Σελίδα 10 από 10

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 14, 2012 5:48 am
από paulina
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Β¢ ὁ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ,

ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης




Πολλὲς φορὲς παρατηρεῖται στοὺς μελετητὲς σύγχυση ἀνάμεσα στὸν Βασίλειο Α¢ καὶ Βασίλειο Β¢, οἱ ὁποῖοι διετέ­λεσαν ἀμφότεροι ἀρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης μὲ διαφορὰ λί­­γων δεκαετιῶν, κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 9ου αἰ. Πολλὲς φο­ρὲς οἱ σχετικές, μᾆλλον ἀνεπαρκεῖς, πληροφορίες συμβαί­νει νὰ ἀποδίδονται ἀδιακρίτως πότε στὸν μέν, πότε στὸν δέ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκαλεῖται σύγχυση· πάντως σαφῶς διακρίνονται μεταξύ τους: ὁ μὲν Βασίλειος Α¢, πρώ­ην ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης, ἐποίμανε τὴν ᾿Εκκλησία τῆς Θεσ­σαλονίκης περὶ τὸ 860-865, ὁ δὲ Βασίλειος Β¢ μετὰ τὸ 904.

Γιὰ τὸν Βασίλειο Β¢ ὅσες πληροφορίες διαθέτουμε, προ­έρχονται ἀπὸ τὸν Βίο Εὐθυμίου τοῦ νέου, τοῦ ὁποίου εἶναι καὶ ὁ συγγραφέας. Σύμφωνα μὲ τὸν παρα­πάνω Βίο, ὁ Βασίλειος ἐκάρη μοναχὸς ἀπὸ τὸν Εὐθύμιο τὸ 875 στὸ μετόχιο τῆς μονῆς τῶν Περιστερῶν, στὸν ἅγιο Δη­μήτριο τῆς Σερμυλίας (σημ. ᾿Ορμύλια): “ἀποκείρας μὲν ἡ­μᾆς ἐν τῇ Σερμυλίᾳ λεγομένῃ κώμῃ ἐν τῷ Δημητρίου ναῷ”. ῾Ο Βασίλειος φαίνεται πὼς ἦταν ἀπὸ τοὺς ἀγα­πημένους καὶ ἐμπίστους μαθητὲς τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου, ὥστε νὰ χαίρει ἰδιαίτερης ἐκτιμήσεως στὸν κύκλο τους. ῾Ο Εὐθύ­μιος, σὲ ἀνύποπτο χρόνο, προφήτευσε στὸν Βασίλειο τὴν ἐπι­κείμενη ἀνάδειξή του σὲ ἀρχιερέα: “τάχιον τῆς μο­νῆς ἀνα­χωρεῖς καὶ ἀρχιερεὺς γίνη, ὅπου τὸ θεῖον προεθέ­σπισε βού­λημα. ᾿Αλλ᾿ ὅρα, φησί, καὶ ἡμῶν ὡς γεννητόρων μνημόνευε, καὶ τῆς μονῆς καὶ τῶν ἐν αὐτῇ ἀδελφῶν μηδέ­ποτε λήθην παρασκευάσης ἐπιγενέσθαι σοι”. Στὸ Βίο δὲν μαρτυρεῖται ὁ χρόνος, καθὼς καὶ ἡ ἕδρα τὴν ὁποία κατέ­λαβε ὁ Βασίλειος, ἀλλὰ ἀπὸ παλαιὰ μνημο­νευόταν πάντοτε ὡς ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης μὲ τὴν ἔκδοση τοῦ Βίου καὶ τῆς ᾿Ακολουθίας τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου, στὰ χειρό­γραφα. ῾Η ποιμαντορία τοῦ Βασιλείου Β¢ στὸν ἀρχιεπι­σκο­πικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης θὰ πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ μετὰ τὴν ἀρχιερατεία τοῦ ᾿Ιωάννη τοῦ ᾿Εντο­πίου (Θεσσαλο­νικέως), ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖται ὡς ἀρχιεπί­σκοπος ἀκόμη τὸ 904, τουλάχιστον μέχρι τὰ μισὰ τοῦ χρό­νου, 31 ᾿Ιουλίου, ὁπότε συνέβη ἡ καταστροφὴ τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Σαρακη­νοὺς πειρατές. Συνεπῶς ὁ Βασίλειος πρέ­πει νὰ τὸν διαδέ­χθηκε. ῾Ο συντομότερος χρόνος ἐφαρμογῆς τῆς προφητείας τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου, “τάχιον τῆς μονῆς ἀναχωρεῖς καὶ ἀρ­χιερεὺς γίνη”, εἶναι τὸ ἔτος 904.

Μία παράδοση ποὺ καταγράφεται στὰ πολὺ μεταγε­νέστερα, τοῦ 19ου αἰ., Πάτρια τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ποὺ συνέ­γραψε ὁ μοναχὸς ᾿Ιάκωβος Νεασκητιώτης, ἀναφέρει τὸν Βα­σίλειο ὡς κτίτορα μονῆς στὸ ῞Αγιο ῎Ορος: “ἐπὶ δὲ τῆς βασι­λείας Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος, ὁ μαθητὴς τοῦ ὁσίου Εὐ­θυμίου τοῦ νέου... Βασίλειος, ὕστερον μητροπολίτης Θεσ­σα­λονίκης χρηματίσας, ὁ καὶ ἐν ἁγίοις κατειλεγμένος, πο­θῶν ἡσυχάσαι, ἦλθεν εἰς τὸ ὄρος καὶ ἔκτισε τὴν ἐπώνυμον αὐτοῦ μονὴν τοῦ ῾Αγίου Βασιλείου εἰς τιμὴν τῆς ᾿Αναλή­ψε­ως τοῦ Σωτῆρος” (Λάμπρος, Πάτρια, σ. 215· Γεδεών, ῎Αθως, σ. 314). Πράγματι, μία μαρτυρία περὶ ὑπάρξεως, “μονῆς τοῦ ῾Αγίου Βασιλείου καὶ Πύργου καλουμένης... εἰς τιμὴν καὶ ὄνομα τῆς θείας τοῦ Χριστοῦ ᾿Αναλήψεως”, ὑπάρχει στὰ ἔγγραφα τοῦ Πρωτάτου (Actes Prôtaton, σ. 90), ἡ ὁποία ὅμως ἀπορ­ρίπτεται ὡς ἀστήρικτη καὶ προϊὸν παρανοήσεως, ἀπὸ τὴν Παπαχρυσάνθου (ὅπ.π., σημ. 299). Προφανῶς ἡ πρώιμη μαρ­τυρία περὶ τῆς ὑπάρξεως μονῆς τοῦ ἁγίου Βα­σιλείου, ὁδή­γησε στὸ μεταγενέστερο συνδυασμὸ μὲ τὸν πιὸ διάσημο Βα­σίλειο, τὸ βιογράφο τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου. ᾿Εξ­­ίσου ὀρθὴ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἡ σύνδεση τῆς ἱδρύσεως τῆς μονῆς καὶ μὲ τὸν ὀλιγώτερο διάσημο Βασίλειο Α¢ ἀρχι­επίσκοπο Θεσ­σαλονίκης, κάτι ποὺ φαίνεται πιθανότερο.

῾Η βασικὴ παρανόηση στὴν ὁποία βασίζονται οἱ μετα­γενέστερες συγχύσεις περὶ τῶν δύο Βασιλείων, νομίζω ὅτι ὀφείλεται στὴν ἀπόδοση τῆς μνείας τοῦ Μηναίου Φεβρου­α­ρίου, περὶ Βασιλείου ὁμολογητοῦ, ἀπὸ τὸν ᾿Αλέξανδρο Λαυ­ριώτη, στὸν Βασίλειο Β¢, τὸ βιογράφο Εὐθυμίου τοῦ νέου, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ τὴ δήλωση τοῦ Συναξαρίου γιὰ τὴν ᾿Αθηναϊκὴ προέλευσή του ὡς ἑξῆς: “ὁ Βασίλειος μεταβὰς εἰς ᾿Α­θήνας τὴν πατρίδα του, ἐξεπαιδεύθη τελειότερον καὶ ἐγένε­το ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἔνθα καὶ στερρῶς ὑπὲρ τῆς πίστεως εἴχετο, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς ὡμολόγησεν”. ῾Η πλη­ροφο­ρία αὐτή, ἂν καὶ ἀνήκει στὸν Βασίλειο Α¢ τὸν ῾Ομολο­γητή, εἶναι πολὺ ἀνακόλουθη, διότι τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἡ ᾿Α­θήνα τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν ἔχει παύσει πρὸ πολλοῦ νὰ εἶναι πνευματικὸ κέντρο, ὥστε νὰ προσελκύει μαθητές· ἀντιθέτως ἔχουμε περισσότερες πληροφορίες γιὰ νέους ποὺ βρίσκουν κατα­φύγιο καὶ ἱκανοποίηση στὶς πνευ­ματικές τους ἀναζητή­σεις στὴ Θεσσαλονίκη, ποὺ εἶναι ἡ μεσαιωνικὴ ἐφάμιλλη κατά­σταση τῶν ἀρχαίων ᾿Αθηνῶν.

Τέλος, σὲ ἐπιζωγραφισμένη τοιχογραφία ποὺ βρίσκε­ται στὸ βόρειο πεσότοιχο τοῦ ἱεροῦ βήματος τοῦ καθολι­κοῦ τῆς μονῆς Βατοπεδίου, καὶ χρονολογεῖται τὸ ἔτος 1312, ἀπ­εικονίζεται ὁλόσωμος ῾Ο ῞ΑΓΙ(ΟΣ) ΒΑΣÍΛΕΙΟΣ ΘΕΣ­ΣΑ­ΛΟ­­ΝÍΚΗΣ, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχικὴ ἐπιγραφὴ ποὺ αὐτὴ φέ­ρει. ῾Ο εἰκονιζόμενος ἀρχιερεὺς ταυτίζεται ἀπὸ τοὺς ἐρευ­νητὲς μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Βασίλειο τὸ “συναξαριστή”, τὸ μαθητὴ τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Τετ Μαρ 14, 2012 5:50 am
από paulina
ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΤΗΣ, ὁμολογητὴς

ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (π. 1305-1379)

ἡ μνήμη του κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας



Τὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, στὸ παράρτημα τῆς ᾿Εκ­κλησίας Θεσσαλονίκης ἀφιερώνει στὸν Δωρόθεο ἕνα ἐ­ξ­αιρετικὸ τιμητικὸ ἐγκώμιο, ὅπου τονίζεται ὅτι ὁ Δωρόθεος ἦταν ἀξιοθαύμαστος γιὰ τὶς θεοειδεῖς ἀρετές του, ὅτι ἦταν πιστὸς μαθητὴς τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ, ὅτι ὑπέστη φοβε­ρὲς διώξεις καὶ κακώσεις ὑπὲρ τῶν δογμάτων τῆς ὀρθοδο­ξίας μαζὶ μὲ τὸν διδάσκαλό του Γρηγόριο, ὅτι ἦταν λαμπρὸς δι­δά­σκαλος καὶ πρὸ τῆς ἀρχιερατείας του καὶ κατ᾿ αὐτήν. Εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν ἅγιο Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ὅπως δείχνει τὸ μονόγραμμά του στὸ περιθώριο:

“Δωροθέου τοῦ ἁγιωτάτου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονί­κης, τοῦ δῶρον ὡς ἀληθῶς ἐκ Θεοῦ δοθέντος τῷ τῶν χρι­στωνύμων πληρώματι, καὶ ταῖς θεοειδέσι μὲν ἀρεταῖς περι­βοήτου τοῖς πᾆσι καὶ θαυμαστοῦ γεγενημένου, καὶ ταῖς πα­τρικαῖς καὶ πνευματικαῖς εἰσηγήσεσι καὶ διδασκαλίαις, καὶ πρὸ τῆς ἀρχιερωσύνης, καὶ μετὰ τὸ δέξασθαι ταύτην, πάντας καταφωτίσαντος, ἱδρῶτας δὲ καὶ πόνους καὶ φυλακὰς καὶ πολλὰς κακώσεις ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας καὶ τῶν ὀρθῶν δογμά­των τῆς Χριστοῦ ἐκκλησίας ὑπομεμενηκότος συνάμα τῷ θείῳ καὶ θαυμαστῷ πατρὶ καὶ διδασκάλῳ Γρηγορίῳ τῷ πάνυ, αἰω­νία ἡ μνήμη”.

῾Η μαθητικὴ θέσις του ἀπέναντι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ δείχνει ὅτι πιθανῶς ἦταν νεώτερος κατὰ μία ὀκταετία τουλάχιστον, ἄρα ὅτι θὰ ἐγεννήθηκε γύρω στὰ 1305. Κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ Φιλοθέου Κοκκίνου ἦσαν αὐτὸς καὶ ὁ ἀδελφός του Μάρκος φίλοι τοῦ Φιλοθέου ἀπὸ παιδικὴ ἡ­λικία, “ἐκ παιδὸς ἐς τὰ μάλιστα”, ποὺ σημαίνει ὅτι ἦσαν συν­ομήλικοι. ᾿Αργότερα συνασκήτευσαν ὅλοι αὐτοὶ μαζί, καθὼς καὶ μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ καὶ τὸν ᾿Ισίδωρο.

Τὰ δύο ὁράματα ποὺ εἶδε ὁ Γρηγόριος Παλαμᾆς στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, τὸ ἕνα πολὺ ἐνωρίς, κατὰ τὸ δεύτερο ἔτος τῆς ἐκεῖ παραμονῆς του, περὶ τῆς συνεχοῦς πρὸς αὐτὸν προ­σ­τασίας τῆς Θεοτόκου, τὸ ἄλλο μετὰ δεκαετία περίπου, περὶ ἀνάγκης μεταδόσεως καὶ στοὺς ἄλλους τοῦ θείου ποτοῦ ποὺ ἀνέβλυζε μέσα του, τὰ διηγήθηκε ἀποκλειστικῶς στὸν Δω­ρόθεο, “τὸν μαθητὴ καὶ σύνοικο”· ἀλλ᾿ αὐτὸ συνέβηκε πολὺ ἀργότερα (Φιλοθέου, Βίος Γρηγορίου, ἔκδ. Χρήστου, σ. 82 καὶ 144). Πιθανῶς γιὰ πρώτη φορὰ συνάντησε τὸν Γρηγό­ριο στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, ἀλλὰ περισσότερο συνδέθηκε μαζί του στὴ Θεσσαλονίκη κατὰ τὴν ἔναρξι τῆς ἔριδος μὲ τὸν Βαρλαάμ, τὸ 1338. Οἱ τρεῖς ἄνθρωποι ποὺ προσκλήθηκαν μαζὶ μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ, γιὰ νὰ δώσουν λόγο περὶ τῶν πεποι­θήσεών του ἐνώπιον τῆς Συνόδου ἦταν ὁ ᾿Ισίδω­ρος, ὁ Δω­ρόθεος καὶ ὁ ἀδελφός του Μάρκος. ῞Οπως λέγει ὁ Καντα­κουζηνὸς (῾Ιστορία, ἐκδ. Bonn. 550) “καὶ παρῆσαν καὶ αὐτοὶ τῷ λόγῳ ὑπέχειν εὐθύνας”. Μετὰ τὴν πλήρη δι­καίωσί τους ὁ Δωρόθεος ἔμεινε δίπλα στὸν Παλαμᾆ καὶ συμμερίσθηκε τὶς ταλαιπωρίες του. ῎Εμεινε στὴ φυλακὴ τῶν ἀνακτόρων μαζὶ μὲ αὐτὸν ἀπὸ τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1343 καὶ τὸν ἐξυπηρετοῦσε ὡς γραμματεύς.

Μετὰ τὴν ἀποκατάστασι τῆς τάξεως ἀκολούθησε τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου διακρίθηκε ὡς πνευματικὸς διδάσκαλος. ῾Ο Νικόλαος Καβάσιλας ὡς φοι­τη­τὴς στὴν Κωνσταντινούπολι πρὶν ἀπὸ τὸ 1341, γράφει πρὸς τὸν πατέρα του, ὅτι ὁ μόνος ἀλληλογράφος του στὴ Θεσσα­λονίκη εἶναι ὁ Δωρόθεος, τὸν ὁποῖο καὶ διακρίνει ἀπὸ ὅλους· “τὸν ἐμὸν ἐξαίρω πατέρα τὸν ἱερώτατον Βλα­τῆν”. ᾿Αλλ᾿ ἀρ­γότερα ἡ δραστηριότης του στὴν πνευματικὴ καθοδήγησι, ἰδίως τῶν νέων, ἔχει καθολικὴ ἀναγνώρισι.

Γύρω στὸ 1355, μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Μάρκο ἵ­δρυ­σε τὴν μονὴ τοῦ Σωτῆρος Παντοκράτορος στὸ ὕψωμα τῆς Θεσσαλονίκης, τὴν γνωστὴ ἀπὸ αὐτοὺς ὡς μονὴ Βλα­τέων, πιθανῶς μὲ ἐνίσχυσι τῆς βασιλομήτορος ῎Αννας, ἡ ὁ­ποία διέ­μενε τότε στὴ Θεσσαλονίκη. Σὲ μιὰ ἐπιγραφὴ τοῦ 1801 γρά­φεται ὅτι οἱ ἱδρυταὶ αὐτῆς τῆς μονῆς εἶναι Κρῆ­τες· καὶ ναὶ μὲν στὴν Κρήτη ἀπαντᾆται τὸ ὄνομα Βλατῆς καὶ στὴν ἐπο­χὴ ἐκείνη καὶ ἀργότερα, ἀλλ᾿ ἀπαντᾆται καὶ ἀλλοῦ. Καμμιὰ παλαιὰ μαρτυρία δὲν ὑπάρχει γιὰ τὴν κρη­­τική τους κατα­γωγή.

Τὸ 1371 ὁ Δωρόθεος ἐξελέγη μητροπολίτης Θεσσα­λο­νίκης διαδεχόμενος τὸν ᾿Αντώνιο, ὁπότε βέβαια στὴν ἡ­γου­μενία τῆς μονῆς θὰ τὸν διαδέχθηκε ὁ Μάρκος, ἂν εἶχε ἐπι­βιώσει. Διετήρησε τὴν μητροπολιτικὴ ἕδρα ἕως τὸν θά­νατό του ποὺ συνέβηκε τὸ 1379 καὶ τότε τὸν διαδέχθηκε ὁ ᾿Ισί­δωρος Γλαβᾆς.

Παρὰ τὴν γενικὴ ἀναγνώρισι τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ὀρ­θοδοξίας τοῦ Δωροθέου καὶ παρὰ τὸ ἐγκώμιο τοῦ Συνοδι­κοῦ δὲν ἔχει ἐγγραφεῖ κατ᾿ ἄλλον τρόπο στὸ ἑορτολόγιο, ἀφοῦ ἀρκετὴ ἐθεωρήθηκε ἡ μνήμη του κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Μαρ 24, 2012 2:16 pm
από paulina
ΘΕΟΔΩΡΑ, θυγάτηρ Μαξιμιανοῦ,

μάρτυς (ἀρχὲς 4ου αἰ.)



Στὴ Διήγηση τοῦ ᾿Ιγνατίου, ἡγουμένου τῆς μονῆς ᾿Α­καπνίου, περὶ τῆς θεανδρικῆς εἰκόνος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τῆς φανερωθείσης ἐν τῇ κατὰ Θεσσαλονίκῃ μονῇ τῶν Λατόμων, πολύτιμη ὄχι μόνο ἐπειδὴ ἀναφέρεται στὸ περίφημο ψηφιδωτὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ μὲ τὸ θαυ­μάσιο ἀποκαλυπτικό του περιεχόμενο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ση­μαντικὰ ἁγιολογικά, ἱστορικὰ καὶ τοπογραφικὰ στοιχεῖα ποὺ προσφέρει, παραδίδεται μία πλήρης ἁγιολογικὴ διήγηση γιὰ τὴ Θεοδώρα, κόρη τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὴ μοναδικὴ πηγή, ποὺ μᾆς διασώζει τὰ σχετι­ζόμενα μὲ τὸ βίο καὶ τὸ μαρτυρικὸ τέλος τῆς παρθενο­μάρ­τυρος Θεοδώρας στὴ Θεσσαλονίκη.

῾Ο συναυτοκράτωρ τοῦ Διοκλητιανοῦ, Μαξιμιανός, εὑ­ρισκόμενος στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τοὺς οἰκείους του, προ­ετοιμαζόταν γιὰ πόλεμο ἐναντίον τῶν Σαρματῶν (“Σαυ­ρο­ματῶν”). Κάποια ἡμέρα, ἡ μοναχοκόρη του, ποὺ ὀνομα­ζό­ταν Θεοδώρα, βαδίζοντας στὴν παραλία ἐκτὸς τῆς πόλε­ως, πλησίασε στὸ μέρος ὅπου διέμεναν οἱ διωκόμενοι Θεσ­σαλο­νικεῖς χριστιανοί, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἐπίσκοπός τους ᾿Α­λέ­ξαν­δρος τελοῦσε τὴ θεία λατρεία. ῾Η Θεοδώ­ρα, ἐν­τυπωσιασμένη ἀπὸ τοὺς ὕμνους τῶν χριστιανῶν καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα (περὶ τῆς μελλούσης κρίσε­ως) ποὺ ἐκφωνοῦνταν ἐκεῖ, ζήτησε νὰ συναντηθεῖ κρυφὰ μὲ τὸν ἐπίσκοπο. Τὸ βράδυ τῆς ἴδιας ἡμέρας ὁ ἐπί­σκοπος ᾿Αλέ­ξανδρος ἐπισκέφθηκε μυστικὰ τὴ Θεοδώρα· ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄρχισε ἡ κατήχηση τῆς Θεοδώρας, ἡ ὁποία δέχθηκε ἐν τέλει τὸ θεῖο βάπτισμα ἀπὸ τὸν ἅγιο ἐπί­σκοπο.

῾Η συγκατοίκησή της, ὡστόσο, μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες γονεῖς της, τὴν παρεμπόδιζε στὴν ἀπρόσκοπτη ἐκτέλεση τῶν θρησκευτικῶν της καθηκόντων. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο προ­­σποι­ή­θηκε πὼς ἔπασχε ἀπὸ κάποια ἀσθένεια καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα της νὰ τῆς κτίσει μία κατοικία μὲ λουτρὸ στὴν ἄνω πόλη, στὴν περιοχὴ τῶν Λατομίων (“περὶ τὰ βο­ρειότερά που καὶ ἀνωφερέστερα μέρη τῆς πόλεως, ἃ δὴ Λατόμια ἐγχωρί­ους ὀνομάζονται, διὰ τὸ τοὺς λίθους ἐκεῖ­θεν, οἶμαι, λατο­μεῖσθαι τοὺς χρησίμους εἰς οἰκοδομάς”), γιὰ νὰ μείνει ἐκεῖ μὲ στόχο τὴ βελτίωση τῆς ὑποτιθέμενης κλο­νισμένης ὑγείας της. Στὴ νέα κατοικία της ἡ Θεοδώρα εἶχε πλέον τὴν ἄνεση ὄχι μόνο νὰ ἐκτελεῖ πιστὰ τὰ χριστιανικά της καθήκοντα, ἀλλὰ καὶ νὰ δέχεται τὸν ἐπίσκοπο ᾿Αλέξαν­δρο, ὁ ὁποῖος τῆς κήρυττε τὸ θεῖο λόγο.

Μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Μαξιμιανοῦ ἀπὸ τὴ Θεσ­σα­λονίκη, γιὰ νὰ ἐκστρατεύσει ἐναντίον τῶν Σαρματῶν, ἡ Θεο­δώρα μετέτρεψε τὸ κτίσμα τοῦ λουτροῦ σὲ χριστιανικὸ ναό, ὁ ὁποῖος καθιερώθηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο ᾿Αλέξανδρο. Στὴ συν­έχεια ἀνέθεσε σ᾿ ἕνα ζωγράφο τὴν ἁγιογράφηση τῆς ἀ­νατο­λικῆς ἀψίδας μὲ τὴ μορφὴ τῆς Θεοτόκου. ᾿Ενῶ ὅμως τὸ ἔργο αὐτὸ εἶχε σχεδὸν περατωθεῖ, ὁ ζωγράφος ἀντίκρυ­σε ἔκπλη­κτος τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ἐργασίας του, μία τελεί­ως δια­φορετικὴ τοιχογραφία: τὴ μορφὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ πάνω σὲ φωτεινὴ νεφέλη, στὰ τέσσερα ἄκρα τῆς ὁποίας ὑπῆρχαν οἱ τέσσερις πτερωτὲς μορφὲς - σύμβολα τῶν Εὐαγ­γελιστῶν, τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἀετοῦ (πάνω), τοῦ λέοντος καὶ τοῦ βοὸς (κάτω). ῾Ο Χριστὸς κρατοῦσε μὲ τὸ ἀριστερὸ χέρι του εἰλη­τάριο, ἐνῶ τὸ δεξὶ χέρι του ἦταν στραμμένο πρὸς τὸν οὐρα­νό. ᾿Εκτὸς καὶ ἑκατέρωθεν τῆς νεφέλης βρί­σκονταν ἔκθαμ­βοι οἱ προφῆτες ᾿Ιεζεκιὴλ καὶ ᾿Αββακούμ.

Τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ἀνακοινώθηκε στὴ Θεοδώρα, ἡ ὁποία ἐπιδείκνυε καθημερινὰ ἰδιαίτερη φροντίδα καὶ τιμὴ πρὸς τὴ θεσπέσια παράσταση τοῦ ψηφιδωτοῦ. ῾Ωστόσο, κάποιος ὑπηρέτης της κατέδωσε τὴ Θεοδώρα στὴ μητέρα της, ἡ ὁποία τῆς ζήτησε νὰ μάθει ἐὰν ἦταν ἀληθεῖς οἱ πληροφορίες της. ῾Η Θεοδώρα ἀρνήθηκε τὴν ὕπαρξη τῆς εἰ­κόνος καὶ συγχρό­νως μερίμνησε γιὰ τὴν ἀπόκρυψη καὶ τὴν ἀσφαλῆ προστα­σία της· τὴν κάλυψε μὲ δέρμα βοδιοῦ τὸ ὁ­ποῖο στερεώθηκε μὲ πλίνθους καὶ ἐπιχρίσθηκε μὲ ἀσβέστη.

῞Οταν μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς ἡμέρες ἡ μητέρα τῆς Θεοδώ­ρας ἀποφάσισε νὰ τελεσθεῖ θυσία στὴν ῎Αρτεμη γιὰ τὴ σω­τηρία τοῦ αὐτοκράτορος συζύγου της, στὴν ὁποία συμμε­τεῖ­χε πλῆθος κόσμου, κάλεσε καὶ τὴν κόρη της νὰ συμμε­τάσχει σ᾿ αὐτήν. ῾Η Θεοδώρα ἀρνήθηκε μὲ κατηγορηματικὸ τρόπο, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὴν ὀργὴ καὶ τὶς ἀπειλὲς τῆς μητέ­ρας της. ῾Η στέρεη πίστη της ὅμως, ὁδήγησε τὴν ἐξοργι­σμέ­νη μητέρα της στὴν ἀπόφαση νὰ ἐνημερώσει ἀμέ­σως τὸ σύ­ζυγό της καὶ πατέρα τῆς Θεοδώρας, Μαξιμιανό, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ ἐγκλείσουν τὴ Θεοδώρα στὴ φυλακὴ ὡς τὴν ἡμέ­ρα τῆς ἐπανόδου του, καὶ νὰ πυρπολήσουν τὸ οἴκημα καὶ τὸ λουτρὸ ποὺ τῆς εἶχε κτίσει στὰ Λατόμια. ῾Ωστόσο ἡ φω­τιὰ δὲν κατέστη δυνατὸ νὰ προξενήσει φθο­ρὲς στὸ ἱερὸ ἐκ­τύπωμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ὅπως διαπι­στώθηκε ἀρκε­τοὺς αἰῶνες ἀργότερα.

῾Η παρθένος Θεοδώρα ὁδηγήθηκε στὴ φυλακή, ὅπου καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο. ῾Η τελευταία πληροφορία ποὺ παρέχει ἡ Διήγηση τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς ᾿Ακαπνί­ου, ᾿Ι­γνατίου, εἶναι ὅτι τὸ σῶμα τῆς κόρης τοῦ εἰδωλολά­τρη καὶ διώκτη Μαξιμιανοῦ, παρέλαβαν οἱ χριστιανοὶ τῆς πόλε­ως, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς θὰ τὸ τοποθέτησαν μέσα σὲ τάφο - μαρ­τύριο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τελοῦσαν τὴ γενέθλιο μνήμη τῆς Θεο­δώρας κατ᾿ ἔτος, σύμφωνα μὲ τὶς προσφιλεῖς συνήθειες τῶν χριστιανῶν τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν διωγμῶν.

῾Η ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριο τῆς παρθενομάρτυρος Θεο­δώ­ρας τὴν κατατάσσουν στὸν ὅμιλο τῶν ἁγίων γυναικῶν τῆς ᾿Εκκλησίας μας, οἱ ὁποῖες κατάγονταν ἀπὸ ἐπιφανεῖς οἰκο­γέ­νειες τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους, ἀσπάσθηκαν τὴν πίστη τοῦ Να­ζωραίου καὶ δέχθηκαν μαρτυρικὸ θάνατο, ἀκόμη καὶ κατόπιν ἐντολῆς τῶν γονέων τους πρὸς τοὺς δημίους.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Μαρ 24, 2012 2:17 pm
από paulina
ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΓΛΑΒΑΣ,

ἀρχιεπίσκοπος Θεσ­σαλονίκης (1342-1397)



Δὲν ἦταν πολὺ εὐτυχὴς ἄνθρωπος ὁ ᾿Ιωάννης Γλα­βᾆς, ἀφοῦ ἐγεννήθηκε (1342) καὶ ἀνατράφηκε στὴ Θεσσαλονί­κη κατὰ τὰ σκληρὰ χρόνια τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, ἀρχιερά­τευ­σε κι ἐπέθανε κατὰ τὰ πονεμένα χρόνια τῆς πρώτης Τουρ­κοκρατίας, ἀφοῦ ἔζησε 55 χρόνια. ῍Αν καὶ δὲν ὑφίσταται συ­στηματικὴ βιογραφία του, πλὴν ἑνὸς ρητορικοῦ ἐπικη­δεί­ου λό­γου, τὰ κύρια βιογραφικά του δεδομένα ἔχουν ἀποκατα­στα­θῆ ἀκριβῶς μὲ βάσι τὸ ἐγκώμιό του στὸ Συνο­δικὸ τῆς ᾿Ορθο­δοξίας, δύο ἐπιγραφὲς στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, δύο πατριαρχικὲς πράξεις καὶ ὡρισμένα σημειώ­ματα σὲ ἄλλα κεί­μενα.

῞Οταν τὴν 1η ᾿Απριλίου 1375, ἐπὶ ἀρχιερατείας Δωρο­θέ­ου, κατέστη μοναχός, ὁ ᾿Ιωάννης ἄλλαξε τὸ ὄνομά του σὲ ᾿Ισί­δωρο. Μετὰ πενταετία, στὶς 25 Μαΐου 1380, ἐχειρο­το­νήθηκε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης σὲ διαδοχὴ τοῦ Δω­ρο­θέ­ου, ποὺ εἶχε πεθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν. Λόγω τῆς συ­νη­θείας τοῦ πα­τριαρχείου νὰ ἐπεμβαίνει εὐθέως στὰ πνευ­μα­τι­κὰ ἱδρύματα τῶν ἐπαρχιῶν, καθὼς καὶ τῶν τάσεων τῶν ἡγε­τῶν τῆς ᾿Εκ­κλησίας τῆς Θεσσαλονίκης νὰ ἀσκοῦν βάσει προ­νο­μίων ἀν­­εξέ­λεγκτοι τὴν διοίκησι αὐτῶν τῶν ἱδρυμάτων, ἐ­π­ῆλθε κάποια διένεξη μεταξὺ τοῦ ᾿Ισιδώρου καὶ τοῦ πα­τρι­άρ­χη Νείλου, ἡ ὁποία ὡδήγησε τὸν πρῶτο στὴν ἀπό­φασι νὰ ὑποβάλη παραί­τησι, ἡ ὁποία δὲν ἔγινε δεκτή· ὅταν ὅμως ἐγκα­τέλειψε τὴ θέ­σι του, γιὰ νὰ μετα­βῆ στὴν Κων­σταντινούπολι, ἐκηρύχθηκε ἔκπτωτος, τὸ 1384. ῍Αν καὶ κατόπιν διευθετή­σε­­ως τῆς δια­φορᾆς ἀποκαταστάθηκε στὴ θέσι του θεωρητι­κῶς τὸ 1386, δὲν ἔσπευσε ἀμέσως στὴ Θεσ­σαλονίκη, ποὺ ἦταν μάλιστα ἀπὸ τριετίας στενὰ πολιορ­κημένη, κι ἔτσι δὲν παρί­στατο στὴν ἅλωσι τῆς πατρίδος του ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1387.

Δὲν ἔσπευσε οὔτε τότε νὰ ἐπιστρέψη στὴν ἕδρα του, διότι εἶχε ἄλλο θλιβερὸ καθῆκον· ἐχρειάσθηκε νὰ περιο­δεύ­ση ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὰ στρατόπεδα αἰχμαλώτων, ὅπου εἶ­χαν συρθῆ ὡς δοῦλοι χιλιάδες Θεσσαλονικέων μετὰ τὴν κατά­ληψι τῆς πό­λεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους, γιὰ νὰ τοὺς ἀνακου­φίση μὲ τὰ πα­ρηγορητικὰ λόγια του καὶ γιὰ νὰ διευκολύνη τὴν ἀπ­ελευ­θέρωσι ὅσο τὸ δυνατὸ περισσοτέρων ἀπὸ αὐτοὺς μὲ τὴ συγ­κέντρωσι καὶ μεταβίβασι λύτρων. ᾿Επανῆλθε στὴν ἕδρα του τὸ φθινόπωρο τοῦ 1393 κι ἐργάσθηκε στοὺς κόλπους τῆς ᾿Εκκλη­σίας του μέσα στὰ περιορισμένα πλαίσια τῆς δου­λείας. ᾿Επέ­θανε μετὰ τέσσερα περίπου ἔτη, τὸ 1397. Τὸ ἐξ­αιρετικὰ τιμη­τικὸ ἐγκώμιό του στὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορθο­δο­ξί­ας, παράρ­τημα τῆς ᾿Εκκλησίας Θεσσαλονίκης, ἐγράφηκε ἀπὸ τὸν Συμεὼν Θεσ­σαλονίκης, ὅπως συνάγεται ἀπὸ τὸ μονό­γραμμά του ποὺ ἔχει τοποθετηθῆ στὸ περιθώριο τοῦ κώδικος.

“᾿Ισιδώρου τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἁγιω­τάτου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ δίκην ἀ­στέ­ρος λαμ­προῦ τὴν ποίμνην αὐτοῦ ταύτην καταφω­τί­σαν­τος ταῖς καθ᾿ ἡ­μέραν ἱεραῖς αὐτοῦ διδασκαλίαις καὶ εἰσηγήσεσι, καὶ κατὰ τὸν καλὸν καὶ πρῶτον ποι­μένα Χριστὸν τοῦ ποιμνίου πάντα τρόπον πεφροντι­κότος καὶ μακρὰς ὁδοιπορίας ὑπενεγκόντος, καὶ πᾆν εἴ τι θεῖον καὶ πρὸς σωτηρίαν ἐνάγον καὶ λόγοις δι­δάξαντος καὶ ἔργοις ἐνδειξαμένου, καὶ τῷ ὄντι τοῖς ἐπ᾿ ἀρετῇ καὶ σοφίᾳ πρὸ αὐτοῦ διαλάμψασιν ἐξισω­θέντος τοῖς ὅλοις, αἰ­ωνία ἡ μνήμη”.

῾Ο ᾿Ισίδωρος διακρίθηκε γιὰ τὴν ὁμιλητική του δρα­στη­ριότητα σ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἀρχιερατικοῦ του σταδί­ου καὶ ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν τελευταία φάσι του ποὺ διανύ­θηκε στὴν ἕδρα του, τῆς ὁποίας διατηροῦνται προϊόν­τα σὲ σημαντικοὺς ἀριθμούς, καλύπτοντα τὸ Κυριακοδρό­μιο, μεγά­λες ἑορτὲς κι­νητὲς καὶ ἀκίνητες, καὶ διάφορες ἐπὶ μέρους περι­στάσεις. Στὶς σωζόμενες 58 ὁμιλίες διακρίνεται ἡ ἀγω­νία τῆς ἑλληνικῆς κοι­νωνίας ἐνώπιον τῆς ἐξοντωτικῆς ἀπει­λῆς τῶν τουρκικῶν ὁρ­δῶν καὶ ἡ πίστι στὴν πρόνοια τοῦ Θε­οῦ. Στὴ δομή τους οἱ ὁμιλίες φαίνονται ἐπηρεασμέ­νες ἀπὸ τὸ ὁμιλιάριο τοῦ παλαιοῦ κατόχου τοῦ ἀρχιεπισκο­πι­κοῦ θρό­νου Θεσσαλονίκης, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ.

᾿Οκτὼ ἐπιστολὲς τοῦ ᾿Ισιδώρου, ἡ μία ἀπευθυνομένη πρὸς τὸ ποίμνιό του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι, ἔχουν ἐκ­δοθῆ, καθὼς καὶ μερικὲς περίεργες κανονικὲς ἀποκρίσεις. ᾿Αντιθέτως ἀνέκδοτα παραμένουν δύο σύντομα δοκίμια, ἕνα περὶ τοῦ πασχαλίου κύκλου καὶ τὸ ἄλλο περὶ τῶν φάσεων τῆς σελήνης.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Μαρ 24, 2012 2:19 pm
από paulina
ΙΣΙΔΩΡΟΣ Α¢ ΒΟΥΧΕΡΑΣ,

πατριάρ­χης Κωνσταντινουπόλεως, ἅγιος (± 1300-1350)




῾Η νίκη τοῦ ᾿Ιωάννη ς¢ Καν­τακουζηνοῦ, τὸ 1347, ἀπ­ε­τέλεσε σταθμό, ὄχι μόνο στὰ πολιτι­κὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ στὰ ἐκκλησιαστικά, ὅπου ἐπικράτη­σαν καθ᾿ ὅλη τὴ γραμ­μὴ οἱ ἡσυχαστικὲς ἀπόψεις. Οἱ τρεῖς πρῶτοι μετὰ τὴ μεταβολὴ αὐτὴ πατριάρχες ἦσαν μαθηταὶ καὶ φίλοι τοῦ Γρηγορίου Πα­λαμᾆ. Πρῶτος ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ ᾿Ισίδωρος Βουχερᾆς.

῾Ο ᾿Ισίδωρος, καταγόμενος ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ὅπου ἐγεννήθηκε γύρω στὸ 1300, ἐσπούδασε ἐντατικὰ στὴ γενέ­τει­ρά του κι ἔπειτα ἀσκήτευσε σ᾿ αὐτὴν καὶ στὸ ῞Αγι­ον ῎Ο­ρος. Στὸ ῎Ορος φαίνεται ὅτι ἐμαθήτευσε κοντὰ στὸ διάσημο ἡ­συχαστὴ Γρηγόριο Σιναΐτη καὶ ἀκολούθως συν­δέ­θηκε μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ. ῞Ολοι αὐτοί, ὅταν τὸ καλο­καίρι τοῦ 1325 οἱ πειρα­τικὲς ἐπιδρομὲς τῶν Τούρκων ἐντά­θηκαν, ἔφυ­γαν γιὰ τὴ Θεσ­σαλονίκη μαζὶ μὲ μία πολυμελῆ ὁμάδα μονα­χῶν. ῾Ο ᾿Ισίδωρος συνέστησε τότε στὴ Θεσ­σαλονίκη ἀδελφό­τητα μὲ πυρῆνα τὴν ὁμάδα ποὺ εἶχε ἔλθει μαζί του ἀπὸ τὸ ῎Ορος. ᾿Απὸ μέλη αὐ­τῆς τῆς ἀδελφότητος ἔμαθε ὁ Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρὸς τὰ σχετι­κὰ μὲ τὴν τεχνικὴ μέθοδο τῆς ἡσυχα­στικῆς προσευχῆς κι ἔλα­βε ἀφορμὴ γιὰ τὴν ἐπίθεσί του ἐναν­τίον τοῦ ἡσυχασμοῦ. ῾Ο ᾿Ι­σίδωρος εἶχε στενὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Παλαμᾆ καὶ ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν τὸν ἐπληροφόρησε περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν περὶ ἐκπο­ρεύ­σεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος πραγματειῶν τοῦ Βαρλαάμ, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ τὸ 1337 τὸν προσ­κάλεσε νὰ ἔλθη αὐτοπρο­σώ­πως στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ ν᾿ ἀνα­λάβη τὴν ὑπεράσπισι τῶν προσβαλλομένων μοναχῶν.

᾿Αρ­γό­τε­ρα ἀκο­λού­θη­σε τὸν Γρη­γό­ριο στὴν Κων­στα­ντι­νού­πο­λι τὸ 1341. ᾿Ε­κλέ­χθη­κε μη­τρο­πο­λί­της Μο­νεμ­βα­σί­ας τὸ ἴ­διο ἔτος, ἀλλὰ λό­γω τῆς ἐκρή­ξε­ως τοῦ ἐθνο­κτό­νου ἐμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου δὲν μπό­ρεσε νὰ ἐνθρο­νι­σθῆ· ἀνα­γκά­σθη­κε μά­λι­­στα μετὰ τριε­τί­α νὰ ἐγκα­τα­λεί­ψη καὶ θε­ω­ρη­τικῶς τὴ θέ­σι του κα­τό­πιν ἐνερ­γειῶν τῶν πα­τριαρ­χῶν Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως ᾿Ιω­άννη Κα­λέ­κα καὶ ᾿Α­ντιο­χεί­ας ᾿Ι­γνα­τί­ου, οἱ ὁποῖοι εἶχαν το­πο­θε­τηθῆ στὸ πλευρὸ τοῦ ᾿Α­κιν­δύ­νου κατὰ τὴ θε­ο­λο­γικὴ ἔρι­δα.

Τὴν 17η Μαΐου 1347 ὁ ᾿Ισίδωρος προβλήθηκε ὡς πα­τριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐχειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Αθανάσιο Κυζίκου στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν. Κατὰ τὶς ὑπ­άρ­­χουσες μαρτυρίες ὁ ᾿Ισίδωρος ὄχι μόνο εἶχε δι­καιωθῆ ἀπὸ τὶς τρεῖς συνόδους ποὺ εἶχαν προηγηθῆ ἀμέ­σως τῆς χειρο­τονίας του, κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, ἀλλὰ καὶ εἶχε μνη­μο­νευθῆ σ᾿ αὐτὲς εὐφήμως. ῾Ο ἴδιος ὁ ᾿Ισίδωρος σημειώ­νει στὴ Δια­θήκη του ὅτι τοῦ εἶχε προταθῆ τὸ ἀξίω­μα τοῦτο ἕξι μῆνες πρὸ τῆς ἐκλογῆς του, δηλαδὴ περὶ τὰ μέσα Νοεμβρίου 1346, ἀλλ᾿ αὐτὸς ἐδίσταζε νὰ τὸ δεχθῆ τότε. Φαίνεται ὅμως ὅτι τοῦτο ὑπῆρξε ἁπλῆ σκέψις τῆς αὐτο­κρατείρας ῎Αννης, ἡ ὁποία ἔμεινε ἀνενέργητη, διότι στὴ νικηφόρο παράταξι τοῦ Καν­τακουζηνοῦ ἀρχικὰ ἐπι­κρα­τοῦσαν ἄλλες σκέψεις. ῾Ο Καν­τα­κουζηνὸς βεβαιώνει ὅτι ὁ Παλαμᾆς ἦταν ὁ καταλλη­λό­τερος ὑποψήφιος γιὰ τὴν ἕδρα τοῦ πατριάρχη, λόγω τῆς ἀ­ρετῆς του καὶ τῆς πολιτικῆς του τοποθετήσεως, ἐπειδὴ ὅμως φιλο­δοξίες ἐκδηλώνονταν ἀπὸ πολλὲς πλευρές, ἀποφάσισε ν᾿ ἀφή­ση τὸ θέμα τῆς ἐπιλογῆς στὴν ἱεραρχία. Τελικὰ ὅλοι ἀπο­δέ­χθηκαν τὸν βατοπεδινὸ μο­ναχὸ Σάββα, ποὺ εἶχε διατηρή­σει μία συμβιβαστικὴ στάσι ἀπέ­ναντι τῶν δύο ἐκκλησιαστι­κῶν μερίδων μὲ περισσότερη εὐμέ­νεια τώρα πρὸς τὸν Παλα­μικὸ ἡσυχασμό· ἀλλ᾿ ὁ Σάββας ἀπέρ­ριψε τὴν προσφορά.

Τότε ἐστράφηκαν πρὸς τὸν ᾿Ισίδωρο, ὁ ὁποῖος συν­εδύα­ζε στὸ πρόσωπό του τὴ συμπάθεια τόσο τῆς Παλαιο­λο­γίνας ὅσο καὶ τοῦ Καντακουζηνοῦ. ῾Ο νέος πατριάρχης ἐφά­νηκε δραστήριος στὴν ἐπάνδρωσι τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοι­κή­σεως μὲ πρόσωπα φιλικῶς διακείμενα πρὸς τὸν ἡσυ­χα­σμό, κυ­ρίως τῶν ἐπισκοπῶν ποὺ ἐχήρευαν καὶ λόγω τῶν πο­λι­τι­κῶν περιστάσε­ων καὶ τῆς καταδίκης πολλῶν φιλησυ­χα­στῶν ἐπι­σκόπων καὶ οἱ ὁποῖες ἦ­σαν πολλές - ἀνέρχονταν στὸν ἀ­­ριθ­μὸ 32. ῎Ετσι ἐκλέχθηκαν τριανταδύο νέοι ἐπίσκοποι, μετα­ξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Γρηγόριος Παλαμᾆς, ποὺ κατ­ελάμ­βανε τὴν ἕδρα τῆς Θεσσα­λονίκης.

Σώφρων καὶ δραστήριος πατριάρχης ὁ ᾿Ισίδωρος ἔλα­βε ἱκανὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς χειμαζομένης ᾿Εκκλησίας. Τὴν ἡσυ­χαστικὴ πολιτικὴ προήγαγε ὄχι μόνο μὲ τὸ ὡς ἄνω μέτρο τῆς ἐπανδρώσεως τῶν θέσεων, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλα μέσα. ῞Ενα ἀπὸ τὰ μέτρα του ἀποσκοποῦσε στὴν εἰρήνευσι τῶν ἐκκλη­σιαστικῶν πραγμάτων· εἶναι ἡ ἄρσις τῶν ἀμοιβαίων ἀφορι­σμῶν ὅλων ἐκείνων ποὺ κατὰ κάποιον τρόπο ἔλαβαν μέρος στὸν ἐμφύλιο πόλεμο καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἔριδα καὶ ἀλλη­λο­αναθεματίσθηκαν. Τὸ μέτρο τοῦτο φαίνεται νὰ εἶχε εὐμε­νῆ ἀπήχησι στὴν ἀντίπαλη μερίδα τῆς ἱεραρχίας.

Τὴν ἀντιπολίτευσι τυπικῶς ἐκπροσωποῦσε ὁ καθαι­ρε­μένος πατριάρχης ᾿Ιωάννης Καλέκας, ποὺ εὑρισκόταν στὴν ἀνακτορικὴ φυλακή, ὅπου τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ Καντα­κου­ζη­νὸς μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τὸν μεταστρέψη ὑπὲρ τοῦ ἡσυ­χασμοῦ. ᾿Επειδὴ ὅμως αὐτὸς ἐφάνηκε ἀνένδοτος, ἐξωρίσθη­κε στὸ Δι­δυμότειχο, ἀπὸ ὅπου ἀσθενὴς μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταν­τινούπολι, γιὰ ν᾿ ἀποθάνη τὴν 29 Δεκεμβρίου 1347. Διαλ­λακτικὴ τακτικὴ ἔδειξε ὁ Καντακουζηνὸς καὶ πρὸς τὸν ᾿Α­κίνδυνο, ὁ ὁποῖος ἀπὸ φόβο μήπως κακοποιη­θῆ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα λόγω τῆς ἐχθρικῆς πρὸς αὐτὸν στάσεώς του, ἐκρύβηκε καὶ ἀπὸ τὸ καταφύγιό του ἐξέφρασε τὸ παράπονο ὅτι ἀδικεῖται. Δὲν ἐγκατέλειψε τὸ καταφύγιο οὔτε ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ τὸν προέτρεψε ν᾿ ἀντιμετωπίση ἐλευθέρως τοὺς ἀντιπάλους του. ᾿Επέθανε γρήγορα, τὸ ἑπόμενο ἔτος 1348, ἴσως καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιδημία τοῦ Μαύ­ρου θανάτου καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Καλέκας.

Οἱ προϊστάμενοι τῆς ἀντιησυχαστικῆς μερίδος ποὺ ἀπ­έ­μειναν ἐπιθυμοῦσαν νὰ παρουσιάζωνται ὡς ἀνεξάρτητοι, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ἐχρησιμοποιοῦσαν τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ακιν­δύνου, καὶ πολὺ περισσότερο τοῦ Βαρλαάμ. Μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν μερικοὶ ἐπίσκοποι φίλοι τοῦ Καλέκα καὶ ἀρκετοὶ ἐπί­σκοποι φίλοι τοῦ Καντακουζηνοῦ ποὺ διαφώνησαν στὴν ἐκλογὴ τοῦ ᾿Ισιδώρου. Τέλος, προστέθηκε σ᾿ αὐτοὺς δραστη­ριώτερα ὁ Νι­κηφόρος Γρηγορᾆς, ὁ ὁποῖος καὶ ἀνέλαβε τὴν ἡγεσία τῆς ὁ­μάδος, καταπολεμώντας τοὺς ἡσυχαστὰς μὲ πεῖσμα, ἀλλὰ ὄχι καὶ μὲ μέθοδο.

Πολλοὶ ἱεράρχες εἶχαν ἀποχωρήσει ἀπὸ τὴν ἐκλογικὴ συνέλευσι, ἐφ᾿ ὅσον προέβλεπαν ἐκλογὴ τοῦ ᾿Ισιδώρου καὶ συντάχθηκαν μὲ τοὺς ἀντιπάλους τῆς ἡσυχαστικῆς μερίδος. ᾿Αφοῦ συγκρότησαν ἀντισύνοδο στὸν ναὸ τῶν ᾿Αποστόλων, συνέταξαν ὑπόμνημα, μὲ τὸ ὁποῖο ἀπαιτοῦσαν νὰ συγκληθῆ νέα σύνοδος, ἐφ᾿ ὅσον κατὰ τὴν ἄποψί τους ἡ ἐκλογὴ εἶχε συντελεσθῆ μὲ χρῆσι πολιτικῆς βίας, κάτι ποὺ ἦταν ἀνα­κρι­βές. Οἱ δέκα ἀντιησυχασταὶ ἐπίσκοποι, ποὺ ἔχοντας σύμ­φω­νη γνώμη καὶ μερικῶν ἄλλων ὥστε συνολικῶς ν᾿ ἀνέρ­χονται σὲ εἰκοσιδύο, συνῆλθαν σὲ σύνοδο στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Στε­φάνου τὸν ᾿Ιούλιο τοῦ 1347 καὶ ἐξέφεραν κατα­δίκη κατὰ τοῦ ᾿Ισιδώρου μὲν ὡς δῆθεν ἅρπαγος τοῦ πα­τριαρχικοῦ θρό­νου διὰ τῆς χρήσεως πολιτικῆς δυνάμεως, κατὰ τοῦ Γρηγο­ρίου Παλαμᾆ δὲ ὡς ἀρχηγοῦ κακοδοξίας. Τὸν Αὔγουστο τοῦ ἰδίου ἔτους ὁ ᾿Ισίδωρος συνεκάλεσε σύνοδο, ἡ ὁποία καθή­ρε­σε πάλι ὅλους τοὺς ἀντιησυχαστὰς ᾿Ακινδυνόφρονες, ἐνῶ παραλ­λήλως ἐφρόντισε νὰ ὑπογραφῆ καὶ ἀπὸ ἄλλα πρό­σωπα ὁ τόμος τῆς προηγουμένης συνό­δου, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν πατριάρχη ῾Ιεροσολύμων. ῾Η ἀπό­φασις αὐτὴ ἀποτελοῦσε μέ­τρο μεθοδεύσεως τῆς μεταστρο­φῆς τῶν ἀντιθέτων ἱεραρ­χῶν, γι᾿ αὐτὸ καὶ καθυστερήθηκε ἐπὶ πολὺ ἡ ἐφαρμογή της, μέχρι τοῦ 1351.

Δύο εἰδικώτερα μέτρα τοῦ ᾿Ισιδώρου ἀπέβλεπαν στὴ δια­πότισι ὅλων τῶν πτυχῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου μὲ τὸ ἡσυ­χαστικὸ πνεῦμα. ᾿Εκρίθηκε ὅτι ἡ προσθήκη ἀποκηρύξε­ως τῆς ἀντιησυχαστικῆς αἱρέσεως στὴν ὁμολογία πίστεως, τὴν ἀπαγ­γελλομένη ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς κατὰ τὴ χειροτονία τους, θὰ προσέφερε ἀποτελεσματικὸ ὅπλο στὸν ὑπὲρ τῆς δογματικῆς ἀληθείας ἀγῶνα. ῾Η σχετικὴ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς:

“Βαρλαὰμ δὲ καὶ ᾿Ακίνδυνον... τοὺς ὁμόφρονας καὶ ὀ­πα­δοὺς τούτων κατὰ τὴν περίληψιν τῶν προβε­βη­κό­των ἐπ᾿ αὐτοῖς ἱερῶν τόμων, τὸ μὲν ὡς κακοδό­ξους ὑποβάλλομαι καί, εἰ μὴ μεταμεληθεῖεν, καθυπο­βάλλω τῷ ἀναθέματι ὡς μὴ συνεπομένους καὶ συνᾴ­δοντας τοῖς θείοις καὶ ἱεροῖς ἡμῶν πατράσι καὶ τῷ θειοτάτῳ μου δεσπότῃ, τῷ οἰκουμενικῷ πατριάρχῃ Κυρίῳ ᾿Ισι­δώρῳ καὶ τῇ κατ᾿ αὐτὸν θείᾳ καὶ ἱερᾷ συνόδῳ”.

῞Ενα ἄλλο μέτρο εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ ὕμνων ποὺ προ­έβαλαν τὴ βασικὴ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία στὶς ἱερὲς ἀκο­λουθίες. Τὰ προσφερόμενα περὶ τούτου ἀπὸ τὶς πηγὲς στοι­χεῖα εἶναι ἐλλιπῆ καὶ δὲν ἐπιτρέπουν ν᾿ ἀντιληφθοῦμε περὶ τίνος ἀκρι­βῶς ἐπρόκειτο. Σὲ ἄλλα σημεῖα τους γίνεται λό­γος περὶ τρο­παρίων καὶ σὲ ἄλλα περὶ κανόνος καὶ κα­νόνων. Πρόκειται πι­θανῶς περὶ ἑνὸς κανόνος ποὺ ἐκπονή­θηκε ἀπὸ τὸν ᾿Ισίδωρο καὶ ἐψάλλονταν στὴ θέσι παλαιο­τέρων τριαδι­κῶν ὕμνων κατὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου. Μέρος μόνο τοῦ ποιήματος τού­του ἔχει διασωθῆ στὸν Λό­γον Διασαφοῦντα τοῦ Γρηγορίου Πα­λα­μᾆ καὶ πληρέστερα στὸν Διάλογον περὶ δόγματος, ποὺ διατηρεῖται ἀνέκδοτος, στὸν κώδικα Πάτμου 366.

“Φαμέν σου θεότητα κυρίως τὴν ἐνέργειαν,

πόθῳ δὲ πολλάκις καὶ τὴν φύσιν·

αὗται δ᾿ ἐπεί σοι κοιναὶ τυγχάνουσι

μιᾆς καὶ θεότητος, Τριὰς ἄδομεν, ἀκτίστου σε,

ὁποτέραν ἂν λέγοι τις”.

Οἱ ἀντιπαλαμικοὶ ἤγειραν μεγάλο θόρυβο, λόγω τοῦ ὁποίου ἐχρειάσθηκε νὰ ἀναιρεθοῦν οἱ ἀπόψεις των. ῾Ο συν­τάκτης τοῦ Διαλόγου περὶ δόγματος τονίζει ὅτι ὁ πατριάρ­χης δὲν προσέθεσε τίποτε ἰδικό του, ἀλλὰ συνέθεσε τὶς θεο­λογικὲς φω­νὲς τῶν πατέρων πρὸς ρυθμὸν καὶ μέλος. Τὴν ὀρθοδοξία τοῦ ὕμνου ὑπερασπίζεται καὶ ὁ ἴδιος ὁ ᾿Ισίδωρος στὴ Διαθήκη του. ῾Η ἀντίθεσις βέβαια τῶν ἀντιπαλαμικῶν, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Γρηγορᾆ, κατὰ τοῦ ὕμνου ἦταν τόσο ἔν­το­νη, ὥστε ὁ Καν­τακουζηνὸς ἐπείσθηκε νὰ διατάξη τὴν ἐξ­αφάνισί του καὶ τὴν ἐπα­ναφορὰ τῶν παλαιοτέρων ὕμνων· ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ δὲν ἐκτελέσθηκε τότε καὶ ὁ ὕμνος ἐψαλλόταν ἀκόμη τὸν και­ρὸ ποὺ ὁ Φιλόθεος συνέταξε τὸν Βίο ᾿Ισιδώρου.

Μερικὲς ἀπὸ τὶς σωζόμενες πατριαρχικὲς πράξεις τοῦ ᾿Ισιδώρου ἦσαν ἀξιόλογες γιὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο. ᾿Ετό­νωσε τὶς σχέσεις τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Ρωσίας μὲ τὸ Πα­τρι­αρχεῖο διὰ τῆς ἀποστολῆς αὐτοκρατορικῶν δώρων πρὸς τὸν ρῆγα Συ­με­ών. ῾Η μονὴ ἁγίου Στεφάνου Μετεώρων ἱδρύθη­κε ἐπὶ τῆς πατριαρχίας του. Μὲ ἄλλη πρᾆξι του ἐ­δόθηκε τὸ δι­καίωμα στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς τιτλούχους τῆς Θεσσα­λονί­κης νὰ φέ­ρουν σταυροὺς στὰ σκιάδιά τους.

῾Ο ᾿Ισίδωρος φαίνεται ὅτι παρέμεινε πατριάρχης μέχρι τοῦ θανάτου του ποὺ συνέβηκε τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1350, ὀλί­­γο μετὰ τὴ σύνταξι τῆς διαθήκης του, στὴν ὁποία φέρε­ται ἀκό­μη ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του αὐτήν. Λόγω ἀσθε­νείας ὅμως εἶ­χε ἐγκαταλείψει τὴ διοίκησι τῆς ᾿Εκκλησίας ἀπὸ τὸν Δεκέμ­βριο τοῦ προηγουμένου ἔτους. ῾Η Διαθήκη του εἶναι μνημεῖο εὐ­σεβείας, θεολογικῆς ἀκριβείας, ἀλλὰ καὶ πηγὴ ἀ­ξιο­λόγων ἱστο­­ρικῶν εἰδήσεων. ῾Ο συμπολίτης του διαπρε­πὴς θεολόγος Νι­κόλαος Καβάσιλας ὀλίγο μετὰ τὸν θάνατό του συνέταξε ἐγκωμιαστικὸ ἐπίγραμμα, στὸ ὁποῖο ὁ ᾿Ισίδω­ρος χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὡς θεοειδὴς ἥρως, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκδη­μία ἔφε­ρε χαρὰ στοὺς οὐρανοὺς καὶ λύπη στοὺς ἀν­θρώπους.

“ Τόσος ἔην θεοειδὴς φὼς ἥρως ᾿Ισίδωρος.

᾿Αρχιερῆι θεόφρονι γαῖαν ἀφέντι

γήθησε μὲν ῎Ολυμπος καὶ νόες οὐρανίωνες·

αὐτάρ γ᾿ εὐσεβέεσσι λέλειπται ἄλγεα λύγρα·

οὐ γὰρ ὁμοῖος ἔην ἄλλος μερόπων ἀνθρώπων”.

῾Ο ᾿Ισίδωρος μακαρίζεται καὶ στὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορ­θο­δοξίας: “᾿Ισιδώρου τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ἁ­γιω­τά­­­του καὶ ἀοιδίμου πατριάρχου αἰωνία ἡ μνήμη”.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Μαρ 25, 2012 1:46 pm
από paulina
paulina έγραψε:Δ¢ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν


ΘΕΩΝΑΣ Α¢, “ὁ ἀπὸ ἡγουμένων”,

ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης


῾Ο ἅγιος Θεωνᾆς “τίνα μὲν εἶχε πατρίδα ἐπὶ τῇ γῇ, ἢ τίνας γονεῖς, ἢ μὲ ποῖον τρόπον ἐγένετο ἀρχιερεὺς τῆς Θεσ¬σαλονίκης, ἀπὸ ἱστορίαν ἔγγραφον ἢ παράδοσιν τίνα, δὲν ἐμάθομεν” μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, συγγραφέας τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου. Μία παράδοση θέλει τὸν Θεωνᾆ Μυτιληναῖο καὶ γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ νεώτεροι ἐρευνητὲς τὸν ἀποκαλοῦν Λέσβιο, εἴτε γιατὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ Λέσβο, εἴτε γιατὶ παρέμεινε ἐκεῖ ὡς πνευματικός, στὸ Πλωμάρι.

᾿Απὸ ὅσα εἶναι γνωστά, ὁ Θεωνᾆς πρέπει νὰ γεννήθηκε περίπου κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 15ου αἰ. ᾿Αγνοοῦνται ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὴ ζωή του πρὶν ἀπὸ τὴ μετάβασή του στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. Καταρχὴν ἀσκήτευσε στὴ μονὴ Παντοκράτορος, ὡς ἱερέας μάλιστα, ἀλλὰ ἀργότερα τὴν ἐγκατέλειψε γιὰ νὰ προσκολληθεῖ στὴ συνοδεία τοῦ ἁγίου ᾿Ιακώβου, τοῦ Νεομάρτυρος (1 Νοεμβρίου 1519), ὁ ὁποῖος μόναζε σὲ μία τοποθεσία πάνω ἀπὸ τὴ μονὴ ᾿Ιβήρων, στὸ μονύδριο τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Κατὰ τὸ 1518 ὁ ᾿Ιάκωβος μὲ τὴν συνοδεία ἕξι μαθητῶν του, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Θεωνᾆ, ἐγκατέλειψε τὴν Σκήτη τοῦ Προδρόμου καὶ κατέφυγε στὰ ἐνδότερα τοῦ ῎Αθωνα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μία ὀπτασία ὁ γέροντας ἀποφάσισε νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὸ ῎Ορος. Τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου τοῦ 1518, ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ ἡ συνοδεία του ἐγκατέλειψαν τὸ ῞Αγιο ῎Ορος· ἀφοῦ διῆλθαν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἀκολούθησαν τὴν ὁδὸ πρὸς τὴ Θεσσαλία, πέρασαν ἀπὸ τὸ κάστρο τῆς Πέτρας (Πλαταμώνα), τὰ Μετέωρα καὶ ἐγκαταστάθησαν στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴ Δερβεκίστα (᾿Ανάληψη) τῆς Αἰτωλίας, ὅπου καὶ διέμειναν ἐπὶ ἕνα ἔτος.

῾Ο Θεωνᾆς ἦταν ὁ πιστότερος καὶ καλύτερος μαθητὴς τοῦ ᾿Ιακώβου· γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐστάλη πρὸς τὸν ἐπίσκοπο ῎Αρτης ᾿Ακάκιο, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει ἐνταλτήριο γράμμα γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη πνευματικὴ ἐργασία στοὺς χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς. ᾿Επειδὴ ὅμως ὁ ἅγιος ᾿Ιάκωβος σύντομα κατέστη δημοφιλὴς καὶ σημειοφόρος, ὁ ῎Αρτης ᾿Ακάκιος τὸν φθόνησε. Φοβήθηκε μήπως ἀποκαλυφθοῦν οἱ παρανομίες του, ἀποδέχθηκε τὶς συκοφαντίες κάποιων ψευδομοναχῶν καὶ διέβαλε τὸν ᾿Ιάκωβο στοὺς Τούρκους ὡς ἐπαναστάτη. ῾Ο μπέης τῶν Τρικάλων ἀπέστειλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι συνέλαβαν τὸν ᾿Ιάκωβο καὶ δύο μαθητές του, τὸ διάκονο ᾿Ιάκωβο καὶ τὸ μοναχὸ Διονύσιο καὶ τοὺς μετέφεραν στὰ Τρίκαλα, ὅπου παρέμειναν στὴ φυλακὴ γιὰ σαράντα ἡμέρες. ᾿Εκεῖ ἐπισκέφθηκαν τὸν ᾿Ιάκωβο δύο ἄλλοι μαθητές του, ὁ Θεωνᾆς καὶ ὁ Μαρκιανός, καὶ τὸν ρώτησαν γιὰ τὴν τύχη τῆς μονῆς καὶ τῶν ἀδελφῶν μετὰ τὸ θάνατό του. Τότε ὁ ᾿Ιάκωβος προφήτευσε ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐγκαταλείψουν τὴ μονὴ καὶ θὰ συγκεντρωθοῦν σὲ κάποιο μοναστήρι κοντὰ στὴ Θεσσαλονίκη, ἀπέστειλε μάλιστα καὶ ἐπιστολὴ στοὺς μαθη¬τές, μὲ τὴν ὁποία ὅριζε τὸ Θεωνᾆ ὡς διάδοχο καὶ ἡγούμενο τῆς μονῆς Προδρόμου.

Τὴν 1η Νοεμβρίου τοῦ 1519 ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ οἱ δύο μαθητές του, ᾿Ιάκωβος καὶ Διονύσιος, ἀφοῦ βασανίσθηκαν φρικτὰ στὸ Διδυμότειχο καὶ στὴν ᾿Αδριανούπολη ἀντίστοιχα, ἀπαγχονίσθηκαν. Τὰ σώματα τῶν τριῶν νεομαρτύρων ἀγοράσθηκαν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς καὶ τάφηκαν στὸ χωριὸ ᾿Αρβανιτοχώρι, πέντε χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Αδριανούπολη.

Σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία τοῦ ἁγίου ᾿Ιακώβου, μετὰ τὸ θάνατό του ὁ Θεωνᾆς καὶ ἡ συνοδεία τῆς Δερβεκίστας ἐγκατέλειψαν τὸ ἑπόμενο ἔτος τὴ μονὴ καὶ μετέβησαν στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, στὴ μονὴ Σίμωνος Πέτρας. ᾿Απὸ κάποιο ᾿Αρτηνὸ ἱερέα πληροφορήθηκαν γιὰ τοὺς τάφους τῶν ἁγίων καὶ φρόντισαν γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τους. Μετὰ ἀπὸ λίγο, τὸ 1522, “οἱ μαθηταὶ τοῦ ἁγίου καὶ διὰ τὴν ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων, καὶ μᾆλλον διὰ τὴν προφητείαν τοῦ ἁγίου ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Σιμωνόπετραν”, μαζὶ μὲ τὰ λείψανα τῶν τριῶν νεομαρτύρων καὶ ἦλθαν στὰ περίχωρα τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Εγκαταστάθηκαν στὸ μοναστήρι τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, “τὸ ὁποῖον ἦτο τότε, μονύδριον μικρότατον, παλαιότατον καὶ σεσαθρωμένον, ἀνοικοδομήσαν ἐκ βάθρων καὶ ἱκανὰ κελλία ἔκτισαν διὰ τοὺς ἀδελφούς, χάριτι Θεοῦ συνήχθησαν ἕως ἑκατὸν πεντήκοντα ἀδελφοί, οἵτινες διῆγον κοινοβιακὴν ζωήν”.

῾Ως ἡγούμενος τῆς μονῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας μαρτυρεῖται ὁ Θεωνᾆς σὲ διάφορες πηγές, μέχρι τὸ 1535. ῾Η ἀνάρρηση τοῦ Θεωνᾆ στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης θὰ πρέπει νὰ συνέβη μετὰ τὸ ἔτος αὐτό, διότι μέχρι τὸ 1535 μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ἦταν ὁ ᾿Ιωάσαφ καὶ σὲ ἔγγραφο τοῦ 1538 ἀναφέρεται ὁ Θεωνᾆς ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

῾Η παρουσία του στὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης δὲν ἦταν πολύχρονη, διότι μαρτυρεῖται ὡς μητροπολίτης τὸν Μάϊο τοῦ 1541, ἐνῶ τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1542 ἀναφέρεται ὡς μακαρίτης πλέον· συνεπῶς θὰ πρέπει νὰ πέθανε στὰ μέσα τοῦ 1541.

Τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Θεωνᾆ, ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του, μεταφέρθηκε μὲ τρόπο θαυμαστὸ καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας. Τὸ ἔτος 1821 μεταφέρθηκε στὴ Σκόπελο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ μονὴ ᾿Εσφιγμένου τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καὶ ἐκ νέου στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας, ὅπου καὶ φυλάσσεται σήμερα. ῾Η μνήμη του ἑορ¬άζεται τὴν 4η ᾿Απριλίου καὶ στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τὴν Δ¢ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.

῾Ο ὅσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης συνέγραψε τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Θεωνᾆ, ὁ ὁποῖος συμπεριελήφθη στὸ Νέον ᾿Εκλόγιον καθὼς καὶ τὴν ᾿Ασματικὴν ᾿Ακολουθίαν πρὸς τιμήν του.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Μαρ 30, 2012 2:06 pm
από paulina
ΙΩΑΝΝΗΣ Α¢, ἀρχιεπί­σκο­πος Θεσσαλονίκης,

συγγραφεύς, ἅγιος (± π. 625)



῍Αν καὶ ἡ συγγραφική του ἐπίδοσις καὶ ἡ ἄλλη δρα­στηριότης του παρουσιάζεται καὶ μαρτυρεῖ ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαίρετης προσωπικότητος, πολὺ λίγα στοιχεῖα εἶναι γι᾿ αὐτὸν γνωστά, πέρα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ προ­έρχονται ἀπὸ τὰ δικά του κείμενα. ᾿Απὸ τὸ α¢ βιβλίο τῶν Διη­γή­σεων τῶν Θαυμάτων τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοῦ ὁποίου εἶ­ναι συγ­γρα­φεύς, συν­άγε­ται ὅτι ὡς νεαρὸς κληρικὸς μετέσχε ἐνερ­γῶς στὴν ἀπόκρου­σι δύο ἐπιδρομῶν τῶν ᾿Αβαροσλάβων ἐναν­τίον τῆς Θεσσα­λονίκης, τὸ 597 καὶ τὸ 603 ἢ 609, ἐπὶ ἀρχιερατείας τοῦ Εὐσεβίου. Παρόμοια δρα­στηριότητά του, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχι­ερατείας αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ἀνα­φέρει ὁ συνεχιστής του συν­τάκτης τοῦ β¢ βι­βλίου τῶν Διη­γήσεων τῶν Θαυμάτων, σὲ δυὸ περιπτώσεις σλα­­βι­κῶν ἐπιθέ­σεων, ποὺ πρέπει νὰ τοπο­θετηθοῦν στὰ ἔτη 615 καὶ 618 περίπου.

῾Ο ᾿Ιωάννης διαδέχθηκε στὴν ἕδρα τῆς Θεσσαλονίκης τὸν Εὐσέβιο, ποὺ εἶναι γνωστὸς ἀπὸ ἕνα σημαντικὸ ση­μεί­ω­μα τοῦ Φωτίου, μία ἐπιστολὴ τοῦ πάπα Γρηγορίου τοῦ Με­γάλου, ἀπὸ τὸ σύγγραμμά του Δέκα Λόγοι κατὰ ᾿Ανδρέ­ου ᾿Εγκλεί­στου καὶ ἀπὸ τὶς φευγαλέες ἀναφορὲς στὶς Διη­γήσεις τῶν Θαυ­μάτων. Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ περιγραφό­μενα θαύ­ματα στὶς Διηγήσεις πραγματοποιήθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Εὐσεβίου, ποὺ πιθανῶς πρέ­πει νὰ το­πο­­θε­τη­θῆ στὰ ἔτη 590-610.

Δὲν μπορεῖ νὰ καθορισθῆ μὲ ἀκρίβεια ὁ χρόνος ἀρ-χιερατείας τοῦ ᾿Ιωάννη Α¢, ἀλλὰ χωρὶς ἀμφιβολία περιλαμ­βά­νεται στὰ ἔτη 610-625, μὲ πολλὴ πιθανότητα τῆς ἐπε­κτάσεώς της κατὰ πέντε ἔτη στὴν ἀρχὴ καὶ ἄλλα τόσα στὸ τέ­λος, 605-630. ῞Ενα μῆνα μετὰ τὸν θάνατό του συνέβηκε στὴν πόλι τρομερὸς σεισμός, ποὺ ὅμως δὲν εἶχε ἀντιστοί­χως κατα­στρεπτικὲς συνέπειες. Τὸν σεισμὸ εἶχε προβλέψει ὁ ᾿Ιω­άννης καὶ εἶχε παρακαλέσει μάλιστα τὸν Θεὸ νὰ μὴ συμβῆ ἐπὶ τῆς ζωῆς του, ὅπως καὶ ἔγινε.

Τὰ σωζόμενα δείγματα τῆς συγγραφικῆς παραγωγῆς τοῦ ᾿Ιωάννη εἶναι ἐξαίρετα. Πρῶτο μεταξύ τους εἶναι φυσι­κὰ οἱ Διηγήσεις Θαυμάτων τοῦ ἁγίου Δημητρίου, καὶ συγ­κε­κρι­μένως τὸ πρῶτο βιβλίο τους, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ δεκα­τρεῖς ἐκθέσεις κατανεμημένες σὲ δεκαπέντε λόγους ἢ κεφά­λαια. Οἱ ἐκθέσεις ἐκφωνήθηκαν ἀρχικὰ ὡς ὁμιλίες, ὅπως συν­άγεται ἀπὸ πλῆθος ἐνδείξεων ποὺ εἶναι κατά­σπαρτες σὲ ὅλο τὸ κείμενό τους. ῞Οταν ἐτελείωσε ἡ σειρὰ τῶν ὁμιλιῶν, ποὺ ἀρχικὰ μπο­ρεῖ νὰ συμπεριελάμβανε περισ­σότερα τεμάχια ἀπὸ ὅσα σώζον­ται, πραγματοποιήθηκε ἡ σύνδεσίς των σὲ μία συγ­γραφικὴ ἑνό­τη­τα μὲ ὀλίγες διαφο­ροποιήσεις, ὁπότε εἰσήχθη­καν ὁ πρό­λογος, ἡ ἀρίθμησις, ὁ γενικὸς τίτλος καὶ οἱ ἐπὶ μέρους τίτλοι. Τὰ κεφάλαια 13-15, ποὺ ἐκθέτουν ἕνα πολυ­σύνθετο θαῦμα κα­τὰ τὴ διάρ­κεια μιᾆς πολιορκίας, πρέπει νὰ ἐκφωνήθηκαν ὡς ἑνιαῖο σύνολο, ἂν καὶ πολὺ ἐκτενές.

Δὲν εἶναι πιθανὸ νὰ πρόκειται γιὰ σειρὰ ἐτησίων ὁμι­λιῶν ποὺ ἐκφωνήθηκαν ἀνὰ μία κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Δη­μη­τρίου, δηλαδὴ σὲ δέκα τρία ἔτη, ἀλλὰ πρό­κειται μᾆλλον γιὰ ἔκτακτη σειρά, μὲ τὴν ὁποία ὁ συγγρα­φεὺς θέλησε νὰ ἐγκαι­νιάση τὴ σταδιοδρομία του στὸν ἀπο­στολικὸ θρόνο αὐ­τῆς τῆς πόλεως. Μπορεῖ λοιπὸν σὲ τρεῖς ἢ τέσσερις ὁμάδες νὰ ἐκφωνήθηκαν κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του στὶς ἡμέρες τῶν προεορτίων τῆς 26 ᾿Οκτωβρίου.

῾Η γλῶσσα τοῦ κειμένου τούτου εἶναι ὄχι μόνο ὁμα­λή, ἀλλὰ καὶ σημαντικὰ ὑψηλότερη ἀπὸ τῶν ἄλλων ἁγιο­λογι­κῶν κειμένων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐνῶ στὰ καθαρῶς ὁμιλη­τικὰ κεί­μενα εἶναι ἀκόμη κομψότερη.

῾Ο σκοπὸς τοῦ κειμένου καθορίζεται ἀπὸ τὸ ἀντικεί­μενό του· ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι σκοπός του εἶναι νὰ τονίση ἕνα ὕμνο στὸν Θεὸ καὶ μία δοξολογία γεμάτη κατάνυξι γιὰ ὅσα ἔχει δωρίσει σὲ τούτη τὴν θεοφύλακτη καὶ φιλόχριστη καὶ φι­λο­μάρ­τυρα πόλι τῆς Θεσσαλονίκης, ἕνα τεῖχος δηλαδὴ ἄσειστο νοητό, ὀχύρωμα ἀκαταγώνιστο ἀπέναντι στοὺς δαί­μονες καὶ τοὺς βαρβάρους, γαλήνιο καταφύγιο ἀπὸ τὶς βιω­τικὲς τρικυ­μίες, αἰώνιο φυλακτήριο τῶν σωμάτων καὶ τῶν ψυχῶν· τὸν Πανάγιο Δημήτριο. ᾿Ιδιαιτέρως βέβαια σκοπὸς τοῦ ᾿Ιωάννη εἶναι νὰ διηγηθῆ τὰ θαύματα τοῦ ἀθλοφόρου Δημητρίου ὑπὲρ τῆς πόλεως, γιὰ νὰ παραστήση στὴ φιλό­θεη ἀκοὴ τῶν ἀκρο­ατῶν, ὅτι ἡ σωτηρία προῆλθε τότε στὴν πόλι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι ἀπὸ ἀλλοῦ, καὶ νὰ διεγείρη τὶς διάνοιες ὅλων πρὸς τὴ θεία κατάνυξι, τὴ θεάρεστη ἐξομο­λόγησι καὶ τὴ συνεχῆ εὐχα­ριστία πρὸς τὸν ἀθλοφόρο. Εἶναι λοιπὸν σκοπὸς τῶν διηγή­σεων τούτων ἡ δοξολογία πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ εὐχαριστία πρὸς τὸν ἀθλοφόρο Δημήτριο, ἡ ἀνά­πτυξις τῆς εὐλαβείας τῶν πο­λι­τῶν πρὸς τὸν πολιοῦχο τους καὶ γενικώτερα ἡ ἠθικὴ καὶ πνευ­ματικὴ οἰκοδόμησίς των.

᾿Εφ᾿ ὅσον τὰ περισσότερα θαύματα ποὺ περιγράφον­ται σ᾿ αὐτὸ τὸ κείμενο εἶναι πολιουχικά, δηλαδὴ ἐνεργοῦν­ται ἀπὸ τὸν Δημήτριο μὲ τὴν ἰδιότητά του ὡς προστάτη τῆς Θεσ­σα­λο­νίκης, εἶναι εὔλογο ὅτι ἅπτονται τῆς ἱστορίας τῆς πόλε­ως, ἀλλ᾿ οἱ Διηγήσεις δὲν πρέπει νὰ χαρακτηριστοῦν ὡς ἱστο­ρικὰ κεί­με­να. ῾Ο ᾿Ιωάννης δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἱ­στορικὴ ἀκρί­βεια, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἱστορικὴ πλαισίω­σι τῶν θαυ­ματουρ­γιῶν τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Γι᾿ αὐτὸ τὰ ἱστορικὰ στοι­χεῖα τους πρέπει νὰ ἀξιολογοῦνται καὶ νὰ ἀξιοποιοῦν­ται μὲ περίσκε­ψι. Πολυάριθμες εὐχές του ἔχουν ἐνσωματωθῆ σ᾿ αὐτὲς τὶς Διη­γήσεις καὶ μία ἀπ᾿ αὐτὲς στὴν ἔκθεσι τοῦ συνεχιστοῦ του.

῞Ενα ἰδιαίτερο ᾿Εγκώμιο στὸν ἅγιο Δημήτριο παρα­μέ­νει ἀνέκδοτο κατὰ τὸ πρωτότυπο, ἀλλὰ ἐκδόθηκε πα­λαιο­σλαβικὴ μετάφρασίς του.

῾Η ὁμιλία του Εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου εἶναι ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς ἀξιόλογη, καθ᾿ ὅσον προηγεῖται χρονι­κῶς ὅλων τῶν ἄλλων σωζομένων ἐπὶ τοῦ θέματος ὁμιλιῶν, ἀκόμη καὶ τοῦ ᾿Ανδρέα Κρήτης, τοῦ Γερμανοῦ Κωνσταντι­νουπόλεως καὶ τοῦ Μοδέστου. ῾Η ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως ποὺ εἶχε ἤδη ἐπι­κρατήσει σὲ μερικὲς ᾿Εκκλησίες, ἐπεβλή­θηκε ἐπι­σήμως διὰ δια­τά­γματος τοῦ Μαυρικίου γύρω στὰ 600. Προ­φανῶς ὁ ᾿Ιωάννης ἀποφάσισε πολὺ γρήγορα νὰ εἰσαγάγει τὴν ἑορτὴ καὶ στὴ δική του ἐπαρχία. ῾Η ὁμι­λία εἶναι γεμάτη παραινέσεις ποὺ ἀπευθύνει ἡ Μαρία πρὸς ὅλους σὰν πνευ­ματικὴ μητέρα. ῾Υπάρχουν ἀρκετὲς παραλ­λαγὲς αὐτῆς τῆς ὁμιλίας, τῶν ὁποίων οἱ νοθεῖες ὁμιλοῦν περὶ ἀναλήψεως τῆς Θεοτόκου. Πολὺ ἐνδιαφέρουσα φαίνε­ται μία ἀπ᾿ αὐτὲς ποὺ παραμένει ἀκόμη ἀνέκδοτη.

Στὴν Ζ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἀναγνώσθηκε ἕνα χωρίο ἀπὸ τὶς ὁμιλίες του Εἰς τοὺς πειρασμοὺς τοῦ Χριστοῦ στὴν ἔρημο, ὅπου ὁ ᾿Ιωάννης δικαιολογεῖ τὴν εἰκονογράφησι, χά­ρι στὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν προσκύ­νησι τῶν εἰκόνων· ἀλλὰ τίποτε ἄλλο δὲν σώζεται ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὁμι­λίες.

Σώζεται μία ὁμιλία στὶς Μυροφόρους ἀπὸ μιὰ σειρὰ ὁμι­λιῶν Εἰς τὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάστασιν, ποὺ ἀναφέρεται στὴ συμφωνία τῶν εὐαγγελιστῶν ἐπὶ τῶν εἰδήσεων περὶ τῆς ἀνα­στά­σεως· φέρεται καὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωσὴφ Θεσ­σα­λο­νίκης, ἀλλὰ ἔχει ἐκδοθῆ ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ ᾿Ιωάννη Χρυ­σο­στό­μου.

῾Ο λόγος Εἰς τὴν ἀποτομὴν ᾿Ιωάννου τοῦ Προδρόμου εἶναι ἀνέκδοτος.

Μιὰ ὁμιλία Εἰς τὴν ῞Υψωσιν τοῦ Σταυροῦ ἀποδίδε­ται ἀπὸ τὸν Πατμιακὸ Κώδικα 380 στὸν ᾿Ιωάννη Θεσσα­λονί­κης, ἀλ­λὰ δὲν μπορεῖ νὰ λεχθῆ μὲ βεβαιότητα ἂν εἶναι τοῦ δικοῦ μας ᾿Ιωάννη ἢ κάποιου ἄλλου ὁμωνύμου, μετα­γενεστέ­ρου, ὅπως εἶναι ὁ ᾿Ιωάννης Β¢ ποὺ μετεῖχε στὶς ἐρ­γασίες τῆς V¢ Οἰ­κουμενικῆς Συνόδου.

῾Ο συνεχιστὴς τῶν Διηγήσεων τῶν Θαυμάτων ὁμιλεῖ ἐπανειλημμένως περὶ ὁσίας μνήμης τοῦ ᾿Ιωάννη καὶ τὸν θεω­ρεῖ ὡς προστάτη τῆς Θεσσαλονίκης, δεύτερον μετὰ τὸν ἅ­γιο Δη­μή­τριο. Καὶ μὲ τὸν τρόπο του κατοχυρώνει τὴν ἁγιό­τητα τοῦ προ­κατόχου του διὰ τῆς ἀναφορᾆς τῆς προ­ορα­τικῆς ἱκα­­νό­τη­τός του. ῾Ο ὅσιος πατήρ μας ᾿Ιωάννης, λέ­γει ὁ συνεχι­στὴς κατὰ θεία ἀποκάλυψι ἔμαθε ὅτι ἐπρό­κειτο νὰ κα­τα­φερθῆ θεήλατος σεισμὸς στὴν πόλι λόγω τῆς ἀμε­τανοησίας μας. Καὶ παρεκάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μὴ πρα­γμα­τοποιηθῆ ὁ σεισμὸς ἐν ζωῆ του, ὅπως καὶ συνέβηκε· ὁ σει­σμὸς ἔγινε ἕνα μῆνα μετὰ τὸν θάνατό του.

᾿Επικύρωσις τῆς ἁγιότητος τοῦ ᾿Ιωάννου ἦλθε διὰ τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787), στὴν πέμπτη συνεδρίασι τῆς ὁποίας ὁ Νικόλαος Κυζίκου ἐπικαλέσθηκε καὶ ἀνέγνωσε χω­ρίο ἀπὸ τὴν “βίβλον τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιωάν­νου ἐπι­σκόπου Θεσσαλονίκης”, δηλαδὴ ἀπὸ τὶς ὁμιλίες στοὺς πει­ρα­σμοὺς τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀναφέρθηκε παρα­πάνω. ῾Η χει­ρό­γρα­φη ἐπίσης παράδοσις συνοδεύει πάντοτε σχεδὸν τὸ ὄ­νομα μὲ τὸ ἐπίθετο ἅγιος: “Τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου ἀρχιεπισκό­που Θεσ­σα­λο­νίκης”.

Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ ᾿Ιωάννης Α¢ στὴ Θεσσαλονίκη ἐτιμᾆτο ὡς ἅγιος, ἀλλὰ τὸ ὄνομά του δὲν εἶχε εἰσαχθεῖ στὰ ἁγιολόγια τῶν ἄλλων ᾿Εκκλησιῶν· κι ἂν εἶχε εἰσαχθῆ στὸ τῆς Ρώμης, ποὺ ἕως τὸ 754 ἦταν διοικητικὴ ἀρχὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ἐξέπεσε ἀπ᾿ ἐκεῖ μετὰ τὴν ἀπόσπασί της. Σήμε­ρα τὸ ὄνομά του δὲν συμπεριλαμβάνεται στὸ ἐπίσημο ἁγιο­λόγιο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κωνστα­ντι­νουπόλεως.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Μαρ 30, 2012 2:07 pm
από paulina
ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΡΞΔ¢


Στὶς σσ. 169-192 τοῦ κώδικα 107 τοῦ καθολικοῦ τῆς ἀθωνικῆς μονῆς Κασταμονίτου, ὁ ὁποῖος γράφτηκε ἀπὸ τὸ μοναχὸ Δοσίθεο Κωνσταμονίτη, σώζεται αὐτόγραφο τὸ ἔρ­γο του “Νέον ὑπόμνημα τῶν νεοφανῶν ἱερομαρτύρων καὶ ὁσιο­μαρτύρων τῶν νῦν λαμψάντων ἁγιορειτῶν ὁσίων πατέ­ρων κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς ῾Ελλάδος ὑπὸ τῶν ὀθωμα­νῶν θα­νατωθέντων”.

Στὸ ἔργο αὐτό, πολύτιμο ὄχι μόνο ἀπὸ ἱστορικῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἁγιολογικῆς ἀπόψεως, ὁ μοναχὸς Δοσίθεος ἀναφέ­ρεται κατ᾿ ἀρχὴν γενικὰ στοὺς διωγμοὺς καὶ τὰ μαρ­τύρια ποὺ ὑπέστησαν οἱ μοναχοὶ ποὺ διέμεναν σὲ ἁγιορείτι­κα μετό­χια ἐκτὸς τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, καθὼς καὶ ἀρκετοὶ προύχον­τες τῆς περιοχῆς τῆς Θεσσαλονίκης, κατὰ τὴν ἐκ­δήλωση τῆς ἐπα­ναστάσεως τοῦ 1821, ἐνῶ στὴ συνέχεια ἐξ­ειδικεύει τὴ διή­­γησή του, ἐπικεντρώνοντάς την σὲ τέσσερις πατέρες τῆς μο­νῆς Κασταμονίτου ποὺ μαρτύρησαν κατ᾿ αὐ­τὴν τὴν περίο­δο - οἱ τρεῖς μάλιστα ἀπ᾿ αὐτοὺς στὴ Θεσσα­λονίκη.

Στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ὑπομνήματός του ὁ Δοσίθεος ὑπο­στηρίζει κατηγορηματικὰ ὅτι “καὶ οἱ νῦν θανατωθέντες ὑπὸ τῶν Τούρκων κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς ῾Ελλάδος, ἅγιοί εἰσι βεβαιότατα. Διότι ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ πίστεως Χριστοῦ οἱ μα­κάριοι, καὶ οὕτως εἰς τὰς τιμωρίας αὐτὰς ἐκοιμήθη­σαν, πολλοὶ τὸν ἀριθμὸν καλόγηροί τε καὶ κοσμικοὶ εἰς τὴν Θεσσαλονί­κην”. ῾Ο Δοσίθεος στὴ συνέχεια τῆς διηγήσεώς του διευκρι­νί­ζει ὅτι “ὅσοι γέροντες εὑρέθησαν τότε εἰς τὰ μονα­στηριακὰ μετόχια ἔξω τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ὅλοι ἐφυλα­κώθη­σαν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην μὲ πολλοὺς προεστοὺς ἀπὸ τὰς πέριξ χώρας τῆς Θεσσαλονίκης” καὶ ὅτι ἀφοῦ φυλακί­σθη­καν στὸ Λευκὸ Πύργο καὶ ὑπέστησαν φρικτὰ βασανι­στήρια ἐπὶ δυόμισυ χρό­νια, ἐκτελέσθηκαν δι᾿ ἀποκεφαλι­σμοῦ πρὶν ἀπὸ τὴν ἄφιξη τοῦ Ρομποὺτ πασᾆ στὴ Θεσσαλο­νίκη. ῾Ο Δο­σίθεος Κωνσταμονί­της προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸ αὐτῶν σὲ ἑ­κα­τὸν ἑξήντα τέσσε­ρις (“ὄντες τὸν ἀριθμὸ ὅλοι, δύο φοραῖς ὀγδοήκοντα δύο...”) καὶ καταγράφει τὸ ὄνομα τοῦ πλέον ἀξιό­πιστου μάρτυρά του, τοῦ Χατζηγερμανοῦ τοῦ Σταυρονι­κητιανοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπίσης φυλακισθεῖ μαζὶ μὲ τοὺς προ­­αναφερθέντες ὁσιομάρτυ­ρες, ἀλλὰ δὲν μαρ­τύρησε τελικά.

Στὴ συνέχεια τοῦ ὑπομνήματός του, ὁ Δοσίθεος ἀνα­φέρεται καὶ σὲ ἄλλες ὁμαδικὲς ἐκτελέσεις ποὺ πραγματο­ποί­ησαν οἱ ὀθωμανοὶ (“πολλοὶ ξίφει τὴν κεφαλὴν ἀπετμή­θησαν εἰς τὴν λαμπρὰν πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης”) γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ τελικὰ στὸ συλλογισμό: “λοιπὸν ἂν στοχασθῇ τις τοὺς ἀδί­κως πεφονευμένους ἀδελφοὺς ἡμῶν χριστιανούς, ὁ ἀριθμὸς θέλει γενῇ καὶ εὑρεθῇ πολὺς σφόδρα, δηλαδὴ ὅσοι χριστια­νοὶ ἀπετμήθησαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως κατὰ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Θεσσαλονίκης”.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Πέμ Μάιος 17, 2012 2:14 pm
από paulina
ΝΕΙΛΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ,

ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (π. 1300-1363)



ΒΙΟΣ

῾Ο Νεῖλος ἦταν γόνος μιᾆς ἀπὸ τὶς πιὸ γνωστὲς ἀρι­στοκρατικὲς οἰκογένειες τῆς Θεσσαλονίκης, τῶν Καβασιλῶν. Γεννήθηκε λίγο πρὶν τὸ 1300 καὶ τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Νικόλαος. Γιὰ τοὺς γονεῖς του δὲν γνωρίζουμε κάτι συγκεκριμένο· μποροῦμε ὅμως νὰ συμπεράνουμε ὅτι κατα­γόταν ἀπὸ μία οἰκογένεια μὲ βαθειὰ εὐσέβεια. Αὐτὴ ἡ οἰ­κο­γένεια ἔδωσε καὶ ἄλλους εὔχυμους καὶ ἁγιασμένους καρ­ποὺς στὴν ᾿Εκκλησία. ῾Η ἀδελφή του τελείωσε τὴ ζωή της στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας στὴ Θεσσαλονίκη. ῎Ισως δὲν εἶ­ναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἀνεψιὸς τοῦ ἁγίου Νείλου ἔλαβε τὸ βα­πτιστικὸ ὄνομα τοῦ θείου του· πρόκειται γιὰ τὸν γνωστὸ θεο­λόγο καὶ διδάσκαλο τοῦ ιδ¢ αἰώνα ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα τὸ Χαμαετό.

᾿Απὸ τὴ νεανική του ἡλικία ἦταν ἐγκρατὴς καὶ ἀσκη­τικός. Εἶναι γνωστὴ ἡ μαρτυρία τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾆ γιὰ τὴν “διὰ βίου βαθεῖαν ἐγκράτειαν καὶ ἀκτημοσύνην” (Ρω­μαϊκὴ ῾Ιστορία 22,4) ἀρετὲς ποὺ καλλιέργησε ἀπὸ μικρὸ παιδί. ᾿Απὸ νεαρὸς ἀκόμη καλλιέργησε τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀφάνεια, ἡ ὁποία τὸν χαρακτήριζε σὲ ὅλη του τὴ ζωή. Μεγάλωσε σὲ μία ἐποχὴ ἀκμῆς τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ τῶν ἐπιστημῶν, ὅταν ἡ Θεσσαλονίκη ἦταν ἰδιαίτερα φη­μισμένη γιὰ τοὺς λογίους της. Πολλοὶ ρήτορες, φιλόσοφοι, γραμματικοὶ καὶ καλλιτέχνες συνέρρεαν στὴν πόλη. Διδά­σκον­ταν ἡ φιλοσοφία, ἡ ρητορική, τὰ μαθηματικά, ἡ ἰατρι­κή, ἡ νομική. Στὴ Θεσσαλονίκη ἐπίσης συνέρρεε καὶ πλῆ­θος μο­να­χῶν, καθὼς ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μεγάλο ἀριθμὸ τῶν μοναστη­ρι­ῶν ποὺ περιέκλειε, ἀποτελοῦσε συγχρόνως καὶ πέρασμα πρὸς τὴ μονα­στικὴ πολιτεία τοῦ ῎Αθωνα. ᾿Εκεῖ διδάχθηκε καὶ τὴν κο­ρω­νίδα τῶν ἐπιστημῶν, τὴ θεολογία, ἀπὸ γνῶστες τόσο τῆς “θεωρίας” ὅσο καὶ τῆς “πράξεως”. ῎Ετσι λοιπὸν ὁ νεα­ρὸς Νι­­κόλαος μεγάλωσε μέσα σ᾿ ἕνα πλούσιο πνευματικὸ περι­βάλ­λον, πλάι στὸ Θωμᾆ Μάγιστρο, τὸν Μάξιμο Πλανού­δη, τὸν Δημήτριο Τρικλίνιο, τὸν Ματθαῖο Βλάσταρη, τὸν Γρη­γόριο Παλαμᾆ, τὸν Φιλόθεο Κόκκινο καὶ πλῆθος ἄλλων προ­σω­πι­κοτήτων γνωστῶν καὶ ἀγνώστων.

Φαίνεται ὅτι ὁ νεαρὸς Νικόλαος εἶχε μεγάλη κλίση στὰ γράμματα καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς νέους τῆς ἐποχῆς του, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὸν διδασκαλικὸ στίβο. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν καθηγητὴς τῶν ἑλληνικῶν γραμμά­των καὶ ἐπιστημῶν. Δίδαξε ὄχι μόνο τὴ ρητορική, τὴ φιλο­σοφία, τὴν ἀστρονομία καὶ τὶς ἄλλες ἐπιστῆμες, ἀλλὰ καὶ τὴ θεολογία, τόσο μὲ λόγους ὅσο καὶ μὲ ἔργα. ῏Ηταν ἕνα πνεῦμα εὐρὺ καὶ δυνατό. Συνδεόταν μὲ τὸν ᾿Ιωάννη Καλέ­κα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν ἀκόμη μητροπολίτης Θεσσαλο­νί­κης καὶ πιθανῶς τὸν ἀκολούθησε στὴν Κωνσταντινούπο­λη, ὅταν ἐκλέχθηκε πατριάρχης τὸ 1334. Συνδεόταν ἐπίσης μὲ τὸ Βαρ­λαὰμ καὶ εἶχε προσωπικὴ φιλία μὲ τὸ Γρηγο­ρᾆ. ᾿Ανῆκε στὴν ἀφρόκρεμα τῆς διανόησης τῆς ἐποχῆς του. ῾Ωστόσο, ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα τῆς δοκιμασίας συνειδητὰ θυσία­σε τὶς φιλίες του γιὰ χάρη τῆς ἀλήθειας.

᾿Απὸ τὸ 1334 μέχρι τὸ 1339 δίδαξε στὴν Κωνσταντι­νού­πολη. Στὴ συνέχεια ἐπέστρεψε στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του καὶ τὸν ξαναβρίσκουμε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1343. ῎Ισως αὐτὴ ἡ μετάβασή του στὴ Θεσσαλονίκη δὲν εἶναι ἄ­σχετη μὲ τὴν ἐπανάσταση τῶν Ζηλωτῶν ποὺ εἶχε ἐκ­δηλω­θεῖ τὴν ἐποχὴ αὐτή. ᾿Απὸ τὸ 1343 μέχρι τὴν ἐκλογή του στὴ Μητρόπολη Θεσσαλονίκης τὸ 1361, παρέμεινε στὴν πρω­τεύ­ου­σα ὡς καθηγητής, ἀσχολούμενος παράλληλα μὲ τὰ ἐκ­κλη­σιαστικὰ πράγματα. Μεταξὺ τῶν πιὸ λαμπρῶν μαθητῶν του συγκαταλέγονται ὁ ἀνεψιός του Νικόλαος καὶ ὁ Δημή­τριος Κυδώνης. ῾Ο ἀνεψιὸς Νικόλαος Καβάσιλας σὲ ἐπιστο­λὴ πρὸς τὸν πατέρα του μαρτυρεῖ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν θεῖο του καὶ τὰ γράμματα, ἡ ὁποία τὸν ἀνάγκασε νὰ ξενη­τευτεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν. ῾Ο σύν­δεσμος θείου καὶ ἀνεψιοῦ συνεχίστηκε καὶ ἀργότερα. ῞Οταν ὁ νεα­ρὸς Νι­κόλαος ὡς φοιτητὴς ἔγραψε ἕνα ἐγκώμιο στὸν ἅγιο Δημή­τριο καὶ κατηγορήθηκε γιατὶ παρομοίασε τὸν ἅ­γιο Δημήτριο μὲ τὸν ἅγιο ᾿Ιωάννη τὸ Βαπτιστή, τότε ὁ Νεῖ­λος τοῦ ἔστειλε ἐπιστολὴ ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ὅπου βρι­σκόταν (1341) γιὰ νὰ τὸν ὑπερασπισθεῖ καὶ νὰ τὸν ἐνθαρ­ρύνει. ῾Η ἀγάπη, ἐκτί­μηση καὶ εὐγνωμοσύνη τοῦ ἀνεψιοῦ καὶ μαθητοῦ Νικολάου πρὸς τὸ θεῖο του διατηρήθηκε καὶ μετὰ τὴν ἐκδημία τοῦ τε­λευταίου, ὅταν ἀνέλαβε προσωπικὰ τὴν ἔκδοση καὶ διάδοση σὲ ἀξιοθαύμαστο ἀριθμὸ χειρογρά­φων (σώζονται περίπου 20 τοῦ ιδ¢ αἰώνα) τῶν συγγραμμά­των τοῦ θείου του Νείλου. Τοῦτο γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὴν “Προθεωρία”, ἕνα ἔργο εἰσα­γωγικὸ στὰ ἔργα τοῦ Νείλου ποὺ ἔγραψε ὁ Νικόλαος (ἐκδ. PG 149, 677-680 καὶ Δημη­τρακόπουλος ᾿Ανδρ., ᾿Ορθόδοξος ῾Ελλάς, σσ. 78-80).

Γιὰ τὴν προσωπικότητα τοῦ Νείλου Καβάσιλα μαρτυ­ρεῖ καὶ ὁ ἄλλος του μαθητὴς καὶ ἀργότερα ἀντίπαλός του Δημήτριος Κυδώνης: «ἦταν ἕνας ἄνδρας ἀληθινὰ πολὺ δια­φορετικὸς ἀπὸ ἐμᾆς τοὺς ὑπολοίπους· στὴ σοφία δὲν ὑπῆρ­χε δεύτερος καὶ τὸ ἦθος του ἦταν ἀντάξιο μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ ἔχαιρε, ὅπως ἦταν φυσικό, γενικῆς ἐκτιμήσεως καὶ ἀνα­γνωρίσε­ως. ῏Ηταν ἄνθρωπος ἀγάπης καὶ ἡ διδασκαλία του συνδυα­ζόταν μὲ τὴ φιλία καὶ τὸ σεβασμό. ᾿Αγαποῦσε τὴν ἡ­συχία καὶ μὲ σύνεση ἀπέφευγε ὅσο μποροῦσε τὶς ἔριδες καὶ τὴν ταραχή, συμβουλεύοντας: “ὁρᾷς δὲ καὶ αὐτὸς ὡς οὐκ ἀ­σφα­­λὲς εἴη πρὸς βασιλέας καὶ πατριάρχας καὶ δῆμον ἐρί­ζειν”». Καὶ ἀλλοῦ ὁ ἴδιος τὸν χαρακτηρίζει: “φίλον τε ἐμόν... καὶ διδάσκαλον”.

῾Ο Νεῖλος Καβάσιλας ἦταν μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς πιὸ ἀ­φανεῖς καὶ κρυμμένες. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ περιό­δους ταραχῶν καὶ ἀντιπαραθέσεων ἔχαιρε γενικῆς ἐκτιμή­σε­ως καὶ ἀναγνωρίσεως ὄχι μόνο γιὰ τὴν κατὰ κόσμο σο­φία του ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικό του ἦθος καὶ τὴ θεο­λο­γική του κατάρτιση. ῾Ορισμένες μικρὲς λεπτομέρειες ποὺ συν­αντοῦμε διάσπαρτες, ἂν ἀνασυντεθοῦν θὰ μπορέσουν ἴσως νὰ μᾆς δώσουν μία μικρὴ εἰκόνα περὶ τῆς προσωπικό­τητας καὶ ἁγιότητας τοῦ ἱεροῦ πατρός. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1342, ὅταν ἡ ἡσυχαστικὴ διαμάχη εἶχε ἤδη ἐνταθεῖ, ὁ Νεῖλος (τότε ἀκόμη Νικόλαος) ἔγινε ἀποδέκτης δύο ἐπιστολῶν, προ­ερχομένων ἀπὸ τὶς ἀντιμαχόμενες παρατάξεις. Εἶναι γνωστὸ τὸ σύγγραμμα τοῦ Δαβὶδ Δισυπάτου “Περὶ τῶν τοῦ Βαρ­λαὰμ καὶ ᾿Ακιν­δύ­νου βλασφημιῶν ἀποσταλεὶς πρὸς τὸν Κα­βάσιλαν κῦριν Νι­κόλαον”, καθὼς καὶ ἡ ἀνάλογη ἐπι­στολὴ τοῦ ᾿Ακινδύνου. Στὰ κείμενα αὐτὰ ὁ Καβάσιλας παρουσιά­ζεται ὡς ἕνας ἄν­θρωπος μὲ εὐρεία φήμη, κῦρος καὶ ἐπιρ­ροὴ ἐντὸς τῶν ἐκ­κλησιαστικῶν κύκλων, ἀναγνωρίζεται ἡ μεγάλη μόρφωση καὶ ἰδιοφυΐα του, γι᾿ αὐτὸ καὶ καλεῖται νὰ λάβει θέση πρὸς ὑπερ­άσπιση τῆς ἀλήθειας.

῾Ο Νεῖλος Καβάσιλας στὴν ἡσυχαστικὴ ἔριδα δὲν ἔ­μεινε ἀμέτοχος. Πῆρε ἐνεργὰ τὸ μέρος τοῦ ἁγίου Γρηγορί­ου τοῦ Παλαμᾆ καὶ συνεργάσθηκε μὲ τὸν ἅγιο Φιλόθεο Κόκκι­νο γιὰ τὴ σύνταξη τοῦ Τόμου τοῦ 1351. Συγκεκριμένα, ἀπὸ αὐτόγραφες σημειώσεις τοῦ Νείλου φαίνεται ὅτι συμμετεῖχε στὴ σύνταξη ἑνὸς ἀνθολογίου περὶ θείας οὐσίας καὶ ἐνερ­γεί­ας. ᾿Εξάλλου τὸ ἔργο του “Λόγος σύντομος πρὸς τὴν κακῶς ἐκλαμβανομένην φωνὴν παρὰ τῶν αἱρετικῶν ἀκιν­δυνιανῶν τοῦ θείου Γρηγορίου λέγοντος τοῦ Νύσσης: ῾῾ἄκτι­στον δὲ πλὴν τῆς θείας φύσεως οὐδέν᾿᾿ καὶ ὅτι οὐχ ἡ τοῦ Θεοῦ φύσις ἄκτι­στος μόνη, ἀλλὰ σὺν αὐτῇ καὶ τὰ φυσικὰ αὐτοῦ ἰδιώματα”, ἐν­τάσ­σεται στὸ ἴδιο πλαίσιο τῶν ἐργασι­ῶν τῆς συνόδου τοῦ 1351.

Μετὰ τὴ σύνοδο τοῦ 1351 καὶ τὸ θρίαμβο τῆς θεο­λο­γίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, ὁ Νικηφόρος Γρη­γο­ρᾆς βρέθηκε ἔγκλειστος στὴ μονὴ τῆς Χώρας. Τότε ἀρκε­τοὶ ἦταν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν νὰ τὸν μετα­πείσουν νὰ δεχθεῖ τὶς ἀποφάσεις τῆς συνόδου. Τὸ Πατριαρ­χεῖο ἀναζή­τησε ἕνα καταρτισμένο θεολόγο μὲ κῦρος καὶ εὐ­ρύτερη ἀπο­δοχή, ὁ ὁποῖος θὰ μποροῦσε νὰ βγάλει τὸ Γρη­γορᾆ ἀπὸ τὴ δεινὴ θέση στὴν ὁποία εἶχε περιέλθει. Τότε λοιπὸν ὁ αὐτο­κράτορας ᾿Ιωάννης Καντακουζηνὸς καὶ ὁ πα­τριάρχης Κάλ­λιστος ἐπέλεξαν καὶ ἔστειλαν τὸ Νεῖλο Κα­βάσιλα. ᾿Απὸ τὰ περιγραφόμενα στὴν ῾Ιστορία τοῦ Γρηγορᾆ φαίνεται ὅτι ὁ συν­ομιλητὴς ἦταν φίλος του ἀπὸ παλιὰ καὶ εἶχε ἰδιαίτερα μεγάλο κῦρος καὶ ἐπιρροή· μάλιστα ὁ Γρηγο­ρᾆς ἔδωσε τόσο μεγάλη σημασία στὴ μεταξύ τους συνομιλία, ὥστε τῆς ἀφιέ­ρωσε δύο βιβλία τῆς ῾Ιστορίας του. ῾Ο Γρηγο­ρᾆς θρηνεῖ γιατὶ καὶ ὁ φίλος του “παρασύρθηκε” ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Πα­λαμᾆ. Συγκεκριμένα, ἀναφερόμενος σὲ αὐτοὺς ποὺ προσχώ­ρησαν στὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρη­γορίου Παλαμᾆ ἀνα­φέ­ρει γιὰ τὸν ἅγιο Νεῖλο τὰ ἑξῆς: “Τού­των εἷς μοι καὶ ὁ καλὸς ἐγεγόνει Καβάσιλας, τῶν φίλων ὁ βέλτιστος, πρᾆγμα πρὶν γενέσθαι μηδ᾿ εἰς ἐνθύμησιν ἧκον· ὃ καὶ σφόδρα τοι κο­μιδῆ τεθαύμακα καὶ θαυμάζων οὐ παύο­μαι, πρός τε τὸ βαθὺ γῆρας ἀποβλέπων τ᾿ ἀνδρὸς καὶ τὴν διὰ βίου βαθεῖαν ἐγκρά­τειαν καὶ ἀκτημοσύνην”. Εἶναι ἐπί­σης χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Γρηγορᾆς δὲν ἀναφέρει τὸ μικρὸ ὄνομα τοῦ Καβάσιλα· ἦταν φαίνεται ἀρκετὰ γνωστὸς γιὰ τὸ θεολογικό του κῦρος ὥστε νὰ μὴν χρειαστεῖ νὰ τὸ ἀνα­φέρει. ῾Ο Νεῖλος λοιπὸν ἐργά­σθη­κε δραστήρια, ἂν καὶ ἀφανῶς, γιὰ τὴν ἑδραίωση τῶν ἀπο­φά­σεων τῆς συνόδου τοῦ 1351.

Σὲ ὅ,τι ἀφορᾆ στὴν κατοπινὴ τύχη τοῦ Γρηγορᾆ φαί­νεται ὅτι ὁ Νεῖλος ἔπαιξε ἀποφασιστικὸ ρόλο στὴν καταδί­κη του. Μπροστὰ στὴν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθοδοξίας δὲν ὑπ­ελόγισε προσωπικὲς φιλίες ὅσο ἀγαθὲς καὶ βαθειὲς καὶ ἂν ἦ­ταν. ᾿Εναντίον τοῦ Γρηγορᾆ ἔγραψε 2 ἔργα. Τὸ πρῶτο μὲ τίτλο “Κατὰ τῶν τοῦ Γρηγορᾆ ληρημμάτων” γράφτηκε μετὰ τὴ συζήτηση τοῦ Γρηγορᾆ μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾆ στὰ ἀνάκτορα τὸ 1355 (ἐκδόθηκε ὡς ἔργο τοῦ ἀνεψιοῦ του Νι­κολάου). ῾Ο Γρηγορᾆς ἔγραψε ἐπιστολὲς πρὸς τοὺς Θεσ­σα­λονικεῖς κατηγορώντας τὸν ἐπίσκοπό τους καὶ ὁ Νεῖλος, ὡς λαϊκὸς ἀκόμη, μὲ τὸ ὄνομα Νικόλαος, τοῦ ἀπάντησε, βρί­σκοντας τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκφράσει καὶ δημοσίως τὴν ἀγάπη καὶ τὸ θαυμασμό του πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Γρηγορί­ου Παλαμᾆ. ᾿Απὸ τὸ ἴδιο ἐξάλλου ἔργο φαίνεται ἡ προσω­πική τους φιλία ποὺ διατηροῦσαν ἀπὸ παλαιά. Τὸ δεύτερο ἔργο τοῦ Νείλου κατὰ τοῦ Γρηγορᾆ εἶναι τὸ “Πρὸς τὸν φι­λόσοφον Γρηγορᾆν ἀντίγραμμα”, τὸ ὁποῖο ἔγραψε πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ἴσως κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχι­ερα­τείας του στὴ Θεσσαλονίκη, κατόπιν ἐντολῆς τῆς συνό­δου. Μὲ αὐτὸ τὸ ἔργο συνδέεται καὶ ἡ καταδίκη τοῦ Γρη­γορᾆ στὴ Θεσσαλονίκη, καθὼς καὶ τὸ κείμενο τοῦ ἀνα­θεματισμοῦ, τὸ ὁποῖο γράφτηκε πιθανῶς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Καβάσιλα.

῾Η φήμη τοῦ Νείλου ἦταν τόσο μεγάλη ὥστε τὸ 1353, μετὰ τὴν παραίτηση τοῦ πατριάρχη Καλλίστου Α¢, προ­τά­θηκε στὸ τριπρόσωπο γιὰ τὴν πλήρωση τῆς ἕδρας τοῦ πα­τριάρχη μαζὶ μὲ τὸν Φιλόθεο Κόκκινο, μητροπολίτη ῾Η­ρα­κλείας, καὶ τὸν Μακάριο Χρυσοκέφαλο, μητροπολίτη Φι­λα­δελφείας· καὶ οἱ τρεῖς προτεινόμενοι ἦταν ἀπὸ τὶς μεγα­λύ­τε­ρες ἐκκλησιαστικὲς φυσιογνωμίες τῆς ἐποχῆς τους. Μάλιστα τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν “ἔτι ἰδιώτης”, δηλαδὴ λαϊ­κός, ὅταν ἀκόμη ὀνομαζόταν Νικόλαος, μαρτυρεῖ τὸ μεγά­λο κῦρος καὶ τὴ γε­νικὴ ἐκτίμηση ποὺ ἔχαιρε.

῾Η βίαιη στροφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς μετὰ τὴν ἄνοδο στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο τοῦ ᾿Ιωάννου Ε¢ Πα­λαιολόγου καὶ ἡ λατινικὴ προπαγάνδα στὴν Κωνσταντινού­πολη συνετέλεσαν ὥστε νὰ καταπιαστεῖ μὲ τὸ πρόβλημα τῶν σχέσεων τῶν δύο ᾿Εκκλησιῶν “τῆς τε παλαιᾆς καὶ νέας ῾Ρώ­μης” καὶ συγκεκριμένα μὲ τὸ θέμα τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα καὶ τὴν προσθήκη στὸ σύμβολο τῆς Πίστεως περὶ τῆς ἐκπο­ρεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ (Filio­que). Εἶναι πιθανὸ ὅτι συμμετεῖχε στὶς συζητήσεις στὴν Κωνσταν­τινούπολη ποὺ ἔγιναν μὲ ἀφορμὴ τὶς ἐπισκέψεις τοῦ λατί­νου ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Παύλου τὸ 1355 καὶ τοῦ ἐπισκόπου Πάττης Πέτρου-Θωμᾆ τὸ 1357. Φαίνε­ται ἐπίσης ὅτι ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴ θεολογία τῶν λατίνων, καὶ ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ ἐνδιαφέρθη­καν γιὰ τὰ ἔρ­γα τοῦ Θωμᾆ ᾿Ακινάτη, τὰ ὁποῖα μεταφρά­στηκαν ἀργότερα ἀπὸ τὸ μαθητή του Δημήτριο Κυδώνη.

Στὶς 14 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1359 κοιμήθηκε ὁ ἀπὸ ζῶν ἀκόμη τιμώμενος ὡς ἅγιος, μητροπολίτης Θεσσαλονί­κης Γρηγόριος Παλαμᾆς. Ποιός θὰ ἦταν ἄξιος νὰ διαδεχθεῖ στὸ θρόνο τὸν μέγιστο ἐκεῖνο ἱεράρχη; Τὸ ὅτι τελικὰ ἐπε­λέγη ὁ Νεῖλος, παρὰ τὸ προχωρημένο τῆς ἡλικίας του καὶ τὸ ἀ­σθε­νὲς τῆς ὑγείας του, καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν λαϊκός, μαρ­τυρεῖ πολλά. Καὶ ἐνδεικτικὸ τῆς μεγάλης του ταπεινώ­σεως εἶναι ὅτι δὲν μπόρεσε νὰ πάει στὴ Θεσσαλο­νίκη ὡς μη­τρο­πολίτης παρὰ μόνο μετὰ τὴν παρέλευση δύο ἐτῶν ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Γρηγορίου. ῾Η ἀρχιερατεία του ἦταν σύν­τομη· μόλις ἑνάμιση χρόνο ἔμεινε στὴ Θεσσαλονί­κη, διότι στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 1363 (ἴσως τὸ Μάρτιο) ἀπέθανε. ῾Ως ἀρχι­επίσκοπος τῆς πόλεως ἐπελήφθη τοῦ θέματος τῆς καταδίκης τοῦ Γρη­γορᾆ, τὴν ὁποία καὶ πραγματοποίησε.



ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ

Τὰ ἔργα τοῦ Νείλου εἶναι πολυάριθμα καὶ μεγάλο μέ­ρος ἀπὸ αὐτὰ παραμένει ἀνέκδοτο. ᾿Απὸ τὴν καθηγητικὴ περί­­οδο τῆς ζωῆς του εἶναι γνωστὰ ὁρισμένα συγγράμματα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν γιὰ τὸ εὐρὺ φάσμα τῶν ἐνδιαφερόντων του. Σώ­ζονται ἔργα λογικῆς, ἀστρονομίας, γεωμετρίας. Π.χ. τὸ πι­θανῶς αὐτόγραφο κείμενο ποὺ βρίσκεται στὸν βατι­κα­νὸ κώδικα 2176, στὰ φφ. 293-294, ὅπου σώζονται σημειώ­σεις τοῦ Νείλου περὶ γεωμετρίας καὶ ἀστρονομίας. Σημειώ­σεις τοῦ Νείλου περὶ διαλεκτικῆς σώζονται καὶ στὸν φλω­ρεντινὸ κώδικα Plut. VIII, 23 στὰ φφ. 117-122: “῞Οτι δέκα εἰσὶ τὰ γενικώτατα γένη, εἰς ἃ πάντα τὰ ὄντα ἀνάγονται οἷον οὐ­σία, ποσόν...”. ῾Ο Νεῖλος εἶχε καὶ ἰατρικὰ ἐνδιαφέ­ροντα, καθὼς ἀντιγράφει Γαληνὸ (Βλ. κώδικα Plut. LXXIV, 10, φφ. 115-123v). ῞Ενα ἄλλο ἔργο τοῦ Νείλου ποὺ προέρ­χεται ἀπὸ τὴν ἴδια περίοδο διδασκαλίας εἶναι ἡ “Σύνοψις περὶ τῶν συλλογισμῶν” καὶ εἶναι ἀνέκδοτο (Βλ. π.χ. τὸν πα­ρισι­νὸ κώδικα 2762, φφ. 285-292v: “Τοῦ μακαριωτάτου Θεσ­­σαλονίκης τοῦ Καβάσιλα, Σύνοψις περὶ συλλογισμῶν”).

῾Ωστόσο, ὁ Νεῖλος εἶναι περισσότερο γνωστὸς γιὰ τὸ θεολογικὸ ἔργο τὸ ὁποῖο κατέλιπε. ᾿Ασχολήθηκε κυρίως μὲ τὸ πρόβλημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ἐλέγχοντας τὶς και­νοτομίες τῶν λατίνων. Σὲ δύο ἔργα του, πιθανῶς πρώι­μα, τὰ ὁποῖα μποροῦν ἴσως νὰ χρονολογηθοῦν γύρω στὸ 1330, δια­πραγματεύεται τὸ θέμα τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα. ῾Ο τίτλος εἶναι ἐνδεικτικός: “Λόγος ἀποδεικνὺς μὴ ἄλλό τι τὸ τῆς δια­­στάσεως τῆς Λατίνων ᾿Εκκλησίας καὶ ἡμῶν μέχρι τοῦ παρ­όντος αἴτιον εἶναι, ἢ τὸ μὴ βούλεσθαι τὸν Πάππαν οἰκου­με­νικῇ συνόδῳ τὴν τοῦ ἀμφισβητουμένου διάγνωσιν ἐπιτρέψαι· ἀλλ᾿ αὐτὸν μόνον διδάσκαλον ἐθέλειν τοῦ ζητου­μένου καθέζε­σθαι, τοὺς δὲ ἄλλους ἐν μαθητῶν μοίρᾳ ὑπα­κούοντας ἔχειν· καὶ ὅτι τὸ τοιοῦτον ἀλλότριον τῶν ἀποστο­λικῶν καὶ πατρι­κῶν καὶ νόμων καὶ πράξεων”. Στοὺς λό­γους αὐτοὺς ἀναγνω­ρίζει τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης ὡς πρῶτο στὴν τάξη ἀλλὰ ὄχι στὸν ἱεραρχικὸ βαθμό· δηλαδὴ εἶναι ἐπίσκοπος πρωτεύουσας πόλης καὶ ὄχι διάδοχος τοῦ ἀπο­στόλου Πέτρου. ῎Ετσι λοιπὸν συνδέει τὸ θέμα τοῦ πρωτείου μὲ τὸ πολίτευμα τῆς ᾿Εκκλη­σίας καὶ τὸ θεωρεῖ ὡς τὴν κύρια αἰτία τῆς διαστάσεως τῶν δύο ᾿Εκκλησιῶν, ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζουν καὶ οἱ ἄλλες δογ­ματικὲς διαφορὲς καὶ μάλιστα τὸ πρόβλημα τοῦ Filioque.

῾Ωστόσο, ἡ ἄποψη αὐτὴ δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ ἀσχολη­θεῖ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ὅσο κανεὶς ἄλλος μέχρι τότε. ῾Ο Νεῖλος ἐργάσθηκε γι᾿ αὐτὸ ἀρκετά, ὄχι μόνο στὶς Βιβλιοθῆκες τῆς πρωτεύουσας ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες, ὅπως τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. ᾿Απὸ τὴ συλλογὴ τοῦ ὑλικοῦ του προέκυψε ἕνα ἀνθολόγιο κειμένων, τμῆμα τῶν ὁποίων εἶναι καὶ τὸ περὶ τῆς Συνόδου τοῦ Φωτίου (880) ἔργο του: “Περὶ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου ἥτις ἀπο­κατέστησε Φώτιον τὸν ἁγιώτατον πατριάρχην εἰς τὸν θρό­νον Κωνσταντινουπόλεως καὶ διέλυσε καὶ τὰ σκάνδαλα τῶν ᾿Εκκλησιῶν τῆς τε παλαιᾆς καὶ νέας ῾Ρώμης”. Στὸ ἔρ­γο αὐτὸ παραθέτει ἀποσπάσματα τῶν Πρακτικῶν τῆς συνό­δου, τὰ ὁποῖα ἦταν ἐξαιρετικὰ δυσεύρετα.

Μὲ τὸ περὶ ῾Αγίου Πνεύματος ἔργο του ὁ Νεῖλος δὲν ἀρκέστηκε στὴ συνήθη ἀντιπαράθεση ἐπιχειρημάτων καὶ πα­τερικῶν ἀνθολογίων. ᾿Εμπρὸς στὴν πρόκληση τοῦ Θωμᾆ ᾿Α­κινάτη ὅτι “ἡ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἁγίου Πνεύματος πρόοδος συνεπτυγμένως ἐν τῷ κατὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν συμβό­λῳ περιέχεται”, τοποθέτησε τὸ θέμα τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος στὰ πλαίσια τῶν σχέσεων τῶν προσώπων τῆς Τριάδος καὶ ἔδειξε τὴν διὰ μέσου τῶν Συνόδων καὶ τῶν Πατέρων ἑνιαία διδασκαλία καὶ θεολογία τῆς ᾿Εκκλη­σίας ἀπ᾿ ἀρχῆς μέχρι καὶ τοὺς χρόνους τοῦ Φωτίου. Τὸ κύ­ριο σύγ­γραμμά του “Περὶ ἁγίου Πνεύματος” χωρίζεται σὲ τρεῖς με­γάλες ἑνότητες. ῾Η πρώτη ἑνότητα περιλαμβάνει 5 λόγους “᾿Εκ τοῦ ἐναντίον πρὸς τὸ συμπέρασμα”, ὅπου ἐκθέ­τει τὸ ὀρ­­θόδοξο δόγμα κατὰ τρόπο συστηματικὸ ἀποδεικνύ­οντας ὅτι ἡ διδασκαλία περὶ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ περὶ τῶν σχέσεων στὴν Τριάδα ἔχουν ἐκτεθεῖ “ἀνεπτυγμένως” ἀπὸ τὶς ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ ἑπομένως ἡ προ­σθήκη τῶν λατί­νων “καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ” εἶναι ἐκτὸς τῆς παραδόσεως. Στὴ συνέ­­χεια, ἀφοῦ ἀνήγαγε ὅλα τὰ ἐπιχειρή­ματα τῶν λατίνων σὲ 49 προτάσεις, ἐπιχειρήματα κυρίως τοῦ Θωμᾆ ᾿Ακινάτη, προ­χω­ρεῖ στὴν ἀναίρεσή τους· πρῶτα τῶν ἐπιχειρημάτων ποὺ ἀρύ­ονται ἀπὸ τὴν ῾Αγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες (δεύτερο μέ­ρος) καὶ ἔπειτα τῶν Συλλογισμῶν, τοῦ νέου δηλαδὴ τρό­που ἐπιχειρηματολογίας τῆς σχολαστι­κῆς θεολογίας (τρίτο μέρος).

Εἶναι πιθανὸ ὅτι οἱ 49 Προτάσεις τῶν Λατίνων ἀπο­τελοῦσαν τὴν ὁμολογία πίστεως τῶν Λατίνων καὶ τῶν φι­λο­λατίνων ποὺ δροῦσαν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἡ δρα­στη­ριότητά τους εἶχε ἀναπτυχθεῖ σὲ ἀνησυχητικὸ βαθμό. Αὐτὸς ἦταν καὶ ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὤθησε τὸ Νεῖλο Καβά­σιλα σὲ ἕνα τέτοιο πολυχρόνιο καὶ κοπιαστικὸ ἔργο. ῾Υπο­λογίζουμε ὅτι ἡ σύνταξη τοῦ ἔργου κράτησε τέσσερα χρόνια, ἀπὸ τὸ 1356 μέχρι τὸ 1360. ᾿Ιδιαίτερα σημαντικὸ σὲ ὅτι ἀφορᾆ στὴ θέση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας ἔναντι τῆς σχολα­στικῆς εἶναι τὸ προοίμιο στὸ Περὶ Συλλογισμῶν τρίτο τμῆ­μα τοῦ ἔργου. ῾Ο Νεῖλος ἀναπτύσσει τὴν ἄποψη ὅτι ἡ δια­λεκτικὴ στὴ θεο­λογία κατέχει θέση βοηθητικὴ καὶ ὄχι ἀπο­δεικτική.

Μὲ τὸ ἔργο αὐτὸ κατέδειξε ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς ὀρθό­δοξης θεολογίας ἀπὸ τὴν καθολικὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ προ­σ­θήκη τῶν λατίνων “καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ” στὸ Σύμβολο τῆς Πί­στεως, ἀλλὰ ὅτι αὐτὴ ἡ προσθήκη συνεπάγεται ἕνα πρό­τυπο τριαδολογίας διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ τῶν Πατέρων καὶ τῶν Συνόδων. Ξεκινώντας ἀπὸ τὴν θεολογία “Περὶ θεί­ας ἑνώσε­ως καὶ διακρίσεως” τοῦ ἁγίου Διονυσίου ᾿Αρεοπα­γίτη, ἀπο­δύεται στὸν ἀγώνα νὰ δείξει τὶς ἑνώσεις καὶ τὶς διακρίσεις στὸ Θεό. ῾Η ῾Αγία Γραφή, οἱ Πατέρες καὶ οἱ Σύ­νοδοι τῆς ᾿Εκκλησίας τὶς ἔχουν ἀνεπτυγμένως ἀποκαλύψει καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ προσπάθεια τῶν θεολόγων εἶναι νὰ τὶς δια­φυλάξουν ἀκέ­ραιες, ἀμείωτες καὶ ἀπλήθυντες, ἀσύγχυτες καὶ ἀδιαίρετες. Κύρια λοιπὸν γραμμὴ στὴν ἐπιχειρηματολογία του εἶναι πὼς τὰ θεῖα πρόσωπα διακρίνονται μεταξύ τους ἀπὸ τὰ ὑποστα­τικὰ ἰδιώματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἴδια κάθε προσώ­που. Τοῦ Πα­τρὸς εἶναι τὸ ἄναρχον, τοῦ Υἱοῦ τὸ γεννητὸν καὶ τοῦ Πνεύ­ματος τὸ ἐκπορευτόν. Τυχὸν ἀναγωγὴ καὶ τοῦ Υἱοῦ στὴ σφαί­ρα τῆς αἰτιότητος τοῦ Πνεύματος αὐτομά­τως ἀνάγει δεύτε­ρο αἴτιο στὴν Τριάδα καὶ καταργεῖ τὴ μοναρχία τοῦ Πα­τρός. ᾿Επιπλέον δημιουργεῖται σύγχυση τῶν προσώπων μὲ ἀπο­τέλεσμα νὰ καταλύεται ὄχι μόνο ἡ αὐτο­τέλειά τους ἀλλὰ καὶ ἡ ἑνότητα τῆς Τριάδος.

Μία προσεκτικὴ μελέτη τοῦ θεολο­γι­κοῦ ἔργου τοῦ Νεί­λου Καβάσιλα δείχνει τὴ σχέση ποὺ ἔχει μὲ τὸ ἔργο τοῦ Γρηγο­ρίου Παλαμᾆ. ῾Ο ἅγιος Νεῖλος συνεχί­ζει πάνω στὴν ἴ­δια γραμμὴ τοῦ Γρηγορίου, καὶ μάλιστα συμ­πληρώνει τὴν ἐπι­­χειρηματολογία του καὶ ἀναπτύσσει τὸ θέ­μα τῆς ἐκπορεύ­σε­ως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος διεξοδικότερα, καθὼς τὰ συγ­γράμ­ματά του εἶναι χρονικὰ λίγο μεταγενέ­στε­ρα ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ (οἱ δύο ἀποδει­κτι­κοὶ λόγοι περὶ ῾Α­γίου Πνεύματος) καὶ ἀπαντοῦν ἐπιπλέον στὴ μόλις προσφά­τως μεταφρασθεῖσα θεολογία τοῦ Θωμᾆ ᾿Ακινάτη, μετάφρα­ση ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν Δημήτριο Κυδώνη.

῾Επομένως, γίνεται φανερὸ ὅτι γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ Νείλου βασικὴ προϋπόθεση εἶναι ἡ μελέτη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ. Αὐτὴ ἡ σχέση τῶν δύο ἁγίων καὶ μεγάλων ἱεραρχῶν ὄχι μόνο τῆς Θεσσα­λονί­κης ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρης τῆς ᾿Ορθόδοξης ᾿Εκκλησίας μαρτυ­ρεῖται καὶ στὴ σλαβικὴ μετάφραση τῶν ἔργων περὶ ῾Α­γίου Πνεύματος τῶν ἁγίων Γρηγορίου καὶ Νείλου, ἡ ὁποία πραγ­ματοποιήθηκε στὰ τέλη τοῦ ιδ¢ αἰώνα. Στὴ σλαβικὴ χειρό­γραφη παράδοση τὰ ἔργα τους ἀπαντοῦν μαζί.



Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΕΙΛΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ

Οἱ σύγχρονες μαρτυρίες γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ Νείλου εἶναι ἀρκετὲς καὶ σημαντικές. Τὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας τὸν μνημονεύει εὐφήμως μετὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο μὲ τρόπο ποὺ νὰ μὴν ἀφήνει καμμία ἀμφιβολία: “Νείλου τοῦ ἁγιωτάτου ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ λόγοις ἅμα καὶ ἔργοις καὶ θείοις συγγράμμασιν ἀγωνισαμένου ὑπὲρ τῆς ᾿Εκ­κλησίας Χριστοῦ καὶ τὴν τοῦ Βαρλαὰμ καὶ ᾿Ακινδύνου κενο­φωνίαν θεοσόφοις λόγοις καὶ ἀποδείξεσιν ἀναντιρρή­τοις κατ­αι­σχύναντός τε καὶ διελέγξαντος, αἰωνία ἡ μνήμη” (ἔκδ. Gou­­illard, ΤΜ 2 [1967] 89).

῾Ωστόσο ὑπάρχουν καὶ ἄλλες μαρτυρίες, μικρότερης ἴσως σπουδαιότητας, ἀλλὰ σημαντικὲς γιὰ νὰ ἀναφερθοῦν. Στὸν βατικανὸ κώδικα 1365, στὸ φ. 384n σὲ ἕνα ἔργο γεω­μετρί­ας, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς σημείωση γραμμένη ἀπὸ χέρι σύγ­χρο­νο τοῦ Νείλου, λίγο μετὰ τὸ θάνατό του: “ἡ παροῦσα προσ­θή­κη μεταγενέστερον ἐγράφη· ποίημα δ᾿ ἐστι τοῦ μα­κα­ριω­τά­του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης ἐκείνου κυροῦ Νεί­λου τοῦ Κα­βά­­σιλα σοφίᾳ διενεγκόντος τοὺς κατ᾿ αὐτὸν ἅ­παντας οὐ τῇ ῾Ελ­ληνικῇ λέγω μόνον ἀλλὰ καὶ τῇ πολλῷ κρείτονι τῇ διὰ τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν τοῦ σωτῆρος”. ῾Ο Νεῖλος ὑπῆρξε ὄχι μόνο πρότυπο τῆς θύραθεν σοφίας, ἀλλὰ πολὺ περισ­σό­τερο πρό­τυπο καὶ ζωντανὸ κήρυγμα ἐφαρμο­γῆς στὴ ζωή του τῶν ἐν­τολῶν τοῦ Θεοῦ.

῾Η ἁγιότητα τοῦ Νείλου μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὴ χει­ρόγραφη παράδοση τῶν ἔργων του. Π.χ.: “Τοῦ ἁγίου πα­τρὸς ἡμῶν Νείλου τοῦ Θεσσαλονίκης, λόγος σύντομος...”. Εἶναι χα­­ρακτηριστικὸ ὅτι ὁ συγκεκριμένος τίτλος βρίσκεται σὲ χει­ρό­γραφα τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰώνα, λίγα μόλις χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου.

Τέλος, παραθέτουμε τὸ ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα ποὺ συνέ­ταξε ὁ ἀφοσιωμένος σ᾿ αὐτὸν ἀνεψιός του Νικόλαος Κα­βά­σιλας:

Νείλου κυδαλίμοιο τάφος ὅδε σῶμα καλύπτει,

ψυχῆς παρθενικῆς ἁγνότατον οἶκον.

Νεῖλε μακάρτατε· σὺ μὲν φαίνων οὐρανὸν ἵκου·

ἄμμε δ᾿ ὄπας ἀλάωσας, ἐπεὶ μύσας φάεα καλά·

εὐσεβέες, βοόωσί τε ἣν ποθέοντες ἀοιδήν.