Σελίδα 8 από 10

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:55 pm
από paulina
1 ᾿Οκτωβρίου


ΔΟΜΝΙΝΟΣ, μάρτυς

Οἱ πληροφορίες ποὺ ἔχουμε στὴ διάθεσή μας γιὰ τὸν μάρτυρα Δομνῖνο εἶναι λιγοστὲς, διότι συγκαταλέγε­ται στοὺς μάρτυρες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων καὶ τὰ μαρτύ­ριά τους, ὅπως μᾆς τὰ διασώζει ἡ ᾿Εκκλησία μας εἶναι σύν­τομα καὶ λακωνικά. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τὸν ἅγιο Δομνῖνο ποὺ ἑορ­τάζει στὶς 1 ᾿Οκτωβρίου, στὰ συναξάρια ἀναφέ­ρεται καὶ ἕνας ἄλλος μάρτυς Δομνῖνος ἢ Δόμνος, καταγό­μενος πιθανῶς ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε μαζὶ μὲ κάποιον Φι­λήμονα, ἐπίσης Θεσσαλονικέα στὴν ᾿Ιτα­λία, ὅπου κήρυτ­ταν τὸ εὐαγγέλιο καὶ βάπτιζαν χριστιανούς. Οἱ δύο μάρτυ­ρες, ἀφοῦ συνελήφθηκαν, βασανίστηκαν ἀνη­λεῶς καὶ τέλος θα­να­τώθηκαν διὰ ξίφους. ῾Η μνήμη τους τι­μᾆται στὶς 21 ἢ στὶς 26 Μαρτίου.

῾Ο μάρτυς Δομνῖνος γεννήθηκε στὴν πόλη τῆς Θεσσα­λονίκης τὴν ἐποχὴ ποὺ Ρωμαῖος αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Μα­ξιμιανὸς (286-305 μ.Χ.), ἕνας ἀπὸ τοὺς διῶκτες τοῦ Χρι­στια­νισμοῦ. ῾Υπῆρξε χριστιανὸς ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς γεννή­σε­ώς του, ἀφοῦ καὶ οἱ γονεῖς του ἦταν ἐπίσης χριστια­νοί. Μεγάλωσε διδασκόμενος τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ στὴ συνέχεια δίδα­σκε καὶ αὐτὸς τὸν Χρι­στια­νισμὸ στὴν πόλη του. Διακρίθηκε δὲ γιὰ τὴν εὐσέβειά του καὶ τὴν ἐνάρετη ζωή του. ῞Οταν ὁ αὐτοκράτορας Μα­ξιμια­νὸς βρέθηκε στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ ἀνεγείρει βασιλικὰ ἀνά­κτορα, ὁ Δομνῖνος συνελήφθη διότι κήρυττε τὴν χρι­στιανικὴ διδασκαλία καὶ φυλακίσθηκε. Μόλις τὸ πληροφο­ρήθηκε αὐτὸ ὁ αὐτοκράτωρ διέταξε νὰ τὸν ὁδη­γήσουν μπροστά του καὶ τοῦ ζήτησε νὰ θυσιάσει στοὺς θε­ούς, ἀπειλώντας τον ὅτι θὰ τὸν θανάτωνε ἐὰν ἀρνοῦνταν. ῾Ο μάρτυς ὅμως ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει καὶ ἔτσι ὁ Μαξιμια­νὸς διέταξε νὰ τὸν βασανί­σουν ξύνοντας τὶς σάρκες του. ῾Ωστόσο ὁ μάρτυρας μὲ καρ­τερία ὑπέμεινε τὰ σκληρὰ βασα­νιστήρια. Τότε ὁ αὐτοκρά­τορας διέταξε νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πό­λεως, νὰ τοῦ συντρίψουν τὰ σκέλη καὶ νὰ τὸν ἐγκαταλεί­ψουν ἐκεῖ. Πράγματι ὁ μάρ­τυς ὁδηγή­θηκε ἀπὸ τοὺς δημί­ους του ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ὅπου τοῦ ἔ­κοψαν καὶ τὰ δύο πόδια. ῾Ο μάρτυς ἔζησε ἐπὶ ἑπτὰ ὁλό­κλη­ρες ἡμέρες χωρὶς τροφή, δοξολογώντας τὸν Θεὸ καὶ τέλος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του.

῾Η μνήμη τοῦ μάρτυρος Δομνίνου τιμᾆται στὶς 1 ᾿Ο­κτωβρίου. Στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο ὅμως ἀνα­γράφεται ὡς ἡμέρα μνήμης του καὶ ἡ 28η ᾿Οκτωβρίου, ἐνῶ ὁ Halkin στὸ ἔργο του, Bibliotheca Hagiografica Graeca πα­ρα­θέτει τὸ ἀρχοτέλευτο ἀπὸ τὸ Μαρτύριο τοῦ Δομνίνου, στὸν κώδικα Ambros. F 144 sup., fol. 116-117v τοῦ 11ου αἰ., ὅπου ἀναγράφεται ρητὰ ὡς ἡμερομηνία μνήμης του ἡ 9η ᾿Οκτω­βρίου. Στὸ κείμενο ποὺ παραθέτει τὸ Κωνσταντι­νου­πολιτικὸ Συναξάριο, στὸ τέλος μᾆς δίδεται μία ση­­μαν­τικὴ πληροφο­ρία γιὰ τὴν τιμὴ τοῦ μάρτυρος· ἀναφέρε­ται ὅτι ἡ σύναξη τοῦ μάρτυρος τελοῦνταν στὸ ναὸ τοῦ ἀρ­χαγγέλου Μιχαήλ, ποὺ βρισκόταν “ἐν τῷ Λιθοστρώτῳ”.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:56 pm
από paulina
11 ᾿Οκτωβρίου


ΘΕΟΦΙΛΟΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]


῾Ο ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Θεόφιλος συμμετεῖχε στὴ Ζ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (787), ἡ ὁποία συγκλήθηκε γιὰ νὰ καταδικασθεῖ ἡ εἰκονομαχικὴ αἵρεση καὶ νὰ προβληθεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία περὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Στὰ πρακτι­κὰ τῆς Συνόδου ὑπογράφει μετὰ τὸν Κωνσταντῖνο Κύπρου ὡς “Θεόφιλος ἀνάξιος ἐπίσκοπος Θεσσαλονικέων” -ἡ γρα­φὴ Θεοφύλακτος ποὺ ἐμφανίζεται σὲ μέρος τῆς χειρόγρα­φης παραδόσεως τῶν πρακτικῶν, εἶναι ἐσφαλμένη-.

Τὸ ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου Θεοφίλου ἀναγράφεται στὴν τρίτη θέση τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, μετὰ τὸν ᾿Α­ναστάσιο καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Θωμᾆ (βλ. λῆμμα), γιὰ τὸν ὁ­ποῖο γνωρίζουμε ὅτι εἶχε ἐπίσης λάβει μέρος στὴ Ζ¢ Οἰ­κου­μενικὴ Σύνοδο, ἐκπροσωπώντας τὰ πατριαρχεῖα τῆς ᾿Ανα­τολῆς καὶ προτοῦ ἀσφαλῶς ἀνέλθει στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσ­σαλονίκης.

Τὸ ὄνομα τοῦ Θεοφίλου ἀναγράφεται καὶ σὲ μία μαρ­μάρινη ἐπιγραφὴ στὸ ναὸ τῆς ῾Αγίας Σοφίας στὴ Θεσ­σα­λο­νίκη, μαζὶ μὲ τὰ μονογράμματα τοῦ “Κωνσταντίνου δε­σπό­του” (= Κωνσταντῖνος ΣΤ¢) καὶ τῆς “Εἰρήνης δεσπύνης” (= Εἰ­­ρήνη ἡ ᾿Αθηναία): “Χριστὲ βωήθη Θεοφίλου / ταπινοῦ ἐπι­­σκόπου”. ῾Η χρονολόγηση τῆς ἐπιγραφῆς τοποθετεῖται μετα­ξὺ τῶν ἐτῶν 780-797 καὶ θεωρεῖται πολὺ πιθανὸ νὰ κατα­σκευάστηκε πρὸ τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

῾Η μνήμη τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης Θεοφίλου ἑορ­τάζεται στὶς 11 ᾿Οκτωβρίου, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ ᾿Εκ­κλησία τιμᾆ τὴ μνήμη τῶν πατέρων τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:57 pm
από paulina
11 ᾿Οκτωβρίου


ΘΩΜΑΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (8ος/9ος αἰ.)

[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Ζ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]



῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Θωμᾆς συγκαταριθ­μεῖ­ται μεταξὺ τῶν πατέρων ποὺ συμμετεῖχαν στὴ Ζ¢ Οἰ­κου­μενικὴ Σύνοδο (787), ποὺ συνῆλθε στὴν Κωνσταντινού­πολη καὶ στὴ συνέχεια στὴ Νίκαια γιὰ νὰ καταδικάσει τὴν Εἰκο­νομαχία. Στὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου, ὡστόσο, ποὺ προφανῶς προηγήθηκε τῆς ἐκλογῆς του στὸν ἀρχιεπισκοπι­κὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης, ὑπογράφει ὡς “Θωμᾆς ἐλέῳ Θεοῦ πρεσβύτε­ρος καὶ ἡγούμενος τοῦ ἁγίου πατρὸς ἡμῶν ᾿Αρσενίου, τῆς διακειμένης ἐν Αἰγύπτῳ ἄνω Βαβυλῶνος, ἐπέ­χων τὸν τόπον τῶν ἁγίων ἀποστολικῶν θρόνων ᾿Αλεξαν­δρείας, ᾿Αντιοχείας καὶ ῾Ιεροσολύμων”.

Τὴν ταύτιση τοῦ πρεσβυτέρου τοῦ Πατριαρχείου ᾿Αλε­ξανδρείας, Θωμᾆ, μὲ τὸν ὁμώνυμο ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλο­­νί­κης, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται στὴν τέταρτη θέ­ση τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, μετὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεο­­φίλου (βλ. λῆμμα), ὁ ὁποῖος συμμετεῖχε στὴ Ζ¢ Οἰκου­με­νικὴ Σύνοδο ὡς ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὀφείλουμε στὴ Χρο­νογραφία τοῦ Θεοφάνους, στὴν ὁποία ὑπάρχει ἡ ἑ­ξῆς διευ­κρίνιση γιὰ τὸν πρεσβύτερο Θωμᾆ ποὺ συμμετεῖχε στὴ Σύν­οδο: “καὶ Θωμᾆν ᾿Αλεξανδρείας, ἄνδρα ζηλωτὴν καὶ εὐλαβέ­στατον, ὅστις καὶ ἀρχιεπίσκοπος τῆς ἐν τῷ ᾿Ιλ­λυρικῷ μεγα­λοπόλεως Θεσσαλονίκης γενόμενος διέπρεψεν”. Τὴν ἴδια πλη­ροφορία παραθέτει αὐτολεξεὶ καὶ ὁ Βίος τῆς αὐτοκρά­τειρας Εἰρήνης τῆς ᾿Αθηναίας, ἐνδεικτικὴ τῆς ἄμεσης ἐξαρ­τήσεως τοῦ Βίου ἀπὸ τὴ Χρονογραφία, ὅπως ἔχει ὑποστη­ριχθεῖ.

Κατὰ πάσα πιθανότατα ὁ Θωμᾆς εἶναι ὁ ἀνώνυμος ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ποὺ ἐπιφύλαξε θερμὴ ὑποδο­χὴ στὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸ Στουδίτη, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐξ­ορίας του στὴ Θεσσαλονίκη τὸ ἔτος 797, λόγω τοῦ σχί­σμα­τος τῆς ζευξιμοιχείας τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ¢, ὅπως περιγράφει ὁ ἴδιος ἀρκετὰ ἀναλυτικὰ σὲ ἐπιστο­λή του πρὸς τὸ θεῖο του Πλάτωνα (ἀρ. 2): “Πρῶτον προσευξαμέ­νους ἐν τῇ ῾Αγίᾳ Σοφίᾳ καὶ ἐν τῷ εὐκτηρίῳ τῷ παρ᾿ αὐτοῦ, ποιήσας εὐχὴν ὁ ἁγιώτατος, ἐδέξατο καὶ κατησπάσατο ἡμᾆς”.

Τέλος, στὸν κατάλογο τῶν ἐπισκόπων καὶ πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ ἐξέδωσε ὁ F. Fischer ἀπὸ τὸν κώ­δικα theol. gr. 302 τῆς Αὐτοκρατορικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βιέν­νης, τὸ ὄνομα τοῦ Θωμᾆ Θεσσαλονίκης συμπεριλαμβά­νεται μεταξὺ τῶν ἀρχιερέων ποὺ συμμετεῖχαν στὴ χειροτο­νία τοῦ πατριάρχη Νικηφόρου, τὸ 806: “καὶ χειροτονεῖται ὑπὸ Νικο­λάου ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας καὶ Λέοντος μητροπολίτου ῾Ηρακλείας Θρᾴκης καὶ Θωμᾆ ἀρχι­επισκόπου Θεσσαλονίκης”.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:59 pm
από paulina
11 ᾿Οκτωβρίου


ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ (1300-1379)

πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως,

διαπρεπὴς θεολόγος, ἅγιος



ΒΙΟΣ

῾Ο Φιλόθεος Κόκκινος εἶναι γιὰ τὸν ἡσυχασμὸ τὸ ἐκ­κλησιαστικὸ ἀντίγραφο τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ιωάννη Καντα­κουζηνοῦ, διότι, ὅπως ἐκεῖνος τὸν εἶχε ἐπιβάλει πολιτικῶς, αὐτὸς τὸν ἐπέβαλε ἐκκλησιαστικῶς.

Γόνος πτωχῆς οἰκογενείας τῆς Θεσσαλονίκης, ἐγεννή­θηκε γύρω στὸ 1305, ἐσπούδασε φιλολογία ὑπὸ τὸν περίφη­μο καθηγητὴ Θωμᾆ Μάγιστρο, τοῦ ὁποίου ἦταν ὑπηρέτης. ᾿Αργότερα ἐμφανίζεται ὡς μοναχός. Σύμφωνα μὲ εἰδήσεις τῶν πηγῶν κάποτε ἐμόνασε στὸ Σινᾆ, χωρὶς νὰ εἶναι εὔκο­λο νὰ ἐντοπισθῆ τοῦτο χρονολογικῶς· ἴσως νὰ μετέβη ἐκεῖ τὸ 1326, ὅταν καὶ ἄλλοι μοναχοὶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη -συμ­περιλαμβανομένου τοῦ Γρηγορίου Σιναΐτη- εἶχαν ἐκδηλώσει τὴν πρόθεσί τους νὰ πράξουν τοῦτο.

῎Επειτα ἐγκαταστάθηκε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, καὶ μάλι­στα στὴ Μονὴ Μ. Λαύρας, ὅπου συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸν Γρη­γόριο Παλαμᾆ, τὸν ὁποῖο εἶχε συναντήσει γιὰ πρώτη φορά, ἴσως πρὸ τῆς μοναχικῆς ἀναχωρήσεώς του, στὴ Θεσσαλονίκη τὸ 1325-1326. Διαδέχθηκε τὸν Μακάριο στὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς Μ. Λαύρας, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἐθεωρεῖτο ἀντι­πρόσωπος τοῦ Παλαμᾆ στὸ ῎Ορος (1342). ῾Η διστακτικότης του ὡρισμένες στιγμὲς προκαλοῦσε τὰ παράπονα τοῦ Γρη­γο­ρίου, οὐσιαστικὰ ὅμως παρέμενε σταθερὰ ἀφωσιωμένος στὶς ἀπόψεις τούτου. ῎Οχι μόνο ἐπρωτοστάτησε στὴν ὑπογραφὴ τοῦ ῾Αγιο­ρειτικοῦ Τόμου τὸ 1341, ἀλλὰ καὶ ἔγραψε δύο δικά του δο­κίμια περὶ τοῦ θείου φωτὸς τὸ 1346.

Μετὰ τὸν θρίαμβο τοῦ Καντακουζηνοῦ (1347) ἐξελέ­γη μητροπολίτης ῾Ηρακλείας, ποὺ λόγῳ τῆς θέσεώς του ἦ­ταν πρόεδρος τῶν ὑπερτίμων καὶ πρῶτος στὴν τάξι τῶν μη­τρο­πολιτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. ᾿Απὸ τότε με­τέσχε ἐνεργῶς στὰ κοινὰ τῆς ᾿Εκκλησίας κι ἐπρωτοστάτησε στὶς συ­ζητήσεις γιὰ τὴν εἰρήνευσί της.

Στὶς 10 ᾿Ιουνίου 1350 ἐχειροτόνησε τὸν ἱερομόναχο Κάλ­­λιστο ὡς ἐπίσκοπο, ποὺ εἶχε ἐκλεγῆ διάδοχος τοῦ ἀπο­θα­νόντος ᾿Ισιδώρου.

Στὴν σύνοδο τοῦ 1351 ἔπαιξε τὸν δεύτερο μετὰ τὸν Παλαμᾆ ρόλο ἀνάμεσα στοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς ὀρθόδοξης μερίδος. ᾿Επιμελήθηκε τῆς συντάξεως τοῦ τόμου τῆς συνό­δου, ποὺ περιέλαβε τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων καὶ τὶς ἀπο­φά­σεις. Τὸ ἑπόμενο ἔτος, ἐνῶ αὐτὸς εὑρισκόταν στὴν Κων­σταν­τινούπολι, ἡ ῾Ηράκλεια καταλήφθηκε καὶ ἐλεηλατή­θηκε ἀπὸ τοὺς Γενουᾆτες· εὐτυχῶς ποὺ αὐτὸς ἦταν ἐλεύθε­ρος, ὥστε νὰ φροντίση γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσι τῶν αἰχμαλώ­των μελῶν τοῦ ποιμνίου του μὲ λίγα λύτρα καὶ γιὰ τὴν ἀνασυγκρότησι τῆς πόλεως. Κατὰ τὴ νέα σύγκρουσι μεταξὺ τῶν δύο ᾿Ιωαν­νῶν, τοῦ Καντακουζηνοῦ καὶ τοῦ Παλαιολό­γου, ὁ πατρι­άρ­χης Κάλλιστος ἐτάχθηκε μὲ τὸ μέρος τοῦ δευ­τέρου, μὴ ἐπι­θυ­μώντας νὰ στέψη συναυτοκράτορα τὸν Ματ­θαῖο Καντα­κου­ζηνὸ καὶ νὰ συνεργήση στὴν ἀνάδειξι ἑ­νὸς ἀκόμη ἀνταγω­νιστοῦ τοῦ νομίμου αὐτοκράτορος ᾿Ιωάν­νη Πα­λαιολόγου, καὶ ἐγκατέλειψε τὸν θρόνο.

Τότε ὁ Καντακουζηνὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς προταθέντες ἐκ μέρους τῶν ἱεραρχῶν ὑποψηφίους -Φιλόθεο ῾Ηρακλείας, Μακάριο Φιλαδελφείας, Νικόλαο Καβάσιλα- ἐπέλεξε γιὰ πα­τριάρχη τὸν πρῶτο. Παρέμεινε στὸ θρόνο μόνο ἐπὶ ἕνα ἔ­τος, διότι τὸ φθινόπωρο τοῦ 1354, ὅταν ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκρατορικὸ ἀξίωμα ὁ Καντακουζηνός, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθῆ κι αὐτός. ᾿Ανεχώρησε γιὰ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος καί, μολονότι εἶχε κηρυχθῆ ἔκπτωτος, ὁ Κάλλιστος τοῦ ἐπέ­τρεψε ἀργότερα νὰ ἐπανέλθη στὴ μητροπολιτικὴ ἕδρα του, στὴν ῾Η­ράκλεια. Διαδέχθηκε ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν Κάλλιστο, μετὰ τὸν θάνατό του, κι ἔμεινε στὸν θρόνο μιὰ ὁλόκληρη ἐ­ξαιρετικὰ καρποφόρο δωδεκαετία, μέχρις ὅτου παραιτήθηκε (1376) λό­γω γήρατος καὶ ἄλλων δυσχερειῶν. Κατὰ τὴν περί­οδο αὐτὴ ἀνέπτυξε πολύπλευρη δραστηριότητα.

Καὶ πρῶτα συνέβαλε ἀποτελεσματικῶς στὴν ἐπικράτη­σι τοῦ ἡσυχασμοῦ. Τὴ συγγραφική του παραγωγὴ ὑπὲρ τῶν ἡσυχαστικῶν ἀπόψεων εἶχε ἀρχίσει κατὰ τὸ ἱερομοναχικό του στάδιο, ἀλλὰ συνέχισε ὡς ἀρχιερεὺς ἐντονώτερα. Κατὰ κάποιον τὰ ἔργα του εἶναι παράλληλα πρὸς τὰ τοῦ διδα­σκάλου του Γρηγορίου Παλαμᾆ καὶ ἀναπαράγουν τὶς ἀπό­ψεις ποὺ ἔχει διατυπώσει αὐτός. ῞Οπως εἴδαμε, εἶχε λάβει ἐνεργὸ μέρος στὴ σύνοδο τοῦ 1351, ἐνῶ διὰ τῆς συνόδου τοῦ 1368, ποὺ εἶναι ἔργο δικό του, ἐδόθηκε ὁριστικὸ κτύπη­μα στὴν ἀντιησυχαστικὴ κίνησι καὶ ἐτερματίσθηκε ἡ ἔριδα.

Πρέπει ὅμως νὰ σημειωθῆ ὅτι ὁ Φιλόθεος ἐνήργησε γενικώτερα, ὥστε νὰ διαποτισθῆ πλήρως ἡ ᾿Εκκλησία μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. Σ᾿ αὐτὸν κυρίως ὀφείλεται ἡ προσθήκη τοῦ μακαρισμοῦ τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῶν ἀντιησυχαστῶν στὸ Συνοδικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἡ ὑπὸ ἡσυ­χα­­στικὸ πνεῦμα ἀνασύνταξις τῆς ὁμολογίας τῶν ὑποψη­φίων ἐπι­σκόπων, ἡ προσαρμογὴ τοῦ λειτουργικοῦ τυπικοῦ καὶ τοῦ ὁ­μιλιαρίου, καθὼς καὶ ἡ ἀλλαγὴ τεχνοτροπίας στὴν ἁγιο­γρα­φία, ποὺ παρατηρεῖται ἤδη ἐμφανῶς στὰ ἔργα τοῦ μεγάλου καλλιτέχνη Θεοφάνη τοῦ Γραικοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ ἴδι­ος ἔστειλε στὴ Ρωσία.

῎Εντονη ὑπῆρξε ἡ δραστηριότης τοῦ Φιλοθέου στὸ πε­δίο τῶν σχέσεων τῶν δύο ᾿Εκκλησιῶν. ᾿Ενῶ οἱ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ᾿Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου σχέσεις ὑπῆρξαν πάντοτε ἀδιατάρακτες, οἱ δυὸ ἄνδρες ἀκολούθησαν ἀπολύτως διάφο­ρη τακτικὴ στὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, ὅπως παλαιότερα στὰ πολιτικά. ῞Οπως εἶναι φυσικὸ ὁ Παλαιολόγος ἐνδιαφε­ρόταν πρωτίστως γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς πολιτείας, ἐνῶ ὁ Φιλό­θεος ἐνδιαφερόταν πρωτίστως γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς ᾿Εκ­κλησίας. ᾿Ακολούθησαν ὁ καθένας ἰδιαίτερο δρόμο γιὰ τὴν ἐπίτευξι τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος στὸ βάθος καθίστατο κοινός, διότι ἦταν συνδυασμένος ὁ στόχος τῆς διατηρήσεως καὶ τῶν δύο ὀργανισμῶν στὴν ζωή. Προφανῶς γι᾿ αὐτὸ δὲν ἦλθαν ποτὲ σὲ σύγκρουσι, ἔχοντας ἂν ὄχι σιωπηρὴ συμφω­νία, τουλάχι­στο ἀξιοθαύμαστη ἀλληλοκατανόησι.

Τὴν πρωτοβουλία στὶς σχετικὲς οἰκουμενικὲς συζητή­σεις εἶχε ὁ αὐτοκράτωρ καὶ κύριος ἐκπρόσωπος τῆς ἀνατο­λικῆς ᾿Ορθοδοξίας ἦταν ὁ πρώην αὐτοκράτωρ ᾿Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός, τώρα μοναχὸς ᾿Ιωάσαφ. ῾Ο λατῖνος κληρι­κὸς Παῦλος ἦλθε ὡς λεγᾆτος τοῦ πάπα στὴν Κωνσταντι­νούπολι δυὸ φορές, τὴν δεύτερη μάλιστα φορὰ μὲ τὸν τίτλο τοῦ πα­τριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (1367). Φέροντας τέ­τοιον τί­τλο δὲν ἦταν διατεθειμένος νὰ συνομιλήση μὲ τὸν Φιλόθεο, τὸν ὁποῖο ἐθεωροῦσε ὡς ἀντικανονικὸ διεκδικητὴ τοῦ τί­τλου, ἀλλ᾿ οὔτε ὁ Φιλόθεος εἶχε διάθεσι νὰ συζητήση μαζί του.

῾Ο Καντακουζηνὸς ἔθεσε τὸ πρόβλημα τῆς ἑνώσεως ἐπάνω σὲ νέα βάσι, στὴν σύγκλησι οἰκουμενικῆς συνόδου, ποὺ θὰ ἐξέταζε συνολικῶς τὰ σπουδαῖα ζητήματα τῆς ᾿Εκ­κλησί­ας. ᾿Ενῶ ὁ Παῦλος ἐδέχθηκε αὐτὴ τὴ βάσι, ὁ πάπας τὴν ἀπ­έρ­ριψε· ὁ σπόρος ὅμως ποὺ ἐρρίφθηκε τότε ἐδῶ, ἐφύ­τρωσε ἀργότερα στὴ Δύσι μὲ τὴν σύγκλησι τῆς συνόδου τῆς Κων­σταντίας καὶ τέλος τῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας. ῾Ο πάπας ἀπέρριψε τὴν πρότασι, διότι ἐθεωροῦσε τὰ θέματα λελυμένα κατὰ τὶς δυτικὲς ἀπόψεις καὶ ἐπέμενε νὰ πραγμα­τοποιηθῆ ἡ ἕνωσις μὲ μόνο ἕνα διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορος. Τότε ὁ αὐτοκράτωρ ᾿Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος, διαχωρίζον­τας τὴν θέ­σι του ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς ἀνατολικούς, ὡμο­λόγησε ἀφ­ο­­σίωσι στὸν πάπα μὲ αὐτοπρόσωπη ἐμφάνισι ἐ­νώπιόν του. ᾿Αλλ᾿ ἔμεινε μόνος σχεδόν, διότι τὸ διάταγμά του δὲν εἶχε καμμιὰ ἀπήχησι.

᾿Αντιθέτως ὁ Φιλόθεος, βλέποντας τὴν ἀντικειμενικὴ ἀδυναμία τῆς Δύσεως νὰ βοηθήση ἀποτελεσματικῶς τὸ Βυ­ζάντιο, ἐφρόντισε νὰ εὕρη ὑποκατάστατο αὐτῆς τῆς βοηθεί­ας. ῎Οχι μόνο ἥνωσε τοὺς ἡγέτες τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησί­ας σὲ κοινὸ μέτωπο κατὰ τῆς ἑτεροδοξίας, ἀλλ᾿ ἦλθε σὲ συν­εν­νόησι καὶ μὲ τοὺς ἡγεμόνες τῶν ὀρθοδόξων χωρῶν τοῦ βορ­ρᾆ. Θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ σχηματισθῆ μία συμμαχία ἀρκετὰ ἰ­σχυρὴ πρὸς ἀπόκρουσι τῶν Τούρκων. ῾Η προσπάθεια ἐφαι­νό­ταν ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχη, ἂν ἐνεργοῦσε καὶ ἡ πο­λιτεία καταλλήλως· ἀλλ᾿ ἦταν πλέον ἀργά.

῾Ο Φιλόθεος ἀποκατέστησε τὶς σχέσεις τοῦ Πατριαρ­χεί­ου μὲ τὴν Σερβικὴ ᾿Εκκλησία. ᾿Επειδὴ ὁ Στέφανος Δου­σὰν εἶχε ἀλλοιώσει τὴν σύνθεσι τῆς ἱεραρχίας τῶν χωρῶν ποὺ εἶχε καταλάβει (Μακεδονίας καὶ ᾿Ηπείρου), ὁ Κάλλιστος Α’ ἀναγκάσθηκε ν᾿ ἀφορίση αὐτὸν καὶ τὴν ᾿Εκκλησία του στὶς ἀρχὲς τοῦ 1353. ῾Ο Φιλόθεος ἦρε τὸ ἀνάθεμα σὲ δυὸ φά­σεις· πρῶτα γιὰ τὸ σερβικὸ δεσποτᾆτο τῶν Σερρῶν, κατό­πιν ἐκκλήσεως τοῦ ᾿Ιωάννη Οὔγγλεση (1371), ἔπειτα δὲ γιὰ ὁλό­κληρη τὴν ἐπικράτεια τοῦ Πατριαρχείου τῶν Σέρ­βων, κατόπιν πρωτοβουλίας Σέρβων ἡσυχαστῶν, μοναχῶν τοῦ κύκλου τοῦ Φιλοθέου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ὁ ᾿Η­σαΐας, ὁ Νικόδη­μος, ὁ Νήφων καὶ ὁ Σίλβεστρος.

Μετὰ τὴν πρώτη σύντομη πατριαρχεία του συνδέθηκε στενὰ μαζί του ὁ Κυπριανὸς Τσάμπλακ, μέλος τῆς γνωστῆς μεγάλης ἑλληνοβουλγαροβλαχικῆς οἰκογενείας, καὶ ἔγινε ἀπὸ τότε συνεργάτης του. Τὸν συνώδευσε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσί του ἀπὸ τὸν θρόνο κι ἔμεινε σ᾿ αὐτὸ ἀρκε­τὸν χρόνο, διότι τὸ ἐθεωροῦσε σχολὴ πνευματικῆς ἀ­σκήσε­ως. ῞Οταν ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολι, ἔμεινε μαζί του ὡς συνεργάτης καὶ σύγκελλος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δευ­τέρας πατριαρχείας του.

Στὴν Οὑγγροβλαχία κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Φιλοθέου ὁ ἡγεμὼν Βλαδισλάβος Βόδας, αἰσθανόμενος τὴν πίεσι τῆς ρω­μαιοκαθολικῆς προπαγάνδας ἀπὸ τὴν Οὑγγαρία, ἐζήτησε τὴν χειροτονία τοῦ ᾿Ανθίμου Κριτοπούλου σὲ μητροπολίτη μὲ εὐ­θύνη ποιμαντορικὴ ἐπὶ τμήματος τῆς χώρας ποὺ εἶχε ἕδρα τὸ Σεβερῖνο. ῾Ο Φιλόθεος ἐχειροτόνησε τὸν ῎Ανθιμο τὸ 1370, ἀργότερα δὲ ἐτοποθέτησε στὴν Κούρτεα Ντὲ ῎Αργκες ὡς μη­τροπολίτη τὸν Χαρίτωνα σὲ διαδοχὴ τοῦ ἀποθανόντος ῾Υα­κίνθου (1372).

Τὴν διοργάνωσι τοῦ μοναχικοῦ βίου στὴ Ρουμανία ἀν­έλα­βε ὁ ἑλληνοσέρβος ἁγιορείτης μοναχὸς Νικόδημος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πορεία του πρὸς τὸν βορρᾆ ἵδρυσε μονὲς στὴν περιοχὴ τῆς Κράϊνας τῆς Βουλγαρίας, κατὰ τὰ ἀθωνι­κὰ πρότυπα. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 1370, περνώντας τὸν Δού­ναβι, ἦλθε στὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες, προφανῶς ὑπὸ τὴν καθοδήγησι τοῦ Φιλοθέου. Μὲ ἔγκρισι τοῦ Χαρίτωνος ὁ Νικόδημος ἵδρυσε δυὸ κεντρικὲς μονὲς κατὰ τὸ τυπικὸ τῆς Μεγίστης Λαύρας· τῆς ἑλληνόφωνης Βοδίτσας καὶ τῆς σλα­βόφωνης Τισμάνας. ῞Ιδρυσε βέβαια καὶ ἄλλες μονὲς βορείως τῶν Καρπαθίων, τὶς ὁποῖες ἐπεξέτειναν καὶ ηὔξησαν οἱ μα­θηταί του. ῎Ετσι ἐδημιουργήθηκε ἕνα ἰσχυρὸ τεῖχος ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ διαπεράσουν εὔκολα οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ προ­σηλυτισταί. Μαθηταί του ὠργάνωσαν τὸν μοναχισμὸ στὴν Μολδαβία, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἵδρυσαν τὶς μονὲς Νεάμτσου καὶ Μαραμοῦρες, ὅπου ἐπέβαλαν τὸ βυζαντινὸ τυπικό.

Στὰ μέσα τοῦ 14ου αἰῶνος ἐπὶ τοῦ χώρου Ρωσίας, Πο­λωνίας καὶ Βαλτικῆς εἶχαν διαμορφωθῆ τρεῖς μείζονες κρα­τικὲς ἐξουσίες· τῆς Μεγάλης Ρωσίας, τῆς Πολωνίας καὶ τῆς Λιθουανίας. ῏Ηταν εὔλογο νὰ διαμορφωθοῦν ἐπίσης τρεῖς ἐκ­κλησιαστικὲς περιφέρειες, ἂν καὶ οἱ ἕδρες εἶναι περισσό­τε­ρες, διότι ἐναλλάσσονται· Κίεβο, Μόσχα, Βλαδίμη­ρο, Νόβγο­ροδ, Γαλικία. ῾Η ἡγεμονία τῆς Μόσχας εἶχε ἀνα­δειχθῆ στὸ ἰσχυρότερο ἀπὸ τὰ κράτη τῆς Ρωσίας καὶ ἡ δύ­ναμίς της αὐξανόταν συνεχῶς. Τὸ ἔτος 1367 ἀποτελεῖ σταθ­μὸ στὴν ἱστορία της, διότι τότε ἀνοικοδομήθηκε τὸ λίθινο κρεμλῖνο της, τὸ φρούριό της, ὁπότε ἡ ἡγεμονία ἀπέκτησε ἀπόρθητη ἑστία. ῾Ο μητροπολίτης Μόσχας ᾿Αλέξιος, ποὺ εἶ­χε χειροτο­νηθῆ ἀπὸ τὸ Φιλόθεο κατὰ τὴν πρώτη πατριαρ­χεία του, συν­τάχθηκε πλήρως στὸ πλευρὸ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Μόσχας Δη­μητρίου σ᾿ ὅλες τὶς πολιτικές του ἐπιδιώξεις, πρᾆγμα ποὺ δυσαρέστησε καὶ ἄλλους μικροτέρους ἡγεμόνες, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰσχυροὺς ἡγεμόνες τῆς Πολωνίας Καζίμιρ καὶ Λιθουανίας ῎Ολγκερδ, τῶν ὁποίων μάλιστα ὁ δεύτερος εἶχε καταλάβει τὸ Κίεβο τὸ 1362. Κατόπιν τῶν παραπόνων τους ὁ Φιλόθε­ος ἔστειλε στὴ Ρωσία τὸ 1374 ὡς παρατηρη­τὴ καὶ συντο­νι­στὴ τῆς πολιτικῆς του τὸν Κυπριανὸ Τσάμ­πλακ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ κατέβαλε μάταιες προσπάθειες συμφι­λιώσεως τῶν ἡγε­μόνων αὐτῶν μὲ τὸν ᾿Αλέξιο, ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντι­νούπολι, γιὰ νὰ ἐκθέση περὶ τῆς καταστάσε­ως. ῾Ο Φιλόθεος τότε τὸν ἐχειροτόνησε μητροπολίτη Κιέβου (1376) μ᾿ ἐντολὴ νὰ ποιμάνη “ὅσα ἀφῆκεν ἀπρονόητα ἐπὶ πολλοῖς χρόνοις ὁ μητροπολίτης κῦρ ᾿Αλέξιος”.

῾Η ἀποστολὴ τοῦ Κυπριανοῦ, μαθητοῦ τοῦ Φιλοθέου, ὅπως εἴδαμε, καὶ πιστοῦ ἡσυχαστοῦ, δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ τρι­χοτομήση τὴν ἤδη διχοτομημένη ᾿Εκκλησία τῆς Ρωσίας (Μό­σχα, Κίεβο, Γαλικία), ὅπως ἀπὸ πρώτη ὄψι φαίνεται, ἀλλὰ τὴν ἐξοικονόμησι τῶν πραγμάτων ἀπέναντι στὸν κίν­δυνο λα­τινοποιήσεως, ποὺ ἡ ἀπρόσεκτη πολιτικὴ τοῦ ᾿Αλε­ξίου ἐπέ­τρεψε νὰ δημιουργηθῆ, μὲ τοὺς δύο δυσαρεστημέ­νους ἡγε­μόνες ἑτοίμους νὰ παραδώσουν τὸ ὀρθόδοξο ποί­μνιο στὴν Ρωμαιοκαθολικὴ ᾿Εκκλησία. ῾Ο Φιλόθεος ἐνεργοῦ­σε μὲ προ­οπτικὴ νὰ ἑνωθῆ κάποτε ὁριστικῶς ἡ ᾿Εκκλησία. ᾿Εκεῖνο ποὺ ἔπαιξε σπουδαῖο ρόλο στὴν ἀπόφασί του νὰ στείλη τὸν Κυ­πριανὸ ἦταν ἡ ἡσυχαστικὴ ἰδεολογία του. ῎Επειτα ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Κυπρια­νὸς ἐπετέλεσε σπου­δαῖο ἔργο μεταξὺ τῶν ᾿Ορθοδόξων τῆς Λιθουανίας, στὴν ὁποία ὑπαγόταν τότε καὶ ἡ Οὐκρανία, ἀναγνωρίσθηκε τέλος μητροπολίτης ὅλης τῆς ἑνοποιημένης Ρωσίας μὲ ἕδρα τὴ Μόσχα (1390-1406).

Μιὰ ἑλληνικὴ φυσιογνωμία ποὺ στὴ ρωσικὴ πνευματι­κὴ καὶ καλλιτεχνικὴ ζωὴ κατέχει τὴν θέσι ἑνὸς γίγαντος εἶ­ναι ὁ Θεοφάνης ὁ Γραικός, ἕνα παλαιὸ πρότυπο τοῦ Δομι­νίκου Θεοτοκοπούλου. ῾Ο βιογράφος του ᾿Επιφάνιος τὸν ἀπο­καλεῖ “σοφὸν καὶ φιλόσοφον”, ποὺ σημαίνει ὅτι ἦταν πεπαι­δευμένος καὶ ἀσκητικός. Τὸ κύριο ὅμως ἔργο του εἶ­ναι ὅτι μετέφερε στὴν Ρωσία τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα μὲ τὴν τέχνη του ποὺ κοσμεῖ πολλοὺς ναοὺς τῆς χώρας. Εἶχε φθά­σει ἐκεῖ τὴν δεκαετία τοῦ 1370, τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ τὸν Κυ­πριανὸ Τσάμπλακ καὶ κατὰ σύστασι τοῦ Φιλοθέου χωρὶς ἀμφιβολία.

Τὸ ὅτι ἡ ᾿Ορθοδοξία στὸν χῶρο ἐκεῖνο κατώρθωσε ν᾿ ἀνθέξη στὶς μεταγενέστερες τρομερὲς πιέσεις εἶναι ἀποτέλε­σμα αὐτῆς τῆς πολιτικῆς τοῦ Φιλοθέου.


ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ

῍Αν καὶ κατ᾿ ἀρχὴν ἡ εὐρεῖα μόρφωσις τοῦ Φιλοθέου ἦταν κλασικῆς καὶ ἀνθρωπιστικῆς κατευθύνσεως, ὁ σύνδε­σμός του μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ καὶ τοὺς ἡσυχαστὰς τὸν ὡδήγησε νὰ διοχετεύση τὴν πλούσια συγγραφική του δρα­στηριότητα στὴν ὑπηρεσία τῆς πίστεως καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας.

Α’. Δογματικὰ ἔργα: Τὸ κυριώτερο ἀπὸ αὐτὰ εἶναι οἱ ᾿Αντιρρητικοὶ Λόγοι πρὸς τὰ συγγράμματα τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾆ. Πρόκειται περὶ μιᾆς μεγάλης συνθέσεως ἐκτεινο­μένης σὲ δεκαπέντε πραγματεῖες, μὲ τὶς ὁποῖες ἀνασκευά­ζονται οἱ ἀρνητικὲς ἀπόψεις τοῦ Γρηγορᾆ περὶ τῆς θείας χάριτος καὶ τῆς θεοφανείας. Οἱ τρεῖς τελευταῖες πραγματεῖ­ες (13-15), τῶν ὁποίων ἡ δεκάτη πέμπτη ἀποτελεῖ τὸν ἐπί­λογο, εἶχαν γραφῆ πρῶτες, πρὶν ἀπὸ τὴν κυκλοφόρησι τῶν θεολογικῶν πραγματειῶν τοῦ Γρηγορᾆ, ἐνῶ οἱ πρῶτες (1-12) ἐγράφηκαν ἀργότερα. ῍Αν καὶ ἀκολουθεῖ τὴν γραμμὴ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ πιστῶς, ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Φιλο­θέου ἔχει καὶ ὡρισμένα νέα στοιχεῖα. Οἱ δύο σειρὲς πραγμα­τειῶν συνενώθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Φιλόθεο, ὅπως μαρτυ­ρεῖται στὸν πρόλογο τοῦ ἔργου.

῎Αλλα δογματικὰ κείμενα τοῦ Φιλοθέου, ποὺ δὲν ἐκ­δόθηκαν ἀκόμη, εἶναι ἡ ᾿Ανατροπὴ τῶν 14 κεφαλαίων, τὴν ὁποία συνέταξε ὅταν ἦταν ἀκόμη μητροπολίτης ῾Ηρακλείας, οἱ δύο Δογματικοὶ λόγοι πρὸς τὸν ᾿Ακίνδυνον καὶ τὴν μερί­δα αὐτοῦ καὶ ἡ δογματικὴ ᾿Επιστολὴ πρὸς Πετριώτην, προ­φανῶς τὸν πολιτικὸ ἀξιωματοῦχο Μανουὴλ Πετριώτη.

Β’. ῾Ομιλίες: ῍Αν καὶ μόνο τρεῖς ὁμιλίες τοῦ Φιλοθέου τυπικῆς μορφῆς ἔχουν ἐκδοθῆ (Εἰς τὴν ῞Υψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Εἰς τὴν ᾿Αναστήλωσιν τῶν εἰκόνων, Περὶ Φιλαρ­γυρίας), ἡ προσφορά του στὴν ὁμιλητικὴ εἶναι πολὺ σημαν­τική. Πλὴν τοῦ ὅτι ὑπάρχουν καὶ μερικὲς αὐτοτελεῖς ἀνέκ­δοτες ὁμιλίες του, σπουδαία εἶναι ἡ προσπάθειά του νὰ ἀνα­συντάξη τὸ σύστημα τοῦ Κυριακοδρομίου, ποὺ εἶχε πα­λαιό­τε­ρα, τὸν δωδέκατο αἰῶνα, διαρθρωθῆ ἀπὸ τὸν πατριάρ­χη ᾿Ιω­άννη Ι’ ᾿Αγαπητό. ῾Η συμβολὴ τοῦ Φιλοθέου στὴν σύντα­ξι τῶν ὁμιλιῶν ἀπέβλεπε, ὅπως εἶναι φανερό, στὴν διαπό­τισί τους μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. ῾Η συλλογὴ ὡς σύνολο παραμένει ἀνέκδοτη. Θαυμάσιος εἶναι ὁ Λόγος ἱστο­ρικός, ποὺ ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς διεσπαρμένους ῾Ηρακλειῶ­τες μετὰ τὴν ἅλωσι τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Λατίνους (1352).

Γ’. ῾Αγιολογικὰ Κείμενα: ῾Ο Φιλόθεος ἀφιέρωσε ση­μαντικὸ μέρος τῆς δραστηριότητός του στὴ σύνταξι ἁγιολο­γικῶν κειμένων, στὰ ὁποῖα προβάλλει τὴν καθαρότητα τοῦ βίου τῶν ἡρώων του, τὴν θαυματουργική τους δύναμι, τὴν θεωρία τοῦ θείου φωτός, τὴν ἄνθησι τοῦ γλυκασμοῦ τῆς βα­σιλείας τῶν οὐρανῶν ἀπὸ τὸν παρόντα βίο. Δεκαέξι ποικί­λης μορφῆς κείμενα αὐτῆς τῆς κατηγορίας προέρχονται ἀπὸ τὴν γραφίδα του.

Στὴν πρώτη θέσι ἔρχονται πέντε κείμενα ποὺ ἀναφέ­ρονται σὲ ἁγίους, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὴν Θεσσαλο­νίκη ἢ συνδέονται μὲ αὐτὴν καὶ μὲ τὸν Φιλόθεο. Εἶναι τὰ κατ᾿ ἐξοχὴν ἁγιολογικά του ἔργα, διότι περιγράφει σ᾿ αὐτὰ τὸν βίο τῶν ἡρώων του, ὅπως τὸν ἐγνώριζε ὁ ἴδιος μάλιστα, καὶ τὴν θαυματουργική τους δραστηριότητα. Εἶναι ὁ ἐκτενέ­στατος Βίος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, διδασκά­λου καὶ συνεργάτη του, ὁ ἐπίσης ἐκτενέστατος Βίος τοῦ πατρι­άρχη Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ισιδώρου Θεσσαλονικέως, καὶ οἱ Βίοι τῶν διαπρεπῶν συγχρόνων ἀσκητῶν Γερμανοῦ Μαρού­λη καὶ Σάββα Βατοπεδινοῦ. Τὸ ῾Υπόμνημα εἰς τὸν ὅσιον Νι­κόδημον τὸν Νέον, τὸν Βερροιώτην ἀσκητὴ ποὺ ἐπέθανε σὲ ἡλικία σαράντα ἐτῶν τὸ 1308, εἶναι σύντομο κείμενο ποὺ θέ­λει νὰ τονίση τὴν ἁγιότητα τοῦ Νικοδήμου.

Σαφῶς ἁγιολογικὸ χαρακτῆρα ἔχουν καὶ τὰ ᾿Εγκώμια στοὺς Θεσσαλονικεῖς μάρτυρες τῆς παλαιᾆς ἐποχῆς ἅγιο Δη­μήτριο καὶ ἁγία ᾿Ανυσία, ἂν καὶ σ᾿ αὐτὰ ὑπερέχει τὸ ἐγ­κω­μιαστικὸ καὶ ἠθικολογικὸ στοιχεῖο.

Τὰ ἄλλα ἐγκώμιά του, τὰ περισσότερα ἀνέκδοτα, εἶ­ναι στοὺς ῾Αγίους ᾿Αποστόλους, ῾Αγίους Πάντες, ἀπόστολο Θωμᾆ, Τρεῖς ῾Ιεράρχες, ἅγιο ᾿Ονούφριο, ἁγία Φεβρωνία, ἅγιο Φωκᾆ, Θεόδωρο Τήρωνα, ᾿Ιωάννη Χρυσόστομο.

Δ’. ῾Ερμηνευτικὰ Κείμενα: Δύο ὁμιλίες στὸν ψαλμὸ 37, ποὺ ἐκφωνήθηκαν σὲ δύο συνεχόμενες ἡμέρες καὶ ἀφιε­­ρώθηκαν σὲ φιλικὸ πρόσωπο, ἐπεξεργάζονται τὸ θέμα τῆς μετανοίας. Τρεῖς λόγοι ἐπὶ τοῦ χωρίου τῶν Παροιμιῶν “῾Η Σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον”, εἶναι μᾆλλον ἑρμηνευτικὰ δοκίμια. Τρία σημειώματα ἐπὶ τῶν μακαρισμῶν ἀφιερώθη­καν στὴ βασίλισσα ῾Ελένη Καντακουζηνή. Δύο ὁμιλίες στὴν Κυριακὴ τῆς συγκυπτούσης γυναικὸς ἐκφωνήθηκαν στὴν Κων­σταντινούπολι ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωσι τῆς ῾Ηρακλείας ἀπὸ τοὺς Λατίνους (1352).

Ε’. ῎Αλλα Κείμενα: ᾿Ανάμεσα σ᾿ αὐτὰ πρέπει νὰ μνη­μονευθοῦν ἡ Διάταξις περὶ θείας Λειτουργίας καὶ ἡ Διάτα­ξις περὶ τῆς ἱεροδιακονίας, ποὺ ἐγράφηκαν ἀπὸ τὸν Φι­λό­θεο ὅταν ἦταν ἡγούμενος στὴ Μεγίστη Λαύρα. Σ᾿ ἕνα μικρὸ δοκίμιό του καταπολεμεῖται ὁ ἀναθεματισμὸς ποὺ συνέτα­ξε ὁ Κωνσταντῖνος ᾿Αρμενόπουλος ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν τὸ 1353 στὴν ἔκπτωσι τοῦ ᾿Ιωάννη Ε’ Παλαιο­λόγου καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβανόταν καὶ ὁ Φιλό­θεος. ᾿Απὸ τὶς εὐχὲς ποὺ συνέταξε μιὰ ἀναπέμφθηκε κατὰ τὴν χειροτο­νία του, μιὰ πρὸ τῆς πύλης τῆς ῾Ηρακλείας, ὅταν ἀνελάμβανε τὴν ἕ­δρα του καὶ μιὰ κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς. ᾿Απὸ τὰ ποιητικά του κείμενα εἶναι γνωστὰ ἡ ᾿Ακολουθία του στὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ καὶ ἕνας παρακλη­τικὸς κανὼν σ᾿ αὐτόν, ἕνας παρακλητικὸς κανὼν στὸν ἅγιο Δημήτριο, ᾿Ακο­λουθία στὴν μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Δ’ Οἰ­κουμενικῆς Συ­νόδου, Κανὼν στὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό, Κα­νὼν στὰ θαύ­ματα τῆς ἱερᾆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου.


Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ

῾Ο Φιλόθεος ἀναφέρεται πολὺ ἐνωρὶς ὡς ἅγιος, ἀλλὰ δὲν διασώθηκε ᾿Ακολουθία του οὔτε ἡμέρα ἑορτῆς του. Στὰ τέ­λη τοῦ 18ου αἰῶνος συντάχθηκε ἡ ᾿Ακολουθία του συν­οδευ­ο­μέ­νη ἀπὸ ἐκτενῆ Βίο ὑπὸ τύπο συναξαρίου. ῍Αν καὶ ὁ Βίος ἐγράφηκε τόσο ἀργὰ καὶ ὁ συντάκτης του εἶναι ἄγνω­στος τὰ προσφερόμενα ἱστορικὰ στοιχεῖα εἶναι σ᾿ ἕνα μεγάλο μέ­ρος ἀκριβῆ. ῾Ο Βίος καὶ ἡ ᾿Ακολουθία ἔχουν ἐκδοθῆ ἀπὸ τὸν Β. Δεντάκη (᾿Αθῆναι 1970). ῾Η μνήμη αὐτοῦ τελεῖται τὴν 11η ᾿Οκτωβρίου.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 2:05 pm
από paulina
13 ᾿Οκτωβρίου

ΦΛΩΡΕΝΤΙΟΣ, μάρτυς

Γιὰ τὸν μάρτυρα Φλωρέντιο γνωρίζουμε ὅτι “ὑπῆρχεν ἐκ τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης”. ᾿Επειδὴ ὕβριζε καὶ ἐμυκτήριζε τοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεοὺς καὶ ὁμολογοῦσε τὸ Χριστό, ὁ ἡγεμόνας τῆς χώρας στὴν ὁποία βρισκόταν τὸν συνέλαβε, τὸν ἔδειρε “σφοδρῶς” καὶ στὴ συνέχεια τὸν κρέμασε σὲ ξύ­λο καὶ τοῦ ἔξυσε τὶς σάρκες. Τέλος, ἄναψε μιὰ μεγάλη φωτιὰ καὶ τὸν ἔριξε μέσα σ᾿ αὐτήν. ῾Ο μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἐτελει­ώ­θη εὐχα­ρι­στών­τας τὸ Θεό. ῾Ο τόπος τοῦ μαρτυρίου του δὲν προσ­διο­ρίζεται στὰ συναξάρια. Τὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο ἀναπαρα­γάγει τὰ στοι­χεῖα τῶν ἑλληνικῶν συναξαρίων χωρὶς νὰ προσ­­θέ­τει τίποτε ἐπιπλέον. ῾Ο μάρτυς Φλωρέντιος ἑορτά­ζει στὶς 13 ᾿Οκτω­βρίου.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 2:06 pm
από paulina
15 ᾿Οκτωβρίου


ΕΥΘΥΜΙΟΣ ὁ ΝΕΟΣ, ὅσιος († 15.10.898)

῾Ο ὅσιος Εὐθύμιος ὁ νέος καθίσταται γνωστὸς ἀπὸ ἔγ­γραφα τῶν ἀρχείων τῶν ᾿Αθωνικῶν μονῶν, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸν Βίο ποὺ συνέγραψε ὁ μαθητής του ἐπίσκοπος Βασί­λειος.

Γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριὸ τοῦ θέματος τοῦ ᾿Οψικίου, “᾿Οψὼ προσηγόρευτο, ὑποτελὴς μὲν τῇ τῶν Γα­λατῶν ᾿Αγκύ­ρᾳ”, τὸ 823/4. Τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Νικήτας. ῞Οταν πέθανε ὁ πατέρας του, ὁ ὁποῖος ὅπως μᾆς πληρο­φο­ρεῖ ὁ Βίος ἦταν “στρατείᾳ καταλεγόμενος”, ὁ Εὐ­θύμιος ἦταν 7 ἐτῶν. ῾Η χήρα μητέρα του, δὲν εἶχε ἄλλους γιούς, παρὰ μόνο δύο θυγατέρες καὶ δὲν ἤξερε τὶ νὰ κάνει μὲ τὸ ζήτημα τῆς “στρατείας”. Τὸ δίλημμα τῆς μητέρας του, νὰ ἐγγράψει ἢ νὰ μὴν ἐγγράψει στοὺς στρατιωτικοὺς καταλόγους τὸν Εὐθύμιο, ἦταν σοβαρὸ καὶ δείχνει ὅτι εἶχε τὴν εὐχέρεια νὰ ἐπιλέξει τὸ καλύτερο κατὰ τὴ γνώμη της. Τὰ μειονεκτήματα ἦταν ὁ κίνδυνος τοῦ πολέμου καὶ ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ μονα­δικοῦ προστάτη ἀπὸ τὴν οἰκογενεια­κὴ ἑστία, ἀλλὰ καὶ τὰ πλεονεκτήματα ἦταν ἀξιόλογα, -φο­ρολογικὲς ἐλαφρύνσεις καὶ ἀπαλλαγὲς ἀπὸ διάφορες “ἀγγα­ρεῖες” ποὺ ἴσχυαν γιὰ τὰ κτή­­ματα τῶν στρατιωτῶν. Πράγ­ματι, σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν, τὸ 841, ἐγγράφηκε στοὺς στρατιω­τικοὺς καταλόγους, ἀφοῦ πρῶτα νυμφεύθηκε κάποια Εὐ­φροσύνη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέ­κτησε μία θυγατέρα, τὴν ᾿Ανα­στασώ. ῞Ολως, ὅμως, αἰφνι­δίως, στὶς 15 Σεπτεμβρίου τοῦ 841, ἐνῶ ἀναζητοῦσε ἕνα χαμένο ἄλο­γο στοὺς ἀγροὺς πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ μονάσει καὶ κατέφυ­γε στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας, ὅπου ἐπισκέ­φθη­κε πολλοὺς πατέρες καὶ ἀσκητές, μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὸν φημισμένο ἀσκητὴ ᾿Ιωαννίκιο. Τελικὰ ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ τοῦ ᾿Αντι­δίου, ὅπου καὶ ἐκά­ρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Εὐθύ­μιος. Στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βι­θυνίας παρέμεινε ἐπὶ 15ετία, πρῶ­τα ὡς ἀνα­χωρητὴς καὶ στὴ συνέχεια στὸ αὐστηρὸ κοινόβιο τῶν Πισ­σαδινῶν. ᾿Απὸ τὸ τελευταῖο ἀνεχώρησε μόνον ἀφοῦ ὁ ἡγού­μενος ἐγκατέ­λειψε τὴ μονή, ἀρνούμενος νὰ ἔρθει σὲ κοινω­νία μὲ τὸ νέο πατριάρχη Φώτιο, διάδοχο τοῦ ᾿Ιγνα­τί­ου. ῎Ερη­μος τῶν προ­σφιλῶν του πνευματικῶν πατέρων καὶ διδασκά­λων, ὁ Εὐθύ­μιος “εἰς εὔλογον ἀφορμὴν ἐπιλογισά­με­νος, τὰς τοῦ ῎Αθω κορυφὰς ἐπικαταλαβέσθαι διὰ σπουδῆς τίθεται, πά­λαι αὐτῷ προφημισθείσας”.

῾Ο Εὐθύμιος ἔφθασε στὸν ῎Αθωνα στὶς ἀρχὲς τοῦ 859, ἔχοντας λάβει λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν ῎Ολυμπο καὶ τὸ μεγάλο σχῆμα τοῦ μοναχοῦ. ῾Η πρώτη παρουσία (859-863) τοῦ Εὐθυμίου στὸν ῎Αθωνα περνᾆ ἀπαρατήρητη. Φτά­νοντας στὸν ῎Αθωνα, ἐγκαταστάθηκε μαζὶ μὲ τὸ σύν­τροφό του Θεοστήρικτο σὲ κάποιο ἄδηλο μέρος καὶ ἄρχισε νὰ γεύ­εται τὰ ἀγαθὰ τοῦ ἀσκητισμοῦ. ῾Η ἄσκησή του περι­λάμβανε μακρὲς νηστεῖες καὶ μακροχρόνιους ἐγκλεισμούς, -μία φορὰ μάλιστα τριετῆ ἐγκλεισμὸ σὲ σπήλαιο. Μὲ τὸν καιρὸ σχετί­σθηκε μὲ ἀρκετοὺς μοναχοὺς καὶ ἐρημίτες -ἕνας ἐξ αὐτῶν, ὁ ᾿Ιωσὴφ ὁ ᾿Αρμένιος, παρέμεινε συνδεδεμέ­νος μαζί του μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του-, μὲ ἀποτέλεσμα γύρω του νὰ σχη­μα­τισθεῖ σύντομα ἕνας πυρήνας μαθητῶν. ᾿Απροσδόκητα ὅμως ὁ Εὐθύμιος ἀναγκάσθηκε νὰ διακόψει τὴν ἄσκησή του καὶ νὰ μεταβεῖ στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνί­ας, γιὰ νὰ μετα­φέρει τὸ γέροντά του Θεόδωρο στὸν ῎Αθω­να, ἐπειδὴ εἶχε ἀνάγκη γηροκομήσεως.

Μετὰ τὴν ἐπάνοδό τους, ἀφοσιώθηκε πλήρως στὴ φρον­τίδα τοῦ Θεοδώρου. Οἱ ἀνάγκες ὅμως τῆς ὑγείας τοῦ γέρον­τός του, ὑπαγόρευσαν τὴ μετακίνησή τους ἐκτὸς ῾Αγί­ου ῎Ο­ρους· ἔτσι, ἔκτισε ἕνα κελλὶ κοντὰ σὲ κατοικημένη πε­ριοχή, στὴ θέση Μακρόσινα, ἀταύτιστο τοπωνύμιο. ῞Οταν ἀργότε­ρα χρειάσθηκε νὰ μεταφερθεῖ ὁ Θεόδωρος στὴ Θεσ­σαλο­νί­κη, λόγω ἐπιδεινώσεως τῆς καταστάσεώς του, ὁ Εὐ­θύμιος δὲν τὸν ἀκολούθησε, ἀλλὰ μόλις πληροφορήθηκε τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου του (865), ἐπισκέφθηκε τότε τὴ Θεσσαλο­νίκη γιὰ πρώτη φορά.

Παρὰ τὴν ἀπέχθεια ποὺ τοῦ προξενοῦσε ἡ πόλη, δὲν γύρισε ἀμέσως στὸν ῎Αθω, ἀλλὰ ἔμεινε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ προτίμησε νὰ ζήσει γιὰ ἕνα διάστημα ὡς στυλίτης στὰ περί­χωρα τῆς πόλεως. ῾Η κοσμοσυρροὴ ὅμως ἦταν τόσο με­γάλη, ὥστε ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ καταφύγει πίσω στὴν ἡσυχία τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους· πρὶν ἀνα­χωρήσει μάλιστα, χειροτονήθηκε ἱερέας ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης Θεόδωρο, παλαιὸ ἀσκητὴ μὲ ἀξιό­λογη φήμη.

῾Η τρίτη ἀθωνικὴ περίοδος τοῦ Εὐθυμίου (865-866) εἶναι καὶ ἡ πιὸ ἐνδιαφέρουσα. ῾Ο ἀριθμὸς τῶν ἀσκητῶν στὸν ῎Αθω εἶχε αὐξηθεῖ ἐντυπωσιακὰ καὶ πολλοὶ ἀπ᾿ αὐ­τοὺς ἐπι­θυμοῦσαν νὰ συγκαταλεγοῦν μεταξὺ τῶν μαθητῶν του. ῾Ο με­γάλος ὅμως ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν, ποὺ συνέρρεε γύρω του, τὸν ἐνοχλοῦσε καὶ ἔτσι ἀποφάσισε νὰ μετακινη­θεῖ στὴ νῆσο τῶν Νέων, ἅγιο Εὐστράτιο, μὲ τοὺς συντρό­φους του, ᾿Ιωάν­νη Κολοβὸ καὶ Συμεών. Δὲν παρέμειναν ὅμως ἐκεῖ γιὰ πολὺ καιρὸ διότι ἦταν ἐκτεθειμένοι στὶς πει­ρατικὲς ἐπιδρομές, κιν­δύνευσαν μάλιστα κατὰ τὴ διάρκεια μιᾆς ἐπι­δρομῆς ᾿Αράβων πειρατῶν νὰ συλληφθοῦν αἰχμάλω­τοι. Τελι­κὰ ἐπέστρεψαν στὸ ῎Ορος κι ὁ καθένας στράφηκε στὸν τό­πο τῆς ἀρεσκείας του. ῾Ο Εὐθύμιος γιὰ μεγαλύτερη ἀσφά­λεια ἀποφάσισε νὰ πάρει τοὺς μαθητές του καὶ νὰ ἐγκατα­σταθοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος, “ἐν τοῖς Βρα­στάμου λε­γομένοις τόποις”, στὴν τοπο­θεσία τῆς Χαλκιδι­κῆς, ὅπου σήμερα βρίσκεται τὸ χωριὸ Βρα­στά, κοντὰ στὸν Πολύγυρο. Στὸ μέρος αὐτὸ ἔκτισε κελλιά, πλησιόχωρα γιὰ τοὺς μαθη­τές του καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, καθὼς καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο ἀσκητή, τὸν ᾿Ονούφριο, πιὸ ἀπο­μακρυσμένα. ῾Η ζωή του τώρα μοιραζόταν ἀνάμεσα στὴν ἄ­σκηση καὶ στὴν οἰκοδομὴ τῆς συνοδείας του, ἀλλὰ καὶ σὲ σύντομες ἐπισκέ­ψεις στὸ ῎Ορος.

Στὰ 870 ὁ Εὐθύμιος, ὕστερα ἀπὸ ἕνα ὅραμα ποὺ εἶδε κατὰ τὴ διάρκεια μιᾆς ἐπισκέψεως στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ἀπο­φάσισε νὰ ἀναστηλώσει μία ἐρειπωμένη καὶ λησμονημέ­νη ἐκ­κλησία τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα, κοντὰ στὸ χωριὸ Περιστε­ρές, καὶ νὰ δημιουργήσει ἐκεῖ μοναστήρι. Οἱ πιστοί, ποὺ ἀγαποῦσαν τὸν ἅγιο, ἀνταποκρίθηκαν φιλόφρονα καὶ πρό­σφεραν ἄφθο­να χρήματα, ὑλικὰ γιὰ τὴν κατασκευὴ καὶ τὸν ἐξοπλισμὸ τῆς μονῆς καὶ ἄλλες δωρεές, ἀγρῶν, ἀγελῶν, λιβαδιῶν. Τὸ νέο κοινόβιο, τιμώμενο στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα, ἐγκαι­νιάσθηκε τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 871.

Περὶ τὸ 884 ὁ Εὐθύμιος ὡς νέος ᾿Ιωσήφ, μετὰ ἀπὸ τὴν παρέλευση τόσων χρόνων ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς συγ­γε­νεῖς του καὶ τοὺς κάλεσε κοντά του. Τὰ ἄρρενα μέλη ἔ­γι­ναν μοναχοὶ στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα, ἐνῶ οἱ γυ­ναῖκες τῆς οἰκογενείας ἀποτέλεσαν τὸν πυρῆνα ἑνὸς νέου μοναστη­ριοῦ, ἐξαρτήματος τοῦ πρώτου. Τὰ μοναστήρια κα­θιερώ­θη­καν ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Μεθόδιο, μὲ τὴν κατάθεση τιμίων λειψάνων.

᾿Επειδὴ οἱ περισπασμοὶ καὶ οἱ φροντίδες στενοχωροῦ­σαν τὸν Εὐθύμιο, ἀνέθεσε τὶς φροντίδες τῶν μονῶν στοὺς ἐγγονούς του (897). “Μεθοδίῳ μὲν τῷ υἱωνῷ καὶ τῇ τούτου ὁμαίμονι Εὐφημίᾳ ἀμφοτέρας τὰς μονὰς παραθέμενος καὶ ἡγουμενεύειν ἐν αὐταῖς παρασκευάσας” καὶ αὐτὸς στράφη­κε ἀπερίσπαστος στὴν προσφιλῆ του ἄσκηση καὶ “εἰς τὸν στῦ­λον ἀνέρχεται”. Μάταια ὅμως, διότι καὶ στὸν στῦλο δὲν ἀπό­λαυσε τὴν ἡσυχία ποὺ ἐπιζητοῦσε, λόγω τῶν πολλῶν ἐπι­σκέψεων, ὥστε τελικὰ νὰ ἀναζητήσει τὴν ἡσυχία σὲ δυσ­πρό­σιτα μέρη· “τὰ τοῦ ῎Αθωνος ἐπικαταλαμβάνει ἀκρωτήρια”.

Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία, καὶ πιὸ σύντομη παραμονὴ τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ἴσως γιὰ λίγους μῆ­νες μόνον. ᾿Επειδὴ συγκεντρώθηκαν γύρω του πολλοὶ μονα­χοί, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσαν κόπωση καὶ δυσφορία στὸν ῞Ο­σιο, ἔχον­τας δὲ προαισθανθεῖ τὸ τέλος του καὶ “βουλόμενος ἐν ἀταρα­ξίᾳ νοὸς ὡς δὲ καὶ ἀνθρώπων παρενοχλήσεως ἄνευθε ταύτην ποιήσασθαι”, μετὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λει­ψάνων τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου (7 Μαΐου), ἔφυγε κρυ­φὰ μὲ ἕνα μόνο μαθητή του στὴ νῆσο ῾Ιερά, ὅπου στὶς 15 ᾿Οκτωβρίου τοῦ 898 ἐξεδήμησε εἰς Κύριον. Λίγους μῆνες ἀργότερα, τὸν ᾿Ιανουάριο τοῦ 899, οἱ μοναχοὶ τῶν Περι­στερῶν μετέφεραν πανηγυρικὰ τὸ λείψανο τοῦ ῾Οσίου καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὸ ναὸ τῆς μονῆς.

῾Η μνήμη τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου, στὶς 15 ᾿Οκτωβρίου, τι­μήθηκε ἐξαρχῆς ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Βιογράφος του ὑπῆρ­ξε ὁ μαθητής του καὶ ἐπίσκοπος Βασίλειος ὁ συναξα­ριστὴς (βλ. λῆμμα), ὁ ὁποῖος συνέταξε καὶ ᾿Ακολουθία, ἡ ὁποία ἐξ­υμνεῖ ἀρκούντως τὸν κοινὸ διδάσκαλο. Μετὰ τὴν προσάρ­τη­ση τῆς μονῆς Περιστερῶν στὴ μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύ­ρας, ἡ τιμὴ τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου ἐξαπλώθηκε σὲ ὅλο τὸ ῞Α­γιο ῎Ορος καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτό, μιᾆς καὶ εἶχε πλέον συμ­περι­λη­φθεῖ στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο.

῾Η μονὴ τῶν Περιστερῶν μὲ ἐνέργειες τοῦ ὁσίου Εὐ­θυμίου τοῦ νέου, εἶχε ἀναγνωρισθεῖ ὡς βασιλική, μὲ ὅλα τὰ συναφῆ προνόμια, πρὶν τὸ 897, κάτι ποὺ ἐπαναλαμβάνεται καὶ σὲ ἔγγραφα τοῦ 911 καὶ 943. Τὸ προνόμιο αὐτὸ ἐπιβε­βαίωσε καὶ ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Ζ¢ ὁ Πορφυρο­γέννητος, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 944-959, μὲ ἔγγραφο στὸ ὁποῖο ἀπαγόρευε τὴν ἀνάμιξη τῆς μητροπόλεως Θεσσαλονίκης στὰ ἐσωτερικὰ τῆς μονῆς Περιστερῶν. ῾Ο αὐτοκράτορας Νικη­φό­ρος Φωκᾆς προσάρτησε τὴ μονὴ τῶν Περιστερῶν στὴ Μεγί­στη Λαύρα περὶ τὸ 964/965, ἀλλὰ ἡ μονὴ παρέ­μεινε ἐλεύ­θερη μέχρι τὸ θάνατο τοῦ ἡγουμένου της Στεφά­νου (973 ἢ 975), ὁπότε κατέστη μετόχιο τῆς Λαύρας.

῾Ο Βίος τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ νέου συνιστᾆ ἀξιο­λο­γότατη πηγὴ πληροφοριῶν γιὰ τὸν πρώιμο ᾿Αθωνικὸ μο­να­χισμό, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Χαλκιδικῆς.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 2:08 pm
από paulina
18 ᾿Οκτωβρίου


ΘΕΟΔΩΡΟΣ καὶ ΣΥΜΕΩΝ,

ὅσιοι, κτίτορες μονῆς Μ. Σπηλαίου


Οἱ ἀδελφοὶ Συμεὼν καὶ Θεόδωρος κατάγονταν ἀπὸ πλούσια καὶ λαμπρὴ οἰκογένεια τῆς Θεσσαλονίκης. Στὴν πό­λη αὐτὴ πέρασαν τὰ παιδικά τους χρόνια καὶ ἔλαβαν τὴν ἐγκύκλια παιδεία τῆς ἐποχῆς τους. ῞Οταν ἀνδρώθηκαν, ἀπο­φάσισαν νὰ μεταβοῦν στὸ ὄρος τοῦ ῎Αθωνα γιὰ νὰ μο­νά­σουν. Σύντομα ἡ παιδεία καὶ οἱ ἀρετές τους ἀναγνωρί­σθη­καν ἀπ᾿ ὅλους, γεγονὸς ποὺ ἔκανε τοὺς προεστῶτες τοῦ ῎Ο­ρους νὰ τοὺς ἀποδεχθοῦν ὡς διδασκάλους καὶ νὰ τοὺς χει­ρο­τονήσουν ἱερεῖς· “ἔκριναν”, μάλιστα, “ὅλοι εὔλογον τὴν φρον­­τίδα καὶ ἐπιμέλειαν πνευματικὴν τοῦ ἁγίου ῎Ορους εἰς τοὺς πατέρας, ὡσὰν ὅπου ἐφάνησαν ἀπ᾿ ἀρχῆς σχεδὸν πρῶ­τοι κα­τοι­κήτορες καὶ πολιοῦχοι τῶν ἄλλων”. ῾Η φήμη τους εἶχε δια­δοθεῖ σὲ ὅλο τὸν ῎Αθωνα, “ἀκούονταν καὶ ἐλαλοῦν­το καὶ ἐ­θαυμάζονταν ἀπὸ ὅλους”, ὥστε νὰ συγκεντρωθεῖ γύρω τους ἕνας σεβαστὸς ἀριθμὸς μαθητῶν. Τὰ βασικὰ θέ­ματα τῆς δι­δασκαλίας τους ἦταν “περὶ παρθενίας καὶ περὶ ἀσκήσεως”.

Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ καιρὸ ποὺ ἐγκαταβίωσαν στὸ ῎Ορος δι­δάσκοντας τοὺς μοναχούς, ἀποφάσισαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὰ ῾Ιεροσόλυμα. Συνάντησαν ὅμως τὴ ζωηρὴ ἀντίδραση τῶν ἄλλων μοναχῶν, ποὺ δὲν ἤθελαν νὰ ἀποχωρισθοῦν τοὺς δύο μεγάλους διδασκάλους καὶ πατέρες, ἐνεδρεύοντας μάλι­στα στὸν ᾿Ισθμὸ τοῦ Ξέρξη γιὰ νὰ ἀποτρέψουν τὴν ἔξοδό τους. Τελι­κά, κατόρθωσαν νὰ πείσουν τοὺς μοναχοὺς γιὰ τὴν στα­θερό­τητα τῆς ἀποφάσεώς τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἱερότητα τοῦ σκοποῦ τους καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὰ ῾Ιεροσόλυμα.

῎Επειτα ἀπὸ ἕνα μακρὺ καὶ ἐπίπονο ταξίδι ἔφθασαν στὴν ἁγία Πόλη, προσκύνησαν ἐκεῖ τὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ, ἐπισκέφθηκαν ἐν συνεχεία τὸ ὄρος Σινᾆ καὶ ἐπέστρεψαν στὴν ῾Ιερουσαλήμ. ᾿Εδῶ τοὺς φανερώθηκαν καθ᾿ ὕπνον οἱ ἀπόστο­λοι Παῦλος καὶ ᾿Ανδρέας, οἱ ὁποῖοι τοὺς προφήτευ­σαν ὅσα “ἔμελλαν νὰ τοὺς συνέβουν τριγύρω εἰς ταῖς αἱρέ­σεις τοῦ καιροῦ ἐκείνου ἀνάμεσα εἰς τοὺς εἰκονομάχους”. Οἱ ῞Οσιοι ἀνέφεραν τὸ “ἐνύπνιον, ἢ μᾆλλον εἰπεῖν τὴν προ­φητικὴν ὅ­ρα­σιν” στὸν πατριάρχη ῾Ιεροσολύμων, ὁ ὁποῖος τοὺς συμβού­λευσε σχετικὰ καὶ τοὺς ἐφοδίασε μὲ συστατικὰ γράμματα καὶ ἐπιστολὲς γιὰ τὸν πάπα τῆς Ρώμης.

Μετὰ ἀπὸ ἕνα δύσκολο ταξίδι ἐπέστρεψαν στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ὅπου ἔγιναν δεκτοὶ μὲ πολλὴ χαρὰ ἀπὸ τοὺς μονα­χούς, στοὺς ὁποίους ἐξιστόρησαν τὶς περιπέτειές τους. ᾿Αλλὰ σὲ λίγο ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ “πρὸς τὰ μέρη τῆς Θεσ­σαλονίκης ἐλθόντες ὡμιλοῦσαν εἰς ὅλους τοὺς κατοικοῦντας εἰς τοὺς τόπους ἐκείνους τὰ σωτήρια δόγματα”. ᾿Απὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἔστειλαν μοναχοὺς μὲ παραμυθητικὲς ἐπιστο­λὲς στὰ ᾿Ιλλυρικὰ μέρη -ἤγουν τῆς Σκλαβουνίας, ὅπως ἐξ­ηγεῖ ἕνας διασκευαστής, ὁ Παρθένιος- καὶ οἱ ἴδιοι περι­όδευσαν διδάσκοντας καὶ ἐπισκεπτόμενοι τὶς πόλεις καὶ τὶς περιοχὲς τῆς Θεσσαλίας, ὥσπου ἔφθασαν στὸ “ὄρος τὸ Θετ­ταλικὸν τὸ ὀνομαζόμενον τῶν Κελλίων”, γιὰ νὰ νουθε­τή­σουν καὶ νὰ παρακινήσουν πνευματικὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς ἐρημίτες ποὺ ζοῦσαν ἐκεῖ.

᾿Απὸ ἐκεῖ προχώρησαν “εἰς τὰς Νέας Πάτρας” (σημ. ῾Υ­πά­τη), ὅπου καὶ ἔμειναν ἀρκετὸ καιρό, γιὰ νὰ κατα­λή­ξουν στὴ συνέχεια στὸ ὄρος τῶν Θερμοπυλῶν. ᾿Εδῶ ἀποφά­σι­σαν νὰ ἐγκαταβιώσουν, ἀλλὰ ἄγγελος Κυρίου τοὺς προέτρε­ψε νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο τους στὴν Πελοπόννησο, ὅπου θὰ συναντοῦσαν στὸ χωριὸ τῶν Γαλατῶν, κοντὰ στὰ Καλάβρυ­τα, μία εὐσεβῆ κόρη, ποὺ εἶχε ἀνακαλύψει μία εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Οἱ ὅσιοι πατέρες μετέβησαν λοιπὸν στὴν Πελο­πόννησο καὶ φθάνοντας στὸ χωριὸ τῶν Γαλατῶν -“λεγόμε­νον τώρα Ζαχλωροῦς”, μᾆς λέει πάλι ὁ Παρθένιος- συναν­τήθηκαν μὲ τὴ βοσκοπούλα, στὴν ὁποία εἶχε προαγγελθεῖ ἡ ἔλευσή τους, ὅταν αὐτὴ βρῆκε τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου στὸ Σπήλαιο.

῾Η κόρη ἀνεγνώρισε ἀμέσως τοὺς θεόσταλτους ἄν­δρες καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, τοὺς ὁδήγησε στὸ Μέγα Σπή­λαιο, ὅπου ἀντίκρυσαν τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. ᾿Ενῶ ἄ­φωνοι θαύμαζαν τὴ μεγαλοπρεπῆ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἀ­κούσθηκε μία φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἡ ὁποία τοὺς προέτρε­πε νὰ συν­ε­χίσουν τὸ ἔργο τους: “σπουδάσατε νὰ νουθετήσε­τε καὶ νὰ βε­βαιώσετε ὅσους κατοικοῦν εἰς τὴν Πελοπόννη­σον καὶ εἰς ὅλαις της ταῖς χώραις νὰ μένουν πάντα σταθε­ροὶ καὶ ἀμε­τά­τρε­πτοι εἰς τὴν προσκύνησιν τῶν ἁγίων εἰκό­νων”.

῞Οταν ἀποφάσισαν νὰ καθαρίσουν τὴν εἴσοδο τοῦ σπη­λαίου καὶ τὸν περιβάλλοντα χῶρο, θέτοντας πῦρ στοὺς θά­μνους καὶ στὰ δένδρα, τότε “δράκων τις φοβερὸς εἰς τὸ μέ­γεθος ἐφώλευεν ἐκεῖ”, ξεπετάχθηκε μέσα ἀπὸ τὶς βά­τους, ἀλλὰ ἐξουδετερώθηκε μὲ θαυμαστὸ τρόπο. ᾿Ανάμεσα στὰ δέν­δρα βρέθηκαν κάποια ἀρχαῖα ἐρείπια, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν καὶ τὴ βάση γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση ἑνὸς ναοῦ, στὸν ὁποῖο κατετέθη ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. ῾Η κόρη δέ­χθηκε τὸ μονα­χικὸ σχῆμα μὲ τὸ ὄνομα Εὐφροσύνη καὶ ἐγκαταστάθηκε ὡς ἔγκλειστη σὲ μία μικρὴ καλύβα κοντὰ στὸ Σπήλαιο.

῾Η φήμη γιὰ τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἁγιότητα τῶν ῾Οσίων καὶ τῆς Εὐφροσύνης προσήλκυαν σὰν μαγνήτης πλῆθος πιστῶν στὸ Σπήλαιο. ῾Ο ἐνθουσιασμὸς τοῦ κόσμου ἦταν τέτοιος, ὥστε νὰ προσφέρουν ὅλα τὰ μέσα στοὺς ῾Οσίους γιὰ νὰ ἀν­εγείρουν μοναστήρι, οἱ ῞Οσιοι ὅμως ἀρνήθηκαν κάτι τέτοιο, γιατὶ σκοπός τους ἦταν ἡ ἀποστολικὴ δράση στὴν Πελο­πόννησο, ποὺ ἦταν βυθισμένη στὴν ἀσέβεια. ᾿Αφοῦ λοιπὸν ἔστειλαν μὲ κάποιον συνοδό τους τὶς ἐπιστολὲς στὸν Πάπα, ἄρχισαν νὰ περιοδεύουν στὴν Κόρινθο, τὸ ῎Αργος, τὰ ᾿Επί­δαυρα, τὸ Ναύπλιο, τοὺς ᾿Αμυκλαίους, Λάκωνες, Δωρι­εῖς, Πατρεῖς, ῾Ηλείους, ᾿Αρκάδες. ῾Η δράση τους ἐπεκτάθη­κε κι ἔξω ἀπ᾿ τὴν Πελοπόννησο, ἀφοῦ μὲ ἐπιστολὲς φρόντισαν καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ὠφέλεια τῶν νησιῶν καὶ ἰδιαίτερα τῆς Κρήτης.

“Καὶ τέλος ἀπὸ θεῖον ἄγγελον ἐδιδάχθησαν τὸ τέλος τῆς ζωῆς των”· ἔτσι ἑτοιμάσθηκαν κατάλληλα καὶ ὅταν ἀπε­δή­μησαν εἰς Κύριον, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο, “ἐτάφησαν λοιπὸν ἀπὸ τοὺς μαθητάς των μὲ τὰ ἴδια των μοναχικὰ φορέματα καὶ σχήματα κατὰ γῆς εἰς τὸ αὐτὸ ἅγιον Σπή­λαιον”. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ἐκοιμήθη καὶ ἡ ὁσία Εὐφρο­σύνη καὶ ἐτάφη “ὅπου ἐτάφησαν καὶ οἱ θεῖοι πατέρες”.

῾Η ὕπαρξη καὶ ἡ δράση τῶν ὁσίων Θεοδώρου, Συμεὼν καὶ Εὐ­φροσύνης ἀγνοεῖται ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς συναξαριστές, ἀλλὰ παραδίδεται πάντοτε ὡς ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ Κτι­τορι­κοῦ καὶ τῶν Προσκυνηταρίων τῆς μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπη­λαίου, στὰ Καλάβρυτα τῆς Πελοποννήσου. ᾿Εκτὸς αὐτοῦ, ὁ Βίος δὲν σώζεται στὴν ἀρχική του μορφή, ἀλλὰ σὲ μετα­γενέστερες παραφράσεις σὲ δημώδη γλῶσσα. Οἱ διάφορες παραλλαγὲς τοῦ Βίου τῶν ῾Οσίων, ὅπως παραδίδονται στὶς ἔντυπες ἐκδόσεις, δὲν παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, ἐκτὸς τῆς ἐκδόσεως τοῦ Κτιτορικοῦ ἢ Προσκυνηταρίου τοῦ Κων­σταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἔτους 1840. ῾Η παράφραση τοῦ ᾿Αθηναίου λογίου ᾿Ανάργυρου Βερναρδῆ, ἔκδοση Βενετίας 1706, καὶ τὸ Προσκυνητάρι τοῦ λογίου ἱεροδιακόνου Παρ­θενίου τοῦ Πελοποννησίου, Βενετία 1765, ἀποτελοῦν συγ­γενῆ κείμενα. ῾Ο Κων. Οἰκονόμος τοποθετεῖ τὴ δράση τῶν ὁσίων στὰ 310-320 καὶ τὴν εὕρεση τῆς εἰκόνος τὸ 362, ἐνῶ οἱ ἄλλες παραλλαγὲς ἀναφέρουν ἁπλὰ ὅτι ἔδρασαν στὰ χρό­νια τῆς εἰκονομαχίας.

Στὰ κείμενα τοῦ Παρθενίου καὶ τοῦ Οἰκονόμου ὁ λό­γος διακόπτεται συχνὰ γιὰ ἐπεξηγήσεις καὶ ἑρμηνεῖες. ᾿Αντι­θέτως ἡ παράφραση τοῦ Βερναρδῆ ἀποτελεῖ μετάφραση, “εἰς τὴν καθ᾿ ἡμᾆς γλῶσσαν”, πιστὴ καὶ χωρὶς τὴν παραμι­κρὴ παρέμβαση, τοῦ χειρογράφου ἢ ἀντιγράφου ποὺ φιλο­τέχνησαν, τὸ 1509, “οἱ ἐλάχιστοι, ὅ τε ᾿Ησαΐας καὶ Σωφρό­νι­ος οἱ ρακενδῦται καὶ ἐρημῖται”.

Τὸ χειρόγραφο τῶν μοναχῶν Σωφρονίου καὶ ᾿Ησαΐα, φαίνεται, ἀπὸ ἐσωτερικὲς μαρτυρίες, ὅτι ἀνάγεται στὰ χρό­νια τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Β¢ Παλαιολόγου (1282-1328), διότι ἀναφέρεται ὅτι “τὸ ἱερὸν τοῦτο Σπήλαιον μετε­σκευάσθη καὶ ἔγινε μοναστήριον... διὰ μέσον τῆς εὐ­σε­βείας καὶ γενναιότητος τοῦ νῦν βασιλεύοντος ᾿Ανδρονί­κου...”. Συν­επῶς ἡ παράφραση τοῦ Βερναρδῆ μᾆς ὁδηγεῖ ἐγ­γύτερα στὸ ἀπωλεσθὲν πρωτότυπο ποὺ χρησιμοποίησαν οἱ μοναχοί, δηλ. στὴν παράδοση τοῦ 13ου αἰῶνος.

῾Η χρονολόγηση τῆς δράσεως τῶν ὁσίων αὐταδέλφων Θεοδώρου καὶ Συμεών, δὲν εἶναι εὐχερὴς μὲ ἀκρίβεια· πι­θα­νὸν νὰ ἀναφέρεται σὲ γεγονότα τοῦ τέλους 8ου αἰ. - ἀρχὲς 9ου αἰ., καὶ ἔτσι τίθεται στὴν ἐποχὴ μεταξὺ τοῦ ὁσί­ου Γρη­γορίου τοῦ Δεκαπολίτη καὶ τοῦ ὁσίου ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογρά­φου. Παρέχει μία πολὺ πρώιμη εἰ­κόνα τοῦ ῾Ελλαδι­κοῦ χώρου καὶ συμπληρώνει τὶς γνώσεις μας γιὰ τὸ μοναχι­σμὸ τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καὶ τῆς κυρίως ῾Ελλά­δος. ῾Η μνεία κάποιας μορφῆς ὀργανώσεως τῶν ἀσκητῶν τοῦ ῾Αγίου ῎Ο­ρους καὶ μοναχῶν στὸ “Θετταλικὸ ὄ­­ρος τῶν Κελ­λίων”, τοῦ ὀρεινοῦ ὄγκου μεταξὺ ῎Οσσας καὶ Πη­λί­ου, εἶναι πληροφο­ρίες μοναδικὲς χρονικὰ καὶ ἀξιο­λογικά.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 2:11 pm
από paulina
26 ᾿Οκτωβρίου


ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ὁ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ, μεγαλομάρτυς

Πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης, προστάτης τῶν ῾Ελλήνων καὶ

ὑπέρμαχος ᾿Ορθοδοξίας.




῾Η παραδοσιακὴ ἁγιολογικὴ φιλολογία γνωρίζει τρία εἴδη ἔργων ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἀθλοφόρο Δημήτριο, ὅπως παρατήρησε καὶ ὁ F. Halkin. ῾Η ἁγιολογικὴ φιλολο­γία περι­λαμβάνει Μαρτύρια (Passiones), Θαύματα (Miracula), καὶ ᾿Εγκωμιαστικοὺς Λόγους (Laudationes). Στὰ ἔργα αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ προσθέσουμε ὄχι μόνο τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους ἀλλὰ καὶ τὰ θρησκευτικὰ λαϊκὰ ἄσματα.

Οἱ πηγὲς αὐτὲς εἶναι πλούσιες σὲ ὑλικὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο φαίνεται ὄχι μόνο ἡ εὐρεία διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δη­μητρίου στὸν ἑλληνικὸ χῶρο, ἀλλὰ καὶ σ᾿ αὐτοὺς τοὺς Σλά­βους. ῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου εἶναι γνωστὴ καὶ στὴ Δύση.

᾿Απὸ ἕνα Μαρτύριο ποὺ γράφηκε ἀπὸ ἀνώνυμο συγ­γραφέα, ἔχουμε ὑλικὸ ἀναγόμενο στὰ τέλη τοῦ πέμπτου ἢ ἀρχὲς τοῦ ἕκτου αἰώνα. Στὸ Μαρτύριο αὐτὸ ὑπάρχουν πλη­ροφορίες ποὺ ἀναφέρονται στὴν κοινωνικὴ ζωὴ τῆς Θεσσα­λονίκης καὶ στὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Οἱ ἱστο­ρικοὶ στέκονται μὲ ἐνδιαφέρον στὸ κείμενο αὐτὸ γιατὶ βρί­σκουν ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες, ποὺ διαφωτίζουν πλευ­ρὲς τῆς Θεσσαλονίκης ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρουν.

Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ περιέχουν θρύλους καὶ μιλοῦν γιὰ τὰ θαύματα τοῦ ῾Αγίου, ἀποτελοῦν βασικὴ πηγὴ γνώσεως τῆς ῾Ιστορίας τῶν Σλάβων καὶ τῶν Βουλγάρων. Τὸ ὑλικὸ τῶν βιβλίων αὐτῶν ἀποτέ­λε­σε ἀντικείμενο ἔρευνας ἐπειδὴ ἀπ᾿ αὐτὰ (τὰ βιβλία) πληρο­φορούμαστε γιὰ τὴ στρατιωτικὴ ὀργάνωση, τὴν τοπο­γρα­φία τῆς πόλεως, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὸν τεχνικὸ πολε­μικὸ ἐξ­οπλισμὸ στὴ Βαλκανική. Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” εἶναι τρία. Τὸ πρῶτο γράφηκε ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσ­σαλο­νί­κης ᾿Ιωάννη στὰ τέλη τοῦ ἕκτου ἢ ἀρχὲς τοῦ ἑβδόμου αἰώ­να. ᾿Απο­τελεῖται ἀπὸ δέκα τρεῖς διδακτικοὺς λόγους καὶ δι­αι­­ρεῖται σὲ δέκα πέντε κεφάλαια. Τὸ δεύτερο βιβλίο ἀποτε­λεῖται ἀπὸ ἕξι διαλέξεις, ποὺ κάθε μία διηγεῖται κι ἕνα θαῦ­­μα. ῾Ο συγ­γραφέας τοῦ βιβλίου αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀκόμη γνω­στός. Πιθα­νότατα πρόκειται γιὰ κληρικό. Κατὰ τὶς νεό­τερες ἐκδοχὲς ὁ συγγραφέας τοῦ δευτέρου αὐτοῦ βιβλίου εἶναι δυ­νατὸν νὰ εἶναι ὁ ἐπίσκοπος ᾿Ιωάννης, ποὺ πῆρε μέρος στὴν ἕκτη Οἰ­κουμενικὴ Σύνοδο τὸ 680 στὴν Κων­σταντινούπολη, ἐπὶ Κων­σταντίνου Πωγωνάτου. Μὲ τὸ συγ­γραφέα τοῦ βι­βλί­ου αὐτοῦ ἀσχολήθηκαν ὁ G. Byei, ὁ Th. Tafel, ὁ E. Murelt καὶ ὁ V. Laurent. Τὸ τρίτο βιβλίο τῶν “Θαυμάτων” εἶναι ἔργο μετα­γενέστερο τοῦ δεκάτου αἰώνα, καὶ δὲν ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα τοὺς Σλάβους ἱστορικούς.

Τὰ “Θαύματα” τοῦ ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης παρ­έχουν πληροφορίες γιὰ τὶς σλαβικὲς ἐπιδρομὲς καὶ γιὰ τὴν κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση. Οἱ πληροφορίες ποὺ παρέχουν τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” συμπληρώνονται κι ἀπ᾿ ἐκεῖνες τοῦ Παρισινοῦ 1517 ὑπὸ τὸ ὄνομα ᾿Ιωάννης, ἀρχι­επίσκοπος Θεσσαλονίκης. Μὲ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ κεί­μενο ἀσχολήθηκε ἰδιαιτέρως ὁ P. Lemerle, ὁ ὁποῖος τελικῶς ἐξ­έδω­σε τὸ κείμενο ἐκ τοῦ κώδικα. ᾿Εκτὸς ἀπὸ τοὺς παραπάνω ἐρευνητές, μὲ τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” καὶ τὴ χρονολό­γη­ση τῶν σλαβικῶν ἐπιδρομῶν, ἀσχολήθηκαν ὁ O. Tafrali, ὁ H. Gelzer, ὁ F. Uspenski, ὁ I. Burmov, ὁ St. Maslev καὶ ἄλλοι. ᾿Απὸ τοὺς ἡμετέρους ἀξίζει νὰ ἀναφέ­ρουμε τὸ ὄνομα τοῦ Ε. Χρυσουλόπουλου, καὶ προσφάτως τοῦ Παναγιώτη Χρήστου.

Γιὰ τὴ διάδοση καὶ ἑδραίωση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων καὶ εἰδικότερα μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἰδιάζουσα σημασία ἔχουν ὁ Βίος τοῦ Κυρίλλου καὶ τοῦ Μεθοδίου, ἕνας Κανόνας στὸν ἅγιο Δημήτριο, γραμ­μένος ἀπὸ τοὺς δύο Θεσσαλονικεῖς ἀδελφούς, καὶ ἕνα ᾿Εγ­κώμιο τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ᾿Αχρίδος.

Μεταγενέστερη ἐπεξεργασία τῶν “Θαυμάτων” καὶ τοῦ ἀρχαίου Μαρτυρίου ποὺ ἀναφέραμε, ἔγινε ἀπὸ τὸν ᾿Ανα­στά­σιο Βιβλιοθηκάριο τὸν ἔνατο αἰώνα, πρὸς χάρη τοῦ Φράγκου αὐτο­κράτορα Καρόλου Calvus στὴ λατινική. ῾Η ἐπεξεργα­σία αὐτὴ τοῦ ᾿Αναστασίου εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Δύση. ᾿Επίσης τὰ κεί­μενα τοῦ Συμεὼν Μεταφραστῆ (10ος αἰ.), τοῦ Νικήτα, ἀρ­χιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (12ος αἰ.), τοῦ ᾿Ιωάννου Σταυ­ρακίου (13ος αἰ.), τοῦ Κωνσταντίνου ᾿Ακροπολίτου (13ος - 14ος αἰ.), τοῦ Συ­μεών, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (15ος αἰ.) καὶ τοῦ Μάρ­κου Εὐγενικοῦ (15ος αἰ.), συμπληρώνουν τὶς πληροφορίες τῶν “Θαυμάτων”. ᾿Ιδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες εἶναι οἱ πληροφορίες τοῦ Νικήτα Χωνιάτη, τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, τὸ ἐπί­γραμμα τοῦ Θεοδώρου Βαλσαμῶνος, τὰ νομίσματα καὶ οἱ σφραγίδες, καὶ τέλος ἕνας ἀπόκρυφος Βίος καὶ δύο Λόγοι τοῦ Γρηγορίου Τσαμπλάκ. Τὰ παραπάνω κείμενα, μαζὶ μὲ τὶς σφραγίδες καὶ τὰ νομίσματα, διαφωτίζουν τὴν περίοδο τῆς δημιουργίας τοῦ Δευτέρου Βουλγαρικοῦ Κράτους, σὲ σχέ­ση μὲ τὸ σφετερισμὸ τοῦ ἁγίου ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους. Πλού­­σιες ἐπίσης παραδόσεις βρίσκει ὁ ἐρευνη­τὴς καὶ στὰ ἔργα ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρονται στὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Ρωσία.

᾿Απὸ τὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ μᾆς πληροφοροῦν γιὰ τὴν εὐρεία διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ῾Αγίου στὸ σλαβικὸ κό­σμο καὶ ἰδιαίτερα μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἐγείρονται ὁρι­σμένα προ­βλήματα. Τὰ προβλήματα ἀναφέρονται στὶς σχέ­σεις Σλάβων καὶ ῾Ελλήνων κατὰ τὴ μακρὰ περίοδο ἀπὸ τὸν 6ο ἕως τὸν 15ο αἰώνα. Εἰδικότερα γιὰ τοὺς Βουλγά­ρους πρέπει νὰ ἀνα­­φερθοῦμε καὶ στὴν περίοδο τῆς τουρκο­κρατίας, κατὰ τὴν ὁποία ἀσκεῖ μεγάλη ἐπίδραση ὁ “Θησαυ­ρός” τοῦ Δαμασκη­νοῦ Στουδίτου (16ος αἰ.) μεταξὺ τῶν Σλάβων, ὅπως ἐπίσης καὶ στὰ λοιπὰ φιλολογικά τους κεί­μενα.

Οἱ πληροφορίες ποὺ παρέχουν οἱ ἀρχαιότερες πηγὲς καὶ οἱ ὁποῖες ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὴν ἀρχαιολογικὴ σκα­πάνη καὶ τὴν ἔρευνα, δὲν ἀφήνουν σήμερα καμμιὰ ἀμφιβο­λία περὶ τῆς καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ τὴ Θεσ­σαλονίκη, στὴν ὁποία γεννήθηκε γύρω στὸ 280 μ.Χ. καὶ στὴν ὁποία μαρτύρησε κατὰ τὸν μεγάλο διωγμὸ τοῦ Διο­κλητιανοῦ.

Οἱ πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι ἡ λαμπρὰ καὶ ἐπιφανὴς πό­λη τῆς Μακεδονίας, ἡ κορυφὴ τῆς Θεσσαλίας, ἡ “ὑπεριδρυμέ­νη καὶ ὑπερέχουσα πάσης ἄλλης”, ἡ Θεσσαλονίκη, εὐτύ­χησε νὰ εἶναι ἡ γενέτειρα τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Σ᾿ αὐτὴν τὴν πόλη γεννήθηκε καὶ ἀναγεννήθηκε μὲ τὸ θεῖο λουτρὸ τοῦ βαπτί­σματος. Εὐθὺς ἀμέσως, ἔχοντας καὶ τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, ἐμφανίζεται καὶ διδάσκει στοὺς Θεσσαλονικεῖς. Διδά­σκει ὄχι μὲ φόβο, ὅπως ἀναφέρουν οἱ πηγές, μήπως τὸν καταγ­γεί­λουν καὶ συλληφθεῖ ἢ μήπως χάσει τὸ ὑψηλό του ἀξίωμα, μὲ τὸ ὁποῖο τὸν περιβάλλει ἡ ρωμαϊκὴ πολι­τεία, ἀλλὰ εὐ­θαρσῶς. Διδάσκει ὄχι τὴ νύκτα στὶς γωνίες κρυ­πτό­μενος, ἀλλὰ τὴ μέρα “εὐπαρουσιάστως μηδεμίαν ἀνθρω­πί­νην δόξαν λογι­ζόμενος”.

Στὴ διδασκαλία του ὁ Δημήτριος εἶναι γλυκύς, ἑλκυ­στικός, πειστικότατος. Διαλύει τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων· ἀπο-κρούει τὶς κακοδοξίες, ἀνοίγει τὸ δρόμο πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο ἴδιος ἐπισφραγίζει τὴ ζωή του μὲ τὴ θυσία του. ῾Ομολογεῖ μὲ θάρρος τὴν πίστη του μπροστὰ στὸν ἔκπληκτο Μαξιμιανό· ὑπομένει ἀγογγύστως τὰ πρῶτα βασανιστήρια καὶ τέλος δέχεται τὸ μαρτύριο “χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος”, διότι καταξιώνεται νὰ διωχθεῖ ὑπὲρ τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας του. Προσφέρει τὴν πλευρά του καὶ χύνει τὸ αἷμα του, μιμούμενος ἔτσι τὸ πάθος τοῦ Χρι­στοῦ. ᾿Απὸ τὴ λογχισμένη πλευρά του τρέχει αἷμα, μὲ τὸ ὁποῖο ποτίζει τὸ ἀγλαόκαρπο δένδρο τῆς ᾿Εκ­κλησίας.

῾Η ὕπαρξη ναοῦ ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν πρώϊμη Κωνστάντεια ἐποχή, μαρτυρεῖ γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ ἀπέδιδαν οἱ Θεσσαλονικεῖς στὸν συμπατριώτη τους μάρτυρα. ᾿Αργότερα ὁ ἔπαρχος τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ Λεόντιος, ἀφοῦ θεραπεύτηκε ἀπὸ βαρειὰ νόσο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Δημητρίου, ἀνήγειρε ναὸ πρὸς τιμὴ τοῦ μάρτυρα γύρω στὰ 412-413.

῾Ο δοξάσας τὸν Θεὸ ἀντιδοξάζεται ἀπ᾿ Αὐτόν. ῾Ο λύ­χνος δὲν κεῖται πολὺ ὑπὸ τὸν μόδιο, ἀλλὰ τοποθετεῖται “ἐπὶ τῇ λυχνίᾳ” γιὰ νὰ λάμπει καὶ φωτίζει πρὸς πᾆσα κατεύ­θυν­ση. ῎Ετσι συνδέεται μὲ τὴ γενέτειρά του, τὴ Θεσσαλο­νίκη, μὲ τὰ προβλήματα τοῦ ῾Ελληνισμοῦ καὶ ἀποβαίνει ὑπέρμα­χος τῆς ᾿Ορθοδοξίας. ᾿Ακόμη πολὺ γρήγορα ἡ τιμή του δια­δίδεται στὸν κόσμο τῶν Σλάβων συνδεόμενη ἰδιαι­τέρως μὲ τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Ρώσους. ῎Ετσι, ἡ ἐπί­δραση τῶν ῾Ελλήνων ἐπὶ τῶν Σλάβων διὰ τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου, εἶναι μεγάλη.

῏Ηταν φυσικὸ ὁ ἅγιος Δημήτριος νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν πόλη στὴν ὁποία γεννήθηκε καὶ στὴν ὁποία μιμήθηκε μὲ πά­θος τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ. Οἱ Θεσσαλονικεῖς κατα­φεύ­γον­τας στὸ “θεοπάροχο” μνῆμα του, τὸν περικαλῆ ναό του, παρα­καλοῦσαν τὸν μεγαλομάρτυρα συμπατριώτη τους νὰ πρεσβεύ­ει στὸ Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία τους.

Σπανίως ἅγιος συνέδεσε τὴ μνήμη του τόσο πολὺ μὲ τὶς περιπέτειες καὶ ἀγωνίες τῆς πατρίδος του, ὅσο ὁ ἅγιος Δημήτριος. Στὶς ἀλλεπάλληλες ἐπιθέσεις τῶν Σλάβων καὶ ᾿Α­βάρων, ᾿Αράβων καὶ Βουλγάρων, ὁ ἅγιος Δημήτριος πρω­τ­α­γω­νιστεῖ καὶ προστατεύει τὴν πόλη του ἀπὸ τοὺς ἐπι­δρο­μεῖς. Βαρβαρικὲς φάλαγγες ἐπιτίθενται κατὰ καιροὺς μὲ μα­νία. ῾Ως ἄμμος τῆς θαλάσσης, ἀναφέρουν οἱ πηγές, ἐμφα­νί­ζονται οἱ ἐχθροί. Καταλαμβάνουν περιοχὲς τῆς Θρά­κης καὶ τῆς Μακεδονίας. Πλησιάζουν μὲ ἀκάθεκτη ὁρμὴ πρὸς τὴ Θεσ­σαλονίκη, κυριεύουν φρούρια καὶ προάστεια τῆς πόλεως. Πάνοπλοι οἱ ἐχθροὶ προετοιμάζονται γιὰ τὴν τελικὴ ἔφοδο κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ κάτοικοι ζητοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου βοήθεια. Παρακαλοῦν τὸ Θεὸ μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Δημητρί­ου νὰ μὴν πέσουν στὰ χέρια τῶν ἀλλοπίστων. ῎Εφιππος τότε ἐμφανίζεται ὁ ῞Αγιος, διατρέχοντας τὰ τείχη, καὶ συν­τρίβει μὲ δόρυ τοὺς ἐπιτιθε­μένους. Τὰ σχέδια τῶν ἐχθρῶν ματαιώνονται. ῾Ο Θε­ὸς τοῦ Δημητρίου διατηρεῖ τὴν πόλη “ἀτάραχον” καὶ “ἄτρω­τον”. Οἱ Θεσσαλονικεῖς δέχονται τὴ σωτηρία τους “θεόθεν”.

Σ᾿ ἄλλες περιπτώσεις, κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀποδεικνύεται ἐπίσης προστάτης. ᾿Απαλ­λάσσει ἀπὸ λιμοὺς καὶ ἀσθένειες τὴν πόλη του καὶ τὴ διατηρεῖ “ἐν εὐ­ταξίᾳ”.

᾿Απὸ μεταγενέστερες ἱστορικὲς πηγές, ὁ ἅγιος Δη­μή­τριος παρουσιάζεται νὰ θρηνεῖ ὅταν ἡ πόλη πέφτει στὰ χέ­ρια τῶν ᾿Αγαρηνῶν. ᾿Αποκαλεῖ τὴ Θεσσαλονίκη “πόλιν του”. “῾Εάλω μοι ἡ πόλις” λέγει θλιμμένος στὸν ἅγιο ᾿Αχίλ­λειο, “ἑάλω μοι παραδοθεῖσα εἰς ἀφανισμόν. Βεβήλωταί μοι ὁ να­ός· κατεπατήθη τὰ ἱερὰ ποσὶ βεβήλοις”.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἀποβαίνει γιὰ τοὺς Θεσσαλο­νι­κεῖς “ἀκριβὴς φρουρός”, φύλαξ ἄυπνος, τεῖχος ἄσειστο κατὰ τῶν βαρβάρων, φιλόπολις καὶ κηδεμών, πολιοῦχος καὶ προϊστά­μενος. ῾Η Θεσσαλονίκη ἀναδεικνύεται μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ μεγαλομάρτυρος, “θεοφύλακτος”, “θεοφρούρητος”, “θεόσωστος”.

᾿Αργότερα σὲ μέρες χαλεπές, σὲ στιγμὲς κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, οἱ πνευματικοὶ αὐτῆς ὁδηγοί, παρότρυναν τοὺς Θεσ­σαλονικεῖς νὰ θυμοῦνται τὶς εὐεργεσίες τοῦ μάρτυρος καὶ νὰ μιμοῦνται τὸ βίο του· νὰ ἀσκοῦνται στὴν ἀρετή, γιὰ νὰ ἔ­χουν τὸ θάρρος, ὑψώνοντας τὴ φωνή τους, νὰ ἀναφωνοῦν· “῾Ο Θεὸς τοῦ Δημητρίου βοήθει ἡμῖν”.

῾Ο τάφος τοῦ μάρτυρος μεταβάλλεται μὲ τὸν καιρὸ σὲ θαυματοφόρο τόπο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γίνεται χορηγὸς ἀγα­θῶν. Πολλοὶ ποὺ προστρέχουν μὲ πίστη, λαμβάνουν τὴ θερα­πεία τους ἀπὸ νόσους, ἐνῶ ταυτόχρονα, εὐαγγελίζονται τὴν παρουσία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἅγιος Δημή­τριος ἀπο­βαίνει γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς “σῖτος τῶν πει­νόντων”, “ἰα­τρὸς τῶν ἀσθενῶν”, “λυτρωτὴς τῶν αἰχμα­λώ­των”, “μεσίτης”.

Αὐτοκράτορες ὅπως ὁ ᾿Ιουστινιανὸς καὶ ὁ Μαυρίκιος, πιστεύουν ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ κράτους θὰ ἦταν βεβαία, ἂν εἶχαν καὶ τὴν προστασία τοῦ ἁγίου Δημητρίου, διὰ τῆς πα­ρ­ουσίας μέρους τῶν ἁγίων λειψάνων του. Ζητοῦν εὐλαβικὰ μέ­ρος τῶν λειψάνων του, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν τὸ ἐπι­­τρέ­πει, γιατὶ θέλει τὸ λείψανό του νὰ διατηρηθεῖ ἀκέ­ραιο. ῎Αλλοι ἀποδίδοντας τὶς νίκες τους κατὰ τῶν ἐχθρῶν στὸν ῞Αγιο, τὸν τιμοῦν μὲ δωρεές, ὅπως ὁ ᾿Ιουστινιανὸς Β¢, ἢ μὲ ἐπιγράμματα καὶ ἀφιερώματα, ὅπως ὁ ᾿Ισαάκιος Β¢ ὁ ῎Αγγελος, ἐνῶ μεταφέρεται ἡ εἰκόνα του στὴν Κωνσταντι­νούπολη γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῆς πόλεως. Πλῆθος ναῶν ἀνε­γείρονται πρὸς τιμὴν τοῦ ῾Αγίου καὶ πολλὲς εἰκόνες ἀνευ­ρί­σκονται σ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας “ὑπο­μνήματα ζήλου” πρὸς τὸν μάρτυρα.

Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Φραγκοκρατίας, ἂν καὶ τὸ ἔ-θνος παρουσιάζει σημεῖα κάμψεως καὶ μελανὰ σύννεφα ἐμ­φανίζονται στὸν ὁρίζοντα, δημιουργοῦνται νέες τάσεις, ποὺ συντελοῦν στὴ δημιουργία τοῦ Νέου ῾Ελληνισμοῦ. Τὶς τάσεις αὐτὲς τὶς βρίσκουμε καὶ στὰ κείμενα ἐκεῖνα ποὺ ἀφιερώ­νον­ται στὸν ἅγιο Δημήτριο, γιὰ νὰ ὑπογραμμισθεῖ, ὅπως λέγει ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος κόσμησε τὴν ῾Ελλάδα μὲ νίκες καὶ δόξασε τοὺς ῞Ελληνες. ῾Ελλάδα γιὰ τὸ Νικόλαο Καβάσιλα εἶναι ὅλη ἡ αὐτοκρα­τορία καὶ ῞Ελληνες οἱ κάτοικοι αὐτῆς.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἐμψυχώνει τοὺς ῞Ελληνες κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας. Αὐτὸ διαπιστώνεται ἀπὸ τὴν πίστη τῶν ῾Ελλήνων, ὅπως ἀποτυπώνεται στὰ μετα­βυ­ζαντινὰ κείμενα, στὰ ὁποῖα βρίσκουμε τὰ αἰτήματα τῶν ῾Ελ­λήνων γιὰ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοὺς ᾿Αγαρηνούς. ῾Ο ἅγιος Δημή­τριος ἐμπνέει καὶ τοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ 1821 στὸν τιτάνιο ἀγώνα τους κατὰ τῶν Τούρκων. ῾Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης θεωροῦσε τὸν ἅγιο Δημήτριο προστάτη του. Τέλος, δὲν εἶναι τυχαῖο καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου τοῦ 1912, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ πολιούχου της.

Τὰ γεγονότα ποὺ παραθέτουν οἱ πλούσιες πηγὲς ἀπο­δεικνύουν ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀπέβη προστάτης ὄχι μόνο τῆς πατρίδας του ἀλλὰ καὶ τῆς χώρας ἁπάσης, ἁπάν­των τῶν ῾Ελλήνων καὶ τῆς ῾Ελλάδος. Τὸ δέκατο τέταρτο αἰώνα, σύμ­φωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ Νικολάου Καβάσιλα ἀλλὰ κι ἄλλες πηγές, ὅπως ἔδειξαν ἄλλοι ἐρευνητὲς τῆς περιόδου αὐτῆς, ἡ αὐτοκρατορία εἶναι πλέον ῾Ελληνική. Οἱ κάτοικοί της ῞Ελ­ληνες. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι ῞Ελλην.

Κατὰ τὶς πλούσιες πηγὲς ὁ ἅγιος Δημήτριος δὲν ὑπῆρ­ξε μόνο προστάτης καὶ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς “χώρας ἁπάσης”, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀποφασιστικὸς πολέμιος τῶν αἱρέσε­ων καὶ διδάσκαλος τῆς ᾿Ορθοδοξίας.

῾Ο καθαρὸς καὶ ἄμεμπτος βίος του, τὸ διδακτικό του χάρισμα, μὲ τὸ ὁποῖο κήρυττε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ διέλυε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ συνέτριβε τὶς αἱρετικὲς κακοδο­ξίες, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ “χριστομίμητο” μαρτύριό του, ἀπε­τέλεσε γιὰ τοὺς ὑπέρμαχους τῆς ᾿Ορθοδοξίας, πηγὴ ἐμπνεύ­σεως. ᾿Εγκωμιαστὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὑπεύθυνοι ποιμε­ν­άρχες, ἀντιμετωπίζοντας πολλὲς καὶ ποικίλες αἱρέσεις, ποὺ συγκλόνιζαν τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης, ἔθεταν στὸ στόμα τοῦ μάρτυρος τὴν ὀρθὴ τῆς ᾿Εκκλησίας διδασκαλία. ῎Ετσι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐμφανίζεται παρὼν σὲ μεταγενέστερες ἐποχές, πολὺ μετὰ τὸ μαρτυρικό του θάνατο, ν᾿ ἀντιμετωπίζει θεολογικὲς καὶ χριστολογικὲς αἱρέσεις, ἐνῶ ταυτόχρονα διετύπωνε τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀλή­θεια, ὅπως αὐτὴ εἶχε διατυπωθεῖ στὶς Οἰκουμενικὲς Συν­όδους. ῎Αλλοτε πάλι, ὑμνογράφοι ὅπως ὁ Ρωμανὸς ὁ Με­λω­δὸς καὶ ἄλλοι, ἔχοντας ὑπόψη τους τὸ φωτεινὸ παρά­δειγμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὸ βίο του καὶ τὸ μαρ­τύριό του στοιχεῖα πρὸς καταπολέ­μηση φοβερῶν γιὰ τὴν ἐποχή τους κακοδοξιῶν. ᾿Αργότερα οἱ φωτιστὲς τῶν Σλά­βων Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, Θεσσα­λονικεῖς ῞Ελληνες ἀδελ­φοί, μετα­φέροντας τὴ λαμπάδα τῆς πίστεως στὴ Μοραβία καὶ ἀντιμετωπίζοντας πολλαπλὲς δυ­σκολίες, ἔστρεφαν νοσταλ­γικὰ τὰ βλέμματά τους πρὸς τὸ ναὸ τοῦ Δημητρίου γιὰ νὰ ἀν­τλήσουν δύναμη καὶ θάρρος. ῎Ετσι μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ῾Αγίου συμπα­τριώτη τους, οἱ δύο ἀδελφοὶ κρα­τοῦσαν ψηλὰ τὸ λάβαρο τῆς ᾿Ορθοδοξίας ποὺ κινδύνευε ἀπὸ τοὺς Λατίνους. Κατὰ τὸ 14ο αἰ., ὅταν ἡ ᾿Ορθοδοξία ἀ­γω­νιζόταν κατὰ τοῦ σχολα­στικισμοῦ, ἡσυχαστὲς πατέρες, μὲ πρῶτο τὸν ἅγιο Γρηγό­ριο τὸν Παλαμᾆ, ἀρχιεπίσκοπο Θεσ­σαλονίκης, ἀπέδιδαν στὸ μεγαλομάρτυρα μοναχικὲς ἀρετὲς γιὰ νὰ ἐξάρουν τὸν ὀρθόδοξο μοναχισμὸ καὶ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ποὺ βάλλονταν ἀπὸ τοὺς σχολαστικούς.

Διδάσκαλο καὶ προφήτη ἀποκαλεῖ τὸν ἅγιο Δημή­τριο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, ἐπειδὴ δίδαξε τὴν ὀρ­θόδοξη πίστη καὶ ἐνέπνευσε τοὺς διδασκάλους τῆς πίστεως. Κήρυκα τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Ορ­θοδοξίας ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ἐνῶ ὁ ἅγιος Νι­κόδημος ὁ ῾Αγιορεί­της τὸν ἀποκαλεῖ καταλύτη τῶν αἱρέ­σεων.

῾Η Θεσσαλονίκη, δεύτερη πόλη μετὰ τὴν Κωνσταντι­νούπολη, ἀναπτύχθηκε σὲ πολιτιστικὸ κέντρο στὰ Βαλκά­νια. Οἱ Σλάβοι, ἐρχόμενοι σὲ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ῞Ελληνες, εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ δημιουργήσουν “μιὰ δεύτερη Θεσσαλονί­κη” μὲ ἀνάλογες παραδόσεις ποὺ ὑπῆρχαν στὴν πόλη τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

Τὰ δύο βιβλία τῶν “Θαυμάτων” ποὺ περιγράφουν τὶς ἐπιδρομὲς τῶν ᾿Αβαροσλάβων, ἐμφανίζουν τὸν ἅγιο Δημή­τριο πρωταγωνιστή, ἐπεμβαίνοντα καὶ σώζοντα τὴν πατρίδα του. ῾Η πεποίθησις αὐτὴ ποὺ καλλιεργήθηκε καὶ βιώθηκε ἀπὸ τὸ λαό, γινόταν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου καὶ πίστη τῶν Σλά­βων ἐπιδρομέων. Οἱ πόλεμοι κατὰ τῶν ῾Ελλήνων καὶ ἡ ἐπέμ­βαση τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὑπὲρ τῆς πατρίδος του, ἔπαιρ­ναν χαρακτήρα θρησκευτικό. Οἱ Σλάβοι μὲ τὶς ἐπιδρομές τους κατέστρεφαν ναοὺς καὶ ἐπέφεραν φοβερὲς δηώσεις. Οἱ χρι­στιανοὶ ἐπικαλούμενοι πρῶτα τὸ Θεὸ καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, συνέβαλαν στὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς θρησκείας μεταξὺ τῶν Σλάβων καὶ φυσικὰ τῆς τιμῆς τοῦ ῾Αγίου. Τὰ βιβλία τῶν “Θαυμάτων” μιλοῦν γιὰ περιπτώσεις μεμονωμένων Σλάβων ποὺ ἀσπάσθηκαν τὴ χρι­στιανικὴ θρησκεία, τιμών­τας στὴ συνέχεια τὸν μάρτυρα Δη­μήτριο.

῾Η διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων, πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἔγινε καὶ σὲ ὁμαδικὲς περι­πτώσεις. ῞Οσοι κάτοικοι εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ τὸν Χα­γᾆ­νο κατὰ τὸν δεύτερο σλαβικὸ πόλεμο καὶ μεταφέρ­θη­καν στὴν Παννονία δὲ λησμόνησαν τὴν πίστη τους. ῞Ολοι αὐτοὶ μετέδιδαν καὶ τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴν Παννο­νία καὶ στὴ Δαλματία. Στὸ Σίρμιο, στὰ μέσα τοῦ 11ου αἰ., ὑπῆρχε μοναστήρι στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐνῶ στὶς σερβι­κὲς χῶρες ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται ἐκκλη­σίες καὶ μονα­στή­ρια στὸ ὄνομά του. ᾿Απὸ τὶς περιοχὲς αὐτές, ἡ τιμὴ τοῦ μάρ­τυρος μεταδόθηκε ἀργότερα καὶ στοὺς Μαγυάρους. ᾿Απὸ ἱστο­ρικοὺς λέγεται ὅτι οἱ Σλάβοι ποὺ ἡττήθηκαν στὸ Στρυ­μό­να ἀπὸ τὸν ᾿Ιουστινιανὸ Β¢, εἶχαν ἀκούσει γιὰ τὴν προ­στα­σία τοῦ ἁγίου Δημητρίου πρὸς τοὺς πατριῶτες του, τοὺς Θεσσαλονικεῖς. Στὶς ἀγαθὲς ἐπι­δράσεις τῶν ῾Ελλήνων ἐπὶ τῶν Σλάβων καὶ στὴ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρί­ου μεταξὺ αὐτῶν, ἀναφέρεται καὶ ὁ ᾿Ιωάννης Καμενιάτης.

Τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων ἑδραίωσαν οἱ δύο ῞Ελληνες Θεσσαλονικεῖς ἀδελφοί, Κύριλ­λος καὶ Μεθόδιος. ᾿Απὸ τὸ Βίο τοῦ Μεθοδίου καταφαίνεται ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ τιμοῦσαν ἰδιαίτερα τὸν ἅγιο συμπα­τριώ­τη τους. Στὸ 15ο κεφάλαιο τοῦ Βίου τοῦ Μεθοδίου ἀνα­φέ­ρεται ὅτι ὁ Μεθόδιος ἀφοῦ συμπλήρωσε τὸ ἔργο τῆς μετα­φράσεως τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, “ἀπέδωκεν εἰς τὸν Θεὸν τὴν κατ᾿ ἀξίαν δόξαν καὶ τιμήν, διότι ἐχάρισε αὐτῷ τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν τούτου”. ᾿Επίσης “μετὰ τοῦ κλήρου αὐτοῦ ἐτέλεσε τὴν θείαν λειτουργίαν πανηγυρίσας τὴν μνή­μην τοῦ ἁγίου Δημητρίου”.

Στοὺς δύο ἀδελφοὺς ἀποδίδεται ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς καὶ ἕνας Κανόνας στὸν ἅγιο Δημήτριο. Στὴν ἐνάτη ὠδὴ τοῦ Κα­νόνος ἐκφράζεται μὲ ὡραιότατο λυρικὸ τρόπο ἡ νο­σταλγία τῶν δύο ἱεραποστόλων γιὰ τὴν πατρίδα τους, τὴ Θεσσαλο­νίκη. ᾿Απὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ Κανόνα φαίνεται, ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ διαδίδοντας τὴν τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου μεταξὺ τῶν Σλάβων ἐνεφάνιζαν αὐτὸν ὄχι μόνον ὡς ἅγιο προστάτη τῆς πόλης, ἀλλὰ καὶ ὡς “ἥλιον” ποὺ μὲ τὴν ὀρθόδοξη διδα­σκαλία του κατεφώτισε τοὺς ἀνθρώπους, δια­λύοντας κάθε πλάνη. ᾿Επίσης στὸν Κανόνα ἐπαναλαμβά­νε­ται ὅτι ὁ ῞Αγιος ὑπῆρξε πρόμαχος τῆς ῾Αγίας Τριάδος, δι­δασκαλία ποὺ δὲ στερεῖται σημασίας, ἀφοῦ ὅλα τὰ ἀρ­χαῖα Μαρτύρια θέλουν τὸν ἅγιο Δημήτριο διδάσκαλο τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Οἱ δύο ἱεραπόστολοι τῶν Σλάβων, διαδί­δοντας τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ μορφώνοντας ὀρθόδοξα τὸ λαὸ ἀντι­μετώπιζαν πολλὰ προβλήματα. ᾿Απὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ἔπρεπε νὰ ξεπεράσουν τοὺς ἀντιφρονοῦντες στὸ τριαδικὸ δόγμα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς Λατίνους ποὺ ὑποστήριζαν τὴν προσθή­κη τοῦ Filioque στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι οἱ δύο ἀ­δελ­φοὶ εἶχαν ὑποστεῖ δει­νὰ ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς “τριγλωσ­σίας”. Γνωρίζοντας ὅμως ὅτι οἱ πηγὲς καὶ τὰ ἐγκώμια πρό­βαλλαν τὸν ῞Αγιο ὡς διδάσκαλο καὶ ὑπέρ­μαχο τῆς ᾿Ορθο­δο­ξίας, ἦταν φυσικῶς ἑπόμενο νὰ συνεχίσουν τὴν παράδοση. Νὰ διδάξουν δηλ. καὶ στοὺς Σλάβους ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν ὑπέρμα­χος τῆς ῾Αγίας Τριάδος καὶ τῆς ᾿Ορθοδόξου πί­στεως.

Στὸν Κανόνα δὲν παραλείπεται ἀκόμη νὰ τονισθεῖ ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν πολὺ ὀνομαστὸς μεταξὺ τῶν βαρ­βάρων καὶ μάλιστα ἐκείνων ποὺ εἶχαν ἐπιτεθεῖ κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Αργότερα ὁ Νικόλαος Καβάσιλας θὰ τονίσει σὲ ἐγκώμιό του ὅτι ὁ συμπατριώτης του ἔπειθε ὅλους, ῞Ελ­ληνες καὶ βαρβάρους, μὲ τὴ διδασκαλία του. ᾿Εὰν λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι ὁ Καβάσιλας δὲν ἀναφέρεται μόνο στὴν ἐπο­χὴ ποὺ ἄκμασε ὁ ῞Αγιος, ἀλλὰ σ᾿ ὅλη τὴ δημι­ουρ­γηθεῖσα παράδοση ποὺ θέλει τὸν ἅγιο Δημήτριο διδάσκα­λο τῆς ᾿Ορ­θοδοξίας καὶ ἐπίσης ὅτι ὁ μεγάλος αὐτὸς θεολό­γος χρησι­μοποιεῖ τὰ ὀνόματα “῞Ελλην” καὶ “῾Ελλάς” μὲ ἐθνικὴ πιὰ σημασία, καὶ μὲ τὴ λέξη “῾Ελλάς” ἐννοεῖ ὁλόκληρη τὴν αὐτο­κρατορία, βάρβαροι εἶναι ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς ἐχθροὶ τῶν ῾Ελλήνων καὶ συνεπῶς καὶ οἱ Σλάβοι.

Εἰδικότερα, στὴ Βουλγαρία ἡ διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τῶν ἁγίων Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου. ῾Ο ἡγεμόνας τῶν Βουλγά­ρων Βόρις, καθὼς ἦταν διορατικὸς καὶ ἱκανός, διέβλεπε ὅτι ἡ θρησκεία τῶν συμπατριωτῶν του ἐκπροσωποῦσε τὸ σκότος, ἐνῶ ἡ χριστιανικὴ θρησκεία τὸ πνευματικὸ φῶς. Γνωρίζον­τας ἐπίσης ὅτι οἱ γύρω του πολιτισμένοι λαοὶ ἦταν χριστια­νοί, ἀποφάσισε ν᾿ ἀσπασθεῖ τὴ χριστιανικὴ πίστη. ῎Ετσι πί­στευε ὁ Βόρις πὼς μποροῦσε ἡ χώρα του νὰ εἰσέλθει στὸν κύκλο τῶν πολιτισμένων λαῶν. ῾Ωστόσο φο­βοῦνταν μήπως ἡ νέα θρησκεία ἀποβεῖ γιὰ τοὺς Βουλγά­ρους ἀμφίστομο μα­χαίρι. Πίστευε δηλ. ὅτι ἐνῶ θὰ μποροῦσε μὲ τὴ νέα θρη­σκεία νὰ συνενώσει τοὺς πρωτοβουλγάρους καὶ Σλάβους, ταυτόχρονα ζοῦσε μὲ τὴν ἀγωνία μήπως ἀπο­δεχόμενος τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, θὰ ἐξυπηρετοῦνταν τὰ συμφέροντα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.

῾Η δημιουργία τοῦ Βουλγαρικοῦ κράτους εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ γεγονότα τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας. Σπουδαῖο ρόλο στοὺς στόχους καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τοῦ Βόρι­δος διεδραμάτισε ὁ Κλήμης, ἐπίσκοπος ᾿Αχρίδος. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου του Μεθοδίου τὸ 885, ὁ Κλήμης ἐπέστρεψε στὴ Βουλγαρία καὶ βρῆκε τοὺς ὁμοφύλους του σὲ κρίσιμη κατάσταση. Τὸ Βουλγαρικὸ ἔθνος εἶχε ἤδη δεχθεῖ τὸ Χριστιανισμὸ πρὶν ἀπὸ εἴκοσι χρόνια (864). ῾Η διάδοση ὅμως τῆς νέας θρησκείας προχωροῦσε μὲ βραδὺ ρυθμό. Αἰ­τία τῆς βραδύτητας αὐτῆς ἦταν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ἡ ἔλ­λειψη βιβλίων γραμμένων στὴ βουλγαρικὴ γλῶσσα.

῾Ο Κλήμης ἐργάστηκε μὲ ζῆλο καὶ ἀπέκτησε 3500 μα­θητές. Διέδωσε τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀνήγειρε ναούς, καὶ ἵ­δρυσε σχολεῖα. Μεταξὺ τῶν ἔργων τοῦ Κλήμεντος δια­σώζε­ται μέχρι σήμερα καὶ ἕνα ᾿Εγκώμιο στὸν ἅγιο Δημή­τριο. ᾿Απὸ τὸ κείμενο αὐτό, ποὺ χαρακτηρίζεται κείμενο μεγάλης ἱστορικῆς σημασίας, φαίνεται ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγί­ου Δημη­τρίου εἶχε διαδοθεῖ μεταξὺ τῶν Βουλγάρων, ἀφοῦ ἐν ὀνό­μα­τι τοῦ μεγαλομάρτυρος, συνετελεῖτο ἡ καταπολέ­μηση τῆς εἰ­δωλολατρίας. Στὸ ᾿Εγκώμιο αὐτὸ ὁ ἅγιος Δημήτριος ὑ­μνεῖ­ται ὡς διδάσκαλος τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ὡς ἀληθινὸς ὁμολο­γητὴς τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Δύο ἀκόμη διδακτικοὶ λόγοι εἶχαν ἐκδοθεῖ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κλή­μεντος, οἱ ὁποῖοι ἀργό­τερα, τὸν δέκατο πέμπτο αἰώνα, χρη­σιμοποιήθηκαν ὡς λό­γοι ἐγκωμιαστικοὶ γιὰ τὸν ἅγιο Δη­μήτριο. ῾Η ἐξύμνηση τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὡς διδασκάλου τῆς ᾿Ορθοδοξίας γίνεται ἐξ ἐπιδράσεως τῶν ἀρχαίων Μαρτυρίων τοῦ ῾Αγίου καὶ τῆς προ­βολῆς τοῦ μάρτυρος ἀπὸ τοὺς δύο ῞Ελληνες ἀδελφούς, Κύριλλο καὶ Μεθόδιο.

῎Ετσι, μὲ τὴν καθιέρωση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημη­τρί­ου στὴ Βουλγαρία, ἀγωνιστοῦ κατὰ τῆς πλάνης καὶ ὑπερ­μάχου τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας, ὁ ῞Αγιος ἀπέβαινε λαμ­πρὸ παράδειγμα χριστιανικῆς πίστεως. Κατόπιν, μὲ τὴν ἵδρυ­ση τῆς Σχολῆς τῆς ᾿Αχρίδος, πρὸς τὴν ὁποία ἀπεστάλη ὁ Κλήμης ἀπὸ τὸν Συμεών, βασιλέα τῶν Βουλγάρων (893-927), φαίνεται ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου διαδιδόταν καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Βουλγαρίας. Στὶς μέρες τοῦ Συ­με­ὼν Βούλγαροι ἱερεῖς πήγαιναν στὸ Κίεβο, ὅπως τοῦτο μαρ­τυρεῖται ἀπὸ παλιὰ βουλγαρικὰ χρονικά, καὶ διέδιδαν τὴν τιμὴ τοῦ μεγαλομάρτυρος.

᾿Αναφερόμενοι στὶς τεταμένες σχέσεις ῾Ελλήνων καὶ Βουλ­­γάρων ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Σαμουήλ, παρατηροῦμε τὰ ἑξῆς: Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Βασίλειος Β¢ ταπείνωσε τοὺς Βουλ­γάρους τὸ 1014, ἀφοῦ προηγουμένως ἦλθε στὴ Θεσσα­λονί­κη καὶ ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ μάρτυρος. Πρωτεργάτης τῶν Βουλ­γάρων κατὰ τῶν ῾Ελλήνων ἦταν ὁ γιὸς τοῦ Σαμουὴλ Γαβρι­ήλ-Ραδομῖρος. ῾Ο Σταυράκιος ἀποκαλεῖ τὸν Ραδομῖ­ρο “ἄν­δρα θηριώδη”, “μανιακόν”, “φόνιον τὴν γνώμην”, ἐνῶ ὁ Κων­­σταντῖνος ᾿Ακροπολίτης “δυσώδη”, “κακοῦ κό­ρακος ὠόν”, “ἔκ­γονον ἐχίδνης”, καὶ “γέννημα θηρὸς ἀτίθα­σον”. ῾Ο ἅγιος Δη­μήτριος ποὺ ἄκουσε τὴν ἐπίκληση τῶν συμπατριωτῶν του “Σῶσον Δημήτριε”, ἔσπευσε πρὸς βοή­θεια τῆς πόλεως. Τότε ἐμφανίσθηκε ἔφιππος νὰ φονεύει τὸν Ραδομῖρο. Εἶναι ἀπο­δεκτὸ ὅτι ὁ Ραδομῖρος φονεύτηκε ἀπὸ τὸν ἐξάδελφό του ᾿Ιωάννη, τὸν ἀποκαλούμενο Βλαδι­σλάβο ἢ ᾿Ααρών. Στὸν εἰ­κονογραφικὸ κύκλο ὑπάρχει ἀνά­λογη παράσταση, ποὺ ἐμφα­νίζει τὸν ἅγιο Δημήτριο νὰ φονεύει ἔφιππος τὸν Ραδομῖρο. Οἱ Βούλγαροι μέχρι τὴν ὁριστικὴ καὶ ἀποφασιστική του ἐξ­έγερση τὸ 1186 ἔκαναν καὶ ἄλλες προσπάθειες, ἀλλὰ ἀπέ­τυχαν.

Οἱ πρωτεργάτες τῆς βουλγαρικῆς ἐπαναστάσεως “ὁμο­γενεῖς καὶ ταυτόσποροι” ᾿Ασὲν Α¢ καὶ Πέτρος, κατὰ τὸν Νι­κήτα Χωνιάτη, παρουσιάστηκαν στὸν αὐτοκράτορα ᾿Ισαάκιο Β¢ ῎Αγγελο καὶ ἀπαίτησαν ἴση στρατολογικὴ μεταχείριση. Μετὰ τὴν ἀποτυχία τους ἐπέστρεψαν στὸ Τύρ­νοβο καὶ ἐκεῖ μελετοῦσαν τὸν τρόπο δράσεως καὶ ἐκδική­σεως τῶν ῾Ελλή­νων. Τὰ γεγονότα ποὺ στὸ μεταξὺ μεσολά­βησαν τοὺς βοή­θη­σαν στὶς ἐνέργειές τους. ῾Ο αὐτοκράτορας ᾿Ισαάκιος Β¢ ῎Αγ­γελος (1185-1195) βρῆκε τὴν αὐτοκρα­τορία σὲ δυσχερῆ θέ­ση. Οἱ Νορμανδοὶ εἶχαν καταλάβει τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1185 τὸ Δυρράχιο καὶ στὶς 24 Αὐγούστου τοῦ ἑπόμενου ἔτους τὴ δεύτερη πόλη τῆς αὐτοκρατορίας, τὴ Θεσσαλονίκη. Τὸ γεγο­νὸς αὐτὸ θεωρήθηκε ἐξαιρετικὰ ση­μαντικό. ᾿Ενέπνευσε τοὺς δύο ἀδελφούς, Πέτρο καὶ ᾿Ασέν, νὰ προχωρήσουν στὸ ἐγχεί­ρημά τους. Αὐτοὶ ἡγήθηκαν τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος. Οἱ δύο ἀδελφοὶ γνώριζαν ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἦταν διαδεδομένη τόσο στὴ Βουλγαρία ὅσο καὶ στὴ Ρωσία. ῎Ηξευραν ἀκόμη ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος θεωροῦνταν προ­στά­της τῆς Θεσσαλονί­κης τιμούμενος ἀπὸ ὅλη τὴν αὐτοκρα­το­ρία. ᾿Επίσης γνώ­ριζαν ὅτι ὁ μεγαλομάρτυρας ἦταν ἕνας ῞Αγι­ος οἰκουμενι­κὸς τιμώμενος ἀπὸ τοὺς ᾿Ορθοδόξους. Οἱ ἁγιο­γραφίες τοῦ μάρτυρος καὶ τὰ ἀνάγλυφα ποὺ σώζονται ἀπὸ τὸν ἑνδέκατο αἰώνα καὶ στὴ Βουλγαρία, ἀποτελοῦν ἀπό­δειξη τῆς εὐρύ­τατα διαδεδομένης τιμῆς του στὴ Βουλγαρία.

῾Η Θεσσαλονίκη ὅμως, τὴν ὁποία ἐπὶ αἰῶνες προστά­τευε ὁ ῞Αγιος, ἔπεσε στοὺς Νορμανδούς. Τὸ ἐξαιρετικὸ αὐτὸ γεγονὸς φρόντισαν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν κατάλληλα οἱ δύο πρωτεργάτες. Διέδιδαν ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐγκατέ­λειψε τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τοὺς ῞Ελληνες ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους καὶ ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἔστειλε προστάτη ἑνὸς ὑπόδουλου λαοῦ, ποὺ πίστευε στὸ Χριστὸ καὶ ἦταν ὀρθό­δοξος. Τὸ σφε­τερισμὸ αὐτὸ ἐξυπηρετοῦσαν καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Θεσσαλο­νι­κεῖς μὲ ὅσα πίστευαν ἢ ἔλεγαν, ὅτι ὁ ῞Αγιος καὶ ἡ Πανα­γία τοὺς ἐγκατέλειψαν ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν τους.

῾Ο Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, ποὺ περιγράφει τὴν ἅ­λωση τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Νορμανδοὺς, εἶχε προειδο­ποι­ή­σει τοὺς συμπατριῶτες του ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος θὰ τοὺς ἐγκατέλειπε, ἂν δὲν μετανοοῦσαν. Οἱ Θεσσαλονικεῖς αἰσθάν­θηκαν τὴν ἐγκατάλειψη αὐτὴ μετὰ τὴν ἅλωση. Καὶ ὁ Μι­χαὴλ Χωνιάτης, στὴ Μονωδία του θρηνεῖ τὴ Θεσσαλονίκη γιὰ τὴν ἅλωση ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς. ῾Η Θεσσαλονίκη ἦταν μιὰ εὐδαίμων πόλη, γιατὶ εἶχε κοντά της τὸν καλό της ποι­μένα, τὸν καθηγητή της, τὸν σοφό, τὸν “σωτῆρα”, τὸν πολι­οῦχο, τὸν πρόβολο καὶ κίονα, τὸν ἅγιο Δημήτριο. Μετὰ τὴν ἅλωση, λέγει ὁ Χωνιάτης, ἡ πόλη ἔμεινε χήρα, χωρὶς προ­στάτη, γυμνὴ ἀπὸ προστασία.

῏Ηταν, λοιπόν, πολὺ φυσικὸ οἱ Βούλγαροι νὰ ἐκμε­ταλλευθοῦν τὰ γεγονότα. Γρήγορα-γρήγορα ἀνήγειραν ναὸ στὸ Τύρνοβο στὸ ὄνομα τοῦ μάρτυρος, φροντίζοντες ἔτσι μὲ τὴν ἀναζωπύρωση τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ ἐκκλησια­στικοῦ φρο­νήματος νὰ ἐπιτύχουν τοὺς στόχους τους. ῾Ο Νι­κήτας Χω­­νιάτης, ποὺ ἀφηγεῖται τὴν ἐξέγερση τῶν ᾿Ασενο­βιτῶν, μιλάει γιὰ τὸν τρόπο ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ ἁγίου Δη­μητρίου, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἐξεγέρθηκαν οἱ Βούλγαροι. Γιὰ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τοῦ Τυρνόβου προσκλήθηκαν τρεῖς ῞Ελληνες μητροπολίτες, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ Βι­δύνης. Οἱ μητροπολίτες αὐτοί, ποὺ δὲ γνώριζαν τὶς προθέ­σεις τῶν ἐπαναστατῶν, ὄχι μόνον ὑπο­χρεώθηκαν νὰ καθ­αγιάσουν τὸ ναό, ἀλλὰ κυρίως νὰ χει­ροτονήσουν κάποιο Βα­σίλειο καὶ νὰ τὸν ἀνυψώσουν σὲ ἀρχιεπίσκοπο Τυρνόβου. ῾Ο Βασίλειος στὴ συνέχεια ἔστεψε τὸν ᾿Ασὲν βασιλέα τῶν Βουλ­­γά­ρων. ᾿Επειδὴ ἡ χειροτονία τοῦ Βασιλείου ἦταν πράξη βί­ας, φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Βούλ­γαροι, ἔκαναν διπλὴ ἐπα­νά­σταση. Πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστική.

Οἱ ἐξεγερθέντες κατέλαβαν ὅλη τὴν παραδουνάβια Βουλ­­γαρία. Κάτω ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ κυριαρχία ἔμειναν μόνο μερι­κὲς πόλεις ποὺ ἦταν καλὰ ὀχυρωμένες. ῾Ο ᾿Ισα­άκιος κατὰ τὴν ἀντεπίθεσή του πῆρε μερικὰ φρούρια, πιθανότατα καὶ στὸ Τύρνοβο. ᾿Απὸ ἕνα ἐπίγραμμα τοῦ Θεοδώρου Βαλ­σαμώνα φαίνεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας βρῆκε τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὴν ὁποία οἱ Βούλγαροι εἶχαν χρησιμο­ποιήσει κατὰ τὴν ἐξέγερσή τους.

᾿Απὸ τὸ ἐπίγραμμα ποὺ φέρει τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ισα­ακί­ου φαίνεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας ἀνέλαβε ἀντεπίθεση κατὰ τῶν Βουλγάρων ἐπικαλούμενος τὴν προστασία τοῦ ἀθλοφό­ρου. ῾Ο αὐτοκράτορας ἀποκαλεῖ τὸν ἅγιο Δημή­τριο “προ­στάτην μέγαν ἐν ταῖς κατ᾿ ἐχθρῶν συμπλοκο­στρα­τηγίαις”. Θέτοντας τὸν ἅγιο Δημήτριο ὁ αὐτοκράτορας προστάτη του, λέγει, ὅτι δὲν ἰδιοποιεῖται τὸν ἅγιο ἀπὸ φθόνο. Καὶ ἀπὸ τὸ ἐπίγραμ­μα αὐτὸ διαπιστώνει ὁ μελε­τητὴς ὅτι ὁ ἅγιος Δη­μήτριος εἶχε εἰσέλθει στὴ ζωὴ ὁλό­κληρης τῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ὁποία εἶχε συνδεθεῖ.

᾿Αποφασιστικὸς συνεχιστὴς τῶν δύο ἀδελφῶν Πέτρου καὶ ᾿Ασὲν Α¢ ὑπῆρξε ὁ τρίτος ἀδελφός τους ᾿Ιωάννης ἢ ᾿Ιω­αννίτζης, γνωστὸς μὲ τὸ ὄνομα Καλογιάννης ἢ Σκυλο­γιάν­νης. ῾Ο Καλογιάννης προχώρησε ἀκόμη περισσότερο στὶς προσ­δοκίες τῶν Βουλγάρων. ᾿Απευθύνθηκε πρὸς τὸν πάπα ᾿Ιννοκέντιο Γ¢ καὶ ζήτησε νὰ τοῦ ἀποδοθεῖ τὸ τσα­ρικὸ στέμ­μα καὶ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς ᾿Εκ­κλησίας. ᾿Επί­σης ζήτησε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Τυρνόβου νὰ λάβει τὴν πατρι­αρχικὴ ἀξία.

᾿Επὶ Καλογιάννη τὸ Βουλγαρικὸ κράτος διηύρυνε τὰ ὅριά του. Αὐτὰ ἐπεκτάθηκαν πρὸς δυσμάς, νότια καὶ νοτιο­δυτικὰ καὶ συμπεριέλαβε τὴ Μακεδονία μὲ τὰ Σκόπια, τὴν ᾿Αχρίδα καὶ τὴ Βέροια. ῾Ο Καλογιάννης ἦταν ἡγεμόνας τῶν Βουλγάρων, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Κωνσταντινούπολη βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Φράγκων. Οἱ ῞Ελληνες αἰσθά­νονταν τὴν ἀνάγκη νὰ ἀγωνισθοῦν καὶ νὰ ἀνασυστήσουν διὰ τοῦ δεσποτάτου τῆς ᾿Ηπείρου τὴν αὐτοκρατορία. ῾Ο Καλο­γιάννης ὅμως ἦταν τὸ μεγάλο ἐμπόδιο. ῞Υστερα ἀπὸ πολλές του ἐπιτυχίες ἐπιχείρησε νὰ καταλάβει καὶ τὴ Θεσσαλονίκη. Πέθανε ὅμως ἀπὸ πλευρίτιδα τὸ 1206. Οἱ ῞Ελληνες ἀπέδω­σαν τὸ θάνατό του σὲ θεία δίκη. ᾿Ενῶ ὁ ᾿Ακροπολίτης μι­λά­ει γιὰ νόσο ἀπὸ τὴν ὁποία πέθανε ὁ Καλογιάννης, ὁ Σταυ­ράκιος παραδίδει τὰ ἑξῆς· λίγο πρὶν ἐπιτεθεῖ ὁ Καλο­γιάννης κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ἅγιος Δημήτριος “ἔφιπ­πος ἐφ᾿ ἵπ­που λευκοῦ τῷ βουλγαράνακτι φαίνεται καὶ και­ρίαν ἀκον­τί­ζει παρὰ χρῆμα τὸν ἄθλιον”. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅπως καὶ πολλὰ ἄλλα, εἰσῆλθε στὸν εἰκονογραφικὸ κύκλο τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

῾Ο ἀνταγωνισμὸς Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων, κατὰ τὴν ἱστορικὴ αὐτὴ φάση, ἀπεικονίζεται στὰ νομίσματα καὶ τὶς σφραγίδες. Οἱ Βούλγαροι τσάροι μιμοῦνται τοὺς βυζαντι­νοὺς στὴν κοπὴ νομισμάτων. Φέρουν τὰ ἴδια διακριτικὰ ποὺ φέ­ρουν καὶ οἱ βυζαντινοί, φέρουν δηλ. σταυρό, λάβαρο, σφαί­ρα κ.ἄ. ῎Εχοντας κι αὐτοὶ προστάτη τους τὸν ἅγιο Δη­μή­τριο, ἀντέγραφαν τοὺς ῞Ελληνες καὶ ὡς πρὸς τὴν κατα­σκευὴ σφραγίδων καὶ νομισμάτων. ῾Η μορφὴ τοῦ ἁγί­ου Δη­μητρίου κυριαρχεῖ. Στὰ νομίσματα στὴ μιὰ πλευρὰ εἰκονί­ζεται ὁ ῞Αγιος καὶ στὴν ἄλλη οἱ βασιλεῖς.

᾿Απὸ τοὺς ἡγεμόνες τῆς ᾿Ηπείρου διακρίθηκε ἰδιαι­τέ­ρως ὁ Θεόδωρος Α¢ ῎Αγγελος Κομνηνὸς Δούκας, ἐπειδὴ εἶχε ἐπιτυχίες καὶ κατὰ τῶν Λατίνων καὶ κατὰ τῶν Βουλ­γάρων. ῾Η Συνοδικὴ Πράξη μὲ τὴν ὁποία ἀναγορεύτηκε ὁ Θεόδω­ρος αὐτοκράτορας, λέγει ὅτι ἔγινε “ρύστης μετὰ Θεὸν καὶ σωτὴρ ἡμέτερος” καὶ ὅτι “ὑπὲρ ἀφανισμοῦ μὲν τελείου τῶν καταπολεμησάντων ἡμᾆς ἀθέων Λατίνων, ἔτι δὲ καὶ τῶν ἐκ τοῦ Αἴμου Σκυθῶν” ἀγωνίστηκε μὲ γενναιό­τητα. ᾿Απὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Θεοδώρου ὑπάρχουν νομίσματα, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. ᾿Ανάλογα νομίσματα ἔκοψαν καὶ οἱ Βούλ­γαροι. Τὸ ἴδιο ἔκαναν καὶ ὡς πρὸς τὶς σφραγίδες. Στὶς σφραγίδες εἰκονίζεται ἄλλοτε ὁ βασιλιὰς ᾿Ασὲν Β¢ καὶ ἄλλοτε ὁ Μπορὺλ (1207-1218). Δίπλα στοὺς Βουλγάρους βασιλεῖς εἰκονίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος. Σὲ χρυσὲς σφραγίδες μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ᾿Ασὲν Β¢ ὁ βασιλιὰς εἰκονίζεται ὄρθιος φέροντας πλούσια ἐνδύματα καὶ στέμμα. Στὸ δεξιό του χέρι κρατεῖ λάβαρο, ἐνῶ ἡ ἐπιγραφὴ χαρα­κτηρίζει τὸν ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢, “βασιλέα Βουλγάρων καὶ ῾Ελ­λήνων”. Στὴν ἄλλη πλευρὰ κά­θεται ὁ ἅγιος Δημήτριος πάνω σὲ θρόνο φέροντας φωτο­στέφανο. ῾Η χρυσὴ αὐτὴ σφραγίδα ἔχει ἰδιάζουσα σημασία γιατὶ σ᾿ αὐτὴν εἰκονίζεται ὁ ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢, ὁ ὁποῖος νίκησε τὸν Θεόδωρο. ῞Οπως εἶναι γνωστὸ ὁ Θεόδωρος φιλοδοξοῦσε ν᾿ ἀνακτήσει τὴν Κωνσταντινούπολη. ῎Ετσι ὁ ᾿Ιβὰν ᾿Ασὲν Β¢ μποροῦσε πιὰ σὰν θριαμβευτὴς νὰ ἀναγορεύεται “βασιλεὺς Βουλγάρων καὶ ῾Ελλήνων”. Καταβάλλεται δηλ. μιὰ προσπά­θεια ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, ἐπειδὴ σημείωσαν κάποιες ἐπι­τυχίες, σφετερι­ζόμενοι τὸν ἅγιο Δημήτριο, νὰ δημιουργήσουν Νέα Ρώμη, τῆς ὁποίας κέντρο νομίζουν ὅτι μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ Τύρνοβο.

Στὴν περίοδο τῆς δημιουργίας τοῦ δευτέρου Βουλ­γα­ρι­κοῦ κράτους, οἱ Βούλγαροι ἐπιδιώκουν νὰ στηριχθοῦν ἀκόμη περισσότερο στὸν ἅγιο Δημήτριο. Γύρω στὰ 1335 ὁ πατρι­άρχης Τυρνόβου Θεοδόσιος, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀντι­λή­ψεις μιᾆς ἰσχυρῆς βουλγαρικῆς κινήσεως, ἔπαυσε νὰ μνημο­νεύει στὰ Δίπτυχα τὸ ὄνομα τοῦ Οἰκουμενικοῦ πα­τριάρχη καὶ νὰ παίρνει τὸ ἅγιο μύρο ἀπὸ τὴν Κωνσταν­τι­νούπολη. ᾿Αντὶ γιὰ ἅγιο μύρο χρησιμοποίησε μύρο ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἁγίου Δημητρίου. ῎Ετσι καὶ μὲ τὴν πράξη αὐτὴ ὁ ἅγιος Δημήτριος χρησιμο­ποιήθηκε ἀκόμη μιὰ φορὰ γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν συμφε­ρόντων τῶν Βουλ­γάρων. ῾Ο πατριάρχης Θεοδόσιος εἶχε ἐπι­σκεφθεῖ τὴ Θεσσα­λονίκη, ὅταν ἀκόμη ἦταν μοναχός, γνώρι­ζε τὸ στενὸ σύνδε­σμο τῶν Θεσσαλονικέων μὲ τὸν Πολιοῦ­χο τους καὶ γι᾿ αὐτὸ χρησιμοποίησε τὸ μύρο του. ῾Υπὸ τὴν αὐτὴ ἐπίδραση τελών­τας καὶ ὁ πατριάρχης Εὐθύμιος μετέ­φρασε τὸ Βίο τοῦ ἁγί­ου Δημητρίου.

Μὲ ὅσα ἀναπτύξαμε, φαίνεται, ὅτι οἱ Βούλγαροι, κατὰ τὴ δημιουργία καὶ ἑδραίωση τοῦ δευτέρου κράτους τους, αἰσθάνθηκαν τὴν ἀνάγκη νὰ στηρίξουν καλὰ τὶς ἐπι­διώξεις τους. Τότε ἔρριψαν καὶ τὴν ἰδέα περὶ καταγωγῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ σλαβικὴ οἰκογένεια.

Σὲ χειρόγραφο τοῦ δέκατου ἕκτου αἰώνα τῆς πα­τρι­αρχικῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Κάρλοβιτς βρέθηκε ἕνας Βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ποὺ χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ τὸν ἐκδό­τη του K. RadcÚenko ὡς ἀπόκρυφος. ῾Ο ἀπόκρυφος αὐτὸς Βίος τοῦ ἁγίου Δημητρίου χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν δέκατο τέταρτο αἰώνα. ῎Αξια προσοχῆς εἶναι τὰ ἑξῆς σημεῖα: α) ῾Ο ἄριστος σύνδεσμος τῆς οἰκογενείας τοῦ Δημητρίου καὶ τοῦ ἴδιου μὲ τοὺς κορυφαίους ᾿Αποστόλους Πέτρο καὶ Παῦλο. β) ῾Ο το­νισμὸς σὲ τρία καὶ περισσότερα σημεῖα τοῦ κειμέ­νου, ὅτι οἱ ᾿Απόστολοι κήρυτταν τὸν τριαδικὸ Θεό. 3) ῾Ο ἐνταφιασμὸς τοῦ σώματος τοῦ Δημητρίου μετὰ τὸ μαρτύριο ἔγινε ἐντὸς φρέατος, καὶ 4) ῾Η καταγωγὴ τοῦ πατέρα τοῦ Δημητρίου ἀπὸ βουλγαρικὴ οἰκογένεια. ᾿Ακόμη, ὁ πατέρας τοῦ Δημη­τρίου κατεῖχε τὴν πρώτη θέση στὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Εκεῖνο ποὺ ἀξίζει νὰ ὑπογραμμισθεῖ δὲν εἶναι τόσο ὁ “ἀναχρονι­σμός” καὶ οἱ “συγχύσεις” ποὺ ὑπάρχουν στὸ Βίο αὐτό, ὅπως παρατήρησαν τόσο ὁ K. RadcÚenko καὶ ἡ ῾Ηλιάδου, οὔτε πάλι οἱ ἄλλες λεπτομέρειες γιὰ τὴ διδασκα­λία τοῦ ἁγίου Δη­μη­τρίου, ἀλλὰ ἡ “πληροφορία” ὅτι ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Δη­­μητρίου ἦταν Βούλγαρος. ῞Υστερα ἀπ᾿ ὅσα εἴπαμε γιὰ τὶς προσπάθειες τῶν Βουλγάρων νὰ σφετερισθοῦν τὸν ἅγιο Δη­μήτριο, δὲν δυσκολευόμαστε νὰ ἐξηγήσουμε τὸν “θρύλο” αὐτό. Οἱ Βούλγαροι, ἀφοῦ προ­σπάθησαν νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὸν ἅγιο Δημήτριο καὶ νὰ τὸν ἐμφανίσουν προστάτη τους, δὲ δίστασαν νὰ πλάσσουν τὸ μύθο τῆς καταγωγῆς του ἀπὸ Βούλ­γαρο πατέρα. Τὸ ἴδιο ἄλλωστε ἔκαναν καὶ περὶ τῆς κατα­γωγῆς τῶν Θεσσα­λονικέων ἀδελφῶν Κυρίλλου καὶ Με­­θοδίου.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος βρίσκεται στὸ ἐπίκεντρο τοῦ βίου τῶν χειμαζομένων Βουλγάρων, κατὰ τὰ χρόνια τῆς τουρκο­κρα­τίας. Τοῦτο διαπιστοῦται ἀπὸ τὰ φιλολογικὰ κείμενα τῆς περιόδου αὐτῆς. ῾Ο ῞Αγιος ἀποβαίνει γιὰ τοὺς δεινοπαθοῦν­τες σύμβολο ἀγωνιστῆ καὶ μάρτυρος, ὅπως ἄλλωστε τὸ ἴδιο συνέβη νωρίτερα γιὰ τοὺς ῞Ελληνες. Οἱ ὑπόδουλοι Βούλγα­ροι ἔστρεψαν τὰ βλέμματά τους στὸ παρελθὸν προσπαθών­τας ν᾿ ἀντλήσουν δυνάμεις καὶ θάρρος ἀπὸ τὴν ῾Ιστορία τους. ῞Ολως ἰδιαιτέρως ζητοῦσαν τὴν προστασία τῶν ἁγί­ων τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποβαίνει πηγὴ κάθε εὐλογίας.

Σὲ χειρόγραφους Βίους καὶ Λόγους περὶ ἁγίου Δημη­τρίου, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτή, βρίσκει ὁ με­λετητὴς ἀρκετὲς παραλλαγές. Στοὺς μεταφρασμένους Βί­ους τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀναφέρονται πολλὰ γνωστὰ ση­μεῖα ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα Μαρτύρια, τὰ “Θαύματα” καὶ τὰ ᾿Εγκώμια. ῾Υ­π­άρχουν ὅμως καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ ὀφείλονται στοὺς μετα­φραστές. Σὲ χειρόγραφους κώδικες τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Σόφιας, τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Φιλιππουπόλεως, τῆς Βιβλιοθήκης τῆς ῾Ι. Συνόδου στὴ Σό­φια, τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Ρίλας, καὶ σ᾿ ἄλλες Βιβλιοθῆκες τῆς Βουλγαρίας ὑπάρ­χουν μεταφρασμένοι λόγοι τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου ἀπὸ τὸ ἔργο του “Θησαυρός”. ᾿Απὸ τὴ μελέτη τῶν χειρογράφων διαπιστώνει ὁ ἐρευνητὴς ὅτι πολλὲς μετα­φράσεις εἶναι πι­στὲς πρὸς τὸ κείμενο, ἐνῶ ἄλλες περιέχουν νεώτερα στοιχεῖα καὶ περιγράφουν ἐπεισόδια ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὰ πρωτό­τυπα κείμενα. ῾Ο “Θησαυρός”, ἐπειδὴ εἶχε ἠθικοθρησκευτικὸ χαρακτήρα καὶ ἦταν γραμμένος σὲ ἁπλὴ γλῶσσα, βρῆκε εὐ­ρεία ἀπήχηση καὶ εἶχε μεγάλη διά­δοση ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ δέ­κατου ἕκτου αἰώνα ὡς καὶ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ δέκατου ἔνατου στὴ Βουλγαρία.

Οἱ πρῶτες μεταφράσεις τοῦ “Θησαυροῦ” στὴ Βουλ­γα­ρία, ποὺ ἔγιναν στὴ μονὴ τῆς Ρίλας, ὅπως ἔδειξε σὲ εἰδική της μονογραφία ἡ Petkanova-Toteva, περιορίζον­ταν σὲ μιὰ κατὰ λέξη ἀπόδοση τοῦ ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου στὴ βουλ­γα­ρική. ᾿Αργότερα ὅμως οἱ μεταγενέστερες μετα­φράσεις πα­ρου­­σιάζουν παραλλαγὲς ποὺ ὀφείλονται στὸν ἐλεύθερο τρό­πο τῆς ἐργασίας τῶν μεταφραστῶν. ῎Ετσι δη­μιουργήθηκε ἕνα φιλολογικὸ εἶδος, τὰ “Δαμασκηνάρια”, ποὺ δὲ σημαίνει πάν­τοτε συλλογὴ λόγων καὶ ἔργων τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀλλὰ συλ­λογὲς ποὺ ἔχουν ποικίλο πιὰ περιε­χόμενο. Στὶς συλλογὲς αὐτὲς ἐκφράζονται οἱ πόθοι τῶν Βουλγάρων. Σήμερα Βούλ­γαροι ἱστορικοὶ ἀναζητοῦν στὰ κείμενα αὐτὰ νὰ βροῦν τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς μορφω­τικῆς τους ἀναγεννήσεως, ὁμο­λογώντας ἔτσι τὴ μεγάλη ἐπί­δραση τῶν ἑλληνικῶν κειμένων.

Σὲ παραλλαγὲς τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐκτὸς τῶν γνωστῶν στοιχείων, γίνεται λόγος γιὰ διαφύλαξη δύο εἰ­κόνων, τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας, ἀπὸ τοὺς γονεῖς τοῦ Δημητρίου, κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ. Μπρο­στὰ στὶς εἰκόνες αὐτὲς ὁ Δημήτριος διδάσκεται ἀπὸ τοὺς γονεῖς του νὰ ἐκδηλώνει εὐλάβεια. ῾Η παραλλαγὴ αὐτὴ γιὰ ἀπό­κρυ­ψη εἰκόνων ἐκφράζει τὸν θρησκευτικὸ πόθο τῶν Βουλ­γάρων νὰ διατηροῦν εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγί­ων κρυ­φὰ πρὸς προσκύνησή τους. Στὰ χρόνια τῆς Τουρκο­κρατίας οἱ Τοῦρκοι κατεδάφιζαν μεγάλους ναοὺς καὶ μονα­στήρια, ἐνῶ δὲν ἐπέτρεπαν τὴν ἐπισκευή τους. ῾Η ἀπαγό­ρευση αὐτὴ γινόταν ἀκόμη πιὸ αὐστηρή, ὅσες φορὲς οἱ Βούλγαροι ἐξ­εγείρονταν κατὰ τῶν Τούρκων. Πολὺ κρίσιμη ἦταν ἡ περί­οδος κατὰ τὸ δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ὅταν κατε­δαφίστηκαν ὁλόκληρα μοναστήρια καὶ ναοί. Τὰ φιρμάνια ὅμως ποὺ ἐκ­δίδονταν τότε δὲν ἔθιγαν τὴν ἁγιογραφία. ῾Η φιλοτέχνηση ἁγίων εἰκόνων ὡς οἰκιακὴ ἐργασία καὶ ἡ ζω­γραφικὴ δὲν ἀπα­γορεύονταν. Σπουδαῖα κέντρα στὰ ὁποῖα διατηρήθηκαν κειμήλια, καὶ στὰ ὁποῖα γράφηκαν Βίοι ἁγί­ων, Χρονικά, σημειώσεις, ἦταν τὰ πιὸ ἀπομακρυσμένα μο­ναστήρια.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι γιὰ τὸ βουλγαρικὸ λαὸ ὁ ἀπελευθερωτὴς ὅλων καὶ εἰδικότερα τῶν “δούλων” (ὑπη­ρε­τῶν). ῾Ο ῞Αγιος εἰσέρχεται στὸν κοινωνικὸ βίο τῶν Βουλ­γά­ρων. Στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου ὅλοι οἱ “δοῦλοι” ἀπελευ­θερώνονταν καὶ συνῆπταν νέες συμβάσεις γιὰ ἕνα ἀκόμη χρό­νο μὲ παλι­οὺς ἢ νέους κυρίους. Οἱ συμφωνίες αὐτὲς γίνον­ταν σὲ μεγά­λα παζάρια. ῾Η παράδοση λέγει πὼς θεσπίστηκε ἡ μέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὡς ἡμέρα ἀπελευ­θερώσεως τῶν δούλων, γιατὶ ὁ ἅγιος Δημή­τριος ἦταν ὁ κατ­εξοχὴν ἐλευθε­ρωτὴς τῶν αἰχμαλώτων. ῾Η περὶ ἀπελευθε­ρώ­σεως ἡμέρα τῶν ὑπηρετῶν πιθανὸν νὰ προῆλθε ἐξ ἐπιδρά­σεως μιᾆς παραλ­λα­γῆς ποὺ ἀφοροῦσε στὴν ἀπελευθέρωση δύο κοριτσιῶν, ὅπως θὰ δοῦμε λίγο παρακάτω.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος μαζὶ μὲ ἄλλους ἁγίους εἰσέρ­χεται στὰ λαϊκὰ θρησκευτικὰ ἄσματα. ᾿Απ᾿ αὐτὰ καταφαί­νεται γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ὁ στενὸς σύνδεσμος τῶν ἁγίων μὲ ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ λαοῦ, ἢ ἀκριβέστερα ὁ πόθος τοῦ λαοῦ νὰ συνδέσει τὰ προβλήματά του μὲ τοὺς ἁγίους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ χειμαζόμενος λαὸς προσδοκεῖ βοήθεια. Οἱ περισ­σότερο ἀγαπημένοι ἅγιοι εἶναι ὁ ἅγιος Γεώργιος, ὁ ἅγιος Θεόδωρος, οἱ ᾿Απόστολοι, οἱ Προφῆτες, ὁ βαπτι­στὴς ᾿Ιωάν­νης, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ἅγιος Δημήτριος.

Θρησκευτικὰ ἄσματα τονίζουν, ὅτι ὁ ἅγιος Δημή­τριος συνεπικουρεῖ στὴν ἀνέγερση ναῶν ποὺ τόσο πολὺ ποθοῦσαν οἱ Βούλγαροι. ῎Αλλοτε πάλι τονίζεται, ὅτι ὁ ἴδιος οἰκοδομεῖ ναούς, ἱκανοποιώντας ἔτσι ἕνα βαθὺ πόθο τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ νὰ ἔχει ἐκκλησίες. Εἶναι πολὺ φυσικὸ νὰ δεχθοῦμε ἐπη­ρεασμὸ τῶν ἀσμάτων αὐτῶν ἀπὸ τὸ “Θησαυ­ρό”, ὅπου ὑ­π­άρ­χουν ἀνάλογα στοιχεῖα γιὰ ἀνοικοδόμηση ναῶν.

Σ᾿ ἄλλα λαϊκὰ θρησκευτικὰ ἄσματα ὁ ἅγιος Δημή­τρι­ος φέρεται νὰ εἰσέρχεται στὸν ἀγροτικὸ βίο τῶν Βουλ­γά­ρων. ᾿Εξαίρεται ἡ ἰδιαίτερη φιλία ποὺ ἔχουν οἱ ἅγιοι Πέ­τρος καὶ Δημήτριος. Οἱ δύο ἅγιοι ἀλληλοαγαπῶνται καὶ ἀλληλοεκτιμῶνται, γιατὶ οἱ γιορτές τους συμπίπτουν σὲ ἐπο­χὲς ποὺ εὐεργετοῦνται ἰδιαίτερα οἱ γεωργοί. Στὴ γιορτὴ τοῦ ἁγίου Πέτρου, τὸν ᾿Ιούνιο, ὑπάρχει ἄφθονο σιτάρι, ἐνῶ στοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἄφθονο κρασί. ῾Η ἀγάπη τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου πρὸς τοὺς γεωργοὺς φαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλο ᾆσμα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἅγιος δείχνει τὴν ἀγάπη του πρὸς τὰ ποί­μνια τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ συμβάλλει στὴν εὐη­μερία τῶν ἀγροτῶν. ῞Οτι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐνδιαφέρεται γιὰ τοὺς ἀ­γρότες, φαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλο ᾆσμα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος, μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἀναζητεῖ καὶ φονεύει τὴ Λάμια, ποὺ προξενοῦσε μεγάλο κακό. ῾Η Λάμια, λέγει τὸ λαϊκὸ αὐτὸ τρα­γούδι, καταβρόχθιζε ὅ,τι ἔβρισκε. Εἶχε καταβροχθίσει τρεῖς χῶρες τῆς Βαλκανικῆς, δηλ. τὴ Βλα­χία, τὴ Μολδαβία καὶ τὴ Θράκη μὲ τὴ Φιλιππούπολη. Σκο­πός της ἦταν νὰ κατα­βροχθίσει καὶ ἄλλες χῶρες, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Δημήτριος τὴν ἐξ­όντωσε καὶ τὴ διαμέλισε σὲ τρία. ᾿Απὸ τὰ μέρη αὐτὰ ἔρ­ρευ­σαν τρεῖς ποταμοί. ᾿Απὸ τὸν ἕνα ἔρρευσε σῖτος, ἀπὸ τὸ δεύ­τερο οἶνος καὶ ἀπὸ τὸν τρίτο μέλι καὶ γάλα. ῾Ο ἅγιος Δημή­τριος μοίρασε τὸ σιτάρι στοὺς γεωργούς, τὸ κρασὶ στοὺς ἀμπελουργοὺς καὶ τὸ μέλι μὲ τὸ γάλα στοὺς ποιμένες. Προ­φανῶς ἡ Λάμια θὰ ἦταν κάποια συμφορὰ ποὺ ἔπληξε τὶς ἀναφερθεῖσες περιοχὲς καὶ ἡ ὁποία μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ῾Αγίου ἤρθη.

Στὰ λογοτεχνικὰ κείμενα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ὁ ἅγιος Δημήτριος χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ τὸ ἐθνικιστικὸ κίνημα τῶν Βουλγάρων. ῞Οπως εἶναι γνωστὸ τὸ ἔργο τοῦ Παϊσίου Χελανδαρινοῦ γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ, ἐνῶ στερεῖται ἱστορικῆς ἀξίας, ἐνέπνευσε ὅμως τὸν Οὑγγρορῶσο ᾿Ιούλιο Βενελίνο, ὁ ὁποῖος στὴ Μόσχα τὸ 1829 δημοσίευσε τὸ ἔργο του “Οἱ ἀρχαῖοι καὶ οἱ νῦν Βούλγαροι”. Οἱ Βούλ­γαροι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀνακρίβειες καὶ ψευδο­λογίες τοῦ Βενελίνου μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιήσουν στὰ φι­λολογικά τους κείμενα ἀνάλογες ἀνακρίβειες. ῎Ετσι, στοὺς Βί­ους περὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ποὺ γράφονται καὶ κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, ἀναφέρεται ἐκ νέου ὅτι ὁ ἅγιος Δημή­τριος καταγόταν μὲν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ οἰκογένεια ὅμως σλαβικὴ καὶ μάλιστα βουλγαρική. Προφανῶς στὴ σύν­ταξη τῶν κειμένων αὐτῶν περὶ ἁγίου Δημητρίου συνέβαλε καὶ ὁ ἀπόκρυφος Βίος τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰώνα. Προ­κει­μέ­νου μάλιστα νὰ γίνουν πιστευτὲς οἱ “πληροφορίες”, περὶ κατα­γω­γῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ οἰκογένεια σλαβική, οἱ συν­τάκτες τῶν Βίων ἀναφέρονται γενικῶς στὸν ᾿Ιωάννη, ἀρχι­επίσκοπο Θεσσαλονίκης, τὸ Συμεὼν Μετα­φραστή, τὸν ᾿Ιωάν­νη Καμενιάτη καὶ ἄλλους. ᾿Επίσης ἐντύπωση κάνει στὸν ἀνα­γνώστη ὅτι ὅλοι οἱ ἐπιδρομεῖς Σλάβοι κατὰ τῆς Θεσσα­λο­νίκης ἦσαν Βούλγαροι καὶ ὁ ἐξοπλισμός τους ἦταν βουλ­γαρικός.

Σὲ μεταγενέστερα χειρόγραφα, ἀπὸ τὸ δέκατο τέταρ­το ὡς τὸ δέκατο ἕβδομο αἰώνα, ὑπάρχουν μεταφρά­σεις βυ­ζαντινῶν κειμένων σχετικὲς μὲ τὸν ἅγιο Δη­μήτριο. Τέτοια κείμενα ὀφείλουν τὴν ὕπαρξή του σὲ Λόγο τοῦ ἀρχι­επι­σκό­που ᾿Ιωάννη (7ος αἰ.), Λόγο τοῦ Γεωργίου Σκυλίτση, τοῦ Γρη­γορίου τοῦ Παλαμᾆ, καὶ ἀπὸ ἀνωνύμους. ᾿Απὸ τὴν ἐπα­φὴ αὐτὴ ἔχουμε τὴ μετάφραση τῶν “Θαυμά­των” τοῦ Σταυ­ρακίου. ῾Η μετάφραση αὐτὴ ἔγινε ἀπὸ τὸ Βλαδισλάβο Γραμ­ματικό.

Μεγάλη ἐπίδραση ἄσκησε τὸ ῞Αγιο ῎Ορος στὰ μονα­στήρια τῆς Βαλκανικῆς. Στὴ Βουλγαρία ὑπάρχει ἕνα ἁγιο­ρειτικὸ ἀποτύπωμα (ἀχνάρι) ἀπὸ τὸ 1810 στὸ ὁποῖο ἐμφα­νίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος στὴν παραδοσιακή του μορ­φὴ νὰ διαπερνάει μὲ τὸ δόρυ του τὸν Καλογιάννη. ῾Ο θρύλος ἀνα­φέρει ὅτι ὁ Καλογιάννης ἦταν ἐγκαταλελειμμένο παιδὶ τῆς Βουλγαρίας ποὺ τὸ συμμάζεψαν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλο­νί­κης. Μεγαλώνοντας ὅμως ἄρχισε νὰ κάνει λη­στεῖες, γι᾿ αὐτὸ τὸν τιμώρησε ὁ ἅγιος Δημήτριος.

Τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου συνδέεται στενότατα μὲ τὸ ρωσικὸ λαὸ κυρίως μετὰ τὸν ἑνδέκατο αἰώνα. Στὴν προμογγολικὴ περίοδο τῆς Ρωσικῆς ῾Ιστορίας ὁ ῾Ιεροσλάβος, πρίγκηπας τοῦ Κιέβου (1054-1078), ἐπέβαλε τὸ ὄνομα Δη­μήτριος στὰ μέλη τῆς δυναστείας του. ῾Ο ἴδιος ὁ πρίγκηπας ἔκτισε τὸ ἀρχαιότερο μοναστήρι στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δη­μητρίου τὸ 1054. ᾿Ακόμη ὑπάρχουν σφραγίδες τοῦ ῾Ιερο­σλά­βου μὲ ἑλληνικὲς ἐπιγραφὲς πάνω ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Νέα περίοδος περαιτέρω ἑδραιώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐγκαινιάζεται ἀπὸ τὸν Vsevo­lod Γ¢. Αὐτὸς ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδὶ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴν Κων­σταντινούπολη. ῍Αν ἐπισκέφτηκε καὶ τὴ Θεσσαλονίκη δὲν τὸ γνωρίζουμε. ῾Ως πρίγκηπας (1176-1212) ἀνήγειρε καθεδρικὸ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, στὴν πόλη Βλαδιμήρ. Σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη Ρώσων χρονογράφων, κατὰ τὴν περί­οδο τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος ΣΤ¢ τὸ 907, ὁ Ρῶσος πρίγ­κηπας ᾿Ολὲγ ἐπιτέθηκε κατὰ τῆς Κωνσταντι­νουπόλεως, ἰσχυ­ριζόμενος ὅτι εἶχε συνεργὸ τὸν ἅγιο Δημή­τριο. ῾Η παρα­τή­ρηση ὅτι ὁ θρύλος αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι μεταγενέστερος καὶ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν κιεβικὴ περίοδο τῆς Ρωσίας, μὲ βρίσκει σύμφωνο.

῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ μεσαιωνικὴ Ρωσία, ἐνισχύεται ἀπὸ πολλὰ ἁγιολογικὰ ἔργα. ῎Αλλα ἀπ᾿ αὐτὰ ἔχουν μεταφραστεῖ ἀπὸ ἑλληνικὰ καὶ ἄλλα εἶναι πρωτό­τυ­πα. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γίνεται ὁ πιὸ δημοφιλὴς ἅγιος τοῦ Κιέβου κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Βόριδος καὶ τοῦ Γκλέμπ, παι­διὰ τοῦ ἁγίου Βλαδιμήρου. Τὸ 1015 οἱ δύο αὐτοὶ πρί­γκη­πες μαρτύ­ρησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους. ῾Ο χρονογράφος παραλ­ληλίζει τοὺς δύο πρίγκηπες μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ῾Η πόλη Vysh­gorod κοντὰ στὸ Κίεβο, ὅπου τάφηκαν ὁ Βό­ρις καὶ Γκλέμπ, ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς χρονογράφους “Μία δεύτερη Θεσσα­λονίκη”.

Στὴ Ρωσία, κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια τῶν ταταρικῶν ἐπιδρομῶν καὶ εἰσβολῶν, ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου προσ­λαμβάνει ἐθνικὴ σημασία. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος εἶναι ὁ προσ­τάτης ἅγιος τῶν Ρώσων ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ τρα­γούδια καὶ τὰ κείμενα. ῾Ο καθηγητὴς D. Obolensky ἀναφέ­ρεται στὰ λαογραφικὰ στοιχεῖα γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει τὴν εὐρεία διάδο­ση ποὺ εἶχε ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Ρωσία. ᾿Επίσης ἀναφέρεται καὶ στὸ σλαβικὸ ἐκεῖνο κείμενο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο δύο κορίτσια εἶχαν αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ κάποιο εἰδω­λολάτρη στρατηγὸ καὶ τὰ ὁποῖα ὑπο­χρεώθηκαν νὰ κεντή­σουν, παρὰ τὴ θέλησή τους, τὴ μορφὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Μὲ τὴν ἐπέμβαση ὅμως τοῦ ῾Αγίου τὰ κορίτσια ἐλευθερώ­θη­καν καὶ βρέθηκαν θαυματουργικῶς στὴ Θεσσαλονίκη. Τέτοιο κείμενο δὲν ὑπάρχει στὴν ἑλληνική. Χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ δέκατο ἕκτο αἰώνα. Στὴ μελέτη μας “῾Ο ῞Αγιος Δημήτριος εἰς τὴν ῾Ελληνικὴν καὶ Βουλγα­ρικὴν παράδοσιν”, εἴχαμε ἀνα­φερθεῖ στὸ θρύλο αὐτὸ καὶ ἐκθέσαμε τὴν ἄποψη ἐκείνη ποὺ θέλει ἡ παράδοση αὐτὴ νὰ ἀπηχεῖ νίκες τοῦ πρίγκηπα Δη­μητρίου ᾿Ιβάνοβιτς Δόνσκιϊ, δηλ. τὴ μάχη μεταξὺ Ρώσων καὶ Τατάρων ὑπὸ τὸν Χὰν Μάμαν, ποὺ διεξήχθηκε τὴν 8η Σε­πτεμβρίου 1350 στὸν παραπόταμο τοῦ Δὸν Νεπριάβντι. Τότε, στὴν παραπάνω ἐργασία μας, εἴχαμε παρατηρήσει ὅτι, ἐπειδὴ γίνεται λόγος στὸ θρύλο γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, δὲ θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀναφερόταν στὶς μάχες καὶ στὶς νίκες τῶν Ρώ­σων κατὰ τῶν Τατάρων. ῞Υστερα ὅμως ἀπ᾿ ὅσα εἴπαμε γιὰ τὴ “δεύτε­ρη Θεσσαλονίκη” ποὺ οἱ Ρῶσοι προσπάθησαν νὰ δημιουρ­γήσουν, ὁ θρύλος δὲν ἀποκλείεται πράγματι ν᾿ ἀπηχεῖ τὶς παραδόσεις ποὺ ἐπεσήμανε ὁ καθηγητὴς D. Obo­lensky.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὴν ἴδια εὐρεία διάδοση λαμ­βάνει ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ στὴ Σερβία, ὅπου κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δυναστείας τῶν Δουσὰν ἡ βασιλικὴ ἐξουσία παρουσιάζεται ἰσχυρὴ καὶ σὲ ψηλὸ ἐπί­πεδο. Παρα­τηρεῖται ἡ ἴδια ἅμιλλα μὲ τὴ βυζαντινὴ αὐτο­κρατορία, ὅπως ἔκαναν οἱ Βούλγαροι. ῾Η τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐξυψώ­νε­ται ἀκόμη περισσότερο καὶ πλουτίζεται μὲ νέα στοιχεῖα. ᾿Αντι­γράφονται Βίοι καὶ Λόγοι τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἄλλοτε ἀκριβεῖς καὶ ἄλλοτε μὲ παραλλαγὲς ποὺ ἐξυπηρετοῦν σκοπι­μότητες.

Κατακλείοντας τὴ μεγάλη αὐτὴ περίοδο, ἀπὸ τὸν ἕκτο ὡς τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα, ἐπισημαίνουμε τὴν εὐ­ρεία διά­δοση ποὺ προσέλαβε ἡ τιμὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴ Βουλ­γαρία, τὴ Ρωσία, τὴ Σερβία, ἀκόμη καὶ στὴ Ρου­μανία. ῾Η διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὶς χῶ­ρες αὐτὲς συνδέεται μὲ τὴν μεγάλη ἐπίδραση τοῦ ἑλληνι­σμοῦ στὶς χῶ­ρες αὐτές, τόσο πολὺ ὥστε πόλη στὴ Ρωσία νὰ ὀνομάζεται “δεύτερη Θεσσαλονίκη”. Τὰ βασικότερα κέντρα τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ἐκτὸς τῆς Θεσσαλονίκης, εἶναι τὸ Σίρμιο, ἡ ᾿Αχρίδα, τὸ Βλαδιμήρ, καὶ τὸ Τύρνοβο.

Νέα λαμπρὰ περίοδος ἐξάρσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ἐγκαινιάστηκε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος τοῦ Β¢. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἐνθρόνισή του στὴν ῾Ιερὰ Μητρόπολη Θεσ­σαλονί­κης τὸ 1974 ἐνδιαφέρθηκε νὰ συγκεντρώσει ὅ,τι ἐγρά­φη περὶ τὸν ῞Αγιο Πολιοῦχο τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ Α¢ Θεο­λογικὸ Συν­έδριο ποὺ ὀργάνωσε ἀναφέρετο στὸν ἅγιο Δη­μήτριο καὶ τὸ μοναχικὸ ἰδεῶδες. ᾿Ακολούθως, ἀναζωπύ­ρω­σε τὶς ἑορτές του στὴ Θεσσαλονίκη, συνεορτάζοντας τὸν ἅγιο Δημήτριο στὶς 26 ᾿Οκτωβρίου μὲ τὴν Παναγία, ὅπως θέλουν μεγάλοι ἐγκωμιαστές του. ᾿Εκεῖνο ὅμως ποὺ ἐλάμ­πρυνε τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἡ ἐπανακομιδὴ τῶν χαριτοβρύτων λειψά­νων τοῦ μεγαλομάρτυρος τὸ 1980.

Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγίου Δημη­τρί­ου ἀνακάλυψε στὴν κρύπτη τοῦ ἀββαΐου τοῦ Σὰν Λο­ρέντζο ῍Ιν Κάμπο τῆς ᾿Ιταλίας ἡ βυζαντινολόγος-ἀρχαιο­λόγος Μα­ρία Θεοχάρη. Σχετικὴ ἀνακοίνωση ἔκανε ὁ ἀκα­δημαϊκὸς ᾿Ανα­στάσιος ᾿Ορλάνδος στὶς 15/6/1978 στὴν ᾿Ακαδημία ᾿Αθη­νῶν. Εὐθὺς ἀμέσως κινήθηκε δραστηρίως ὁ μητροπολίτης Θεσσα­λονίκης Παντελεήμων ὁ Β¢ καὶ πέτυχε ἀρχικὰ τὴν ἐπι­στρο­φὴ τῆς ἁγίας κάρας (᾿Οκτώβριος 1978) καὶ ὕστερα ὁλοκλή­ρου τοῦ λειψάνου (24/4/1980).

῾Η ἐπανακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων χαροποίησε ὁλό-κληρο τὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα ποὺ εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ πλη­ροφορηθεῖ ὅτι ὁ πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὑπέρ­μα­χος τῆς ᾿Ορθοδοξίας βρίσκεται σωματικῶς στὸν ῾Ιερὸ Ναό του. ῎Εκτοτε καὶ μέχρι σήμερα ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ συρρέ­ουν στὸ Ναό του ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου γιὰ νὰ προ­σκυνήσουν τὰ χαριτόβρυτα λείψανά του.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 2:12 pm
από paulina
ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑ­ΛΟΝΙΚΗ



Γιὰ τὶς γιορτὲς τοῦ ἀθλονίκου καὶ μεγαλομάρτυρος Δη­μητρίου μᾆς πληροφοροῦν γιὰ μὲν τὸν δωδέκατο ἢ δέ­κατο τρίτο αἰώνα ἕνας ἄγνωστος συγγραφέας τοῦ ὁποίου διεσώ­θηκε διάλογος μὲ τὸν τίτλο “Τιμαρίων” γιὰ δὲ τὴν κυρίως ἐποχὴ ποὺ μᾆς ἐνδιαφέρει παραθέτουμε τὶς πληροφορίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ, τοῦ Κωνσταντί­νου ᾿Αρμενο­πούλου, τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾆ, τοῦ ᾿Ισιδώ­ρου Θεσσαλο­νί­κης, τοῦ Γαβριὴλ Θεσσαλονίκης καὶ τέλος τοῦ Συμεών, ἀρχι­επισκόπου Θεσσαλονίκης.

Σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ “Τιμαρίωνος” οἱ γιορ­τὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ ἡ ἐμπορικὴ πανήγυρη ἄρχιζαν ἕξι μέρες πρὶν ἀπὸ τὴν κυρίως ἑορτὴ καὶ στὴ συνέ­χεια ἀκο­λουθοῦσαν ἄλλες δύο. ῾Η περίοδος ἀπὸ τὶς εἴκοσι ᾿Οκτω­βρί­ου ὡς τὴν κυριώνυμη ἡμέρα, ἀποτελοῦσε τὰ “Προ­εόρτια”. ῾Ο Tafrali ἔχοντας ὑπόψη του τὶς πληροφορίες αὐτὲς μιλάει γιὰ τρεῖς περιόδους: α) Τὰ προεόρτια, ἀπὸ 10-25 ᾿Οκτω­βρίου, κατὰ τὰ ὁποῖα τελοῦνταν ἐμπορικὴ πα­νήγυρη, β) τὴν κυρίως ἑορτή, τὸ ἀπόγευμα τῆς 25ης καὶ ὁλόκληρης τῆς 26ης ᾿Οκτωβρίου, καὶ γ) τὸ ὀκταήμερο ἀπὸ τὶς 27 ὡς τὴν 3η Νοεμβρίου.

Σύμφωνα ὅμως μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ ᾿Αρμενοπού­λου, τοῦ Γρηγορᾆ καὶ τοῦ ᾿Ισιδώρου, ὁ χρόνος τῶν προεορ­τίων, κατὰ τὴν περίοδο ποὺ μᾆς ἐνδιαφέρει ἦταν μακρότε­ρος. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος μιλάει γιὰ διάρκεια ὁλόκληρου μήνα· “Μῆνα μὲν ὑπὲρ ὅλον συνεχῶς ὑμνουμένη, δώδεκα δ᾿ ἐν τῷ μεταξὺ προεορτίοις ἑορταῖς καὶ μεθεόρτῳ ὑπὲρ ἑορτὴν ἑκάστην ταῖς μὲν διωρισμένως ταῖς δὲ συνεχῶς ὑπερυμνουμένη”. ῾Ο Γρη­γορᾆς παρατηρεῖ ὅτι γιὰ τοὺς Θεσσαλονικεῖς ὁ σπου­δαιό­τε­ρος μήνας ἦταν ὁ ᾿Οκτώβριος, γι᾿ αὐτὸ καὶ πρέπει ὁ μήνας αὐτὸς νὰ ὀνομάζεται “ἱερομηνία”. Μάλιστα στὶς πη­γὲς τῆς περιόδου αὐτῆς γίνεται λόγος καὶ γιὰ νηστεία καὶ συνδέεται μὲ τὰ προεόρτια. ᾿Απὸ τὶς ὁμιλίες ἐξάλλου τοῦ ᾿Ισι­δώρου, ποὺ ἐκφωνήθηκαν κατὰ τὴν πρώτη καὶ δεύτερη Κυ­ριακὴ τοῦ ᾿Οκτωβρίου, ποὺ ὁ ἴδιος τὶς χαρακτηρίζει “Κυρια­κὲς τῶν Προεορτίων”, φαίνεται ὅτι ὁ κύκλος τῶν ἑορτῶν ἄρ­χιζε μὲ τὰ προεόρτια ποὺ ἐπεκτείνονταν σὲ δύο Κυριακές, κορυφώ­νονταν στὴν κυρίως ἑορτή, τὴν 26η ᾿Ο­κτωβρίου, καὶ ἔληγε μὲ τὰ ὀκταήμερα μεθεόρτια τὴν 3η Νοεμβρίου.

῾Ο “Τιμαρίων” μᾆς πληροφορεῖ ὅτι μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς θρησκευτικῆς ἑορτῆς τελοῦνταν καὶ ἐμπορικὴ πανήγυρη ποὺ τὴν ὀνομάζει “Δημήτρια” κατὰ τὰ Παναθήναια καὶ τὰ Πα­νιώνια. ῎Εμποροι συνέρρεαν ἀπὸ πολλὰ σημεῖα ὄχι μόνο τῆς αὐτοκρατορίας ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλες χῶρες, ἔτσι ὥστε ἡ ἑορ­τὴ προσελάμβανε χαρακτήρα οἰκουμενικό. ᾿Εκφράζοντας τὸ θαυμασμό του ὁ “Τιμαρίων” γιὰ τὴ μεγάλη συγκέντρωση τοῦ πλήθους λέγει· “Τοσοῦτον αὐτῷ τῆς δόξης κατὰ τὴν Εὐ­ρώ­πην παρίστησιν”. ῾Ο Γρηγορᾆς, ἀναφερόμενος στὴ φή­μη τοῦ ἁγίου Δημητρίου, παρατηρεῖ ὅτι αὐτὴ ἦταν ξακου­στὴ ὄχι μόνο στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ καὶ στὴν Αἴγυπτο, τὴ Λι­βύη, τὴν ᾿Αραβία, τὸν Καύκασο ὡς τὶς ἐκβολὲς τῆς Τυναΐ­δος. Στὶς χῶρες αὐτὲς “εἰκόνες καὶ ναοὺς εὑρήσεις τοῦ μάρτυρος καὶ ὑπομνήματα ζήλου”. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος ἐξάλ­λου μᾆς πλη­ρο­φορεῖ ὅτι οἱ γιορτὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου ξεσήκωναν ὅλο τὸν κόσμο. “Καὶ πολλῷ γε μᾆλλον τὴν ξύμ­πασαν συνελών, ἣ τῆς οἰκουμένης τῇ μετὰ θαύματος φήμῃ τὰ πέρατα δίεισι καὶ ἣ τὴν ἐγκόσμιον τάξιν τῷ εὖ αὐτῆς διὰ πάντων ἡρμο­σμένη μιμεῖται”. ῾Ο πληθυσμὸς τῆς πόλεως ἐξαιτίας τῆς κο­σμοσυρροῆς κατὰ τὴν ἑορτὴ πολλαπλασιαζό­ταν, ἔτσι ὥστε καὶ ἡ πόλη ἀπολάμβανε “εὐωδίας παντα­χόθεν”.

Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἑορτασμοῦ σχηματιζόταν μιὰ πρόσθετη πόλη. Αὐτὴ ἦταν ἐκτεταμένη, θαυμάσια σχεδια­σμένη καὶ ρυμοτομημένη. ῾Η πόλη δημιουργοῦνταν ἔξω ἀπὸ τὸ δυτικὸ κάστρο τῆς πόλεως, ἀνάμεσα στὸ τεῖχος καὶ στὴ Χρυσόπορτα καὶ στὴν πεδιάδα τοῦ ᾿Αξιοῦ.

Γιὰ τὴν πνευματικὴ κίνηση τῆς Θεσσαλονίκης κάναμε λόγο ὅταν ἀναφερθήκαμε στὰ ᾿Εγκώμια τοῦ ῾Αγίου. Περι­οριζόμαστε ἐδῶ ν᾿ ἀναφερθοῦμε στὸ θαυμασμὸ τῶν ἐγκω­μιαστῶν ποὺ παρέχουν πληροφορίες γιὰ τὶς ἑορτές του. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος τονίζει ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη θαυμάζεται ἰδιαί­τερα γιὰ τὴν ἀγχίνοια καὶ τὴ σοφία τῶν ἀνθρώπων. ῾Ο ᾿Ισίδωρος θεωρεῖ τὴ Θεσσαλονίκη ἐπιφανεστέρα στὴ Δύση, ὅπως στὴν ᾿Ανατολὴ ἦταν ἡ Κωνσταντινούπολη. Στὶς στο­ές, τὰ θέατρα, τὰ Μουσεῖα, δίδονταν διαλέξεις καὶ διδά­σκονταν διάφορα μαθήματα. Στὶς ἀνώτερες σχολὲς διδα­σκόταν ἡ Φι­λοσοφία, ἡ Ρητορική, ἡ Νομική, ἡ ᾿Ιατρικὴ καὶ τὰ Μαθη­ματικά. Μὲ τὴν καλλιέργεια τόσων ἐπιστημῶν, ἡ Θεσσα­λο­νίκη ἔδινε τὴν ἐντύπωση χώρου πανεπιστημιακοῦ.

Γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἑορτὲς καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν παλαιολόγεια ἐποχή, πληροφορίες μᾆς παρέχουν ὁ Γρηγο­ρᾆς, ὁ ᾿Ισίδωρος καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, ἐνῶ γιὰ τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλο­νί­κης. ῾Ο Γρηγορᾆς καὶ ὁ ᾿Ισίδωρος μιλᾆνε γιὰ τέσσερα “συ­στή­μα­τα” ποὺ συμβολίζουν ἄλλοτε τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ κόσμου καὶ ἄλλοτε τὶς τέσσερις ἐποχές.

Κατὰ τὸ πρῶτο σύστημα, τὴν 26η ᾿Οκτωβρίου, παρευ-ρισκόταν ὁ ἡγεμόνας ἢ σπάνια ὁ βασιλιάς. ῾Η “βασιλικὴ πα­νήγυρις” κατὰ τὸ Γρηγορᾆ, ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὶς ἀρχὲς τοῦ ἔτους. ῾Η παρουσία τοῦ βασιλιᾆ προσέδιδε λαμπρότητα στὸν ἑορτασμό, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐκφωνοῦνταν λόγοι ἐγκω­μια­στικοί.

Κατὰ τὸ δεύτερο σύστημα, τὴν 27η ᾿Οκτωβρίου, τὴν κυρίως τιμητικὴ θέση κατεῖχε ὁ ἱεράρχης, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν κλῆρο καὶ τοὺς μοναχούς.

῾Η τρίτη ἡμέρα ἦταν ἀφιερωμένη στοὺς μοναχούς, ἀφοῦ ἡ θέση τους ἦταν ἰδιάζουσα. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐγκω­μιαστές, ὅπως εἴδαμε, ἀπέδιδαν στὸν ἅγιο Δημήτριο, ἀσκη­τικὲς ἀρε­τές, μάλιστα ὁ ᾿Ισίδωρος ἐπιδίωξε τὴν ἀνόρθωση σφαλμάτων τοῦ μοναχικοῦ βίου μὲ τὴν προβολὴ τῶν ἀσκη­τικῶν ἀρετῶν τοῦ μάρτυρος.

Τέλος, ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴν κυριώνυμη ἑορτή, γιόρ­ταζε ὁ πολὺς κόσμος. ῾Η ἑορτὴ ὀνομαζόταν “ὀκταήμερος”. Κατὰ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ διδόταν ἡ εὐκαιρία στοὺς ὁμιλητὲς νὰ θίξουν δημόσια προβλήματα ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν πόλη.

Οἱ ἑορτὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου συμβολίζουν τὸ χρι­στομίμητο τοῦ μαρτυρίου του. ῾Ο ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλα­μᾆς, μιλώντας γιὰ τὴ σύλληψη τοῦ ἁγίου Δημητρίου στὴν Καταφυγὴ καὶ γιὰ τὸ μαρτύριό του, μᾆς λέγει τὰ ἑξῆς· “Ταῦθ᾿ ἡμεῖς εἰκονίζοντες, κατ᾿ ἔτος εἰκότως, ἐκεῖ μὲν τῆς πανηγύρεως ποιούμεθα τὴν ἀρχήν, ὧδε δὲ τὴν τελείωσιν, ἐπεὶ καὶ ὁ μάρτυς οὕτως εἶχεν, ἑλκόμενος εἰς σφαγὴν τηνι­καῦτα διὰ Χριστόν”. ᾿Εξάλλου ὁ ᾿Αρμενόπουλος παρατηρεῖ· “῾Η πόλις ξύμπασα κοσμίως εὖ μάλα ἐπέτειον ἱερὰν ποιεῖ­ται καὶ θείαν πομπὴν τὸ τούτου χριστομίμητον ἐξεικονί­ζου­σα πάθος καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ μαρτύριον αὐτοῦ μετὰ πομπῆς ἀγα­γεῖν”. ῾Η μεγαλοπρεπὴς πομπὴ ἄρχιζε ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Κατα­φυγῆς, γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦν ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾆς, ὁ ᾿Αρ­μενόπουλος καὶ ὁ Συμεών, ἔφθανε στὴν ᾿Αχειροποίητο καὶ κατέληγε στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

Οἱ διῶκτες τοῦ Δημητρίου συλλαμβάνοντας, διακω­μω­δώντας καὶ φυλακίζοντας τὸν ῞Αγιο ἀπέβλεπαν στὴ μείω­ση τοῦ μάρτυρος, ὅπως εἶχαν πράξει καὶ οἱ στρατιῶτες στὸ Χριστό. Οἱ Χριστιανοὶ ὅμως κατὰ τὴ Θ. Λειτουργία ποὺ βλέ­πουν τὸν Κύριο νὰ σταυρώνεται, νὰ πεθαίνει καὶ ν᾿ ἀνί­στα­ται, τὸν δοξάζουν. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸν ἅγιο Δη­μή­τριο. ῾Η ἐξεικόνιση τῶν ἑορτῶν του συμβολίζει τὸ μαρτύ­ριό του, ποὺ ὡστόσο συνέβαλε στὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας του.

῾Ο Συμεὼν Θεσσαλονίκης, τὸ δέκατο πέμπτο αἰώνα, περιγράφει μὲ κάθε λεπτομέρεια τὴ λιτανεία τῶν ἑορτῶν τοῦ μεγαλομάρτυρος. ῾Ο ἴδιος, ἂν καὶ δὲν εἶναι ὁ εἰσηγητής, εἶναι ὅμως ὁ κύριος ἐνσαρκωτὴς τῆς ἐξομοιώσεως τῶν προ­εορτίων ἀκολουθιῶν καὶ τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου πρὸς τὴ Μ. ῾Εβδομάδα καὶ τὸ Πάσχα. ῎Ετσι ἄλλωστε μπορεῖ νὰ αἰτιολογηθεῖ καὶ τὸ πανηγυρικὸ ὕφος τοῦ Συμε­ὼν μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τὴν 26η ᾿Ο­κτωβρίου. “Τίς ἡ λαμπρὰ αὕτη ἡμέρα, τὴν ἀνάστα­σιν τοῦ Σωτῆρος ἐξεικονίζουσα; Τίς ἡ τηλικαύτη λαμπρο­φορία, τὸ μέγα φῶς καὶ ἄδυτον προσημαίνουσα;”.

Πρόβλημα προέκυψε σχετικὰ μὲ τὴν Καταφυγή, τὴν ὁποία ὁ Συμεὼν ὀνομάζει ναὸ τῆς Θεοτόκου. Προβληματι­κὴ παραμένει ἡ ταύτιση τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου τῆς Κατα­φυ­γῆς πρὸς ἕνα ἀπὸ τοὺς ναοὺς ποὺ διασώζονται στὴ Θεσ­σαλονίκη.

Περιοριζόμαστε νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὅσοι μᾆς παρέ­χουν πληροφορίες γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ ἁγίου Δημητρίου κατὰ τὴν ὑπόψη ἐποχή, ὅπως ὁ Παλαμᾆς, ὁ ᾿Αρμενόπουλος, ὁ Συμεών, μᾆς πληροφοροῦν ὅτι αὐτὴ ἦταν λαμπρή. ῾Ο ᾿Αρ­μενόπουλος, ἀναφερόμενος στὴν πομπή, λέγει ὅτι ἡ ἐμμέ­λεια τῶν ὕμνων ποὺ ψάλλονταν, ἡ φωτοχυσία, ἡ εὔρυθμη κρούση τῶν κωδώνων, τὸ πλῆθος ποὺ κρατοῦσε ἀναμμένες λαμπά­δες, ὁ ἦχος τῶν σαλπίγγων καὶ ἄλλων ὀργάνων προ­σ­έδιδε μεγαλοπρέπεια. ῾Ο ᾿Αρμενόπουλος, θαυμάζοντας τὴν πομ­πή, λέγει ὅτι αὐτὴ ἦταν μοναδικὴ “ἧς οὐδέποτε παρ᾿ οὐδέσιν ἐξ ἴσου γέγονε, ἢ ἐγγύς, οὐδ᾿ οὕτω κατ᾿ αὐτῶν μεγα­λοπρεπής”. ῞Ολοι οἱ δρόμοι καὶ μάλιστα ἡ ᾿Εγνατία ἦταν φωταγω­γη­μένοι.

Σὲ κάθε ἐποχὴ ἡ Θεσσαλονίκη διακρινόταν ὡς σπου­δαῖο κέντρο ἐμπορικό, πολιτιστικὸ καὶ προπάντων πνευμα­τικό. Διακρίνεται γιὰ τὴν ᾿Ορθοδοξία της ἀφοῦ ὁ σπόρος τῆς ἀληθείας ρίφθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Απ. Παῦλο καὶ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὸ μεγαλομάρτυρα Πολιοῦχο Δημήτριο.

῾Η Θεσσαλονίκη θὰ πρέπει νὰ παραμείνει πάντοτε κέν­τρο πνευματικό, πολιτιστικὸ καὶ προπάντων προπύργιο ᾿Ορ­θοδοξίας.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 2:15 pm
από paulina
26/27 ᾿Οκτωβρίου


ΝΕΣΤΩΡ, μάρτυς (ἀρχὲς 4ου αἰ.)

συναθλητὴς τοῦ ἁγίου Δημητρίου



῾Ο μάρτυς Νέστωρ, μαθητὴς καὶ συναθλητὴς τοῦ πολι­ούχου ἁγίου τῆς Θεσσαλονίκης, μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, ἐμφανίζεται στὰ σχετικὰ μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο ἁγιολογικὰ κείμενα, κατὰ τὴν περιγραφὴ τοῦ γνωστοῦ ἐπεισοδίου μὲ τὸν Λυαῖο.


Η ΑΘΛΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ

Στὸ ἐκτενὲς Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὁ Νέστωρ χαρακτηρίζεται ὡς “τις ἐκ τοῦ δήμου νεανίσκος ὡραῖος πάνυ, κομιδῆ νέος ὤν”, ἐνῶ τὸ συναξάριό του, ποὺ περιέχεται στὸ Συναξάριο τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσ­θέ­τει ὅτι ὁ Νέστορας γνωριζόταν μὲ τὸν ἅγιο Δημήτριο (“γνω­στὸς ὑπάρχων τῷ πανενδόξῳ μάρτυρι Δημητρίῳ”). Σὲ μετα­γενέστερο συναξάριό του (Μηνολόγιο Βασιλείου Β¢) διευκρι­νίζεται ὅτι ὁ Νέστορας ἦταν μαθητὴς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, καὶ μάλιστα ὄχι κατηχούμενος ἀλλὰ χριστιανός: “Χριστιανὸς δὲ ὤν, ἀπήρχετο πρὸς τὸν ῞Αγιον Δημήτριον, ἐν ᾧ ἐκαθέζετο τόπῳ καὶ ἐδίδασκεν, καὶ ἐμάνθανεν ἀκριβέστερον παρ᾿ αὐτοῦ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας”.

῞Οταν ὁ αὐτοκράτορας Μαξιμιανὸς παρουσίαζε στὸ στά­­διο τῆς Θεσσαλονίκης μὲ προκλητικὸ τρόπο τὸν φοβερὸ μο­νο­μάχο Λυαῖο, ὁ νεανίσκος Νέστωρ ἔσπευσε στὸν ἅγιο Δη­­μή­­τριο, ποὺ κρατοῦνταν φυλακισμένος στὸ πλησίον τοῦ στα­δίου δημόσιο βαλανεῖο, καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν εὐλογήσει γιὰ νὰ μονομαχήσει μὲ τὸ Λυαῖο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος “ποι­ήσας τὴν τοῦ Χριστοῦ σφραγῖδα εἰς αὐτόν”, τὸν διαβε­βαί­ω­σε πὼς ὄχι μόνο θὰ νικοῦσε τὸ Λυαῖο ἀλλὰ καὶ πὼς θὰ μαρ­τυ­ροῦ­σε γιὰ τὸ Χριστό. Στὴ συνέχεια ὁ Νέστορας πα­ρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα καὶ τοῦ δήλωσε πὼς ἤθελε νὰ μο­νομαχήσει μὲ τὸ Λυαῖο, ἀλλὰ ὁ Μαξιμιανός, ὑποθέτοντας ὅτι βασικὸ κίνητρο τοῦ Νέστορος ἦταν τὸ χρηματικὸ ἔπα­θλο ποὺ εἶχε ὁρίσει, τοῦ πρότεινε ἕνα ποσὸ ἐὰν δὲν μονομαχοῦσε μὲ τὸν Λυ­αῖο καὶ ἀποχωροῦσε ἀμέσως. ῞Ομως, ἡ ἀπάντηση τοῦ Νέ­στορος ἦταν κατηγορηματική: “Οὐ χρημάτων ἐπιθυμῶ οὐδὲ διὰ τοῦτο ἐπὶ τὸν ἀγῶνα ἐλήλυθα, ἀλλ᾿ ἵνα κρείττονα τοῦ Λυαίου ἐμαυτὸν συστήσω”.

Κατὰ τὴ συμπλοκή του μὲ τὸ Λυαῖο, ποὺ ἀκολούθη­σε, ὁ Νέστορας τοῦ ἐπέφερε ἕνα θανατηφόρο κτύπημα, ἀφή­νον­τας ἄφωνο τὸν αὐτοκράτορα. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπροσ­δό­κητο γεγονὸς ὁ Μαξιμιανὸς ἀποχώρησε ἀπὸ τὸ στάδιο, ἐνῶ ὁ Νέστορας ἀνέπεμψε δοξολογία στὸ Θεό, “ὅτι τῇ εὐχῇ τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἀνῃρέθη ὁ βάρβαρος”. Τότε ὁ αὐτοκράτο­ρας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸ Νέστορα μέσα στὸ στάδιο, ἐνῶ ὁ ἅγιος Δημήτριος, ὁ ὁποῖος θεωρήθηκε ὑπαίτι­ος τῆς σφαγῆς τοῦ Λυαίου, μαρτύρησε διὰ λογχισμοῦ μέσα στὴ φυλακή του.


ΠΗΓΕΣ

῞Οπως σημειώθηκε, τὶς σχετικὲς μὲ τὸν μάρτυρα Νέ­στορα πληροφορίες λαμβάνουμε ἀπὸ τὸν ἐξαιρετικὰ μεγάλο ἀριθμὸ τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων (Μαρτυρίων, ᾿Εγκωμίων, Λόγων) γιὰ τὸν ἅγιο Δημήτριο. ᾿Εκτὸς αὐτῶν, Συναξάρια τοῦ μάρ­τυρος ἔχουν περιληφθεῖ στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συν­αξά­ριο καὶ στὸ αὐτοκρατορικὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β¢, ἐνῶ πρόσφατα ἐκδόθηκε ἀπὸ τὴ Σ. Κοτζάμπαση καὶ ἕνα ἐγ­κώ­μιο στὸν ἅγιο Νέστορα, ἔργο τοῦ τέλους τοῦ 13ου αἰ­ῶνος, ποὺ ἀνήκει στὸν λίγο γνωστὸ Κόμητα, ὁ ὁποῖος ἔφε­ρε τὸν τίτλο τοῦ ὑπάτου τῶν φιλοσόφων καὶ διδασκάλου τοῦ Εὐαγ­γελίου καὶ καταγόταν κατὰ πᾆσα πιθανότητα ἀπὸ τὴ Θεσ­σαλονίκη.

Τέλος, ἕνα ἀταύτιστο κείμενο σὲ χειρόγραφο τῆς Φιλο­­σοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατα­γρά­φεται μὲ ἐπιφυλάξεις ὡς ἄγνωστο Μαρτύριο τοῦ ἁγίου Νέ­στορος.

Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ

Πρὸς τιμὴ τοῦ ἁγίου Νέστορος εἶχαν γραφεῖ καὶ ὑμνο­γραφικὰ κείμενα (κανόνες, στιχηρὰ προσόμοια), ποὺ ψάλ­λον­ταν κατὰ τὴν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς του. ῾Ο ἀρχαιότε­ρος γνω­στὸς κανόνας στὸν ἅγιο Νέστορα προέρχεται ἀπὸ τὴ γρα­φί­δα τοῦ ὁσίου ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Υμνογράφου καὶ φέρει ἀκροστι­χί­δα: “Τιμῶ σε πιστῶς, μάρτυς ἠγλαϊσμένε, ᾿Ιωσήφ”. ᾿Α­ξιο­πρό­σεκτο εἶναι τὸ γεγονός ὅτι, ὅπως διαπιστώνεται καὶ στὰ σχε­τικὰ ἁγιολογικὰ κείμενα, σὲ ἀρκετὰ ὑμνογραφικὰ κεί­­μενα οἱ δύο Θεσσαλονικεῖς ἅγιοι, Δημήτριος καὶ Νέστωρ, συν­τι­μῶν­ται, ὅπως συμβαίνει στὰ τρία ἀνέκδοτα στιχηρὰ προσ­ό­μοια, ποὺ ὑπάρχουν στὸ χειρόγραφο ἀρ. 69 τῆς μονῆς Ξε­νοφῶν­τος (τέλη 18ου αἰ.).

᾿Αρκετὰ πλούσια εἶναι καὶ ἡ εἰκονογραφία τοῦ μάρτυ­ρος, μὲ ἀξιοσημείωτη τὴν ἀπεικόνισή του στὸ παλαιοχρι­στια­­νικὸ κιβώριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθεῖ πρόσφατα. Στὶς περισσότερες παραστάσεις του ὁ ἅγιος Νέ­στωρ ἀπεικονίζεται μὲ στρατιωτικὴ περιβολή, χωρίς, ὡστόσο, νὰ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὶς πηγὲς ὅτι ἦταν στρατιωτικὸς στὸ ἐ­πάγγελμα.

Τέλος, μνημεῖο τῆς τιμῆς ποὺ ἀπέδιδαν οἱ Θεσσαλονι­κεῖς στὸν ἅγιο Νέστορα ἦταν καὶ ἕνας μικρὸς ναός, ἀφιερω­μένος, σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, στὴ μνήμη του, ὁ ὁποῖος βρισκόταν νοτίως τῆς βασιλικῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, μεταξὺ τῶν ὁδῶν ῾Αγίου Δημητρίου καὶ ᾿Ολύμπου. Στὴ θέση τοῦ να­οῦ τοῦ ἁγίου Νέστορος, μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Θεσσα­λο­νίκης ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀνεγέρθηκε τὸ μουσουλ­μανικὸ τέ­μενος Fethiye Cami῾.