Σελίδα 7 από 10

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:20 pm
από paulina
6 Αὐγούστου


ΑΒΒΑΚΟΥΜ, ὁσιομάρτυς († 6.8.1628)

Τὸ ὄνομα τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αββακούμ δὲν ἀναγράφε­ται στὸ Συναξα­ριστὴ Νεομαρτύρων οὔτε στοὺς γνωστοὺς ἔν­τυπους συν­αξαριστές, ἀφοῦ δὲν διασώθηκε κάποιο ὑπό­μνη­μα τοῦ μαρ­τυρίου του. Καθίσταται γνωστό μόνο ἀπὸ μία ἐνθύμηση τοῦ κώδικος Μ. Λαύρας Ω 89, φ. 155 τοῦ 17ου αἰῶνος, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ ᾿Αββακοὺμ μαρτύ­ρησε στὶς 6 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1628 στὴ Θεσσαλονίκη:

“Κατὰ τὸ ζρλς¢ ἐν μηνὶ Αὐγούστῳ εἰς τὰς ς¢ ἐμαρτύ­ρησεν ὁ ὅσιος καὶ νέος μάρτυς ᾿Αββακοὺμ ἐν τῇ μεγα-λουπόλει Θεσσαλονίκῃ, εἰς δόξαν καὶ καύχημα τῶν ὀρ­θοδόξων χριστιανῶν”.

᾿Απὸ τὸν χαρακτηρισμό του ὡς “ὁσίου” εἶναι δυνατὸ νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ᾿Αββακοὺμ ἦταν μοναχός, πιθανότατα ἁγιορείτης.

Τὸ ὄνομα τοῦ ὁσιομάρτυρος ᾿Αββακοὺμ ἀναγράφεται γιὰ πρώτη φορὰ στὸ ῾Αγιολόγιον τοῦ Σωφρονίου Εὐστρα­τιάδη, ὁ ὁποῖος ἐξέδωσε καὶ τὸν κατάλογο τῶν χειρογρά­φων τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας, ὅπου ἀπαντᾆται ἡ ἐν­θύμηση γιὰ τὸ μαρτύριο τοῦ ᾿Αββακούμ.

Τεμάχια λειψάνων τοῦ ὁσιομάρτυρος ᾿Αββακοὺμ φυ­λάσσονται στὴ μονὴ τοῦ Γενεσίου στὴν ᾿Ακαρνανία.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:23 pm
από paulina
8 Αὐγούστου


ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ὁ ἐκ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ,

νεομάρτυς († 8.8.1794)



῾Ο ᾿Αναστάσιος ὁδηγήθηκε στὸ μαρτύριο μ᾿ ἕναν τρό­πο ἀσυνήθιστο, ἀφοῦ οὔτε ὁ ἴδιος τὸ ἐπεδίωξε, ὅπως συνέ-βη μὲ πολλοὺς ἄλλους νεομάρτυρες ποὺ προσῆλθαν οἰκειο­θελῶς σ᾿ αὐτό, ἀλλὰ οὔτε ἀνήκει στοὺς “ἐξ ἀρνησι­χρίστων” μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ὁδηγήθηκαν στὸ μαρτύριο γιὰ νὰ ἀπο­πλύνουν μὲ τὸ αἷμα τους τὸ ἁμάρτημα τῆς ἐξωμο­σίας. ᾿Αφορ­μὴ γιὰ τὴν σύλληψη τοῦ ᾿Αναστασίου στάθηκε ἡ ἐπιπολαιό­τητά του ποὺ τὸν ἔφερε ἀντιμέτωπο μ᾿ ἕνα φοβε­ρὸ δίλημμα, ἢ νὰ ἐξομώσει ἢ διαφορετικὰ νὰ μαρτυρήσει.

῾Ο ᾿Αναστάσιος ἢ Σπάσος στὴ βουλγαρική, καταγό­ταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ραδοβίσι τῆς ἐπαρχίας Τιβεριουπόλεως (Στρού­μιτζας) τῆς Βουλγαρίας. Σὲ ἡλικία εἴκοσι περίπου ἐτῶν ἐγ­κα­τέλειψε τὴν πατρίδα του καὶ πῆγε στὴ Θεσσα­λονίκη ὅπου ἐργαζόταν ὡς βοηθὸς σ᾿ ἕνα κατάστημα ὁπλο­ποιίας. Κάποια μέρα ὁ ᾿Αναστάσιος ὑπέκυψε στὶς πιέσεις τοῦ ἀφεντικοῦ του καὶ δέχθηκε νὰ προσποιηθεῖ τὸν Τοῦρ­κο γιὰ νὰ τὸν βοη­θήσει στὴ λαθραία ἐξαγωγὴ τουρκικῶν πολυτελῶν ἐνδυμα­σιῶν ἀπὸ τὴν ὀχυρὴ πόλη τῆς Θεσσαλο­νίκης. Καθὼς ὅμως πῆγε νὰ περάσει τὴν πύλη ντυμένος μὲ τουρκικὰ ροῦχα οἱ κρατικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ ζήτησαν νὰ δοῦν τὰ ἔγγραφα γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ τῶν ἐνδυμασιῶν· τότε ἐκεῖνος ἰσχυρίσθηκε ὅτι εἶναι Τοῦρκος καὶ ὅτι εἶναι δικά του τὰ ροῦχα. Οἱ ὑπάλ­ληλοι γιὰ νὰ πεισθοῦν τοῦ ζήτησαν νὰ ἀπαγγείλει τὴ μωα­μεθανικὴ ὁμολογία (σαλαβάτι). ῾Ο ᾿Αναστάσιος ὅμως οὔτε τὴν ὁμολογία γνώριζε, ἀλλὰ οὔτε πολὺ περισσότερο εἶχε τὴ διάθεση νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του.

Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ περιστατικὸ συνελήφθη καὶ ὁδη­γή­θηκε στὸν ἀγᾆ, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ ἀλλα­ξοπιστήσει ὑποσχόμενός του διάφορα δῶρα. ᾿Επειδὴ ὅμως παρέμενε σταθερός, ὁ ἀγᾆς, ζητώντας τὴ συμβουλὴ καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Τούρκου μουφτῆ τὸν παρέπεμψε στὸν δικαστή, ὁ ὁποῖος προσπάθησε μὲ ποικίλους τρόπους νὰ μετα­βάλλει τὴ γνώμη τοῦ ᾿Αναστασίου. Μεταχειρίσθηκε ὑποσχέ­σεις γιὰ δῶ­ρα καὶ πλούτη, γιὰ νὰ τὸν δελεάσει καὶ νὰ ὁμο­λογήσει ὅτι εἶναι Τοῦρκος, ἐπειδὴ ὅμως ὅλα αὐτὰ ἀποδεί­χθηκαν μάταια, τὸν φυλάκισε καὶ συνέχισε πλέον τὴν προ­σπάθεια χρησιμο­ποιώντας ποικίλα βασανιστήρια. ῞Ολα αὐτὰ τὰ ὑπέμεινε ὁ ᾿Αναστάσιος μὲ καρτερία, χωρὶς νὰ ὑποχωρήσει.

῾Ο δικαστὴς τότε, ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴν ἀποτυχία του νὰ τὸν προσελκύσει στὸ μωαμεθανισμό, τὸν παρέπεμψε στὸν ἀνώτατο διοικητικὸ ὑπάλληλο, τὸ μουσελίμη, ποὺ κι αὐτὸς ὅμως δὲν κατάφερε τίποτε. ῎Ετσι ἀποφασίσθηκε ἡ θα­νάτωσή του· στὶς 8 Αὐγούστου τοῦ 1794 καὶ ἐνῶ ὁδη­γοῦν­ταν στὸν τόπο τῆς θανατικῆς του ἐκτελέσεως, στὴν “Και­νούργια Πόρτα”, τοποθεσία ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ὁ ᾿Αναστά­σιος ὑπέκυψε λόγω τῶν κακώσεων καὶ τῶν βασανι­σμῶν ποὺ εἶχε ὑποστεῖ στὴ φυλακή.

Τὸ μαρτύριό του περιέχεται στὸ Νέον Μαρτυρολό­γιον τοῦ ἁγίου Νικοδήμου. ᾿Επίσης ὁ ᾿Αναστάσιος ἀπεικονίζεται στὴν εἰκόνα ἁπάντων τῶν μετὰ τὴν ἅλωσιν νεομαρτύρων.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:36 pm
από paulina
8 Σεπτεμβρίου


ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ὁ ΚΟΛΙΑΚΙΩΤΗΣ,

νεομάρτυς († 8.9.1774)


῾Ο νεομάρτυς ᾿Αθανάσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κολια­κιά, τὴ σημερινὴ κωμόπολη Πύργος (ἢ Χαλάστρα), ποὺ βρί­σκεται δυτικὰ τῆς Θεσ­σαλονίκης, καὶ ἡ ὁποία ἦταν ἕδρα τοῦ ἐπισκόπου Καμπανίας. ῾Ο πατέρας του ὀνομαζόταν Πο­λύ­χρους καὶ ἦταν προεστὼς τῆς Κολιακιᾆς, ἔστειλε δὲ τὸν νεαρὸ ᾿Αθα­νάσιο στὴ Θεσσα­λονίκη γιὰ νὰ φοιτήσει στὸ ῾Ελ­ληνικὸ Σχολεῖο τῆς πόλεως, τὸ γνωστὸ “῾Ελληνομουσεῖον”, τὸ ὁποῖο διηύθυνε καὶ στὸ ὁποῖο δίδαξε κατὰ τὰ ἔτη 1758-1760 καὶ 1767-1786 ὁ μεγάλος διδάσκαλος ᾿Αθανάσιος ὁ Πάριος.

᾿Εν συνεχεία ὁ ᾿Αθανάσιος ἐφοίτησε στὴν ᾿Αθωνιάδα Σχολή, ὅπου δίδασκαν οἱ Παναγιώτης Παλαμᾆς καὶ Νικό­λα­ος Τζερτζούλης ἀπὸ τὸ Μέτσοβοÿ μετὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ δευτέρου ἀπὸ τὴ Σχολή, ἔφυγε καὶ ὁ ᾿Αθανάσιος, γιὰ νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου συνδέθηκε μὲ τὸν τότε νεοχειροτονηθέντα πατριάρχη ᾿Αντιοχείας Φιλήμο­να (1766-1767). ῾Ο ᾿Αθανάσιος παρέμεινε ἐπὶ δύο ἔτη στὴ Δαμασκό, κοντὰ στὸ νέο πατριάρχη, ἐνῶ στὴ συνέχεια ἐπέστρεψε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ γενέτειρά του, τὴν Κολιακιά.

᾿Εκεῖ συνήθιζε νὰ πηγαίνει σὲ ἕνα βασιλικὸ ἱπποστά­σιο, ὅπου κάποια ἡμέρα, συζητώντας μὲ ἕνα Τοῦρκο ἐμίρη γιὰ θρησκευτικὰ θέματα, πρόφερε ἀνυποψίαστα τὴν μου­σουλ­μανικὴ ὁμολογία, λέγοντάς του ὅτι σ᾿ αὐτοὺς τοὺς λό­γους στηρίζεται ἡ μωαμεθανικὴ θρησκεία. ῾Ο Τοῦρκος ἐμί­ρης ἐπι­χείρησε νὰ ἐκμεταλλευθεῖ αὐτὴ τὴν ἁπλοϊκὴ πράξη τοῦ ᾿Αθα­νασίου, λέγοντάς του πὼς ἐκφωνώντας τὴν μου­σουλμανικὴ ὁμολογία εἶχε αὐτομάτως ἀσπασθεῖ τὸ μωαμε­θανισμό.

῍Αν καὶ ὁ ᾿Αθανάσιος ἀρνήθηκε μὲ ἐπιμονὴ νὰ ἀπο­δεχθεῖ κάτι τέτοιο, ὁ ἐμίρης ἔσπευσε νὰ μεταβεῖ στὸ δικα­στὴ τῆς Θεσσαλονίκης γιὰ νὰ καταδώσει τὸν ᾿Αθανάσιο, συ­κοφαντώντας τον καὶ ὑποστηρίζοντας πώς, ἐνῶ ἀρχικὰ ἐκεῖ­νος εἶχε ἀσπασθεῖ τὸ μωαμεθανισμό, στὴ συνέχεια ἀρνοῦν­ταν τὴ νέα θρησκεία του. ῾Ο ᾿Αθανάσιος ὁδηγήθηκε ἀμέσως στὸ δικαστὴ τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος τὸν ἀν­έκρινε καὶ διεπίστωσε ἐξαρχῆς πὼς οἱ κατηγορίες τοῦ ἐμί­ρη ἦταν ἀσύ­στατες. ῾Ωστόσο, οἱ παρευρισκόμενοι ἀγάδες ἐναντιώθηκαν στὴν πρόθεση τοῦ δικαστῆ νὰ ἐλευθερώσει τὸν ᾿Αθανάσιο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μεταστραφεῖ καὶ ὁ δικα­στὴς καὶ νὰ πιέ­ζει τὸν ᾿Αθανάσιο νὰ ἀσπασθεῖ τὸν μωαμε­θανισμό. ῾Ο ᾿Αθα­νάσιος ὅμως συνέχισε νὰ ὁμολογεῖ μὲ ἀκλόνητο φρόνημα τὴ χριστιανικὴ πίστη του, μὲ ἀποτέ­λεσμα νὰ φυλακισθεῖ.

Σύμφωνα μὲ τὸ συναξάριό του, εἶχε διαδοθεῖ ἡ φήμη πὼς ὁ ᾿Αθανάσιος εἶχε ἀσπασθεῖ τὴ μωαμεθανικὴ θρησκεία καὶ στὴ συνέχεια τὴν ἀρνοῦνταν, μὲ συνέπεια νὰ φοβᾆται ἀκόμη καὶ ὁ πατέρας του νὰ μεσολαβήσει γιὰ τὴν ἀπελευ­θέρωσή του, ἂν καὶ κάτι τέτοιο, σύμφωνα μὲ τὸ συναξαρι­στὴ τοῦ ᾿Αθανασίου ὁ ὁποῖος τὸν ψέγει γι᾿ αὐτὸ τὸ φόβο του, τοῦ ἦταν πολὺ εὔκολο.

῞Οταν ὕστερα ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες ὁδηγήθηκε γιὰ δεύ­τερη φορὰ στὸ δικαστή, ὁμολόγησε καὶ πάλι μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸ Χριστό. ῾Η καταδικαστικὴ ἀπόφαση ὅρι­ζε τὴν δι᾿ ἀπαγχονισμοῦ θανατικὴ ποινή, ἡ ὁποία ἐκτελέ­σθηκε ἐκτὸς τῶν δυτικῶν τειχῶν τῆς Θεσσαλονίκης. ῾Ο νεο­μάρτυς ᾿Αθανάσιος μαρτύρησε σὲ ἡλικία εἰκοσιπέντε ἐτῶν, στὶς 8 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1774.

῎Εχει ὑποστηριχθεῖ πώς, ἂν καὶ οἱ πηγὲς σιωποῦν, δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι τὸ μαρτύριο τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αθα­νασίου συμπίπτει χρονικὰ μὲ τὸ ἀπόγειο τῆς πνευματικῆς δράσεως τοῦ ἐπισκόπου Καμπανίας Θεοφίλου Παπαφίλη, μιᾆς ἀπὸ τὶς λόγιες πνευματικὲς μορφὲς τοῦ 18ου αἰ. καὶ ἀναμφισβή­τητα τοῦ πλέον ἀξιόλογου προσώπου ποὺ ἀνῆλθε στὸν ἐπι­σκοπικὸ θρόνο τῆς Καμπανίας. Τὰ δεδομένα αὐτὰ συνηγο­ροῦν στὴ διατύπωση τῆς ἀπόψεως ὅτι “ὁ νεαρὸς ᾿Αθανά­σι­ος χρημάτισε ἀναμφίβολα πνευματικὸ τέκνο τοῦ ἐπισκόπου”.

Μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ ᾿Αθανασίου, οἱ χριστιανοὶ παρέ­λαβαν τὸ σῶμα του καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὴν περιοχὴ τῆς ἁγίας Παρασκευῆς, ὅπως μᾆς πληροφορεῖ καὶ ἐντοι­χισμένη μαρμάρινη πλάκα, ποὺ βρίσκεται σήμερα ἀριστερὰ τῆς εἰσό­δου τῶν κοιμητηρίων τῆς ἁγίας Παρασκευῆς. Στὸν Πύρ­γο ἀνεγέρθηκε ναὸς ἀφιερωμένος στὴ μνήμη του, ἐνῶ στὸ κοι­μητήριο τῆς ἁγίας Παρασκευῆς στὴ Θεσσαλονίκη, δυτικὰ τοῦ κοιμητηριακοῦ ναοῦ ἀνεγέρθηκε παρεκκλήσιο τιμώμενο στὸ ὄνομά του.

Τὸ συναξάριο τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αθανασίου συμπερι­λήφθηκε ἀπὸ τὸν ὅσιο Νικόδημο τὸν ῾Αγιορείτη στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον. ᾿Ακολουθία καὶ παρακλητικὸ κανόνα πρὸς τιμή του συνέθεσε τὸ ἔτος 1974 ὁ μακαριστὸς ὑμνογράφος τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας, μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαν­νανίτης, ἐνῶ ἀργότερα, τὸ 1980, ὁ ἴδιος ὑμνογράφος συν­έταξε νέα ᾿Ακολουθία καθὼς καὶ εἰκοσιτέσσαρες οἴκους πρὸς τιμὴ τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αθανασίου τοῦ Κολιακιώτη.

῾Η μνήμη τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αθανασίου τιμᾆται στὶς 8 Σεπτεμβρίου. ᾿Απὸ τὸ ἔτος 1983 τιμᾆται καὶ κατὰ τὴν πρώ­τη Κυριακὴ τοῦ ᾿Οκτωβρίου, ἔχοντας συγκαταριθμηθεῖ στὴ χορεία τῶν πενταρίθμων ἁγίων τῆς ᾿Αθωνιάδος Σχολῆς, πρὸς τιμὴ τῶν ὁποίων ὁ μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης συν­έθεσε ᾿Ακολουθία, Παρακλητικὸ Κανόνα καὶ Χαιρετισμούς.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:38 pm
από paulina
9 Σεπτεμβρίου



ΡΟΥΦΟΣ, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (406/7-434)

[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Γ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]



῾Ο Ροῦφος διαδέχθηκε στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης τὸν ἅγιο ᾿Ανύσιο. Σ᾿ αὐτὸν ἀπευ­θύνονται παπικὲς ἐπιστολές, τὸ περιεχόμενο τῶν ὁποίων ἔχει βαρύνουσα σημασία γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τῆς Θεσ­σαλονίκης. Μὲ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ πάπα ᾿Ιννοκεντίου (402-417) στὶς 17 ᾿Ιουνίου τοῦ 412, ἱδρύεται τυπικῶς τὸ Βι­κα­ριᾆτο τῆς Θεσσαλονίκης καὶ καθορίζονται τὰ καθήκοντα τοῦ παπικοῦ βικαρίου, δηλαδὴ τοῦ ἑκάστοτε ἐπισκόπου Θεσσα­λονίκης.

Πρὸς τὸ Ροῦφο ἀπευθύνονται καὶ δύο σχετικὲς ἐπι­στολὲς τοῦ πάπα Βονιφατίου (418-422), διαδόχου τοῦ ᾿Ιν­νοκεντίου, α) τὸ 419 μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐκλογὴ τοῦ ἐπισκόπου Κορίνθου Περιγένους καὶ β) τὸ 422 κατόπιν πληροφοριῶν γιὰ ἐπικείμενη σύγκληση συνόδου γιὰ τὴν ἐπανεξέταση τῆς ἐπισκοπικῆς ἐκλογῆς τοῦ Περιγένους.

῾Ο διάδοχος τοῦ Βονιφατίου, πάπας Κελεστίνος Α¢ (422-432) ἀπέλυσε τὸ ἔτος 424 ἐπιστολὲς σὲ ἐπισκόπους τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ, μὲ τὶς ὁποῖες τοὺς σύστηνε ὑποταγὴ στὸν πα­πι­κὸ βικάριο, ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης Ροῦφο, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἐκτιμᾆται πὼς ἀποκαλύπτει μία κρίση στὶς σχέσεις μεταξὺ τοῦ παπικοῦ βικαρίου καὶ τῶν ὑποκειμένων σ᾿ αὐτὸν ἐπι­σκό­πων. ῾Ο Ροῦφος ὑπῆρξε παραλήπτης καὶ δεύτερης ἐπι­στολῆς τοῦ πάπα Κελεστίνου στὶς 11 Αὐγούστου τοῦ 430, μὲ τὴν ὁποία τοῦ γνωστοποιοῦνταν ἡ σύγκληση συνόδου στὴ Δύση, ἡ ὁποία κατεδίκασε τὴν αἵρεση τοῦ Νεστορίου.

῾Ο ἐπίσκοπος Ροῦφος ὑπῆρξε στενὸς φίλος, ὁμόφρων καὶ ὑποστηρικτὴς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας στὸν ἀγώνα του κατὰ τοῦ Νεστοριανισμοῦ. Πρὸς αὐτὸν ἀπευθύ­νονται δύο ἐπιστολὲς τοῦ Κυρίλλου, οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στὰ γνωστὰ δογματικὰ προβλήματα αὐτῆς τῆς περιόδου καὶ στὰ ἐκκλησιαστικὰ δρώμενα ποὺ σχετίζονταν μ᾿ αὐτά. ῞Οπως διαφαίνεται καὶ ἀπὸ τὸν πρόλογο τῆς πρώτης ἐπι­στολῆς, οἱ ἐπιστολὲς αὐτὲς εἶχαν ἐνημερωτικὸ χαρακτήρα, οὕτως ὥστε νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ διαστρέβλωση τῆς ἀλήθειας (“...ἀνακοι­νοῦ­σθαι τῇ σῇ ὁσιότητι, ἵνα μὴ θρῦλοί τινες ἕτερα ἀνθ᾿ ἑτέρων λέγοντες ἐκταράσσουσι τοὺς αὐτόθι θεοσεβεστά­τους ἐπισκό­πους”). Καὶ οἱ δύο ἐπιστολὲς διακρίνονται γιὰ τὴ θερμό­τη­τα τοῦ ὕφους τους καὶ τοὺς ἐγκωμιαστικοὺς χα­ρακτηρι­σμοὺς ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Κύριλλος γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Ρούφου (“ἐπειδὴ δὲ πάνσοφός τε καὶ παντέλειος ὤν, ἐ­κέλευσας πεμ­φθῆναί τινα τῶν ἐμῶν πονηματίων...”).

῾Η τακτικὴ ἐνημέρωση τοῦ Ρούφου γιὰ τὴν ἔκβαση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων διαφαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλη ἐπι­στολὴ τοῦ Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας πρὸς τὸν ᾿Ιωάννη ᾿Αν­τιο­χείας: “γεγράφασι γὰρ καὶ τὰ ἴσα καὶ πρὸς τὸν θεοφιλέ­στα­τον ἐπίσκοπον Θεσσαλονίκης ῾Ροῦφον, καὶ πρὸς ἑτέρους τινὰς τῶν κατὰ τὴν Μακεδονίαν θεοσεβεῖς ἐπισκόπους, οἳ καὶ ἀεὶ συντρέχουσι ταῖς παρ᾿ αὐτοῦ ψήφοις”.

῾Ωστόσο, γιὰ ἄγνωστη αἰτία δὲν κατέστη δυνατὸ νὰ συμ­μετάσχει ὁ Ροῦφος στὶς συνεδρίες τῆς Γ¢ Οἰκουμενικῆς Συν­όδου, ποὺ συγκλήθηκε τὸ 431 στὴν ῎Εφεσο, γιὰ νὰ κατα­δικάσει τὶς αἱρέσεις τοῦ Νεστοριανισμοῦ καὶ τοῦ Πελαγιανι­σμοῦ. ῾Ως τοποτηρητής του ὑπογράφει ὁ ἐπίσκοπος Φιλίπ­πων Φλαβιανός: “Φλαβιανοῦ Φιλίππων, ἐπέχοντος καὶ τὸν τόπον ῾Ρούφου τοῦ εὐλαβεστάτου ἐπισκόπου τῆς Θεσσαλονι­κέων”.

Τὸ 434 πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὡς τὸ ἔτος θανάτου τοῦ ἐπισκόπου Ρούφου, ἀφοῦ τὸ 435 στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρό­νο τῆς Θεσσαλονίκης ἔχει ἤδη ἀνέλθει ὁ ᾿Αναστάσιος

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:40 pm
από paulina
14 Σεπτεμβρίου


ΙΩΑΝΝΗΣ Β¢, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης,

[ἐκ τῶν πατέρων τῆς ς¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου], (± π. 680)




῾Ο χαρακτηρισμός του ὡς ἁγίου καὶ πατρὸς τῆς ᾿Εκ­κλησίας προέρχεται ἀπὸ τὴ συμμετοχή του στὴν ς¢ Οἰκου­μενικὴ Σύνοδο (680-681), στὰ πρακτικὰ τῆς ὁποίας ὑπέ­γραψε ὄγδοος μετὰ τοὺς πατριάρχες ἢ τοὺς ἀντι­προσώπους των, δηλαδὴ μετὰ τοὺς τρεῖς ἀντιπροσώπους τοῦ πάπα ᾿Α­γάθωνος, τὸν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γεώρ­γιο καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν πατριαρχείων ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Αντιο­χείας καὶ ῾Ιεροσολύμων: “᾿Ιωάννης ἐλέῳ Θεοῦ ἐπίσκο­πος Θεσ­σαλονίκης καὶ βικάριος τοῦ ἀποστολικοῦ θρόνου τῆς Ρώ­μης καὶ ληγατάριος ὁμοίως ὑπέγραψα”. Περὶ αὐτοῦ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο γνωστό. ῾Η ὑπόθεσις ὅτι ὁ ᾿Ιωάννης αὐτὸς εἶναι συγγραφεὺς τοῦ δευτέρου βιβλίου τῶν Διηγή­σεων τῶν Θαυ­μά­των τοῦ ἁγίου Δημητρίου εἶναι ἀβάσιμη.

Μία ὁμιλία Εἰς τὴν ὕψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ποὺ περιέχεται στὸν κώδικα Πάτμου 380, ἀνήκει πιθανῶς σ᾿ αὐτόν.

῾Η μνήμη του τελεῖται τὴν 14 Σεπτεμβρίου μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πατέρες τῆς ς¢ Συνόδου: “Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνή­μη τῶν ἐν ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν τῶν συνελθόντων ἐν τῇ ῾Αγίᾳ καὶ Οἰκουμενικῇ ῞Εκτῃ Συνόδῳ”.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:42 pm
από paulina
14 Σεπτεμβρίου


ΜΑΚΑΡΙΟΣ, ὁσιομάρτυς († 1507)

Οἱ πληροφορίες ποὺ παρέχει τὸ Συναξάριο τοῦ ὁσιο­μάρτυρος Μακαρίου ἔχουν ὡς πηγή τους τὸ Βίο τοῦ πα­τριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νήφωνος (1486-1489· 1497-1498· 1502), τὸν ὁποῖο συνέγραψε τὸ 1517 ὁ μαθητής του Γαβριήλ, ποὺ διετέλεσε καὶ Πρῶτος τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους κατὰ τὸ διάστημα 1527-1528, καὶ ἔχουν ὡς ἀφετηρία τους τὴ μοναχικὴ ζωὴ τοῦ Μακαρίου στὴ μονὴ Διονυσίου, στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ὅπου εἶχε ἀποσυρθεῖ καὶ ἐφησύχαζε καὶ ὁ πα­τριάρ­χης Νήφων μετὰ τὴν τελευταία βραχύβια πατριαρχία του.

Σύμφωνα μὲ τὸ Βίο, ὁ μαθητὴς τοῦ πατριάρχη Νή­φω­νος, Μακάριος “ἀνέβη εἰς τὸ ἄκρον τῆς θεϊκῆς ἀγάπης καὶ ἐφλέγετο ἡ καρδία του νὰ ἀξιωθῇ νὰ τελειωθῇ διὰ μαρτυρι­κοῦ αἵματος”· γι᾿ αὐτὸ ἐκμυστηρεύθηκε στὸν ἅγιο Νήφω­να τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἐπισφραγίσει τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸ Χρι­στὸ μὲ μαρτυρικὸ θάνατο. ῾Ο Νήφων συγκατένευσε στὴν ἐπι­θυ­μία του, διακρίνοντας πὼς αὐτὴ εἶχε θεία προ­έλευση, καὶ τὸν εὐλόγησε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.

Στὴ συνέχεια ὁ Μακάριος ἀναχώρησε γιὰ τὴ Θεσσα­λο­νίκη, ὅπου ἄρχισε νὰ κηρύττει μεταξὺ τῶν μωαμεθανῶν τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὶς ἀλήθειες τῆς χρι­στια­νικῆς πίστεως. ῾Η πράξη του ὅμως αὐτὴ τοὺς ἐξαγρίω­σε, μὲ ἀπο­τέλεσμα νὰ ἐπιτεθοῦν ἐναντίον του, νὰ τὸν κακο­ποιήσουν βά­ναυσα καί, τέλος, νὰ τὸν ἐγκλείσουν στὴ φυλα­κή. Τὸ ἑπό­με­νο πρωὶ ὁ Μακάριος ὁδηγήθηκε στὸ δικαστή­ριο, ὅπου κατα­­βλήθηκαν προσπάθειες μὲ ὑποσχέσεις γιὰ ὑλικὲς ἀπολαβὲς νὰ μεταστραφεῖ τὸ φρόνημά του καὶ νὰ ἀλλαξοπιστήσει, ἀλλὰ ἡ ἀκλόνητη ὁμολογία του ὁδήγησε τοὺς Τούρκους ποὺ τὸν ἀνέκριναν στὴν ἀπόφαση νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν, ὕστερα ἀπὸ σκληρὰ βασανιστήρια.

Τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ ὁσιομάρτυρος Μακαρίου γνω­στοποιήθηκε στὸν πατριάρχη Νήφωνα ἀπὸ τὸ ῞Αγιο Πνεῦ­μα, σύμφωνα μὲ τὸ Βίο του, κι ἐκεῖνος τὸ ἀνακοίνωσε στὸν μαθητή του μοναχὸ ᾿Ιωάσαφ, λέγοντάς του: “Σήμερον, τέ­κνον, ἐτελειώθη ὁ Μακάριος καὶ συνάδελφός σου διὰ τοῦ μαρ­τυρίου καὶ ὑπάγει νὰ ἀγάλλεται εἰς τοὺς οὐρανούς”.

῾Ο μαρτυρικὸς θάνατος τοῦ ὁσιομάρτυρος Μακαρίου ἐπῆλθε τὸ ἔτος 1507, καὶ ὄχι τὸ 1527, ὅπως ἐσφαλμένα ἀνα­γράφεται στὶς περισσότερες σχετικὲς μελέτες -λάθος ποὺ ἔχει τὴν ἀφετηρία του στὸν ὅσιο Νικόδημο τὸν ῾Αγιορείτη-, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ πατριάρχης Νήφων, ὁ ὁποῖος ζοῦ­σε, ὅπως προαναφέρθηκε, ὅταν μαρτύρησε ὁ Μακάριος, κοι­μή­θηκε ὁσιακῶς τὸ ἔτος 1508.

῾Ο ὁσιομάρτυς Μακάριος εἶναι ὁ πρῶτος χρονικὰ γνω­στὸς νεομάρτυρας τῆς Θεσσαλονίκης.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:43 pm
από paulina
15 Σεπτεμβρίου


ΣΥΜΕΩΝ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (1370-1429)

διαπρεπὴς θεολόγος, ἅγιος


ΒΙΟΣ

᾿Αφοῦ διέπρεψε ἐπὶ δεκατρία ἔτη ὡς ποιμενάρχης τῆς Θεσσαλονίκης στὶς δυσκολώτερες πρὸ τῆς ἁλώσεως στιγμὲς τῆς ἱστορίας της, ἐπέθανε ἕξι μῆνες πρὶν ἀπὸ τὴν κατάληψί της ἀπὸ τοὺς Τούρκους, πολὺ δυστυχὴς διότι τὴν εἶχε προ­βλέψει. ῎Αφησε κληρονομία πνευματικὴ ἀξιόλογα γιὰ τὴ γνῶ­σι τῆς λειτουργικῆς πράξεως τῆς Βυζαντινῆς ᾿Εκκλησίας συγ­γράμματα.

᾿Εγεννήθηκε γύρω ἀπὸ τὸ 1370 στὴν Κωνσταντινού­πο­λι, τὴ βασιλίδα τῶν πόλεων, γιὰ τὴν ὁποία τρέφει πάντο­τε ἀπεριόριστο θαυμασμό. ᾿Απὸ τὴ δομὴ καὶ τὴν ἔκφρασι τῶν κειμένων του εἶναι εὔκολο νὰ συναγάγωμε ὅτι ἔκαμε λαμ­πρὲς σπουδὲς στὴ γραμματική, ἀλλὰ δὲν ἐπέδειξε κανένα ἐνδια­φέ­ρον γιὰ τὴν ἐπίδοσι στὴ φιλοσοφία. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἐπέ­ρασε πολὺ γρήγορα ἀπὸ τὴ φιλολογία στὴ θεολογία, χωρὶς ἐνδιάμεσο πρόγραμμα σπουδῶν. ῾Ο Γεώργιος Σχολάρι­ος λέγει ὅτι ἄκουσε τὸν Συμεὼν “διδάσκοντα πρὸς τὸν λα­όν” (῞Απαν­τα 1,505ἑ.). ῍Αν καὶ αὐτὴ ἡ δήλωσις τοῦ Σχολα­ρίου ἀναφέ­ρεται προφανῶς στὴ διδασκαλία ἀπὸ τὸν ἄμβω­να πρὸς τὸν λαὸ ὡς ἐκκλησίασμα, δὲν ἀποκλείεται νὰ ἐδί­δαξε ἀπὸ τὴν καθηγητικὴ ἕδρα μιᾆς θεολογικῆς σχολῆς, ὅπως δείχνει ἡ μορ­φὴ τοῦ μεγαλυτέρου συγγράμματός του. Σὲ ἄγνωστο χρό­νο εἶχε συνδεθῆ μὲ κάποια μοναχικὴ ἀδελ­φότητα, ἴσως τῶν Ξανθοπούλων, μὲ τοὺς ὁποίους φαίνεται νὰ ἐπικοινωνῆ συχνά. ῾Ο θεολογικὸς κύκλος, στὸν ὁποῖο ἀ­νῆκε ὁ Συμεών, χαρα­κτη­ριζόταν ἀπὸ δύο κύρια γνωρίσματα· πρῶτο τὴ μεγάλη ἐκτί­μησι πρὸς τὴ διδασκαλία τοῦ Γρηγο­ρίου Παλαμᾆ καὶ δεύτε­ρο τὴν αὐστηρὴ προσήλωσι στὴν ᾿Ορθοδοξία, πρᾆγμα ποὺ συν­επα­γόταν ἔντονη ἀντίθεσι πρὸς τὴ Δυτικὴ ᾿Εκκλησία. ῏Ηταν ἀ­κρι­βῶς ὁ κύκλος ποὺ περιέβα­λε τὸν αὐτοκράτορα Μανου­ὴλ Β¢.

Στὴ γνωριμία του μὲ τὸν αὐτοκράτορα αὐτόν, ὁ ὁποῖ­ος φυσικὰ ἐξετίμησε ἰδιαιτέρως τὴ μόρφωσι καὶ τὰ ἄλλα προσ­όντα τοῦ Συμεών, ὀφείλεται ἡ ἐκλογή του στὸν ἀρχι­επισκο­πικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης, δεύτερης πόλεως τῆς συρ­ρι­κνω­μένης πλέον βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τὸ φθινόπωρο τοῦ 1416. Εὐθὺς ἀμέσως ἀφιερώθηκε στὰ ποιμαντικά του καθή­κοντα μὲ ζῆλο καὶ συνέχισε ἐπιτυχῶς αὐτὴν τὴ δραστη­ριό­τη­τα ἐπὶ μία ἑξαετία, παρὰ τὶς πολιτικὲς περιπλοκὲς στὶς ὁποῖες ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ μετέχη καὶ ὁ ἴδιος. ῾Η κατά­στασις ἄρ­­χι­σε νὰ μεταβάλλεται ριζικῶς τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1422, ὅταν γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἡ Θεσσαλονίκη πολιορκή­θηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους. ᾿Ενώπιον τῶν πολιτῶν ἐτέθηκε τότε τὸ δίλημμα, σὲ ποιούς νὰ παραδώσουν τὴν πόλι, γιὰ ν᾿ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ ἀτελείωτα δεινά, ποὺ συνεχίζονταν ἐπὶ διακόσια χρόνια· σὲ ποιά ἀπὸ τὶς δύο μεγάλες δυνάμεις τῆς ἐποχῆς, τοὺς Τούρ­κους ἢ τοὺς Βενετούς;

῾Ο Συμεὼν ὅμως καὶ ὁ νεαρὸς κυβερνήτης τῆς πόλεως ᾿Ανδρόνικος Παλαιολόγος ἀπέρριπταν τὸ δίλημμα, ἐπιδιώ­κον­τας τὴν παραμονὴ τῆς βυζαντινῆς κυριαρχίας, ἀλλὰ ἐμπρὸς στὴν πίεσι τῆς φιλοβενετικῆς μερίδος καὶ στὴν ὁλο­φάνερα με­γαλύτερη ζημιὰ ποὺ ἐνεῖχε ἡ ἐνδεχόμενη κατάλη­ψις τῆς πό­λεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὁ ᾿Ανδρόνικος τὴν πα­ρέδωσε στοὺς Βενετοὺς τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1423 κι ἔφυγε στὸ ῞Α­γιον ῎Ο­ρος, γιὰ νὰ τελειώση ἐκεῖ τὸν σύντομο βίο του. ῾Ο Συμεών, ἀφοῦ κατὰ τὶς διαπραγματεύσεις ἐπέτυχε τὴν ὑπό­σχεσι νὰ μὴ ἐγκατασταθῆ λατινικὴ ἱεραρχία στὴν πόλι (Λό­γος Β 8), παρέμεινε στὴ Θεσσαλονίκη ὡς παρηγορη­τὴς τοῦ ἀνησύχου ποιμνίου. ῾Η ἀναπόφευκτη ἅλωσίς της ἀπὸ τοὺς Τούρκους δὲν ἐβράδυνε πολύ· κατὰ τὴν πρόβλεψί του συν­έβηκε τὸ 1430, ἀλλ᾿ ὁ Συμεὼν εἶχε ἀποθάνει ἕξι μῆ­νες ἐνω­ρίτερα, τὸν Σε­πτέμβριο τοῦ 1429.


ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ

Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ σωζόμενα ἔργα τοῦ Συμεὼν προέρχονται ἀπὸ τὴν πρώτη φάσι τοῦ ἀρχιερατικοῦ του στα­δίου, κατὰ τὴν ὁποία καὶ ὅλα ὅσα εἶχε γράψει προηγου­μέ­νως· πρέπει ὅμως νὰ ὑποθέσωμε ὅτι κάποια κείμενά του, γραμ­μένα κατὰ τὴν δεύτερη φάσι τῆς ἀρχιερατείας του, δὲν εἶχαν προλάβει νὰ διαδοθοῦν εὐρύτερα καὶ καταστράφηκαν κατὰ τὴ λεηλασία τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Γενικῶς τὰ συγγράμματα ποὺ σώζονται, ἐπιμελημένα μὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ στὴ σύνθεσι καὶ τὸ ὕφος, εἶναι ἀξιόλογα ὄχι μόνο καθ᾿ ἑαυτὰ ὡς ἐκλεκτὰ προϊόντα τοῦ λόγου, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ χρήσιμα στὴ γνῶσι τῶν θεσμῶν τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ και­ροῦ του καὶ ὡρισμένων ἱστορικῶν γεγονότων στοιχεῖα ποὺ προσφέρουν.

Τὸ κυριώτερο ἔργο του εἶναι μιὰ δογματικολειτουργι­κὴ σύνοψις, ποὺ φέρει τὸν τίτλο “Διάλογος ἐν Χριστῷ”, πολὺ χρήσιμη γιὰ τὴ σπουδὴ τῆς θεολογίας. ᾿Αποτελεῖται ἀπὸ μιὰ μακρότατη σειρὰ ἄρθρων ὑπὸ τὴ μορφὴ διαλόγου μεταξὺ ἐπι­σκόπου καὶ κληρικοῦ. ῞Ενα μικρὸ στὴν ἀρχὴ τμῆ­μα της, τὰ κεφάλαια 1-32, ἀφιερώνεται στὴν ἔκθεσι περὶ τῶν αἱρέ­σεων καὶ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἐνῶ τὸ δεύτερο μέρος της, τὰ κεφάλαια 33-372, περιγράφει τὰ μυστήρια τῆς ᾿Εκκλη­σί­ας καὶ τὶς ἄλλες ἱερὲς τελετές της. Τὰ στοιχεῖα ποὺ προσ­φέρει τὸ δεύτερο τοῦτο τμῆμα εἶναι μεγάλης ἀξίας γιὰ τὴ γνῶσι τῆς βυζαντι­νῆς λατρείας.

Μιὰ ὁμάδα πέντε δοκιμίων προσφέρει συνοπτικὲς ἐκ­θέσεις περὶ τῆς πίστεως καὶ τῶν συναφῶν μὲ αὐτὴν θεμά­των. Εἶναι: ἡ Συνοπτικὴ ἑρμηνεία εἰς τὸ Σύμβολον τῆς πί­στεως, ἡ ῎Εκθεσις περὶ τῶν πηγῶν τοῦ Συμβόλου τῆς πίστε­ως, τὰ Δώ­δεκα κεφάλαια περὶ τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν, ἡ Δογμα­τικὴ ἐπιστολὴ πρὸς ἕνα Κρητικὸ ὀρθόδοξο, καὶ ἡ ἐπιστολὴ Περὶ ἱερωσύνης. Σ᾿ αὐτὴν τὴν ὁμάδα πρέπει νὰ προσθέσωμε καὶ τὶς ᾿Αποκρίσεις πρὸς τὸν Γαβριὴλ ἐπίσκοπο Πενταπό­λε­ως, ἀνερχόμενες σὲ 83, ἂν καὶ σ᾿ αὐτὲς μὲ τὰ καθ᾿ αὐτὸ δογ­ματικὰ θέματα ἀναμιγνύονται καὶ ἄλλα ἠθικά, λειτουργικὰ καὶ ποιμαντικά.

Εἰδικότης τοῦ Συμεὼν εἶναι ἡ διαπραγμάτευσις λει­τουρ­γικῶν ζητημάτων. Τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὰ τὰ ζητήματα συγ­γράμματά του διακρίνονται σὲ δύο κατηγορίες· τὰ ἑρμη­νευ­τικὰ καὶ τὰ τακτικά, ποὺ συνδέονται μεταξύ τους μὲ ἕνα κοι­νὸ σημεῖο, ὅτι ὡς κέντρο τῆς λατρείας φέρουν τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ καὶ τὸν ἐπίσκοπο, ἐκπρόσωπό του στὴν ᾿Εκκλησία. Μὲ τὰ ἔργα τῆς πρώτης κατηγορίας ἑρμηνεύονται οἱ λει­τουρ­γι­κοὶ θεσμοὶ καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς λατρείας κατὰ τὴ συμ­βολικὴ μέθοδο ποὺ ξεκινᾆ στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰῶνος μὲ τὸν Διο­νύσιο ᾿Αρεοπαγίτη καὶ ὁλοκληρώνεται μὲ τὸν Νικό­λαο Καβά­σιλα, τὸν ὁποῖο ὁ Συμεὼν πρέπει νὰ εἶχε γνωρί­σει προσω­πι­κὰ στὴν Κωνσταντινούπολι, ὅταν αὐτὸς ἦταν νέος καὶ ἐκεῖνος γέρων. Σ᾿ αὐτὴν τὴν ὁμάδα ἀνήκει ἡ ῾Ερ­μηνεία περὶ τοῦ θεί­ου ναοῦ καὶ τῶν ἐν αὐτῷ, ποὺ ἐστάλθη­κε ὡς σύνο­ψις στοὺς ὀρθοδόξους κατοίκους τῆς Κρήτης, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Συ­μεὼν ὡς ἀποιμάντους αἰσθανόταν ἰδιαίτε­ρο χρέος νὰ φρον­τί­ζη, ἀφ᾿ ὅτου ὑπήχθη στὴ βενετικὴ κυ­ριαρχία καὶ αὐτὸς ἀλλὰ παρέμεινε στὴ θέσι του· ἀνήκουν ἐπίσης σ᾿ αὐτὴν τὸ δεύ­τε­ρο ἐκτε­νέστατο μέρος τοῦ Διαλό­γου ἐν Χριστῷ, ποὺ ἀνα­φέρθη­κε παραπάνω, καὶ ἕνα μέρος τῶν ᾿Αποκρίσεων.

Στὴ δεύτερη κατηγορία τῶν λειτουργιολογικῶν ἔργων ἀνήκει τὸ ὀγκῶδες Τυπικόν του, ποὺ ἐκτὸς μερικῶν ἀπο­σπα­σμάτων παραμένει ἀνέκδοτο καὶ σώζεται ὁλόκληρο στὸν ὑπ᾿ ἀριθμὸ 2047 κώδικα τῆς ᾿Εθνικῆς Βιβλιοθήκης ᾿Αθηνῶν. Τὸ τυπικὸ τοῦτο, ἀποτελούμενο ἀπὸ ἕξι ἐπὶ μέρους τμήμα­τα μὲ κοινὰ μεταξύ τους γνωρίσματα, εἶναι καρπὸς τῆς ἐπι­θυμίας τοῦ Συμεὼν νὰ μεταρρυθμίση καὶ κρατήση στὴ ζωὴ τὴν ἀσματικὴ τάξι τῆς λατρείας ποὺ ἐπικρατοῦσε κατὰ τὴν ἀρχαία ἐποχὴ στὴν κοσμικὴ ᾿Εκκλησία καὶ εἶχε πλέον ἀντι­κατασταθῆ ἀπὸ τὴ μοναχικὴ τάξι, τὴν ὁποία εἶχαν μεταφέ­ρει παντοῦ οἱ ἱερομόναχοι. Δυστυχῶς ἡ προσπάθειά του αὐ­τὴ δὲν εἶχε μόνιμα ἀποτελέσματα, ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν λόγῳ τοῦ προ­ώρου θανάτου του, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ λόγῳ τῆς ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατό του ὑποδουλώσεως τῆς Θεσσαλονίκης.

Στὸ ὅλο λειτουργικὸ μεταρρυθμιστικὸ ἔργο του πρέπει νὰ ἐνταχθῆ καὶ ἡ ποιητική του παραγωγὴ ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ 28 κανόνες, 8 ἰαμβικὰ θεοτοκία καὶ 200 περίπου τρο­πάρια, καθὼς καὶ μία συλλογὴ 26 θαυμασίων εὐχῶν.

᾿Αξιόλογα εἶναι τὰ δοκίμια τοῦ Συμεὼν ποὺ φέρονται ὑπὸ μορφὴ λόγων καὶ ἐπιστολῶν. ῾Ο ἐκτενέστερος ἀπὸ τοὺς τρεῖς λόγους εἶναι ἀφιερωμένος στὸν ἅγιο Δημήτριο, ἀλλ᾿ εἶναι βασικῶς ἱστορικός, διότι μέσα στὴν ἔκθεσι γιὰ τὴν προστα­τευτικὴ ὑπὲρ τῆς Θεσσαλονίκης ἐνέργεια τοῦ πολιού­χου, παρ­εμ­βάλλονται πλῆθος σημαντικῶν εἰδήσεων γιὰ τὶς ἱ­στορικὲς περιπέτειες τῆς πόλεως αὐτῆς καὶ τοῦ βυζαντινοῦ κράτους γενικώτερα κατὰ τὴν τεσσαρακονταετία ἀπὸ τὸ 1387 ἕως τὸ 1427. Στὸν ἅγιο Δημήτριο ἀναφέρεται καὶ ἕ­νας ἄλλος συντομώτερος λόγος. ῾Ο τρίτος λόγος ἐγράφηκε μὲ τὴν εὐ­καιρία τῆς ἀποτυχημένης προσπαθείας τοῦ Συμεὼν νὰ μετα­βῆ στὴν Κωνσταντινούπολι κατὰ τὴν ἔναρξι τῆς νέ­ας πολι­ορκίας τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς ἐπιστροφῆς του ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος. Οἱ δεκαέξι ἐπιστολὲς τοῦ Συμεὼν πρὸς διά­φο­ρα πρόσωπα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι ὁ πατρι­άρχης καὶ ὁ ἡγεμὼν τῆς Θεσσαλονίκης ᾿Ανδρόνικος, πραγ­ματεύονται περι­­στασιακὰ θέματα.

᾿Εξ ἄλλου τέσσερα σύντομα ἐγκώμια πρὸς τοὺς ἀμέ­σους προκατόχους του στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο Θεσσα­λονίκης ᾿Ισίδωρο καὶ Γαβριὴλ καὶ πρὸς τοὺς συγχρόνους του αὐτοκράτορες ᾿Ιωάννη Ζ¢ καὶ Μανουὴλ Β¢, περιελήφθη­καν στὸ Συνοδικὸ τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖο ἐπεξέτεινε ὁ ἴδιος ἕως τὰ χρόνια του.


ΜΝΗΜΗ

῾Ο Συμεὼν ἐκτιμώνταν βαθειὰ ἀπὸ τὸν λαὸ τῆς Θεσ­σαλονίκης, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα, γιὰ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα, τὴν ἐξαίρετη ἐπίδοσι στὴ λειτουργικὴ μεταρρύθμισι καὶ τὴν ἡρωϊκὴ στάσι ἀπέναντι τῶν ἐχθρῶν τῆς πόλεως καὶ τοῦ Γέ­νους. ῾Η ἐκτίμησις αὐτὴ ἀντανακλᾆται καὶ σὲ μερικοὺς τί­τλους χειρογράφων, ὅπου ἀποκαλεῖται “ἁγιώτατος ἀρχιεπί­σκοπος Θεσσα­λονίκης καὶ Νέος Θεολόγος”. ῾Ο ᾿Ιωάννης ᾿Α­ναγνώστης, Θεσσαλονικεὺς τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, στὸ ἔργο του Περὶ ἁλώσεως τῆς Θεσσαλονίκης, ὄχι μόνο τὸν χαρακτηρί­ζει ὡς καλὸν ποιμένα καὶ “ἱερὸν ἄνδρα”, ἀλλὰ καὶ βεβαιώ­νει ὅτι κατὰ χάριν τοῦ Θεοῦ προέβλεψε τὸν θάνατό του, το­ποθετώντας τον ἕξι μῆνες πρὸ τῆς ἁλώσεως τῆς πόλεως· καὶ ὁ ᾿Ιωάννης Εὐγενικός, ἀδελφὸς τοῦ Μάρκου, τοῦ ἀφιέ­ρωσε ἕνα ἐγκώμιο ποὺ συμπεριελήφθηκε στὸ Συνοδικὸ τῆς Θεσ­σα­λονίκης. Συναριθμήθηκε στοὺς ῾Αγίους κατόπιν προ­τάσεως τοῦ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος Β¢, γνωμα­τεύσεως τοῦ καθηγητοῦ Παν. Χρήστου καὶ ἀποφάσεως τοῦ Οἰ­κουμενικοῦ Πατριαρχείου, τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1981. ῾Η μνή­μη του τελεῖται τὴν 15η Σεπτεμβρίου.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:45 pm
από paulina
20 Σεπτεμβριου



ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΚΑΤΑΦΛΩΡΟΣ, (1125-1195)

ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, δόκιμος συγγραφεύς, ἅγιος


ΒΙΟΣ

῾Ο Εὐστάθιος διέπρεψε ὄχι μόνο ὡς ἱεράρχης, ἀλλὰ καὶ ὡς φιλόλογος. ᾿Εγεννήθηκε γύρω στὸ 1125 πιθανῶς στὴν Κωνσταντινούπολι. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ νεαρὰ ἡλικία εἰσῆλθε στὴν μονὴ ἁγίας Εὐφημίας, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ “Εὐεργέτι­δα” (᾿Επιστολὴ 30), ὅπου καὶ ἔλαβε τὴν ἐγκύκλια μόρφωσί του· ἀλλ᾿ ἀργότερα παρακολούθησε μαθήματα στὴν Πατριαρ­χικὴ Σχολὴ καὶ στὸ Πανεπιστήμιο. ῾Η ἄποψις ὅτι διετέλεσε μοναχὸς τῆς μονῆς ἁγίου Φλώρου, ποὺ στηρίζεται στὸ ἐπί­θετό του Κατὰ Φλῶρον, Κατάφλωρος, δὲν φαίνεται νὰ εὐ­σταθῆ, διότι πιθανὸν τὸ ἐπίθετο αὐτὸ εἶναι οἰκογενειακό.

Τὸ 1150 χειροτονήθηκε διάκονος τῆς ἁγίας Σοφίας κι ἔπειτα ἀπὸ λίγα χρόνια διωρίσθηκε “διδάσκαλος τῶν ρη­τό­ρων” σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ δύο ἱδρύματα ἀνωτάτης ἐκπαι­δεύ­σεως τῆς πρωτεύουσας· ἐπειδὴ σ᾿ αὐτὴν τὴν ἰδιότητα χα­ρα­­κτηρίζεται ὡς “δημόσιος διδάσκαλος”, πρέπει νὰ γίνη δε­κτὸ ὅτι ἐδίδασκε μᾆλλον στὸ Πανεπιστήμιο, ὅπου ἐταίριαζε καὶ ἡ ἐκλεπτυσμένη φιλολογικὴ ἐπεξεργασία τῶν κλασικῶν κει­μένων στὴν ὁποία εἶχε ἐξαίρετη ἐπίδοσι. Συγχρόνως ὅμως ἐπὶ ὑψηλοτέρου ἐπιπέδου εἶχε στὸν οἶκο του κύκλο μαθη­τῶν μὲ τοὺς ὁποίους συζητοῦσε φιλολογικὰ προβλήματα. ῾Ο Εὐθύμιος Μαλάκης (Μονωδία) μαρτυρεῖ ὅτι τὸ μοναχικό του δωμάτιο “ἦν μουσεῖον ἄντικρυς, ἄλλη τις ᾿Ακαδημία καὶ Στοὰ καὶ Περίπατος”.

Τὸ 1174 ἐψηφίσθηκε μητροπολίτης Μύρων τῆς Λυκί­ας, ἀλλὰ πρὶν προλάβη νὰ ἐγκατασταθῆ στὴν ἕδρα αὐτή, ἐχήρευσε ἡ μητρόπολη Θεσσαλονίκης καὶ κατὰ σύστασι τοῦ αὐτοκράτορος ἡ πατριαρχικὴ σύνοδος ἐτοποθέτησε ἀρχιεπί­σκοπο σ᾿ αὐτὴ τὴν πόλι τὸν Εὐστάθιο, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὸ ἀξίωμά του τὸ 1175. ᾿Απὸ τὴν δραστηριότητά του κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἀρχιερατείας του θὰ ξεχωρίσουμε μερικὰ ἰδι­αιτέρας σημασίας ἐπεισόδια.

Τὸ 1178 ὁ αὐτοκράτωρ Μανουὴλ Α¢ Κομνηνὸς ἐξέ­δω­σε μιὰ ὁδηγία μὲ τὴν ὁποία ἐζητοῦσε νὰ ἀπαλειφθῆ ἀπὸ τὰ διδακτικὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία ὁ ἀναθεματισμὸς ἐναν­τίον τῆς περὶ Θεοῦ διδασκαλίας τοῦ Μωάμεθ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς “οὔτε ἐγέννησεν οὔτε ἐγεννήθη”· καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἐζητοῦσε τὴν ἀπάλειψι ἦταν ὅτι οἱ μετα­στρεφόμενοι στὴ χριστιανικὴ πίστι μουσουλμᾆνοι κατὰ τὴν κατήχησί τους ἐσκανδαλίζονταν, διότι ἐφαινόταν ὅτι τὸ ἀνάθεμα στρέφεται ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τοῦ Μωάμεθ καὶ ὄχι ἐναντίον τῆς ἐσφαλ­μένης περὶ Θεοῦ δοξασίας τοῦ Μωάμεθ. ῾Η σύνοδος, τὴν ὁποία συνεκάλεσε γι᾿ αὐτὸ τὸ θέμα ὁ πατριάρχης Θεοδό­σι­ος, κατόπιν εἰσηγήσεως τοῦ Εὐ­σταθίου ἀρνήθηκε νὰ δια­γρά­ψη τὸ ἀνάθεμα. Τότε ὁ αὐτο­κράτωρ ἐξέδωσε δεύτερη ὁδη­γία μὲ τὴν ὁποία ἐζητεῖτο νὰ περιορισθῆ τὸ ἀνάθεμα στὸ πρόσωπο τοῦ Μωάμεθ, κι ἐκά­λεσε τοὺς συνοδικοὺς νὰ προσ­έλθουν στὰ ἀνάκτορα πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος. ᾿Εκεῖ ὁ Εὐστάθιος ἀρνήθηκε μὲ τόση πειστικότητα τὴν ἄρσι τοῦ ἀνα­θέματος ἀπὸ ἕνα Θεὸν “διδάσκαλον κάθε μιαρῆς πράξεως”, κι ἐμπόδισε τὴν ἀνά­κλησι τοῦ ἀναθέματος.

῞Οταν οἱ Νορμανδοὶ εἰσέβαλαν στὰ ἐδάφη τῆς βυζαν­τινῆς αὐτοκρατορίας, τὸ 1185, ἡ Θεσσαλονίκη ἐδοκίμασε πι­κρὲς ταλαιπωρίες, καὶ ὁ Εὐστάθιος μετέσχε ὁ ἴδιος σ᾿ αὐτὲς τὶς ταλαιπωρίες. Τὶς δοκιμασίες τῆς πόλεως σ᾿ αὐτὴν τὴν περί­στασι περιγράφει μὲ ζωηρὰ χρώματα στὸ ἔργο του Περὶ ἁ­λώσεως τῆς Θεσσαλονίκης, στὸ ὁποῖο παρακολουθοῦσε τὴν ἡ­ρωϊκὴ στάσι τῶν Θεσσαλονικέων, ἀνδρῶν καὶ γυναι­κῶν, ἰδι­αιτέρως μάλιστα τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς τοῦ ἁγίου Δημη­τρίου, κι ἔπειτα τὰ δεινὰ ποὺ ὑπέστησαν ὅλοι αὐτοὶ μετὰ τὴν κυρίευσι τῆς πόλεως. ῾Ο ἴδιος ὁ Εὐστάθιος αἰχμαλω­τί­σθηκε καὶ κρατήθηκε μερικὲς ἡμέρες, ἀλλ᾿ ἔπειτα ἐλευθερώ­θηκε κι ἔπεισε τὸν Νορμανδὸ κόμητα ᾿Αλδουΐνο, νὰ μὴ ἐξ­αφανίση τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀρχὲς τῆς πόλεως καὶ νὰ μὴ διορίση ἀντ᾿ αὐτῶν Λατίνους.

Σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας του ὁ Εὐστά­θιος κατέβαλε προσπάθειες ἐξυψώσεως τῆς ἠθικῆς τοῦ κλή­ρου καὶ τοῦ λαοῦ του. ᾿Επέκρινε τὴν συκοφαντία, τὴν κατα­πάτησι ξένης περιουσίας, τὴν ἀδικία ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν. Καὶ αἰσθανόταν ὡς σπουδαῖο καθῆκον του ὡς ἀρχιερεὺς νὰ ἐπιδίδεται στὸ κοινωνικὸ ἔργο. ᾿Ιδιαιτέρως βέβαια ἐφρόντιζε γιὰ τὴν ἐξύψωσι τοῦ κλήρου καὶ τῶν μοναχῶν.

Τὰ κηρύγματά του καὶ τὸ ἔργο του τοῦ προσπόρισαν τὴν ἀγάπη τοῦ ποιμνίου, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀργὴ μερικῶν ἀν­θρώπων, κυρίως λαϊκῶν, ποὺ ἐθίγονταν ἀπὸ τὶς ἐπικρίσεις του. Πρὸς τὸ τέλος τοῦ σταδίου του συκοφαντίες σὲ βάρος του ἐκ μέρους τῶν ὀλίγων ἐχθρῶν του, ποὺ ἦσαν “ρᾆον ἀριθ­μητοί” καὶ “μετρητοί”, ἔφθασαν ἕως τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν πατριάρχη. ῎Ετσι ὁ Εὐστάθιος ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν Θεσ­σαλονίκη, τὴν Τεσσαρακοστὴ τοῦ 1191, κι ἔφθασε στὴν Φι­λιππούπολι, ὅπου συνάντησε τὸν αὐτοκράτορα ᾿Ισαάκιο ῎Αγγε­λο, σ᾿ ἐκστρατεία του κατὰ τῶν Βουλγάρων. ᾿Απὸ ἐκεῖ ἔγρα­ψε ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Θεσσαλονικεῖς, στὴν ὁποία ἀντιπαρα­θέτει τὴν χριστιανικὴ ἀγάπη πρὸς τὸ διαβολικὸ μῖσος τῶν τιποτένιων ἐχθρῶν του ποὺ προεκάλεσε τὴν ἀπομάκρυνσί του ἀπὸ τὴν ἕδρα του. Οἱ συκοφαντίες δὲν ἐλήφθηκαν ὑπ᾿ ὄψι καὶ ὁ αὐτοκράτωρ τὸν ἐδικαίωσε χωρὶς κἂν νὰ ζητήση τὴν ἀπολογία του. Προφανῶς τὰ καταγγελ­λόμενα δὲν ἦσαν ἐκκλησιαστικῆς καὶ ἠθικῆς φύσεως.

῾Ο Εὐστάθιος ἐπέστρεψε στὴν Θεσσαλονίκη τὸν Σε­πτέμβριο τοῦ 1193. Δὲν γνωρίζομε πόσο καιρὸ συνέχισε τὸ ἔργο του ἐκεῖ, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὁ χρόνος δὲν παρα­τάθηκε πέρα τῆς διετίας· πιθανῶς τὸ 1195 ἀπέθανε.


ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ

῾Ο Εὐστάθιος ἐμοίρασε τὴν συγγραφικήν του ἐπίδοσι μεταξὺ τῆς φιλολογίας καὶ τῆς θεολογίας, ὅπως ἐπίσης ἐμοί­ρασε τὴν ἄλλην δρᾆσιν του μεταξὺ τῆς διδασκαλικῆς ἕδρας καὶ τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου. ῞Οπως λέγει στὸν πρὸς αὐτὸν ἐπιτάφιο ὁ μαθητής του Νικήτας Χωνιάτης, ἥνωσε τοὺς θρό­νους τῆς παιδείας καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας· γι᾿ αὐτὸ οἱ πρῶτοι ποὺ θὰ τὸν ὑποδεχθοῦν στοὺς οὐρανοὺς εἶναι ὁ Κλήμης ὁ ᾿Αλεξανδρεὺς καὶ ὁ Διονύσιος ᾿Αρεοπαγίτης, ἐφ᾿ ὅσον ἔκαμε ὅ,τι καὶ ἐκεῖνοι, καθιστώντας τὴν φιλοσοφία θεραπαινίδα τῆς θεολογίας.

Καρπὸς τῆς διδασκαλίας του στὴ σχολὴ εἶναι τὰ ἐξ­αι­ρετικὰ ἐκτιμώμενα ἕως σήμερα ἑρμηνευτικὰ ὑπομνήμα­τα σὲ κλασικοὺς συγγραφεῖς. Πρῶτα ἔρχονται αἱ Παρεκ­βολαὶ εἰς τὴν ῾Ομήρου ᾿Οδύσσειαν καὶ ᾿Ιλιάδα, ἔργο μεγά­λης πολυ­μάθει­ας, ὀξυδέρκειας καὶ φιλοπονίας, καὶ ἀνεκτί­μητης ἀξίας γιὰ τὶς παρατηρήσεις του καὶ τὶς εἰδήσεις ποὺ διασώζει. Αἱ Παρεκ­βολαὶ εἰς τὸν Περιηγητὴν Διονύσιον εἶναι παραφρα­στικὸ ὑπόμνημα μεγάλης ἐπίσης ἀξίας. ᾿Απὸ τὰς Παρεκβο­λὰς εἰς τὸν Πίνδαρον ἔχει διασωθῆ μόνο ὁ πρόλο­γος. Παρό­μοια εἶναι τὰ Σχόλια εἰς τὸν Κανόνα τοῦ ᾿Ιωάν­νου Δαμα­σκηνοῦ εἰς τὴν Πεντηκοστήν.

Τὴν ἀξιόλογη περιγραφικὴ ἱκανότητά του ἔδειξε ὁ Εὐ­­στάθιος μὲ τὸ ἔργο του ῾Ιστορία τῆς ἁλώσεως τῆς Θεσ­σα­λο­νίκης ἀπὸ τοὺς Λατίνους, τοὺς Νορμανδοὺς δηλαδή, τὸ 1185. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα ἱστορικὰ κεί­μενα τῆς ὑστε­ρο­βυζαντινῆς περιόδου, τὸ ὁποῖο μὲ τὴν παραστα­τικὴ παρου­σίασι τῶν γεγονότων δίδει μιὰ διδακτι­κὴ εἰκόνα τῶν παθη­μάτων τῶν πολιτῶν, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος στὸν ἐπί­λογο (Ky­riakidis, σ. 158).

᾿Απὸ τὴν ἐπίδοσί του στὴν ἁγιογραφία προέρχονται τέσ-σερα κείμενα: Τὸ ᾿Εγκώμιο στὸν ᾿Οψικιανὸ ἅγιο Φιλόθεο, τὸ ᾿Εγκώμιο στὸν ἅγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο ποὺ συν­οδεύεται ἀπὸ ἕνα Κανόνα σ᾿ αὐτόν, τὸ Μαρτύριο τῶν τριῶν Καλυτηνῶν ἀδελφῶν ᾿Αλφειοῦ, Ζωσίμου καὶ ᾿Αλεξάνδρου, μαζὶ μὲ τὴν ᾿Ακολουθία τους καὶ ὁ Λόγος εἰς τοὺς τρεῖς Παῖδας τῆς Παλαιᾆς Διαθήκης. Φαίνεται ὅτι ὅλοι ἐγράφηκαν στὴν Θεσσα­λονίκη, ὅπως καὶ τὰ ἑπόμενα.

῍Αν καὶ ἦταν “πυρσὸς τοῦ λόγου”, οἱ ὁμιλίες του ποὺ ἔχουν διασωθεῖ εἶναι ἐλάχιστες καὶ προφανῶς ἀποτελοῦν μι­κρὸ μόνο μέρος τῆς ὁμιλητικῆς του παραγωγῆς. Εἶναι ἕνας Λόγος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους, τέσσερις Λόγοι προ­εισόδιοι τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ἕνας Λόγος εἰς τὸν 48 ψαλ­μό. Διατηροῦνται ὅμως σὲ χειρόγραφα καὶ μερι­κὲς ἄλλες ποὺ δὲν ἔχουν ἐκδοθεῖ.

Μιὰ σειρὰ ἠθικολογικῶν κειμένων ἀποσκοποῦν στὴν βελ­τίωσι τοῦ βίου κλήρου καὶ λαοῦ. Τὸ ἐκτενὲς δοκίμιο ᾿Επί­­σκεψις βίου μοναχικοῦ, ἀφοῦ χαρακτηρίζει τὸν βίο τοῦ­τον ὡς ἰσάγγελο καὶ ἀγχίθεο, τοποθετεῖ τοὺς τότε μονα­χοὺς στὸ κριτήριο τοῦτο καὶ φυσικὰ τοὺς εὑρίσκει ἐλλιπεῖς. Κατηγο­ρεῖ ὅσους καθίστανται γυρολόγοι καὶ ὡς ἀμφίβιοι κυμαίνον­ται μεταξὺ ἀποταγῆς τοῦ κόσμου καὶ ζωῆς στὸν κόσμο, ὅσους καταλαμβάνονται ἀπὸ οἴησι, ὅσους περιποι­οῦνται τὴν μακρὰ κόμη καὶ τὰ παρόμοια. Καὶ ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο νὰ πέσουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ἀκολουθώντας ὑπερβολικὴ ὁδὸ ἀσκήσεως, ἔχουν ἐμπιστοσύνη στὴν τελειό­τητά των. Φυσικὰ αὐτὴ ἡ ἀρνητικὴ εἰκὼν δὲν καλύπτει ὅλον τὸν μοναχισμὸ τῆς περιόδου, ἀλλ᾿ αὐτὴ ἐξυπηρέτει τὸν σκοπὸ τοῦ συγγράμ­μα­τος. Δίδει ταυτοχρόνως ὁ Εὐστάθιος ἕνα διάγραμμα περὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ βίου τούτου, στὸ ὁποῖο κυριαρχεῖ ἡ ἡσυ­χία, ἡ μελέτη τῶν ἱερῶν βιβλίων καὶ τῆς θύραθεν γραμ­μα­τεί­ας, ἡ φιλαδελφία καὶ ἡ καλλιέρ­γεια ἤθους ὑψηλῆς στάθμης.

᾿Ιδιαιτέρως πρέπει νὰ ἐξαρθῆ τὸ μικρὸ δοκίμιο Περὶ ὑποκρίσεως, στὸ ὁποῖο διὰ τῆς θαυμασίας ψυχολογικῆς ἀνα­λύσεως τῶν συναισθημάτων δείχνει ποιὰ εἶναι ἡ ρίζα τοῦ πάθους τούτου καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ζημιὰ ποὺ ἐπιφέρει στὸν κοινωνικὸ βίο, ἐνῶ ἡ ὑπόκρισις στὸ θέατρο καθίστα­ται μέσο διδασκαλίας. ῾Υπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο δοκίμιο Περὶ ὑπακοῆς καὶ εὐπειθείας, ποὺ ταιριάζει στὴν χριστιανικὴ ἀγωγή.

῾Υπηρεσιακῆς φύσεως κείμενα εἶναι δύο προσφωνή­μα­τα πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Μανουὴλ Κομνηνὸ καὶ ὁ ἐπι­τά­φιος σ᾿ αὐτόν, ἡ ἀπολογία του πρὸς τοὺς κατηγοροῦντας αὐτὸν περὶ μνησικακίας, ἡ ἐπιστολή του πρὸς τὴν ᾿Εκκλη­σίαν του καὶ τὸ περὶ τῶν ἐπισκοπικῶν ὀνομάτων καὶ τῆς προσ­φωνήσεως.

Γεμᾆτες χάρι εἶναι οἱ 74 ἐπιστολές του πρὸς διά­φορα πρόσωπα, στὶς ὁποῖες πρέπει νὰ προστεθῆ καὶ τὸ μι­κρὸ κεί­μενο πρὸς ἕνα στυλίτη ἀσκητὴ τῆς Θεσσαλονίκης.


Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ

Λίγες ἡμέρες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Εὐσταθίου ὁ συν-ομήλικος καὶ φίλος του Εὐθύμιος Μαλάκης, μητροπολίτης Νέων Πατρῶν, ἀπήγγειλε Μονωδία του ἐπάνω στὸν τάφο του. ᾿Αργότερα μιὰ Μονωδία, ἐκτενέστερη καὶ ρητορικώ­τε­ρη συνέταξε ὁ μαθητής του Μιχαὴλ Χωνιάτης, μητροπο­λί­της ᾿Α­θη­νῶν. Μεταξὺ ἄλλων ὁ Μιχαὴλ γράφει: “Καὶ τώρα ὑποδέ­χεται τοὺς ἐπισκέπτες μὲ σημεῖα καὶ τέρατα καὶ δυ­νάμεις· ... διότι ὁ ἐπιτύμβιος λίθος ἐκείνου, σὰν ὁ ἀπότομος βράχος τοῦ Μωϋσέως ἔχει μετατραπῆ σὲ πηγὴ ἰάσεων, μὴ πληττόμενος μὲ ράβδο, ἀλλὰ θαυματοποιούμενος ἀπὸ τὸ θησαυρισμένο μέσα του ἅγιο σῶμα” (ΝΕ 13 [1916] 361). Τὸ 1312 ὁ Εὐ­στάθιος ἀπεικονίσθηκε ὡς ἅγιος σὲ τοιχογραφία τοῦ Καθο­λικοῦ τῆς μονῆς Βατοπεδί­ου. Παρόμοιες εἰκόνες λίγο ἀργό­τερα φιλοτεχνήθηκαν σὲ μονὲς τῆς Νότιας Σερβίας (Grac´a­nic´a, Staro Nagoric´ane, C´uc´er Σκοπίων) καὶ ἀλλοῦ.

Κατόπιν εἰσηγήσεως τοῦ μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παν­­τελεήμονος τοῦ Β¢ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὴν 10 ᾿Ιουνί­ου 1888 μὲ συνοδικὴ πρᾆξι συναρίθμησε τὸν Εὐστάθιο μεταξὺ τῶν ἁγίων καὶ ὥρισε ἡμέρα ἑορτασμοῦ του τὴν 20 Σεπτεμβρίου. ᾿Ακολουθία του συνέταξε ὁ ἱερομόναχος Γερά­σιμος Μικραγιαννανίτης.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:47 pm
από paulina
27 Σεπτεμβρίου


ΑΚΥΛΙΝΑ ἡ ΖΑΓΚΛΙΒΕΡΙΝΗ,

νεομάρτυς († 27.9.1764)



῾Η ἁγία ᾿Ακυλίνα εἶναι ἡ δεύτερη γυναίκα νεο­μάρτυς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Λαγκαδᾆ. Νωρίτερα ἀπὸ αὐτὴν εἶχε μαρτυρήσει ἡ ἁγία Κυράννα ποὺ κατα­γόταν ἀπὸ τὴν ῎Οσσα. Καὶ οἱ δύο γυναῖκες μαρτύρησαν σὲ νεαρὴ ἡλι­κία καὶ μάλιστα σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα μεταξύ τους. ῾Η ᾿Ακυλίνα ὅμως σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν Κυράν­να ὁδηγή­θηκε στὸ μαρτύριο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν πατέρα της.

Οἱ πληροφορίες ποὺ ἀντλοῦμε γιὰ τὸ βίο τῆς ᾿Ακυλί­νας πρὸ τοῦ μαρτυρίου της ἀπὸ τὸ Συναξάριό της εἶναι ἐλά­­­χι­στες. Σ᾿ αὐτὸ τονίζεται κυρίως ἡ σταθερότητα καὶ ἡ ἐμμο­νή της στὴν ἀληθινὴ πίστη, ποὺ τὴν ὁδήγησε τελικὰ στὸ μαρ­­τύριο.

῾Η ᾿Ακυλίνα καταγόταν ἀπὸ τὸ Ζαγκλιβέρι, χωριὸ τῆς ἐπαρχίας Λαγκαδᾆ, ποὺ ὑπαγόταν στὴν ἐπισκοπὴ ᾿Αρδαμε­ρί­ου. ῾Η οἰκογένειά της ἦταν μιὰ ἁπλὴ χριστιανικὴ οἰκογέ­νεια καὶ πιθανότατα ἡ ᾿Ακυλίνα ἦταν τὸ μοναδικὸ παιδὶ σ᾿ αὐτή, καθὼς στὸ Συναξάριό της δὲν γίνε­ται λόγος γιὰ ἀ­δέλ­φια τῆς νεομάρτυρος.

Κάποια μέρα ὁ πατέρας τῆς ᾿Ακυλίνας διαπληκτιζόμε­νος μ᾿ ἕναν Τοῦρκο, ἄθελά του τὸν σκότωσε. Τὸν συνέλαβαν λοιπὸν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν πασᾆ τῆς Θεσσαλονίκης μὲ τὴν κατηγορία τοῦ φόνου. ᾿Εκεῖ ὁ πατέρας της ἐμπρὸς στὴν ἀπειλὴ τοῦ θανά­του, ἀποφάσισε νὰ ἀλλαξοπιστήσει. ῞Οταν συνέβη αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ἡ ᾿Ακυλίνα ἦταν ἀκόμη βρέ­φος. ῾Η μητέρα της ὅμως, ἡ ὁποία παρέμεινε σταθερὴ στὴν ὀρθό­δοξη πίστη, μεγά­λωσε τὴ μικρὴ ᾿Ακυλίνα “ἐν παιδείᾳ καὶ νου­θεσίᾳ Κυρίου” καὶ δὲν ἔπαψε οὔτε στιγμὴ νὰ τὴν προ­ετοιμάζει οὕτως žστε νὰ εἶναι ἕτοιμη νὰ δεχθεῖ ἀκόμη καὶ τὸ μαρτύριο, ἂν χρειαζό­ταν, παρὰ νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Στὸ Συναξάριο τονίζεται ἰδιαί­τερα καὶ ἐπαινεῖται ἡ στάση τῆς μητέρας της, ἡ ὁποία παρέ­βλεψε τὴ φωνὴ τῆς μητρικῆς της καρδιᾆς καὶ δὲν δίστασε ἀκόμη καὶ νὰ προτρέψει τὴν κόρη της στὸ μαρτύριο.

῎Ετσι ἡ μικρὴ ᾿Ακυλίνα ποὺ μεγάλωνε μὲ τὰ νάματα τῆς πίστεως ἔγινε στόχος τῶν Τούρκων φίλων τοῦ πατέρα της, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαυσαν οὔτε στιγμὴ νὰ τὸν πιέζουν γιὰ νὰ τὴν πείσει νὰ ἐξωμόσει καὶ αὐτή. ῾Ο πατέρας της, ὁ ὁποῖος πί­στευε ὅτι εὔκολα θὰ τὴν ἔπειθε, τοὺς καθησύχαζε λέγον­τάς τους: “μὴ σᾆς μέλῃ διὰ τὴν θυγατέρα μουÿ αὐτὴ εἶναι εἰς τὸ ἐδικόν μου χέρι, καὶ ὅτε θέλω τὴν τουρκίζω”.

῞Οταν ὅμως ἡ ᾿Ακυλίνα ἔφτασε σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν καὶ οἱ πιέσεις τῶν Τούρκων ἔγιναν ἀφόρητες, ὁ πατέρας της ἐπα­νέλαβε τὴν προσπάθειά του γιὰ νὰ τὴν πείσει νὰ ἀλλαξο­πι­στήσει ἀλλὰ ἡ ᾿Ακυλίνα ἀνταπάντησε στὴν προ­σπάθεια αὐτὴ τοῦ πατέρα της μὲ τὴ σταθερότητά της. Τοῦ δήλωσε πὼς δὲν ἐπρό­κειτο νὰ προδώσει τὴν πίστη της, ὅπως ἔπραξε ἐκεῖνος ποὺ ἦταν δειλός, ἀλλὰ ὅτι προτιμοῦσε νὰ θυσιάσει ἀκόμη καὶ τὴ ζωή της γι᾿ αὐ­τή. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ περι­στατικό, ἀπογοητευμένος ὁ πατέ­ρας της ἀπὸ τὴν ἀποτυχία του, δή­λωσε στοὺς Τούρκους ὅτι παραιτεῖται πλέον ἀπὸ τὴν προσ­πάθεια νὰ μεταπείσει τὴν κό­ρη του τὴν ὁποία ἄφηνε στὴ διάθεσή τους.

Τότε οἱ Τοῦρκοι συνέλαβαν τὴν ᾿Ακυλίνα καὶ τὴν ὁδή­­γησαν στὸν κριτή. Καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς πορείας πρὸς τὸ κριτήριο, τὴν ᾿Ακυλίνα συντρόφευε καὶ ἐνθάρρυνε ἡ μη­τέρα της ποὺ προσπαθοῦσε μὲ κάθε τρόπο νὰ τῆς τονώσει τὸ φρό­νημα, ἔτσι žστε νὰ μὴ δειλιάσει μπροστὰ στὰ βασανι­στήρια καὶ νὰ μὴ φοβηθεῖ τὸ μαρτύριο. Μόλις ἔφθασαν στὸ κριτήριο, ἡ μη­τέρα της ποὺ τὴν ἀκολουθοῦσε πιστά, ἀπομα­κρύνθηκε βίαια ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐνῶ ἡ ᾿Ακυλίνα ὁδηγή­θηκε ἐνώπιον τοῦ κριτῆ, ὅπου, μένοντας πιστὴ στὶς νουθε­­σίες τῆς μητέρας της, δήλωσε πὼς ἄδικα προσπαθοῦσαν νὰ τὴν μεταπείσουν καὶ πὼς δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πί­στη της. ῾Ο κριτὴς νομίζοντας ὅτι θὰ τὴν κάμψει βασανί­ζοντάς την, διέταξε νὰ τὴν γυμνώ­σουν γιὰ νὰ τὴν ραβδί­σουν. ῾Η ᾿Ακυλίνα ὅμως ἀντιμετώπισε μὲ τέτοια γενναιότητα τὰ χτυπήματα, žστε οἱ Τοῦρκοι ἀπο­φάσισαν νὰ χρησιμοποιή­σουν κάποιο ἄλλο μέσο γιὰ νὰ ἐπιτύ­χουν τὸ σκοπό τους. Συνέχισαν λοιπὸν τὴν προσπάθεια μὲ ὑπο­σχέ­σεις καὶ κολα­κεῖεςÿ κάποιος μάλιστα Τοῦρ­κος πρού­χοντας, τῆς ὑποσχέθη­κε νὰ τὴν κάνει νύφη του ἂν ὑπέκυπτε στὶς προτάσεις τους ἀλλὰ οὔτε αὐτὲς οἱ προκλήσεις καὶ τὰ δελεάσματα στάθηκαν ἱκανὰ γιὰ νὰ κλονίσουν τὸ φρόνημα τῆς ᾿Ακυλίνας, γι᾿ αὐτὸ ὁ κριτὴς διέταξε καὶ πάλι νὰ τὴ ραβ­δίσουν, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. ῞Υστερα ἀπ᾿ αὐτό, τὴ ράβδι­σαν γιὰ τρίτη φορά, τόσο ἄγρια, žστε τὴν ἄφησαν μισοπεθα­μένη.

Σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση τὴν παρέδωσαν σὲ κάποιον χρι­­στιανὸ γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὸ σπίτι της, ὅπου ἡ μητέ­ρα της ἐναγωνίως προσευχόταν καὶ περίμενε νὰ μάθει τὰ ἀπο­τε­λέσματα ἀπὸ τὴν σύλληψη τῆς κόρης της. ῞Οταν τὴν ἀντίκρυ­σε σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄθλια κατάσταση τὴν ἀγκάλιασε καὶ τὸ μόνο ποὺ τὴν ρώτησε ἦταν τί ἔκαμε. ῾Η ᾿Ακυλίνα μόλις καὶ μετὰ βίας τῆς ἀπάντησε ὅτι: “καὶ τὶ ἄλλο ἤθελα νὰ κά­μω, ὦ μῆτέρ μου, πάρεξ ἐκεῖνο ὁποὺ μοὶ ἐπαράγ­γειλες; ἰδοὺ κατὰ τὴν συμ­φωνίαν ὁποὺ εἴχαμεν ἐφύλαξα τὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεώς μου”, καὶ ἀμέσως παρέδωσε τὸ πνεῦμα της. Μετὰ τὴν κοίμη­σή της τὸ λείψανό της ὅπως καὶ ὅλος ὁ χῶ­ρος τοῦ σπιτιοῦ μέχρι τὸν τόπο ὅπου τὴν ἐνταφίασαν πλημ­μύρισε ἀπὸ μιὰ ἄρ­ρητη εὐωδία. Τὴν ἴδια νύκτα ἕνα οὐράνιο φῶς στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸν τάφο τῆς νεομάρτυρος.

῞Ενα ἀρκετὰ σοβαρὸ πρόβλημα ὑπάρχει σχετικὰ μὲ τὸν τόπο ἐντα­φια­σμοῦ τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ἁγίας ᾿Ακυλίνας. Κανένας δὲν γνωρίζει ποῦ ἀκριβῶς τάφηκε καὶ ποῦ βρίσκε­ται σήμερα τὸ λείψανό της, ἀφοῦ οὔτε στὸ Συναξάριό της, ἀλλὰ οὔτε καὶ κάπου ἀλλοῦ δὲν σημειώνεται ὁ τόπος ταφῆς της. Κάποια προφο­ρικὴ παράδοση ἀναφέρει ὅτι οἱ Τοῦρκοι διέταξαν νὰ ταφεῖ στὸ τζαμὶ ἔτσι žστε, ἔστω καὶ μετὰ τὸ θάνατό της, νὰ τὴν κάμουν δική τους. Τὴ νύκτα ὅμως ἕνα θεῖο φῶς στάθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὸν τάφο τῆς ἁγίας μέχρις ὅτου ὑποχρέωσε τρεῖς χρι­στιανούς, τὰ ὀνό­ματα τῶν ὁποίων διατηρεῖ ἡ παράδοση, νὰ κλέψουν τὸ λεί­ψανο τῆς ᾿Ακυλί­νας καὶ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν σὲ κάποιο μέ­ρος, τὸ ὁποῖο ὁρκίστη­καν νὰ κρατήσουν μυστικὸ ἀπὸ φόβο μὴ τυχὸν τὸ μάθουν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὸ συλήσουν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ παρέμει­νε ἄγνωστο μέχρι τὶς ἡμέρες μας τὸ μέ­ρος ὅπου θάφτηκε τελικὰ τὸ σῶ­μα τῆς μάρτυρος.

῾Η μνήμη τῆς ἁγίας ᾿Ακυλίνας τιμᾆται ἀπὸ τὸ 1957 στὶς 27 Σεπτεμβρίου, ἡμέρα τῆς τελειώσεώς της. Μέχρι τότε ἡ ᾿Ακυλίνα ἑορταζόταν στὶς 24 ᾿Απριλίου. Αἰτία αὐτῆς τῆς ἑορ­τολογικῆς μετατοπίσεως ἦταν τὸ ὅτι οἱ κά­τοικοι τοῦ Ζαγ­κλι­βερίου ἤθελαν νὰ συνδέσουν τὶς δύο με­γάλες πανηγύρεις τοῦ χωριοῦ τους, τοῦ ἁγίου Γεωργίου, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου τι­μῶνταν ὁ κεντρικὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ, καὶ τῆς ἁγίας τους. ᾿Απὸ τὸ 1957 ὅμως ἡ ᾿Ακυλίνα ἄρχισε νὰ ἑορτά­ζεται πλέον στὶς 27 Σεπτεμβρίου, ἐνῶ ἀπὸ τὸ 1984 καὶ μετά, ποὺ συστή­θηκε καὶ δεύτερη ἐνορία στὸ χωριό, τῆς ἁγίας ᾿Ακυλίνας, καὶ ἄρχισε ἡ ἀνοικοδόμηση μεγαλοπρεπέ­στατου ναοῦ πρὸς τιμήν της, ἡ μνήμη της καὶ ἡ ἑορτή της μετατοπίσθηκαν ἐπισήμως τὴν 27η Σε­πτεμβρίου.

῾Ο Βίος καὶ τὸ Μαρτύριο τῆς παρθενομάρτυρος ᾿Ακυ­λί­νας περιλήφθηκε ἀπὸ τὸν ὅσιο Νικόδημο τὸν ῾Αγιο­ρείτη στὸ ἔργο του Νέον Μαρτυρολόγιον, ἐνῶ ἀργότερα συμπερι­λήφθηκε καὶ σὲ διάφορες ἄλλες ἐκδόσεις ποὺ ἀκολούθησαν μαζὶ μὲ τὴν ᾿Ακολουθία της.

Σὲ κάποιο χειρόγραφο ποὺ βρέθηκε στὸ ναὸ τοῦ ἁγί­ου Γεωργίου στὸ Ζαγκλιβέρι ὑπάρχει μία πρόσφατα ἐκδεδο­μένη ᾿Ακολουθία πρὸς τιμὴν τῆς ᾿Ακυλίνας, ποὺ ψαλ­λόταν μέχρι τὸ 1969. ῾Η ᾿Ακολουθία, ὡς κάτοχος τῆς ὁποίας φέ­ρε­ται ὁ μοναχὸς Πολύκαρπος ᾿Αθ. Γιακούδης Παν­τοκρατορι­νὸς καὶ τῆς ὁποίας ὁ συνθέτης εἶναι ἄγνωστος, περιλαμβά­νει τὴν ᾿Ακολου­θία τοῦ ῾Εσπερινοῦ, τοῦ ῎Ορθρου, τὴ Λειτουρ­γία, τὸ Βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῆς ῾Αγίας. Τὸ Σε­πτέμβριο τοῦ 1969 ὁ ὑμνογρά­φος τῆς Μεγάλης τοῦ Χρι­στοῦ ᾿Εκκλησίας, Γεράσιμος ὁ Μι­κραγιαννανίτης, συνέθεσε ᾿Ακολουθία πρὸς τιμήν της, ἡ ὁποία ψάλλεται ἀπὸ τότε στὴν ἑορτὴ τῆς ἁγί­ας. Μέχρι σήμερα ἀκο­λού­θησαν ἀρκετὲς ἐκδόσεις τῆς ἴδιας ᾿Ακολουθίας, ἐνῶ τὸ 1980 προστέθηκαν καὶ Χαιρετισμοὶ καὶ ᾿Εγκώμια στὴν παρθε­νομάρτυρα ἀπὸ τὸν ἴδιο ὑμνογράφο.

῾Η πρώτη εἰκονογράφηση τῆς νεομάρτυρος χρονολο­γεῖ­ται τὸ 1858 σὲ κάποιο ἔργο τοῦ ἱεροδιακόνου ῾Ιεροθέου τῆς ῾Ι. Μονῆς Λογγοβάρδας καὶ μετέπειτα ἐπισκόπου Ρε­θύμνης καὶ Αὐλοποτάμου, ὅπου εἰκονίζονται ὅλοι οἱ μετὰ τὴν ἅλωση νεο­μάρτυρεςÿ σ᾿ αὐτὴν ἀπεικονίζεται ἡ ᾿Ακυλίνα μαζὶ μὲ τὴν Κυράννα καὶ τὴν ᾿Αργυρῆ.

᾿Επίσης στὸν κεντρικὸ ναὸ τοῦ Ζαγκλιβερίου, τὸν ἅγιο Γεώργιο, βρίσκονται τρεῖς ἀπὸ τὶς παλαιότερες εἰκό­νες τῆς ἁ­γίας. ῾Η πρώτη χρονολογεῖται τὸ 1903 καὶ παρου­σιάζει ὁλόσω­μη τὴν ἁγίαÿ κάτω ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ περι­έχονται δύο σκηνὲς ἀπὸ τὸ βίο της, ἡ μαστίγωση καὶ ἡ κοίμησή της, ἐνῶ ἐπάνω ἀριστερὰ παριστάνεται ὁ Χριστὸς νὰ εὐλογεῖ τὴν ἁγία. ῾Η δεύτερη εἰκόνα ποὺ παρουσιάζει ἐπίσης ὁλόσωμη τὴν ᾿Ακυλίνα φέρεται ὡς δέηση τοῦ “Πολυκάρπου ᾿Αθανα­σίου Γιαγκούδη Ζαγκλιβερινῷ Παντο­κρατορινῷ ἐν ῾Αγίῳ ῎Ο­ρει τῇ 1 Σεπτεμ­βρίου 1904”, εἶναι δηλαδὴ προσφορὰ τοῦ ἰ­δίου προσώπου, δαπάνη τοῦ ὁποίου ἔγινε καὶ ἡ πρώτη ᾿Ακο­λουθία πρὸς τιμὴν τῆς νεομάρτυρος. Τέ­λος, ἡ τρίτη εἰκόνα εἶναι δέηση τοῦ Παναγιώτη ᾿Αναγνώ­στου τὸ 1913, καὶ εἰ­κο­νίζονται ἡ ἁγία ᾿Ακυλίνα μαζὶ μὲ τὴν ἁγία Κυράννα. Καὶ οἱ τρεῖς εἰκόνες ἔχουν ἁγιορειτικὴ προέλευση.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:49 pm
από paulina
27 Σεπτεμβρίου καὶ 14 ᾿Απριλίου


ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ,

συνεργάτης τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου


Στὶς πηγές μας συναντοῦμε γιὰ πρώτη φορὰ τὸν ᾿Αρίσταρχο στὸ 19ο κεφ. τῶν Πράξεων, ὅπου ὁ Λουκᾆς περιγράφει μὲ ἐξαιρετικὴ ζωηρότητα τὰ ἐπεισόδια τῆς ᾿Εφέσου. ῾Ο ἀργυροκόπος Δημήτριος εἶχε χολωθεῖ ἀπὸ τὴ μεταστρο­φὴ τῶν κατοίκων τῆς ᾿Εφέσου πρὸς τὴ νέα θρησκεία, τὴν ἀπώλεια τῆς πελατείας του, καὶ γι᾿ αὐτὸ ξεσήκωσε τὸ λαὸ ἐναντίον τοῦ Παύλου καὶ τῶν συνεργατῶν του ᾿Αριστάρχου καὶ Γαΐου.

Τὸν ᾿Αρίσταρχο μνημονεύει ὁ Παῦλος στὶς ἐπιστολές του πρὸς Κολοσσαεῖς (4, 10) καὶ Φιλήμονα (στ. 23). ῾Η ἔ­ρευνα ἔ­χει δείξει ὅτι ὁ ᾿Αρίσταρχος ποὺ ἀναφέρεται στὶς Πράξεις εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο μὲ τὸν ᾿Αρίσταρχο τῶν ᾿Επιστολῶν. ᾿Επίσης οἱ ἑρμηνευτὲς δὲ δέχονται τὴν ἄπ­οψη τοῦ Δωρόθεου Τύρου, ὅτι ὁ ᾿Αρίσταρχος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ῾Εβδομήντα (70) μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Στὶς Πράξεις 27, 1 ἑξ. ρητὰ λέγεται ὅτι ὁ ᾿Αρίσταρχος ἦταν Μακεδόνας Θεσ­σαλονικεύς, καὶ κατὰ πᾆσα πιθανότητα ᾿Ιουδαῖος. ῾Οπωσ­δή­ποτε ὁ ᾿Αρίσταρχος ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πρώτους μαθητὲς τοῦ Παύλου στὴ Θεσσαλονίκη καὶ φυσικὰ στὴν Εὐρώπη.

῾Ο μαθητὴς τοῦ Παύλου ἔμεινε μᾆλλον στὴ Θεσσα­λο­νίκη, ὅταν ὁ διδάσκαλός του ἔφυγε γιὰ τὴ Βέροια, ᾿Αθή­να καὶ ἀπὸ ἐκεῖ Κόρινθο. Στὴν Κόρινθο ὁ Παῦλος ἔμεινε δεκα­οκτὼ μῆνες, ὁ δὲ ᾿Αρίσταρχος εἶχε στενὸ σύνδεσμο μὲ τὸν Παῦ­λο. ᾿Επικρατέστερη εἶναι ἡ ἄποψη ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ᾿Αρίσταρχος ἦλθε στὴν ῎Εφεσο κομίζοντας χάρη τῶν Χριστιανῶν τῶν ῾Ιεροσολύμων τὴ “λογία”. Τὸ προϊὸν τοῦ ἐ­ράνου ἔφεραν οἱ Γάιος, Σεκοῦνδος καὶ ᾿Αρί­σταρχος. ᾿Απὸ τότε ὁ ᾿Αρίσταρχος γίνεται ὁ ἀχώριστος σύν­τροφος τοῦ Παύ­λου ὡς τὴ Ρώμη. Τοῦτο φαίνεται ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Παύ­λου πρὸς Κολοσσαεῖς καὶ Φιλήμονα.

Γιὰ τὴ δράση τοῦ ᾿Αριστάρχου ὡς ἐπισκόπου δὲν ἔ­χου­με σαφεῖς πληροφορίες. Μιὰ λατινικὴ παράδοση θέλει τὸν ᾿Αρίσταρχο ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Κατὰ τοὺς τρεῖς ὅμως πρώτους αἰῶνες μνημονεύονται τὰ ὀνόματα τριῶν ἐπι­σκόπων Θεσσαλονίκης, τοῦ Γαΐου, τοῦ ἁγίου Νικολάου καὶ τοῦ ἁγίου ᾿Αρτεμίου. Περισσότερες φαίνονται οἱ πιθα­νότη­τες γιὰ ἀρχιερατεία του στὴν ᾿Απαμεία τῆς Συρίας, διότι στὴν πόλη αὐτὴ μπορεῖ νὰ ὑπῆρξε ἕδρα ἐπισκοπικὴ ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς ἀκόμη χρόνους. Ρητὰ ὅμως πρῶτος ἐπί­σκοπος τῆς ᾿Απαμείας τῆς Συρίας ἀναφέρεται ὁ ᾿Αλφαῖος ἢ ᾿Αλ­φάιος τὸν τέταρτο αἰώνα. ῾Ο Συναξαριστὴς ἀναφέρει ὅτι ὁ ᾿Αρίσταρχος ὑπῆρξε ἐπίσκοπος τῆς ᾿Απαμείας τῆς Συρίας “καὶ ὅλους τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους ἀπίστους ἐπέστρεψεν εἰς τὴν τῆς ἀληθείας καὶ εὐλαβείας ἐπίγνωσιν”.

Κατὰ μιὰ ἄλλη ἐκδοχὴ ὁ ᾿Αρίσταρχος ὑπῆρξε ἐπίσκο­πος ᾿Απαμείας τῆς Φρυγίας. Καὶ γιὰ τὴν μία περίπτωση καὶ γιὰ τὴν ἄλλη δὲν ὑπάρχουν σαφεῖς πληροφορίες. ῾Η παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ ᾿Αρίσταρχος μετέβη στὴ Ρώμη. Συναντήθηκε ξανὰ μὲ τὸν Παῦλο καὶ τέλος συγκακο­πα­θήσας βρῆκε μαρ­τυρικὸ θάνατο ἐπὶ Νέρωνος.

Γιὰ τὴν ἀφοσίωσή του στὸ ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς, τὶς περιπέτειές του “νὰ ἄγεται καὶ νὰ φέρεται καὶ νὰ πά­σχη κα­κῶς ὑβριζόμενος, τυπτόμενος καὶ γυμνητεύων”, γιὰ τὴ λι­τό­τητα τοῦ βίου του καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς ἐνδυμα­σίας του, ἡ ᾿Εκκλησία τὸν ἀνεγνώρισε ὡς ἅγιο.

῾Η μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 27η Σεπτεμβρίου, ἐνῶ τὴ 14η ᾿Απριλίου ὁ ᾿Αρίσταρχος συντιμᾆται μὲ τοὺς ἀπο­στό­λους Πούδη καὶ Τρόφιμο.

Οἱ στίχοι κατὰ τὴ 14η ᾿Απριλίου λέγουν:

“Τιμῶ τὸν ᾿Αρίσταρχον ὡς ἀριστέα καλῶς ἀριστεύ­σαντα μέχρι ξίφους”.

᾿Ενῶ τὴν 27η Σεπτεμβρίου συνεορτάζεται μὲ τὸν Μάρ­­κο τὸν Ζήνωνα, οἱ στίχοι λέγουν:

“῎Αριστος ᾿Αρίσταρχος ἐν μύσταις λόγου.

῎Αρξας ἄριστος ὡς ξένον ζήσας βίον”.