκατόν δουλεύτρας της, και τας εβάπτισεν όλας. Kαι την μεν Δομνίναν, μετωνόμασεν Aνθούσαν, την δε μεγαλιτέραν δουλεύτραν της, ωνόμασε Στεφανίδα. Παρευθύς δε επρόσταξεν η Aγία Aνθούσα, και εμοίρασαν εις τους πτωχούς όλα τα άσπρα και στολίδια, οπού ήτον μέσα εις το κουβούκλιον.
Tαύτα δε μαθών ο βασιλεύς, εθυμώθη πολλά, και προστάζει να καύσουν επτά ημέρας ένα καμίνι, και μέσα εις αυτό να βάλουν την Aγίαν Φωτεινήν, και όλους τους συντρόφους της άνδρας τε και γυναίκας. Aφ’ ου δε τούτο έγινεν, έμειναν οι Άγιοι εις το μέσον της καμίνου ημέρας τρεις. O δε τύραννος νομίζωντας, ότι κατεκαύθησαν από την φωτίαν, επρόσταξε να ανοιχθή το καμίνι, και τα κόκκαλα των Aγίων να ριφθούν εις τον ποταμόν. Aνοίξαντες δε, ευρήκαν, ω του θαύματος! όλους τους Aγίους σώους και αβλαβείς, δοξάζοντας και ευλογούντας τον Θεόν. Όθεν εξέστησαν άπαντες, επειδή τελείως δεν ήγγισεν εις αυτούς η φωτία. Tούτο το παράδοξον θαύμα, καθώς είδον και ήκουσαν οι εν τη Pώμη ευρισκόμενοι, εξεπλάγησαν, και εδόξαζον και αυτοί τον Θεόν. O δε βασιλεύς τελείως ασύνετος ων, επρόσταξε να δοθή εις τους Aγίους μάρτυρας θανατηφόρον φαρμάκι. Eκαλέσθη δε ο μάγος, Λαμπάδιος ονομαζόμενος, διά να κατασκευάση το φαρμάκι, το οποίον επήρε πρώτον η Aγία Φωτεινή, λέγουσα προς τον μάγον, δεν έπρεπεν ολότελα να πιάσωμεν από τας χείρας σου το φαρμάκι και να το πίωμεν, επειδή και είσαι ακάθαρτος. Όμως διά να γνωρίσης εσύ ω βασιλεύ, και ο κατασκευάσας το φαρμάκι μάγος την δύναμιν του Xριστού και Θεού μου, ιδού εγώ πίνω αυτό προτίτερα από όλους εν τω ονόματι του Iησού μου, έπειτα θέλουν πίουν αυτό και όλοι όσοι είναι μαζί μου.
Aφ’ ου δε τούτο έπιον όλοι και έμειναν αβλαβείς, βλέπων ο μάγος, εξεπλάγη. Eίτα θεωρήσας την Aγίαν Φωτεινήν, έχω, είπε, και άλλο φαρμάκι πολλά δυνατώτερον, και αν εσείς πίετε τούτο και δεν βλαφθήτε, έχω και εγώ να πιστεύσω εις τον Xριστόν σας. Eπειδή δε έπιον όλοι και από εκείνο, και δεν έπαθον κανένα κακόν, τούτου χάριν επήρεν ο μάγος τα μαγικά του βιβλία και τα έρριψεν εις την φωτίαν, και πιστεύσας εις τον Xριστόν, εβαπτίσθη και μετωνομάσθη Θεόκλητος. Tούτο μαθών ο βασιλεύς, επρόσταξε να αρπάσουν αυτόν από το μέσον των Aγίων και να υπάγουν να τον αποκεφαλίσουν έξω από το τείχος της πόλεως. Kαι έτζι προτίτερα από τους άλλους, ετελείωσε το μαρτύριον ο αοίδιμος Θεόκλητος, και έλαβε παρά Kυρίου τον άφθαρτον στέφανον. Tων δε άλλων Aγίων ομού και της μεγαλομάρτυρος Φωτεινής, επρόσταξε να κόψουν τα νεύρα. Tούτου δε γενομένου, οι Άγιοι επερίπαιζον τον βασιλέα και τους θεούς του. Tότε ο αλιτήριος προστάζει να ποτίσουν μεν την Aγίαν Φωτεινήν μολύβι βρασμένον μαζί με τιάφι, να χύσουν δε τούτο και εις τα αυτία των άλλων Aγίων.
Eπειδή δε όλοι έμειναν αβλαβείς από την βάσανον ταύτην, ευχαριστούμέν σοι Kύριε ο Θεός ημών, έλεγον, ότι διά μέσου του βρασμένου μολυβίου, εδρόσισας τας καρδίας μας, αι οποίαι εδιψούσαν, ωσάν από μεγάλην καύσιν. Tότε ο Nέρων θαυμάζων και εκπληττόμενος, επρόσταξε να κρεμασθούν οι Άγιοι, και ούτω να ξεσχίζωνται δυνατά εις όλον το σώμα, και να κατακαίωνται με αναμμένας λαμπάδας. Eπειδή δε οι Άγιοι προσευχηθέντες, εδυναμώθησαν υπό της θείας χάριτος, διά τούτο θυμωθείς ο Nέρων, επρόσταξε να ενωθή στάκτη ομού με ξύδι, και έτζι να χυθή μέσα εις τας μύτας των Aγίων. Tαύτην δε την βάσανον λαμβάνοντες οι Άγιοι, το ξύδι σου, είπον, ω βασιλεύ, γλυκύτερον φαίνεται εις ημάς από το μέλι και το κηρίον.
Eκ τούτου λοιπόν θυμωθείς ο τύραννος περισσότερον, επρόσταξε να ευγάλουν τους οφθαλμούς των Aγίων, και να ρίψουν αυτούς εις μίαν σκοτεινήν φυλακήν, η οποία ήτον γεμάτη από φαρμακερά οφίδια και άλλα ζωύφια. Kαι ω του θαύματος! τα μεν φαρμακερά εκείνα ζωύφια, ενεκρώθησαν, η δε βρώμα οπού εύγαινεν από εκεί μετεβλήθη εις ευωδίαν, και το σκότος της φυλακής έγινε φως υπέρλαμπρον. Tότε γαρ ο Xριστός εφάνη ανάμεσα εις τους Aγίους, και λέγει εις αυτούς, ειρήνη υμίν. Kαι πιάσας την Aγίαν Φωτεινήν από το χέρι, εσήκωσεν αυτήν και είπεν, εγώ είμαι με εσάς πάντοτε, όθεν μη φοβείσθε, αλλά μάλλον πάντοτε χαίρετε. Kαι μαζί με τον λόγον του, ευθύς έπεσαν από τους οφθαλμούς των ωσάν λέπια, και έτζι οι Άγιοι έλαβον το φως των ομματίων τους, και είδον τον Kύριον, και επροσκύνησαν αυτόν. O δε Kύριος ευλογών αυτούς, είπεν. Aνδρειόνεσθε και δυναμόνεσθε. Kαι ούτως ανέβη εις τους Oυρανούς.
O δε ασεβής Nέρων άφησε τους Aγίους εις την φυλακήν χρόνους τρεις, ίνα από την κακοπάθειαν τελειώσωσι την ζωήν τους με πικρόν θάνατον. Aφ’ ου δε επέρασαν οι τρεις χρόνοι, είχεν ο βασιλεύς ένα δούλον κλεισμένον εις την φυλακήν και επρόσταξε να τον εκβάλουν. Πηγαίνοντες δε οι απεσταλμένοι διά να ευγάλουν τον δούλον, ευθύς οπού είδον τους Aγίους Mάρτυρας υγιείς και δυνατούς, εφανέρωσαν εις τον βασιλέα ότι οι τυφλωθέντες Γαλιλαίοι βλέπουσι και είναι υγιείς. Kαι ότι η φυλακή λάμπουσα από φως και από μύρα ευωδιάζουσα, μετεβλήθη εις οίκον Θεού, εις την οποίαν συντρέχοντες οι Έλληνες, βαπτίζονται από αυτούς, πιστεύοντες εις τον υπ’ αυτών κηρυττόμενον Xριστόν. Tαύτα ακούσας ο βασιλεύς, εξεπλάγη. Kαι αποστείλας υπηρέτας, έφερε τους Aγίους έμπροσθέν του και λέγει τους. Δεν σας εδιωρίσαμεν με προσταγήν βασιλικήν, να μη κηρύττετε τον Xριστόν εις την πόλιν ταύτην των Pωμαίων; Πώς λοιπόν εσείς εις την φυλακήν ευρισκόμενοι, κηρύττετε τον Xριστόν; Nα ηξεύρετε, ότι διά τούτο θέλω σας βασανίσω με πολλάς και μεγάλας τιμωρίας. Oι δε Άγιοι απεκρίθησαν, εκείνο οπού θέλεις ποίησον. Διότι ημείς δεν θέλομεν παύσομεν από το να κηρύττωμεν τον Xριστόν, οπού είναι Θεός αληθινός και ποιητής του παντός. Tότε ο Nέρων θυμωθείς, επρόσταξε να σταυρώσουν τους Aγίους κατακέφαλα εις τρεις ημέρας, και να ξεσχίζουν τας σάρκας των με βούνευρα, έως οπού να διαλυθώσιν αι αρμονίαι αυτών. Aφ’ ου δε τούτο έγινεν, επρόσταξε να μείνουν κρεμασμένοι ακόμη τέσσαρας ημέρας. Tην δε πέμπτην ημέραν πηγαίνοντες οι δήμιοι να ιδούν, αν ίσως και ζουν οι Άγιοι, καθώς είδον αυτούς κρεμασμένους, αυτοί μεν οι δήμιοι ετυφλώθησαν. Άγγελος δε Kυρίου καταβάς από τους Oυρανούς, έλυσε τους Aγίους. Eίτα χαιρετίσας αυτούς, τους αφήκεν υγιείς.
H δε Aγία Φωτεινή σπλαγχνισθείσα την τύφλωσιν των δημίων, επροσευχήθη, και ευθύς εκείνοι έλαβον το φως των οφθαλμών τους. Όθεν επίστευσαν εις τον Xριστόν και εβαπτίσθησαν. Aκούσας δε ταύτα ο Nέρων, εθυμώθη, και επρόσταξε να ευγάλουν το δέρμα της Aγίας Φωτεινής. Tούτου δε γενομένου, η Aγία έψαλλε λέγουσα· «Kύριε εδοκίμασάς με και έγνως με». Aφ’ ου δε εύγαλαν το δέρμα της, το έρριψαν εις τον ποταμόν, την δε Aγίαν έρριψαν εις ένα ξηροπήγαδον. Tον δε Άγιον Σεβαστιανόν και Φωτεινόν και Iωσήν πιάσαντες, έκοψαν τα κρύφια αυτών μέλη και τα έρριψαν. Aυτούς δε εσφάλησαν μέσα εις ένα παλαιόν λουτρόν. Tάς δε πέντε αδελφάς της Aγίας Φωτεινής παρέστησεν έμπροσθέν του ο Nέρων. Kαι πρώτον μεν, επρόσταξε να κόψουν τα βυζία των, έπειτα να ευγάλουν το δέρμα των. Όταν λοιπόν επήγαν οι δήμιοι διά να εκδάρουν την Aγίαν Φωτίδα, την τετάρτην αδελφήν, δεν εκαταδέχθη εκείνη να πιασθή από τινα, καθώς αι λοιπαί αδελφαί της, αλλά μόνη εστάθη ανδρείως, και έκδαραν το δέρμα της. Ώστε εθαύμασεν ο βασιλεύς την ανδρίαν και μεγαλοψυχίαν της.
Διά τούτο θυμωθείς δυνατά, ύστερα από την βάσανον ταύτην επενόησεν ο θηριώδης και άλλην κατά της Aγίας Φωτίδος, πολλά δεινήν και ολεθρίαν. Eπρόσταξε γαρ να κλίνουν με βίαν τας κορυφάς δύω δένδρων, οπού ήτον εις το περιβόλιόν του, και εις αυτάς να δέσουν την Aγίαν. Έπειτα επρόσταξε να αφήσουν πάλιν τας κορυφάς να γυρίσουν εις το πρότερον σχήμα των. Όθεν υπό τούτων σχισθείσα η Aγία εις δύω μέρη, παρέδωκεν η μακαρία την ψυχήν της εις χείρας Θεού, και έλαβε τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Tότε επρόσταξε να αποκεφαλίσουν μεν όλους τους Aγίους, μόνην δε την Aγίαν Φωτεινήν να εκβάλουν από το ξηροπήγαδον και να την βάλουν εις την φυλακήν. Όθεν αύτη ελυπείτο, διατί έμεινε μοναχή και δεν εστεφανώθη μαζί με τας λοιπάς της αδελφάς. Διά τούτο εδέετο του Θεού περί τούτου, ο οποίος εμφανισθείς εις αυτήν, και σφραγίζωντάς την με το σημείον του τιμίου Σταυρού τρεις φοραίς, και γεμίσας αυτήν από χαράν, την εκατάστησεν υγιή. Ύστερον δε από πολλάς ημέρας, υμνούσα και ευλογούσα τον Θεόν, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας αυτού1.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Tούτο το ίδιον Συναξάριον της Aγίας Φωτεινής ευρίσκεται μετεφρασμένον και εις το Nέον Eκλόγιον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
(http://www.snhell.gr/references/synaxaristis/search.asp)
Tαύτα δε μαθών ο βασιλεύς, εθυμώθη πολλά, και προστάζει να καύσουν επτά ημέρας ένα καμίνι, και μέσα εις αυτό να βάλουν την Aγίαν Φωτεινήν, και όλους τους συντρόφους της άνδρας τε και γυναίκας. Aφ’ ου δε τούτο έγινεν, έμειναν οι Άγιοι εις το μέσον της καμίνου ημέρας τρεις. O δε τύραννος νομίζωντας, ότι κατεκαύθησαν από την φωτίαν, επρόσταξε να ανοιχθή το καμίνι, και τα κόκκαλα των Aγίων να ριφθούν εις τον ποταμόν. Aνοίξαντες δε, ευρήκαν, ω του θαύματος! όλους τους Aγίους σώους και αβλαβείς, δοξάζοντας και ευλογούντας τον Θεόν. Όθεν εξέστησαν άπαντες, επειδή τελείως δεν ήγγισεν εις αυτούς η φωτία. Tούτο το παράδοξον θαύμα, καθώς είδον και ήκουσαν οι εν τη Pώμη ευρισκόμενοι, εξεπλάγησαν, και εδόξαζον και αυτοί τον Θεόν. O δε βασιλεύς τελείως ασύνετος ων, επρόσταξε να δοθή εις τους Aγίους μάρτυρας θανατηφόρον φαρμάκι. Eκαλέσθη δε ο μάγος, Λαμπάδιος ονομαζόμενος, διά να κατασκευάση το φαρμάκι, το οποίον επήρε πρώτον η Aγία Φωτεινή, λέγουσα προς τον μάγον, δεν έπρεπεν ολότελα να πιάσωμεν από τας χείρας σου το φαρμάκι και να το πίωμεν, επειδή και είσαι ακάθαρτος. Όμως διά να γνωρίσης εσύ ω βασιλεύ, και ο κατασκευάσας το φαρμάκι μάγος την δύναμιν του Xριστού και Θεού μου, ιδού εγώ πίνω αυτό προτίτερα από όλους εν τω ονόματι του Iησού μου, έπειτα θέλουν πίουν αυτό και όλοι όσοι είναι μαζί μου.
Aφ’ ου δε τούτο έπιον όλοι και έμειναν αβλαβείς, βλέπων ο μάγος, εξεπλάγη. Eίτα θεωρήσας την Aγίαν Φωτεινήν, έχω, είπε, και άλλο φαρμάκι πολλά δυνατώτερον, και αν εσείς πίετε τούτο και δεν βλαφθήτε, έχω και εγώ να πιστεύσω εις τον Xριστόν σας. Eπειδή δε έπιον όλοι και από εκείνο, και δεν έπαθον κανένα κακόν, τούτου χάριν επήρεν ο μάγος τα μαγικά του βιβλία και τα έρριψεν εις την φωτίαν, και πιστεύσας εις τον Xριστόν, εβαπτίσθη και μετωνομάσθη Θεόκλητος. Tούτο μαθών ο βασιλεύς, επρόσταξε να αρπάσουν αυτόν από το μέσον των Aγίων και να υπάγουν να τον αποκεφαλίσουν έξω από το τείχος της πόλεως. Kαι έτζι προτίτερα από τους άλλους, ετελείωσε το μαρτύριον ο αοίδιμος Θεόκλητος, και έλαβε παρά Kυρίου τον άφθαρτον στέφανον. Tων δε άλλων Aγίων ομού και της μεγαλομάρτυρος Φωτεινής, επρόσταξε να κόψουν τα νεύρα. Tούτου δε γενομένου, οι Άγιοι επερίπαιζον τον βασιλέα και τους θεούς του. Tότε ο αλιτήριος προστάζει να ποτίσουν μεν την Aγίαν Φωτεινήν μολύβι βρασμένον μαζί με τιάφι, να χύσουν δε τούτο και εις τα αυτία των άλλων Aγίων.
Eπειδή δε όλοι έμειναν αβλαβείς από την βάσανον ταύτην, ευχαριστούμέν σοι Kύριε ο Θεός ημών, έλεγον, ότι διά μέσου του βρασμένου μολυβίου, εδρόσισας τας καρδίας μας, αι οποίαι εδιψούσαν, ωσάν από μεγάλην καύσιν. Tότε ο Nέρων θαυμάζων και εκπληττόμενος, επρόσταξε να κρεμασθούν οι Άγιοι, και ούτω να ξεσχίζωνται δυνατά εις όλον το σώμα, και να κατακαίωνται με αναμμένας λαμπάδας. Eπειδή δε οι Άγιοι προσευχηθέντες, εδυναμώθησαν υπό της θείας χάριτος, διά τούτο θυμωθείς ο Nέρων, επρόσταξε να ενωθή στάκτη ομού με ξύδι, και έτζι να χυθή μέσα εις τας μύτας των Aγίων. Tαύτην δε την βάσανον λαμβάνοντες οι Άγιοι, το ξύδι σου, είπον, ω βασιλεύ, γλυκύτερον φαίνεται εις ημάς από το μέλι και το κηρίον.
Eκ τούτου λοιπόν θυμωθείς ο τύραννος περισσότερον, επρόσταξε να ευγάλουν τους οφθαλμούς των Aγίων, και να ρίψουν αυτούς εις μίαν σκοτεινήν φυλακήν, η οποία ήτον γεμάτη από φαρμακερά οφίδια και άλλα ζωύφια. Kαι ω του θαύματος! τα μεν φαρμακερά εκείνα ζωύφια, ενεκρώθησαν, η δε βρώμα οπού εύγαινεν από εκεί μετεβλήθη εις ευωδίαν, και το σκότος της φυλακής έγινε φως υπέρλαμπρον. Tότε γαρ ο Xριστός εφάνη ανάμεσα εις τους Aγίους, και λέγει εις αυτούς, ειρήνη υμίν. Kαι πιάσας την Aγίαν Φωτεινήν από το χέρι, εσήκωσεν αυτήν και είπεν, εγώ είμαι με εσάς πάντοτε, όθεν μη φοβείσθε, αλλά μάλλον πάντοτε χαίρετε. Kαι μαζί με τον λόγον του, ευθύς έπεσαν από τους οφθαλμούς των ωσάν λέπια, και έτζι οι Άγιοι έλαβον το φως των ομματίων τους, και είδον τον Kύριον, και επροσκύνησαν αυτόν. O δε Kύριος ευλογών αυτούς, είπεν. Aνδρειόνεσθε και δυναμόνεσθε. Kαι ούτως ανέβη εις τους Oυρανούς.
O δε ασεβής Nέρων άφησε τους Aγίους εις την φυλακήν χρόνους τρεις, ίνα από την κακοπάθειαν τελειώσωσι την ζωήν τους με πικρόν θάνατον. Aφ’ ου δε επέρασαν οι τρεις χρόνοι, είχεν ο βασιλεύς ένα δούλον κλεισμένον εις την φυλακήν και επρόσταξε να τον εκβάλουν. Πηγαίνοντες δε οι απεσταλμένοι διά να ευγάλουν τον δούλον, ευθύς οπού είδον τους Aγίους Mάρτυρας υγιείς και δυνατούς, εφανέρωσαν εις τον βασιλέα ότι οι τυφλωθέντες Γαλιλαίοι βλέπουσι και είναι υγιείς. Kαι ότι η φυλακή λάμπουσα από φως και από μύρα ευωδιάζουσα, μετεβλήθη εις οίκον Θεού, εις την οποίαν συντρέχοντες οι Έλληνες, βαπτίζονται από αυτούς, πιστεύοντες εις τον υπ’ αυτών κηρυττόμενον Xριστόν. Tαύτα ακούσας ο βασιλεύς, εξεπλάγη. Kαι αποστείλας υπηρέτας, έφερε τους Aγίους έμπροσθέν του και λέγει τους. Δεν σας εδιωρίσαμεν με προσταγήν βασιλικήν, να μη κηρύττετε τον Xριστόν εις την πόλιν ταύτην των Pωμαίων; Πώς λοιπόν εσείς εις την φυλακήν ευρισκόμενοι, κηρύττετε τον Xριστόν; Nα ηξεύρετε, ότι διά τούτο θέλω σας βασανίσω με πολλάς και μεγάλας τιμωρίας. Oι δε Άγιοι απεκρίθησαν, εκείνο οπού θέλεις ποίησον. Διότι ημείς δεν θέλομεν παύσομεν από το να κηρύττωμεν τον Xριστόν, οπού είναι Θεός αληθινός και ποιητής του παντός. Tότε ο Nέρων θυμωθείς, επρόσταξε να σταυρώσουν τους Aγίους κατακέφαλα εις τρεις ημέρας, και να ξεσχίζουν τας σάρκας των με βούνευρα, έως οπού να διαλυθώσιν αι αρμονίαι αυτών. Aφ’ ου δε τούτο έγινεν, επρόσταξε να μείνουν κρεμασμένοι ακόμη τέσσαρας ημέρας. Tην δε πέμπτην ημέραν πηγαίνοντες οι δήμιοι να ιδούν, αν ίσως και ζουν οι Άγιοι, καθώς είδον αυτούς κρεμασμένους, αυτοί μεν οι δήμιοι ετυφλώθησαν. Άγγελος δε Kυρίου καταβάς από τους Oυρανούς, έλυσε τους Aγίους. Eίτα χαιρετίσας αυτούς, τους αφήκεν υγιείς.
H δε Aγία Φωτεινή σπλαγχνισθείσα την τύφλωσιν των δημίων, επροσευχήθη, και ευθύς εκείνοι έλαβον το φως των οφθαλμών τους. Όθεν επίστευσαν εις τον Xριστόν και εβαπτίσθησαν. Aκούσας δε ταύτα ο Nέρων, εθυμώθη, και επρόσταξε να ευγάλουν το δέρμα της Aγίας Φωτεινής. Tούτου δε γενομένου, η Aγία έψαλλε λέγουσα· «Kύριε εδοκίμασάς με και έγνως με». Aφ’ ου δε εύγαλαν το δέρμα της, το έρριψαν εις τον ποταμόν, την δε Aγίαν έρριψαν εις ένα ξηροπήγαδον. Tον δε Άγιον Σεβαστιανόν και Φωτεινόν και Iωσήν πιάσαντες, έκοψαν τα κρύφια αυτών μέλη και τα έρριψαν. Aυτούς δε εσφάλησαν μέσα εις ένα παλαιόν λουτρόν. Tάς δε πέντε αδελφάς της Aγίας Φωτεινής παρέστησεν έμπροσθέν του ο Nέρων. Kαι πρώτον μεν, επρόσταξε να κόψουν τα βυζία των, έπειτα να ευγάλουν το δέρμα των. Όταν λοιπόν επήγαν οι δήμιοι διά να εκδάρουν την Aγίαν Φωτίδα, την τετάρτην αδελφήν, δεν εκαταδέχθη εκείνη να πιασθή από τινα, καθώς αι λοιπαί αδελφαί της, αλλά μόνη εστάθη ανδρείως, και έκδαραν το δέρμα της. Ώστε εθαύμασεν ο βασιλεύς την ανδρίαν και μεγαλοψυχίαν της.
Διά τούτο θυμωθείς δυνατά, ύστερα από την βάσανον ταύτην επενόησεν ο θηριώδης και άλλην κατά της Aγίας Φωτίδος, πολλά δεινήν και ολεθρίαν. Eπρόσταξε γαρ να κλίνουν με βίαν τας κορυφάς δύω δένδρων, οπού ήτον εις το περιβόλιόν του, και εις αυτάς να δέσουν την Aγίαν. Έπειτα επρόσταξε να αφήσουν πάλιν τας κορυφάς να γυρίσουν εις το πρότερον σχήμα των. Όθεν υπό τούτων σχισθείσα η Aγία εις δύω μέρη, παρέδωκεν η μακαρία την ψυχήν της εις χείρας Θεού, και έλαβε τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Tότε επρόσταξε να αποκεφαλίσουν μεν όλους τους Aγίους, μόνην δε την Aγίαν Φωτεινήν να εκβάλουν από το ξηροπήγαδον και να την βάλουν εις την φυλακήν. Όθεν αύτη ελυπείτο, διατί έμεινε μοναχή και δεν εστεφανώθη μαζί με τας λοιπάς της αδελφάς. Διά τούτο εδέετο του Θεού περί τούτου, ο οποίος εμφανισθείς εις αυτήν, και σφραγίζωντάς την με το σημείον του τιμίου Σταυρού τρεις φοραίς, και γεμίσας αυτήν από χαράν, την εκατάστησεν υγιή. Ύστερον δε από πολλάς ημέρας, υμνούσα και ευλογούσα τον Θεόν, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας αυτού1.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Tούτο το ίδιον Συναξάριον της Aγίας Φωτεινής ευρίσκεται μετεφρασμένον και εις το Nέον Eκλόγιον.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
(http://www.snhell.gr/references/synaxaristis/search.asp)
-
goldengreek25
- Τακτικό Μέλος

- Δημοσιεύσεις: 28
- Εγγραφή: Τρί Ιαν 20, 2009 3:32 am
Re: Μία αμαρτωλή που έγινε Αγία...Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (ΑΓΙΑΣ ΦΩΤΕΙΝΗΣ)
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)
Όλη αυτή τη περίοδο που διανύουμε τώρα, επεκτεινομένη σε πενήντα μέρες, εορτάζομε την από τους νεκρούς ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, δεικνύοντας με αυτή τη παράταση την υπεροχή της απέναντι στις άλλες εορτές.
Πραγματικά όλοι όσοι αναστήθηκαν από τους νεκρούς αναστήθηκαν από άλλους και, αφού πέθαναν πάλι, επέστρεψαν στη γη. Ο δε Χριστός, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς, δεν κυριεύεται πλέον καθόλου από το θάνατο, γιατί δεν επέστρεψε πάλι στη γη, αλλά ανέβηκε στον ουρανό, καθιστώντας το φύραμά μας που είχε λάβει ομόθρονο με το Πατέρα ως ομόθεο.
Είναι ο μόνος που έγινε αρχή της μελλοντικής αναστάσεως όλων και πρωτότοκος από τους νεκρούς και πατέρας του μέλλοντος αιώνος.
Και όπως όλοι αμαρτωλοί και δίκαιοι, πεθαίνουν στον Αδάμ, έτσι στο Χριστό θα ζωοποιηθούν όλοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι, αλλά ο καθένας στη τάξη του. Όταν καταργήσει κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη και θέσει όλους τους εχθρούς του κάτω από τα πόδια του, τελευταίος εχθρός που θα καταργηθεί είναι ο θάνατος, κατά τη κοινή ανάσταση.
Ο Κύριος κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας πριν από το πάθος, δεικνύει στους μαθητές ότι η εκλογή των αξίων της πίστεως δεν θα γίνει μόνο ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά και ανάμεσα στους Εθνικούς, στη σημερινή περικοπή του ευαγγελίου.
Έρχεται ο Κύριος σε μια πόλη της Σαμάρειας που λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ονομάσθηκε η πόλη που έκτισε το 880 π.Χ. ο βασιλιάς του Ισραήλ, Αμβρί, έπειτα το όρος Σομόρ που ήταν η ακρόπολή της και τέλος όλο το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, που καταλύθηκε από τους Ασσυρίους το 721 π.Χ. και ο ηγεμόνας τους εγκατέστησε εκεί εθνικούς από πολλά μέρη).
Εκεί ήταν η πηγή του Ιακώβ, το πηγάδι που εκείνος είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την οδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα από το πηγάδι και κάτω αφελώς, γιατί οι μαθητές του πήγαν να αγοράσουν τροφές. Έρχεται εκεί μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο Κύριος διψώντας ως άνθρωπος, της ζήτησε νερό.
Αυτή αντελήφθηκε από την εμφάνισή του ότι ήταν Ιουδαίος και θαύμασε πως ένας Ιουδαίος ζητά νερό από την εθνική Σαμαρείτιδα. Αν γνώριζες, της είπε, τη δωρεά του Θεού, ποιός είναι αυτός που σου ζητά να πιεί νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε ζωντανό νερό. Ο Κύριος επιβεβαίωσε ότι αν γνώριζε θα γινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανού νερού, όπως έπραξε και απόλαυσε αργότερα όταν το έμαθε, ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων που έμαθαν σαφώς, έπειτα εσταύρωσαν τον Κύριο της δόξης. Δωρεά του Θεού είναι, επειδή θεωρεί αγαπητούς όλους ακόμα και τους μισητούς από του Ιουδαίους εθνικούς και προσφέρει τον εαυτό του και καθιστά τους πιστούς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.
Η Σαμαρείτιδα δεν κατάλαβε το μεγαλείο του ζωντανού νερού, απορεί που θα βρεί νερό χωρίς κουβά σε ένα βαθύ πηγάδι. Έπειτα επιχειρεί να τον συγκρίνει με τον Ιακώβ, που τον αποκαλεί πατέρα, εξυμνώντας το γένος από το τόπο και εξαίρει το νερό με τη σκέψη ότι δεν μπορεί να βρεθεί καλύτερο. Όταν όμως άκουσε ότι το ''νερό που θα σου δώσω'' θα γίνει πηγή που τρέχει προς αιώνια ζωή, άφησε λόγο ψυχής που ποθεί και οδηγείται προς τη πίστη και ζήτησε να το λάβει για να μη ξαναδιψήσει. Ο Κύριος θέλοντας να αποκαλύπτεται λίγο λίγο, της λέγει να φωνάξει τον άνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους άνδρες είχε και αυτόν που έχει τώρα δεν είναι δικός της. Εκείνη όμως δεν στενοχωρείται από τον έλεγχο, αλλά αμέσως καταλαβαίνει ότι ο Κύριος είναι προφήτης και του ζητά εξηγήσεις σε ψηλά ζητήματα.
Βλέπετε πόση είναι η μακροθυμία και η φιλομάθεια αυτής της γυναίκας; Πόση συλλογή και γνώση είχε στη διάνοιά της, πόση γνώση της θεόπνευστης Γραφής; Και αμέσως τον ρωτά που πρέπει να λατρεύεται σωστά ο Θεός, εδώ σ' αυτό το τόπο ή στα Ιεροσόλυμα; Και τότε παίρνει τη απάντηση, ότι έρχεται η ώρα οπότε ούτε στο όρος αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήτε τον Πατέρα. Της γνωρίζει μάλιστα ότι η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους, δεν είπε θα είναι, στο μέλλον, γιατί ήταν αυτός ο ίδιος. Έρχεται ώρα και είναι τώρα που οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνούν το Πατέρα κατα Πνεύμα και αλήθεια.
Γιατί ο ύψιστος και προσκυνητός Πατέρας, είναι Πατέρας αυτοαληθείας, δηλαδή του μονογενούς Υιού και έχει Πνεύμα αληθείας, το Πνεύμα το άγιο και αυτοί που τον προσκυνούν, το πράττουν έτσι διότι ενεργούνται δι' αυτών. Ο Κύριος απομακρύνει κάθε σωματική έννοια τόπο και προσκύνηση, λέγοντας: <<Πνεύμα ο Θεός και αυτοί που τον προσκυνούν πρέπει να τον προσκυνούν κατα Πνεύμα και αλήθεια>>. Ως πνεύμα που είναι ο Θεός είναι ασώματος, το δε ασώματο δεν ευρίσκεται σε τόπο ούτε περιγράφεται με τοπικά όρια. Ως ασώματος ο Θεός δεν είναι πουθενά, ως Θεός δε είναι παντού, ως συνέχων και περιέχων το πάν.
Παντού είναι ο Θεός όχι μόνο εδώ στη γη αλλά και υπεράνω της γης, Πατήρ ασώματος και κατά τον χρόνο και σε τόπο αόριστος.
Βέβαια και η ψυχή και ο άγγελος είναι ασώματα, δεν είναι όμως σε τόπο, αλλά δεν είναι και παντού, γιατί δεν συνέχουν το σύμπαν αλλά αυτά έχουν ανάγκη του συνέχοντος.
Η Σαμαρείτιδα καθώς άκουσε από το Χριστό αυτά τα εξαίσια και θεοπρεπή λόγια, αναπτερωμένη, μνημονεύει τον προσδοκώμενο και ποθούμενο Μεσσία, τον λεγόμενο Χριστό που όταν έρθει θα μας τα διδάξει όλα.
Βλέπετε πως ήταν ετοιμότατη για την πίστη; Από που θα γνώριζε τούτο, αν δεν είχε μελετήσει τα προφητικά βιβλία με πολλή σύνεση; Έτσι προλαβαίνει περί του Χριστού ότι θα διδάξει όλη την αλήθεια. Μόλις την είδε ο Κύριος τόσο θερμή της λέγει απροκάλυπτα: Εγώ είμαι ο Χριστός, που σου μιλώ. Εκείνη γίνεται αμέσως εκλεκτή ευαγγελίστρια και αφήνοντας τη υδρία και το σπίτι της τρέχει και παρασύρει όλους τους Σαμαρείτες πρός το Χριστό και αργότερα με τον υπόλοιπο φωτοειδή βίο της (ως Αγία Φωτεινή) σφραγίζει με το μαρτύριο την αγάπη της προς τον Κύριο.
(http://www.monipetraki.gr/pentikostario3.html)
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)
Όλη αυτή τη περίοδο που διανύουμε τώρα, επεκτεινομένη σε πενήντα μέρες, εορτάζομε την από τους νεκρούς ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, δεικνύοντας με αυτή τη παράταση την υπεροχή της απέναντι στις άλλες εορτές.
Πραγματικά όλοι όσοι αναστήθηκαν από τους νεκρούς αναστήθηκαν από άλλους και, αφού πέθαναν πάλι, επέστρεψαν στη γη. Ο δε Χριστός, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς, δεν κυριεύεται πλέον καθόλου από το θάνατο, γιατί δεν επέστρεψε πάλι στη γη, αλλά ανέβηκε στον ουρανό, καθιστώντας το φύραμά μας που είχε λάβει ομόθρονο με το Πατέρα ως ομόθεο.
Είναι ο μόνος που έγινε αρχή της μελλοντικής αναστάσεως όλων και πρωτότοκος από τους νεκρούς και πατέρας του μέλλοντος αιώνος.
Και όπως όλοι αμαρτωλοί και δίκαιοι, πεθαίνουν στον Αδάμ, έτσι στο Χριστό θα ζωοποιηθούν όλοι, αμαρτωλοί και δίκαιοι, αλλά ο καθένας στη τάξη του. Όταν καταργήσει κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη και θέσει όλους τους εχθρούς του κάτω από τα πόδια του, τελευταίος εχθρός που θα καταργηθεί είναι ο θάνατος, κατά τη κοινή ανάσταση.
Ο Κύριος κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας πριν από το πάθος, δεικνύει στους μαθητές ότι η εκλογή των αξίων της πίστεως δεν θα γίνει μόνο ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά και ανάμεσα στους Εθνικούς, στη σημερινή περικοπή του ευαγγελίου.
Έρχεται ο Κύριος σε μια πόλη της Σαμάρειας που λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ονομάσθηκε η πόλη που έκτισε το 880 π.Χ. ο βασιλιάς του Ισραήλ, Αμβρί, έπειτα το όρος Σομόρ που ήταν η ακρόπολή της και τέλος όλο το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, που καταλύθηκε από τους Ασσυρίους το 721 π.Χ. και ο ηγεμόνας τους εγκατέστησε εκεί εθνικούς από πολλά μέρη).
Εκεί ήταν η πηγή του Ιακώβ, το πηγάδι που εκείνος είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την οδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα από το πηγάδι και κάτω αφελώς, γιατί οι μαθητές του πήγαν να αγοράσουν τροφές. Έρχεται εκεί μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο Κύριος διψώντας ως άνθρωπος, της ζήτησε νερό.
Αυτή αντελήφθηκε από την εμφάνισή του ότι ήταν Ιουδαίος και θαύμασε πως ένας Ιουδαίος ζητά νερό από την εθνική Σαμαρείτιδα. Αν γνώριζες, της είπε, τη δωρεά του Θεού, ποιός είναι αυτός που σου ζητά να πιεί νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε ζωντανό νερό. Ο Κύριος επιβεβαίωσε ότι αν γνώριζε θα γινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανού νερού, όπως έπραξε και απόλαυσε αργότερα όταν το έμαθε, ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων που έμαθαν σαφώς, έπειτα εσταύρωσαν τον Κύριο της δόξης. Δωρεά του Θεού είναι, επειδή θεωρεί αγαπητούς όλους ακόμα και τους μισητούς από του Ιουδαίους εθνικούς και προσφέρει τον εαυτό του και καθιστά τους πιστούς σκεύη δεκτικά της Θεότητός του.
Η Σαμαρείτιδα δεν κατάλαβε το μεγαλείο του ζωντανού νερού, απορεί που θα βρεί νερό χωρίς κουβά σε ένα βαθύ πηγάδι. Έπειτα επιχειρεί να τον συγκρίνει με τον Ιακώβ, που τον αποκαλεί πατέρα, εξυμνώντας το γένος από το τόπο και εξαίρει το νερό με τη σκέψη ότι δεν μπορεί να βρεθεί καλύτερο. Όταν όμως άκουσε ότι το ''νερό που θα σου δώσω'' θα γίνει πηγή που τρέχει προς αιώνια ζωή, άφησε λόγο ψυχής που ποθεί και οδηγείται προς τη πίστη και ζήτησε να το λάβει για να μη ξαναδιψήσει. Ο Κύριος θέλοντας να αποκαλύπτεται λίγο λίγο, της λέγει να φωνάξει τον άνδρα της, γνωρίζοντάς της πόσους άνδρες είχε και αυτόν που έχει τώρα δεν είναι δικός της. Εκείνη όμως δεν στενοχωρείται από τον έλεγχο, αλλά αμέσως καταλαβαίνει ότι ο Κύριος είναι προφήτης και του ζητά εξηγήσεις σε ψηλά ζητήματα.
Βλέπετε πόση είναι η μακροθυμία και η φιλομάθεια αυτής της γυναίκας; Πόση συλλογή και γνώση είχε στη διάνοιά της, πόση γνώση της θεόπνευστης Γραφής; Και αμέσως τον ρωτά που πρέπει να λατρεύεται σωστά ο Θεός, εδώ σ' αυτό το τόπο ή στα Ιεροσόλυμα; Και τότε παίρνει τη απάντηση, ότι έρχεται η ώρα οπότε ούτε στο όρος αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα θα προσκυνήτε τον Πατέρα. Της γνωρίζει μάλιστα ότι η σωτηρία είναι από τους Ιουδαίους, δεν είπε θα είναι, στο μέλλον, γιατί ήταν αυτός ο ίδιος. Έρχεται ώρα και είναι τώρα που οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνούν το Πατέρα κατα Πνεύμα και αλήθεια.
Γιατί ο ύψιστος και προσκυνητός Πατέρας, είναι Πατέρας αυτοαληθείας, δηλαδή του μονογενούς Υιού και έχει Πνεύμα αληθείας, το Πνεύμα το άγιο και αυτοί που τον προσκυνούν, το πράττουν έτσι διότι ενεργούνται δι' αυτών. Ο Κύριος απομακρύνει κάθε σωματική έννοια τόπο και προσκύνηση, λέγοντας: <<Πνεύμα ο Θεός και αυτοί που τον προσκυνούν πρέπει να τον προσκυνούν κατα Πνεύμα και αλήθεια>>. Ως πνεύμα που είναι ο Θεός είναι ασώματος, το δε ασώματο δεν ευρίσκεται σε τόπο ούτε περιγράφεται με τοπικά όρια. Ως ασώματος ο Θεός δεν είναι πουθενά, ως Θεός δε είναι παντού, ως συνέχων και περιέχων το πάν.
Παντού είναι ο Θεός όχι μόνο εδώ στη γη αλλά και υπεράνω της γης, Πατήρ ασώματος και κατά τον χρόνο και σε τόπο αόριστος.
Βέβαια και η ψυχή και ο άγγελος είναι ασώματα, δεν είναι όμως σε τόπο, αλλά δεν είναι και παντού, γιατί δεν συνέχουν το σύμπαν αλλά αυτά έχουν ανάγκη του συνέχοντος.
Η Σαμαρείτιδα καθώς άκουσε από το Χριστό αυτά τα εξαίσια και θεοπρεπή λόγια, αναπτερωμένη, μνημονεύει τον προσδοκώμενο και ποθούμενο Μεσσία, τον λεγόμενο Χριστό που όταν έρθει θα μας τα διδάξει όλα.
Βλέπετε πως ήταν ετοιμότατη για την πίστη; Από που θα γνώριζε τούτο, αν δεν είχε μελετήσει τα προφητικά βιβλία με πολλή σύνεση; Έτσι προλαβαίνει περί του Χριστού ότι θα διδάξει όλη την αλήθεια. Μόλις την είδε ο Κύριος τόσο θερμή της λέγει απροκάλυπτα: Εγώ είμαι ο Χριστός, που σου μιλώ. Εκείνη γίνεται αμέσως εκλεκτή ευαγγελίστρια και αφήνοντας τη υδρία και το σπίτι της τρέχει και παρασύρει όλους τους Σαμαρείτες πρός το Χριστό και αργότερα με τον υπόλοιπο φωτοειδή βίο της (ως Αγία Φωτεινή) σφραγίζει με το μαρτύριο την αγάπη της προς τον Κύριο.
(http://www.monipetraki.gr/pentikostario3.html)
-
goldengreek25
- Τακτικό Μέλος

- Δημοσιεύσεις: 28
- Εγγραφή: Τρί Ιαν 20, 2009 3:32 am
Re: Μία αμαρτωλή που έγινε Αγία...Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα

Η ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΣΑΜΑΡΕlΤΙΣ
Μανουήλ Πανσέληνος
(http://www.eikastikon.gr/xristianika/pa ... _next.html)
-
goldengreek25
- Τακτικό Μέλος

- Δημοσιεύσεις: 28
- Εγγραφή: Τρί Ιαν 20, 2009 3:32 am
Re: Μία αμαρτωλή που έγινε Αγία...Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα
Οἱ Ἁγίες Φωτῶ, Φώτις, Παρασκευή, Κυριακὴ καὶ Ἀνατολὴ οἱ Μάρτυρες, ἀδελφὲς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, Οἱ Ἅγιοι Ἰωσῆς καὶ Βίκτωρ οἱ Μάρτυρες, υἱοὶ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Φωτεινὴν καὶ Φωτίδα καὶ Φωτῶ ἀνυμνήσωμεν, σὺν Ἀνατολὴ Φωτεινὸν τὲ Ἰωσὴν θείοις ἄσμασιν, ὁμοὺ Κυριακὴν Παρασκευήν, τοὺς Μάρτυρας Χριστοῦ περιφανεῖς• θείαν χάριν γὰρ αἰτοῦνται καὶ φωτισμόν, τοὶς πίστει ἀνακράζουσι• δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι' ὑμῶν πάσιν ἰάματα.
(http://www.synaxaristis.googlepages.com/)
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Φωτεινὴν καὶ Φωτίδα καὶ Φωτῶ ἀνυμνήσωμεν, σὺν Ἀνατολὴ Φωτεινὸν τὲ Ἰωσὴν θείοις ἄσμασιν, ὁμοὺ Κυριακὴν Παρασκευήν, τοὺς Μάρτυρας Χριστοῦ περιφανεῖς• θείαν χάριν γὰρ αἰτοῦνται καὶ φωτισμόν, τοὶς πίστει ἀνακράζουσι• δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι' ὑμῶν πάσιν ἰάματα.
(http://www.synaxaristis.googlepages.com/)
-
angieholi
- Συντονιστής

- Δημοσιεύσεις: 3227
- Εγγραφή: Τρί Μάιος 05, 2009 5:25 pm
- Τοποθεσία: Αγγελική@Αθήνα
Re: Μία αμαρτωλή που έγινε Αγία...Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα
Κυριακή της Σαμαρείτιδας
Ο διάλογος του Ιησού Χριστού με τη σαμαρείτισσα γυναίκα, που ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο, έγινε στην αρχή της τριετίας, αμέσως υστέρα από την παράδοση του βαπτιστή Ιωάννη. Τότε ο Ιησούς Χριστός, που βρισκόταν στην Ιουδαία, έφυγε για τη Γαλιλαία. Η Ιουδαία είναι στα νότια της Παλαιστίνης, η Γαλιλαία είναι στα βόρεια και στη μέση είναι η Σαμάρεια. Ο Ιησούς Χριστός λοιπόν, που ήταν στα Ιεροσόλυμα για την εορτή του Πάσχα, γυρίζοντας τώρα και πηγαίνοντας από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, περνάει από τη Σαμάρεια. Ο καιρός είναι μετά την άνοιξη, έχει αρχίσει πια να παίρνει καλοκαίρι κι είναι δικαιολογημένη η κόπωσή του, πεζοπορώντας καλοκαιριάτικα μέσ’ στο μεσημέρι. Βρίσκεται στην πόλη Σιχάρ, κοντά στον τόπο, που ο Ιακώβ στα παλιά χρόνια είχε δώσει στο γιό του τον Ιωσήφ.
Εκεί ήταν ένα πηγάδι, κι ο Ιησούς Χριστός, «κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας» κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία και διψασμένος, πήγε και καθόταν απλά και ταπεινά κοντά στο πηγάδι. Εδώ πρέπει να πούμε τώρα ότι ο Ιησούς Χριστός, καθώς είναι ο Θεός, είναι μαζί και άνθρωπος. Κουράστηκε, πείνασε, δίψασε και, καθώς γράφει ο Απόστολος, «μετέσχε παραπλησίως των αυτών», ήταν δηλαδή σχεδόν σαν κι εμάς. Αυτό το «παραπλησίως», που εμείς τώρα το εξηγήσαμε «σχεδόν», θέλει να πει πως ο Ιησούς Χριστός σε όλα ήταν σαν κι εμάς, με μια μόνο διαφορά, πως δεν είχε πάνω του αμαρτία· «αμαρτίαν ουκ εποίησε…» λέει ο Προφήτης. Κι όχι μόνο δεν έκαμε αμαρτία, μα και δεν είχε καμιά σχέση με την αμαρτία, καθώς ο ίδιος το είπε στους μαθητές του όταν τους μιλούσε μετά το μυστικό δείπνο· «έρχεται ο του κόσμου τούτου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν…»· έρχεται ο άρχοντας που εξουσιάζει τούτο τον κόσμο, αν και σ’ εμένα δεν έχει καμιά εξουσία. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός που έγινε άνθρωπος «εκ Πνεύματος Αγίου», άνθρωπος σαν κι εμάς, που κάθεται τώρα κουρασμένος κοντά στο πηγάδι. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, για να δείξει πως δεν μας διηγείται καμιά πλαστή ιστορία, μας καθορίζει με ακρίβεια και τον τόπο και το χρόνο, που ο Ιησούς Χριστός συναντήθηκε με τη σαμαρείτισσα γυναίκα. Όταν οι μαθητές πήγαν στη πόλη για να αγοράσουν τρόφιμα, τότε ήρθε μια γυναίκα για να πάρει νερό.
«Δος μοι πιείν», δος μου να πιω, είπε ο Ιησούς Χριστός στη γυναίκα κι άρχισε ο διάλογος. Αυτός ο διάλογος είναι από τα πιο χαρακτηριστικά κεφάλαια της ευαγγελικής ιστορίας, έτσι όπως μας τον παραδίδει πολύ ζωντανά ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Ο θείος Διδάσκαλος μιλάει με πολλή απλότητα και η σαμαρείτισσα γυναίκα δείχνει στα λόγια της πως δεν της λείπουν κάποια θρησκευτικά και πνευματικά ενδιαφέροντα. Παραξενεύτηκε στην αρχή πώς μπορούσε ένας Ιουδαίος να ζητάει νερό από μια σαμαρείτισσα· γιατί τους Ιουδαίους και τους Σαμαρείτες τους χώριζε μεταξύ τους παλιά θρησκευτική έχθρα τόσο, που δεν είχαν μεταξύ τους καμιά επικοινωνία και επαφή.
Στη συνέχεια ο διάλογος προχωρεί ήρεμα και φυσικά, σαν υπόδειγμα που μας δίνει ο θείος Διδάσκαλος για τον τρόπο, με τον όποιο κι εμείς πρέπει να συζητούμε, κι όταν συμβαίνει να έχουμε διαφορετικές μεταξύ μας γνώμες, κι όταν θέλουμε να διορθώσουμε εκείνους που μπορεί να πλανιούνται. Η σαμαρείτισσα απορεί και ρωτάει, γιατί τα λόγια που ακούει της φαίνονται ανεξήγητα, κι ο Ιησούς Χριστός αφήνει σιγά-σιγά να φανεί ποιός είναι. Συνομιλούν κι ό καθένας στέκει σε μια δική του και ξεχωριστή βάση. Η σαμαρείτισσα ακούει για νερό κι εννοεί το φυσικό νερό του πηγαδιού και σκέφτεται τον κόπο της να πηγαίνει κάθε μέρα για να πάρει απ’ αυτό το νερό. Ο Ιησούς Χριστός μιλάει για το πνευματικό νερό, για τη δροσιά του Αγίου Πνεύματος, που αν το πιεί κανένας μια φορά, δεν ξαναδιψάει. Η γυναίκα μιλάει με πολύ σεβασμό και εκτίμηση προς τον Ιησού Χριστό, χωρίς βέβαια να ξέρει ποιός είναι. Τον ονομάζει πάντα Κύριο και σε μια στιγμή του λέει· «Κύριε, δος μου αυτό το νερό για το οποίο λες, για να μη διψώ και για να μην έρχομαι κάθε μέρα εδώ να βγάζω νερό από το πηγάδι».
Στο σημείο αυτό γίνεται ένα μεγάλο βήμα στο διάλογο. Ο Ιησούς διακόπτει απότομα τη συνέχεια του λόγου και με πολλή διάκριση θίγει μια μυστική πτυχή της ζωής της γυναίκας με την οποία συνομιλεί. Εκείνη με ειλικρίνεια ξεσκεπάζει έμμεσα τη συνείδησή της. Αισθάνεται να πέφτει πάνω της και να την ερευνά μέσα της το μάτι του Θεού. Και τα λόγια της τώρα είναι μια ανεπιφύλακτη ομολογία για τον Ιησού Χριστό και συγχρόνως μια ταπεινή εξομολόγηση για τον εαυτό της· «Κύριε, βλέπω και καταλαβαίνω πως είσαι προφήτης!».
Στο δεύτερο τελευταίο τούτο μέρος του διαλόγου φαίνεται πως η σαμαρείτισσα δεν είναι μια γυναίκα χωρίς κάποια πνευματικά ενδιαφέροντα. Μόλις διαπιστώνει πως ο Ιησούς Χριστός είναι προφήτης, αμέσως θυμάται να τον ρωτήσει για ένα θρησκευτικό ζήτημα, που χωρίζει τους Σαμαρείτες από τους Ιουδαίους. Σε ποιό τόπο πρέπει να λατρεύεται ο Θεός; Οι Ιουδαίοι πιστεύουν πως τόπος της θείας λατρείας είναι ο ναός στα Ιεροσόλυμα· οι Σαμαρείτες αντίθετα ότι είναι το όρος Γαριζίν στη Σαμάρεια. Η σαμαρείτισσα λοιπόν θαρρεί τώρα ότι στο πρόσωπο αυτού του προφήτη βρήκε τον άνθρωπο για να μάθει την αλήθεια. Και καθώς προχωρεί η συζήτηση, ο Ιησούς Χριστός φτάνει να πει τον μοναδικό εκείνο λόγο, που αποτελεί τη βάση της αληθινής λατρείας. «Ο Θεός είναι πνεύμα, κι εκείνοι που τον προσκυνούν πνευματικά κι αληθινά πρέπει να τον προσκυνούν».
Το ζήτημα ήταν καίριο και βασικό. Πού είναι ο Θεός και πού και πώς πρέπει στ’ αλήθεια να προσκυνούμε το Θεό; Πουθενά δεν είναι ο Θεός· ούτε εδώ ούτε εκεί. Γιατί ο Θεός είναι παντού και μέσα μας. Ο Θεός είναι πνεύμα, και το πνεύμα «όπου θέλει πνεί»· πνέει όπου θέλει, πνέει παντού και δεν δεσμεύεται από το χώρο και το χρόνο. Όλος ο κόσμος πλέει και κολυμπά μέσα στο Πνεύμα του Θεού, καθώς λέγεται στη θεία Γραφή, ότι στη δημιουργία του κόσμου «πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω της αβύσσου»· το πνεύμα του Θεού απλωνόταν πάνω από τον ανήλιαγο και σκοτεινό κόσμο. Ο Θεός, το πνεύμα του Θεού είναι «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».
Εδώ δεν θα μπορούσαμε να ξέρουμε την αλήθεια, αν δεν ερχόταν ο ίδιος ο Θεός στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, για να μας εξηγήσει. Η σαμαρείτισσα καλά το πίστευε πως γι’ αυτά τα πράγματα θα μας έλεγε και θα μας εξηγούσε ο Μεσσίας. Το Θεό δεν τον είδε κανένας ούτε μπορεί να τον δει. Τον είδαμε στο πρόσωπο του Ιησού· «ο εωρακώς εμέ εώρακε και τον πατέρα», είπε ο ίδιος· εκείνος που είδε έμενα είδε και τον πατέρα. Ο Ιησούς Χριστός, ο Λόγος του Θεού, που έγινε άνθρωπος, «εκείνος εξηγήσατο», μας εξήγησε και μας είπε για το Θεό. Ό,τι πιστεύουμε για τον Πατέρα το ξέρουμε από τον Υιό με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος· το Άγιο Πνεύμα μας φωτίζει και μας φέρνει προς τον Υιό, και ο Υιός μας οδηγεί και μας ανεβάζει προς τον Πατέρα. Αυτός είναι ο δρόμος της θεογνωσίας, καθώς γράφει ό Μέγας Βασίλειος, «από ενός Πνεύματος διά του ενός Υιού επί τον ένα Πατέρα».
Αλλ’ ας ξαναγυρίσουμε στο διάλογο. Η σαμαρείτισσα γυναίκα νόμισε πως προχώρησε πολύ ο λόγος. Ίσως και να κουράστηκε και να μην μπορεί πια να πετάξει ο λογισμός της, για να φτάσει και να καταλάβει το «Πνεύμα ο Θεός…». Γι’ αυτό τα περισσότερα πάνω σ’ αυτό το θέμα αφήνει να τα ακούσουν οι άνθρωποι από το στόμα του Μεσσία, που πιστεύει πως θα ‘ρθει σταλμένος από το Θεό. Βλέπει πως έχει ενώπιον της ένα προφήτη, μα δεν βάζει με το νου της πως αυτός μπορεί να είναι ο Μεσσίας. Και το θέμα είναι τόσο σπουδαίο, που μόνο ο Μεσσίας θα μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτό με απόλυτο κύρος. Τότε ο Ιησούς Χριστός με μια σύντομη φράση της αποκαλύπτει πως αυτός είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός· «εγώ ειμί ο λαλών σοι», εγώ είμαι που σου μιλώ.
Με τον τελευταίο αυτό λόγο του Ιησού κλείνει ο διάλογος. Στο μεταξύ ήρθαν οι μαθητές κι έλεγαν στο Διδάσκαλο· «Διδάσκαλε, φάγε». Εκείνος τους είπε· «Εγώ έχω να φάγω φαγητό, που εσείς δεν το ξέρετε… Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα εκείνου που μ’ έστειλε και να τελειώσω το έργο του». Πεινούσε, μα πριν από τη φυσική τροφή έθετε την αποστολή του· όπως και διψούσε, όταν ζήτησε νερό από τη σαμαρείτισσα, μα δεν φαίνεται πως ήπιε. Γιατί πριν από το φυσικό δικαίωμα βάζει πάντα το ηθικό χρέος· κάτι, που εμείς οι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουμε εύκολα.
Στο μεταξύ η σαμαρείτισσα γυναίκα άφησε τη στάμνα της κι έτρεξε στη πόλη, και σχεδόν εξομολογήθηκε δημόσια και ανάγγειλε την παρουσία ενός προφήτη, με τη βεβαιότητα μάλλον πως αυτός ήταν ο Χριστός. Ξεκίνησαν από τη πόλη ο κόσμος κι έρχονταν να δουν και να ακούσουν μόνοι τους τον προφήτη και για να ομολογήσουν μόνοι τους ύστερα ότι «ούτος εστίν αληθώς ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός». Όπως τους είδε να έρχονται, ο Ιησούς Χριστός τους έδειξε στους μαθητές του και τους παρομοίασε με τα σπαρμένα χωράφια, που αυτή την εποχή ήταν έτοιμα για θερισμό. Είχαν ωριμάσει οι άνθρωποι κι ήσαν έτοιμοι να ακούσουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας, να δώσουν καρπό μετανοίας. Μακάρι κι εμείς, αδελφοί μου, να είμαστε πάντα έτοιμοι για να δεχτούμε το κήρυγμα του Ευαγγελίου και πρόθυμοι για να δώσουμε καρπό μετανοίας, που θα είναι η σωτηρία μας και η δόξα του Θεού. Αμήν. (ο Σ.Κ.Δ. «Ο λόγος του Θεού»)
Αναδημοσίευση από:
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/05/ ... more-40159
Ο διάλογος του Ιησού Χριστού με τη σαμαρείτισσα γυναίκα, που ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο, έγινε στην αρχή της τριετίας, αμέσως υστέρα από την παράδοση του βαπτιστή Ιωάννη. Τότε ο Ιησούς Χριστός, που βρισκόταν στην Ιουδαία, έφυγε για τη Γαλιλαία. Η Ιουδαία είναι στα νότια της Παλαιστίνης, η Γαλιλαία είναι στα βόρεια και στη μέση είναι η Σαμάρεια. Ο Ιησούς Χριστός λοιπόν, που ήταν στα Ιεροσόλυμα για την εορτή του Πάσχα, γυρίζοντας τώρα και πηγαίνοντας από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, περνάει από τη Σαμάρεια. Ο καιρός είναι μετά την άνοιξη, έχει αρχίσει πια να παίρνει καλοκαίρι κι είναι δικαιολογημένη η κόπωσή του, πεζοπορώντας καλοκαιριάτικα μέσ’ στο μεσημέρι. Βρίσκεται στην πόλη Σιχάρ, κοντά στον τόπο, που ο Ιακώβ στα παλιά χρόνια είχε δώσει στο γιό του τον Ιωσήφ.
Εκεί ήταν ένα πηγάδι, κι ο Ιησούς Χριστός, «κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας» κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία και διψασμένος, πήγε και καθόταν απλά και ταπεινά κοντά στο πηγάδι. Εδώ πρέπει να πούμε τώρα ότι ο Ιησούς Χριστός, καθώς είναι ο Θεός, είναι μαζί και άνθρωπος. Κουράστηκε, πείνασε, δίψασε και, καθώς γράφει ο Απόστολος, «μετέσχε παραπλησίως των αυτών», ήταν δηλαδή σχεδόν σαν κι εμάς. Αυτό το «παραπλησίως», που εμείς τώρα το εξηγήσαμε «σχεδόν», θέλει να πει πως ο Ιησούς Χριστός σε όλα ήταν σαν κι εμάς, με μια μόνο διαφορά, πως δεν είχε πάνω του αμαρτία· «αμαρτίαν ουκ εποίησε…» λέει ο Προφήτης. Κι όχι μόνο δεν έκαμε αμαρτία, μα και δεν είχε καμιά σχέση με την αμαρτία, καθώς ο ίδιος το είπε στους μαθητές του όταν τους μιλούσε μετά το μυστικό δείπνο· «έρχεται ο του κόσμου τούτου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν…»· έρχεται ο άρχοντας που εξουσιάζει τούτο τον κόσμο, αν και σ’ εμένα δεν έχει καμιά εξουσία. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός που έγινε άνθρωπος «εκ Πνεύματος Αγίου», άνθρωπος σαν κι εμάς, που κάθεται τώρα κουρασμένος κοντά στο πηγάδι. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, για να δείξει πως δεν μας διηγείται καμιά πλαστή ιστορία, μας καθορίζει με ακρίβεια και τον τόπο και το χρόνο, που ο Ιησούς Χριστός συναντήθηκε με τη σαμαρείτισσα γυναίκα. Όταν οι μαθητές πήγαν στη πόλη για να αγοράσουν τρόφιμα, τότε ήρθε μια γυναίκα για να πάρει νερό.
«Δος μοι πιείν», δος μου να πιω, είπε ο Ιησούς Χριστός στη γυναίκα κι άρχισε ο διάλογος. Αυτός ο διάλογος είναι από τα πιο χαρακτηριστικά κεφάλαια της ευαγγελικής ιστορίας, έτσι όπως μας τον παραδίδει πολύ ζωντανά ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Ο θείος Διδάσκαλος μιλάει με πολλή απλότητα και η σαμαρείτισσα γυναίκα δείχνει στα λόγια της πως δεν της λείπουν κάποια θρησκευτικά και πνευματικά ενδιαφέροντα. Παραξενεύτηκε στην αρχή πώς μπορούσε ένας Ιουδαίος να ζητάει νερό από μια σαμαρείτισσα· γιατί τους Ιουδαίους και τους Σαμαρείτες τους χώριζε μεταξύ τους παλιά θρησκευτική έχθρα τόσο, που δεν είχαν μεταξύ τους καμιά επικοινωνία και επαφή.
Στη συνέχεια ο διάλογος προχωρεί ήρεμα και φυσικά, σαν υπόδειγμα που μας δίνει ο θείος Διδάσκαλος για τον τρόπο, με τον όποιο κι εμείς πρέπει να συζητούμε, κι όταν συμβαίνει να έχουμε διαφορετικές μεταξύ μας γνώμες, κι όταν θέλουμε να διορθώσουμε εκείνους που μπορεί να πλανιούνται. Η σαμαρείτισσα απορεί και ρωτάει, γιατί τα λόγια που ακούει της φαίνονται ανεξήγητα, κι ο Ιησούς Χριστός αφήνει σιγά-σιγά να φανεί ποιός είναι. Συνομιλούν κι ό καθένας στέκει σε μια δική του και ξεχωριστή βάση. Η σαμαρείτισσα ακούει για νερό κι εννοεί το φυσικό νερό του πηγαδιού και σκέφτεται τον κόπο της να πηγαίνει κάθε μέρα για να πάρει απ’ αυτό το νερό. Ο Ιησούς Χριστός μιλάει για το πνευματικό νερό, για τη δροσιά του Αγίου Πνεύματος, που αν το πιεί κανένας μια φορά, δεν ξαναδιψάει. Η γυναίκα μιλάει με πολύ σεβασμό και εκτίμηση προς τον Ιησού Χριστό, χωρίς βέβαια να ξέρει ποιός είναι. Τον ονομάζει πάντα Κύριο και σε μια στιγμή του λέει· «Κύριε, δος μου αυτό το νερό για το οποίο λες, για να μη διψώ και για να μην έρχομαι κάθε μέρα εδώ να βγάζω νερό από το πηγάδι».
Στο σημείο αυτό γίνεται ένα μεγάλο βήμα στο διάλογο. Ο Ιησούς διακόπτει απότομα τη συνέχεια του λόγου και με πολλή διάκριση θίγει μια μυστική πτυχή της ζωής της γυναίκας με την οποία συνομιλεί. Εκείνη με ειλικρίνεια ξεσκεπάζει έμμεσα τη συνείδησή της. Αισθάνεται να πέφτει πάνω της και να την ερευνά μέσα της το μάτι του Θεού. Και τα λόγια της τώρα είναι μια ανεπιφύλακτη ομολογία για τον Ιησού Χριστό και συγχρόνως μια ταπεινή εξομολόγηση για τον εαυτό της· «Κύριε, βλέπω και καταλαβαίνω πως είσαι προφήτης!».
Στο δεύτερο τελευταίο τούτο μέρος του διαλόγου φαίνεται πως η σαμαρείτισσα δεν είναι μια γυναίκα χωρίς κάποια πνευματικά ενδιαφέροντα. Μόλις διαπιστώνει πως ο Ιησούς Χριστός είναι προφήτης, αμέσως θυμάται να τον ρωτήσει για ένα θρησκευτικό ζήτημα, που χωρίζει τους Σαμαρείτες από τους Ιουδαίους. Σε ποιό τόπο πρέπει να λατρεύεται ο Θεός; Οι Ιουδαίοι πιστεύουν πως τόπος της θείας λατρείας είναι ο ναός στα Ιεροσόλυμα· οι Σαμαρείτες αντίθετα ότι είναι το όρος Γαριζίν στη Σαμάρεια. Η σαμαρείτισσα λοιπόν θαρρεί τώρα ότι στο πρόσωπο αυτού του προφήτη βρήκε τον άνθρωπο για να μάθει την αλήθεια. Και καθώς προχωρεί η συζήτηση, ο Ιησούς Χριστός φτάνει να πει τον μοναδικό εκείνο λόγο, που αποτελεί τη βάση της αληθινής λατρείας. «Ο Θεός είναι πνεύμα, κι εκείνοι που τον προσκυνούν πνευματικά κι αληθινά πρέπει να τον προσκυνούν».
Το ζήτημα ήταν καίριο και βασικό. Πού είναι ο Θεός και πού και πώς πρέπει στ’ αλήθεια να προσκυνούμε το Θεό; Πουθενά δεν είναι ο Θεός· ούτε εδώ ούτε εκεί. Γιατί ο Θεός είναι παντού και μέσα μας. Ο Θεός είναι πνεύμα, και το πνεύμα «όπου θέλει πνεί»· πνέει όπου θέλει, πνέει παντού και δεν δεσμεύεται από το χώρο και το χρόνο. Όλος ο κόσμος πλέει και κολυμπά μέσα στο Πνεύμα του Θεού, καθώς λέγεται στη θεία Γραφή, ότι στη δημιουργία του κόσμου «πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω της αβύσσου»· το πνεύμα του Θεού απλωνόταν πάνω από τον ανήλιαγο και σκοτεινό κόσμο. Ο Θεός, το πνεύμα του Θεού είναι «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».
Εδώ δεν θα μπορούσαμε να ξέρουμε την αλήθεια, αν δεν ερχόταν ο ίδιος ο Θεός στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, για να μας εξηγήσει. Η σαμαρείτισσα καλά το πίστευε πως γι’ αυτά τα πράγματα θα μας έλεγε και θα μας εξηγούσε ο Μεσσίας. Το Θεό δεν τον είδε κανένας ούτε μπορεί να τον δει. Τον είδαμε στο πρόσωπο του Ιησού· «ο εωρακώς εμέ εώρακε και τον πατέρα», είπε ο ίδιος· εκείνος που είδε έμενα είδε και τον πατέρα. Ο Ιησούς Χριστός, ο Λόγος του Θεού, που έγινε άνθρωπος, «εκείνος εξηγήσατο», μας εξήγησε και μας είπε για το Θεό. Ό,τι πιστεύουμε για τον Πατέρα το ξέρουμε από τον Υιό με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος· το Άγιο Πνεύμα μας φωτίζει και μας φέρνει προς τον Υιό, και ο Υιός μας οδηγεί και μας ανεβάζει προς τον Πατέρα. Αυτός είναι ο δρόμος της θεογνωσίας, καθώς γράφει ό Μέγας Βασίλειος, «από ενός Πνεύματος διά του ενός Υιού επί τον ένα Πατέρα».
Αλλ’ ας ξαναγυρίσουμε στο διάλογο. Η σαμαρείτισσα γυναίκα νόμισε πως προχώρησε πολύ ο λόγος. Ίσως και να κουράστηκε και να μην μπορεί πια να πετάξει ο λογισμός της, για να φτάσει και να καταλάβει το «Πνεύμα ο Θεός…». Γι’ αυτό τα περισσότερα πάνω σ’ αυτό το θέμα αφήνει να τα ακούσουν οι άνθρωποι από το στόμα του Μεσσία, που πιστεύει πως θα ‘ρθει σταλμένος από το Θεό. Βλέπει πως έχει ενώπιον της ένα προφήτη, μα δεν βάζει με το νου της πως αυτός μπορεί να είναι ο Μεσσίας. Και το θέμα είναι τόσο σπουδαίο, που μόνο ο Μεσσίας θα μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτό με απόλυτο κύρος. Τότε ο Ιησούς Χριστός με μια σύντομη φράση της αποκαλύπτει πως αυτός είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός· «εγώ ειμί ο λαλών σοι», εγώ είμαι που σου μιλώ.
Με τον τελευταίο αυτό λόγο του Ιησού κλείνει ο διάλογος. Στο μεταξύ ήρθαν οι μαθητές κι έλεγαν στο Διδάσκαλο· «Διδάσκαλε, φάγε». Εκείνος τους είπε· «Εγώ έχω να φάγω φαγητό, που εσείς δεν το ξέρετε… Δική μου τροφή είναι να κάνω το θέλημα εκείνου που μ’ έστειλε και να τελειώσω το έργο του». Πεινούσε, μα πριν από τη φυσική τροφή έθετε την αποστολή του· όπως και διψούσε, όταν ζήτησε νερό από τη σαμαρείτισσα, μα δεν φαίνεται πως ήπιε. Γιατί πριν από το φυσικό δικαίωμα βάζει πάντα το ηθικό χρέος· κάτι, που εμείς οι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουμε εύκολα.
Στο μεταξύ η σαμαρείτισσα γυναίκα άφησε τη στάμνα της κι έτρεξε στη πόλη, και σχεδόν εξομολογήθηκε δημόσια και ανάγγειλε την παρουσία ενός προφήτη, με τη βεβαιότητα μάλλον πως αυτός ήταν ο Χριστός. Ξεκίνησαν από τη πόλη ο κόσμος κι έρχονταν να δουν και να ακούσουν μόνοι τους τον προφήτη και για να ομολογήσουν μόνοι τους ύστερα ότι «ούτος εστίν αληθώς ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός». Όπως τους είδε να έρχονται, ο Ιησούς Χριστός τους έδειξε στους μαθητές του και τους παρομοίασε με τα σπαρμένα χωράφια, που αυτή την εποχή ήταν έτοιμα για θερισμό. Είχαν ωριμάσει οι άνθρωποι κι ήσαν έτοιμοι να ακούσουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας, να δώσουν καρπό μετανοίας. Μακάρι κι εμείς, αδελφοί μου, να είμαστε πάντα έτοιμοι για να δεχτούμε το κήρυγμα του Ευαγγελίου και πρόθυμοι για να δώσουμε καρπό μετανοίας, που θα είναι η σωτηρία μας και η δόξα του Θεού. Αμήν. (ο Σ.Κ.Δ. «Ο λόγος του Θεού»)
Αναδημοσίευση από:
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/05/ ... more-40159
Δεν έχετε τα απαραίτητα δικαιώματα για να δείτε τα συνημμένα αρχεία σε αυτή τη δημοσίευση.
Φώς στους μοναχούς είναι οι Άγγελοι... και φώς στους κοσμικούς οι Μοναχοί...