Σελίδα 10 από 10
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 14, 2012 5:48 am
από paulina
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Β¢ ὁ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ,
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Πολλὲς φορὲς παρατηρεῖται στοὺς μελετητὲς σύγχυση ἀνάμεσα στὸν Βασίλειο Α¢ καὶ Βασίλειο Β¢, οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν ἀμφότεροι ἀρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης μὲ διαφορὰ λίγων δεκαετιῶν, κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 9ου αἰ. Πολλὲς φορὲς οἱ σχετικές, μᾆλλον ἀνεπαρκεῖς, πληροφορίες συμβαίνει νὰ ἀποδίδονται ἀδιακρίτως πότε στὸν μέν, πότε στὸν δέ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκαλεῖται σύγχυση· πάντως σαφῶς διακρίνονται μεταξύ τους: ὁ μὲν Βασίλειος Α¢, πρώην ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης, ἐποίμανε τὴν ᾿Εκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης περὶ τὸ 860-865, ὁ δὲ Βασίλειος Β¢ μετὰ τὸ 904.
Γιὰ τὸν Βασίλειο Β¢ ὅσες πληροφορίες διαθέτουμε, προέρχονται ἀπὸ τὸν Βίο Εὐθυμίου τοῦ νέου, τοῦ ὁποίου εἶναι καὶ ὁ συγγραφέας. Σύμφωνα μὲ τὸν παραπάνω Βίο, ὁ Βασίλειος ἐκάρη μοναχὸς ἀπὸ τὸν Εὐθύμιο τὸ 875 στὸ μετόχιο τῆς μονῆς τῶν Περιστερῶν, στὸν ἅγιο Δημήτριο τῆς Σερμυλίας (σημ. ᾿Ορμύλια): “ἀποκείρας μὲν ἡμᾆς ἐν τῇ Σερμυλίᾳ λεγομένῃ κώμῃ ἐν τῷ Δημητρίου ναῷ”. ῾Ο Βασίλειος φαίνεται πὼς ἦταν ἀπὸ τοὺς ἀγαπημένους καὶ ἐμπίστους μαθητὲς τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου, ὥστε νὰ χαίρει ἰδιαίτερης ἐκτιμήσεως στὸν κύκλο τους. ῾Ο Εὐθύμιος, σὲ ἀνύποπτο χρόνο, προφήτευσε στὸν Βασίλειο τὴν ἐπικείμενη ἀνάδειξή του σὲ ἀρχιερέα: “τάχιον τῆς μονῆς ἀναχωρεῖς καὶ ἀρχιερεὺς γίνη, ὅπου τὸ θεῖον προεθέσπισε βούλημα. ᾿Αλλ᾿ ὅρα, φησί, καὶ ἡμῶν ὡς γεννητόρων μνημόνευε, καὶ τῆς μονῆς καὶ τῶν ἐν αὐτῇ ἀδελφῶν μηδέποτε λήθην παρασκευάσης ἐπιγενέσθαι σοι”. Στὸ Βίο δὲν μαρτυρεῖται ὁ χρόνος, καθὼς καὶ ἡ ἕδρα τὴν ὁποία κατέλαβε ὁ Βασίλειος, ἀλλὰ ἀπὸ παλαιὰ μνημονευόταν πάντοτε ὡς ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης μὲ τὴν ἔκδοση τοῦ Βίου καὶ τῆς ᾿Ακολουθίας τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου, στὰ χειρόγραφα. ῾Η ποιμαντορία τοῦ Βασιλείου Β¢ στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης θὰ πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ μετὰ τὴν ἀρχιερατεία τοῦ ᾿Ιωάννη τοῦ ᾿Εντοπίου (Θεσσαλονικέως), ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖται ὡς ἀρχιεπίσκοπος ἀκόμη τὸ 904, τουλάχιστον μέχρι τὰ μισὰ τοῦ χρόνου, 31 ᾿Ιουλίου, ὁπότε συνέβη ἡ καταστροφὴ τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Σαρακηνοὺς πειρατές. Συνεπῶς ὁ Βασίλειος πρέπει νὰ τὸν διαδέχθηκε. ῾Ο συντομότερος χρόνος ἐφαρμογῆς τῆς προφητείας τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου, “τάχιον τῆς μονῆς ἀναχωρεῖς καὶ ἀρχιερεὺς γίνη”, εἶναι τὸ ἔτος 904.
Μία παράδοση ποὺ καταγράφεται στὰ πολὺ μεταγενέστερα, τοῦ 19ου αἰ., Πάτρια τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ποὺ συνέγραψε ὁ μοναχὸς ᾿Ιάκωβος Νεασκητιώτης, ἀναφέρει τὸν Βασίλειο ὡς κτίτορα μονῆς στὸ ῞Αγιο ῎Ορος: “ἐπὶ δὲ τῆς βασιλείας Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος, ὁ μαθητὴς τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου... Βασίλειος, ὕστερον μητροπολίτης Θεσσαλονίκης χρηματίσας, ὁ καὶ ἐν ἁγίοις κατειλεγμένος, ποθῶν ἡσυχάσαι, ἦλθεν εἰς τὸ ὄρος καὶ ἔκτισε τὴν ἐπώνυμον αὐτοῦ μονὴν τοῦ ῾Αγίου Βασιλείου εἰς τιμὴν τῆς ᾿Αναλήψεως τοῦ Σωτῆρος” (Λάμπρος, Πάτρια, σ. 215· Γεδεών, ῎Αθως, σ. 314). Πράγματι, μία μαρτυρία περὶ ὑπάρξεως, “μονῆς τοῦ ῾Αγίου Βασιλείου καὶ Πύργου καλουμένης... εἰς τιμὴν καὶ ὄνομα τῆς θείας τοῦ Χριστοῦ ᾿Αναλήψεως”, ὑπάρχει στὰ ἔγγραφα τοῦ Πρωτάτου (Actes Prôtaton, σ. 90), ἡ ὁποία ὅμως ἀπορρίπτεται ὡς ἀστήρικτη καὶ προϊὸν παρανοήσεως, ἀπὸ τὴν Παπαχρυσάνθου (ὅπ.π., σημ. 299). Προφανῶς ἡ πρώιμη μαρτυρία περὶ τῆς ὑπάρξεως μονῆς τοῦ ἁγίου Βασιλείου, ὁδήγησε στὸ μεταγενέστερο συνδυασμὸ μὲ τὸν πιὸ διάσημο Βασίλειο, τὸ βιογράφο τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου. ᾿Εξίσου ὀρθὴ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἡ σύνδεση τῆς ἱδρύσεως τῆς μονῆς καὶ μὲ τὸν ὀλιγώτερο διάσημο Βασίλειο Α¢ ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, κάτι ποὺ φαίνεται πιθανότερο.
῾Η βασικὴ παρανόηση στὴν ὁποία βασίζονται οἱ μεταγενέστερες συγχύσεις περὶ τῶν δύο Βασιλείων, νομίζω ὅτι ὀφείλεται στὴν ἀπόδοση τῆς μνείας τοῦ Μηναίου Φεβρουαρίου, περὶ Βασιλείου ὁμολογητοῦ, ἀπὸ τὸν ᾿Αλέξανδρο Λαυριώτη, στὸν Βασίλειο Β¢, τὸ βιογράφο Εὐθυμίου τοῦ νέου, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ τὴ δήλωση τοῦ Συναξαρίου γιὰ τὴν ᾿Αθηναϊκὴ προέλευσή του ὡς ἑξῆς: “ὁ Βασίλειος μεταβὰς εἰς ᾿Αθήνας τὴν πατρίδα του, ἐξεπαιδεύθη τελειότερον καὶ ἐγένετο ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἔνθα καὶ στερρῶς ὑπὲρ τῆς πίστεως εἴχετο, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς ὡμολόγησεν”. ῾Η πληροφορία αὐτή, ἂν καὶ ἀνήκει στὸν Βασίλειο Α¢ τὸν ῾Ομολογητή, εἶναι πολὺ ἀνακόλουθη, διότι τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἡ ᾿Αθήνα τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν ἔχει παύσει πρὸ πολλοῦ νὰ εἶναι πνευματικὸ κέντρο, ὥστε νὰ προσελκύει μαθητές· ἀντιθέτως ἔχουμε περισσότερες πληροφορίες γιὰ νέους ποὺ βρίσκουν καταφύγιο καὶ ἱκανοποίηση στὶς πνευματικές τους ἀναζητήσεις στὴ Θεσσαλονίκη, ποὺ εἶναι ἡ μεσαιωνικὴ ἐφάμιλλη κατάσταση τῶν ἀρχαίων ᾿Αθηνῶν.
Τέλος, σὲ ἐπιζωγραφισμένη τοιχογραφία ποὺ βρίσκεται στὸ βόρειο πεσότοιχο τοῦ ἱεροῦ βήματος τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Βατοπεδίου, καὶ χρονολογεῖται τὸ ἔτος 1312, ἀπεικονίζεται ὁλόσωμος ῾Ο ῞ΑΓΙ(ΟΣ) ΒΑΣÍΛΕΙΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝÍΚΗΣ, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχικὴ ἐπιγραφὴ ποὺ αὐτὴ φέρει. ῾Ο εἰκονιζόμενος ἀρχιερεὺς ταυτίζεται ἀπὸ τοὺς ἐρευνητὲς μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Βασίλειο τὸ “συναξαριστή”, τὸ μαθητὴ τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 14, 2012 5:50 am
από paulina
ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΤΗΣ, ὁμολογητὴς
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (π. 1305-1379)
ἡ μνήμη του κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας
Τὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, στὸ παράρτημα τῆς ᾿Εκκλησίας Θεσσαλονίκης ἀφιερώνει στὸν Δωρόθεο ἕνα ἐξαιρετικὸ τιμητικὸ ἐγκώμιο, ὅπου τονίζεται ὅτι ὁ Δωρόθεος ἦταν ἀξιοθαύμαστος γιὰ τὶς θεοειδεῖς ἀρετές του, ὅτι ἦταν πιστὸς μαθητὴς τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ, ὅτι ὑπέστη φοβερὲς διώξεις καὶ κακώσεις ὑπὲρ τῶν δογμάτων τῆς ὀρθοδοξίας μαζὶ μὲ τὸν διδάσκαλό του Γρηγόριο, ὅτι ἦταν λαμπρὸς διδάσκαλος καὶ πρὸ τῆς ἀρχιερατείας του καὶ κατ᾿ αὐτήν. Εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν ἅγιο Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ὅπως δείχνει τὸ μονόγραμμά του στὸ περιθώριο:
“Δωροθέου τοῦ ἁγιωτάτου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ δῶρον ὡς ἀληθῶς ἐκ Θεοῦ δοθέντος τῷ τῶν χριστωνύμων πληρώματι, καὶ ταῖς θεοειδέσι μὲν ἀρεταῖς περιβοήτου τοῖς πᾆσι καὶ θαυμαστοῦ γεγενημένου, καὶ ταῖς πατρικαῖς καὶ πνευματικαῖς εἰσηγήσεσι καὶ διδασκαλίαις, καὶ πρὸ τῆς ἀρχιερωσύνης, καὶ μετὰ τὸ δέξασθαι ταύτην, πάντας καταφωτίσαντος, ἱδρῶτας δὲ καὶ πόνους καὶ φυλακὰς καὶ πολλὰς κακώσεις ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας καὶ τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς Χριστοῦ ἐκκλησίας ὑπομεμενηκότος συνάμα τῷ θείῳ καὶ θαυμαστῷ πατρὶ καὶ διδασκάλῳ Γρηγορίῳ τῷ πάνυ, αἰωνία ἡ μνήμη”.
῾Η μαθητικὴ θέσις του ἀπέναντι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ δείχνει ὅτι πιθανῶς ἦταν νεώτερος κατὰ μία ὀκταετία τουλάχιστον, ἄρα ὅτι θὰ ἐγεννήθηκε γύρω στὰ 1305. Κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ Φιλοθέου Κοκκίνου ἦσαν αὐτὸς καὶ ὁ ἀδελφός του Μάρκος φίλοι τοῦ Φιλοθέου ἀπὸ παιδικὴ ἡλικία, “ἐκ παιδὸς ἐς τὰ μάλιστα”, ποὺ σημαίνει ὅτι ἦσαν συνομήλικοι. ᾿Αργότερα συνασκήτευσαν ὅλοι αὐτοὶ μαζί, καθὼς καὶ μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ καὶ τὸν ᾿Ισίδωρο.
Τὰ δύο ὁράματα ποὺ εἶδε ὁ Γρηγόριος Παλαμᾆς στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, τὸ ἕνα πολὺ ἐνωρίς, κατὰ τὸ δεύτερο ἔτος τῆς ἐκεῖ παραμονῆς του, περὶ τῆς συνεχοῦς πρὸς αὐτὸν προστασίας τῆς Θεοτόκου, τὸ ἄλλο μετὰ δεκαετία περίπου, περὶ ἀνάγκης μεταδόσεως καὶ στοὺς ἄλλους τοῦ θείου ποτοῦ ποὺ ἀνέβλυζε μέσα του, τὰ διηγήθηκε ἀποκλειστικῶς στὸν Δωρόθεο, “τὸν μαθητὴ καὶ σύνοικο”· ἀλλ᾿ αὐτὸ συνέβηκε πολὺ ἀργότερα (Φιλοθέου, Βίος Γρηγορίου, ἔκδ. Χρήστου, σ. 82 καὶ 144). Πιθανῶς γιὰ πρώτη φορὰ συνάντησε τὸν Γρηγόριο στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, ἀλλὰ περισσότερο συνδέθηκε μαζί του στὴ Θεσσαλονίκη κατὰ τὴν ἔναρξι τῆς ἔριδος μὲ τὸν Βαρλαάμ, τὸ 1338. Οἱ τρεῖς ἄνθρωποι ποὺ προσκλήθηκαν μαζὶ μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ, γιὰ νὰ δώσουν λόγο περὶ τῶν πεποιθήσεών του ἐνώπιον τῆς Συνόδου ἦταν ὁ ᾿Ισίδωρος, ὁ Δωρόθεος καὶ ὁ ἀδελφός του Μάρκος. ῞Οπως λέγει ὁ Καντακουζηνὸς (῾Ιστορία, ἐκδ. Bonn. 550) “καὶ παρῆσαν καὶ αὐτοὶ τῷ λόγῳ ὑπέχειν εὐθύνας”. Μετὰ τὴν πλήρη δικαίωσί τους ὁ Δωρόθεος ἔμεινε δίπλα στὸν Παλαμᾆ καὶ συμμερίσθηκε τὶς ταλαιπωρίες του. ῎Εμεινε στὴ φυλακὴ τῶν ἀνακτόρων μαζὶ μὲ αὐτὸν ἀπὸ τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1343 καὶ τὸν ἐξυπηρετοῦσε ὡς γραμματεύς.
Μετὰ τὴν ἀποκατάστασι τῆς τάξεως ἀκολούθησε τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου διακρίθηκε ὡς πνευματικὸς διδάσκαλος. ῾Ο Νικόλαος Καβάσιλας ὡς φοιτητὴς στὴν Κωνσταντινούπολι πρὶν ἀπὸ τὸ 1341, γράφει πρὸς τὸν πατέρα του, ὅτι ὁ μόνος ἀλληλογράφος του στὴ Θεσσαλονίκη εἶναι ὁ Δωρόθεος, τὸν ὁποῖο καὶ διακρίνει ἀπὸ ὅλους· “τὸν ἐμὸν ἐξαίρω πατέρα τὸν ἱερώτατον Βλατῆν”. ᾿Αλλ᾿ ἀργότερα ἡ δραστηριότης του στὴν πνευματικὴ καθοδήγησι, ἰδίως τῶν νέων, ἔχει καθολικὴ ἀναγνώρισι.
Γύρω στὸ 1355, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Μάρκο ἵδρυσε τὴν μονὴ τοῦ Σωτῆρος Παντοκράτορος στὸ ὕψωμα τῆς Θεσσαλονίκης, τὴν γνωστὴ ἀπὸ αὐτοὺς ὡς μονὴ Βλατέων, πιθανῶς μὲ ἐνίσχυσι τῆς βασιλομήτορος ῎Αννας, ἡ ὁποία διέμενε τότε στὴ Θεσσαλονίκη. Σὲ μιὰ ἐπιγραφὴ τοῦ 1801 γράφεται ὅτι οἱ ἱδρυταὶ αὐτῆς τῆς μονῆς εἶναι Κρῆτες· καὶ ναὶ μὲν στὴν Κρήτη ἀπαντᾆται τὸ ὄνομα Βλατῆς καὶ στὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ ἀργότερα, ἀλλ᾿ ἀπαντᾆται καὶ ἀλλοῦ. Καμμιὰ παλαιὰ μαρτυρία δὲν ὑπάρχει γιὰ τὴν κρητική τους καταγωγή.
Τὸ 1371 ὁ Δωρόθεος ἐξελέγη μητροπολίτης Θεσσαλονίκης διαδεχόμενος τὸν ᾿Αντώνιο, ὁπότε βέβαια στὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς θὰ τὸν διαδέχθηκε ὁ Μάρκος, ἂν εἶχε ἐπιβιώσει. Διετήρησε τὴν μητροπολιτικὴ ἕδρα ἕως τὸν θάνατό του ποὺ συνέβηκε τὸ 1379 καὶ τότε τὸν διαδέχθηκε ὁ ᾿Ισίδωρος Γλαβᾆς.
Παρὰ τὴν γενικὴ ἀναγνώρισι τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ὀρθοδοξίας τοῦ Δωροθέου καὶ παρὰ τὸ ἐγκώμιο τοῦ Συνοδικοῦ δὲν ἔχει ἐγγραφεῖ κατ᾿ ἄλλον τρόπο στὸ ἑορτολόγιο, ἀφοῦ ἀρκετὴ ἐθεωρήθηκε ἡ μνήμη του κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Σάβ Μαρ 24, 2012 2:16 pm
από paulina
ΘΕΟΔΩΡΑ, θυγάτηρ Μαξιμιανοῦ,
μάρτυς (ἀρχὲς 4ου αἰ.)
Στὴ Διήγηση τοῦ ᾿Ιγνατίου, ἡγουμένου τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου, περὶ τῆς θεανδρικῆς εἰκόνος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τῆς φανερωθείσης ἐν τῇ κατὰ Θεσσαλονίκῃ μονῇ τῶν Λατόμων, πολύτιμη ὄχι μόνο ἐπειδὴ ἀναφέρεται στὸ περίφημο ψηφιδωτὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ μὲ τὸ θαυμάσιο ἀποκαλυπτικό του περιεχόμενο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ σημαντικὰ ἁγιολογικά, ἱστορικὰ καὶ τοπογραφικὰ στοιχεῖα ποὺ προσφέρει, παραδίδεται μία πλήρης ἁγιολογικὴ διήγηση γιὰ τὴ Θεοδώρα, κόρη τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὴ μοναδικὴ πηγή, ποὺ μᾆς διασώζει τὰ σχετιζόμενα μὲ τὸ βίο καὶ τὸ μαρτυρικὸ τέλος τῆς παρθενομάρτυρος Θεοδώρας στὴ Θεσσαλονίκη.
῾Ο συναυτοκράτωρ τοῦ Διοκλητιανοῦ, Μαξιμιανός, εὑρισκόμενος στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τοὺς οἰκείους του, προετοιμαζόταν γιὰ πόλεμο ἐναντίον τῶν Σαρματῶν (“Σαυροματῶν”). Κάποια ἡμέρα, ἡ μοναχοκόρη του, ποὺ ὀνομαζόταν Θεοδώρα, βαδίζοντας στὴν παραλία ἐκτὸς τῆς πόλεως, πλησίασε στὸ μέρος ὅπου διέμεναν οἱ διωκόμενοι Θεσσαλονικεῖς χριστιανοί, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἐπίσκοπός τους ᾿Αλέξανδρος τελοῦσε τὴ θεία λατρεία. ῾Η Θεοδώρα, ἐντυπωσιασμένη ἀπὸ τοὺς ὕμνους τῶν χριστιανῶν καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα (περὶ τῆς μελλούσης κρίσεως) ποὺ ἐκφωνοῦνταν ἐκεῖ, ζήτησε νὰ συναντηθεῖ κρυφὰ μὲ τὸν ἐπίσκοπο. Τὸ βράδυ τῆς ἴδιας ἡμέρας ὁ ἐπίσκοπος ᾿Αλέξανδρος ἐπισκέφθηκε μυστικὰ τὴ Θεοδώρα· ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄρχισε ἡ κατήχηση τῆς Θεοδώρας, ἡ ὁποία δέχθηκε ἐν τέλει τὸ θεῖο βάπτισμα ἀπὸ τὸν ἅγιο ἐπίσκοπο.
῾Η συγκατοίκησή της, ὡστόσο, μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες γονεῖς της, τὴν παρεμπόδιζε στὴν ἀπρόσκοπτη ἐκτέλεση τῶν θρησκευτικῶν της καθηκόντων. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο προσποιήθηκε πὼς ἔπασχε ἀπὸ κάποια ἀσθένεια καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα της νὰ τῆς κτίσει μία κατοικία μὲ λουτρὸ στὴν ἄνω πόλη, στὴν περιοχὴ τῶν Λατομίων (“περὶ τὰ βορειότερά που καὶ ἀνωφερέστερα μέρη τῆς πόλεως, ἃ δὴ Λατόμια ἐγχωρίους ὀνομάζονται, διὰ τὸ τοὺς λίθους ἐκεῖθεν, οἶμαι, λατομεῖσθαι τοὺς χρησίμους εἰς οἰκοδομάς”), γιὰ νὰ μείνει ἐκεῖ μὲ στόχο τὴ βελτίωση τῆς ὑποτιθέμενης κλονισμένης ὑγείας της. Στὴ νέα κατοικία της ἡ Θεοδώρα εἶχε πλέον τὴν ἄνεση ὄχι μόνο νὰ ἐκτελεῖ πιστὰ τὰ χριστιανικά της καθήκοντα, ἀλλὰ καὶ νὰ δέχεται τὸν ἐπίσκοπο ᾿Αλέξανδρο, ὁ ὁποῖος τῆς κήρυττε τὸ θεῖο λόγο.
Μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Μαξιμιανοῦ ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, γιὰ νὰ ἐκστρατεύσει ἐναντίον τῶν Σαρματῶν, ἡ Θεοδώρα μετέτρεψε τὸ κτίσμα τοῦ λουτροῦ σὲ χριστιανικὸ ναό, ὁ ὁποῖος καθιερώθηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο ᾿Αλέξανδρο. Στὴ συνέχεια ἀνέθεσε σ᾿ ἕνα ζωγράφο τὴν ἁγιογράφηση τῆς ἀνατολικῆς ἀψίδας μὲ τὴ μορφὴ τῆς Θεοτόκου. ᾿Ενῶ ὅμως τὸ ἔργο αὐτὸ εἶχε σχεδὸν περατωθεῖ, ὁ ζωγράφος ἀντίκρυσε ἔκπληκτος τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ἐργασίας του, μία τελείως διαφορετικὴ τοιχογραφία: τὴ μορφὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ πάνω σὲ φωτεινὴ νεφέλη, στὰ τέσσερα ἄκρα τῆς ὁποίας ὑπῆρχαν οἱ τέσσερις πτερωτὲς μορφὲς - σύμβολα τῶν Εὐαγγελιστῶν, τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἀετοῦ (πάνω), τοῦ λέοντος καὶ τοῦ βοὸς (κάτω). ῾Ο Χριστὸς κρατοῦσε μὲ τὸ ἀριστερὸ χέρι του εἰλητάριο, ἐνῶ τὸ δεξὶ χέρι του ἦταν στραμμένο πρὸς τὸν οὐρανό. ᾿Εκτὸς καὶ ἑκατέρωθεν τῆς νεφέλης βρίσκονταν ἔκθαμβοι οἱ προφῆτες ᾿Ιεζεκιὴλ καὶ ᾿Αββακούμ.
Τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ἀνακοινώθηκε στὴ Θεοδώρα, ἡ ὁποία ἐπιδείκνυε καθημερινὰ ἰδιαίτερη φροντίδα καὶ τιμὴ πρὸς τὴ θεσπέσια παράσταση τοῦ ψηφιδωτοῦ. ῾Ωστόσο, κάποιος ὑπηρέτης της κατέδωσε τὴ Θεοδώρα στὴ μητέρα της, ἡ ὁποία τῆς ζήτησε νὰ μάθει ἐὰν ἦταν ἀληθεῖς οἱ πληροφορίες της. ῾Η Θεοδώρα ἀρνήθηκε τὴν ὕπαρξη τῆς εἰκόνος καὶ συγχρόνως μερίμνησε γιὰ τὴν ἀπόκρυψη καὶ τὴν ἀσφαλῆ προστασία της· τὴν κάλυψε μὲ δέρμα βοδιοῦ τὸ ὁποῖο στερεώθηκε μὲ πλίνθους καὶ ἐπιχρίσθηκε μὲ ἀσβέστη.
῞Οταν μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς ἡμέρες ἡ μητέρα τῆς Θεοδώρας ἀποφάσισε νὰ τελεσθεῖ θυσία στὴν ῎Αρτεμη γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ αὐτοκράτορος συζύγου της, στὴν ὁποία συμμετεῖχε πλῆθος κόσμου, κάλεσε καὶ τὴν κόρη της νὰ συμμετάσχει σ᾿ αὐτήν. ῾Η Θεοδώρα ἀρνήθηκε μὲ κατηγορηματικὸ τρόπο, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὴν ὀργὴ καὶ τὶς ἀπειλὲς τῆς μητέρας της. ῾Η στέρεη πίστη της ὅμως, ὁδήγησε τὴν ἐξοργισμένη μητέρα της στὴν ἀπόφαση νὰ ἐνημερώσει ἀμέσως τὸ σύζυγό της καὶ πατέρα τῆς Θεοδώρας, Μαξιμιανό, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ ἐγκλείσουν τὴ Θεοδώρα στὴ φυλακὴ ὡς τὴν ἡμέρα τῆς ἐπανόδου του, καὶ νὰ πυρπολήσουν τὸ οἴκημα καὶ τὸ λουτρὸ ποὺ τῆς εἶχε κτίσει στὰ Λατόμια. ῾Ωστόσο ἡ φωτιὰ δὲν κατέστη δυνατὸ νὰ προξενήσει φθορὲς στὸ ἱερὸ ἐκτύπωμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ὅπως διαπιστώθηκε ἀρκετοὺς αἰῶνες ἀργότερα.
῾Η παρθένος Θεοδώρα ὁδηγήθηκε στὴ φυλακή, ὅπου καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο. ῾Η τελευταία πληροφορία ποὺ παρέχει ἡ Διήγηση τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου, ᾿Ιγνατίου, εἶναι ὅτι τὸ σῶμα τῆς κόρης τοῦ εἰδωλολάτρη καὶ διώκτη Μαξιμιανοῦ, παρέλαβαν οἱ χριστιανοὶ τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς θὰ τὸ τοποθέτησαν μέσα σὲ τάφο - μαρτύριο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τελοῦσαν τὴ γενέθλιο μνήμη τῆς Θεοδώρας κατ᾿ ἔτος, σύμφωνα μὲ τὶς προσφιλεῖς συνήθειες τῶν χριστιανῶν τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν διωγμῶν.
῾Η ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριο τῆς παρθενομάρτυρος Θεοδώρας τὴν κατατάσσουν στὸν ὅμιλο τῶν ἁγίων γυναικῶν τῆς ᾿Εκκλησίας μας, οἱ ὁποῖες κατάγονταν ἀπὸ ἐπιφανεῖς οἰκογένειες τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους, ἀσπάσθηκαν τὴν πίστη τοῦ Ναζωραίου καὶ δέχθηκαν μαρτυρικὸ θάνατο, ἀκόμη καὶ κατόπιν ἐντολῆς τῶν γονέων τους πρὸς τοὺς δημίους.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Σάβ Μαρ 24, 2012 2:17 pm
από paulina
ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΓΛΑΒΑΣ,
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (1342-1397)
Δὲν ἦταν πολὺ εὐτυχὴς ἄνθρωπος ὁ ᾿Ιωάννης Γλαβᾆς, ἀφοῦ ἐγεννήθηκε (1342) καὶ ἀνατράφηκε στὴ Θεσσαλονίκη κατὰ τὰ σκληρὰ χρόνια τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, ἀρχιεράτευσε κι ἐπέθανε κατὰ τὰ πονεμένα χρόνια τῆς πρώτης Τουρκοκρατίας, ἀφοῦ ἔζησε 55 χρόνια. ῍Αν καὶ δὲν ὑφίσταται συστηματικὴ βιογραφία του, πλὴν ἑνὸς ρητορικοῦ ἐπικηδείου λόγου, τὰ κύρια βιογραφικά του δεδομένα ἔχουν ἀποκατασταθῆ ἀκριβῶς μὲ βάσι τὸ ἐγκώμιό του στὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, δύο ἐπιγραφὲς στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, δύο πατριαρχικὲς πράξεις καὶ ὡρισμένα σημειώματα σὲ ἄλλα κείμενα.
῞Οταν τὴν 1η ᾿Απριλίου 1375, ἐπὶ ἀρχιερατείας Δωροθέου, κατέστη μοναχός, ὁ ᾿Ιωάννης ἄλλαξε τὸ ὄνομά του σὲ ᾿Ισίδωρο. Μετὰ πενταετία, στὶς 25 Μαΐου 1380, ἐχειροτονήθηκε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης σὲ διαδοχὴ τοῦ Δωροθέου, ποὺ εἶχε πεθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν. Λόγω τῆς συνηθείας τοῦ πατριαρχείου νὰ ἐπεμβαίνει εὐθέως στὰ πνευματικὰ ἱδρύματα τῶν ἐπαρχιῶν, καθὼς καὶ τῶν τάσεων τῶν ἡγετῶν τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης νὰ ἀσκοῦν βάσει προνομίων ἀνεξέλεγκτοι τὴν διοίκησι αὐτῶν τῶν ἱδρυμάτων, ἐπῆλθε κάποια διένεξη μεταξὺ τοῦ ᾿Ισιδώρου καὶ τοῦ πατριάρχη Νείλου, ἡ ὁποία ὡδήγησε τὸν πρῶτο στὴν ἀπόφασι νὰ ὑποβάλη παραίτησι, ἡ ὁποία δὲν ἔγινε δεκτή· ὅταν ὅμως ἐγκατέλειψε τὴ θέσι του, γιὰ νὰ μεταβῆ στὴν Κωνσταντινούπολι, ἐκηρύχθηκε ἔκπτωτος, τὸ 1384. ῍Αν καὶ κατόπιν διευθετήσεως τῆς διαφορᾆς ἀποκαταστάθηκε στὴ θέσι του θεωρητικῶς τὸ 1386, δὲν ἔσπευσε ἀμέσως στὴ Θεσσαλονίκη, ποὺ ἦταν μάλιστα ἀπὸ τριετίας στενὰ πολιορκημένη, κι ἔτσι δὲν παρίστατο στὴν ἅλωσι τῆς πατρίδος του ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1387.
Δὲν ἔσπευσε οὔτε τότε νὰ ἐπιστρέψη στὴν ἕδρα του, διότι εἶχε ἄλλο θλιβερὸ καθῆκον· ἐχρειάσθηκε νὰ περιοδεύση ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὰ στρατόπεδα αἰχμαλώτων, ὅπου εἶχαν συρθῆ ὡς δοῦλοι χιλιάδες Θεσσαλονικέων μετὰ τὴν κατάληψι τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους, γιὰ νὰ τοὺς ἀνακουφίση μὲ τὰ παρηγορητικὰ λόγια του καὶ γιὰ νὰ διευκολύνη τὴν ἀπελευθέρωσι ὅσο τὸ δυνατὸ περισσοτέρων ἀπὸ αὐτοὺς μὲ τὴ συγκέντρωσι καὶ μεταβίβασι λύτρων. ᾿Επανῆλθε στὴν ἕδρα του τὸ φθινόπωρο τοῦ 1393 κι ἐργάσθηκε στοὺς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας του μέσα στὰ περιορισμένα πλαίσια τῆς δουλείας. ᾿Επέθανε μετὰ τέσσερα περίπου ἔτη, τὸ 1397. Τὸ ἐξαιρετικὰ τιμητικὸ ἐγκώμιό του στὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, παράρτημα τῆς ᾿Εκκλησίας Θεσσαλονίκης, ἐγράφηκε ἀπὸ τὸν Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ὅπως συνάγεται ἀπὸ τὸ μονόγραμμά του ποὺ ἔχει τοποθετηθῆ στὸ περιθώριο τοῦ κώδικος.
“᾿Ισιδώρου τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἁγιωτάτου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ δίκην ἀστέρος λαμπροῦ τὴν ποίμνην αὐτοῦ ταύτην καταφωτίσαντος ταῖς καθ᾿ ἡμέραν ἱεραῖς αὐτοῦ διδασκαλίαις καὶ εἰσηγήσεσι, καὶ κατὰ τὸν καλὸν καὶ πρῶτον ποιμένα Χριστὸν τοῦ ποιμνίου πάντα τρόπον πεφροντικότος καὶ μακρὰς ὁδοιπορίας ὑπενεγκόντος, καὶ πᾆν εἴ τι θεῖον καὶ πρὸς σωτηρίαν ἐνάγον καὶ λόγοις διδάξαντος καὶ ἔργοις ἐνδειξαμένου, καὶ τῷ ὄντι τοῖς ἐπ᾿ ἀρετῇ καὶ σοφίᾳ πρὸ αὐτοῦ διαλάμψασιν ἐξισωθέντος τοῖς ὅλοις, αἰωνία ἡ μνήμη”.
῾Ο ᾿Ισίδωρος διακρίθηκε γιὰ τὴν ὁμιλητική του δραστηριότητα σ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἀρχιερατικοῦ του σταδίου καὶ ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν τελευταία φάσι του ποὺ διανύθηκε στὴν ἕδρα του, τῆς ὁποίας διατηροῦνται προϊόντα σὲ σημαντικοὺς ἀριθμούς, καλύπτοντα τὸ Κυριακοδρόμιο, μεγάλες ἑορτὲς κινητὲς καὶ ἀκίνητες, καὶ διάφορες ἐπὶ μέρους περιστάσεις. Στὶς σωζόμενες 58 ὁμιλίες διακρίνεται ἡ ἀγωνία τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας ἐνώπιον τῆς ἐξοντωτικῆς ἀπειλῆς τῶν τουρκικῶν ὁρδῶν καὶ ἡ πίστι στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Στὴ δομή τους οἱ ὁμιλίες φαίνονται ἐπηρεασμένες ἀπὸ τὸ ὁμιλιάριο τοῦ παλαιοῦ κατόχου τοῦ ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου Θεσσαλονίκης, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ.
᾿Οκτὼ ἐπιστολὲς τοῦ ᾿Ισιδώρου, ἡ μία ἀπευθυνομένη πρὸς τὸ ποίμνιό του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι, ἔχουν ἐκδοθῆ, καθὼς καὶ μερικὲς περίεργες κανονικὲς ἀποκρίσεις. ᾿Αντιθέτως ἀνέκδοτα παραμένουν δύο σύντομα δοκίμια, ἕνα περὶ τοῦ πασχαλίου κύκλου καὶ τὸ ἄλλο περὶ τῶν φάσεων τῆς σελήνης.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Σάβ Μαρ 24, 2012 2:19 pm
από paulina
ΙΣΙΔΩΡΟΣ Α¢ ΒΟΥΧΕΡΑΣ,
πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἅγιος (± 1300-1350)
῾Η νίκη τοῦ ᾿Ιωάννη ς¢ Καντακουζηνοῦ, τὸ 1347, ἀπετέλεσε σταθμό, ὄχι μόνο στὰ πολιτικὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ στὰ ἐκκλησιαστικά, ὅπου ἐπικράτησαν καθ᾿ ὅλη τὴ γραμμὴ οἱ ἡσυχαστικὲς ἀπόψεις. Οἱ τρεῖς πρῶτοι μετὰ τὴ μεταβολὴ αὐτὴ πατριάρχες ἦσαν μαθηταὶ καὶ φίλοι τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ. Πρῶτος ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ ᾿Ισίδωρος Βουχερᾆς.
῾Ο ᾿Ισίδωρος, καταγόμενος ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ὅπου ἐγεννήθηκε γύρω στὸ 1300, ἐσπούδασε ἐντατικὰ στὴ γενέτειρά του κι ἔπειτα ἀσκήτευσε σ᾿ αὐτὴν καὶ στὸ ῞Αγιον ῎Ορος. Στὸ ῎Ορος φαίνεται ὅτι ἐμαθήτευσε κοντὰ στὸ διάσημο ἡσυχαστὴ Γρηγόριο Σιναΐτη καὶ ἀκολούθως συνδέθηκε μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ. ῞Ολοι αὐτοί, ὅταν τὸ καλοκαίρι τοῦ 1325 οἱ πειρατικὲς ἐπιδρομὲς τῶν Τούρκων ἐντάθηκαν, ἔφυγαν γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ μία πολυμελῆ ὁμάδα μοναχῶν. ῾Ο ᾿Ισίδωρος συνέστησε τότε στὴ Θεσσαλονίκη ἀδελφότητα μὲ πυρῆνα τὴν ὁμάδα ποὺ εἶχε ἔλθει μαζί του ἀπὸ τὸ ῎Ορος. ᾿Απὸ μέλη αὐτῆς τῆς ἀδελφότητος ἔμαθε ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸς τὰ σχετικὰ μὲ τὴν τεχνικὴ μέθοδο τῆς ἡσυχαστικῆς προσευχῆς κι ἔλαβε ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐπίθεσί του ἐναντίον τοῦ ἡσυχασμοῦ. ῾Ο ᾿Ισίδωρος εἶχε στενὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Παλαμᾆ καὶ ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν τὸν ἐπληροφόρησε περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος πραγματειῶν τοῦ Βαρλαάμ, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ τὸ 1337 τὸν προσκάλεσε νὰ ἔλθη αὐτοπροσώπως στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ ν᾿ ἀναλάβη τὴν ὑπεράσπισι τῶν προσβαλλομένων μοναχῶν.
᾿Αργότερα ἀκολούθησε τὸν Γρηγόριο στὴν Κωνσταντινούπολι τὸ 1341. ᾿Εκλέχθηκε μητροπολίτης Μονεμβασίας τὸ ἴδιο ἔτος, ἀλλὰ λόγω τῆς ἐκρήξεως τοῦ ἐθνοκτόνου ἐμφυλίου πολέμου δὲν μπόρεσε νὰ ἐνθρονισθῆ· ἀναγκάσθηκε μάλιστα μετὰ τριετία νὰ ἐγκαταλείψη καὶ θεωρητικῶς τὴ θέσι του κατόπιν ἐνεργειῶν τῶν πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιωάννη Καλέκα καὶ ᾿Αντιοχείας ᾿Ιγνατίου, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τοποθετηθῆ στὸ πλευρὸ τοῦ ᾿Ακινδύνου κατὰ τὴ θεολογικὴ ἔριδα.
Τὴν 17η Μαΐου 1347 ὁ ᾿Ισίδωρος προβλήθηκε ὡς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐχειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Αθανάσιο Κυζίκου στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν. Κατὰ τὶς ὑπάρχουσες μαρτυρίες ὁ ᾿Ισίδωρος ὄχι μόνο εἶχε δικαιωθῆ ἀπὸ τὶς τρεῖς συνόδους ποὺ εἶχαν προηγηθῆ ἀμέσως τῆς χειροτονίας του, κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, ἀλλὰ καὶ εἶχε μνημονευθῆ σ᾿ αὐτὲς εὐφήμως. ῾Ο ἴδιος ὁ ᾿Ισίδωρος σημειώνει στὴ Διαθήκη του ὅτι τοῦ εἶχε προταθῆ τὸ ἀξίωμα τοῦτο ἕξι μῆνες πρὸ τῆς ἐκλογῆς του, δηλαδὴ περὶ τὰ μέσα Νοεμβρίου 1346, ἀλλ᾿ αὐτὸς ἐδίσταζε νὰ τὸ δεχθῆ τότε. Φαίνεται ὅμως ὅτι τοῦτο ὑπῆρξε ἁπλῆ σκέψις τῆς αὐτοκρατείρας ῎Αννης, ἡ ὁποία ἔμεινε ἀνενέργητη, διότι στὴ νικηφόρο παράταξι τοῦ Καντακουζηνοῦ ἀρχικὰ ἐπικρατοῦσαν ἄλλες σκέψεις. ῾Ο Καντακουζηνὸς βεβαιώνει ὅτι ὁ Παλαμᾆς ἦταν ὁ καταλληλότερος ὑποψήφιος γιὰ τὴν ἕδρα τοῦ πατριάρχη, λόγω τῆς ἀρετῆς του καὶ τῆς πολιτικῆς του τοποθετήσεως, ἐπειδὴ ὅμως φιλοδοξίες ἐκδηλώνονταν ἀπὸ πολλὲς πλευρές, ἀποφάσισε ν᾿ ἀφήση τὸ θέμα τῆς ἐπιλογῆς στὴν ἱεραρχία. Τελικὰ ὅλοι ἀποδέχθηκαν τὸν βατοπεδινὸ μοναχὸ Σάββα, ποὺ εἶχε διατηρήσει μία συμβιβαστικὴ στάσι ἀπέναντι τῶν δύο ἐκκλησιαστικῶν μερίδων μὲ περισσότερη εὐμένεια τώρα πρὸς τὸν Παλαμικὸ ἡσυχασμό· ἀλλ᾿ ὁ Σάββας ἀπέρριψε τὴν προσφορά.
Τότε ἐστράφηκαν πρὸς τὸν ᾿Ισίδωρο, ὁ ὁποῖος συνεδύαζε στὸ πρόσωπό του τὴ συμπάθεια τόσο τῆς Παλαιολογίνας ὅσο καὶ τοῦ Καντακουζηνοῦ. ῾Ο νέος πατριάρχης ἐφάνηκε δραστήριος στὴν ἐπάνδρωσι τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως μὲ πρόσωπα φιλικῶς διακείμενα πρὸς τὸν ἡσυχασμό, κυρίως τῶν ἐπισκοπῶν ποὺ ἐχήρευαν καὶ λόγω τῶν πολιτικῶν περιστάσεων καὶ τῆς καταδίκης πολλῶν φιλησυχαστῶν ἐπισκόπων καὶ οἱ ὁποῖες ἦσαν πολλές - ἀνέρχονταν στὸν ἀριθμὸ 32. ῎Ετσι ἐκλέχθηκαν τριανταδύο νέοι ἐπίσκοποι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Γρηγόριος Παλαμᾆς, ποὺ κατελάμβανε τὴν ἕδρα τῆς Θεσσαλονίκης.
Σώφρων καὶ δραστήριος πατριάρχης ὁ ᾿Ισίδωρος ἔλαβε ἱκανὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς χειμαζομένης ᾿Εκκλησίας. Τὴν ἡσυχαστικὴ πολιτικὴ προήγαγε ὄχι μόνο μὲ τὸ ὡς ἄνω μέτρο τῆς ἐπανδρώσεως τῶν θέσεων, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλα μέσα. ῞Ενα ἀπὸ τὰ μέτρα του ἀποσκοποῦσε στὴν εἰρήνευσι τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων· εἶναι ἡ ἄρσις τῶν ἀμοιβαίων ἀφορισμῶν ὅλων ἐκείνων ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο ἔλαβαν μέρος στὸν ἐμφύλιο πόλεμο καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἔριδα καὶ ἀλληλοαναθεματίσθηκαν. Τὸ μέτρο τοῦτο φαίνεται νὰ εἶχε εὐμενῆ ἀπήχησι στὴν ἀντίπαλη μερίδα τῆς ἱεραρχίας.
Τὴν ἀντιπολίτευσι τυπικῶς ἐκπροσωποῦσε ὁ καθαιρεμένος πατριάρχης ᾿Ιωάννης Καλέκας, ποὺ εὑρισκόταν στὴν ἀνακτορικὴ φυλακή, ὅπου τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ Καντακουζηνὸς μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τὸν μεταστρέψη ὑπὲρ τοῦ ἡσυχασμοῦ. ᾿Επειδὴ ὅμως αὐτὸς ἐφάνηκε ἀνένδοτος, ἐξωρίσθηκε στὸ Διδυμότειχο, ἀπὸ ὅπου ἀσθενὴς μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολι, γιὰ ν᾿ ἀποθάνη τὴν 29 Δεκεμβρίου 1347. Διαλλακτικὴ τακτικὴ ἔδειξε ὁ Καντακουζηνὸς καὶ πρὸς τὸν ᾿Ακίνδυνο, ὁ ὁποῖος ἀπὸ φόβο μήπως κακοποιηθῆ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα λόγω τῆς ἐχθρικῆς πρὸς αὐτὸν στάσεώς του, ἐκρύβηκε καὶ ἀπὸ τὸ καταφύγιό του ἐξέφρασε τὸ παράπονο ὅτι ἀδικεῖται. Δὲν ἐγκατέλειψε τὸ καταφύγιο οὔτε ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ τὸν προέτρεψε ν᾿ ἀντιμετωπίση ἐλευθέρως τοὺς ἀντιπάλους του. ᾿Επέθανε γρήγορα, τὸ ἑπόμενο ἔτος 1348, ἴσως καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιδημία τοῦ Μαύρου θανάτου καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Καλέκας.
Οἱ προϊστάμενοι τῆς ἀντιησυχαστικῆς μερίδος ποὺ ἀπέμειναν ἐπιθυμοῦσαν νὰ παρουσιάζωνται ὡς ἀνεξάρτητοι, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ἐχρησιμοποιοῦσαν τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ακινδύνου, καὶ πολὺ περισσότερο τοῦ Βαρλαάμ. Μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν μερικοὶ ἐπίσκοποι φίλοι τοῦ Καλέκα καὶ ἀρκετοὶ ἐπίσκοποι φίλοι τοῦ Καντακουζηνοῦ ποὺ διαφώνησαν στὴν ἐκλογὴ τοῦ ᾿Ισιδώρου. Τέλος, προστέθηκε σ᾿ αὐτοὺς δραστηριώτερα ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾆς, ὁ ὁποῖος καὶ ἀνέλαβε τὴν ἡγεσία τῆς ὁμάδος, καταπολεμώντας τοὺς ἡσυχαστὰς μὲ πεῖσμα, ἀλλὰ ὄχι καὶ μὲ μέθοδο.
Πολλοὶ ἱεράρχες εἶχαν ἀποχωρήσει ἀπὸ τὴν ἐκλογικὴ συνέλευσι, ἐφ᾿ ὅσον προέβλεπαν ἐκλογὴ τοῦ ᾿Ισιδώρου καὶ συντάχθηκαν μὲ τοὺς ἀντιπάλους τῆς ἡσυχαστικῆς μερίδος. ᾿Αφοῦ συγκρότησαν ἀντισύνοδο στὸν ναὸ τῶν ᾿Αποστόλων, συνέταξαν ὑπόμνημα, μὲ τὸ ὁποῖο ἀπαιτοῦσαν νὰ συγκληθῆ νέα σύνοδος, ἐφ᾿ ὅσον κατὰ τὴν ἄποψί τους ἡ ἐκλογὴ εἶχε συντελεσθῆ μὲ χρῆσι πολιτικῆς βίας, κάτι ποὺ ἦταν ἀνακριβές. Οἱ δέκα ἀντιησυχασταὶ ἐπίσκοποι, ποὺ ἔχοντας σύμφωνη γνώμη καὶ μερικῶν ἄλλων ὥστε συνολικῶς ν᾿ ἀνέρχονται σὲ εἰκοσιδύο, συνῆλθαν σὲ σύνοδο στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Στεφάνου τὸν ᾿Ιούλιο τοῦ 1347 καὶ ἐξέφεραν καταδίκη κατὰ τοῦ ᾿Ισιδώρου μὲν ὡς δῆθεν ἅρπαγος τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου διὰ τῆς χρήσεως πολιτικῆς δυνάμεως, κατὰ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ δὲ ὡς ἀρχηγοῦ κακοδοξίας. Τὸν Αὔγουστο τοῦ ἰδίου ἔτους ὁ ᾿Ισίδωρος συνεκάλεσε σύνοδο, ἡ ὁποία καθήρεσε πάλι ὅλους τοὺς ἀντιησυχαστὰς ᾿Ακινδυνόφρονες, ἐνῶ παραλλήλως ἐφρόντισε νὰ ὑπογραφῆ καὶ ἀπὸ ἄλλα πρόσωπα ὁ τόμος τῆς προηγουμένης συνόδου, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν πατριάρχη ῾Ιεροσολύμων. ῾Η ἀπόφασις αὐτὴ ἀποτελοῦσε μέτρο μεθοδεύσεως τῆς μεταστροφῆς τῶν ἀντιθέτων ἱεραρχῶν, γι᾿ αὐτὸ καὶ καθυστερήθηκε ἐπὶ πολὺ ἡ ἐφαρμογή της, μέχρι τοῦ 1351.
Δύο εἰδικώτερα μέτρα τοῦ ᾿Ισιδώρου ἀπέβλεπαν στὴ διαπότισι ὅλων τῶν πτυχῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. ᾿Εκρίθηκε ὅτι ἡ προσθήκη ἀποκηρύξεως τῆς ἀντιησυχαστικῆς αἱρέσεως στὴν ὁμολογία πίστεως, τὴν ἀπαγγελλομένη ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς κατὰ τὴ χειροτονία τους, θὰ προσέφερε ἀποτελεσματικὸ ὅπλο στὸν ὑπὲρ τῆς δογματικῆς ἀληθείας ἀγῶνα. ῾Η σχετικὴ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς:
“Βαρλαὰμ δὲ καὶ ᾿Ακίνδυνον... τοὺς ὁμόφρονας καὶ ὀπαδοὺς τούτων κατὰ τὴν περίληψιν τῶν προβεβηκότων ἐπ᾿ αὐτοῖς ἱερῶν τόμων, τὸ μὲν ὡς κακοδόξους ὑποβάλλομαι καί, εἰ μὴ μεταμεληθεῖεν, καθυποβάλλω τῷ ἀναθέματι ὡς μὴ συνεπομένους καὶ συνᾴδοντας τοῖς θείοις καὶ ἱεροῖς ἡμῶν πατράσι καὶ τῷ θειοτάτῳ μου δεσπότῃ, τῷ οἰκουμενικῷ πατριάρχῃ Κυρίῳ ᾿Ισιδώρῳ καὶ τῇ κατ᾿ αὐτὸν θείᾳ καὶ ἱερᾷ συνόδῳ”.
῞Ενα ἄλλο μέτρο εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ ὕμνων ποὺ προέβαλαν τὴ βασικὴ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Τὰ προσφερόμενα περὶ τούτου ἀπὸ τὶς πηγὲς στοιχεῖα εἶναι ἐλλιπῆ καὶ δὲν ἐπιτρέπουν ν᾿ ἀντιληφθοῦμε περὶ τίνος ἀκριβῶς ἐπρόκειτο. Σὲ ἄλλα σημεῖα τους γίνεται λόγος περὶ τροπαρίων καὶ σὲ ἄλλα περὶ κανόνος καὶ κανόνων. Πρόκειται πιθανῶς περὶ ἑνὸς κανόνος ποὺ ἐκπονήθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Ισίδωρο καὶ ἐψάλλονταν στὴ θέσι παλαιοτέρων τριαδικῶν ὕμνων κατὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου. Μέρος μόνο τοῦ ποιήματος τούτου ἔχει διασωθῆ στὸν Λόγον Διασαφοῦντα τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ καὶ πληρέστερα στὸν Διάλογον περὶ δόγματος, ποὺ διατηρεῖται ἀνέκδοτος, στὸν κώδικα Πάτμου 366.
“Φαμέν σου θεότητα κυρίως τὴν ἐνέργειαν,
πόθῳ δὲ πολλάκις καὶ τὴν φύσιν·
αὗται δ᾿ ἐπεί σοι κοιναὶ τυγχάνουσι
μιᾆς καὶ θεότητος, Τριὰς ἄδομεν, ἀκτίστου σε,
ὁποτέραν ἂν λέγοι τις”.
Οἱ ἀντιπαλαμικοὶ ἤγειραν μεγάλο θόρυβο, λόγω τοῦ ὁποίου ἐχρειάσθηκε νὰ ἀναιρεθοῦν οἱ ἀπόψεις των. ῾Ο συντάκτης τοῦ Διαλόγου περὶ δόγματος τονίζει ὅτι ὁ πατριάρχης δὲν προσέθεσε τίποτε ἰδικό του, ἀλλὰ συνέθεσε τὶς θεολογικὲς φωνὲς τῶν πατέρων πρὸς ρυθμὸν καὶ μέλος. Τὴν ὀρθοδοξία τοῦ ὕμνου ὑπερασπίζεται καὶ ὁ ἴδιος ὁ ᾿Ισίδωρος στὴ Διαθήκη του. ῾Η ἀντίθεσις βέβαια τῶν ἀντιπαλαμικῶν, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Γρηγορᾆ, κατὰ τοῦ ὕμνου ἦταν τόσο ἔντονη, ὥστε ὁ Καντακουζηνὸς ἐπείσθηκε νὰ διατάξη τὴν ἐξαφάνισί του καὶ τὴν ἐπαναφορὰ τῶν παλαιοτέρων ὕμνων· ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ δὲν ἐκτελέσθηκε τότε καὶ ὁ ὕμνος ἐψαλλόταν ἀκόμη τὸν καιρὸ ποὺ ὁ Φιλόθεος συνέταξε τὸν Βίο ᾿Ισιδώρου.
Μερικὲς ἀπὸ τὶς σωζόμενες πατριαρχικὲς πράξεις τοῦ ᾿Ισιδώρου ἦσαν ἀξιόλογες γιὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο. ᾿Ετόνωσε τὶς σχέσεις τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Ρωσίας μὲ τὸ Πατριαρχεῖο διὰ τῆς ἀποστολῆς αὐτοκρατορικῶν δώρων πρὸς τὸν ρῆγα Συμεών. ῾Η μονὴ ἁγίου Στεφάνου Μετεώρων ἱδρύθηκε ἐπὶ τῆς πατριαρχίας του. Μὲ ἄλλη πρᾆξι του ἐδόθηκε τὸ δικαίωμα στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς τιτλούχους τῆς Θεσσαλονίκης νὰ φέρουν σταυροὺς στὰ σκιάδιά τους.
῾Ο ᾿Ισίδωρος φαίνεται ὅτι παρέμεινε πατριάρχης μέχρι τοῦ θανάτου του ποὺ συνέβηκε τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1350, ὀλίγο μετὰ τὴ σύνταξι τῆς διαθήκης του, στὴν ὁποία φέρεται ἀκόμη ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του αὐτήν. Λόγω ἀσθενείας ὅμως εἶχε ἐγκαταλείψει τὴ διοίκησι τῆς ᾿Εκκλησίας ἀπὸ τὸν Δεκέμβριο τοῦ προηγουμένου ἔτους. ῾Η Διαθήκη του εἶναι μνημεῖο εὐσεβείας, θεολογικῆς ἀκριβείας, ἀλλὰ καὶ πηγὴ ἀξιολόγων ἱστορικῶν εἰδήσεων. ῾Ο συμπολίτης του διαπρεπὴς θεολόγος Νικόλαος Καβάσιλας ὀλίγο μετὰ τὸν θάνατό του συνέταξε ἐγκωμιαστικὸ ἐπίγραμμα, στὸ ὁποῖο ὁ ᾿Ισίδωρος χαρακτηρίζεται ὡς θεοειδὴς ἥρως, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκδημία ἔφερε χαρὰ στοὺς οὐρανοὺς καὶ λύπη στοὺς ἀνθρώπους.
“ Τόσος ἔην θεοειδὴς φὼς ἥρως ᾿Ισίδωρος.
᾿Αρχιερῆι θεόφρονι γαῖαν ἀφέντι
γήθησε μὲν ῎Ολυμπος καὶ νόες οὐρανίωνες·
αὐτάρ γ᾿ εὐσεβέεσσι λέλειπται ἄλγεα λύγρα·
οὐ γὰρ ὁμοῖος ἔην ἄλλος μερόπων ἀνθρώπων”.
῾Ο ᾿Ισίδωρος μακαρίζεται καὶ στὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας: “᾿Ισιδώρου τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἁγιωτάτου καὶ ἀοιδίμου πατριάρχου αἰωνία ἡ μνήμη”.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Κυρ Μαρ 25, 2012 1:46 pm
από paulina
paulina έγραψε:Δ¢ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν
ΘΕΩΝΑΣ Α¢, “ὁ ἀπὸ ἡγουμένων”,
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
῾Ο ἅγιος Θεωνᾆς “τίνα μὲν εἶχε πατρίδα ἐπὶ τῇ γῇ, ἢ τίνας γονεῖς, ἢ μὲ ποῖον τρόπον ἐγένετο ἀρχιερεὺς τῆς Θεσ¬σαλονίκης, ἀπὸ ἱστορίαν ἔγγραφον ἢ παράδοσιν τίνα, δὲν ἐμάθομεν” μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, συγγραφέας τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου. Μία παράδοση θέλει τὸν Θεωνᾆ Μυτιληναῖο καὶ γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ νεώτεροι ἐρευνητὲς τὸν ἀποκαλοῦν Λέσβιο, εἴτε γιατὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ Λέσβο, εἴτε γιατὶ παρέμεινε ἐκεῖ ὡς πνευματικός, στὸ Πλωμάρι.
᾿Απὸ ὅσα εἶναι γνωστά, ὁ Θεωνᾆς πρέπει νὰ γεννήθηκε περίπου κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 15ου αἰ. ᾿Αγνοοῦνται ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὴ ζωή του πρὶν ἀπὸ τὴ μετάβασή του στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. Καταρχὴν ἀσκήτευσε στὴ μονὴ Παντοκράτορος, ὡς ἱερέας μάλιστα, ἀλλὰ ἀργότερα τὴν ἐγκατέλειψε γιὰ νὰ προσκολληθεῖ στὴ συνοδεία τοῦ ἁγίου ᾿Ιακώβου, τοῦ Νεομάρτυρος (1 Νοεμβρίου 1519), ὁ ὁποῖος μόναζε σὲ μία τοποθεσία πάνω ἀπὸ τὴ μονὴ ᾿Ιβήρων, στὸ μονύδριο τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Κατὰ τὸ 1518 ὁ ᾿Ιάκωβος μὲ τὴν συνοδεία ἕξι μαθητῶν του, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Θεωνᾆ, ἐγκατέλειψε τὴν Σκήτη τοῦ Προδρόμου καὶ κατέφυγε στὰ ἐνδότερα τοῦ ῎Αθωνα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μία ὀπτασία ὁ γέροντας ἀποφάσισε νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὸ ῎Ορος. Τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου τοῦ 1518, ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ ἡ συνοδεία του ἐγκατέλειψαν τὸ ῞Αγιο ῎Ορος· ἀφοῦ διῆλθαν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἀκολούθησαν τὴν ὁδὸ πρὸς τὴ Θεσσαλία, πέρασαν ἀπὸ τὸ κάστρο τῆς Πέτρας (Πλαταμώνα), τὰ Μετέωρα καὶ ἐγκαταστάθησαν στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴ Δερβεκίστα (᾿Ανάληψη) τῆς Αἰτωλίας, ὅπου καὶ διέμειναν ἐπὶ ἕνα ἔτος.
῾Ο Θεωνᾆς ἦταν ὁ πιστότερος καὶ καλύτερος μαθητὴς τοῦ ᾿Ιακώβου· γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐστάλη πρὸς τὸν ἐπίσκοπο ῎Αρτης ᾿Ακάκιο, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει ἐνταλτήριο γράμμα γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη πνευματικὴ ἐργασία στοὺς χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς. ᾿Επειδὴ ὅμως ὁ ἅγιος ᾿Ιάκωβος σύντομα κατέστη δημοφιλὴς καὶ σημειοφόρος, ὁ ῎Αρτης ᾿Ακάκιος τὸν φθόνησε. Φοβήθηκε μήπως ἀποκαλυφθοῦν οἱ παρανομίες του, ἀποδέχθηκε τὶς συκοφαντίες κάποιων ψευδομοναχῶν καὶ διέβαλε τὸν ᾿Ιάκωβο στοὺς Τούρκους ὡς ἐπαναστάτη. ῾Ο μπέης τῶν Τρικάλων ἀπέστειλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι συνέλαβαν τὸν ᾿Ιάκωβο καὶ δύο μαθητές του, τὸ διάκονο ᾿Ιάκωβο καὶ τὸ μοναχὸ Διονύσιο καὶ τοὺς μετέφεραν στὰ Τρίκαλα, ὅπου παρέμειναν στὴ φυλακὴ γιὰ σαράντα ἡμέρες. ᾿Εκεῖ ἐπισκέφθηκαν τὸν ᾿Ιάκωβο δύο ἄλλοι μαθητές του, ὁ Θεωνᾆς καὶ ὁ Μαρκιανός, καὶ τὸν ρώτησαν γιὰ τὴν τύχη τῆς μονῆς καὶ τῶν ἀδελφῶν μετὰ τὸ θάνατό του. Τότε ὁ ᾿Ιάκωβος προφήτευσε ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐγκαταλείψουν τὴ μονὴ καὶ θὰ συγκεντρωθοῦν σὲ κάποιο μοναστήρι κοντὰ στὴ Θεσσαλονίκη, ἀπέστειλε μάλιστα καὶ ἐπιστολὴ στοὺς μαθη¬τές, μὲ τὴν ὁποία ὅριζε τὸ Θεωνᾆ ὡς διάδοχο καὶ ἡγούμενο τῆς μονῆς Προδρόμου.
Τὴν 1η Νοεμβρίου τοῦ 1519 ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ οἱ δύο μαθητές του, ᾿Ιάκωβος καὶ Διονύσιος, ἀφοῦ βασανίσθηκαν φρικτὰ στὸ Διδυμότειχο καὶ στὴν ᾿Αδριανούπολη ἀντίστοιχα, ἀπαγχονίσθηκαν. Τὰ σώματα τῶν τριῶν νεομαρτύρων ἀγοράσθηκαν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς καὶ τάφηκαν στὸ χωριὸ ᾿Αρβανιτοχώρι, πέντε χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Αδριανούπολη.
Σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία τοῦ ἁγίου ᾿Ιακώβου, μετὰ τὸ θάνατό του ὁ Θεωνᾆς καὶ ἡ συνοδεία τῆς Δερβεκίστας ἐγκατέλειψαν τὸ ἑπόμενο ἔτος τὴ μονὴ καὶ μετέβησαν στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, στὴ μονὴ Σίμωνος Πέτρας. ᾿Απὸ κάποιο ᾿Αρτηνὸ ἱερέα πληροφορήθηκαν γιὰ τοὺς τάφους τῶν ἁγίων καὶ φρόντισαν γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τους. Μετὰ ἀπὸ λίγο, τὸ 1522, “οἱ μαθηταὶ τοῦ ἁγίου καὶ διὰ τὴν ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων, καὶ μᾆλλον διὰ τὴν προφητείαν τοῦ ἁγίου ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Σιμωνόπετραν”, μαζὶ μὲ τὰ λείψανα τῶν τριῶν νεομαρτύρων καὶ ἦλθαν στὰ περίχωρα τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Εγκαταστάθηκαν στὸ μοναστήρι τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, “τὸ ὁποῖον ἦτο τότε, μονύδριον μικρότατον, παλαιότατον καὶ σεσαθρωμένον, ἀνοικοδομήσαν ἐκ βάθρων καὶ ἱκανὰ κελλία ἔκτισαν διὰ τοὺς ἀδελφούς, χάριτι Θεοῦ συνήχθησαν ἕως ἑκατὸν πεντήκοντα ἀδελφοί, οἵτινες διῆγον κοινοβιακὴν ζωήν”.
῾Ως ἡγούμενος τῆς μονῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας μαρτυρεῖται ὁ Θεωνᾆς σὲ διάφορες πηγές, μέχρι τὸ 1535. ῾Η ἀνάρρηση τοῦ Θεωνᾆ στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης θὰ πρέπει νὰ συνέβη μετὰ τὸ ἔτος αὐτό, διότι μέχρι τὸ 1535 μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ἦταν ὁ ᾿Ιωάσαφ καὶ σὲ ἔγγραφο τοῦ 1538 ἀναφέρεται ὁ Θεωνᾆς ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.
῾Η παρουσία του στὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης δὲν ἦταν πολύχρονη, διότι μαρτυρεῖται ὡς μητροπολίτης τὸν Μάϊο τοῦ 1541, ἐνῶ τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1542 ἀναφέρεται ὡς μακαρίτης πλέον· συνεπῶς θὰ πρέπει νὰ πέθανε στὰ μέσα τοῦ 1541.
Τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Θεωνᾆ, ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του, μεταφέρθηκε μὲ τρόπο θαυμαστὸ καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας. Τὸ ἔτος 1821 μεταφέρθηκε στὴ Σκόπελο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ μονὴ ᾿Εσφιγμένου τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καὶ ἐκ νέου στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας, ὅπου καὶ φυλάσσεται σήμερα. ῾Η μνήμη του ἑορ¬άζεται τὴν 4η ᾿Απριλίου καὶ στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τὴν Δ¢ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.
῾Ο ὅσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης συνέγραψε τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Θεωνᾆ, ὁ ὁποῖος συμπεριελήφθη στὸ Νέον ᾿Εκλόγιον καθὼς καὶ τὴν ᾿Ασματικὴν ᾿Ακολουθίαν πρὸς τιμήν του.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Παρ Μαρ 30, 2012 2:06 pm
από paulina
ΙΩΑΝΝΗΣ Α¢, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης,
συγγραφεύς, ἅγιος (± π. 625)
῍Αν καὶ ἡ συγγραφική του ἐπίδοσις καὶ ἡ ἄλλη δραστηριότης του παρουσιάζεται καὶ μαρτυρεῖ ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαίρετης προσωπικότητος, πολὺ λίγα στοιχεῖα εἶναι γι᾿ αὐτὸν γνωστά, πέρα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὰ δικά του κείμενα. ᾿Απὸ τὸ α¢ βιβλίο τῶν Διηγήσεων τῶν Θαυμάτων τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοῦ ὁποίου εἶναι συγγραφεύς, συνάγεται ὅτι ὡς νεαρὸς κληρικὸς μετέσχε ἐνεργῶς στὴν ἀπόκρουσι δύο ἐπιδρομῶν τῶν ᾿Αβαροσλάβων ἐναντίον τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ 597 καὶ τὸ 603 ἢ 609, ἐπὶ ἀρχιερατείας τοῦ Εὐσεβίου. Παρόμοια δραστηριότητά του, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ἀναφέρει ὁ συνεχιστής του συντάκτης τοῦ β¢ βιβλίου τῶν Διηγήσεων τῶν Θαυμάτων, σὲ δυὸ περιπτώσεις σλαβικῶν ἐπιθέσεων, ποὺ πρέπει νὰ τοποθετηθοῦν στὰ ἔτη 615 καὶ 618 περίπου.
῾Ο ᾿Ιωάννης διαδέχθηκε στὴν ἕδρα τῆς Θεσσαλονίκης τὸν Εὐσέβιο, ποὺ εἶναι γνωστὸς ἀπὸ ἕνα σημαντικὸ σημείωμα τοῦ Φωτίου, μία ἐπιστολὴ τοῦ πάπα Γρηγορίου τοῦ Μεγάλου, ἀπὸ τὸ σύγγραμμά του Δέκα Λόγοι κατὰ ᾿Ανδρέου ᾿Εγκλείστου καὶ ἀπὸ τὶς φευγαλέες ἀναφορὲς στὶς Διηγήσεις τῶν Θαυμάτων. Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ περιγραφόμενα θαύματα στὶς Διηγήσεις πραγματοποιήθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Εὐσεβίου, ποὺ πιθανῶς πρέπει νὰ τοποθετηθῆ στὰ ἔτη 590-610.
Δὲν μπορεῖ νὰ καθορισθῆ μὲ ἀκρίβεια ὁ χρόνος ἀρ-χιερατείας τοῦ ᾿Ιωάννη Α¢, ἀλλὰ χωρὶς ἀμφιβολία περιλαμβάνεται στὰ ἔτη 610-625, μὲ πολλὴ πιθανότητα τῆς ἐπεκτάσεώς της κατὰ πέντε ἔτη στὴν ἀρχὴ καὶ ἄλλα τόσα στὸ τέλος, 605-630. ῞Ενα μῆνα μετὰ τὸν θάνατό του συνέβηκε στὴν πόλι τρομερὸς σεισμός, ποὺ ὅμως δὲν εἶχε ἀντιστοίχως καταστρεπτικὲς συνέπειες. Τὸν σεισμὸ εἶχε προβλέψει ὁ ᾿Ιωάννης καὶ εἶχε παρακαλέσει μάλιστα τὸν Θεὸ νὰ μὴ συμβῆ ἐπὶ τῆς ζωῆς του, ὅπως καὶ ἔγινε.
Τὰ σωζόμενα δείγματα τῆς συγγραφικῆς παραγωγῆς τοῦ ᾿Ιωάννη εἶναι ἐξαίρετα. Πρῶτο μεταξύ τους εἶναι φυσικὰ οἱ Διηγήσεις Θαυμάτων τοῦ ἁγίου Δημητρίου, καὶ συγκεκριμένως τὸ πρῶτο βιβλίο τους, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ δεκατρεῖς ἐκθέσεις κατανεμημένες σὲ δεκαπέντε λόγους ἢ κεφάλαια. Οἱ ἐκθέσεις ἐκφωνήθηκαν ἀρχικὰ ὡς ὁμιλίες, ὅπως συνάγεται ἀπὸ πλῆθος ἐνδείξεων ποὺ εἶναι κατάσπαρτες σὲ ὅλο τὸ κείμενό τους. ῞Οταν ἐτελείωσε ἡ σειρὰ τῶν ὁμιλιῶν, ποὺ ἀρχικὰ μπορεῖ νὰ συμπεριελάμβανε περισσότερα τεμάχια ἀπὸ ὅσα σώζονται, πραγματοποιήθηκε ἡ σύνδεσίς των σὲ μία συγγραφικὴ ἑνότητα μὲ ὀλίγες διαφοροποιήσεις, ὁπότε εἰσήχθηκαν ὁ πρόλογος, ἡ ἀρίθμησις, ὁ γενικὸς τίτλος καὶ οἱ ἐπὶ μέρους τίτλοι. Τὰ κεφάλαια 13-15, ποὺ ἐκθέτουν ἕνα πολυσύνθετο θαῦμα κατὰ τὴ διάρκεια μιᾆς πολιορκίας, πρέπει νὰ ἐκφωνήθηκαν ὡς ἑνιαῖο σύνολο, ἂν καὶ πολὺ ἐκτενές.
Δὲν εἶναι πιθανὸ νὰ πρόκειται γιὰ σειρὰ ἐτησίων ὁμιλιῶν ποὺ ἐκφωνήθηκαν ἀνὰ μία κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, δηλαδὴ σὲ δέκα τρία ἔτη, ἀλλὰ πρόκειται μᾆλλον γιὰ ἔκτακτη σειρά, μὲ τὴν ὁποία ὁ συγγραφεὺς θέλησε νὰ ἐγκαινιάση τὴ σταδιοδρομία του στὸν ἀποστολικὸ θρόνο αὐτῆς τῆς πόλεως. Μπορεῖ λοιπὸν σὲ τρεῖς ἢ τέσσερις ὁμάδες νὰ ἐκφωνήθηκαν κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του στὶς ἡμέρες τῶν προεορτίων τῆς 26 ᾿Οκτωβρίου.
῾Η γλῶσσα τοῦ κειμένου τούτου εἶναι ὄχι μόνο ὁμαλή, ἀλλὰ καὶ σημαντικὰ ὑψηλότερη ἀπὸ τῶν ἄλλων ἁγιολογικῶν κειμένων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐνῶ στὰ καθαρῶς ὁμιλητικὰ κείμενα εἶναι ἀκόμη κομψότερη.
῾Ο σκοπὸς τοῦ κειμένου καθορίζεται ἀπὸ τὸ ἀντικείμενό του· ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι σκοπός του εἶναι νὰ τονίση ἕνα ὕμνο στὸν Θεὸ καὶ μία δοξολογία γεμάτη κατάνυξι γιὰ ὅσα ἔχει δωρίσει σὲ τούτη τὴν θεοφύλακτη καὶ φιλόχριστη καὶ φιλομάρτυρα πόλι τῆς Θεσσαλονίκης, ἕνα τεῖχος δηλαδὴ ἄσειστο νοητό, ὀχύρωμα ἀκαταγώνιστο ἀπέναντι στοὺς δαίμονες καὶ τοὺς βαρβάρους, γαλήνιο καταφύγιο ἀπὸ τὶς βιωτικὲς τρικυμίες, αἰώνιο φυλακτήριο τῶν σωμάτων καὶ τῶν ψυχῶν· τὸν Πανάγιο Δημήτριο. ᾿Ιδιαιτέρως βέβαια σκοπὸς τοῦ ᾿Ιωάννη εἶναι νὰ διηγηθῆ τὰ θαύματα τοῦ ἀθλοφόρου Δημητρίου ὑπὲρ τῆς πόλεως, γιὰ νὰ παραστήση στὴ φιλόθεη ἀκοὴ τῶν ἀκροατῶν, ὅτι ἡ σωτηρία προῆλθε τότε στὴν πόλι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι ἀπὸ ἀλλοῦ, καὶ νὰ διεγείρη τὶς διάνοιες ὅλων πρὸς τὴ θεία κατάνυξι, τὴ θεάρεστη ἐξομολόγησι καὶ τὴ συνεχῆ εὐχαριστία πρὸς τὸν ἀθλοφόρο. Εἶναι λοιπὸν σκοπὸς τῶν διηγήσεων τούτων ἡ δοξολογία πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ εὐχαριστία πρὸς τὸν ἀθλοφόρο Δημήτριο, ἡ ἀνάπτυξις τῆς εὐλαβείας τῶν πολιτῶν πρὸς τὸν πολιοῦχο τους καὶ γενικώτερα ἡ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ οἰκοδόμησίς των.
᾿Εφ᾿ ὅσον τὰ περισσότερα θαύματα ποὺ περιγράφονται σ᾿ αὐτὸ τὸ κείμενο εἶναι πολιουχικά, δηλαδὴ ἐνεργοῦνται ἀπὸ τὸν Δημήτριο μὲ τὴν ἰδιότητά του ὡς προστάτη τῆς Θεσσαλονίκης, εἶναι εὔλογο ὅτι ἅπτονται τῆς ἱστορίας τῆς πόλεως, ἀλλ᾿ οἱ Διηγήσεις δὲν πρέπει νὰ χαρακτηριστοῦν ὡς ἱστορικὰ κείμενα. ῾Ο ᾿Ιωάννης δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἱστορικὴ ἀκρίβεια, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἱστορικὴ πλαισίωσι τῶν θαυματουργιῶν τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Γι᾿ αὐτὸ τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα τους πρέπει νὰ ἀξιολογοῦνται καὶ νὰ ἀξιοποιοῦνται μὲ περίσκεψι. Πολυάριθμες εὐχές του ἔχουν ἐνσωματωθῆ σ᾿ αὐτὲς τὶς Διηγήσεις καὶ μία ἀπ᾿ αὐτὲς στὴν ἔκθεσι τοῦ συνεχιστοῦ του.
῞Ενα ἰδιαίτερο ᾿Εγκώμιο στὸν ἅγιο Δημήτριο παραμένει ἀνέκδοτο κατὰ τὸ πρωτότυπο, ἀλλὰ ἐκδόθηκε παλαιοσλαβικὴ μετάφρασίς του.
῾Η ὁμιλία του Εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου εἶναι ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς ἀξιόλογη, καθ᾿ ὅσον προηγεῖται χρονικῶς ὅλων τῶν ἄλλων σωζομένων ἐπὶ τοῦ θέματος ὁμιλιῶν, ἀκόμη καὶ τοῦ ᾿Ανδρέα Κρήτης, τοῦ Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοῦ Μοδέστου. ῾Η ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως ποὺ εἶχε ἤδη ἐπικρατήσει σὲ μερικὲς ᾿Εκκλησίες, ἐπεβλήθηκε ἐπισήμως διὰ διατάγματος τοῦ Μαυρικίου γύρω στὰ 600. Προφανῶς ὁ ᾿Ιωάννης ἀποφάσισε πολὺ γρήγορα νὰ εἰσαγάγει τὴν ἑορτὴ καὶ στὴ δική του ἐπαρχία. ῾Η ὁμιλία εἶναι γεμάτη παραινέσεις ποὺ ἀπευθύνει ἡ Μαρία πρὸς ὅλους σὰν πνευματικὴ μητέρα. ῾Υπάρχουν ἀρκετὲς παραλλαγὲς αὐτῆς τῆς ὁμιλίας, τῶν ὁποίων οἱ νοθεῖες ὁμιλοῦν περὶ ἀναλήψεως τῆς Θεοτόκου. Πολὺ ἐνδιαφέρουσα φαίνεται μία ἀπ᾿ αὐτὲς ποὺ παραμένει ἀκόμη ἀνέκδοτη.
Στὴν Ζ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἀναγνώσθηκε ἕνα χωρίο ἀπὸ τὶς ὁμιλίες του Εἰς τοὺς πειρασμοὺς τοῦ Χριστοῦ στὴν ἔρημο, ὅπου ὁ ᾿Ιωάννης δικαιολογεῖ τὴν εἰκονογράφησι, χάρι στὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν προσκύνησι τῶν εἰκόνων· ἀλλὰ τίποτε ἄλλο δὲν σώζεται ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὁμιλίες.
Σώζεται μία ὁμιλία στὶς Μυροφόρους ἀπὸ μιὰ σειρὰ ὁμιλιῶν Εἰς τὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάστασιν, ποὺ ἀναφέρεται στὴ συμφωνία τῶν εὐαγγελιστῶν ἐπὶ τῶν εἰδήσεων περὶ τῆς ἀναστάσεως· φέρεται καὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωσὴφ Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ ἔχει ἐκδοθῆ ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ ᾿Ιωάννη Χρυσοστόμου.
῾Ο λόγος Εἰς τὴν ἀποτομὴν ᾿Ιωάννου τοῦ Προδρόμου εἶναι ἀνέκδοτος.
Μιὰ ὁμιλία Εἰς τὴν ῞Υψωσιν τοῦ Σταυροῦ ἀποδίδεται ἀπὸ τὸν Πατμιακὸ Κώδικα 380 στὸν ᾿Ιωάννη Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ λεχθῆ μὲ βεβαιότητα ἂν εἶναι τοῦ δικοῦ μας ᾿Ιωάννη ἢ κάποιου ἄλλου ὁμωνύμου, μεταγενεστέρου, ὅπως εἶναι ὁ ᾿Ιωάννης Β¢ ποὺ μετεῖχε στὶς ἐργασίες τῆς V¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
῾Ο συνεχιστὴς τῶν Διηγήσεων τῶν Θαυμάτων ὁμιλεῖ ἐπανειλημμένως περὶ ὁσίας μνήμης τοῦ ᾿Ιωάννη καὶ τὸν θεωρεῖ ὡς προστάτη τῆς Θεσσαλονίκης, δεύτερον μετὰ τὸν ἅγιο Δημήτριο. Καὶ μὲ τὸν τρόπο του κατοχυρώνει τὴν ἁγιότητα τοῦ προκατόχου του διὰ τῆς ἀναφορᾆς τῆς προορατικῆς ἱκανότητός του. ῾Ο ὅσιος πατήρ μας ᾿Ιωάννης, λέγει ὁ συνεχιστὴς κατὰ θεία ἀποκάλυψι ἔμαθε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ καταφερθῆ θεήλατος σεισμὸς στὴν πόλι λόγω τῆς ἀμετανοησίας μας. Καὶ παρεκάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μὴ πραγματοποιηθῆ ὁ σεισμὸς ἐν ζωῆ του, ὅπως καὶ συνέβηκε· ὁ σεισμὸς ἔγινε ἕνα μῆνα μετὰ τὸν θάνατό του.
᾿Επικύρωσις τῆς ἁγιότητος τοῦ ᾿Ιωάννου ἦλθε διὰ τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787), στὴν πέμπτη συνεδρίασι τῆς ὁποίας ὁ Νικόλαος Κυζίκου ἐπικαλέσθηκε καὶ ἀνέγνωσε χωρίο ἀπὸ τὴν “βίβλον τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιωάννου ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης”, δηλαδὴ ἀπὸ τὶς ὁμιλίες στοὺς πειρασμοὺς τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀναφέρθηκε παραπάνω. ῾Η χειρόγραφη ἐπίσης παράδοσις συνοδεύει πάντοτε σχεδὸν τὸ ὄνομα μὲ τὸ ἐπίθετο ἅγιος: “Τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης”.
Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ ᾿Ιωάννης Α¢ στὴ Θεσσαλονίκη ἐτιμᾆτο ὡς ἅγιος, ἀλλὰ τὸ ὄνομά του δὲν εἶχε εἰσαχθεῖ στὰ ἁγιολόγια τῶν ἄλλων ᾿Εκκλησιῶν· κι ἂν εἶχε εἰσαχθῆ στὸ τῆς Ρώμης, ποὺ ἕως τὸ 754 ἦταν διοικητικὴ ἀρχὴ τῆς Θεσσαλονίκης, ἐξέπεσε ἀπ᾿ ἐκεῖ μετὰ τὴν ἀπόσπασί της. Σήμερα τὸ ὄνομά του δὲν συμπεριλαμβάνεται στὸ ἐπίσημο ἁγιολόγιο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Παρ Μαρ 30, 2012 2:07 pm
από paulina
ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΡΞΔ¢
Στὶς σσ. 169-192 τοῦ κώδικα 107 τοῦ καθολικοῦ τῆς ἀθωνικῆς μονῆς Κασταμονίτου, ὁ ὁποῖος γράφτηκε ἀπὸ τὸ μοναχὸ Δοσίθεο Κωνσταμονίτη, σώζεται αὐτόγραφο τὸ ἔργο του “Νέον ὑπόμνημα τῶν νεοφανῶν ἱερομαρτύρων καὶ ὁσιομαρτύρων τῶν νῦν λαμψάντων ἁγιορειτῶν ὁσίων πατέρων κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς ῾Ελλάδος ὑπὸ τῶν ὀθωμανῶν θανατωθέντων”.
Στὸ ἔργο αὐτό, πολύτιμο ὄχι μόνο ἀπὸ ἱστορικῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἁγιολογικῆς ἀπόψεως, ὁ μοναχὸς Δοσίθεος ἀναφέρεται κατ᾿ ἀρχὴν γενικὰ στοὺς διωγμοὺς καὶ τὰ μαρτύρια ποὺ ὑπέστησαν οἱ μοναχοὶ ποὺ διέμεναν σὲ ἁγιορείτικα μετόχια ἐκτὸς τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, καθὼς καὶ ἀρκετοὶ προύχοντες τῆς περιοχῆς τῆς Θεσσαλονίκης, κατὰ τὴν ἐκδήλωση τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, ἐνῶ στὴ συνέχεια ἐξειδικεύει τὴ διήγησή του, ἐπικεντρώνοντάς την σὲ τέσσερις πατέρες τῆς μονῆς Κασταμονίτου ποὺ μαρτύρησαν κατ᾿ αὐτὴν τὴν περίοδο - οἱ τρεῖς μάλιστα ἀπ᾿ αὐτοὺς στὴ Θεσσαλονίκη.
Στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ὑπομνήματός του ὁ Δοσίθεος ὑποστηρίζει κατηγορηματικὰ ὅτι “καὶ οἱ νῦν θανατωθέντες ὑπὸ τῶν Τούρκων κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς ῾Ελλάδος, ἅγιοί εἰσι βεβαιότατα. Διότι ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ πίστεως Χριστοῦ οἱ μακάριοι, καὶ οὕτως εἰς τὰς τιμωρίας αὐτὰς ἐκοιμήθησαν, πολλοὶ τὸν ἀριθμὸν καλόγηροί τε καὶ κοσμικοὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην”. ῾Ο Δοσίθεος στὴ συνέχεια τῆς διηγήσεώς του διευκρινίζει ὅτι “ὅσοι γέροντες εὑρέθησαν τότε εἰς τὰ μοναστηριακὰ μετόχια ἔξω τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ὅλοι ἐφυλακώθησαν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην μὲ πολλοὺς προεστοὺς ἀπὸ τὰς πέριξ χώρας τῆς Θεσσαλονίκης” καὶ ὅτι ἀφοῦ φυλακίσθηκαν στὸ Λευκὸ Πύργο καὶ ὑπέστησαν φρικτὰ βασανιστήρια ἐπὶ δυόμισυ χρόνια, ἐκτελέσθηκαν δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ πρὶν ἀπὸ τὴν ἄφιξη τοῦ Ρομποὺτ πασᾆ στὴ Θεσσαλονίκη. ῾Ο Δοσίθεος Κωνσταμονίτης προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸ αὐτῶν σὲ ἑκατὸν ἑξήντα τέσσερις (“ὄντες τὸν ἀριθμὸ ὅλοι, δύο φοραῖς ὀγδοήκοντα δύο...”) καὶ καταγράφει τὸ ὄνομα τοῦ πλέον ἀξιόπιστου μάρτυρά του, τοῦ Χατζηγερμανοῦ τοῦ Σταυρονικητιανοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπίσης φυλακισθεῖ μαζὶ μὲ τοὺς προαναφερθέντες ὁσιομάρτυρες, ἀλλὰ δὲν μαρτύρησε τελικά.
Στὴ συνέχεια τοῦ ὑπομνήματός του, ὁ Δοσίθεος ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλες ὁμαδικὲς ἐκτελέσεις ποὺ πραγματοποίησαν οἱ ὀθωμανοὶ (“πολλοὶ ξίφει τὴν κεφαλὴν ἀπετμήθησαν εἰς τὴν λαμπρὰν πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης”) γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ τελικὰ στὸ συλλογισμό: “λοιπὸν ἂν στοχασθῇ τις τοὺς ἀδίκως πεφονευμένους ἀδελφοὺς ἡμῶν χριστιανούς, ὁ ἀριθμὸς θέλει γενῇ καὶ εὑρεθῇ πολὺς σφόδρα, δηλαδὴ ὅσοι χριστιανοὶ ἀπετμήθησαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως κατὰ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Θεσσαλονίκης”.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Πέμ Μάιος 17, 2012 2:14 pm
από paulina
ΝΕΙΛΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ,
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (π. 1300-1363)
ΒΙΟΣ
῾Ο Νεῖλος ἦταν γόνος μιᾆς ἀπὸ τὶς πιὸ γνωστὲς ἀριστοκρατικὲς οἰκογένειες τῆς Θεσσαλονίκης, τῶν Καβασιλῶν. Γεννήθηκε λίγο πρὶν τὸ 1300 καὶ τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Νικόλαος. Γιὰ τοὺς γονεῖς του δὲν γνωρίζουμε κάτι συγκεκριμένο· μποροῦμε ὅμως νὰ συμπεράνουμε ὅτι καταγόταν ἀπὸ μία οἰκογένεια μὲ βαθειὰ εὐσέβεια. Αὐτὴ ἡ οἰκογένεια ἔδωσε καὶ ἄλλους εὔχυμους καὶ ἁγιασμένους καρποὺς στὴν ᾿Εκκλησία. ῾Η ἀδελφή του τελείωσε τὴ ζωή της στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας στὴ Θεσσαλονίκη. ῎Ισως δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἀνεψιὸς τοῦ ἁγίου Νείλου ἔλαβε τὸ βαπτιστικὸ ὄνομα τοῦ θείου του· πρόκειται γιὰ τὸν γνωστὸ θεολόγο καὶ διδάσκαλο τοῦ ιδ¢ αἰώνα ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα τὸ Χαμαετό.
᾿Απὸ τὴ νεανική του ἡλικία ἦταν ἐγκρατὴς καὶ ἀσκητικός. Εἶναι γνωστὴ ἡ μαρτυρία τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾆ γιὰ τὴν “διὰ βίου βαθεῖαν ἐγκράτειαν καὶ ἀκτημοσύνην” (Ρωμαϊκὴ ῾Ιστορία 22,4) ἀρετὲς ποὺ καλλιέργησε ἀπὸ μικρὸ παιδί. ᾿Απὸ νεαρὸς ἀκόμη καλλιέργησε τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀφάνεια, ἡ ὁποία τὸν χαρακτήριζε σὲ ὅλη του τὴ ζωή. Μεγάλωσε σὲ μία ἐποχὴ ἀκμῆς τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ τῶν ἐπιστημῶν, ὅταν ἡ Θεσσαλονίκη ἦταν ἰδιαίτερα φημισμένη γιὰ τοὺς λογίους της. Πολλοὶ ρήτορες, φιλόσοφοι, γραμματικοὶ καὶ καλλιτέχνες συνέρρεαν στὴν πόλη. Διδάσκονταν ἡ φιλοσοφία, ἡ ρητορική, τὰ μαθηματικά, ἡ ἰατρική, ἡ νομική. Στὴ Θεσσαλονίκη ἐπίσης συνέρρεε καὶ πλῆθος μοναχῶν, καθὼς ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μεγάλο ἀριθμὸ τῶν μοναστηριῶν ποὺ περιέκλειε, ἀποτελοῦσε συγχρόνως καὶ πέρασμα πρὸς τὴ μοναστικὴ πολιτεία τοῦ ῎Αθωνα. ᾿Εκεῖ διδάχθηκε καὶ τὴν κορωνίδα τῶν ἐπιστημῶν, τὴ θεολογία, ἀπὸ γνῶστες τόσο τῆς “θεωρίας” ὅσο καὶ τῆς “πράξεως”. ῎Ετσι λοιπὸν ὁ νεαρὸς Νικόλαος μεγάλωσε μέσα σ᾿ ἕνα πλούσιο πνευματικὸ περιβάλλον, πλάι στὸ Θωμᾆ Μάγιστρο, τὸν Μάξιμο Πλανούδη, τὸν Δημήτριο Τρικλίνιο, τὸν Ματθαῖο Βλάσταρη, τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ, τὸν Φιλόθεο Κόκκινο καὶ πλῆθος ἄλλων προσωπικοτήτων γνωστῶν καὶ ἀγνώστων.
Φαίνεται ὅτι ὁ νεαρὸς Νικόλαος εἶχε μεγάλη κλίση στὰ γράμματα καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς νέους τῆς ἐποχῆς του, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὸν διδασκαλικὸ στίβο. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν καθηγητὴς τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ ἐπιστημῶν. Δίδαξε ὄχι μόνο τὴ ρητορική, τὴ φιλοσοφία, τὴν ἀστρονομία καὶ τὶς ἄλλες ἐπιστῆμες, ἀλλὰ καὶ τὴ θεολογία, τόσο μὲ λόγους ὅσο καὶ μὲ ἔργα. ῏Ηταν ἕνα πνεῦμα εὐρὺ καὶ δυνατό. Συνδεόταν μὲ τὸν ᾿Ιωάννη Καλέκα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν ἀκόμη μητροπολίτης Θεσσαλονίκης καὶ πιθανῶς τὸν ἀκολούθησε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅταν ἐκλέχθηκε πατριάρχης τὸ 1334. Συνδεόταν ἐπίσης μὲ τὸ Βαρλαὰμ καὶ εἶχε προσωπικὴ φιλία μὲ τὸ Γρηγορᾆ. ᾿Ανῆκε στὴν ἀφρόκρεμα τῆς διανόησης τῆς ἐποχῆς του. ῾Ωστόσο, ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα τῆς δοκιμασίας συνειδητὰ θυσίασε τὶς φιλίες του γιὰ χάρη τῆς ἀλήθειας.
᾿Απὸ τὸ 1334 μέχρι τὸ 1339 δίδαξε στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὴ συνέχεια ἐπέστρεψε στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του καὶ τὸν ξαναβρίσκουμε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1343. ῎Ισως αὐτὴ ἡ μετάβασή του στὴ Θεσσαλονίκη δὲν εἶναι ἄσχετη μὲ τὴν ἐπανάσταση τῶν Ζηλωτῶν ποὺ εἶχε ἐκδηλωθεῖ τὴν ἐποχὴ αὐτή. ᾿Απὸ τὸ 1343 μέχρι τὴν ἐκλογή του στὴ Μητρόπολη Θεσσαλονίκης τὸ 1361, παρέμεινε στὴν πρωτεύουσα ὡς καθηγητής, ἀσχολούμενος παράλληλα μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα. Μεταξὺ τῶν πιὸ λαμπρῶν μαθητῶν του συγκαταλέγονται ὁ ἀνεψιός του Νικόλαος καὶ ὁ Δημήτριος Κυδώνης. ῾Ο ἀνεψιὸς Νικόλαος Καβάσιλας σὲ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν πατέρα του μαρτυρεῖ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν θεῖο του καὶ τὰ γράμματα, ἡ ὁποία τὸν ἀνάγκασε νὰ ξενητευτεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν. ῾Ο σύνδεσμος θείου καὶ ἀνεψιοῦ συνεχίστηκε καὶ ἀργότερα. ῞Οταν ὁ νεαρὸς Νικόλαος ὡς φοιτητὴς ἔγραψε ἕνα ἐγκώμιο στὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ κατηγορήθηκε γιατὶ παρομοίασε τὸν ἅγιο Δημήτριο μὲ τὸν ἅγιο ᾿Ιωάννη τὸ Βαπτιστή, τότε ὁ Νεῖλος τοῦ ἔστειλε ἐπιστολὴ ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ὅπου βρισκόταν (1341) γιὰ νὰ τὸν ὑπερασπισθεῖ καὶ νὰ τὸν ἐνθαρρύνει. ῾Η ἀγάπη, ἐκτίμηση καὶ εὐγνωμοσύνη τοῦ ἀνεψιοῦ καὶ μαθητοῦ Νικολάου πρὸς τὸ θεῖο του διατηρήθηκε καὶ μετὰ τὴν ἐκδημία τοῦ τελευταίου, ὅταν ἀνέλαβε προσωπικὰ τὴν ἔκδοση καὶ διάδοση σὲ ἀξιοθαύμαστο ἀριθμὸ χειρογράφων (σώζονται περίπου 20 τοῦ ιδ¢ αἰώνα) τῶν συγγραμμάτων τοῦ θείου του Νείλου. Τοῦτο γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὴν “Προθεωρία”, ἕνα ἔργο εἰσαγωγικὸ στὰ ἔργα τοῦ Νείλου ποὺ ἔγραψε ὁ Νικόλαος (ἐκδ. PG 149, 677-680 καὶ Δημητρακόπουλος ᾿Ανδρ., ᾿Ορθόδοξος ῾Ελλάς, σσ. 78-80).
Γιὰ τὴν προσωπικότητα τοῦ Νείλου Καβάσιλα μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἄλλος του μαθητὴς καὶ ἀργότερα ἀντίπαλός του Δημήτριος Κυδώνης: «ἦταν ἕνας ἄνδρας ἀληθινὰ πολὺ διαφορετικὸς ἀπὸ ἐμᾆς τοὺς ὑπολοίπους· στὴ σοφία δὲν ὑπῆρχε δεύτερος καὶ τὸ ἦθος του ἦταν ἀντάξιο μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ ἔχαιρε, ὅπως ἦταν φυσικό, γενικῆς ἐκτιμήσεως καὶ ἀναγνωρίσεως. ῏Ηταν ἄνθρωπος ἀγάπης καὶ ἡ διδασκαλία του συνδυαζόταν μὲ τὴ φιλία καὶ τὸ σεβασμό. ᾿Αγαποῦσε τὴν ἡσυχία καὶ μὲ σύνεση ἀπέφευγε ὅσο μποροῦσε τὶς ἔριδες καὶ τὴν ταραχή, συμβουλεύοντας: “ὁρᾷς δὲ καὶ αὐτὸς ὡς οὐκ ἀσφαλὲς εἴη πρὸς βασιλέας καὶ πατριάρχας καὶ δῆμον ἐρίζειν”». Καὶ ἀλλοῦ ὁ ἴδιος τὸν χαρακτηρίζει: “φίλον τε ἐμόν... καὶ διδάσκαλον”.
῾Ο Νεῖλος Καβάσιλας ἦταν μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς πιὸ ἀφανεῖς καὶ κρυμμένες. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ περιόδους ταραχῶν καὶ ἀντιπαραθέσεων ἔχαιρε γενικῆς ἐκτιμήσεως καὶ ἀναγνωρίσεως ὄχι μόνο γιὰ τὴν κατὰ κόσμο σοφία του ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικό του ἦθος καὶ τὴ θεολογική του κατάρτιση. ῾Ορισμένες μικρὲς λεπτομέρειες ποὺ συναντοῦμε διάσπαρτες, ἂν ἀνασυντεθοῦν θὰ μπορέσουν ἴσως νὰ μᾆς δώσουν μία μικρὴ εἰκόνα περὶ τῆς προσωπικότητας καὶ ἁγιότητας τοῦ ἱεροῦ πατρός. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1342, ὅταν ἡ ἡσυχαστικὴ διαμάχη εἶχε ἤδη ἐνταθεῖ, ὁ Νεῖλος (τότε ἀκόμη Νικόλαος) ἔγινε ἀποδέκτης δύο ἐπιστολῶν, προερχομένων ἀπὸ τὶς ἀντιμαχόμενες παρατάξεις. Εἶναι γνωστὸ τὸ σύγγραμμα τοῦ Δαβὶδ Δισυπάτου “Περὶ τῶν τοῦ Βαρλαὰμ καὶ ᾿Ακινδύνου βλασφημιῶν ἀποσταλεὶς πρὸς τὸν Καβάσιλαν κῦριν Νικόλαον”, καθὼς καὶ ἡ ἀνάλογη ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Ακινδύνου. Στὰ κείμενα αὐτὰ ὁ Καβάσιλας παρουσιάζεται ὡς ἕνας ἄνθρωπος μὲ εὐρεία φήμη, κῦρος καὶ ἐπιρροὴ ἐντὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν κύκλων, ἀναγνωρίζεται ἡ μεγάλη μόρφωση καὶ ἰδιοφυΐα του, γι᾿ αὐτὸ καὶ καλεῖται νὰ λάβει θέση πρὸς ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας.
῾Ο Νεῖλος Καβάσιλας στὴν ἡσυχαστικὴ ἔριδα δὲν ἔμεινε ἀμέτοχος. Πῆρε ἐνεργὰ τὸ μέρος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ καὶ συνεργάσθηκε μὲ τὸν ἅγιο Φιλόθεο Κόκκινο γιὰ τὴ σύνταξη τοῦ Τόμου τοῦ 1351. Συγκεκριμένα, ἀπὸ αὐτόγραφες σημειώσεις τοῦ Νείλου φαίνεται ὅτι συμμετεῖχε στὴ σύνταξη ἑνὸς ἀνθολογίου περὶ θείας οὐσίας καὶ ἐνεργείας. ᾿Εξάλλου τὸ ἔργο του “Λόγος σύντομος πρὸς τὴν κακῶς ἐκλαμβανομένην φωνὴν παρὰ τῶν αἱρετικῶν ἀκινδυνιανῶν τοῦ θείου Γρηγορίου λέγοντος τοῦ Νύσσης: ῾῾ἄκτιστον δὲ πλὴν τῆς θείας φύσεως οὐδέν᾿᾿ καὶ ὅτι οὐχ ἡ τοῦ Θεοῦ φύσις ἄκτιστος μόνη, ἀλλὰ σὺν αὐτῇ καὶ τὰ φυσικὰ αὐτοῦ ἰδιώματα”, ἐντάσσεται στὸ ἴδιο πλαίσιο τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου τοῦ 1351.
Μετὰ τὴ σύνοδο τοῦ 1351 καὶ τὸ θρίαμβο τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾆς βρέθηκε ἔγκλειστος στὴ μονὴ τῆς Χώρας. Τότε ἀρκετοὶ ἦταν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νὰ τὸν μεταπείσουν νὰ δεχθεῖ τὶς ἀποφάσεις τῆς συνόδου. Τὸ Πατριαρχεῖο ἀναζήτησε ἕνα καταρτισμένο θεολόγο μὲ κῦρος καὶ εὐρύτερη ἀποδοχή, ὁ ὁποῖος θὰ μποροῦσε νὰ βγάλει τὸ Γρηγορᾆ ἀπὸ τὴ δεινὴ θέση στὴν ὁποία εἶχε περιέλθει. Τότε λοιπὸν ὁ αὐτοκράτορας ᾿Ιωάννης Καντακουζηνὸς καὶ ὁ πατριάρχης Κάλλιστος ἐπέλεξαν καὶ ἔστειλαν τὸ Νεῖλο Καβάσιλα. ᾿Απὸ τὰ περιγραφόμενα στὴν ῾Ιστορία τοῦ Γρηγορᾆ φαίνεται ὅτι ὁ συνομιλητὴς ἦταν φίλος του ἀπὸ παλιὰ καὶ εἶχε ἰδιαίτερα μεγάλο κῦρος καὶ ἐπιρροή· μάλιστα ὁ Γρηγορᾆς ἔδωσε τόσο μεγάλη σημασία στὴ μεταξύ τους συνομιλία, ὥστε τῆς ἀφιέρωσε δύο βιβλία τῆς ῾Ιστορίας του. ῾Ο Γρηγορᾆς θρηνεῖ γιατὶ καὶ ὁ φίλος του “παρασύρθηκε” ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Παλαμᾆ. Συγκεκριμένα, ἀναφερόμενος σὲ αὐτοὺς ποὺ προσχώρησαν στὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾆ ἀναφέρει γιὰ τὸν ἅγιο Νεῖλο τὰ ἑξῆς: “Τούτων εἷς μοι καὶ ὁ καλὸς ἐγεγόνει Καβάσιλας, τῶν φίλων ὁ βέλτιστος, πρᾆγμα πρὶν γενέσθαι μηδ᾿ εἰς ἐνθύμησιν ἧκον· ὃ καὶ σφόδρα τοι κομιδῆ τεθαύμακα καὶ θαυμάζων οὐ παύομαι, πρός τε τὸ βαθὺ γῆρας ἀποβλέπων τ᾿ ἀνδρὸς καὶ τὴν διὰ βίου βαθεῖαν ἐγκράτειαν καὶ ἀκτημοσύνην”. Εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Γρηγορᾆς δὲν ἀναφέρει τὸ μικρὸ ὄνομα τοῦ Καβάσιλα· ἦταν φαίνεται ἀρκετὰ γνωστὸς γιὰ τὸ θεολογικό του κῦρος ὥστε νὰ μὴν χρειαστεῖ νὰ τὸ ἀναφέρει. ῾Ο Νεῖλος λοιπὸν ἐργάσθηκε δραστήρια, ἂν καὶ ἀφανῶς, γιὰ τὴν ἑδραίωση τῶν ἀποφάσεων τῆς συνόδου τοῦ 1351.
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾆ στὴν κατοπινὴ τύχη τοῦ Γρηγορᾆ φαίνεται ὅτι ὁ Νεῖλος ἔπαιξε ἀποφασιστικὸ ρόλο στὴν καταδίκη του. Μπροστὰ στὴν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθοδοξίας δὲν ὑπελόγισε προσωπικὲς φιλίες ὅσο ἀγαθὲς καὶ βαθειὲς καὶ ἂν ἦταν. ᾿Εναντίον τοῦ Γρηγορᾆ ἔγραψε 2 ἔργα. Τὸ πρῶτο μὲ τίτλο “Κατὰ τῶν τοῦ Γρηγορᾆ ληρημμάτων” γράφτηκε μετὰ τὴ συζήτηση τοῦ Γρηγορᾆ μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾆ στὰ ἀνάκτορα τὸ 1355 (ἐκδόθηκε ὡς ἔργο τοῦ ἀνεψιοῦ του Νικολάου). ῾Ο Γρηγορᾆς ἔγραψε ἐπιστολὲς πρὸς τοὺς Θεσσαλονικεῖς κατηγορώντας τὸν ἐπίσκοπό τους καὶ ὁ Νεῖλος, ὡς λαϊκὸς ἀκόμη, μὲ τὸ ὄνομα Νικόλαος, τοῦ ἀπάντησε, βρίσκοντας τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκφράσει καὶ δημοσίως τὴν ἀγάπη καὶ τὸ θαυμασμό του πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾆ. ᾿Απὸ τὸ ἴδιο ἐξάλλου ἔργο φαίνεται ἡ προσωπική τους φιλία ποὺ διατηροῦσαν ἀπὸ παλαιά. Τὸ δεύτερο ἔργο τοῦ Νείλου κατὰ τοῦ Γρηγορᾆ εἶναι τὸ “Πρὸς τὸν φιλόσοφον Γρηγορᾆν ἀντίγραμμα”, τὸ ὁποῖο ἔγραψε πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ἴσως κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας του στὴ Θεσσαλονίκη, κατόπιν ἐντολῆς τῆς συνόδου. Μὲ αὐτὸ τὸ ἔργο συνδέεται καὶ ἡ καταδίκη τοῦ Γρηγορᾆ στὴ Θεσσαλονίκη, καθὼς καὶ τὸ κείμενο τοῦ ἀναθεματισμοῦ, τὸ ὁποῖο γράφτηκε πιθανῶς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Καβάσιλα.
῾Η φήμη τοῦ Νείλου ἦταν τόσο μεγάλη ὥστε τὸ 1353, μετὰ τὴν παραίτηση τοῦ πατριάρχη Καλλίστου Α¢, προτάθηκε στὸ τριπρόσωπο γιὰ τὴν πλήρωση τῆς ἕδρας τοῦ πατριάρχη μαζὶ μὲ τὸν Φιλόθεο Κόκκινο, μητροπολίτη ῾Ηρακλείας, καὶ τὸν Μακάριο Χρυσοκέφαλο, μητροπολίτη Φιλαδελφείας· καὶ οἱ τρεῖς προτεινόμενοι ἦταν ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἐκκλησιαστικὲς φυσιογνωμίες τῆς ἐποχῆς τους. Μάλιστα τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν “ἔτι ἰδιώτης”, δηλαδὴ λαϊκός, ὅταν ἀκόμη ὀνομαζόταν Νικόλαος, μαρτυρεῖ τὸ μεγάλο κῦρος καὶ τὴ γενικὴ ἐκτίμηση ποὺ ἔχαιρε.
῾Η βίαιη στροφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς μετὰ τὴν ἄνοδο στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο τοῦ ᾿Ιωάννου Ε¢ Παλαιολόγου καὶ ἡ λατινικὴ προπαγάνδα στὴν Κωνσταντινούπολη συνετέλεσαν ὥστε νὰ καταπιαστεῖ μὲ τὸ πρόβλημα τῶν σχέσεων τῶν δύο ᾿Εκκλησιῶν “τῆς τε παλαιᾆς καὶ νέας ῾Ρώμης” καὶ συγκεκριμένα μὲ τὸ θέμα τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα καὶ τὴν προσθήκη στὸ σύμβολο τῆς Πίστεως περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ (Filioque). Εἶναι πιθανὸ ὅτι συμμετεῖχε στὶς συζητήσεις στὴν Κωνσταντινούπολη ποὺ ἔγιναν μὲ ἀφορμὴ τὶς ἐπισκέψεις τοῦ λατίνου ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Παύλου τὸ 1355 καὶ τοῦ ἐπισκόπου Πάττης Πέτρου-Θωμᾆ τὸ 1357. Φαίνεται ἐπίσης ὅτι ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴ θεολογία τῶν λατίνων, καὶ ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ ἐνδιαφέρθηκαν γιὰ τὰ ἔργα τοῦ Θωμᾆ ᾿Ακινάτη, τὰ ὁποῖα μεταφράστηκαν ἀργότερα ἀπὸ τὸ μαθητή του Δημήτριο Κυδώνη.
Στὶς 14 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1359 κοιμήθηκε ὁ ἀπὸ ζῶν ἀκόμη τιμώμενος ὡς ἅγιος, μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γρηγόριος Παλαμᾆς. Ποιός θὰ ἦταν ἄξιος νὰ διαδεχθεῖ στὸ θρόνο τὸν μέγιστο ἐκεῖνο ἱεράρχη; Τὸ ὅτι τελικὰ ἐπελέγη ὁ Νεῖλος, παρὰ τὸ προχωρημένο τῆς ἡλικίας του καὶ τὸ ἀσθενὲς τῆς ὑγείας του, καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν λαϊκός, μαρτυρεῖ πολλά. Καὶ ἐνδεικτικὸ τῆς μεγάλης του ταπεινώσεως εἶναι ὅτι δὲν μπόρεσε νὰ πάει στὴ Θεσσαλονίκη ὡς μητροπολίτης παρὰ μόνο μετὰ τὴν παρέλευση δύο ἐτῶν ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Γρηγορίου. ῾Η ἀρχιερατεία του ἦταν σύντομη· μόλις ἑνάμιση χρόνο ἔμεινε στὴ Θεσσαλονίκη, διότι στὶς ἀρχὲς τοῦ 1363 (ἴσως τὸ Μάρτιο) ἀπέθανε. ῾Ως ἀρχιεπίσκοπος τῆς πόλεως ἐπελήφθη τοῦ θέματος τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγορᾆ, τὴν ὁποία καὶ πραγματοποίησε.
ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ
Τὰ ἔργα τοῦ Νείλου εἶναι πολυάριθμα καὶ μεγάλο μέρος ἀπὸ αὐτὰ παραμένει ἀνέκδοτο. ᾿Απὸ τὴν καθηγητικὴ περίοδο τῆς ζωῆς του εἶναι γνωστὰ ὁρισμένα συγγράμματα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν γιὰ τὸ εὐρὺ φάσμα τῶν ἐνδιαφερόντων του. Σώζονται ἔργα λογικῆς, ἀστρονομίας, γεωμετρίας. Π.χ. τὸ πιθανῶς αὐτόγραφο κείμενο ποὺ βρίσκεται στὸν βατικανὸ κώδικα 2176, στὰ φφ. 293-294, ὅπου σώζονται σημειώσεις τοῦ Νείλου περὶ γεωμετρίας καὶ ἀστρονομίας. Σημειώσεις τοῦ Νείλου περὶ διαλεκτικῆς σώζονται καὶ στὸν φλωρεντινὸ κώδικα Plut. VIII, 23 στὰ φφ. 117-122: “῞Οτι δέκα εἰσὶ τὰ γενικώτατα γένη, εἰς ἃ πάντα τὰ ὄντα ἀνάγονται οἷον οὐσία, ποσόν...”. ῾Ο Νεῖλος εἶχε καὶ ἰατρικὰ ἐνδιαφέροντα, καθὼς ἀντιγράφει Γαληνὸ (Βλ. κώδικα Plut. LXXIV, 10, φφ. 115-123v). ῞Ενα ἄλλο ἔργο τοῦ Νείλου ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια περίοδο διδασκαλίας εἶναι ἡ “Σύνοψις περὶ τῶν συλλογισμῶν” καὶ εἶναι ἀνέκδοτο (Βλ. π.χ. τὸν παρισινὸ κώδικα 2762, φφ. 285-292v: “Τοῦ μακαριωτάτου Θεσσαλονίκης τοῦ Καβάσιλα, Σύνοψις περὶ συλλογισμῶν”).
῾Ωστόσο, ὁ Νεῖλος εἶναι περισσότερο γνωστὸς γιὰ τὸ θεολογικὸ ἔργο τὸ ὁποῖο κατέλιπε. ᾿Ασχολήθηκε κυρίως μὲ τὸ πρόβλημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ἐλέγχοντας τὶς καινοτομίες τῶν λατίνων. Σὲ δύο ἔργα του, πιθανῶς πρώιμα, τὰ ὁποῖα μποροῦν ἴσως νὰ χρονολογηθοῦν γύρω στὸ 1330, διαπραγματεύεται τὸ θέμα τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα. ῾Ο τίτλος εἶναι ἐνδεικτικός: “Λόγος ἀποδεικνὺς μὴ ἄλλό τι τὸ τῆς διαστάσεως τῆς Λατίνων ᾿Εκκλησίας καὶ ἡμῶν μέχρι τοῦ παρόντος αἴτιον εἶναι, ἢ τὸ μὴ βούλεσθαι τὸν Πάππαν οἰκουμενικῇ συνόδῳ τὴν τοῦ ἀμφισβητουμένου διάγνωσιν ἐπιτρέψαι· ἀλλ᾿ αὐτὸν μόνον διδάσκαλον ἐθέλειν τοῦ ζητουμένου καθέζεσθαι, τοὺς δὲ ἄλλους ἐν μαθητῶν μοίρᾳ ὑπακούοντας ἔχειν· καὶ ὅτι τὸ τοιοῦτον ἀλλότριον τῶν ἀποστολικῶν καὶ πατρικῶν καὶ νόμων καὶ πράξεων”. Στοὺς λόγους αὐτοὺς ἀναγνωρίζει τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης ὡς πρῶτο στὴν τάξη ἀλλὰ ὄχι στὸν ἱεραρχικὸ βαθμό· δηλαδὴ εἶναι ἐπίσκοπος πρωτεύουσας πόλης καὶ ὄχι διάδοχος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. ῎Ετσι λοιπὸν συνδέει τὸ θέμα τοῦ πρωτείου μὲ τὸ πολίτευμα τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τὸ θεωρεῖ ὡς τὴν κύρια αἰτία τῆς διαστάσεως τῶν δύο ᾿Εκκλησιῶν, ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζουν καὶ οἱ ἄλλες δογματικὲς διαφορὲς καὶ μάλιστα τὸ πρόβλημα τοῦ Filioque.
῾Ωστόσο, ἡ ἄποψη αὐτὴ δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ὅσο κανεὶς ἄλλος μέχρι τότε. ῾Ο Νεῖλος ἐργάσθηκε γι᾿ αὐτὸ ἀρκετά, ὄχι μόνο στὶς Βιβλιοθῆκες τῆς πρωτεύουσας ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες, ὅπως τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. ᾿Απὸ τὴ συλλογὴ τοῦ ὑλικοῦ του προέκυψε ἕνα ἀνθολόγιο κειμένων, τμῆμα τῶν ὁποίων εἶναι καὶ τὸ περὶ τῆς Συνόδου τοῦ Φωτίου (880) ἔργο του: “Περὶ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου ἥτις ἀποκατέστησε Φώτιον τὸν ἁγιώτατον πατριάρχην εἰς τὸν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως καὶ διέλυσε καὶ τὰ σκάνδαλα τῶν ᾿Εκκλησιῶν τῆς τε παλαιᾆς καὶ νέας ῾Ρώμης”. Στὸ ἔργο αὐτὸ παραθέτει ἀποσπάσματα τῶν Πρακτικῶν τῆς συνόδου, τὰ ὁποῖα ἦταν ἐξαιρετικὰ δυσεύρετα.
Μὲ τὸ περὶ ῾Αγίου Πνεύματος ἔργο του ὁ Νεῖλος δὲν ἀρκέστηκε στὴ συνήθη ἀντιπαράθεση ἐπιχειρημάτων καὶ πατερικῶν ἀνθολογίων. ᾿Εμπρὸς στὴν πρόκληση τοῦ Θωμᾆ ᾿Ακινάτη ὅτι “ἡ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἁγίου Πνεύματος πρόοδος συνεπτυγμένως ἐν τῷ κατὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν συμβόλῳ περιέχεται”, τοποθέτησε τὸ θέμα τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος στὰ πλαίσια τῶν σχέσεων τῶν προσώπων τῆς Τριάδος καὶ ἔδειξε τὴν διὰ μέσου τῶν Συνόδων καὶ τῶν Πατέρων ἑνιαία διδασκαλία καὶ θεολογία τῆς ᾿Εκκλησίας ἀπ᾿ ἀρχῆς μέχρι καὶ τοὺς χρόνους τοῦ Φωτίου. Τὸ κύριο σύγγραμμά του “Περὶ ἁγίου Πνεύματος” χωρίζεται σὲ τρεῖς μεγάλες ἑνότητες. ῾Η πρώτη ἑνότητα περιλαμβάνει 5 λόγους “᾿Εκ τοῦ ἐναντίον πρὸς τὸ συμπέρασμα”, ὅπου ἐκθέτει τὸ ὀρθόδοξο δόγμα κατὰ τρόπο συστηματικὸ ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ διδασκαλία περὶ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ περὶ τῶν σχέσεων στὴν Τριάδα ἔχουν ἐκτεθεῖ “ἀνεπτυγμένως” ἀπὸ τὶς ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ ἑπομένως ἡ προσθήκη τῶν λατίνων “καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ” εἶναι ἐκτὸς τῆς παραδόσεως. Στὴ συνέχεια, ἀφοῦ ἀνήγαγε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν λατίνων σὲ 49 προτάσεις, ἐπιχειρήματα κυρίως τοῦ Θωμᾆ ᾿Ακινάτη, προχωρεῖ στὴν ἀναίρεσή τους· πρῶτα τῶν ἐπιχειρημάτων ποὺ ἀρύονται ἀπὸ τὴν ῾Αγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες (δεύτερο μέρος) καὶ ἔπειτα τῶν Συλλογισμῶν, τοῦ νέου δηλαδὴ τρόπου ἐπιχειρηματολογίας τῆς σχολαστικῆς θεολογίας (τρίτο μέρος).
Εἶναι πιθανὸ ὅτι οἱ 49 Προτάσεις τῶν Λατίνων ἀποτελοῦσαν τὴν ὁμολογία πίστεως τῶν Λατίνων καὶ τῶν φιλολατίνων ποὺ δροῦσαν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἡ δραστηριότητά τους εἶχε ἀναπτυχθεῖ σὲ ἀνησυχητικὸ βαθμό. Αὐτὸς ἦταν καὶ ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὤθησε τὸ Νεῖλο Καβάσιλα σὲ ἕνα τέτοιο πολυχρόνιο καὶ κοπιαστικὸ ἔργο. ῾Υπολογίζουμε ὅτι ἡ σύνταξη τοῦ ἔργου κράτησε τέσσερα χρόνια, ἀπὸ τὸ 1356 μέχρι τὸ 1360. ᾿Ιδιαίτερα σημαντικὸ σὲ ὅτι ἀφορᾆ στὴ θέση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας ἔναντι τῆς σχολαστικῆς εἶναι τὸ προοίμιο στὸ Περὶ Συλλογισμῶν τρίτο τμῆμα τοῦ ἔργου. ῾Ο Νεῖλος ἀναπτύσσει τὴν ἄποψη ὅτι ἡ διαλεκτικὴ στὴ θεολογία κατέχει θέση βοηθητικὴ καὶ ὄχι ἀποδεικτική.
Μὲ τὸ ἔργο αὐτὸ κατέδειξε ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας ἀπὸ τὴν καθολικὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ προσθήκη τῶν λατίνων “καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ” στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἀλλὰ ὅτι αὐτὴ ἡ προσθήκη συνεπάγεται ἕνα πρότυπο τριαδολογίας διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ τῶν Πατέρων καὶ τῶν Συνόδων. Ξεκινώντας ἀπὸ τὴν θεολογία “Περὶ θείας ἑνώσεως καὶ διακρίσεως” τοῦ ἁγίου Διονυσίου ᾿Αρεοπαγίτη, ἀποδύεται στὸν ἀγώνα νὰ δείξει τὶς ἑνώσεις καὶ τὶς διακρίσεις στὸ Θεό. ῾Η ῾Αγία Γραφή, οἱ Πατέρες καὶ οἱ Σύνοδοι τῆς ᾿Εκκλησίας τὶς ἔχουν ἀνεπτυγμένως ἀποκαλύψει καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ προσπάθεια τῶν θεολόγων εἶναι νὰ τὶς διαφυλάξουν ἀκέραιες, ἀμείωτες καὶ ἀπλήθυντες, ἀσύγχυτες καὶ ἀδιαίρετες. Κύρια λοιπὸν γραμμὴ στὴν ἐπιχειρηματολογία του εἶναι πὼς τὰ θεῖα πρόσωπα διακρίνονται μεταξύ τους ἀπὸ τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἴδια κάθε προσώπου. Τοῦ Πατρὸς εἶναι τὸ ἄναρχον, τοῦ Υἱοῦ τὸ γεννητὸν καὶ τοῦ Πνεύματος τὸ ἐκπορευτόν. Τυχὸν ἀναγωγὴ καὶ τοῦ Υἱοῦ στὴ σφαίρα τῆς αἰτιότητος τοῦ Πνεύματος αὐτομάτως ἀνάγει δεύτερο αἴτιο στὴν Τριάδα καὶ καταργεῖ τὴ μοναρχία τοῦ Πατρός. ᾿Επιπλέον δημιουργεῖται σύγχυση τῶν προσώπων μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταλύεται ὄχι μόνο ἡ αὐτοτέλειά τους ἀλλὰ καὶ ἡ ἑνότητα τῆς Τριάδος.
Μία προσεκτικὴ μελέτη τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ Νείλου Καβάσιλα δείχνει τὴ σχέση ποὺ ἔχει μὲ τὸ ἔργο τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ. ῾Ο ἅγιος Νεῖλος συνεχίζει πάνω στὴν ἴδια γραμμὴ τοῦ Γρηγορίου, καὶ μάλιστα συμπληρώνει τὴν ἐπιχειρηματολογία του καὶ ἀναπτύσσει τὸ θέμα τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος διεξοδικότερα, καθὼς τὰ συγγράμματά του εἶναι χρονικὰ λίγο μεταγενέστερα ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ (οἱ δύο ἀποδεικτικοὶ λόγοι περὶ ῾Αγίου Πνεύματος) καὶ ἀπαντοῦν ἐπιπλέον στὴ μόλις προσφάτως μεταφρασθεῖσα θεολογία τοῦ Θωμᾆ ᾿Ακινάτη, μετάφραση ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν Δημήτριο Κυδώνη.
῾Επομένως, γίνεται φανερὸ ὅτι γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ Νείλου βασικὴ προϋπόθεση εἶναι ἡ μελέτη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ. Αὐτὴ ἡ σχέση τῶν δύο ἁγίων καὶ μεγάλων ἱεραρχῶν ὄχι μόνο τῆς Θεσσαλονίκης ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρης τῆς ᾿Ορθόδοξης ᾿Εκκλησίας μαρτυρεῖται καὶ στὴ σλαβικὴ μετάφραση τῶν ἔργων περὶ ῾Αγίου Πνεύματος τῶν ἁγίων Γρηγορίου καὶ Νείλου, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε στὰ τέλη τοῦ ιδ¢ αἰώνα. Στὴ σλαβικὴ χειρόγραφη παράδοση τὰ ἔργα τους ἀπαντοῦν μαζί.
Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΕΙΛΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ
Οἱ σύγχρονες μαρτυρίες γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ Νείλου εἶναι ἀρκετὲς καὶ σημαντικές. Τὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας τὸν μνημονεύει εὐφήμως μετὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο μὲ τρόπο ποὺ νὰ μὴν ἀφήνει καμμία ἀμφιβολία: “Νείλου τοῦ ἁγιωτάτου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ λόγοις ἅμα καὶ ἔργοις καὶ θείοις συγγράμμασιν ἀγωνισαμένου ὑπὲρ τῆς ᾿Εκκλησίας Χριστοῦ καὶ τὴν τοῦ Βαρλαὰμ καὶ ᾿Ακινδύνου κενοφωνίαν θεοσόφοις λόγοις καὶ ἀποδείξεσιν ἀναντιρρήτοις καταισχύναντός τε καὶ διελέγξαντος, αἰωνία ἡ μνήμη” (ἔκδ. Gouillard, ΤΜ 2 [1967] 89).
῾Ωστόσο ὑπάρχουν καὶ ἄλλες μαρτυρίες, μικρότερης ἴσως σπουδαιότητας, ἀλλὰ σημαντικὲς γιὰ νὰ ἀναφερθοῦν. Στὸν βατικανὸ κώδικα 1365, στὸ φ. 384n σὲ ἕνα ἔργο γεωμετρίας, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς σημείωση γραμμένη ἀπὸ χέρι σύγχρονο τοῦ Νείλου, λίγο μετὰ τὸ θάνατό του: “ἡ παροῦσα προσθήκη μεταγενέστερον ἐγράφη· ποίημα δ᾿ ἐστι τοῦ μακαριωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης ἐκείνου κυροῦ Νείλου τοῦ Καβάσιλα σοφίᾳ διενεγκόντος τοὺς κατ᾿ αὐτὸν ἅπαντας οὐ τῇ ῾Ελληνικῇ λέγω μόνον ἀλλὰ καὶ τῇ πολλῷ κρείτονι τῇ διὰ τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν τοῦ σωτῆρος”. ῾Ο Νεῖλος ὑπῆρξε ὄχι μόνο πρότυπο τῆς θύραθεν σοφίας, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο πρότυπο καὶ ζωντανὸ κήρυγμα ἐφαρμογῆς στὴ ζωή του τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
῾Η ἁγιότητα τοῦ Νείλου μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὴ χειρόγραφη παράδοση τῶν ἔργων του. Π.χ.: “Τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν Νείλου τοῦ Θεσσαλονίκης, λόγος σύντομος...”. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ συγκεκριμένος τίτλος βρίσκεται σὲ χειρόγραφα τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰώνα, λίγα μόλις χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου.
Τέλος, παραθέτουμε τὸ ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα ποὺ συνέταξε ὁ ἀφοσιωμένος σ᾿ αὐτὸν ἀνεψιός του Νικόλαος Καβάσιλας:
Νείλου κυδαλίμοιο τάφος ὅδε σῶμα καλύπτει,
ψυχῆς παρθενικῆς ἁγνότατον οἶκον.
Νεῖλε μακάρτατε· σὺ μὲν φαίνων οὐρανὸν ἵκου·
ἄμμε δ᾿ ὄπας ἀλάωσας, ἐπεὶ μύσας φάεα καλά·
εὐσεβέες, βοόωσί τε ἣν ποθέοντες ἀοιδήν.