Αποσπάσματα από το βιβλίο Ανθολόγιο Συμβουλών
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
«Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή»
«Σήμερα οι άνθρωποι ζητούν να τους αγαπήσουν και γιʼ αυτό αποτυγχάνουν.
Το σωστό είναι να μην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν, αλλά αν εσύ αγαπάς τον Χριστό και τους ανθρώπους.
Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή». [Γ 40]
«Αγάπα όλους»
«Δεν πρέπει να κάνεις τον χριστιανικό σου αγώνα με κηρύγματα και αντιδικίες, αλλά με πραγματική μυστική αγάπη. Όταν αντιδικούμε, οι άλλοι αντιδρούν. Όταν τους αγαπάμε, συγκινούνται και τους κερδίζουμε. Όταν αγαπάμε, νομίζουμε ότι προσφέρουμε στους άλλους, ενώ στην πραγματικότητα προσφέρουμε πρώτα στον εαυτό μας. Η αγάπη χρειάζεται θυσίες. Να θυσιάζουμε ταπεινά κάτι δικό μας, που στην πραγματικότητα είναι του Θεού». [Γ40-1]
«Όταν αγαπάς τον Χριστό, αγαπάς όλους»
«Ο Χριστός είναι η Εκκλησία και η Εκκλησία είναι ο Χριστός, που μας έχει προσλάβει όλους στον Εαυτό Του. Όταν αγαπάς τον Χριστό, αγαπάς συγχρόνως όλους τους ανθρώπους, χωρίς να ρωτάς αν οι άνθρωποι είναι άξιοι της αγάπης ή ακόμη αν την αποδεχθούν ή την απορρίψουν. Όταν θέλεις να συναντήσεις τον Χριστό, θα Τον βρεις στο χώρο της Εκκλησίας, γιατί εδώ είναι ενωμένη ολόκληρη η ανθρωπότητα με τον Θεό στο Πρόσωπο του Χριστού. Δεν μπορεί να επικοινωνείς με τον Χριστό και να μην τα έχεις καλά με τους άλλους ανθρώπους».
«Ο Θεός δεν τιμωρεί»
«Όχι, ο Θεός δεν τιμωρεί, ο άνθρωπος αυτοτιμωρείται, απομακρυνόμενος από τον Θεό.
Είναι, ας πούμε: Εδώ νερό, εκεί φωτιά.
Είμαι ελεύθερος να διαλέξω. Βάζω το χέρι μου στο νερό, δροσίζομαι, το βάζω στη φωτιά, καίγομαι». [Γ383π.]
«Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή»
«Σήμερα οι άνθρωποι ζητούν να τους αγαπήσουν και γιʼ αυτό αποτυγχάνουν.
Το σωστό είναι να μην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν, αλλά αν εσύ αγαπάς τον Χριστό και τους ανθρώπους.
Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή». [Γ 40]
«Αγάπα όλους»
«Δεν πρέπει να κάνεις τον χριστιανικό σου αγώνα με κηρύγματα και αντιδικίες, αλλά με πραγματική μυστική αγάπη. Όταν αντιδικούμε, οι άλλοι αντιδρούν. Όταν τους αγαπάμε, συγκινούνται και τους κερδίζουμε. Όταν αγαπάμε, νομίζουμε ότι προσφέρουμε στους άλλους, ενώ στην πραγματικότητα προσφέρουμε πρώτα στον εαυτό μας. Η αγάπη χρειάζεται θυσίες. Να θυσιάζουμε ταπεινά κάτι δικό μας, που στην πραγματικότητα είναι του Θεού». [Γ40-1]
«Όταν αγαπάς τον Χριστό, αγαπάς όλους»
«Ο Χριστός είναι η Εκκλησία και η Εκκλησία είναι ο Χριστός, που μας έχει προσλάβει όλους στον Εαυτό Του. Όταν αγαπάς τον Χριστό, αγαπάς συγχρόνως όλους τους ανθρώπους, χωρίς να ρωτάς αν οι άνθρωποι είναι άξιοι της αγάπης ή ακόμη αν την αποδεχθούν ή την απορρίψουν. Όταν θέλεις να συναντήσεις τον Χριστό, θα Τον βρεις στο χώρο της Εκκλησίας, γιατί εδώ είναι ενωμένη ολόκληρη η ανθρωπότητα με τον Θεό στο Πρόσωπο του Χριστού. Δεν μπορεί να επικοινωνείς με τον Χριστό και να μην τα έχεις καλά με τους άλλους ανθρώπους».
«Ο Θεός δεν τιμωρεί»
«Όχι, ο Θεός δεν τιμωρεί, ο άνθρωπος αυτοτιμωρείται, απομακρυνόμενος από τον Θεό.
Είναι, ας πούμε: Εδώ νερό, εκεί φωτιά.
Είμαι ελεύθερος να διαλέξω. Βάζω το χέρι μου στο νερό, δροσίζομαι, το βάζω στη φωτιά, καίγομαι». [Γ383π.]
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
Ο προστάτης του μοναστηριού
Ο π. Πορφύριος αφηγείται:
«Ήταν ένα Μοναστήρι, όπου όλοι οι μοναχοί είχαν γεράσει και πεθάνει, εκτός από έναν, που ζούσε εκεί σαν ερημίτης. Ο μοναχός αυτός ήταν τελείως αγράμματος, αλλά είχε δυνατή και απλή πίστη. Καθώς έκανε τις ακολουθίες του και τα διακονήματά του, πίστευε ότι ο Χριστός και οι άγιοι είναι ζωντανοί και τον συντροφεύουν, γιʼ αυτό και τους μιλούσε τακτικά, όπως μιλά κανείς σε ζωντανούς ανθρώπους. Μια μέρα που βγήκε από το Μοναστήρι, μπήκαν σʼ αυτό ληστές, έκλεψαν ότι βρήκαν, τα φόρτωσαν στα ζώα τους κι έφυγαν. Όταν επέστρεψε ο μοναχός και είδε το γυμνωμένο Μοναστήρι, ταράχθηκε. Αμέσως έτρεξε στο Ναό, που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο, στάθηκε μπροστά στον Άγιο Νικόλαο, στάθηκε μπροστά στον προστάτη του Μοναστηριού άγιο και άρχισε να διαμαρτύρεται: «Άγιε μου Νικόλα, τι έγινε εδώ όταν έλειπα; Ήρθαν κακοί άνθρωποι και έκλεψαν το Μοναστήρι κι εσύ τους κοίταζες και δεν μιλούσες; Τι έκανες για να εμποδίσεις τους ληστές; Βλέπω ότι δεν έκανες τίποτα. Αμ τότε δεν σου αξίζει η θέση αυτή που έχεις, αφού δεν προστάτεψες το Μοναστήρι. Θα σε βγάλω απʼ εκεί». Κι αμέσως ξεκολλά την εικόνα του Αγίου από το τέμπλο, την βγάζει έξω από το Μοναστήρι, την ακουμπά σʼ ένα βράχο, επιστρέφει και κλείνει την πόρτα. Δεν πέρασε μια ώρα και ακούει δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα. Ανοίγει και τι να δει! Οι ληστές με τα ζώα τους φορτωμένα με όλα τα κλεμμένα και να του λένε: Εμείς κλέψαμε το Μοναστήρι και, καθώς φεύγαμε, τα ζώα μας περπατούσαν κανονικά, αλλά κάποια στιγμή σταμάτησαν και δεν προχωρούσαν. Τα χτυπήσαμε, τα τραβούσαμε, έμεναν ακίνητα. Μόλις όμως γύριζαν πίσω, έτρεχαν. Είπαμε ότι, όπως φαίνεται, ο Θεός θέλει πίσω τα κλεμμένα και σʼ τα φέραμε. Ο μοναχός πήρε τα πράγματα και καθώς έφευγαν οι ληστές, ευχαρίστησε το Θεό. Τότε θυμήθηκε την εικόνα του Αγίου, πήγε στο βράχο που την είχε ακουμπήσει, την προσκύνησε και είπε: «Τώρα σε παραδέχομαι, Άγιε Νικόλα. Είσαι ο προστάτης του Μοναστηριού». Πήρε θριαμβευτικά την εικόνα του Αγίου και την τοποθέτησε στη θέση της».
* * *
Ο προστάτης του μοναστηριού
Ο π. Πορφύριος αφηγείται:
«Ήταν ένα Μοναστήρι, όπου όλοι οι μοναχοί είχαν γεράσει και πεθάνει, εκτός από έναν, που ζούσε εκεί σαν ερημίτης. Ο μοναχός αυτός ήταν τελείως αγράμματος, αλλά είχε δυνατή και απλή πίστη. Καθώς έκανε τις ακολουθίες του και τα διακονήματά του, πίστευε ότι ο Χριστός και οι άγιοι είναι ζωντανοί και τον συντροφεύουν, γιʼ αυτό και τους μιλούσε τακτικά, όπως μιλά κανείς σε ζωντανούς ανθρώπους. Μια μέρα που βγήκε από το Μοναστήρι, μπήκαν σʼ αυτό ληστές, έκλεψαν ότι βρήκαν, τα φόρτωσαν στα ζώα τους κι έφυγαν. Όταν επέστρεψε ο μοναχός και είδε το γυμνωμένο Μοναστήρι, ταράχθηκε. Αμέσως έτρεξε στο Ναό, που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο, στάθηκε μπροστά στον Άγιο Νικόλαο, στάθηκε μπροστά στον προστάτη του Μοναστηριού άγιο και άρχισε να διαμαρτύρεται: «Άγιε μου Νικόλα, τι έγινε εδώ όταν έλειπα; Ήρθαν κακοί άνθρωποι και έκλεψαν το Μοναστήρι κι εσύ τους κοίταζες και δεν μιλούσες; Τι έκανες για να εμποδίσεις τους ληστές; Βλέπω ότι δεν έκανες τίποτα. Αμ τότε δεν σου αξίζει η θέση αυτή που έχεις, αφού δεν προστάτεψες το Μοναστήρι. Θα σε βγάλω απʼ εκεί». Κι αμέσως ξεκολλά την εικόνα του Αγίου από το τέμπλο, την βγάζει έξω από το Μοναστήρι, την ακουμπά σʼ ένα βράχο, επιστρέφει και κλείνει την πόρτα. Δεν πέρασε μια ώρα και ακούει δυνατά χτυπήματα στην εξώπορτα. Ανοίγει και τι να δει! Οι ληστές με τα ζώα τους φορτωμένα με όλα τα κλεμμένα και να του λένε: Εμείς κλέψαμε το Μοναστήρι και, καθώς φεύγαμε, τα ζώα μας περπατούσαν κανονικά, αλλά κάποια στιγμή σταμάτησαν και δεν προχωρούσαν. Τα χτυπήσαμε, τα τραβούσαμε, έμεναν ακίνητα. Μόλις όμως γύριζαν πίσω, έτρεχαν. Είπαμε ότι, όπως φαίνεται, ο Θεός θέλει πίσω τα κλεμμένα και σʼ τα φέραμε. Ο μοναχός πήρε τα πράγματα και καθώς έφευγαν οι ληστές, ευχαρίστησε το Θεό. Τότε θυμήθηκε την εικόνα του Αγίου, πήγε στο βράχο που την είχε ακουμπήσει, την προσκύνησε και είπε: «Τώρα σε παραδέχομαι, Άγιε Νικόλα. Είσαι ο προστάτης του Μοναστηριού». Πήρε θριαμβευτικά την εικόνα του Αγίου και την τοποθέτησε στη θέση της».
* * *
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΓΚΡΙΝΙΑ
«Γέροντα, δεν μπορώ, είναι γκρινιάρης!»
Του είπα κάποτε:
- «Γέροντα, δεν μπορώ να συνεργασθώ μʼ αυτόν τον αδελφό… είναι γκρινιάρης».
- «Μωρέ εσύ έχεις εγωισμό. Το ξέρεις; Απʼ αυτόν τα παθαίνεις όλα».
- «Το ξέρω, Γέροντα, τον έχω από μικρός. Εύχεσθε να μου δώσει ο Θεός ταπείνωση στην καρδιά μου».
- «Όταν η καρδιά έχει την αγία ταπείνωση, όλα τα βλέπει καλά και ζει στην επίγεια Άκτιστη Εκκλησία του Θεού από τώρα».
Ταπείνωση όχι αυτή που τη λέμε με λόγια, ούτε αυτή που νομίζουμε ότι αποκτήσαμε. Η ταπείνωση η αγία, είναι δώρο Θεού στην ψυχή.
Το δίνει ο Θεός όταν εύρει καθαρή προετοιμασία. Τότε επιβλέπει με ευχαρίστηση και έλκει την ψυχή αυτή προς Εαυτόν.
Λοιπόν κι εσύ μη λες «αυτός είναι γκρινιάρης, αυτός ζηλιάρης, αυτό θυμώνει» κ.λ.π.
Μη λές «δεν μπορώ να κάνω μαζί του, δεν κάνω ποτέ».
Αυτός δεν είναι τρόπος. Αυτό δεν είναι ορθόδοξο, δεν είναι χριστιανικό.
Έτσι ξεχωρίζεις τον εαυτό σου από τη χάρη του Θεού, διότι τον ξεχώρισες από τους αδελφούς σου.
Αντίθετα, θα παραβλέπεις τις αδυναμίες τους και χωρίς να τις μιμείσαι, θα γίνεσαι ένα με αυτούς στη συνεργασία.
Ότι θέλουν και όπως το θέλουν. Έτσι το θέλουν; Έτσι. Αλλιώς; Αλλιώς.
Με αυτόν τον τρόπο καταστρέφονται τα τείχη που μας χωρίζουν από τους αδελφούς μας. Έτσι συνδεόμεθα με το Χριστό.
Όσο πιο πολύ συνδέεσαι καθημερινά με τους αδελφούς σου, τόσο περισσότερο εισέρχεσαι μυστικά μέσα στην Αγάπη του Χριστού».
[Α΄ 59π.]
«Η αντιμετώπιση της γκρίνιας με προσευχή»
Ο Γέροντας μου είπε:
«Μωρέ, ο Χριστός είπε τους εχθρούς να αγαπάμε. Το καταλαβαίνεις αυτό;
Μεγάλο πράγμα να αγαπάμε όλους και να προσευχόμαστε γιʼ αυτούς.
Πείραξε έναν από σας ο διάβολος. Τον κάνει ανήσυχο, γκρινιάρη, ταραχοποιό.
Αν οι άλλοι δεν είναι έτοιμοι σε προσευχή, η ταραχή μεταδίδεται σε όλους.
Αντίθετα, αν ένας προσεύχεται για τους άλλους, η ταραχή περιορίζεται.
Ακτινοβολεί τη χάρη του Θεού, και διʼ αυτού, η χάρις εξαπλούται σʼ όλο το περιβάλλον του και το αγιάζει». [Ά 63]
* * *
ΓΚΡΙΝΙΑ
«Γέροντα, δεν μπορώ, είναι γκρινιάρης!»
Του είπα κάποτε:
- «Γέροντα, δεν μπορώ να συνεργασθώ μʼ αυτόν τον αδελφό… είναι γκρινιάρης».
- «Μωρέ εσύ έχεις εγωισμό. Το ξέρεις; Απʼ αυτόν τα παθαίνεις όλα».
- «Το ξέρω, Γέροντα, τον έχω από μικρός. Εύχεσθε να μου δώσει ο Θεός ταπείνωση στην καρδιά μου».
- «Όταν η καρδιά έχει την αγία ταπείνωση, όλα τα βλέπει καλά και ζει στην επίγεια Άκτιστη Εκκλησία του Θεού από τώρα».
Ταπείνωση όχι αυτή που τη λέμε με λόγια, ούτε αυτή που νομίζουμε ότι αποκτήσαμε. Η ταπείνωση η αγία, είναι δώρο Θεού στην ψυχή.
Το δίνει ο Θεός όταν εύρει καθαρή προετοιμασία. Τότε επιβλέπει με ευχαρίστηση και έλκει την ψυχή αυτή προς Εαυτόν.
Λοιπόν κι εσύ μη λες «αυτός είναι γκρινιάρης, αυτός ζηλιάρης, αυτό θυμώνει» κ.λ.π.
Μη λές «δεν μπορώ να κάνω μαζί του, δεν κάνω ποτέ».
Αυτός δεν είναι τρόπος. Αυτό δεν είναι ορθόδοξο, δεν είναι χριστιανικό.
Έτσι ξεχωρίζεις τον εαυτό σου από τη χάρη του Θεού, διότι τον ξεχώρισες από τους αδελφούς σου.
Αντίθετα, θα παραβλέπεις τις αδυναμίες τους και χωρίς να τις μιμείσαι, θα γίνεσαι ένα με αυτούς στη συνεργασία.
Ότι θέλουν και όπως το θέλουν. Έτσι το θέλουν; Έτσι. Αλλιώς; Αλλιώς.
Με αυτόν τον τρόπο καταστρέφονται τα τείχη που μας χωρίζουν από τους αδελφούς μας. Έτσι συνδεόμεθα με το Χριστό.
Όσο πιο πολύ συνδέεσαι καθημερινά με τους αδελφούς σου, τόσο περισσότερο εισέρχεσαι μυστικά μέσα στην Αγάπη του Χριστού».
[Α΄ 59π.]
«Η αντιμετώπιση της γκρίνιας με προσευχή»
Ο Γέροντας μου είπε:
«Μωρέ, ο Χριστός είπε τους εχθρούς να αγαπάμε. Το καταλαβαίνεις αυτό;
Μεγάλο πράγμα να αγαπάμε όλους και να προσευχόμαστε γιʼ αυτούς.
Πείραξε έναν από σας ο διάβολος. Τον κάνει ανήσυχο, γκρινιάρη, ταραχοποιό.
Αν οι άλλοι δεν είναι έτοιμοι σε προσευχή, η ταραχή μεταδίδεται σε όλους.
Αντίθετα, αν ένας προσεύχεται για τους άλλους, η ταραχή περιορίζεται.
Ακτινοβολεί τη χάρη του Θεού, και διʼ αυτού, η χάρις εξαπλούται σʼ όλο το περιβάλλον του και το αγιάζει». [Ά 63]
* * *
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΓΡΑΦΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ
«Να διαβάζεις πολύ την Αγία Γραφή»
«Όταν διαβάζεις την Αγία Γραφή, μου έλεγε ο Γέροντας, γιατί πρέπει να τη διαβάζεις συνέχεια για να φωτισθείς, ή τους βίους Αγίων, ήτα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία, και βρίσκεις κάποια πρόταση ή λέξη που σου έκανε εντύπωση, να σταματάς εκεί αρκετά, να την ψάχνεις καλά και θα δεις πόσο θα ωφελείσαι απʼ αυτό».
«Να διαβάζεις, μου έλεγε μια άλλη φορά, πάρα πολύ για να σου φωτίσει ο Θεός το νου. Ξέρεις, εγώ διάβαζα πάρα πολύ και μάλιστα, για να μη με ενοχλούν, ανέβαινα πάνω σʼ ένα δένδρο με μια σκάλα που είχα φτιάξει και πού την τραβούσα επάνω όταν ανέβαινα, ώστε να μη με βλέπουν και με ενοχλούν και εκεί ασχολούμουν με τις ώρες με τη μελέτη». [Τζ 137]
«Δε θυμάμαι όσα διαβάζω»
Στην ερώτησή μου ότι δεν τα θυμάμαι όλα όσα διαβάζω, μου απάντησε ο Παππούλης, ως εξής:
«Να ξέρεις, παιδί μου, ότι τα πάντα εναποθηκεύονται μέσα στη μνήμη μας και, όταν ο Χριστός κρίνει κατάλληλη την ώρα, μας τα αποκαλύπτει».
Σε μια αποκάλυψη για ένα γεγονός που είχε γίνει προ 50 ετών, μου είπε:
«Ο Θεός, να έχεις πάντα υπόψη σου, ότι τα βλέπει όλα και τα παρακολουθεί όλα.
Καμία πλάκα της φωτογραφικής του μηχανής δεν καταστρέφεται». [Τζ 138]
«Να διαβάζεις σωστά»
«Όταν διαβάζεις, μου έλεγε μια μέρα ο π. Πορφύριος, να προσπαθείς να διαβάζεις καθαρά, να ακούγεται και το τελευταίο νί ή σίγμα της κάθε λέξεως.
Το ίδιο να κάνεις και στην προσευχή σου ή όταν ψάλλεις, γιατί έτσι συνηθίζεις στο σωστό, και να είσαι σε όλα ταπεινός, και στη σκέψη και στα λόγια, και στις κινήσεις σου».
«Πώς έμαθα να διαβάζω»
«Διάβαζα πολύ, μου είπε μια μέρα ο Γέροντας, Ήμουν πολύ μελετηρός. Μυστικώς διάβαζα. Ξέκλεβα χρόνο, όπου μπορούσα.
Έμαθα απʼ έξω το ευαγγέλιο του Ματθαίου, του Λουκά και το μισό του Ιωάννη. Επίσης τους Ψαλμούς.
Μελετούσα τους Πατέρες. Πολύ διάβαζα. Έκανα πνευματική εργασία. Και να ξέρεις ότι εγώ γράμματα δεν ήξερα.
Μόλις της Β΄ Δημοτικού ήμουνα.
Όταν πρωτοπήγα στο Μοναστήρι, μου δίνουν στον εσπερινό το Ψαλτήρι να διαβάσω.
Εγώ άρχισα να συλλαβίζω «Μα-κά-ρι-ος α-νήρ».
Καλά, μου λένε, φτάνει. Θα πάρεις το Ψαλτήρι, θα το διαβάσεις καλά να το μάθεις. Θα διαβάζεις και τα συναξάρια των Αγίων.
Τίποτε άλλο. Διάβαζα αλλά δεν καταλάβαινα. Λεξικά δεν είχα. Π.χ. δεν ήξερα ότι οίκος θα πει σπίτι.
Έτσι εύρισκα την ίδια λέξη και αλλού, και από τα συμφραζόμενα εύρισκα το νόημα των λέξεων.
Απεστήθιζα κομμάτια ολόκληρα και όλη μέρα, καθώς έτρεχα στα βράχια, τα απήγγελλα δυνατά, με νόημα.
Αργότερα έπιασα την Παρακλητική, το Τριώδιο, τά Μηνιαία. Διάβαζα με μανία.»
Καθώς ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε όλα αυτά από τη ζωή του, αισθανόμουν ότι τα λέει έμμεσα για να με παρακινήσει να κάνω το ίδιο, πολύ περισσότερο που εγώ με τη βοήθεια του Θεού έμαθα και πέντε γράμματα, δεν ήμουν αγράμματος.
Κάνοντας αυτήν την σκέψη βεβαιώθηκα και έμεινα πάλι έκπληκτος, για την ικανότητά του να διαβάζει την ψυχή μου και να φωτίζει όλα τα σκοτεινά σημεία της, όταν σε λίγο πρόσθεσε:
«Εκείνο που μου άρεσε απʼ όλα περισσότερο, ήταν ο Τριαδικός Κανόνας κάθε Κυριακή στο Μεσονυκτικό. Όταν τον διάβαζε ο αδελφός, εγώ συγκέντρωνα όλη την προσοχή μου. Και αν καμιά φορά διάβαζε σιγανά ή γρήγορα και δεν καταλάβαινα ή δεν άκουγα, πολύ στενοχωριόμουνα. Τότε αποτραβιόμουνα πίσω και βυθιζόμουνα στην ευχή».
Εγώ, ακούγοντας αυτά, ελέγχθηκα πολύ. Διότι κάθε φορά που διαβαζόταν ο Τριαδικός Κανών, εγώ έλεγα μέσα μου:
Α! αυτός είναι δύσκολος. Δεν τον καταλαβαίνω. Και ώσπου να τελειώσει η ανάγνωσή του, δεν πρόσεχα, εσκεμμένα.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα σε τι χάος αγνωσίας βρισκόμουνα ο ταλαίπωρος εγώ.
Πλήν δεν τον διέκοψα, τον άφησα να συμπληρώσει ό,τι ήθελε.
Η καρδιά μου είχε αρχίσει να φωτίζεται σαν να της άνοιξε ένα παράθυρο ο διορατικός αυτός Γέροντας.
Ένιωθα κοντά του απέραντη απλότητα και εμπιστοσύνη.
Πίστεψα χωρίς καμία αμφιβολία, ότι από το Θεό έχει χάρη να διαβάζει τις καρδιές μας, και ξέρει όλα τα μυστικά μας πάθη και αδυναμίες. [Ά 43π.]
* * *
ΓΡΑΦΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ
«Να διαβάζεις πολύ την Αγία Γραφή»
«Όταν διαβάζεις την Αγία Γραφή, μου έλεγε ο Γέροντας, γιατί πρέπει να τη διαβάζεις συνέχεια για να φωτισθείς, ή τους βίους Αγίων, ήτα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία, και βρίσκεις κάποια πρόταση ή λέξη που σου έκανε εντύπωση, να σταματάς εκεί αρκετά, να την ψάχνεις καλά και θα δεις πόσο θα ωφελείσαι απʼ αυτό».
«Να διαβάζεις, μου έλεγε μια άλλη φορά, πάρα πολύ για να σου φωτίσει ο Θεός το νου. Ξέρεις, εγώ διάβαζα πάρα πολύ και μάλιστα, για να μη με ενοχλούν, ανέβαινα πάνω σʼ ένα δένδρο με μια σκάλα που είχα φτιάξει και πού την τραβούσα επάνω όταν ανέβαινα, ώστε να μη με βλέπουν και με ενοχλούν και εκεί ασχολούμουν με τις ώρες με τη μελέτη». [Τζ 137]
«Δε θυμάμαι όσα διαβάζω»
Στην ερώτησή μου ότι δεν τα θυμάμαι όλα όσα διαβάζω, μου απάντησε ο Παππούλης, ως εξής:
«Να ξέρεις, παιδί μου, ότι τα πάντα εναποθηκεύονται μέσα στη μνήμη μας και, όταν ο Χριστός κρίνει κατάλληλη την ώρα, μας τα αποκαλύπτει».
Σε μια αποκάλυψη για ένα γεγονός που είχε γίνει προ 50 ετών, μου είπε:
«Ο Θεός, να έχεις πάντα υπόψη σου, ότι τα βλέπει όλα και τα παρακολουθεί όλα.
Καμία πλάκα της φωτογραφικής του μηχανής δεν καταστρέφεται». [Τζ 138]
«Να διαβάζεις σωστά»
«Όταν διαβάζεις, μου έλεγε μια μέρα ο π. Πορφύριος, να προσπαθείς να διαβάζεις καθαρά, να ακούγεται και το τελευταίο νί ή σίγμα της κάθε λέξεως.
Το ίδιο να κάνεις και στην προσευχή σου ή όταν ψάλλεις, γιατί έτσι συνηθίζεις στο σωστό, και να είσαι σε όλα ταπεινός, και στη σκέψη και στα λόγια, και στις κινήσεις σου».
«Πώς έμαθα να διαβάζω»
«Διάβαζα πολύ, μου είπε μια μέρα ο Γέροντας, Ήμουν πολύ μελετηρός. Μυστικώς διάβαζα. Ξέκλεβα χρόνο, όπου μπορούσα.
Έμαθα απʼ έξω το ευαγγέλιο του Ματθαίου, του Λουκά και το μισό του Ιωάννη. Επίσης τους Ψαλμούς.
Μελετούσα τους Πατέρες. Πολύ διάβαζα. Έκανα πνευματική εργασία. Και να ξέρεις ότι εγώ γράμματα δεν ήξερα.
Μόλις της Β΄ Δημοτικού ήμουνα.
Όταν πρωτοπήγα στο Μοναστήρι, μου δίνουν στον εσπερινό το Ψαλτήρι να διαβάσω.
Εγώ άρχισα να συλλαβίζω «Μα-κά-ρι-ος α-νήρ».
Καλά, μου λένε, φτάνει. Θα πάρεις το Ψαλτήρι, θα το διαβάσεις καλά να το μάθεις. Θα διαβάζεις και τα συναξάρια των Αγίων.
Τίποτε άλλο. Διάβαζα αλλά δεν καταλάβαινα. Λεξικά δεν είχα. Π.χ. δεν ήξερα ότι οίκος θα πει σπίτι.
Έτσι εύρισκα την ίδια λέξη και αλλού, και από τα συμφραζόμενα εύρισκα το νόημα των λέξεων.
Απεστήθιζα κομμάτια ολόκληρα και όλη μέρα, καθώς έτρεχα στα βράχια, τα απήγγελλα δυνατά, με νόημα.
Αργότερα έπιασα την Παρακλητική, το Τριώδιο, τά Μηνιαία. Διάβαζα με μανία.»
Καθώς ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε όλα αυτά από τη ζωή του, αισθανόμουν ότι τα λέει έμμεσα για να με παρακινήσει να κάνω το ίδιο, πολύ περισσότερο που εγώ με τη βοήθεια του Θεού έμαθα και πέντε γράμματα, δεν ήμουν αγράμματος.
Κάνοντας αυτήν την σκέψη βεβαιώθηκα και έμεινα πάλι έκπληκτος, για την ικανότητά του να διαβάζει την ψυχή μου και να φωτίζει όλα τα σκοτεινά σημεία της, όταν σε λίγο πρόσθεσε:
«Εκείνο που μου άρεσε απʼ όλα περισσότερο, ήταν ο Τριαδικός Κανόνας κάθε Κυριακή στο Μεσονυκτικό. Όταν τον διάβαζε ο αδελφός, εγώ συγκέντρωνα όλη την προσοχή μου. Και αν καμιά φορά διάβαζε σιγανά ή γρήγορα και δεν καταλάβαινα ή δεν άκουγα, πολύ στενοχωριόμουνα. Τότε αποτραβιόμουνα πίσω και βυθιζόμουνα στην ευχή».
Εγώ, ακούγοντας αυτά, ελέγχθηκα πολύ. Διότι κάθε φορά που διαβαζόταν ο Τριαδικός Κανών, εγώ έλεγα μέσα μου:
Α! αυτός είναι δύσκολος. Δεν τον καταλαβαίνω. Και ώσπου να τελειώσει η ανάγνωσή του, δεν πρόσεχα, εσκεμμένα.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα σε τι χάος αγνωσίας βρισκόμουνα ο ταλαίπωρος εγώ.
Πλήν δεν τον διέκοψα, τον άφησα να συμπληρώσει ό,τι ήθελε.
Η καρδιά μου είχε αρχίσει να φωτίζεται σαν να της άνοιξε ένα παράθυρο ο διορατικός αυτός Γέροντας.
Ένιωθα κοντά του απέραντη απλότητα και εμπιστοσύνη.
Πίστεψα χωρίς καμία αμφιβολία, ότι από το Θεό έχει χάρη να διαβάζει τις καρδιές μας, και ξέρει όλα τα μυστικά μας πάθη και αδυναμίες. [Ά 43π.]
* * *
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
«Κάνε το σταυρό σου και περιφρόνησε το διάβολο»
«Άφησε τον αυτόν», μου έλεγε ο π. Πορφύριος για το διάβολο.
«Μην του δίνεις σημασία. Όσο του δίνεις σημασία, τόσο περισσότερο σε πλησιάζει. Αν θέλεις να τον διώξεις, να τον απομακρύνεις από κοντά σου, πάψε να του δίνεις σημασία. Περιφρόνησέ τον. Μόνο η περιφρόνηση του αξίζει. Από τη στιγμή που θα αρχίσει να την εισπράττει, θα αρχίσει και θα υποχωρεί. Μέχρι που, τελικά, θα τραπεί σε φυγή. Η περιφρόνηση αποτελεί το δεύτερο όπλο, μετά τον Τίμιο Σταυρό, κατά του διαβόλου! Και τον μέν Τίμιο Σταυρό τον φοβάται και, κυριολεκτικά, τον τρέμει και τρέπεται σε άτακτη φυγή. Την δε περιφρόνηση δεν την αντέχει. Γιατί είναι υπερόπτης και σκάει από το κακό του! Εξάλλου, αυτή η υπεροψία ήταν αιτία να εκπέσει και να γίνει αυτό που έγινε. Εισέπραξε την τιμωρία του… » [Κ 124]
«Ο πονηρός είναι πάρα πολύ αδύνατος»
Μια μέρα πηγαίνοντας από την Πολυκλινική προς την Ομόνοια, συνέπεσε να έχει λήξει ένα συλλαλητήριο και ένας από τους πολλούς πυροσβεστήρες που υπήρχαν εκεί και καθάριζαν το μέρος, σήκωσε το σωλήνα του και έβρεξε κατά λάθος κάποιον άλλο πυροσβέστη που ήταν απέναντί του, οπότε και αυτός με τη σειρά του πιάνει το δικό του σωλήνα και τον στρέφει προς τον πρώτο παίζοντας με το νερό ποιος να νικήσει τον άλλον. Ο ένας όμως σωλήνας είχε μεγαλύτερη διάμετρο και περισσότερη πίεση και νικούσε τον άλλον με τη λιγότερη πίεση, καθώς αντάμωναν τα νερά τους σε καμπύλη στον αέρα. Και βλέποντάς τους ο Παππούλης μου λέει:
«Βλέπεις εκεί πέρα τι γίνεται; Το πιο δυνατό νικάει το αδύνατο.
Έτσι γίνεται και με τον πιστό Χριστιανό, που νικά τον κακό δαίμονα, διότι ο Χριστός είναι Παντοδύναμος σε σύγκριση με τον πονηρό, που είναι πάρα πολύ αδύνατος». [Τζ 109π.]
* * *
«Κάνε το σταυρό σου και περιφρόνησε το διάβολο»
«Άφησε τον αυτόν», μου έλεγε ο π. Πορφύριος για το διάβολο.
«Μην του δίνεις σημασία. Όσο του δίνεις σημασία, τόσο περισσότερο σε πλησιάζει. Αν θέλεις να τον διώξεις, να τον απομακρύνεις από κοντά σου, πάψε να του δίνεις σημασία. Περιφρόνησέ τον. Μόνο η περιφρόνηση του αξίζει. Από τη στιγμή που θα αρχίσει να την εισπράττει, θα αρχίσει και θα υποχωρεί. Μέχρι που, τελικά, θα τραπεί σε φυγή. Η περιφρόνηση αποτελεί το δεύτερο όπλο, μετά τον Τίμιο Σταυρό, κατά του διαβόλου! Και τον μέν Τίμιο Σταυρό τον φοβάται και, κυριολεκτικά, τον τρέμει και τρέπεται σε άτακτη φυγή. Την δε περιφρόνηση δεν την αντέχει. Γιατί είναι υπερόπτης και σκάει από το κακό του! Εξάλλου, αυτή η υπεροψία ήταν αιτία να εκπέσει και να γίνει αυτό που έγινε. Εισέπραξε την τιμωρία του… » [Κ 124]
«Ο πονηρός είναι πάρα πολύ αδύνατος»
Μια μέρα πηγαίνοντας από την Πολυκλινική προς την Ομόνοια, συνέπεσε να έχει λήξει ένα συλλαλητήριο και ένας από τους πολλούς πυροσβεστήρες που υπήρχαν εκεί και καθάριζαν το μέρος, σήκωσε το σωλήνα του και έβρεξε κατά λάθος κάποιον άλλο πυροσβέστη που ήταν απέναντί του, οπότε και αυτός με τη σειρά του πιάνει το δικό του σωλήνα και τον στρέφει προς τον πρώτο παίζοντας με το νερό ποιος να νικήσει τον άλλον. Ο ένας όμως σωλήνας είχε μεγαλύτερη διάμετρο και περισσότερη πίεση και νικούσε τον άλλον με τη λιγότερη πίεση, καθώς αντάμωναν τα νερά τους σε καμπύλη στον αέρα. Και βλέποντάς τους ο Παππούλης μου λέει:
«Βλέπεις εκεί πέρα τι γίνεται; Το πιο δυνατό νικάει το αδύνατο.
Έτσι γίνεται και με τον πιστό Χριστιανό, που νικά τον κακό δαίμονα, διότι ο Χριστός είναι Παντοδύναμος σε σύγκριση με τον πονηρό, που είναι πάρα πολύ αδύνατος». [Τζ 109π.]
* * *
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΔΙΑΚΡΙΣΗ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
«Ο Θεός σέβεται το θέλημά μας»
Είναι συγκινητική η διακριτικότητα της αγάπης του Θεού, όπως μας την απεκάλυψε ο Γέροντας. Ήμασταν μια φιλική συντροφιά, στα Καλλίσια, δίπλα στους βράχους του Μοναστηριού, έχοντας ανάμεσά μας το Γέροντα. Ήταν νύχτα, παραμονή του Αγίου Πνεύματος.
Ο Γέροντας μας έκανε μια κατανυκτική, εξωτερική και εσωτερική, περιγραφή των Αγιορείτικων αγρυπνιών στα Καυσοκαλύβια, τότε πού, όπως έλεγε, «το Άγιο Πνεύμα έρχόταν και πλημμύριζε με ουράνια χαρά τις ψυχές των μοναχών». Και λέγοντας αυτά, μας άφησε ένα αφυπνιστικό μήνυμα:
«Και τώρα το Άγιο Πνεύμα θέλει να μπει στις ψυχές μας, όπως και τότε, αλλά σέβεται την ελευθερία μας, δε θέλει να την παραβιάσει.
Περιμένει να του ανοίξουμε μόνοι μας την πόρτα και τότε θα μπει στην ψυχή μας και θα τη μεταμορφώσει».
Τα λόγια του μου θύμιζαν την Αποκάλυψη: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω, εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετʼ αυτού και αυτός μετʼ εμού».
Ο Παντοδύναμος Θεός χτυπά διακριτικά την πόρτα της ψυχής του αδύναμου ανθρώπου και περιμένει υπομονητικά να του ανοίξει, για να τον κάνει αληθινά ευτυχή, κι αυτός τις πιο πολλές φορές, κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας του, που Εκείνος του χάρισε, δεν του ανοίγει, μένοντας κλεισμένος στη δυστυχία του.
Πόσοι από εμάς άραγε έχουμε τη φρόνηση να κάνουμε πράξη την ικεσία:
«Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν»;
Πόσοι από μας, λέγοντας αυτή την προσευχή δεν αμπαρωνόμαστε στη μοναξιά της ανασφάλειάς μας;
Και ο Θεός σέβεται την αφροσύνη μας, γιατί κι αυτή αποτελεί έκφραση της ελευθερίας μας.
Μια μέρα ο Γέροντας μου είπε: «Ο Θεός σέβεται το θέλημά μας».
Και μια άλλη: «Ό,τι κάνεις να το κάνεις επειδή το θέλεις, ελεύθερα, υπεύθυνα και με ευχαρίστηση».
Προσπαθούσα να εμβαθύνω στις επιγραμματικές, αλλά πολυσήμαντες αυτές συμβουλές του. [Γ 386π.]
* * *
ΔΙΑΚΡΙΣΗ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
«Ο Θεός σέβεται το θέλημά μας»
Είναι συγκινητική η διακριτικότητα της αγάπης του Θεού, όπως μας την απεκάλυψε ο Γέροντας. Ήμασταν μια φιλική συντροφιά, στα Καλλίσια, δίπλα στους βράχους του Μοναστηριού, έχοντας ανάμεσά μας το Γέροντα. Ήταν νύχτα, παραμονή του Αγίου Πνεύματος.
Ο Γέροντας μας έκανε μια κατανυκτική, εξωτερική και εσωτερική, περιγραφή των Αγιορείτικων αγρυπνιών στα Καυσοκαλύβια, τότε πού, όπως έλεγε, «το Άγιο Πνεύμα έρχόταν και πλημμύριζε με ουράνια χαρά τις ψυχές των μοναχών». Και λέγοντας αυτά, μας άφησε ένα αφυπνιστικό μήνυμα:
«Και τώρα το Άγιο Πνεύμα θέλει να μπει στις ψυχές μας, όπως και τότε, αλλά σέβεται την ελευθερία μας, δε θέλει να την παραβιάσει.
Περιμένει να του ανοίξουμε μόνοι μας την πόρτα και τότε θα μπει στην ψυχή μας και θα τη μεταμορφώσει».
Τα λόγια του μου θύμιζαν την Αποκάλυψη: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω, εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετʼ αυτού και αυτός μετʼ εμού».
Ο Παντοδύναμος Θεός χτυπά διακριτικά την πόρτα της ψυχής του αδύναμου ανθρώπου και περιμένει υπομονητικά να του ανοίξει, για να τον κάνει αληθινά ευτυχή, κι αυτός τις πιο πολλές φορές, κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας του, που Εκείνος του χάρισε, δεν του ανοίγει, μένοντας κλεισμένος στη δυστυχία του.
Πόσοι από εμάς άραγε έχουμε τη φρόνηση να κάνουμε πράξη την ικεσία:
«Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν»;
Πόσοι από μας, λέγοντας αυτή την προσευχή δεν αμπαρωνόμαστε στη μοναξιά της ανασφάλειάς μας;
Και ο Θεός σέβεται την αφροσύνη μας, γιατί κι αυτή αποτελεί έκφραση της ελευθερίας μας.
Μια μέρα ο Γέροντας μου είπε: «Ο Θεός σέβεται το θέλημά μας».
Και μια άλλη: «Ό,τι κάνεις να το κάνεις επειδή το θέλεις, ελεύθερα, υπεύθυνα και με ευχαρίστηση».
Προσπαθούσα να εμβαθύνω στις επιγραμματικές, αλλά πολυσήμαντες αυτές συμβουλές του. [Γ 386π.]
* * *
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΔΙΑΚΡΙΣΗ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
«Τι σήμαινε “ελευθερία” κοντά στο Γέροντα»
Κάθε φορά που συναντούσα το Γέροντα Πορφύριο, ένιωθα ότι η συνομιλία μαζί του ήταν μια πνευματική πανδαισία.
Κι αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ήταν η ελευθερία που άφηνε στο συνομιλητή του.
Έβλεπα στο πρόσωπό του ενσαρκωμένη όλη την ελευθερία της Ορθοδοξίας.
Ποτέ ο Γέρων Πορφύριος δεν υποχρέωνε οποιονδήποτε να κάνει κάτι και ποτέ δεν υποδείκνυε οτιδήποτε, που να αίρει την ελευθερία του άλλου. Γιʼ αυτό δεν ήθελε ούτε εμείς να υπερβαίνουμε τους άλλους, αλλά να τους σεβόμαστε. Έχοντας αυτή την αγιότητα μέσα του, έβλεπε μʼ ένα άπειρο έλεος τον κόσμο.
Μʼ αυτήν ακριβώς, την ελευθερία που έδινε στο συνομιλητή του, τον βοηθούσε με τον καλύτερο τρόπο νʼ αντιληφθεί ότι βρισκόταν σε λανθασμένο δρόμο. [Ί 145]
«Μην υπενθυμίζεις στον άλλον τα σφάλματά του»
«Αυτό είναι το σωστό: Να μην κατηγορείς τον άλλον για τα σφάλματά του και να μην του τα υπενθυμίζεις. Τότε τον καθίζει στο σκαμνί η ίδια η συνείδηση του και τον δικάζει. Μόνον έτσι διορθώνεται το κακό. Διαφορετικά, όταν εσύ τον κατακρίνεις, αμύνεται, δικαιολογεί τον εαυτό του, ρίχνει τις ευθύνες του σε σένα και σε άλλους, γίνεται σκληρός και το κακό αντί να διορθωθεί, χειροτερεύει». [Γ 327π]
«Αν δεν τον μαλώσεις, η ψυχή του μαλακώνει»
Γιʼ αυτό πολλές φορές ας μη μιλάμε κι ας μην ελέγχουμε τους άλλους. Θυμάμαι, εδώ, τον Γέροντα Πορφύριο που έλεγε:
«Βρέ, όταν μαλώσεις κάποιον που φταίει, τι θα κάνει τότε; Όχι μόνο δεν θα σε ακούσει, αλλά θα προσπαθήσει να αμυνθεί και να σου αποδείξει το αντίθετο. Και θα κλείσει η ψυχή του περισσότερο. Ενώ αν τον αφήνεις και δεν τον μαλώσεις και δεν τον ελέγξεις, η ψυχή του μαλακώνει, γίνεστε φίλοι, και σιγά-σιγά έρχεται και σου λέει εκείνος αυτά που θα του έλεγες εσύ».
Γιʼ αυτό, κυρίως, ας λέμε στο Θεό αυτά που θέλουμε να πούμε στους ανθρώπους, πολλές φορές.
Θέλουμε ο άνδρας μας να αλλάξει, να μεταποιηθεί, να μετανοιώσει; Ας το λέμε στο Θεό κι εμείς ας τον αγαπάμε».
[Άρχ. Ανανίου Κουστένη, Λόγοι Αʼ, σ.131]
* * *
ΔΙΑΚΡΙΣΗ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
«Τι σήμαινε “ελευθερία” κοντά στο Γέροντα»
Κάθε φορά που συναντούσα το Γέροντα Πορφύριο, ένιωθα ότι η συνομιλία μαζί του ήταν μια πνευματική πανδαισία.
Κι αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ήταν η ελευθερία που άφηνε στο συνομιλητή του.
Έβλεπα στο πρόσωπό του ενσαρκωμένη όλη την ελευθερία της Ορθοδοξίας.
Ποτέ ο Γέρων Πορφύριος δεν υποχρέωνε οποιονδήποτε να κάνει κάτι και ποτέ δεν υποδείκνυε οτιδήποτε, που να αίρει την ελευθερία του άλλου. Γιʼ αυτό δεν ήθελε ούτε εμείς να υπερβαίνουμε τους άλλους, αλλά να τους σεβόμαστε. Έχοντας αυτή την αγιότητα μέσα του, έβλεπε μʼ ένα άπειρο έλεος τον κόσμο.
Μʼ αυτήν ακριβώς, την ελευθερία που έδινε στο συνομιλητή του, τον βοηθούσε με τον καλύτερο τρόπο νʼ αντιληφθεί ότι βρισκόταν σε λανθασμένο δρόμο. [Ί 145]
«Μην υπενθυμίζεις στον άλλον τα σφάλματά του»
«Αυτό είναι το σωστό: Να μην κατηγορείς τον άλλον για τα σφάλματά του και να μην του τα υπενθυμίζεις. Τότε τον καθίζει στο σκαμνί η ίδια η συνείδηση του και τον δικάζει. Μόνον έτσι διορθώνεται το κακό. Διαφορετικά, όταν εσύ τον κατακρίνεις, αμύνεται, δικαιολογεί τον εαυτό του, ρίχνει τις ευθύνες του σε σένα και σε άλλους, γίνεται σκληρός και το κακό αντί να διορθωθεί, χειροτερεύει». [Γ 327π]
«Αν δεν τον μαλώσεις, η ψυχή του μαλακώνει»
Γιʼ αυτό πολλές φορές ας μη μιλάμε κι ας μην ελέγχουμε τους άλλους. Θυμάμαι, εδώ, τον Γέροντα Πορφύριο που έλεγε:
«Βρέ, όταν μαλώσεις κάποιον που φταίει, τι θα κάνει τότε; Όχι μόνο δεν θα σε ακούσει, αλλά θα προσπαθήσει να αμυνθεί και να σου αποδείξει το αντίθετο. Και θα κλείσει η ψυχή του περισσότερο. Ενώ αν τον αφήνεις και δεν τον μαλώσεις και δεν τον ελέγξεις, η ψυχή του μαλακώνει, γίνεστε φίλοι, και σιγά-σιγά έρχεται και σου λέει εκείνος αυτά που θα του έλεγες εσύ».
Γιʼ αυτό, κυρίως, ας λέμε στο Θεό αυτά που θέλουμε να πούμε στους ανθρώπους, πολλές φορές.
Θέλουμε ο άνδρας μας να αλλάξει, να μεταποιηθεί, να μετανοιώσει; Ας το λέμε στο Θεό κι εμείς ας τον αγαπάμε».
[Άρχ. Ανανίου Κουστένη, Λόγοι Αʼ, σ.131]
* * *
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ - ΜΕΤΑΝΟΙΑ
«Σε αποδεχόταν με αγάπη»
Σε δεχόταν και σε αγαπούσε, όποιος και να ήσουν, όπως και να ήσουν. Δίπλα του, ακόμη και η πιο μεγάλη αμαρτία έπαιρνε άλλες διαστάσεις. Δεν κλονιζόσουν, Δε σε καταλάμβαναν η απόγνωση και η απελπισία. Μόνο θλιβόσουν, γιατί διέπραξες το ένα ή το άλλο, γιατί δεν εφάρμοσες το λόγο του Θεού. Όχι μόνο δε σʼ άφηνε νʼ απογοητεύεσαι από τις πτώσεις σου, αλλά, αντίθετα, σε βοηθούσε νʼ αξιοποιείς κάθε πτώση σου, ώστε να τη χρησιμοποιήσεις ως μια έπαλξη για ένα νέο ξεκίνημα, για μια νέα πνευματική κατάκτηση. Και τότε σου έδειχνε ακόμη περισσότερη αγάπη, ακόμη περισσότερη αποδοχή. Έπαιρνε το χέρι σου μέσα στο δικό του κι άρχιζε να σου μαθαίνει πώς να περπατάς στο δρόμο του Θεού. [Ί 261]
* * *
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ - ΜΕΤΑΝΟΙΑ
«Σε αποδεχόταν με αγάπη»
Σε δεχόταν και σε αγαπούσε, όποιος και να ήσουν, όπως και να ήσουν. Δίπλα του, ακόμη και η πιο μεγάλη αμαρτία έπαιρνε άλλες διαστάσεις. Δεν κλονιζόσουν, Δε σε καταλάμβαναν η απόγνωση και η απελπισία. Μόνο θλιβόσουν, γιατί διέπραξες το ένα ή το άλλο, γιατί δεν εφάρμοσες το λόγο του Θεού. Όχι μόνο δε σʼ άφηνε νʼ απογοητεύεσαι από τις πτώσεις σου, αλλά, αντίθετα, σε βοηθούσε νʼ αξιοποιείς κάθε πτώση σου, ώστε να τη χρησιμοποιήσεις ως μια έπαλξη για ένα νέο ξεκίνημα, για μια νέα πνευματική κατάκτηση. Και τότε σου έδειχνε ακόμη περισσότερη αγάπη, ακόμη περισσότερη αποδοχή. Έπαιρνε το χέρι σου μέσα στο δικό του κι άρχιζε να σου μαθαίνει πώς να περπατάς στο δρόμο του Θεού. [Ί 261]
* * *
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ - ΜΕΤΑΝΟΙΑ
«Το παλιατζίδικό μας»
Μια κυρία θυμήθηκε και μου ανέφερε τα εξής:
Κάποτε ο γέροντας μου είπε:
«Πολλές από σας τις γυναίκες, ό,τι κατεστραμμένο και άχρηστο έχετε, παλιά και τρύπια κατσαρολικά, έπιπλά, παπούτσια και άλλα φθαρμένα πράγματα, πάτε και τα πετάτε σε κάποια απόμερη αποθήκη σας, κλειδώνετε την πόρτα και ησυχάζετε. Δεν ξέρετε όμως, ότι θα έρθει στιγμή, που αυτό το παλιατζίδικό σας θα το βρουν και θα εκτεθείτε».
Έμεινα έκπληκτος από τα λόγια του Γέροντα.
Ήταν σαφής ο συμβολισμός, ο αναφερόμενος στα αμαρτήματά μας, που δεν εξαλείψαμε με τη μετάνοια και την εξομολόγησή μας, αλλά τα πετάξαμε βιαστικά στην αποθήκη της λήθης, για να απαλλαγούμε από την ενοχλητική παρουσία τους, και που θα τα «βρει» ο Θεός, για να τα επαναφέρει στη μνήμη μας, «εν ημέρα κρίσεως». Ήδη τα γνωρίζει, ενώ εμείς τα αγνοούμε. [Γ 255π.]
* * *
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ - ΜΕΤΑΝΟΙΑ
«Το παλιατζίδικό μας»
Μια κυρία θυμήθηκε και μου ανέφερε τα εξής:
Κάποτε ο γέροντας μου είπε:
«Πολλές από σας τις γυναίκες, ό,τι κατεστραμμένο και άχρηστο έχετε, παλιά και τρύπια κατσαρολικά, έπιπλά, παπούτσια και άλλα φθαρμένα πράγματα, πάτε και τα πετάτε σε κάποια απόμερη αποθήκη σας, κλειδώνετε την πόρτα και ησυχάζετε. Δεν ξέρετε όμως, ότι θα έρθει στιγμή, που αυτό το παλιατζίδικό σας θα το βρουν και θα εκτεθείτε».
Έμεινα έκπληκτος από τα λόγια του Γέροντα.
Ήταν σαφής ο συμβολισμός, ο αναφερόμενος στα αμαρτήματά μας, που δεν εξαλείψαμε με τη μετάνοια και την εξομολόγησή μας, αλλά τα πετάξαμε βιαστικά στην αποθήκη της λήθης, για να απαλλαγούμε από την ενοχλητική παρουσία τους, και που θα τα «βρει» ο Θεός, για να τα επαναφέρει στη μνήμη μας, «εν ημέρα κρίσεως». Ήδη τα γνωρίζει, ενώ εμείς τα αγνοούμε. [Γ 255π.]
* * *
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΕΠΑΙΝΟΣ
Τον επαινεί επειδή προηγουμένως τον «κατσάδιασε»
(Ο π. Πορφύριος μάλωσε τον Αργύριο, που μας διέσωσε αυτό το περιστατικό, γιατί καθόταν κλεισμένος τόση ώρα μέσα στο αυτοκίνητό του μελαγχολικός και «γκρίνιαζε» με το νου του, γιατί δεν ξυπνούσε ο Γέροντας να τον δεχθεί και να ακούσει το σοβαρό πρόβλημά του. Ο Γέροντας λοιπόν ήρθε ξαφνικά μπροστά του και τον κατσάδιασε, για να τον βγάλει από το ψυχοπλάκωμά του, να ενεργοποιήσει το «θυμό» του, να ζωντανέψει τα αίματά του και να τον κάνει να δει τα πράγματα από την αισιόδοξη πλευρά. Αυτό το πέτυχε ο Γέροντας και τον προκάλεσε, με το διακριτικό του τρόπο, να αρπάξει το τσεκούρι και να κόψει ξύλα για τη σόμπα. Κοιτάξτε τώρα πως τον επαινεί, για να λειάνει τη σχέση τους και να του δείξει ότι δεν έπαψε να τον αγαπά).
Και ενώ λέει ο συγγραφέας, εξακολουθούσα με μεγάλη ταχύτητα, ένταση και οργή, λόγω της φοβερής προηγηθείσης «κατσάδας», να ανεβοκατεβάζω το τσεκούρι και ο τεμαχισμός του πεύκου έφθανε προς το τέλος, ο π. Πορφύριος ικανοποιημένος σφόδρα από τα αποτελέσματα των ενεργειών του, που ήσαν αιτία να κεντρίσουν τον εγωισμό μου και το φιλότιμό μου και να θέσουν σε λειτουργία όλους τους μηχανισμούς εκείνους του σώματός μου, που ήσαν απαραίτητοι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την αντιμετώπιση της τρομερής καταστάσεως, που είχε προκαλέσει η υπαλληλική μετάθεσή μου, σηκώθηκε, με πλησίασε και είπε:
«Βρέ εσύ έχεις τρομερές ικανότητες! Μόνο που δε θέλεις να τις χρησιμοποιήσεις, και αυτό είναι που με στενοχωρεί. Τέτοια ξύλα καθαρισμένα και τόσο ωραία κομμένα δεν έχω ξαναδεί. Ούτε ο καλύτερος ξυλουργός δε θα τα τεμάχιζε έτσι. Είναι ό,τι πρέπει για τη σόμπα μου. Μωρέ εσύ είσαι ικανός για όλα. Μόνο ό,τι δε θέλεις δεν κάνεις. Γιʼ αυτό σου μίλησα τόσο άσχημα. Ήθελα να σε κάνω να επανεύρεις τον παλαιό εαυτό σου. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε. Έτσι με φώτισε ο Θεός, γιατί εσύ είχες καταθέσει τα όπλα. Και μάλιστα άνευ όρων! Βέβαια, σε στενοχώρησα πολύ. Το ξέρω. Όμως εγώ πήρα μεγαλύτερη στενοχώρια από σένα. Και όπως ξέρεις, είμαι και πολύ άρρωστος…». [Κ 147]
* * *
ΕΠΑΙΝΟΣ
Τον επαινεί επειδή προηγουμένως τον «κατσάδιασε»
(Ο π. Πορφύριος μάλωσε τον Αργύριο, που μας διέσωσε αυτό το περιστατικό, γιατί καθόταν κλεισμένος τόση ώρα μέσα στο αυτοκίνητό του μελαγχολικός και «γκρίνιαζε» με το νου του, γιατί δεν ξυπνούσε ο Γέροντας να τον δεχθεί και να ακούσει το σοβαρό πρόβλημά του. Ο Γέροντας λοιπόν ήρθε ξαφνικά μπροστά του και τον κατσάδιασε, για να τον βγάλει από το ψυχοπλάκωμά του, να ενεργοποιήσει το «θυμό» του, να ζωντανέψει τα αίματά του και να τον κάνει να δει τα πράγματα από την αισιόδοξη πλευρά. Αυτό το πέτυχε ο Γέροντας και τον προκάλεσε, με το διακριτικό του τρόπο, να αρπάξει το τσεκούρι και να κόψει ξύλα για τη σόμπα. Κοιτάξτε τώρα πως τον επαινεί, για να λειάνει τη σχέση τους και να του δείξει ότι δεν έπαψε να τον αγαπά).
Και ενώ λέει ο συγγραφέας, εξακολουθούσα με μεγάλη ταχύτητα, ένταση και οργή, λόγω της φοβερής προηγηθείσης «κατσάδας», να ανεβοκατεβάζω το τσεκούρι και ο τεμαχισμός του πεύκου έφθανε προς το τέλος, ο π. Πορφύριος ικανοποιημένος σφόδρα από τα αποτελέσματα των ενεργειών του, που ήσαν αιτία να κεντρίσουν τον εγωισμό μου και το φιλότιμό μου και να θέσουν σε λειτουργία όλους τους μηχανισμούς εκείνους του σώματός μου, που ήσαν απαραίτητοι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την αντιμετώπιση της τρομερής καταστάσεως, που είχε προκαλέσει η υπαλληλική μετάθεσή μου, σηκώθηκε, με πλησίασε και είπε:
«Βρέ εσύ έχεις τρομερές ικανότητες! Μόνο που δε θέλεις να τις χρησιμοποιήσεις, και αυτό είναι που με στενοχωρεί. Τέτοια ξύλα καθαρισμένα και τόσο ωραία κομμένα δεν έχω ξαναδεί. Ούτε ο καλύτερος ξυλουργός δε θα τα τεμάχιζε έτσι. Είναι ό,τι πρέπει για τη σόμπα μου. Μωρέ εσύ είσαι ικανός για όλα. Μόνο ό,τι δε θέλεις δεν κάνεις. Γιʼ αυτό σου μίλησα τόσο άσχημα. Ήθελα να σε κάνω να επανεύρεις τον παλαιό εαυτό σου. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε. Έτσι με φώτισε ο Θεός, γιατί εσύ είχες καταθέσει τα όπλα. Και μάλιστα άνευ όρων! Βέβαια, σε στενοχώρησα πολύ. Το ξέρω. Όμως εγώ πήρα μεγαλύτερη στενοχώρια από σένα. Και όπως ξέρεις, είμαι και πολύ άρρωστος…». [Κ 147]
* * *
