Σελίδα 6 από 10

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Πέμ Οκτ 27, 2011 3:16 pm
από paulina
6 ᾿Ιουλίου


ΚΥΡΙΛΛΟΣ, ὁσιομάρτυς († 6.7.1566)


Μοναδικὴ πηγὴ ποὺ διασώζει τὸ Μαρτύριο καὶ τὴ χασματώδη καὶ κολοβὴ ᾿Ακολουθία τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυ­ρίλλου εἶναι τὸ ἀθωνικὸ χειρόγραφο 347 τῆς μονῆς Διονυ­σίου. Πρόκειται γιὰ ἕνα κείμενο γραμμένο σὲ λόγια γλῶσσα καὶ κατὰ πᾆσα πιθανότητα αὐτόγραφο ἔργο τοῦ ἀνωνύμου συντάκτη τοῦ Μαρτυρίου, χρονολογούμενο μεταξὺ τοῦ τέ­λους τοῦ 17ου καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 18ου αἰῶνος.

Σύμφωνα μὲ τὸ Μαρτύριό του ὁ Κύριλλος -τὸ κο­σμι­κὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἦταν Κυριακός- γεννήθηκε στὴ Θεσ­σαλονίκη τὸ ἔτος 1544, κατὰ τὴν περίοδο τῆς βασιλεί­ας τοῦ σουλτάνου Σουλεϊμάν. ῾Ο πατέρας του ὀνομαζόταν Πέιος, καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Πελαγονίας καὶ διέμε­νε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴν περιοχὴ τῆς ἀκροπόλεως τῆς Θεσ­σα­λονίκης.

Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ὁ Κυριακὸς ἔμεινε ὀρφανός, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναλάβουν τὴν κηδεμονία του δύο θεῖοι του, συγγενεῖς τῆς μητέρας του, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕνας ἦταν μωα­μεθανός. Τελικὰ ὁ μωαμεθανὸς θεῖος του ἀνέλαβε ἀποκλει­στικὰ τὴν κηδεμονία του καὶ τὸν ἔστειλε σὲ κάποι­ον ἐπίσης μωαμεθανὸ βυρσοδέψη γιὰ νὰ μάθει κοντά του νὰ ἐξασκεῖ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα.

῾Ωστόσο ὁ Κυριακός, ἀκολουθώντας τὶς συμβουλὲς τοῦ ἄλλου θείου του, ὁ ὁποῖος ἦταν εὐσεβὴς χριστιανός, ἀπο­φά­σισε νὰ ἐγκαταλείψει κρυφὰ τὸ μωαμεθανὸ κηδεμόνα του καὶ νὰ ἀκολουθήσει κάποιους ἁγιορεῖτες μοναχούς, ποὺ κατὰ ἀγαθὴ συγκυρία βρίσκονταν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ στὴ Θεσσα­λο­νίκη. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν ὁ Κυριακὸς ἔφθασε στὸ ῞Αγιο ῎Ο­ρος καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ Χελανδαρίου, λαμβά­νον­τας τὸ μοναχικὸ ὄνομα Κύριλλος.

῾Ο Κύριλλος ἀσκήτευσε ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη σὲ κάποιο χε­λανδαρινὸ μετόχι καὶ σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν ταξίδεψε μαζὶ μὲ ἄλλους δύο χελανδαρινοὺς μοναχοὺς στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου συνάντησε τὸ χριστιανὸ θεῖο του. Κατερχόμενος ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς ᾿Ακροπόλεως πρὸς τὸ λιμάνι τῆς Θεσσαλονίκης μαζὶ μὲ τὸν ἐξάδελφό του -γιὸ τοῦ χριστιανοῦ θείου του-, συνάντησε τυχαῖα τὸ μωαμεθανὸ κηδεμόνα του, ὁ ὁποῖος παρὰ τὴν παρέλευση πολλῶν ἐτῶν, ἀνεγνώρισε τὸν Κύριλ­λο. Φώναξε ἀμέσως καὶ ἄλλους μουσουλμάνους γιὰ νὰ συλ­λά­βουν τὸν Κύριλλο μὲ τὴν κατηγορία ὅτι, ἐνῶ πρὶν εἶχε ἀσπα­στεῖ τὸ μωαμεθανισμό, στὴ συνέχεια τὸν ἀρνήθηκε καὶ ἐξόμωσε.

῾Ο Κύριλλος ὁδηγήθηκε ἀμέσως στὸν Τοῦρκο δικαστὴ τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἐπιχείρησε νὰ τὸν πείσει νὰ ἐγ­καταλείψει τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ νὰ ἀσπαστεῖ τὸ μωα­μεθανισμό. ῞Οταν διεπίστωσε πὼς ἡ προσπάθειά του δὲν ἐπέ­φερε κανένα ἀποτέλεσμα, διέταξε νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴ φυ­λακὴ σκοπεύοντας νὰ ἐκφέρει τὴν ἀπόφασή του τὴν ἑπό­μενη ἡμέρα.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα ὁ Κύριλλος ὁδηγήθηκε καὶ πάλι στὸ δικαστή, ὁ ὁποῖος προσπάθησε γιὰ δεύτερη φορὰ νὰ τὸν μεταπείσει μὲ ὑποσχέσεις ἢ μὲ ἀπειλές, ἀλλὰ ὅταν διεπί­στω­σε ὅτι ἡ προσπάθειά του ἦταν μάταιη, τὸν κατεδίκασε σὲ θάνατο διὰ πυρᾆς. ῾Ο Κύριλλος ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ ἐξα­γριω­μένο πλῆθος τῶν φανατισμένων τούρκων καὶ τῶν δημί­ων του στὸν τόπο τῆς καταδίκης του, στὸ παλαιὸ βυζαντι­νὸ ἱπ­πο­δρόμιο τῆς πόλεως, κοντὰ στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Κων­σταν­τί­νου, ὁ ὁποῖος μνημονεύεται στὸ συναξάριο τῆς ᾿Ακο­λου­θίας τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυρίλλου γιὰ πρώτη φορά.

῾Ο Τοῦρκος ὕπαρχος ἐπιχείρησε γιὰ τελευταία φορά, ὅπως συνηθιζόταν, νὰ μεταπείσει τὸν Κύριλλο, προσφέρον­τάς του ὑλικὲς ἀνέσεις καὶ ἀπολαύσεις, ἀλλὰ ὁ Κύριλλος τὶς ἀρνήθηκε, λέγοντας πὼς γι᾿ αὐτὸν μοναδικὸς πλοῦτος ἦταν ὁ Χριστός. Κατόπιν τούτων ὁ ὕπαρχος ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς δημίους νὰ ρίψουν τὸν Κύριλλο στὴν πυρά, ἡ ὁποία ἀποτέ­φρωσε τὸ σῶμα του στὶς 6 ᾿Ιουλίου τοῦ 1566.

᾿Ιδιαίτερα ἀξιόλογη εἶναι ἡ τελευταία πληροφορία ποὺ παρέχει τὸ Συναξάριο τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυρίλλου: “᾿Επεὶ γὰρ ἤμελλε τῇ φλογὶ δαπανηθῆναι τὸ σύνολον, κυνῶν ὀστᾆ τεθνηκότων ἐγείραντες, ἔστι δὲ καὶ οŽς θνησιμαίους, τῇ πυ­ρᾷ ἐναπέρριψαν· ἔνθεν τοι τὸ μὲν τοῦ μάρτυρος σῶμα τῷ πυ­ρὶ καταναλωθέν, ὡσεὶ σποδὸς ἐγένετο...”. Τὴ μαρτυρία αὐτὴ ἐπιβεβαίωσε ἡ ἀνακάλυψη μίας πήλινης λάρνακας, ἡ ὁποία περιεῖχε ὑπολείμματα ὀστῶν καὶ ὑφάσματος ἀναμειγ­μένα μὲ τέφρα, καὶ βρέθηκε στὰ θεμέλια τοῦ παλαιοῦ ναοῦ τοῦ ἁγί­ου Κωνσταντίνου τὸ 1972, μετὰ τὴν κατεδάφισή του γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ νέου ναοῦ στὴ θέση του. ῾Ο συν­δυασμὸς τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ εὑρήματος μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Συν­αξαρίου, συγκλίνει καθοριστικὰ στὴν ἀπόδοσή του στὸν ὁσιο­μάρτυρα Κύριλλο τὸ Θεσσαλονικέα.

Στὴ μνήμη τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυρίλλου, ποὺ ἑορτάζε­ται στὶς 6 ᾿Ιουλίου, τιμᾆται τὸ δεξιὸ παρεκκλήσιο ποὺ ὑ­π­άρχει στὴ νότια πλευρὰ τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Κων­σταντίνου.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Πέμ Οκτ 27, 2011 3:18 pm
από paulina
9 ᾿Ιουλίου

ΦΩΤΙΟΣ ὁ ΘΕΣΣΑΛΟΣ,

ὅσιος, κτίτωρ τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου (11ος αἰ.)



῾Ο ὅσιος Φώτιος ὁ Θεσσαλὸς ὑπῆρξε δεσπόζουσα μο­ναστικὴ φυσιογνωμία στὸ πνευματικὸ περιβάλλον τῆς Θεσ­σαλονίκης κατὰ τὸν 11ο αἰώνα.

Καταγόταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλία, ὅρο μὲ εὐρύτατη γεω­γρα­φικὴ ἔννοια αὐτὴ τὴν περίοδο, ἀπὸ εὔπορους καὶ ἐπι­φα­νεῖς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ὡστόσο δὲν κατονομάζονται στὸ Βίο του. Σὲ νεανικὴ ἡλικία ἀσπάστηκε τὸ μοναχικὸ βίο, ἐπιδι­δό­μενος σὲ αὐστηρότατη ἄσκηση. Φθάνοντας στὴ Θεσσαλο­νί­κη, τὴν ὁποία ὁ βιογράφος του δὲν παραλείπει νὰ ἐγκωμιάσει ὡς “προκαθεζομένη τῶν Θετταλικῶν πόλεων” καὶ ὡς “βασι­λίδα ταῖς ἑκατέρωθεν πόλεσι”, ὁ ὅσιος Φώτιος ἐγκαταβίωσε σὲ μία μικρὴ μονὴ στὴν περιοχὴ τῆς ᾿Ακροπόλεως, ἐντὸς τῶν τειχῶν, τιμώμενη στὸ ὄνομα τῶν ἁγίων ἀναργύρων Κο­σμᾆ καὶ Δαμιανοῦ. ᾿Εκεῖ γνώρισε κάποιο μεγάλο ἀσκητή, τὸν ἱε­ρὸ Βλάσιο, στὸν ὁποῖο κατέστη ὑποτακτικός.

῾Ο ἀνώνυμος συντάκτης τοῦ Βίου ἀφιερώνει ἕνα με­γάλο τμῆμα του στὴν προσωπικότητα τοῦ ἀσκητῆ καὶ γέ­ροντα τοῦ ὁσίου Φωτίου, Βλασίου, τὸν ὁποῖο συνδέει μὲ τὸν αὐτοκράτορα Ρωμανὸ Β’ (959-963) -ἂν καὶ τὸν συγχέ­ει μὲ τὸ Ρωμανὸ Α’ Λεκαπηνό-. ῾Ο Βλάσιος κλήθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ μετέβη, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸ Φώτιο, στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου κατέστη καὶ πνευματικὸς πα­τέρας τοῦ Ρωμανοῦ Β’. Τέλεσε ὁ ἴδιος τὴ βάπτιση τοῦ γιοῦ του, Βασιλείου Β’ τὸ 958/9, δίνοντάς του προορατικὰ τὸ ὄνομα Βασίλειος. Στὴ βάπτιση παρευρισκόταν καὶ ὁ ὅσι­ος Φώτιος, τὸν ὁποῖο ὁ Βλάσιος ὑπέδειξε ὡς τὸ κατάλληλο πρό­σωπο γιὰ τὴν περιφορὰ τοῦ βρέφους ὡς τὸν κοιτώνα του, μὲ τὴ συνοδεία ψαλμωδιῶν.

῾Ο Φώτιος ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη καί, ὄντας ἐ­ραστὴς τῆς ἡσυχίας, μετέβη στὶς ὑπώρειες τοῦ Χορταΐτη (Χορτιάτη), ὅπου ἔκτισε μία καλύβη μὲ πέτρες καὶ ἐγκατα­βίωσε ἐκεῖ, συνεχίζοντας τὸν ἀγώνα του στὸ στίβο τῆς μο­ναχικῆς ζωῆς. Τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ καλοκαίρι ἀνερχόταν στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους, ὅπου καὶ ἀνήγειρε ναὸ ἀφιερωμένο στὸν ἀρχάγγελο Μιχαήλ, καὶ ὅπου μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἀν­έβλυσε πηγὴ μὲ καθαρὸ νερό, ἡ ὁποία στὶς μέρες ποὺ γρα­φό­ταν ὁ Βίος εἶχε ἐξελιχθεῖ σὲ ἁγίασμα μὲ ἰαματικὴ δύ­να­μη.

῾Ωστόσο, οἱ ἐπιδρομὲς τῶν Βουλγάρων (“τὸ Μυσῶν ἔ­θνος”) προκάλεσαν μεγάλη ἀστάθεια καὶ ἀνάγκασαν τὸν αὐ­το­κράτορα Βασίλειο Β’ νὰ συντάξει τὰ βυζαντινὰ στρα­τεύμα­τα καὶ νὰ ἐκστρατεύσει ἐναντίον τους, ἀλλὰ ἡ ἔκβαση τῶν γε­γο­νότων ἦταν ἀρνητικὴ (ὑπαινίσσεται προφανῶς τὴν ἀποτυ­χη­μένη πρώτη ἐκστρατεία τοῦ Βασιλείου τὸ 986). ῾Ο Βασί­λει­ος κατευθύνθηκε πρὸς τὴ Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία “καὶ φρού­ριον εἶχε καὶ κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἀσφαλὲς ὁρμητή­ριον”. ᾿Εκεῖ ἀναζήτησε τὸν ἀσκητὴ Βλάσιο καί, ὅταν πληρο­φορή­θη­κε τὸ θάνατό του, ζήτησε νὰ μάθει γιὰ τὸ μαθητή του, ποὺ τὸν εἶχε κρατήσει στὰ χέρια του κατὰ τὴ βάπτισή του. Τελικὰ πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ὅσιος Φώτιος ἀσκήτευε κάπου ἐκτὸς τῆς πόλεως καὶ τὸν κάλεσε νὰ σπεύσει νὰ τὸν συναν­τήσει· ἔκτοτε ὁ Βασίλειος κράτησε κοντά του τὸν ὅσιο γέ­ροντα, ὄχι μόνο στὴ Θεσσαλονίκη ἀλλὰ καὶ κατὰ τὶς ἐκ­στρατεῖες του. Τοιουτοτρόπως “ὁ μὲν (βασιλεύς) ὅπλοις ἀ­μυντηρίοις, ὁ δὲ (Φώτιος) λόγοις εὐκτηρίοις τοὺς ἐναντίους ἀμύνονται”.

Μετὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐπικράτηση τοῦ Βασιλείου Β’ τὸ 1017/8, ὁ ὅσιος Φώτιος ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη ἐ­π­ευφημούμενος ἀπὸ τοὺς Θεσσαλονικεῖς. ῾Ο αὐτοκράτορας, σύμφωνα μὲ τὸ Βίο, τοῦ ἀπέστειλε χρυσόβουλλο γράμμα, μὴ σωζόμενο σήμερα, μὲ τὸ ὁποῖο τοῦ παρεῖχε δῶρα, τὰ ὁποῖα ὁ Φώτιος χρησιμοποίησε γιὰ ἀγαθοεργίες καὶ γιὰ τὴν ἀνέ­γερση ναῶν καὶ μονῶν στὴν περιοχὴ τῆς ᾿Ακροπόλεως, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς πόλεως, ὅπως πολὺ παραστα­τικὰ ἀναφέρει ὁ βιογράφος του: “ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλ­μούς σου περὶ τήνδε τὴν ἀκρόπολιν, εἰ τῶν ἐνταυθοῖ πολι­τῶν ὑπάρ­χεις... καὶ ἴδε τὰ κατ᾿ αὐτὴν συνεστῶτα σεμνεῖα· πρόελθε δὴ καὶ τοῦ ἄστεως, καὶ περιάθρησον τῶν τοῦ Φω­τίου πόνων τὰ σιγῶντα κηρύγματα. Πολλαχοῦ γὰρ ὄψει τε­μένη θεῖα παρ᾿ ἐκείνου γεγενημένα καὶ ψυχῶν ἱερὰ φροντι­στήρια, ἐν οἷς ἅπασι, τοῖς μὲν ἀνδρῶν μοναζόντων, τοῖς δὲ γυναικῶν μοναζουσῶν πολλὰ πλήθη πρότερον ἦν”. Τὴ μεγά­λη προσφο­ρὰ τοῦ ὁσίου Φωτίου στὸν ἀστικὸ μοναχισμὸ τῆς Θεσσαλο­νίκης ὑπογραμμίζει ὁ βιογράφος του μὲ ἐγκωμια­στικὸ τρό­πο, τονίζοντας στὴ συνέχεια ὅτι “πάντων τούτων αἱ ἀγέλαι τῶν μονοτρόπων, αἵτινες πάλαι τε ἦσαν καὶ νῦν εἰσίν, ἐκείνου πνευματικὰ τυγχάνει γεννήματα, πάντες τοῦ μεγάλου τούτου ποιμένος ποίμνιον, πάντες τῶν ἱερῶν ἐκεί­νου προσευχῶν κα­τορ­θώματα”.

᾿Απὸ τὴ συνέχεια τοῦ Βίου πληροφορούμαστε, ὅτι ὁ βιογράφος του εἶχε ὑπόψη του καὶ μία διαθήκη ποὺ εἶχε συντάξει ὁ ὅσιος Φώτιος πρὸ τοῦ θανάτου του (“τὴν ἐξόδι­ον τοῦ ἁγίου διάταξιν, ἣν ἐγγράμματον ὑποχωρεῖν τοῦ βίου μέλ­λων ἐξέθετο”). ῾Η διαθήκη αὐτή, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὴν σύν­τομη περιγραφὴ τοῦ περιεχομένου της ποὺ παρέχεται ἀπὸ τὸ συντάκτη τοῦ Βίου στὴ συνέχεια, ἔφερε τὰ βασικὰ χαρα­κτηριστικὰ τῶν κτιτορικῶν διαθηκῶν, δηλ. τῶν διαθη­κῶν ποὺ συνέτασσαν οἱ κτίτορες τῶν μονῶν, γιὰ τὴν εὔρυθ­μη λει­τουρ­γία τους μετὰ τὸ θάνατό τους. ῾Η μνημονευόμενη διαθήκη ὅριζε τὸν ἀπόλυτο ἐγκλεισμὸ τῶν μοναστριῶν κάποιας γυ­ναικείας μονῆς ποὺ εἶχε συστήσει ὁ ῞Οσιος ἐντὸς τοῦ χώ­ρου τῆς μονῆς, ρύθμιζε τὰ τῆς φροντί­δος τῶν ναῶν ποὺ εἶχε ἀν­εγείρει ὁ ἴδιος, τὴ διαδοχή του στὴν πνευματικὴ καθοδή­γη­ση τῶν μοναχῶν ποὺ ἀποτελοῦ­σαν τὴ συνοδεία του, καθὼς καὶ μία σειρὰ κανόνων σχετικὰ μὲ διάφορες πτυχὲς τοῦ μο­ναχι­κοῦ βίου: νηστεία, ἀνάπαυση, λειτουργικὸ τυπικό, μέρι­μνα ὑπὲρ τῶν πτωχῶν.

῾Ο Βίος δὲν παρέχει καμμία χρονικὴ ἔνδειξη σχετικὰ μὲ τὸ ὁσιακὸ τέλος τοῦ ἀσκητῆ Φωτίου τοῦ Θεσσαλονικέως· περιορίζεται μόνο στὴ δήλωση ὅτι παρέδωσε τὸ ἱερὸ πνεῦ­μα του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ “πλήρης ἡμερῶν ἀληθῶς τῶν τε θεί­ων ἅμα καὶ τῶν ἀνθρωπίνων γενόμενος”. Πρέπει ὡστόσο ἡ κοίμηση τοῦ ὁσίου Φωτίου νὰ τοποθετηθεῖ μὲ βεβαιότητα μετὰ τὸ ἔτος 1017, κατὰ τὸ ὁποῖο, ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Β’ κατετρόπωσε ὁριστικὰ τοὺς Βουλ­γάρους.

Σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ μνεία ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τοῦ ῾Οσίου ἀπὸ τοὺς μαθητές του, προφανῶς στὴ μονὴ ὅπου ἐγκαταβίωσε τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του καὶ κοιμή­θηκε. Σύμφωνα μὲ τὸ Βίο τελοῦνταν πανήγυρη, κατὰ τὴν ὁποία ψάλλονταν ὕμνοι ποὺ εἶχαν συντεθεῖ γι᾿ αὐτόν: “συν­ιόντων ἀλλήλοις καὶ συμπανηγυριζόντων τὸ θεῖον τούτου μνη­­μόσυνον, καὶ ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὡδαῖς πνευματι­καῖς αὐτὸν γεραιρόντων”.

῾Η σύνθεση ὕμνων πρὸς τιμὴν τοῦ ὁσίου Φωτίου ἐπι­βεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἐξαιρετικὰ σημαντικοῦ στιχηροῦ, ποὺ συνέθεσε ὁ μέγας οἰκονόμος τῆς Μητροπόλε­ως Θεσσαλονίκης καὶ μετέπειτα μητροπολίτης Δημήτριος Βεά­σκος τὸ 13ο αἰώνα καὶ μελοποίησε ὁ μοναχὸς Δανιὴλ ᾿Α­χραδᾆς, τὸ ὁποῖο ἐπιγράφεται: “᾿Ιουλίου θ’. Τοῦ ὁσίου πα­τρὸς ἡμῶν Φωτίου κτήτορος μονῆς τοῦ ᾿Ακαπνίου. Ποίημα κυρίου Δημητρίου ἱεροδιακόνου καὶ μεγάλου οἰκονόμου μη­τροπόλεως Θεσσαλονίκης, οὗ τὸ ἐπώνυμον Βεάσκος...”. ῾Η σπουδαιότητα αὐτοῦ τοῦ στιχηροῦ (ἀρχ.: ῾Η φαιδρὰ τοῦ θεο­φόρου μνήμη Φωτίου...) ἔγκειται στὴν ἑορτολογικὴ ἔνδει­ξη τῆς 9ης ᾿Ιουλίου, ἡ ὁποία δὲν παρέχεται ἀπὸ τὸ Βίο τοῦ ὁσίου Φωτίου, καὶ στὴν πληροφορία ὅτι ὑπῆρξε ἱδρυτὴς τῆς περίφημης βασιλικῆς μονῆς τοῦ ᾿Ακαπνίου.

Τὴν ταύτιση τοῦ ὁσίου Φωτίου τοῦ Θεσσαλοῦ μὲ τὸν ὅσιο Φώτιο, τὸν κτίτορα τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου στὴ Θεσσα­λο­νίκη, πρότεινε πρῶτος ὁ ᾿Αθ. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, κατὰ τὴν ἔκδοση τοῦ προαναφερθέντος στιχηροῦ, καὶ στὴ συνέ­χεια ὑποστήριξε διεξοδικότερα ὁ V. Grumel. ῾Η ταύτι­ση αὐτὴ ἔχει γίνει πλέον καθολικὰ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴ σύγ­χρονη ἔρευνα.

῾Ο ἀνώνυμος Βίος τοῦ ὁσίου Φωτίου ἐκφωνήθηκε πιθα­νότατα κατὰ τὴν ἑορτή του στὴ μονὴ ᾿Ακαπνίου, ἐνώπιον ἀ­κροατηρίου, ποὺ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ μονα­χούς-πνευματικὰ τέ­κνα του, ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν προσ­φώ­νηση: “ὦ θεῖον καὶ ἱερώτατον σύστημα, καὶ τοῦ γεν­νήσαν­τος καὶ ποιμά­ναν­τος ὑμᾆς διὰ τοῦ εὐαγγελίου κάλλι­στα θρέμ­ματα καὶ γεννή­ματα, τὴν εὐφρόσυνον ταύτην ἑορ­τὴν σὺν εὐ­φροσύνῃ τελέ­σωμεν”. Διακρίνεται ἀπὸ μία ἔντονη ἐγκωμια­στικὴ τάση καὶ προσφέρει περιορισμένα ἱστορικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δραστηριότητα τοῦ ὁσίου Φωτί­ου, ἂν καὶ ἡ συγγραφή του δὲν πρέπει νὰ ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ χρόνο ἀκμῆς τοῦ μεγά­λου ἀσκητῆ, ἐφόσον στὴν προφο­ρικὴ μορφή του ἀπευθύν­θη­κε στοὺς μαθητές του. Σώζεται μόνο σὲ ἕνα χειρόγραφο τοῦ 12ου αἰ., τὸ ὑπ᾿ ἀριθ. 159 (Vlad. 390) τῆς Συνοδικῆς Βι­βλι­ο­θήκης τῆς Μόσχας, στὸ ὁποῖο περιλαμβά­νεται καὶ ὁ ἀρχι­κὸς Βίος τῆς ὁσίας Θεοδώρας τῆς μυροβλύ­τιδος.

Τέλος, σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ μνεία τοῦ ὁσίου Φωτίου στὸ Βίο τοῦ Καλαβροῦ ὁσίου Φαντίνου τοῦ νέου, ποὺ κοι­μή­θηκε στὴ Θεσσαλονίκη τὸ 974. Σύμφωνα μὲ τὸν ἐκτενῆ Βίο του (§ 52) κατὰ τὴν τελευτή του, ἐπισκέφθηκαν τὸν ὅσιο Φαν­τίνο οἱ μοναχοὶ Συμεὼν ὁ φιλόσοφος καὶ Φώτιος, τὸν ὁποῖο ἡ ἐκδότρια τοῦ Βίου, E. Follieri ταυτίζει μὲ βεβαιό­τητα μὲ τὸν ὅσιο Φώτιο τὸ Θεσσαλό.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Πέμ Οκτ 27, 2011 3:21 pm
από paulina
16 ᾿Ιουλίου


ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (434-451)

[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Δ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]



῾Ο ᾿Αναστάσιος διαδέχθηκε τὸ 434 στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης τὸν ἐπίσκοπο Ροῦφο.

Τὸ 435 ὁ πάπας Σῖξτος Γ¢ (432-440) ἀπέστειλε ἐπι­στολὴ στὸν ἐπίσκοπο Κορίνθου Περιγένη, μὲ τὴν ὁποία τοῦ ὑπενθύμιζε ὅτι πρέπει νὰ ὑπακούει στὸν ἐπίσκοπο Θεσσα­λονίκης καὶ παπικὸ βικάριο ᾿Αναστάσιο, ποὺ εἶχε διαδεχθεῖ τὸ Ροῦφο. Τὸ ἴδιο ἔτος ἀπέστειλε καὶ δεύτερη ἐπιστολὴ πρὸς τὴ σύνοδο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συνέλθει στὴ Θεσσαλονί­κη, γιὰ νὰ ἐπαναλάβει τὰ δικαιώματα ποὺ εἶχαν παραχω­ρήσει οἱ προκάτοχοί του στὸ βικάριο τοῦ παπικοῦ θρόνου, ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης. ᾿Αρκετὰ χρόνια ἀργότερα, τὸ 446, ὁ πάπας Λέων Α¢ (440-461) ἀπευθύνει ἐπιστολὴ στὸν ᾿Ανα­στάσιο, μὲ ἀφορμὴ τὴ διένεξή του μὲ τὸ μητροπολίτη Πα­λαιᾆς ᾿Ηπείρου ᾿Αττικὸ καὶ ἐπικυρώνει τὰ δικαιώματά του.

Δὲν εἶναι, ὡστόσο, γνωστὸ γιὰ ποιὸ λόγο δὲν κατέστη δυνατὸ νὰ συμμετάσχει αὐτοπροσώπως στὴ Δ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συγκλήθηκε τὸ 451 στὴ Χαλκηδόνα. Στὸ πρῶτο τμῆμα τῆς Συνόδου, στὶς 8 ᾿Οκτωβρίου 451, ὑπογράφει ὡς τοποτηρη­τής του ὁ ἐπίσκοπος ῾Ηρακλείας Κυντίλλος: “Κυν­τίλλου ἐπί­σκοπου ῾Ηρακλείας ἐπέχοντος τὸν τόπον τοῦ ἁγιω­τάτου ἐπι­σκόπου Θεσσαλονικέων ᾿Αναστασίου”. Στὸ τρίτο τμῆμα τῆς Συνόδου (13 ᾿Οκτωβρίου) τὸν ἐπίσκοπο Θεσσα­λονίκης ἀντι­προσωπεύει ὁ πρεσβύτερος ᾿Ανδρέας· ἐκτὸς αὐτοῦ ὅμως εἶ­ναι ἀξιοπρόσεκτο, ὅτι ὡς ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης πλέον δὲ μνημονεύεται ὁ ᾿Αναστάσιος, ἀλλὰ ὁ Εὐξίθεος (ἢ Εὐδό­ξιος), ὁ ὁποῖος διαδέχθηκε τὸν ᾿Αναστάσιο, προφανῶς μετὰ τὸ θά­νατό του. Εἰκάζεται ὅτι ὁ θάνατος τοῦ ᾿Ανα­στα­σίου εἶχε ἐπέλθει ἤδη περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου τοῦ 451.

Πιθανὸν ὁ πρεσβύτερος ᾿Ανδρέας, ποὺ ἐκπροσώπησε τὸν Εὐξίθεο στὶς συνεδρίες τῆς Δ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, νὰ ταυ­τίζεται μὲ τὸν μετέπειτα ἐπίσκοπο ᾿Ανδρέα ποὺ διαδέχθηκε τὸν Εὐξίθεο στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης.



ΕΥΞΙΘΕΟΣ ἢ ΕΥΔΟΞΙΟΣ,

ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (2ο ἥμισυ 5ου αἰ.)

[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Δ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Πέμ Οκτ 27, 2011 3:24 pm
από paulina
24 ᾿Ιουλίου


ΣΥΜΕΩΝ ὁ ΝΕΟΦΑΝΗΣ, ὅσιος (11/12ος αἰ.)


῾Ο νεοφανὴς ὅσιος Συμεὼν ὁ Θεσσαλονικεύς, καθίστα­ται γνωστὸς μόνο ἀπὸ τὴν ἕως πρόσφατα ἄγνωστη ἔντυπη ᾿Ακολουθία του, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1777 στὴ Βενετία ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο τῶν Γλυκήδων.

Τὸ Συναξάριό του, ποὺ ἐμπεριέχεται στὴν ᾿Ακολουθία, συνιστᾆ “παράδοξη ἁγιολογικὴ περίπτωση, σπάνια μέν, ἀλλ᾿ ὄχι ἄγνωστη στὴ λαϊκὴ εὐσέβεια”. Πηγὴ τοῦ Συναξαρίου εἶ­ναι τὸ μὴ σωζόμενο κείμενο (“ἰδιόχειρος δέλτος”) ποὺ συν­έ­γραψε ἕνας Κερκυραῖος ἱερομόναχος ὀνόματι Δανιήλ, στὸν ὁποῖο διηγήθηκε, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου του, τὰ σχε­τικὰ μὲ τὸν βίο τοῦ ὁσίου Συμεὼν ὁ νεομάρτυς ᾿Αναστάσιος ὁ ἐκ Παραμυθίας († 18.7.1750), προστάτης ἅγιος τοῦ Δανιήλ.

᾿Αφορμὴ γιὰ τὴ σύντομη σκιαγράφηση τοῦ βίου τοῦ ὁ­σί­ου Συμεὼν ἀπὸ τὸ νεομάρτυρα ᾿Αναστάσιο ὑπῆρξε ἡ δυσ­αρέσκεια τοῦ ἱερομονάχου Δανιὴλ κατὰ τοῦ Θεσσαλονι­κέως ἐπιτρόπου τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὴ Βε­νετία, Νι­κολάου Κανέλη, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀπεκάλυψε ὁ νεο­μάρτυς ᾿Αναστάσιος, ἦταν συγγενὴς τοῦ ὁσίου Συμεών, ποὺ εἶχε με­γάλη παρρησία πρὸς τὸ Θεό, πρέσβευε γιὰ τοὺς συγγενεῖς του καὶ παροργιζόταν μὲ τὸν γογγυσμὸ τοῦ Δα­νιὴλ κατὰ τοῦ συγγενοῦς του.

Σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση τοῦ νεομάρτυρος, ὁ ὅσιος Συ­μεὼν εἶχε γεννηθεῖ στὴ Θεσσαλονίκη τὸ 1042, κατὰ τὸ ἔτος τῆς βασιλείας τῆς αὐτοκράτειρας Ζωῆς (μαζὶ μὲ τὴν ἀ­δελφή της Θεοδώρα), ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. ῾Ο ἐνάρετος βίος του ὁ­δή­γησε τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος δὲν κατ­ονομάζεται, στὴ χειροτονία τοῦ Συμεών. ῾Ωστόσο, ἡ φι­λέρη­μη φύση τοῦ Συμεὼν τὸν ὤθησε στὴν ἀπόφαση νὰ ἐγ­κατα­λείψει τὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ μεταβεῖ στὴν ᾿Αλεξάν­δρεια, ἀπ᾿ ὅπου ἀναχώρησε γιὰ τὴ γνωστὴ μοναστικὴ περιοχὴ τῆς ῎Ανω Θηβαΐδος στὴν Αἴγυπτο, ὅπου ἐγκαταβίωσε σὲ σπή­λαιο, ζῶντας μὲ αὐστηρὴ ἄσκηση ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, τὸ ὁποῖο, ὅπως καταγράφεται στὸ Συναξάριό του, ἐπῆλ­θε στὶς 24 ᾿Ιουλίου, ἄγνωστο ποιοῦ ἔτους, ἀλλὰ ἀσφαλῶς σὲ μεγάλη ἡλικία, ἀφοῦ ὁ ῞Οσιος ἀποκαλεῖται ἐπανειλημμένα “γέρων”. Στὸ Συναξάριο ὑπογραμμίζεται καὶ ἡ ἀφθαρσία τοῦ λειψά­νου τοῦ ὁσίου Συμεών, τὸ ὁποῖο ἐτάφη στὸν τόπο τῆς ἀ­σκήσεώς του.

῾Η δυσπιστία τοῦ ἱερομονάχου Δανιὴλ γιὰ τὸ ὄνειρο αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατ᾿ ἐπανάληψη ἐμφάνιση τοῦ ἴδιου τοῦ ὁσίου Συμεὼν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου του, μὲ τὴ διαρκῆ προτροπὴ νὰ γνωστοποιήσει τὸ ὅραμα στὸ Ν. Κανέλη καὶ νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν κατασκευὴ εἰκόνων, τὴ σύν­ταξη ᾿Ακο­λουθίας καὶ τὴν ἐν γένει λειτουργικὴ τιμή του.

Γνώστης αὐτῶν τῶν συμβάντων κατέστη καὶ ὁ δρα­στήριος ἀρχιεπίσκοπος Σινᾆ καὶ Ραϊθοῦ Κύριλλος ὁ Κρής, ὁ ὁποῖος συνδεόταν φιλικὰ μὲ τὸν εὐσεβῆ ἐπίτροπο καὶ συγ­γε­νῆ τοῦ ὁσίου Συμεών. ῾Ο Κύριλλος συνέβαλε οὐσιαστικὰ στὴν κα­θ­ιέρωση τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τοῦ νεοφανοῦς ῾Ο­­­σί­ου: παρέστη κατὰ τὴν ὑποδοχὴ τῆς εἰκόνος τοῦ ὁσίου Συ­μεὼν ποὺ ἀπέστειλε ἀπὸ τὴν Κέρκυρα ὁ ἱερομόναχος Δα­νιὴλ καὶ ἡ ὁποία κατέφθασε στὴ Βενετία μὲ θαυματουργικὸ τρό­πο -διασώθηκε ἀπὸ ναυάγιο-, συνέθεσε τὴν ᾿Ακολουθία τοῦ ὁ­σί­ου Συμεὼν ἐπιλέγοντας τροπάρια ἀπὸ τὶς ᾿Ακολουθί­ες ἄλλων ἁγίων καὶ προσαρμόζοντάς τα στὸ πρόσωπο τοῦ τι­μωμένου ῾Αγίου, ἐνῶ συνέταξε καὶ τὸ Συναξάριο τῆς ᾿Ακο­λουθίας, βα­σιζόμενο στὸ ἰδιόχειρο κείμενο ποὺ εἶχε συντάξει ὁ ἱερο­μό­ναχος Δανιήλ, στὶς διηγήσεις τοῦ Νικολάου Κανέλη καὶ στὶς ἐνέργειες ποὺ κατέβαλε ὁ ἴδιος γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς ἑορ­τῆς τοῦ ὁσίου Συμεών.

Στὸ πίσω μέρος τοῦ ἐσωφύλλου τῆς ᾿Ακολουθίας ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1777 μὲ δαπάνη τοῦ συγγενοῦς τοῦ ὁσίου Συ­μεών, Νικολάου Κανέλη, εἰκονίζεται ὁλόσωμος ὁ τιμώμενος ῞Οσιος· πρόκειται πιθανὸν γιὰ πιστὸ ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας ποὺ κατασκευάστηκε στὴν Κέρκυρα καὶ στάλθηκε στὴ Βενε­τία, γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς ὁποίας καθὼς καὶ γιὰ τὴν θαυ­ματουργὸ μετάβασή της γίνεται ἐκτενὴς λόγος στὸ Συναξά­ριο τοῦ ῾Οσίου.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Πέμ Οκτ 27, 2011 3:25 pm
από paulina
25 ᾿Ιουλίου

ΗΛΙΑΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (6ος αἰ.)

[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Ε¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]



῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Ηλίας διεδραμάτισε ἐν­εργὸ ρόλο στὰ ἐκκλησιαστικὰ δρώμενα ποὺ προηγήθηκαν τῆς Ε¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Στὶς 6 ᾿Ιανουαρίου τοῦ 553 συνυπογράφει μὲ τοὺς ᾿Απο­­λινάριο ᾿Αλεξανδρείας καὶ Δομνῖνο ᾿Αντιοχείας τὴν ἐπι­στολὴ ποὺ ἀπέστειλε ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Εὐ­τύχιος, ὁ ὁποῖος κινήθηκε δραστήρια καὶ ἀνέλαβε τὴν πρωτο­βουλία γιὰ τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου, πρὸς τὸν πάπα Βιγί­λιο. Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ἐκφραζόταν ἡ ἐπιτακτικὴ ἀνά­γκη γιὰ διατή­ρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος καὶ παρε­τίθετο ὁμολογία πίστεως στὶς τέσσερις Οἰκουμενικὲς Συνό­δους ποὺ εἶχαν προ­ηγηθεῖ καὶ στὶς παπικὲς ἐπιστολές.

Γιὰ ἄγνωστους λόγους ὁ ᾿Ηλίας ἀπουσίαζε ἀπὸ τὶς ἐρ­γασίες τῆς Ε¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ συνῆλθε τὸ ἴδιο ἔ­τος (5 Μαΐου - 2 ᾿Ιουνίου 553)· γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ἐκπρο­σωπήθηκε ἀπὸ τὸν τιτουλάριό του ἐπίσκοπο ῾Ηρακλείας τῆς Μα­κεδονίας Βενίγνο, ὁ ὁποῖος ὑπογράφει στὰ σωζόμε­να σὲ λατινικὴ μετάφραση πρακτικὰ τῆς Συνόδου ὡς "Be­nignus misericordia Dei episcopus Heracleotanae civitatis, quae est primae Macedoniae, agens vicem Elia sanctissi­mi archi­epi­scopi Thessalonicensium civitatis, tam pro illo etiam pro me". ᾿Αξιοσημείωτο εἶναι πὼς στοὺς ἐπισκοπικοὺς καταλό­γους ὁ τοποτηρητὴς τοῦ ἀπουσιάζοντος ἀρχιεπισκό­που Θεσ­σαλονίκης ᾿Ηλία, κατέχει τὴν 7η θέση, ἀμέσως μετὰ τοὺς πα­τριάρχες.

Τέλος, τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Ηλία, ὡς συμμε­τασχόντος στὴν Ε¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀναγράφεται στὸ ἔργο τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανοῦ Α¢, Περὶ τῶν ἁγίων συνόδων: “καὶ σύνοδος ἐνταῦθα συνεκρο­τεῖτο τῶν ρξε¢ ἁγίων πατέρων, ὄντος ἐν αὐτῇ Εὐτυχίου τοῦ τῆς πόλε­ως ἡμῶν προέδρου, ᾿Απολλιναρίου τοῦ ᾿Αλεξαν­δρείας,... ᾿Ηλία τε τοῦ Θεσσαλονίκης καὶ ἑτέρων πλείστων”. ᾿Εὰν δὲν πρό­κειται γιὰ ἱστορικὴ παρερμηνεία, ἀποσκοπεῖ στὸν τονισμὸ τοῦ πρωτεύοντος ρόλου τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσ­σαλονίκης ᾿Ηλία στὶς προπαρασκευαστικὲς ἐνέργειες γιὰ τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Πέμ Οκτ 27, 2011 3:31 pm
από paulina
25 Ιουλίου

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΑΛΛΙΔΗΣ (1844 -1925)

Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης

΄Οσιος



Ο ΒΙΟΣ

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος (ὁ Καλλίδης) γεννήθηκε στὶς 24 Ἰανουαρίου τοῦ 1844 ἀπὸ εὐλαβεῖς γονεῖς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὴν Εὐφροσύνη, στὸ Κούμβαο τῆς ἐπαρχίας Ἡρακλείας, τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης. Ἀπὸ μικρὸς ἔδειξε κλίση πρὸς τὴν ἱερωσύνη καὶ ἔτσι προσλήφθηκε στὴν ὑπηρεσία τοῦ Μητροπολίτου Σηλυβρίας καὶ μετὰ Σεῤῥῶν Μελετίου Θεοφιλίδη τοῦ Θεσσαλονικέως, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔλαβε τὸν πρῶτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης στὶς 26 Φεβρουαρίου τοῦ 1862. Μαθήτευσε μὲ ἐπιμέλεια στὰ λαμπρὰ ἐκπαιδευτήρια τῶν Σεῤῥῶν, μὲ Διευθυντὴ τὸν Ἰ. Πανταζίδη, τὸν μετέπειτα καθηγητὴ Πανεπιστημίου καὶ ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του στὴ Ῥιζάρειο Σχολὴ καὶ στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.

Στὴν Ἀθήνα ὁ Μητροπολίτης Θεόφιλος Βλαχοπαπαδόπουλος (1862-1873) τὸν προεχείρισε σὲ Ἀρχιδιάκονό του, ἐκτιμώντας τὴν προσωπικότητα καὶ τὰ σπάνια προσόντα του. Ἔτσι ἔλαβε μέρος στὴ δοξολογία γιὰ τὴν ἄφιξη τῆς νύμφης τότε βασίλισσας Ὄλγας καὶ ἀργότερα στὴ βάπτιση τοῦ διαδόχου Κωνσταντίνου.

Κατὰ τὸ ἔτος 1873 βρίσκουμε τὸν Γρηγόριο Σχολάρχη στὴ Ῥαιδεστὸ, τὸ 1874 πρωτοσύγκελλο τοῦ Μητροπολίτου Ἡρακλείας Παναρέτου καὶ ἱεροκήρυκα, μέχρι νὰ λάβει τὸν τρίτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης, ὀνομαζόμενος ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ στὶς 24 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1875. Ὡς βοηθὸς ἐπίσκοπος τοῦ Μητροπολίτου Ἡρακλείας, μὲ πολλὴ σύνεση, μαζὶ μὲ τοὺς προκρίτους, διαφύλαξε τὴν πόλη τῆς Ῥαιδεστοῦ ἀπὸ τὴν ἐπιδρομὴ 45 χιλιάδων Κιρκασίων κατὰ τὸν Ῥωσσοτουρκικὸ πόλεμο, μέχρι νὰ ὑποδεχθεῖ τοὺς Ῥώσσους.

Στούς χρόνους τῆς βουλγαρικῆς ἐξαρχείας, ἀπεστάλη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο στὴν Ἀνδριανούπολη ὡς ἔξαρχος, μετά τις ἐκεῖ βιαιότητες κατὰ τοῦ Μητροπολίτου Διονυσίου τοῦ Ε΄, τοῦ μετέπειτα Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου (1887-1891) γιὰ νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσει μιὰ καὶ αὐτὸς θὰ ἀπουσίαζε νοσηλευόμενος στὴν Κωνσταντινούπολη.

Μετὰ ἀπὸ τρίμηνη παραμονὴ στὴν Ἀνδριανούπολη ,ἐξελέγη στὶς 12 Μαῒου τοῦ 1879 Μητροπολίτης Τραπεζοῦντος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωακεὶμ τὸ Γ΄ τὸν μεγαλοπρεπῆ κατὰ τήν πρώτη πατριαρχεία του.

Τὴν ἐπαρχία τῆς Τραπεζοῦντος ὁ Γρηγόριος Καλλίδης ἐποίμανε γιὰ πέντε χρόνια καὶ ἀναδείχθηκε ἄξιος διάδοχος τῶν ἀειμνήστων προκατόχων του, ποὺ λάμπρυναν τὸν μητροπολιτικὸ αὐτὸ θρόνο τῶν Κομνηνῶν καί τῆς Τραπεζοῦντος. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεως του ἐπιμελήθηκε τοῦ ἔργου τῆς περιφρουρήσεως τοῦ ποιμνίου του ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῶν περιοίκων μεταναστῶν Τούρκων.

Ὁμοίως μερίμνησε καὶ περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς βαριᾶς φορολογία τῶν χριστιανῶν. Ἀποκατέστησε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ὁμόνοια μεταξὺ τοῦ ποιμνίου του καὶ ἀνασυνέταξε τοὺς κοινοτικοὺς κανονισμοὺς τῆς ὀρθόδοξης κοινότητας τῶν Ῥωμηῶν. Μὲ τὴν βοήθεια τῶν μεγάλων εὐεργετῶν Θεοφυλάκτου καὶ Φωκίωνος Κιούση, δημιούργησε προσοδοφόρα κτήματα ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῶν ὁποίων νὰ καλύπτεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν σχολείων. Γι᾿ αὐτὴ μάλιστα τὴν ἐνέργειά του τὸν συνεχάρη τὸ Πατριαρχεῖο μὲ προσωπικὴ ἐπιστολὴ στὶς 13 Ἰουνίου 1880.

Ἐπὶ τῆς ἀρχιερατείας του στὴν Τραπεζοῦντα τὸ 1879, ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἀπέσπασε τὶς ἐξαρχίες τῶν τριῶν Σταυροπηγιακῶν Μονῶν Σουμελᾶ, Βαζελῶνος καὶ Περιστερεώτα, τὶς ὑπήγαγε στὴν ἄμεση διοίκηση τῆς μητροπόλεως Τραπεζοῦντος, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς καλύτερης συγκροτήσεως καὶ προκοπῆς τῶν Χριστιανῶν.

Εἰς τὸν Τραπεζοῦντος Γρηγόριον Καλλίδην ἀνετέθη ἀπὸ τὴ Μεγάλη Ἐκκλησία μὲ συνοδικὸ γράμμα στὶς 22 Ὁκτωβρίου 1879 ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωακεὶμ Γ΄ καὶ τὸ καθῆκον τῆς ἐποπτείας τῶν τριῶν αὐτῶν Σταυροπηγιακῶν Μονῶν, ὁπότε καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωση νὰ τὶς ἐπισκέπτεται σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα. Ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον ὅμως τοῦ 1886, ἡ ἐποπτεία τῶν χριστιανῶν τῆς περιοχῆς περιῆλθε καὶ πάλι στὴν Ἱερὰ Μονὴ Σουμελᾶ.

Τὸν Τραπεζοῦντος Γρηγόριο Καλλίδη, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη στὸ θρόνο τῆς ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, διαδέχθηκε στὶς 29.12.1884 ὁ ἀπὸ Φιλιππουπόλεως μετατεθεὶς Γρηγόριος ὁ Γ΄ ὁ Λέσβιος.

Ἡ ἐνθρόνιση τοῦ Μητροπολίτου Γρηγορίου στὴ Θεσσαλονίκη ἔγινε στὶς 20 Μαρτίου τοῦ 1885 μέσα σὲ κλίμα ἐνθουσιασμοῦ.
Κατά τὴν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Γρηγορίου Καλλίδη, βρισκόταν σὲ κορύφωση τὸ κοινοτικὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλονίκης, μὲ ἔντονες διενέξεις ποὺ εἶχαν νὰ κάνουν μὲ τὴν ἐκλογὴ τῶν τοπικῶν ἀρχόντων τῆς πόλης . Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἄρχισαν νὰ ἀποδυναμώνονται οἱ εὔποροι συντεχνίτες ποὺ διεκδικοῦσαν μιὰ ἀδιαφιλονίκητη ἐκλογὴ στὴ δημογεροντία καὶ τὴν ἀντιπροσωπεία τῆς κοινότητας. Τὰ ἰσχυρὰ μέλη τῶν κοινοτικῶν ὀργάνων τῆς περιοχῆς, ἦταν ἔμποροι, κτηματίες, δικηγόροι καὶ γιατροί. Οἱ ἡγέτες τοῦ συντεχνιακοῦ κόσμου ζητοῦσαν ἐπίμονα νὰ ἀλλάξουν τοὺς ὄρους τοῦ ἐκλογικοῦ παιχνιδιοῦ, ποὺ πιὰ δὲν τοὺς εὐνοοῦσε. Ξέσπασαν ἔτσι οἱ γνωστὲς διαμάχες τῆς δεκαετίας τοῦ 1880 ποὺ κατέληξαν στὴ μετάθεση τοῦ Μητροπολίτου Γρηγορίου Καλλίδου. Ὡστόσο οἱ κοινοτικὲς διενέξεις ποὺ εἶχαν ξεκινήσει πολὺ πρὶν τὴν περίοδο της ἀρχιερατείας τοῦ Γρηγορίου, ἀλλὰ διήρκησαν καὶ ἀρκετὰ μετά, ἔγιναν αἰτία νὰ μετατεθοῦν ἀκόμη δύο Μητροπολίτες, ὁ Καλλίνικος Φωτιάδης (1878-1883) καὶ ὁ Ἀθανάσιος Μεγακλῆς (1893-1900).

Οἱ Στ. Ἰωαννίδης, Δ. Βλάτσης καὶ Κ. Σφήκας ἦταν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν συντεχνιῶν ,τῶν ἀσθενεστέρων πλέον τάξεων τῆς πόλης, ποὺ ὑποστήριξε ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συκοφαντηθεῖ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ νὰ κυκλοφορήσει τὸ 1888 ἀπὸ τὶς ἀντίπαλες μερίδες, ῥυπαρογραφικός ἀνώνυμος λίβελος ἀνόσιας κατηγορίας κατά τοῦ Μητρ. Γρηγορίου, λίγο πρὶν τὴν δίκη ποὺ θὰ γινόταν στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ διαλευκάνει τὴν ὑπόθεση.

Στὶς 29 Ἀπριλίου τοῦ 1889 τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀθώωσε πανηγυρικὰ τὸν ἀνεξίκακο Μητροπολίτη Γρηγόριο. Οἱ κατήγοροὶ του δὲν προσῆλθαν καθόλου στὴ δίκη. Οἱ ἐκπρόσωποι κατήγοροι του ἦταν οἱ Θ. Γεωργιάδης, Γ. Γράβαρης, Τ. Παπαγεωργίου. Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι, ὁ Ἀλφρέδος Ἄμποττ, γόνος παλιᾶς καὶ πλούσιας οἰκογένειας, ὅπως καὶ ὁ Σταῦρος Χατζηλαζάρου,εἶχαν ταχθεῖ μαζί μέ τόν Μητροπολίτη τους ὑπὲρ τῆς φτωχῆς μερίδας τῶν συντεχνιῶν.

Μετὰ τὴν ἀθώωσή του ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος δικαιωμένος παραμένει στὴν Κωνσταντινούπολη, μὴ θέλοντας νὰ ἐπιστρέψει στὴ Θεσσαλονίκη καὶ παραιτούμενος θέτει τὸν ἑαυτό του στὴ διάθεση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὁπότε καὶ ἐκλέγεται Μητροπολίτης Ἰωαννίνων στὶς 28 Σεπτεμβρίου τοῦ 1889.

Ὡς Μητροπολίτης Ἰωαννίνων κλήθηκε ἀριστίνδην συνοδικὸ μέλος καὶ ἔρχεται πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1892. Στὴ θέση του ἀφήνει τὸν πρωτοσύγκελλό του Πανάρετο, ποὺ στὴ συνέχεια ἐκλέγεται διαδοχικά, ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ καὶ χωρεπίσκοπος Ταταούλων.

Στὴ Βασιλεύουσα Πόλη ὁ Γρηγόριος διετέλεσε πρόεδρος τῆς διευθύνουσας ἐπιτροπῆς τοῦ πατριαρχικοῦ τυπογραφείου, πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς διαχείρισης τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων καὶ μέλος τῆς Ἐφορίας τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς. Ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτη ὑπῆρξε ἡ δράση του ὡς προέδρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου τῶν Πατριαρχείων. Στὰ Ἰωάννινα ἐπέστρεψε καὶ πάλι τὸν Μάιο τοῦ 1894.

Κατὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1897 μαζὶ μὲ τοὺς γενικοὺς προξένους προφύλαξε τὴν πόλη τῶν Ἰωαννίνων ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὁπότε καὶ τιμήθηκε παρὰ τοῦ Ἀντιβασιλεύοντος Διαδόχου Κωνσταντίνου μὲ τὸ παράσημο τῶν Ἀνωτέρων Ταξιαρχῶν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, λαμβάνοντας συγχρόνως ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Ῥωσσίας τὸν μεγαλόσταυρο τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τοῦ Μαυροβουνίου τὸν μεγαλόσταυρο Δανιήλου. Ἄς σημειωθεῖ ἐδῶ καὶ ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας τοῦ Ἱεράρχου καὶ ἀπὸ τὴν Τουρκικὴ πλευρὰ ἐνωρίτερα, ὅταν τιμήθηκε ἀπὸ τὸν Σουλτάνο τὸ Νοέμβριο τοῦ 1885, μὲ τὸ ἐπίσημο παράσημο Ὀσμανιὲ Β΄ τάξεως. Διετέλεσε συνοδικὸς ἐπὶ τῶν Πατριαρχῶν Νεοφύτου τοῦ Η΄, Κωνσταντίνου Ε΄ καὶ Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄ καὶ ἔγινε πρόεδρος τοῦ Ἐθνικοῦ Συμβουλίου, ὁπότε καὶ ἔλαβε τὸν σερβικὸ μεγαλόσταυρο τοῦ Ἁγίου Σάββα.

Στὶς 22 Μαῒου τοῦ ἔτους 1902 ὁ Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γ΄, προεβίβασε τὸν Γρηγόριο στὴ γεροντικὴ Μητρόπολη Ἡρακλείας καὶ Ῥαιδεστοῦ, στὴ θέση τοῦ Ἱερωνύμου γιὰ νὰ ἐκλεγεῖ στὰ Ἰωάννινα ὁ Νικαίας Σωφρόνιος. Οἱ ἄλλοι συνυποψήφιοι γιὰ τὴν Μητρόπολη Ἡρακλείας ἦταν ὁ Ἀμασείας Ἄνθιμος καὶ ὁ Βεῤῥοίας Κωνσταντῖνος. Ὁ πρώην Ἡρακλείας Ἱερώνυμος κατεστάθη καὶ πάλιν Μητροπολίτης Νικαίας.

Στὴ διοίκηση τῆς ἐπαρχίας του, ἐκτὸς τῶν περιοχῶν Ῥαιδεστοῦ καὶ Χαριουπόλεως διώρισε ἐπισκόπους, τὸν ἐπίσκοπο Ναζιανζοῦ Γερμανό στὰ τμήματα Ἡρακλείας καὶ Τυρολόης καὶ τὸν ἐπίσκοπο Χαριουπόλεως Φιλόθεο στὰ τμήματα Κεσσάνης, Μαλγάρων καὶ Μακρᾶς Γέφυρας.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἡρακλείας ποὺ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν πρωτόκλητο Ἀπόστολο Ἀνδρέα, ὑπῆρξε ἡ πρωτεύουσα Μητρόπολη στὴ Θράκη καὶ σ᾿ αὐτὴν ὑπαγόταν καὶ ἡ ἐπισκοπὴ Βυζαντίου, ἡ μετέπειτα Κωνσταντινούπολη.Στήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας το 451, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀνυψώθηκε σε Νέα Ρώμη. Ὁ Μητροπολίτης Ἡρακλείας ὅμως διατηροῦσε τό δικαίωμα, να ἐγχειρίζει στὸν ἑκάστοτε Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη τὴν πατριαρχικὴ ράβδο.

Στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στὴν Μητρόπολη Ἡρακλείας ἀνεκόμισε καὶ παρέδωσε σὲ Οὐγγρικὴ ἀντιπροσωπεία, τὰ ὁστὰ τοῦ πρίγκιπα τῆς Τρανσυλβανίας Φραγκίσκου τοῦ Β΄, τοῦ Ῥακότση καὶ ἄλλων Οὔγγρων ἐξορίστων ,κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΗ΄ αἰώνος μετὰ τὴν εἰρήνη τοῦ Κάρλοβιτς, ποὺ ἦταν θαμμένα στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας τῆς Ῥευματοκράτειρας. Τότε τιμήθηκε ἀπὸ τὴν Αὐστριακὴ Κυβέρνηση μὲ τὸν μεγαλόσταυρο τοῦ Φραγκίσκου Ἰωσήφ.

Στὴν πενταετία 1902-1907 ,ὁ Μητροπολίτης Ἡρακλείας Γρηγόριος μὲ τὴν βοήθεια Ἑλλήνων διπλωματῶν, κατάφερε νὰ προφυλάξει τὴν ἐπαρχία του ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς Οὐνίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα εἶχε κάνει τὴν ἐμφάνισή της στὴν περιοχὴ, ὅπως κι ἀπ᾿ τὴν δράση τῶν Βουλγάρων ἐξαρχικῶν.

Στὴ Ῥαιδεστὸ κατέθεσε τὸν θεμέλιο λίθο τοῦ κτιρίου τοῦ Θρακικοῦ Φιλεκπαιδευτικοῦ Συλλόγου τὸ 1873, τοῦ κεντρικοῦ παρθεναγωγείου «τὰ Θεοδωρίδεια», τοῦ κεντρικοῦ Ἀῤῥεναγωγείου «Γεωργιάδειον», τοῦ Νηπιαγωγείου Κουρνάλειος «Γεωργιάδειον» καὶ τῆς μεγάλης ἀποθήκης στὴν ἀποβάθρα τῆς πόλης.

Ἀγόρασε καὶ ἐπισκεύασε τὴν οἰκία Γιάγκου καὶ τὴ δώρησε ὡς Μητροπολιτικὸ μέγαρο στὴν κοινότητα Ῥαιδεστοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ δίνει ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης στὸ σχολικὸ ταμεῖο 35 χρυσὲς λίρες κάθε χρόνο. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἑλληνικὴ κοινότητα τῆς Ῥαιδεστοῦ εἶχε ἀναγράψει τὸ ὄνομά του στὸν ἐπίσημο κώδικά της καὶ τὸν ἀνακήρυξε Μεγάλο Εὐεργέτη της.
Ἐπίσης ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος κατέθεσε χρήματα στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα, πρὸς συντήρηση τοῦ δασκάλου τῆς πατρίδας του Κουμβάου, ἡ ὁποία ὀνόμασε τὴ δημοτικὴ σχολὴ της «Καλλίδειον». Στὴ Ῥαιδεστὸ μετὰ ἀπό πολυώδυνο καί μαρτυρικὸ βίο, εἶδε ἀπελαυνομένους τοὺς περισσότερους χριστιανοὺς τῆς Θράκης.

Συνεργάστηκε μὲ τοὺς ὁμογενεῖς Ἀρμένιους, Τούρκους καί Ἰουδαίους γιὰ νὰ μὴ δεινοπαθήσει ἡ Ῥαιδεστὸς καὶ ἀξιώθηκε νὰ ὑποδεχθεῖ στὶς 7 Ἰουλίου τοῦ 1920 τὸν Ἐλευθερωτὴ Ἑλληνικὸ Στρατὸ τῆς μεραρχίας τῆς Σμύρνης καὶ τὴν ἑπόμενη μέρα τὸν νεαρὸ βασιλιᾶ Ἀλέξανδρο. Διετέλεσε πρῶτο μέλος τῆς θρακικῆς ἐπιτροπῆς Ὀρθοδόξων, Μουσουλμάνων, Ἀρμενίων καὶ Ἰουδαίων, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὴν εὐγνωμοσύνη της στὸν βασιλιὰ Ἀλέξανδρο καὶ στὴν Κυβέρνηση Βενιζέλου καὶ ἔλαβε μέρος στὸν ἑορτασμὸ τῶν Ἐθνικῶν Ἐπινικείων.

Μετέβη γιὰ δεύτερη φορὰ στὴν Ἀθήνα μετὰ τὸν θάνατο τοῦ βασιλιὰ Ἀλέξανδρου μὲ τοὺς πνευματικοὺς Ἀρχηγοὺς καὶ Ἀντιπροσώπους τῶν κοινοτήτων τῆς Θράκης, γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ βασιλιὰ Κωνσταντίνου. Περιῆλθε τὴ Θεσσαλία καὶ τήν Μακεδονία παροτρύνοντας καὶ ἐνθαῤῥύνοντας τὴν ἐπάνοδο τῶν ἐκεῖ προσφύγων Θρακῶν στὶς πατρίδες τους, σὲ συνεννόηση μὲ τὸν ὑπουργὸ περιθάλψεως. Πῆρε μέρος στὴ Σύνοδο Ἱεραρχῶν Παλαιῶν καὶ Νέων Χωρῶν τὸ 1921 στὴν ὁποία προήδρευσε ἔχοντας τὰ πρεσβεῖα, ἔναντι ὅλων τῶν Συνέδρων.

Τέλος, παρὰ τὴν προχωρημένη ἡλικία του, συνέχισε ἐργαζόμενος ἀκούραστα στὴ θρακικὴ ἔπαλξη γιὰ τὴν πνευματικὴ κατάρτιση τοῦ ποιμνίου του συναπολαμβάνοντας μέ αὐτὸ τὴ δωρηθεῖσα ἐλευθερία τῆς Θράκης.

Τὶς δόξες ὅμως αὐτὲς καὶ τὶς τιμὲς, ἦλθε νὰ ἀφανίσει ἡ μαύρη συμφορά, ὁ χαλασμὸς τοῦ 1922 ποὺ ξερίζωσε τὸν προαιώνιον ἑλληνισμὸν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης ἀπ᾿ τὶς πατρογονικὲς ἑστίες. Ἔτσι ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος μὲ τὴν προσφυγικὴ ῥάβδο σὰν ἄλλος Μωϋσῆς, μεγαλόψυχος παρήγορος τοῦ ἐκτοπιζομένου ποιμνίου του, τοὺς ὁδήγησε μὲ ἀσφάλεια στὴν Ἑλλάδα.

Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ πέρασε στὴ Θεσσαλονίκη σχολάζων χωρὶς νὰ θελήσει νὰ ἀναλάβει νέα Μητρόπολη.
Στὶς 12 Ἀπριλίου (Κυριακὴ τῶν Βαῒων) τοῦ 1925 ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Ἀλεξιάδης καὶ ἡ κοινότητα τῆς Θεσσαλονίκης τίμησαν τὸν Μητροπολίτην Γρηγόριο μὲ ἀφορμὴ τὴν συμπλήρωση πενήντα ἐτῶν θεοφιλοῦς καὶ ἐθνωφελοῦς ἀρχιερατείας. Μετὰ ἀπὸ πανηγυρικὴ Θεία Λειτουργία ἀκολούθησε αὐτὴ ἡ σεμνὴ τελετὴ στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ παρουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντίνου, Μητροπολιτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐκπροσώπων τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους στρατιωτικῶν καὶ τοπικῶν ἀρχόντων.

Τὸ περιοδικὸ «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς» ἀφιέρωσε τὸν θ΄ τόμο του (1925) στὸν Μητροπολίτη Γρηγόριο Καλλίδη μὲ ἀφορμὴ τὴ συμπλήρωση τοῦ Ἰωβηλαίου τῆς ἀρχιερατείας του.

Ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος Ἀρχιεπίσκοπος Ἡρακλείας καὶ Ῥαιδεστοῦ, μετὰ ἀπὸ σύντομη ἀσθένεια, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ τὰ μεσάνυχτα τῆς Πέμπτης 23 Ἰουλίου τοῦ 1925. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του ἔγινε μὲ περισσὴ μεγαλοπρέπεια ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, τὸν Καμπανίας Διόδωρο, τὸν Ἀπολλωνιάδος Ἰωακεὶμ καὶ τὸν Κασσανδρείας Εἰρηναῖο στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης. Παρέστησαν ἐπίσης οἱ Μητροπολίτες Σεῤῥῶν Κωνσταντῖνος καὶ Σιδηροκάστρου Νεόφυτος, ὁ Ἀρμένιος ἐπίσκοπος, ἐκπρόσωπος τῆς Ἀρχιῤῥαβινείας, πλῆθος ἐπισήμων καὶ ὁ πιστὸς τοῦ Θεοῦ λαός. Ἡ σορός του μὲ πομπή, κατέληξε στὸ νεκροταφεῖο τῆς Εὐαγγελιστρίας ὅπου κηδεύτηκε δημοσίᾳ δαπάνῃ.

Στὶς 20 Ὀκτωβρίου 1979 ὁ Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων ὁ Β΄, ἔκανε τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων του τὰ ὁποῖα βρέθηκαν νὰ εὐωδιάζουν καὶ νὰ ἐπιτελοῦν ἀπὸ τότε πλῆθος θαυμάτων.

Μετὰ ἀπὸ ἐνέργειες τοῦ Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυροῦ Παντελεήμονος τοῦ Β΄, στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἔγινε μὲ πατριαρχικὴ καὶ συνοδικὴ πράξη στὶς 22 Μαῒου 2003, ἡ ἐπίσημη κατάταξη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου στὸ ἁγιολόγιο τῆς κατὰ Ἀνατολὰς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὁρίστηκε ἡμέρα μνήμης του ἡ 25 Ἰουλίου (ἡμέρα κοιμήσεώς του) καὶ ἡ 20η Ὀκτωβρίου (ἐπέτειος τῆς ἀνακομιδῆς του) ὡς δεύτερη ἑορτή του.

Τὴν Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη, ἐκόμισε ὁ ἴδιος ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος ὁ Α΄ μέ πατριαρχική συνοδεία, ὁ ὁποῖος προέστη καὶ στὴν ἀκολουθία – δοξολογία τῆς κατατάξεως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου στὸ ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, στὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὶς 29 Μαῒου 2003.

Αντωνίου Ι. Πατρικίου


Παρεκκλήσι του Αγίου Γρηγορίου βρίσκεται παραπλεύρως στον Ιερό Ναό Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου Θεσσαλονίκης.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Πέμ Οκτ 27, 2011 3:33 pm
από paulina
28 ᾿Ιουλίου


ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ὁ ἐκ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ,

νεομάρτυς († 28.7.1777)



῾Ο Χριστόδουλος ἀνήκει σὲ ἐκείνη τὴν ὁμάδα τῶν νεο­μαρτύρων οἱ ὁποῖοι ὁδηγήθηκαν στὸ μαρτύριο ἑκουσίως.

Τὸ Μαρτύριο τοῦ Χριστοδούλου περιλαμβάνεται στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτη. ῾Ο συντάκτης του δὲν μᾆς παρέχει ἐπαρκεῖς πληροφορίες περὶ τοῦ βίου τοῦ νεομάρτυρος· ἀρκεῖται μόνο στὰ ἐντελῶς ἀπα­ραίτητα στοιχεῖα, ἐνῶ ἀναφέρεται ἰδιαίτερα στὸ γεγονὸς ποὺ στάθηκε ἀφορμὴ γιὰ τὴ σύλληψη καὶ τὴ θανάτωσή του.

῾Ο Χριστόδουλος καταγόταν ἀπὸ κάποιο μικρὸ χωριὸ τῆς Κασσάνδρας ὀνομαζόμενο Βάλτα. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἐγ­κατέλειψε τὴν πατρίδα του καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ Θεσσα­λονίκη, ὅπου ἔμαθε τὴν τέχνη τοῦ ράπτη. ᾿Αφορμὴ γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ μαρτύριο στάθηκε τὸ ἑξῆς περιστατικό: Κά­ποιος Βούλγαρος χριστιανὸς σκόπευε νὰ ἀλλαξοπιστήσει. ῞Οταν, ὅμως, ὁ Χριστόδουλος πληροφορήθηκε τὴν πρόθεσή του, προσπάθησε ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή, παρ᾿ ὅλο ποὺ γνώριζε πὼς μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔθετε σὲ κίνδυνο τὴ ζωή του, νὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τὴν ἐξωμοσία καὶ τὴν τελι­κὴ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του.

᾿Αφοῦ λοιπὸν προετοι­μάστη­κε μὲ τὴν ἐξομολόγηση, πῆ­ρε ἀπὸ τὸ νεωκόρο τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου ἕνα σταυ­ρὸ ποὺ τὸν εἶχε ἀγοράσει ἀπὸ τὴ Χίο καὶ τοῦ τὸν εἶχε ἐμπι­στευθεῖ, καὶ πῆγε στὸ καφε­νεῖο ὅπου θὰ γινόταν ἡ ὁμο­λογία καὶ ἡ περιτομὴ τοῦ Βούλ­γαρου χριστιανοῦ. Τὸν πλη­σίασε λοιπὸν καὶ προσπάθησε δεί­χνοντάς του τὸν σταυρὸ καὶ παραινώντας τον νὰ τονώσει τὸ φρόνημά του καὶ νὰ τὸν ἀπο­­τρέψει ἀπὸ τὴν ἐξωμοσία. ῾Η πράξη του αὐτὴ ὅμως δὲν ἐπέ­φερε κανένα ἀπο­τέλεσμα, ἀφοῦ ὁ Βούλγαρος τὸν ἀγνόησε παντελῶς, ἐνῶ οἱ Τοῦρκοι ποὺ τὸν περιτριγύριζαν, ἐξοργί­στηκαν τόσο πολὺ ἐναντίον του, ὥστε τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγη­σαν στὸ δι­καστήριο, ὅπου μὲ παρρησία καὶ τόλμη ὁ Χριστό­δουλος ὁμο­λόγησε τὴν πί­στη του στὸ Χριστό. Παρ᾿ ὅλες τὶς προτρο­πὲς τοῦ δικαστῆ ὁ Χριστόδουλος παρέμεινε ἀνυποχώρητος, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπο­φασίστηκε ἡ θανάτωσή του. Στὶς 28 ᾿Ιου­λίου τοῦ ἔτους 1777 ἀπαγχονίστηκε μπροστὰ στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Μηνᾆ, στὴ Θεσ­σαλονίκη. Τὸ λείψανό του παρέ­­μεινε πρὸς ὀνειδισμὸ ἐπὶ δύο ἡμέρες στὴν ἀγχόνη, φέροντας ἐπάνω του τὸ σταυρὸ ποὺ εἶχε πάρει μαζί του ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου. Μετὰ τὴν παρέλευση τῶν δύο ἡμε­ρῶν, τὸ λεί­ψανο τοῦ νεομάρ­τυ­ρος παραδόθηκε στοὺς χριστια­νούς, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐξαγό­ρα­σαν ἀντὶ ἑξακοσίων γροσί­ων καὶ τὸ ἐκή­δευσαν. ᾿Αναφέρεται μάλιστα στὸ Μαρτύριό του ὅτι πολλοὶ ἔλαβαν πρὸς ἁγιασμὸ τεμάχια ἀπὸ τὸ πουκάμισο τοῦ ῾Αγίου καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ σχοινὶ ποὺ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὸν ἀπ­αγχονισμό του.

῾Η μνήμη τοῦ νεομάρτυρος Χριστοδούλου τιμᾆται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς τελειώσεώς του, στὶς 28 ᾿Ιουλίου. Τὴν ἡμερο­μηνία αὐτὴ ἀναγράφουν τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον, ὅπου εἶναι καταχω­ρημένο καὶ τὸ Μαρτύριό του, ὁ Συναξαριστὴς τοῦ ὁσίου Νικοδή­μου τοῦ ῾Αγιορείτου, ὁ Χρυσ. Παπαδόπουλος, ὁ Βίκτ. Ματ­θαῖος καὶ ὁ Otto Meinardus. ᾿Εξαίρεση ἀποτε­λοῦν ὁ Σωφρ. Εὐστρατιάδης καὶ τὸ Μ. Εὐχολόγιο, ὅπου ἡ μνήμη τοῦ νεο­μάρτυρος ἀναγράφεται στὶς 27 τοῦ ἰδίου μη­νός.

Μιὰ ἀπεικόνιση τοῦ νεομάρτυρος Χριστοδούλου ὑπάρ­χει στὸ σπίτι τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ φουστανελλᾆ στὰ ᾿Ιω­άννινα, ὅπου παριστάνεται ἔνθρονη ἡ Παναγία πλαισιω­μένη ἀπὸ τὸν ἅγιο Γεώργιο καὶ τὸν Χριστόδουλο, ὁ ὁποῖος φο­ράει σκοῦφο καὶ σαλβάρια μὲ ριχτὸ μανδύα, ἐνῶ στὸ ἕνα χέρι κρατάει κλαδὶ φοίνικα καὶ μὲ τὸ ἄλλο ὑψώνει τὸ σταυ­ρό. ῾Η συναπεικόνιση τῶν δύο ῾Αγίων μπορεῖ νὰ ἑρμηνευ­θεῖ εὔκολα ἂν λάβει κανεὶς ὑπόψη του τὸν τρόπο μαρτυρίου τους ποὺ ἦταν παρόμοιος.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Πέμ Οκτ 27, 2011 3:35 pm
από paulina
30 ᾿Ιουλίου


ΣÍΛΑΣ ἢ ΣΙΛÁΣ ἢ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ,

᾿Απόστολος καὶ συνεργάτης τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου



Τὸ ὄνομα Σιλουανὸς εἶναι λατινικὴ ἀπόδοση τοῦ ἀρα­μαϊκοῦ Sche'iah, ποὺ σημαίνει “ἀπεσταλμένος”. Οἱ ῾Εβραῖοι μπο­­ροῦσαν νὰ παίρνουν ἕνα ὁμόηχο ρωμαϊκὸ ὄνομα, ἰδιαί­τερα ἂν ἦταν ρωμαῖοι πολῖτες. Μὲ τὸ ἴδιο κριτήριο διάλε­γαν ἕνα περίπου ὁμόηχο ἑλληνικὸ ὄνομα (πρβλ. Σαούλ-Σαῦ­λος). Τὸ ὄνομα Σίλας καὶ ἐπὶ τὸ δοκιμότερον Σιλᾆς εἶναι κατὰ μία ἄποψη συντετμημένη μορφὴ τοῦ ὀνόματος Σιλουα­νός. ῞Οπως ὅμως ὑποστηρίζει ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Β. Στογιάννος (Α¢ ᾿Επιστολὴ Πέτρου, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 455-457) φαίνεται ὅτι τὸ Σίλας εἶναι ὄχι σύντμηση τοῦ λα­τινικοῦ, ἀλλὰ ἑλληνικὴ ἀπόδοση τοῦ ἀραμαϊκοῦ Sche'iah.

Στὴν Κ.Δ. συναντῶνται συχνὰ καὶ τὰ δύο ὀνόματα Σίλας καὶ Σιλουανός. Προφανῶς πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Μὲ τὸ ὄνομα Σίλας (ἢ Σιλᾆς) ἀναφέ­ρεται στὶς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων (15, 22· 32· 40· 16, 19· 25-30· 17, 4-10. 14) καὶ παρουσιάζεται ὡς μέλος ἐπίσημο τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων καὶ πολὺ γνωστὸς τοῦ Πέ­τρου πρὶν προσκολληθεῖ στὸν ᾿Απόστολο Παῦλο. Μὲ τὸ ὄ­νο­μα Σιλουανὸς παρουσιάζεται σὲ ἐπιστολὲς τῶν ᾿Αποστό­λων Παύλου καὶ Πέτρου. (Α¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Κορ. 1, 19 καὶ Α¢ Πέτρ. 5, 12) καὶ ἀναφέρεται ὡς συναποστολέας τῶν ἐπιστολῶν πρὸς Θεσσαλονικεῖς καὶ ὡς ὑπογραφέας τῆς Α¢ Πέτρου.

῾Ο Σίλας-Σιλουανὸς ἦταν ἀπὸ τὰ διακεκριμένα γιὰ τὸ ἦθος τους ἡγετικὰ στελέχη τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιερο­σολύμων γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀνεδείχθη μεταξὺ τῶν ὀλίγων ἐκλε­κτῶν, τοὺς ὁποίους ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων ἀνεγνώ­ριζε καὶ ἐκτιμοῦσε. ῾Η ἀναγνώριση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀποστολικῆς Συνόδου (49-50 μ.Χ.), τόσο οἱ ἀπόστολοι μὲ τοὺς πρεσβυτέρους, ὅσο καὶ ὁλόκληρη ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων, ἀπεφάσι­σαν νὰ ἐκλέξουν μεταξὺ τῶν χριστιανῶν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι θὰ συνόδευαν τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο καὶ τὸ Βαρνάβα στὴν ᾿Αν­τιό­χεια γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν καὶ νὰ ἑρμηνεύσουν καὶ οἱ ἴδι­οι τὶς ἀποφάσεις ποὺ εἶχαν ληφθεῖ στὴν ἀποστολικὴ Σύ­νο­δο, τὶς ὁποῖες θὰ ἐπέδιδαν γραπτῶς στὴν τοπικὴ ᾿Εκκλη­σία. Φαίνεται ἐδῶ ἡ εὐαισθησία τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσο­λύμων νὰ μὴν ὑπάρξει κανένας κίνδυνος ἐνδεχομένης παρα­νοήσεως τῶν ἀποφάσεων τῆς ἀποστολικῆς Συνόδου ἀπὸ τοὺς ᾿Ιου­δαί­ους χριστιανοὺς τῆς ᾿Αντιοχείας. Γιὰ τὸν σκο­πὸ αὐτὸ λοιπὸν ἐξέλεξαν τὸν ᾿Ιούδα, τὸν ἐπονομαζόμενο Βαρσαββὰ καὶ τὸν Σίλα, ἄνδρες ποὺ κατεῖχαν ἐξέχουσα καὶ ἡγετικὴ θέση μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν. Παρ᾿ ὅτι ὁ Σίλας ἦταν ἡγετικὴ προσωπικό­τη­τα καὶ κατεῖχε σημαντικὴ θέση στὴν ᾿Εκκλησία, ἐν τούτοις δὲν ἀναφέρεται εἰδικὰ τὸ εἶδος τῆς ἡ­γετικῆς αὐτῆς θέσεώς του. ῾Οπωσδήποτε ἀνῆκε στὴν τάξη τῶν προφητῶν τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας τῶν ῾Ιεροσολύμων, ἀφοῦ, ὅπως ἀναφέρεται στὴ συν­έχεια τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων, “᾿Ιούδας τε καὶ Σιλᾆς, καὶ αὐτοὶ προφῆται ὄντες, διὰ λόγου πολλοῦ παρεκάλεσαν τοὺς ἀδελ­φοὺς καὶ ἐπεστήριξαν” (Πρ. 15, 32).

῾Η μαρτυρία αὐτὴ συνδέει τὴν τάξη τῶν προφητῶν τῶν ῾Ιεροσολύμων μὲ τὴν ἀντίστοιχη τάξη τῆς ᾿Αντιοχείας, τῆς ὁποίας μέλη ἦταν οἱ ᾿Απόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας.

῾Ο Σίλας εἶχε συνδεθεῖ ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς ἰδιαίτερα μάλιστα μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπέλεξε ἀντὶ τοῦ Μάρκου ὡς συνοδό του στὴ δευτέρα ἀποστολικὴ περι­ο­δεία: “Παῦλος δὲ ἐπελεξάμενος Σιλᾆν” (Πρ. 15, 40). ῎Εκτοτε ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πιὸ στενοὺς συνεργάτες του (ὅπως καὶ τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου) στὸ ἱεραποστολικὸ ἔρ­γο τους. Σὲ ὅλον αὐτὸ τὸ χρόνο ποὺ συνόδευε τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο συμμε­ρίσθηκε τὶς δοκιμασίες, τὰ παθή­ματα καὶ τὶς θλίψεις του· στοὺς Φιλίππους ὑπέστησαν μαζὶ ραβδισμοὺς καὶ φυλάκιση.

῾Ως γνωστὸ στοὺς Φιλίππους ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ἐθε­ράπευσε μία παιδίσκη ποὺ εἶχε πνεῦμα πύθωνα καὶ ὅταν οἱ προστάτες της, ποὺ τὴν ἐκμεταλλεύονταν, ἔχασαν τὰ ἔσο­δα τῆς ἐργασίας τους συνέλαβαν τοὺς ᾿Αποστόλους Παῦλο καὶ Σί­λα καὶ τοὺς παρέδωσαν στοὺς στρατηγοὺς τῆς πόλε­ως. ᾿Εκεῖνοι διέταξαν νὰ τοὺς ραβδίσουν καὶ πληγωμένους τοὺς ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Μάλιστα ὁ δεσμοφύλακας “ἔβα­λε αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον” (Πρ. 16, 24). Καὶ ἐνῶ κατὰ τὸ με­σονύκτιο οἱ ᾿Από­στολοι προσεύχονταν καὶ ὑμνοῦσαν τὸ Θεὸ καὶ οἱ ἄλλοι φυ­λακισμένοι τοὺς ἄκουγαν ἔκπληκτοι, ξαφνικὰ ἰσχυρὸς σει­σμὸς ἔγινε μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀνοίξουν οἱ θῦρες καὶ νὰ λυ­θοῦν τὰ δεσμά τους. Βλέποντας αὐτὰ ὁ δεσμοφύλακας καὶ νομίζοντας ὅτι τοῦ διέφυγαν οἱ φυλακι­σμένοι ἔσυρε τὸ μα­χαίρι γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει. ᾿Αλλ᾿ ὁ ᾿Από­στολος Παῦλος τὸν ἀπέτρεψε ἀπὸ τὸ διάβημά του καὶ ὁ δε­σμοφύλακας τοὺς πῆ­ρε στὸ σπίτι του, τοὺς περιποιήθηκε τὰ τραύματά τους, ἄ­κου­σε τὸ λόγο τους καὶ πίστεψε αὐτὸς καὶ ὅλη ἡ οἰκογέ­νειά του (Πρ. 16, 30-35).

Κατόπιν οἱ στρατηγοὶ ἔστειλαν τοὺς ραβδούχους νὰ εἰποῦν στοὺς ᾿Αποστόλους νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Φιλίππων, ἀλλ᾿ ἐκεῖνοι διεμαρτυρήθηκαν γιατὶ τοὺς ἔ­δειραν ἐνῶ ἦταν ρωμαῖοι πολῖτες· τοῦτο προκάλεσε ἀνησυ­χία καὶ φόβο στοὺς στρατηγοὺς καὶ ἔτσι ἀναγκάσθηκαν νὰ πᾆνε οἱ ἴδιοι καὶ νὰ παρακαλέσουν τοὺς ᾿Αποστόλους νὰ φύ­γουν (Πρ. 16, 35-40). Τελικὰ οἱ ᾿Απόστολοι, ἀφοῦ ἐπι­σκέ­φθηκαν τὴν πρώτη εὐρωπαία χριστιανή, τὴ Λυδία, ἡ ὁποία εἶχε πιστεύσει στὸ κήρυγμά τους, στοὺς Φιλίππους, ἀνεχώ­ρησαν ἀπὸ τοὺς Φιλίππους καὶ διερχόμενοι ἀπὸ τὴν ᾿Αμφί­πολη καὶ ᾿Απολλωνία ἔφθασαν στὴ Θεσσαλονίκη (Πρ. 16, 40-17, 1).

Στοὺς Φιλίππους ἵδρυσαν τὴν πρώτη ᾿Εκκλησία σὲ εὐ­ρωπαϊκὸ ἔδαφος, ἡ ὁποία ἦταν μία ἀπὸ τὶς περισσότερο ἀ­γαπημένες χριστιανικὲς κοινότητες καὶ πρὸς τὴν ὁποία ἔδει­ξαν ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ στοργικὸ ἐνδιαφέρον· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἔδειξε ἐπίσης τὴν ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσή της πρὸς τοὺς ᾿Απο­στόλους Παῦλον καὶ Σίλαν.

Καὶ μάλιστα, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει στὴν ἐπι­στολὴ ποὺ ἀπηύθυνε πρὸς τὴν ᾿Εκκκλησία αὐτή ὁ ᾿Από­στο­λος Παῦλος, ἡ ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων συχνὰ τὸν ἐβοή­θη­σε καὶ οἰκονομικά.

῾Η ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων ἦταν μία ἀπὸ τὶς ᾿Εκκλη­σίες μὲ τὶς ὁποῖες ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος διατηροῦσε συνεχῆ ἐπικοινωνία εἴτε μὲ ἀπεσταλμένους του εἴτε μὲ ἐπιστολές του εἴτε καὶ μὲ αὐτοπρόσωπες ἐπισκέψεις του κατὰ διάφορα χρο­νικὰ διαστήματα. Καί, ὅπως εἶναι γνωστό, τὴν ἐπισκέφθηκε τουλάχιστον ἄλλες τέσσερες φορές.

῾Η ἵδρυση τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας ἐπὶ εὐρωπαϊκοῦ ἐδά­φους, τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Φιλίππων, ἀπετέλεσε τὴν ἀπαρχὴ ἱδρύσεως χριστιανικῶν ᾿Εκκλησιῶν στὴ Μακεδονία καὶ στὴ λοιπὴ νότια ῾Ελλάδα, τὶς ὁποῖες ἀποτελοῦσαν κυρίως χρι­στιανοὶ ἐξ ἐθνῶν.

Πάντως ἡ ἐπίσκεψη τῶν ᾿Αποστόλων Παύλου καὶ Σί­λα στοὺς Φιλίππους καὶ τὸ κήρυγμά τους ἐκεῖ εἶχε ὁπωσδή­ποτε καλὰ ἀποτελέσματα, ἀφοῦ προσείλκυσαν πολλοὺς χρι­στιανοὺς καὶ αὐτὸ ἀπετέλεσε σημαντικότατο γεγονὸς γιὰ τὴν παραπέρα πορεία τους σὲ ἄλλες περιοχές.

Γι᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μεγάλη συμβολὴ τοῦ ᾿Αποστόλου Σίλα, ἰδιαίτερα, στὴν ἐπιτυχία τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελί­ου στοὺς Φιλιππησίους καὶ στὴν ἐν γένει δραστηριότητά του καὶ εἰδικὰ στὴν ἵδρυση τῆς ἀποστολικῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Φι­λίππων ὁ ᾿Απόστολος Σίλας συνδέεται μὲ τὴν ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων, ἀναγνωρίζεται ὡς συνιδρυτὴς τῆς ᾿Εκκλησίας αὐτῆς καὶ τιμᾆται ὡς κατ᾿ ἐξοχὴν ἰδικός της ᾿Απόστολος. Χαρα­κτηριστικὴ ἀπόδειξη τῶν ἰδιαίτερων δεσμῶν του μὲ τὴν το­πικὴ ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων εἶναι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ ἡ ἵδρυση πρὸς τιμήν του καὶ ἐπ᾿ ὀνόματί του τῆς ὁμώνυμης ῾Ιερᾆς Μονῆς τοῦ ᾿Αποστόλου Σίλα καὶ οἱ ξεχωριστὲς ἑορ­ταστικὲς ἐκδηλώσεις ποὺ γίνονται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορ­τῆς του.

Τοὺς ᾿Αποστόλους Παῦλο καὶ Σίλα δὲν ἀποθάρρυ­ναν οὔτε οἱ διωγμοὶ καὶ οἱ κακοποιήσεις, ἀλλ᾿ οὔτε οἱ μα­στι­γώ­σεις καὶ οἱ φυλακίσεις ποὺ ὑπέστησαν στοὺς Φιλίπ­πους στά­θηκαν ἱκανὰ νὰ κάμψουν τὸ φρόνημά τους. ᾿Αντί­θετα μάλι­στα χαλύβδωσαν τὴ θέλησή τους καὶ ἐνίσχυσαν τὴν ἀπόφασή τους. Χαρακτηριστικὰ εἶναι τὰ ὅσα γράφει σχετικὰ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος στὴν Α¢ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή του: “ἀλλὰ προ­παθόντες καὶ ὑβρισθέντες ἐν Φιλίπ­ποις ἐπαρρησιασάμεθα, λα­λῆσαι πρὸς ὑμᾆς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ” (Α¢ Θεσ. 2, 2).

῎Ετσι ἡ ἀντίδραση ποὺ συνάντησαν στοὺς Φιλίππους τοὺς ἔδωσε περισσότερο θάρρος νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ στοὺς Θεσσαλονικεῖς, στὴ Συναγωγὴ τῶν ὁποίων ἐκήρυξαν τουλάχιστον ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες μὲ βάση πάντοτε τὰ κείμενα τῆς Βίβλου. Τὸ κήρυγμά τους ποὺ ἦταν Χριστο­κεν­τρι­­κό, περιελάμβανε πρῶτα τὴν ἀπόδειξη τῶν προφητει­ῶν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας καὶ δεύτερο, ὅτι αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἔπρεπε νὰ πάθει καὶ νὰ ἀναστηθεῖ, σύμ­φωνα πάντοτε μὲ τὰ ὅσα εἶχαν προφητευθεῖ. Καὶ ἔπρεπε μὲν νὰ πάθει ὁ Χριστὸς γιατὶ ἀλλιῶς ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐπι­τευχθεῖ ἡ ἀπολύτρωσή μας· ἔπρεπε δὲ ἐπίσης νὰ ἀναστηθεῖ γιατὶ ἀλλιῶς ἡ ἀπολύτρωσή μας δὲν θὰ ἐτελειοῦτο, ἐφ᾿ ὅσον ὁ θάνατος δὲν θὰ κατελύετο. ῏Ηταν, ἀσφαλῶς, ἀπαραίτητο νὰ περιλαμβάνει τὸ κήρυγμά τους τὰ παραπάνω, νὰ εἶναι δηλαδὴ Χριστοκεντρικὸ γιὰ νὰ διορθώσει τὶς ὅποιες πε­πλα­νημένες καὶ μονομερεῖς ἰδέες εἶχαν σχηματίσει οἱ ᾿Ιου­δαῖοι γιὰ τὸν Μεσσία ἀπὸ τὶς διάφορες ἑρμηνεῖες τῶν προ­φητειῶν.

Τὸ κήρυγμά τους στὴ Θεσσαλονίκη εἶχε ὡς ἀποτέλε­σμα μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους ἀκροατές τους ὄχι μόνο νὰ πεισθοῦν στοὺς λόγους τους, νὰ συνδεθοῦν ὡς φίλοι καὶ σύντροφοι τῶν ᾿Αποστόλων, ἀλλὰ καὶ νὰ πιστεύσουν στὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ καὶ ἔτσι νὰ δοθοῦν σ᾿ αὐτοὺς γιὰ νὰ καθο­δη­γοῦνται πνευματικὰ καὶ νὰ ταυτίσουν μαζί τους τὴν ἐλπίδα τους καὶ τὶς προσδοκίες τοῦ μέλλοντός τους (Πρ. 17, 4).

Δὲν ἦταν ὅμως μόνο ἕνας ἀριθμὸς ᾿Ιουδαίων ποὺ πί­στευσαν στὸ κήρυγμα τῶν ᾿Αποστόλων Παύλου, Σίλα καὶ Τι­μοθέου, ἀλλὰ καὶ πολὺ πλῆθος ἀπὸ τοὺς προσηλύτους ῞Ελ­ληνες, ποὺ σέβονταν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὶς γυ­ναῖκες τῆς ἀνωτέρας τάξεως ὄχι ὀλίγες (Πρ. 17, 5).

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴ μεγάλη ἀπήχηση καὶ ἐπιτυχία ποὺ εἶχε τὸ κήρυγμά τους σὲ ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις καὶ αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸν μεγάλο ἀριθμὸ ἐ­κείνων, ἰδίως τῶν εἰδωλολατρῶν, ποὺ ἀσπάσθηκαν τὸ Εὐ­αγ­γέλιο τοῦ Χριστοῦ στὴ Θεσσαλονίκη (Α¢ Θεσ. 1, 9-10).

Γι᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μεγάλη συμβολὴ τοῦ ᾿Αποστό­λου Σίλα στὴν ἐπιτυχία τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς Θεσσαλονικεῖς καὶ στὴν ἐν γένει δραστηριότητά του στὴ Θεσ­σαλονίκη καὶ εἰδικὰ στὴν ἵδρυση τῆς ἀποστολικῆς ᾿Εκκλη­σίας τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ᾿Απόστολος Σίλας τιμᾆται καὶ ἀνα­γνωρίζεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ ᾿Εκκλησία τῆς Θεσ­σα­λονί­κης.

῞Ομως ἡ ἐπιτυχία τοῦ κηρύγματος στὴ Θεσσαλονίκη προ­κάλεσε τὴν ἀντίδραση τῶν ᾿Ιουδαίων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ φθό­νο ἐξεγέρθηκαν ἐναντίον τῶν ᾿Αποστόλων καὶ, χρησιμο­ποι­ώντας “ἀγοραίους ἄνδρες”, τοὺς ἐξανάγκασαν νὰ ἐγκατα­λεί­ψουν τὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ καταφύγουν στὴ Βέροια (Πρ. 17, 5-10).

Οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῆς Βεροίας ἦταν εὐγενέστεροι ἀπὸ τοὺς Θεσσαλονικεῖς (Πρ. 17, 11) καὶ καθ᾿ ὅλο τὸ χρονικὸ διάστη­μα τῆς ἐκεῖ παραμονῆς τους οἱ ᾿Απόστολοι Παῦλος, Σίλας καὶ Τιμόθεος ἐκήρυξαν τὸ Εὐαγγέλιο, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν ἔρευνα καὶ ἀνάλυση τῶν Γραφῶν. ᾿Αποτέλεσμα αὐτῶν τῶν ἐξετάσεων τῶν Γραφῶν καὶ τῶν γενομένων συζητήσεων ἦταν νὰ πιστεύσουν πολλοὶ ᾿Ιουδαῖοι καὶ ὄχι ὀλίγοι ἀπὸ τοὺς ἄν­δρες καὶ γυναῖκες τῆς ἀνωτέρας τάξεως (Πρ. 17, 12), μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ὁ Σώπατρος Βε­ροιαῖ­ος (Πρ. 20, 4).

Μόλις ὅμως πληροφορήθηκαν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῆς Θεσσα­λονίκης ὅτι οἱ ἐκδιωχθέντες ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ᾿Απόστο­λοι ἐκήρυτταν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ στὴ Βέροια, κατέφθασαν ἐκεῖ καὶ προκάλεσαν ταραχές, ἐξήγειραν τὸν ὄχλο καὶ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ ἐναντίον τους (Πρ. 17, 13) καὶ ἐξανάγκα­σαν τοὺς Βεροιεῖς νὰ ἐξαποστείλουν τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο πρὸς τὴ θάλασσα καὶ νὰ τὸν φυγαδεύσουν, ἐνῶ παρέμειναν στὴ Βέροια ὁ Σίλας μὲ τὸν Τιμόθεο (Πρ. 17, 14).

῎Ετσι βλέπομε ὅτι, ὅσο οἱ ἐχθροὶ τοῦ Εὐαγγελίου προ­σ­παθοῦσαν νὰ προβάλουν ἐμπόδια καὶ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ᾿Αποστόλους νὰ διαδόσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐκδιώ­κοντάς τους ἀπὸ πόλη σὲ πόλη, τόσο συντελοῦσαν καὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὶς μετακινήσεις τῶν ᾿Αποστόλων στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγ­γε­λίου στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.

῾Ο Σίλας (μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεο) πολὺ σύντομα ἔφυγε ἀπὸ τὴ Βέροια καὶ ἀκολούθησε τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, τὸν ὁποῖο συνάντησε στὴν Κόρινθο (Πρ. 17, 15. 18, 5) ὅπου τοῦ ἔφερε εὐχάριστες εἰδήσεις γιὰ τὶς ᾿Εκκλησίες τῆς Μακε­δονίας.

Στὴν Κόρινθο ὁ Σίλας παρέμεινε κοντὰ στὸν ᾿Απόστο­λο Παῦλο (μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεο), τὸν συμπαραστάθηκε καὶ τὸν βοήθησε πολὺ στὸ ἔργο, ποὺ ἤδη εἶχε ἀρχί­σει ἐκεῖ, νὰ ἀναπτυχθεῖ ἀκόμη περισσότερο (Β¢ Κορ. 1, 19 “δι᾿ ἐμοῦ καὶ Σι­λουανοῦ καὶ Τιμοθέου”). ᾿Απὸ τὴν Κόρινθο ἔγραψαν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο τὶς πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστο­λὲς (Α¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Θεσ. 1, 1).

῾Ο ᾿Απόστολος Σίλας ἦταν τὸ μόνο πρόσωπο, τὸ ὁποῖο ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος μποροῦσε νὰ ἀποκαλεῖ, ἰδιαίτερα ἐνώ­πιον τῶν Κορινθίων, “ὁ ἀδελφός μας” (Β¢ Κορ. 8, 22. 12). Καὶ αὐτὸ γιατὶ τὸν ἐγνώρισε ὡς ἰσότιμο ἀδελφὸ ἐν Χριστῷ καὶ τὸν ἔζησε ὡς πολὺ δικό του ἄνθρωπο, ἐνῶ παράλληλα ἦταν καὶ πολὺ ἀγαπητὸς στοὺς Κορινθίους, ὡς δικός τους ἀδελφός, καὶ, ἀκόμη, δοκιμασμένος καὶ ἄξιος ἐρ­γάτης στὸ ἔργο τῆς λογίας εἰδικὰ μεταξὺ τῶν Κορινθίων.

Οἱ πληροφορίες τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων γιὰ τὸν Σίλα σταματοῦν στὸ τέλος τῆς Β¢ ἀποστολικῆς περιο­δείας τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου (Πρ. 18, 5) μὲ τελευταῖες εἰ­δήσεις γι᾿ αὐτὸν στὴ Β¢ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ (Β¢ Κορ. 1, 19). ῎Ισως δὲ ἡ τελευταία πληροφορία γιὰ τὸ Σίλα-Σι­λουανὸ εἶναι τὸ χωρίο τῆς Α¢ ἐπιστολῆς Πέτρου (5, 12), ποὺ τὸν ἐμφανί­ζει ὡς συνεργάτη τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου (5, 12 “Διὰ Σιλου­ανοῦ ὑμῖν τοῦ πιστοῦ ἀδελφοῦ, ὡς λογίζομαι, δι᾿ ὀλίγων ἔγρα­ψα παρακαλῶν καὶ ἐπιμαρτυρῶν ταύτην εἶναι ἀληθῆ χάριν τοῦ Θεοῦ εἰς ἣν στῆτε”).

῾Ο Σίλας-Σιλουανός, ὡς συνεργάτης καὶ σύντροφος τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, στὸν ὁποῖο εἶχε ἐμπιστευθεῖ ὁ μέ­γας ᾿Απόστολος τὴν εὐθύνη τῶν ᾿Εκκλησιῶν τῆς Μ. ᾿Ασίας, ὅταν διεπίστωσε τὸν κίνδυνο τὸν ὁποῖο διέτρεχαν οἱ ᾿Εκ­κλησίες αὐτὲς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη διαφόρων αἱρετικῶν, Νικο­λαϊτῶν κ.λπ. κατέφυγε στὸν ᾿Απόστολο Πέτρο, στὸν ὁποῖο, ὅπως ἤδη ἀνα­φέρθηκε, ἦταν ἤδη γνωστός, πρὶν προσκολλη­θεῖ στὸν ᾿Από­στολο Παῦλο καὶ καθὼς ἦταν ἐπίσημο μέλος τῆς ᾿Εκκλη­σί­ας τῶν ῾Ιεροσολύμων. ῾Ο ᾿Απόστολος Πέτρος, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ζήτησε βοήθεια, τὸν ἐφοδίασε μὲ σχετικὴ ἐ­πιστολή, τὴν Α¢ Πέτρου, στὴν συγγραφὴ τῆς ὁποίας συμμε­τέσχε ὁ Σίλας-Σι­λουανός, καὶ τὸν ἀπέστειλε στὶς ᾿Εκκλησίες τῶν περιοχῶν τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς Καππαδοκίας, τῆς δυτικῆς Μ. ᾿Α­σίας καὶ τῆς Βιθυνίας· μὲ αὐτὴν τοὺς στέλνει τοὺς χαιρετι­σμούς του ἀπὸ τὴν “ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτήν” ᾿Εκκλη­σίαν καὶ ἀπὸ τὸν γνωστό τους Μᾆρκον (Α¢ Πέτρ. 5, 12-13). Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ χαρακτηρίζει τὸν Σιλουανὸ “πιστὸν ἀ­δελφόν”.

Κατὰ μία μαρτυρία, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ ἀρχαία παράδοση καὶ μνημονεύεται σὲ πανάρχαιο χειρόγραφο τῆς ῾Ιεροσολυμιτικῆς Βιβλιοθήκης (ἀρ. 423), ἀναφέρεται ἡ δρά­ση τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστόλων μεταξὺ τῶν ὁποίων μνη­μονεύεται καὶ ὁ ᾿Απόστολος Σίλας στὴ 15η σειρά. Μάλιστα, εἰδικὰ γιὰ τὸν Σίλα, ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου ἀπὸ τὴν Κόρινθο, ὁ Σίλας παρέ­μεινε ἐκεῖ ὡς ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Κορίνθου, ὅπου καὶ εἶ­χε εἰρηνικὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

Κατὰ μία ἄλλη ὅμως ἐκδοχὴ καὶ εὐσεβῆ παράδοση τῆς ᾿Εκ­κλησίας (῾Ωρολόγια, Συναξάρια) ὁ ᾿Απόστολος Σίλας πα­ρου­σιάζεται ὡς διαφορετικὸ πρόσωπο τοῦ Σιλουανοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνήκει καὶ αὐτὸς στὸν κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστόλων. Τὴν ἐκ­δοχὴ αὐτὴ ἀκολουθοῦν στὴ συνέχεια διαδοχικὰ καὶ οἱ νεώ­τερες ἐκδόσεις Συναξαρίων, οἱ ὁποῖες ἐμφανίζουν ἀμφοτέ­­ρους ὡς ἀνήκοντας στὸν κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστό­λων. ᾿Αλλὰ τὸν μὲν Σίλα ὅτι “συνεμόχθησε μετὰ τοῦ ᾿Απο­στόλου Παύλου” καὶ “μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ χρόνου γενό­μενος ᾿Επίσκοπος Κορίνθου, τὰς πρὸς Κορινθίους δύο ᾿Επι­στολὰς τοῦ Παύλου καὶ τοὺς ἐν Κορίνθῳ κατοικοῦντας προ­ήγαγεν ἐπὶ τὰ βελτίῳ· ἀφοῦ δὲ πολὺ ἐκοπίασε καὶ ἐστή­ριξεν ὅλους εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν, ἀπῆλθε πρὸς Κύρι­ον”. Τὸν δὲ Σιλουανὸ ὅτι “ἔγινε ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, καὶ ὑπέμει­νε πολλοὺς καὶ ἀλλεπαλλήλους κινδύνους διὰ τὸν Χριστια­νι­σμόν, ἐπειδὴ οἱ Θεσσαλονικεῖς ἦσαν ἐπιτήδειοι εἰς τὰς δια­στροφὰς καὶ τὰ σοφίσματα τῶν λόγων· καλῶς λοιπὸν καὶ αὐτὸς ἀγωνισάμενος, ἀπῆλθε πρὸς τὸν ποθούμε­νον Κύ­ριον”.

Αὐτὴ ἡ διάκριση δύο διαφορετικῶν προσώπων τοῦ Σί­λα καὶ Σιλουανοῦ δὲν βρῆκε εὐρύτερη ἀπήχηση καὶ δὲν ἔγι­νε καθολικὰ ἀποδεκτή.

῾Η ᾿Εκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου ᾿Αποστό­λου Σίλα τὴν 30ὴ ᾿Ιουλίου.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:06 pm
από paulina
3 καὶ 29 Αὐγούστου, 5 ᾿Απριλίου


ΘΕΟΔΩΡΑ ἡ ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣ,

ὁσία (812-29.8.892)



῾Η ὁσία Θεοδώρα ἀνήκει στὴν ὁμάδα τῶν ἁγίων τῆς εἰκονομαχικῆς περιόδου καὶ ἐπιπλέον ἀποτελεῖ τὴ δεύτερη μυροβλύτιδα ἁγία τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τὸν πολιοῦχο τῆς πόλεως, μεγαλομάρτυρα Δημήτριο· ἔχει μάλιστα ὑποστηρι­χθεῖ ὅτι ἡ μυροβλυσία τοῦ λειψάνου της μαρτυρεῖται πρὶν ἀπὸ τὴ μυροβλυσία τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ

῾Η ὁσία Θεοδώρα γεννήθηκε τὸ 812 στὴν Αἴγινα ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν ᾿Αντώνιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερέας, καὶ τὴ Χρυσάνθη. ῾Ωστόσο, ἡ μητέρα της πέθανε κατὰ τὸν τοκετό, ἀφήνοντας τὴ Θεοδώρα ὀρφανή. ῾Ο ᾿Αντώνιος, μετὰ τὸν αἰφνίδιο θάνατο τῆς συζύγου του, ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθή­σει ἐρημητικὸ βίο· γι᾿ αὐτὸ ἐμπιστεύθηκε τὴ Θεοδώρα σὲ μία εὐσεβῆ συγγενῆ του, ἡ ὁποία κατέστη καὶ ἀνάδοχός της, δίνοντάς της τὸ ὄνομα ᾿Αγάπη.

Τὸ σωματικὸ κάλλος τῆς μικρῆς ᾿Αγάπης ὁδήγησε πολλοὺς ἐπιφανεῖς κατοίκους τῆς Αἴγινας νὰ τὴ ζητοῦν σὲ γάμο, παρενοχλώντας διαρκῶς τὸν πατέρα της. Τελικά, ὁ ᾿Αντώνιος τὴν μνήστευσε σὲ ἡλικία μόλις ἑπτὰ ἐτῶν, ἡλικία ποὺ σύμφωνα μὲ τὴ βυζαντινὴ νομοθεσία θεωροῦνταν τὸ κατώτερο ἐπιτρεπόμενο χρονικά ὅριο μνηστείας τῶν γυναι­κῶν, μὲ ἕνα πλούσιο καὶ σώφρονα ἄνδρα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄ­νομα δὲν ἀναφέρεται στὸ Βίο της, προφανῶς γιὰ νὰ κατα­δειχθεῖ ὡς ἐλάσσονος σημασίας τὸ γεγονὸς τῆς μνηστείας της καὶ τοῦ γάμου της ἀργότερα, σὲ σύγκριση μὲ τὸν αὐ­στηρὸ μοναχικὸ βίο ποὺ ἀκολούθησε στὴ συνέχεια.

Τὴν περίοδο αὐτή, καὶ συγκεκριμένα μεταξὺ τῶν ἐ­τῶν 825/830, μνημονεύονται γιὰ πρώτη φορὰ ἐπιδρομὲς τῶν σαρακηνῶν πειρατῶν τῆς Κρήτης στὴν περιοχὴ τοῦ Σαρω­νικοῦ κόλπου. Οἱ ἐπιδρομὲς αὐτὲς δὲν μαρτυροῦνται ἀπὸ κανένα βυζαντινὸ χρονογράφο, ἀλλὰ καθίστανται γνω­στὲς μόνο ἀπὸ τὴν ὁμάδα τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων τῆς Αἴγι­νας: τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τὸ Βίο τοῦ ὁσίου Λουκᾆ τοῦ Στειριώτη καὶ τὸ Βίο τῆς ὁσίας ᾿Αθανασίας τῆς ἐξ Αἰ­γίνης (οἱ ἐπιδρομὲς ποὺ καταγράφονται στὸν τελευ­ταῖο Βίο θεωροῦνται μεταγενέστερες αὐτῶν ποὺ μαρτυροῦν­ται ἀπὸ τοὺς δύο ἄλλους Βίους). Οἱ ἐπιδρομὲς αὐτὲς ἦταν συχνές, προκαλώντας τὸν πανικὸ καὶ ἐπιφέροντας τὸ θάνα­το σὲ πολλοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ καθὼς καὶ μεγάλης ἐ­κτάσεως λεηλασίες, εἶχαν δὲ ὡς ἐπακόλουθο τὴ βίαιη μετα­νάστευσή τους καὶ τελικὰ τὴν ἐρήμωση τοῦ νησιοῦ.

Μολονότι ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Λουκᾆ μᾆς πληροφορεῖ ὅτι οἱ περισσότεροι κάτοικοι τῆς Αἴγινας μετανάστευσαν σὲ γειτονικὲς ἀκτὲς τῆς Φωκίδος καὶ τῆς Πελοποννήσου ἢ στὴν ᾿Αττικὴ καὶ στὶς Βοιωτικὲς Θῆβες, ὡστόσο ἡ ὁσία Θεοδώρα καὶ οἱ συγγενεῖς της -ὅπως ἄλλωστε καὶ πολλοὶ κάτοικοι τῶν νησιῶν τοῦ Αἰγαίου, ποὺ δέχονταν τὶς ἀλλεπάλληλες ληστρικὲς ἐπιδρομὲς τῶν Σαρακηνῶν- προτίμησαν νὰ κατα­φύγουν στὴ Θεσσαλονίκη, διότι ἡ συμβασιλεύουσα τῆς Αὐτο­κρατορίας προστατευόταν ἀπὸ τὴν ἰσχυρὴ ὀχύρωσή της καὶ ἀπὸ τὸν πολιοῦχο της ἅγιο Δημήτριο, ὅπως τονίζει καὶ ὁ Θεσσαλονικέας κληρικὸς ᾿Ιωάννης Καμινιάτης, καὶ θεω­ροῦν­ταν ἀπόρθητη πόλη.

῾Ο Βίος τῆς ῾Οσίας δὲ διευκρινίζει, ἐὰν ἡ Θεοδώρα νυμ­φεύθηκε πρὶν ἢ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ μετανάστευση· περιο­ρί­ζεται μόνο στὴν πληροφορία ὅτι ὁ πατέρας της, ὄντας φί­λος τῆς ἐρημίας, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ἐχθρὸς τῶν εἰκο­νο­μάχων ποὺ κρατοῦσαν ἐκείνη τὴν περίοδο τὰ σκῆπτρα τῆς αὐτοκρατορικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, ἀνεχώρη­σε γιὰ κάποια ἄγνωστη ἐρημικὴ περιοχὴ κάτω ἀπὸ τὰ Θό­ρωπα, τοποθεσία ποὺ παραμένει ἀταύτιστη.

῾Η Θεοδώρα ἀπέκτησε τρία παιδιά, ἀλλὰ τὰ δύο τε­λευταῖα πέθαναν, γεγονὸς ποὺ προσέθεσε ὀδύνη στὴν ἤδη πολυτάραχη ζωή της. ᾿Εντούτοις, τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁδήγη­σε τὴ Θεοδώρα καὶ τὸ σύζυγό της στὴν ἀπόφαση νὰ ἀφιε­ρώσουν τὸ πρῶτο παιδί τους, τὴν κόρη τους ποὺ ἀργότερα ἔλαβε τὸ μοναχικὸ ὄνομα Θεοπίστη, στὴ μικρὴ μονὴ τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ, κοντὰ στὴν Κασσανδρεωτικὴ πύλη, ποὺ βρισκόταν στὰ ἀνατολικὰ τείχη τῆς πόλεως, ὅπου ἡγουμέ­νευε μία συγγενής της, ἡ Αἰκατερίνη, ἡ ὁποία ἦταν ἀδελφὴ τοῦ μετέπειτα ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ.

῾Η ἐξέχουσα προσωπικότητα τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αν­τωνίου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ὀρθόδοξος ἀρχιεπίσκο­πος Θεσσαλονίκης μετὰ τὸ τέλος τῆς Εἰκονομαχίας, ἀνα­γ­κάζει τὸ βιογράφο τῆς ὁσίας Θεοδώρας νὰ διακόψει τὴ ροὴ τῆς διηγήσεώς του, γιὰ νὰ σκιαγραφήσει σὲ ἐννέα πα­ρα­γρά­φους (§ 10-18) τὸ πρόσωπο καὶ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὡς τὸν ὁσιακὸ θάνατό του στὶς 2 Νοεμ­βρίου 844, λίγο μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης. ῞Ολες αὐτὲς οἱ πληροφορίες παρα­δίδον­ται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἐμπλου­τί­ζοντάς τον μὲ σπουδαῖα ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ στοιχεῖα.

Λίγο μετὰ τὴ μοναστικὴ ἀφιέρωση τῆς Θεοπίστης πέ­θανε καὶ ὁ σύζυγος τῆς Θεοδώρας. Τὸ νέο τραγικὸ συμ­βὰν δὲν κατέβαλε τὴν πίστη της, ἀλλὰ τὴν ὤθησε στὴν ἀπό­φαση νὰ διαμοιράσει τὴν περιουσία της καὶ νὰ κατα­φύγει τὸ 837 στὴ μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, στὸ κέντρο τῆς πό­λεως, ὅπου ἡγουμένευε ἡ ὁμολογήτρια ῎Αννα. ῾Ο χαρ­το­φύλακας Θεσσαλονίκης ᾿Ιωάννης Σταυράκιος, ὁ ὁποῖος συν­έγραψε τὸ 12ο αἰώνα ἕνα ἐγκώμιο πρὸς τιμὴ τῆς ὁσίας Θεο­δώρας (BHG 1740), ταυτίζει τὴν ἡγουμένη ῎Αν­να μὲ τὴν ἀνάδοχο καὶ κηδεμόνα τῆς ὁσίας στὴν Αἴγινα, μετὰ τὴν ἀπο­μάκρυνση τοῦ πατέρα της ᾿Αντωνίου στὴν ἔ­ρημο. Στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Στεφάνου ἡ νεαρὴ ᾿Αγάπη, σὲ ἡ­λικία εἰκοσι­πέντε ἐτῶν, δοκιμάσθηκε καὶ ἔδωσε τὶς μονα­χικὲς ὑποσχέ­σεις, λαμ­βάνοντας τὸ ὄνομα Θεοδώρα.

Τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ Βίου καταλαμβάνει ἡ διή­γηση τῆς μοναστικῆς ζωῆς καὶ ἀσκήσεως τῆς ῾Οσίας στὸ κοι­νόβιο τοῦ ἁγίου Στεφάνου, προβάλλοντας ἔντονα τὴν ὑ­π­ακοή της στοὺς κανόνες τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς, τὴν ταπεί­νωση, τὴ φιλαδελφία, τὴν ἐλεήμονα φύση της καὶ κυρίως τὴ μεγάλη ἐπιμέλεια ποὺ ἐπιδείκνυε γιὰ τὴν πνευματική της σωτηρία καὶ τὸ θεῖο ἔρωτά της πρὸς τὸν οὐράνιο Νυμ­φίο. ῾Ο Βίος ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο ἁγιολογικὸ κείμενο τῆς Θεσ­σα­λονίκης μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο προβάλλεται τόσο ἔντονα, ἀλλὰ καὶ τόσο ἔντεχνα, ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ ὡς ἡ ἰδεώδης καὶ πλέον ἀσφαλὴς μορφὴ μοναχικῆς ζωῆς. Τὸ γεγονὸς αὐ­τὸ ἀπο­κτᾆ ἀκόμη μεγαλύτερη σημασία ἂν συνεκτιμηθεῖ πὼς λίγες δεκαετίες πρὶν ἀπὸ τὴ συγγραφὴ τοῦ Βίου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἐμφανίζεται ἕνα ἄλλο ἁγιολογικὸ κείμενο, μὲ ἀθω­νικὴ προέλευση, ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Πέτρου τοῦ ᾿Αθω­νί­τη, τοῦ πρώτου γνωστοῦ οἰκήτορα τοῦ ῎Αθω, ὅπου, ἀντί­θε­τα, προ­βάλλεται ὁ ἰδιόρρυθμος μοναστικὸς βίος, ἐνῶ ἡ κοινο­βιακὴ ζωὴ ἀπορρίπτεται καὶ κατακρίνεται ὡς δαιμο­νιώδης.

῾Η Θεοδώρα ἔζησε στὸ κοινόβιο τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου πενήντα πέντε χρόνια, ἀπὸ τὸ 837 ὡς τὴν ἡμέρα τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεώς της στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 892. Σ᾿ αὐτὸ τὸ μακροπερίοδο διάστημα ὁ ἐνάρετος βίος της ὑπῆρ­ξε ὑπόδειγμα μοναχικῆς βιοτῆς· εἶναι δὲ χαρακτηριστικὴ ἡ ἐκτενὴς ἀναφορὰ τοῦ βιογράφου της σὲ ὁρισμένα περιστα­τι­κά, ὅπου ἡ ῾Οσία ἀντιμετώπισε μὲ καταπληκτικὴ καρτερία καὶ δύναμη τὰ πολὺ αὐστηρὰ ἐπιτίμια ποὺ τῆς ἔθετε ἡ ἡ­γουμένη ῎Αννα γιὰ νὰ τὴν παιδαγωγήσει.

῾Η Θεοδώρα ἀρνήθηκε τὴν πρόταση νὰ ἀναλάβει τὸ πηδάλιο τῆς ἡγουμενίας κάποιας ἄλλης μονῆς, ἐνῶ ὅταν τὸ 868 τέθηκε στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Στεφάνου ζήτημα διαδοχῆς τῆς ἡγουμένης, ἐξελέγη ἡ κόρη της Θεοπίστη. ῎Εκτοτε ἡ ῾Ο­σία ἐνέτεινε ἀκόμη περισσότερο τὸν ἀγώνα της, ἐπιδιδόμε­νη καθημερινὰ σὲ ἔργα εὐποιΐας καί, παρὰ τὴ γεροντική της ἡλικία, προσπαθοῦσε νὰ ἐπικουρεῖ ὅσο τὸ δυνατὸν περισ­σό­τερο στὰ διακονήματα τῆς μονῆς.

῾Η μακαρία κοίμηση τῆς ῾Οσίας ἐπῆλθε εἰρηνικὰ στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 892, σὲ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν, καὶ συνο­δεύθηκε ἀπὸ μία ἁλυσίδα θαυμάτων κατὰ τὴν ταφή της, ποὺ συνεχίσθηκαν ὡς τὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου της στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ 893 σὲ μαρμάρινη λάρνακα, ἐντὸς τοῦ παρεκκλησίου τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτήν. Τὰ θαύματά της προκάλε­σαν τὴν ἐξάπλωση τῆς φήμης της καὶ τὴ συρροὴ μεγάλου πλήθους πιστῶν, ποὺ ἐπιζητοῦσαν τὴ συναντίληψη τῆς ῾Οσί­ας καὶ τὴ θεραπευτική της ἐπέμβαση, καὶ ὁδήγησαν στὴ σκέ­ψη νὰ φιλοτεχνηθεῖ ἡ πρώτη εἰκόνα της, ποὺ τοποθε­τήθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὴ λάρνακά της.

Τὸ στοιχεῖο ποὺ προσιδιάζει στὴν περίπτωση τῆς ῾Οσί­ας Θεοδώρας εἶναι ἡ ἔκβλυση εὐώδους ἐλαίου (μύρου) ἀπὸ τὸ λείψανό της, τὴν κανδήλα ποὺ κρεμόταν πάνω ἀπὸ τὴ λάρνακά της καὶ τὴν εἰκόνα της. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ κατα­τάσ­σει τὴν ὁσία Θεοδώρα στὴν κατηγορία τῶν μυροβλυτῶν ἁγί­ων τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

᾿Ιδιαίτερα σημαντικὲς εἶναι καὶ οἱ μαρτυρίες ποὺ ἀν­τλοῦμε ἀπὸ ἱστορικὰ ἔργα καὶ ἀπὸ ξένους περιηγητὲς τῆς ὑστεροβυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς περιόδου, σχετικὰ μὲ τὴν κατάσταση τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας. Τὸ 1405 τὸ ἱερὸ λείψανό της προσκύνησε ὁ Ρῶσος ᾿Ιγνάτιος ὁ ἐκ Σμολένσκ, ἐνῶ τὸ 1420 ὁ, ἐπίσης Ρῶσος, διάκονος Ζωσιμᾆς ἔμεινε ἔκπληκτος στὴ θέα τοῦ λειψάνου τῆς ῾Οσίας, διότι ἔ­δινε τὴν ἐντύπωση ζωντανοῦ σώματος, καὶ προσθέτει ὅτι τὰ ἐνδύματά του ἦταν διαποτισμένα ἀπὸ τὸ μυρίπνοο ἔλαιο ποὺ πήγαζε ἀπ᾿ αὐτό. Κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1430, τὸ τίμιο λείψανο κατατεμαχί­σθηκε καὶ διασκορπίσθηκε, ἀλλὰ ἡ εὐσέβεια τῶν Θεσσαλο­νικέων τὸ ἀπεκατέστησε στὴν πρότερη σχεδὸν κατάστασή του. Τε­λευ­ταία χρονολογικά, ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ σημαντικὴ εἶ­ναι ἡ μαρ­τυρία τοῦ Γάλλου Robert de Dreux τὸ 1669, ὁ ὁποῖος εἶδε “τὸ λείψανον τῆς ἁγίας Θεοδώρας διατηρούμε­νον ὁλό­κλη­ρον καὶ τοῦ ὁποίου ἡ σὰρξ εἶχε προσλάβει σκο­τεινὴν χροιάν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ πάθει τίποτε, μολονότι πά­μπολλα ἔτη παρ­ῆλ­θον ἀπὸ τοῦ θανάτου τῆς ἁγίας. Εὑρί­σκετο τοπο­θετημένη ἐπὶ μικρᾆς νεκρικῆς κλίνης, ὡς ἐὰν ἐ­κοιμᾆτο”. Φαί­νεται, ὡστόσο, πὼς οἱ δύο πυρκαγιὲς τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ προξένησαν σοβαρὲς βλάβες στὸ καθολι­κὸ τῆς μονῆς, ἔβλα­ψαν καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς ὁσίας Θεο­δώρας, ὅπως διαπι­στώνεται ἀπὸ τὴν κατάσταση στὴν ὁ­ποία βρίσκεται σήμερα, στὴν ξύλινη λάρνακα ὅπου φυλάσ­σεται, στὸ ἀριστερὸ παρεκ­κλήσιο τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας.

ΟΙ ΠΗΓΕΣ

Τὰ δύο ἁγιολογικὰ κείμενα ποὺ γράφτηκαν πρὸς τι­μὴν τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἀπὸ τὸ Γρηγόριο, κληρικὸ τῆς Μη­τροπόλεως Θεσσαλονίκης, συνιστοῦν πολύτιμες πηγὲς τόσο γιὰ τὸ βίο της ὅσο καὶ γιὰ ἄλλα σημαντικὰ γιὰ τὴν ἐκκλη­σιαστικὴ καὶ πολιτικὴ ἱστορία τῆς εἰκονομαχικῆς καὶ μετα­εικονομαχικῆς περιόδου γεγονότα. Τὸ πρῶτο εἶναι ὁ Βίος της, ἕνα ἀπὸ τὰ ἀξιολογότερα δείγματα τῆς ἁγιολογικῆς παραγωγῆς τοῦ “χρυσοῦ αἰώνα” τῆς ῾Αγιολογίας. ᾿Αρχικὰ ἐκ­φωνήθηκε ἀπὸ τὸ Γρηγόριο στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς της, κι ἔλαβε τὴ μορφὴ γραπτοῦ κειμένου τὸ 894. ῍Αν καὶ γράφηκε μι­σὸν αἰώνα μετὰ τὸ τέλος τῆς Εἰκονομαχίας, τὸ κείμενο αὐτὸ διαπνέεται ἀπὸ ἐμφανῆ ἀντιεικονομαχικὸ χαρακτῆρα καὶ εἶναι ἐμπλουτισμένο μὲ σημαντικὰ ἱστορικὰ καὶ τοπο­γρα­φι­κὰ στοιχεῖα ποὺ συνδέονται μὲ τὸ ἀντικείμενο τῆς διηγήσε­ως καὶ ἐπιβεβαιώνουν τὸν ἀπόλυτο σεβασμὸ τοῦ συγγραφέα στὴν ἱστορικὴ ἀκρίβεια. ῾Ο Βίος διασώζεται καὶ σὲ παρα­φρασμένη μορφὴ σὲ ἕνα χειρόγραφο τοῦ 14ου αἰώ­να· πι­στεύεται ὅτι ἡ παράφραση αὐτὴ πραγματοποιήθηκε στὰ τέ­λη τοῦ 13ου ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰώνα.

῾Ο Βίος συμπληρώνεται ἀπὸ τὸ δεύτερο κείμενο τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ, τὴ Διήγηση περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ποὺ ἀναφέρεται στὴ μετακομιδὴ τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ 893 καὶ παρέχει πολὺ ἀξιόλογες ἱστορι­κὲς πληροφορίες. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς καὶ στὰ δύο κεί­με­να ὁ Γρηγόριος “δένει” τόσο ἄρρηκτα τὰ γεγονότα τῆς ἱστο­ρίας μὲ τὰ θαύματα τῆς ῾Οσίας, ὥστε, ἐντάσσοντάς τα μέσα στὸ γενικὸ ἱστορικὸ πλαίσιο, ἐπιτυγχάνει νὰ προσ­δώσει σ᾿ αὐτὰ μία ἀναμφισβήτητη ἀξιοπιστία, ἡ ὁποία συν­δυάζεται καὶ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τόσο ὁ ἴ­διος ὅσο καὶ οἱ ἀκροατές του ἦταν αὐτόπτες μάρτυρες πολλῶν θαυ­μάτων.

Τὸ συναξάριο τῆς “θαυματουργοῦ μητρὸς ἡμῶν Θεο­δώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ”, ποὺ ἀναγράφεται στὸ Κων­σταντινουπολιτικὸ Συναξάριο (5 ᾿Απριλίου), θεωρεῖται πλέον βέβαιο ὅτι δὲν ἀναφέρεται σὲ μία ἄλλη ὁμώνυμη ὁσία, ὅπως εἶχαν ὑποστηρίξει πα­λαιό­τε­ρα ἀρκετοὶ μελετητές, ποὺ παρασύρθηκαν ἀπὸ τὴ διαφο­ρε­τικὴ ἑορτολογικὴ ἔνδειξη καὶ ἀπὸ τὸ “ἄγνωστο” ὑπόμνη­μα ποὺ παρατίθεται, ἀλλὰ στὴ μυροβλύτιδα ῾Οσία, τῆς ὁποίας ἡ φή­μη εἶχε, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ, ἐξ­απλω­θεῖ ταχύτατα (“καὶ μεγαλυνομένης ὅτι μάλιστα τῆς περὶ τὴν ὁσίαν φήμης”). ῞Ενα δεύτερο βυζαντι­νὸ συναξάριο τῆς ὁσίας Θεοδώρας παραμένει ἀνέκδοτο, ἂν καὶ ἔχει ἐκδο­θεῖ σὲ δη­μώδη γλῶσσα στὶς ἔντυπες ᾿Ακο­λουθίες τῆς ῾Οσίας.

Δύο σημαντικοὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς, ὁ χαρτο­φύλακας Θεσσαλονίκης ᾿Ιωάννης Σταυράκιος τὸ 12ο αἰώνα καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας ὁ Χαμαετός, τοῦ ὁποίου ἡ μητέρα ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας, συν­έγραψαν ἐγκωμιαστικοὺς λόγους γιὰ τὴ μυροβλύτιδα ὁ­σία, βασιζόμενοι στὰ στοιχεῖα ποὺ παρέχει ὁ Βίος της.

῾Ο ἐγκωμιαστικὸς λόγος τοῦ ᾿Ιωάννη Σταυρακίου παρα­φράστηκε τὸ 18ο αἰώνα ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Συμεὼν καὶ συμπεριλήφθηκε στὴν πρώτη ἔντυπη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1731 στὴ Μοσχόπολη. ᾿Ακο­λού­θησε ἡ ἔκδοση δύο ἀκόμη ᾿Ακολουθιῶν, ἡ πρώτη τὸ 1853 στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἡ δεύτερη τὸ 1902. ᾿Ακολουθία στὴν ὁσία Θεοδώρα συνέθεσε ἐπίσης καὶ ὁ μακαριστὸς ὑ­μνο­γρά­φος τῆς Μ. ᾿Εκκλησίας, μοναχὸς Γεράσιμος Μικρα­γιαν­νανί­της, ἐνῶ μία ἄγνωστη χειρόγραφη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεο­δώρας σώζεται στὸ χειρόγραφο 147 τῆς ἱερᾆς μονῆς τῆς Ζά­βορδας, ποὺ χρονολογεῖται τὸ 15ο αἰώνα καὶ γράφηκε ἀπὸ τὸν μοναχὸ ᾿Ιωακείμ, δομέστικο καὶ ἀδελφὸ τῆς ἐν λόγω μονῆς.

Κανόνες πρὸς τιμὴν τῆς ὁσίας Θεοδώρας συνέθεσαν ὁ ὅσιος ᾿Ιωσὴφ ὁ ῾Υμνογράφος, ὁ πατριάρχης Κωνσταντι­νου­πόλεως ᾿Ισίδωρος καὶ ὁ δικαιοφύλαξ καὶ μέγας σακελ­λάριος τῆς μητροπόλεως Θεσσαλονίκης Δημήτριος Κανίσκης Καβά­σιλας, ἐνῶ ἀρκετοὶ Κανόνες ποὺ περιλαμβάνονται στὶς ἔντυ­πες ᾿Ακολουθίες τῆς ῾Οσίας, παραδίδονται ἀνωνύμως· ἐπίσης, Κανόνες ποὺ δὲ σώζονται σήμερα, συνέθεσε σύμφω­να μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Γεωργίου Σφραντζῆ καὶ ἡ “Παλαιο­λογίνα”, μία μοναχὴ ποὺ ἀσκήτευσε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας τὸ 14ο αἰώνα. ῾Ωστόσο, ἡ πατρότητα τοῦ Κανό­να, ποὺ φέ­ρεται ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωσὴφ ῾Υμνογράφου, δημιουργεῖ ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα, ἀφοῦ ὁ συνθέτης του κοιμήθηκε του­λάχιστον ἕξι χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο τῆς ὁσίας Θεο­δώρας. Εἶναι πιθανό, πὼς ὁ Κανόνας συνετέθη ἀπὸ τὸ μα­θητὴ τοῦ ὁσίου ᾿Ιωσήφ, Θεοφάνη τὸ Σικελό, ὁ ὁ­ποῖος συν­έθεσε καὶ ἄλλους κανόνες ποὺ παραδίδονται μὲ τὸ ὄ­νομα τοῦ διδασκάλου του.

Τέλος, στὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεο­δώρας ἀφιερώνει καὶ ἕνα ἐπίγραμμα ὁ ἅγιος Νικόλαος Κα­βάσιλας.


Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ

῾Η μυροβλυσία καὶ τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων ποὺ ἐπι­τελοῦσε διαρκῶς τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας, τὴν τοποθέτη­σαν σὲ ἰδιαίτερα ὑψηλὴ θέση στὴ θρησκευτικὴ συνείδηση τῶν Θεσσαλονικέων. Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴν ἀξιο­πρόσεκτη συνύπαρξη-συναπεικόνιση τῶν δύο μυροβλυτῶν ἁ­γίων τῆς Θεσσαλονίκης στὰ κουτρούβια, τὰ μολύβδινα φια­λίδια ποὺ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὴ φύλαξη τοῦ μύρου ποὺ ἐλάμβαναν οἱ πιστοὶ ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν μυροβλυτῶν ἁ­γίων, ὡς εὐλογία. ᾿Ενδεικτικὴ τῆς μεγάλης τιμῆς ποὺ ἀπέδι­δαν οἱ Θεσσαλονικεῖς στὴ θαυματουργὸ μυροβλύτιδα ἁγία, εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Μ. Χατζῆ ᾿Ιωάννου στὰ τέλη τοῦ περασμένου αἰώνα: “῾Η νῦν Μητρόπολις τῆς Θεσσαλονίκης... τιμᾆται ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τῆς ἁγίας Θεο­δώρας καὶ τοῦ Παλαμᾆ οὗ φέρει καὶ τὸ σῶμα”. Μαρτυρεῖ­ται δηλαδὴ ὅτι ὁ ναὸς ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ ὅπου καὶ ὁ ση­μερινὸς μητροπολιτικὸς ναὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Πα­λαμᾆ ἦταν ἀφιερωμένος στοὺς τρεῖς πιὸ λαοφιλεῖς ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης.

῾Η μοναδικὴ σωζόμενη ἀπεικόνιση τῆς ὁσίας Θεοδώ­ρας, ἡ ὁποία ἔχει δυστυχῶς καταστραφεῖ, βρισκόταν σὲ τοιχογραφία τοῦ 11ου αἰῶνος στὸ προστῶο τοῦ ναοῦ τῆς ῾Αγίας Σοφίας στὴ Θεσσαλονίκη. Μία δεύτερη εἰκόνα, μαρ­μάρινη σὲ στάση δεήσεως (orante), ἡ ὁποία χρονολογεῖται τὸν 9ο αἰ. καὶ φέρει τὴ συντομογραφημένη ἐπιγραφὴ ΜΡ (= ΜΗΤΗΡ) ΘΥ (= ΘΕΟΥ), ἔχει πρόσφατα ὑποστηριχθεῖ ὅτι δὲν ἀπεικονίζει τὴ Θεοτόκο, ἀλλὰ τὴν ὁσία Θεοδώρα, ταύτιση ἡ ὁποία ἐπιχει­ρεῖται νὰ τεκμηριωθεῖ μὲ βάση τὶς ἀρκετὰ ἀναλυτικὲς πλη­ροφορίες ποὺ παρέχει ὁ Γρηγόριος κληρικὸς γιὰ τὴν εἰκόνα τῆς ῾Οσίας, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀνέβλυζε εὐῶδες ἔλαιο. ῾Ωστόσο, ἡ ταύτιση αὐτὴ παραμένει σὲ ἀρκετὰ σημεῖα εὐάλωτη, ἐφόσον δὲν λαμβάνονται ὑπόψη ὅλες οἱ σχε­τικὲς πληροφο­ρίες ποὺ παρέχει ὁ Βίος, καθὼς καὶ οἱ ἀντί­στοιχες περι­πτώσεις ἁγίων γιὰ τοὺς ὁποίους κατασκευά­ζον­ται λίθινες εἰκόνες τὴν ἴδια χρονικὴ περίοδο. ᾿Απεικο­νί­σεις τῆς ὁσίας Θεοδώρας ὑπάρχουν καὶ στὰ κουτρούβια, τὰ ὁποῖα ἐντοπί­σθηκαν σὲ μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὴ Θεσσα­λονίκη, σὲ διά­φορα σημεῖα τῆς Βαλκανικῆς· συνήθως ἀπὸ τὴ μία πλευ­ρὰ ἀπεικονίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ὁσία Θεοδώρα, ἡ ὁποία φέρει μαφόριο καὶ κρατεῖ στὸ δεξὶ χέρι σταυρό. Χαρακτηριστικὴ εἶναι καὶ ἡ λιθογραφημένη εἰκόνα ποὺ ὑπάρχει στὴν ᾿Ακολουθία τοῦ 1853, στὴν ὁποία συναπεικονίζονται ἡ ὁσία Θεοδώρα καὶ ἡ ὁσία Θεοπίστη.

῾Ο ἑορτασμὸς τῆς μνήμης τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἐπι­κρά­τησε νὰ τελεῖται στὶς 3 Αὐγούστου, δηλ. κατὰ τὴν ἡμέ­ρα τῆς μετακομιδῆς τοῦ λειψάνου της, καὶ ὄχι στὶς 29 Αὐ­γούστου, διότι συνέπιπτε μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς ἀποτομῆς τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο, ἐμφανί­ζεται σὲ χειρόγραφα καὶ ἑορτολογικὴ μετατόπιση μίας ἡμέ­ρας, δηλ. ἡ μετάθεση τῆς ἑορτῆς στὶς 30 Αὐγούστου. ῾Η 5η ᾿Απριλίου παρέμεινε ὡς μία δεύτερη ἑορτολογικὴ ἔνδειξη γιὰ τὴ μνήμη τῆς ὁσίας Θεοδώρας στὶς ἔντυπες συναξαρια­κὲς συλλογές, ὅπου ὑφίσταται βέβαια καὶ ἡ προαναφερθεῖ­σα σύγχυση περὶ τῶν δύο ὁμωνύμων ὁσίων γυναικῶν τῆς Θεσ­σαλονίκης.


Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ

Οἱ πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν ἱστορία τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας προέρχονται ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ῾Οσίας. ῞Οταν ἡ ῾Οσία κατέφυγε ἐκεῖ σὲ ἡλικία 25 ἐτῶν γιὰ νὰ μο­νάσει (τὸ ἔτος 837), ἡ μονὴ ἦταν ἀφιερωμένη στὸ ὄνομα τοῦ πρωτο­μάρτυρος Στεφάνου. Σ᾿ αὐτὴ τὴ μονὴ ἐδώρησε τὴν περιου­σία της καὶ ἔζησε συνολικὰ πενηνταπέντε χρό­νια, ἀσκού­με­νη στοὺς ἀγῶνες τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς.

Τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς ἑόρταζε κατὰ τὴ μνήμη τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου καὶ πιθανὸν εἶχε παρόμοια ἀρχι­τεκτονικὴ μορφὴ μ᾿ αὐτὴν τοῦ ναοῦ τῆς ῾Αγίας Σοφίας, φυ­σικὰ σὲ μικρότερες διαστάσεις. Στὴ δεξιὰ στοὰ τοῦ κα­θο­λι­κοῦ μνημονεύεται καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Θεοτόκου, στὸ ὁποῖο φυλασσόταν τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας.

῾Η μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου λειτουργοῦσε μὲ τὸ κοινοβιακὸ σύστημα καί, σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορί­ες ποὺ μᾆς δίνει ὁ Βίος τῆς ῾Οσιομυροβλύτιδος, ἡ κοινοβια­κὴ ζωὴ τῶν μοναστριῶν ἦταν ἄριστα ὀργανωμένη.

Μετὰ τὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώ­ρας, τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 893, ἡ μονὴ μετονομάσθηκε σὲ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας. Τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων ποὺ ἐπιτελοῦσε τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας, προκάλεσε τὴν ἐξ­άπλωση τῆς φήμης τῆς ἁγιότητός της καὶ ἀνέδειξε τὴ μονὴ τῆς μετανοίας της σὲ λαμπρὸ προσκυνηματικὸ χῶρο, στὸν ὁποῖο κατέφευγαν πιστοὶ ἀπὸ διάφορες περιοχὲς τῆς Βυ­ζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.

Τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες συναντοῦμε τὸ ὄνομα τῆς μο­νῆς σὲ ἔγγραφα μονῶν τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, καθὼς ἐπί­σης καὶ στὸ Βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾆ, τὸν ὁποῖο συν­έγραψε ὁ ἅγιος Φιλόθεος Κόκκινος, πατριάρχης Κων­σταν­τι­νουπόλεως. Τὴν ἴδια ἐποχὴ γνωρίζουμε ὅτι στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας κατέφυγε ἡ μητέρα τοῦ ἁγίου Νικο­λάου Καβάσιλα καθὼς καὶ ἡ σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Θ¢, Μαρία Δούκαινα Παλαιολογίνα, καὶ ἡ ὁσία Θω­μαΐδα.

Τὴ μονὴ ἐπισκέφθηκαν κατὰ καιροὺς διάφοροι ξένοι περιηγητὲς καὶ προσκυνητές. Αὐτὴν τὴν περίοδο μνημονεύε­ται ἀπὸ τὸ Ρῶσο ᾿Ιγνάτιο τὸν ἐκ Σμολὲνσκ καὶ τὸ Ρῶσο διάκονο Ζωσιμᾆ, ὁ ὁποῖος ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴ θέα τοῦ λει­ψάνου τῆς ὁσίας, διότι φαινόταν σὰ νὰ ζοῦσε καὶ τὰ ἐνδύ­ματα τοῦ λειψάνου ἦταν διαποτισμένα ἀπὸ τὸ μυρίπνοο ἔ­λαιο ποὺ πήγαζε ἀπ᾿ αὐτό.

Κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 1430, ἡ ἀσέ­βεια καὶ βαρβαρότητα τῶν Τούρκων ἄφησε τὰ ἴχνη της καὶ στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας. ῾Η μονὴ λεηλατήθηκε καὶ τὸ τίμιο λείψανο κατατεμαχίσθηκε καὶ ρίφθηκε στὴ γῆ. Εὐ­σε­βεῖς χριστιανοὶ περισυνέλεξαν τὸ τεμαχισμένο λείψανο καὶ τὸ ἀπέδωσαν ἄρτιο στὴ μονή. ῾Ωστόσο κατὰ τὴν περίο­δο τῆς Τουρκοκρατίας ἡ μονὴ δὲ δημεύτηκε οὔτε μετατρά­πηκε σὲ τζαμί, ὅπως πολλοὶ ἄλλοι ἱεροὶ ναοὶ τῆς πόλεως. ῏Ηταν μία ἀπὸ τὶς τρεῖς γυναικεῖες μονὲς ποὺ ἐξακολούθη­σαν νὰ λει­τουργοῦν στὴ Θεσσαλονίκη, μετὰ τὴν ἅλωσή της καὶ ἀριθ­μοῦσε 150 ἕως καὶ 200 μοναχές.

Σημαντικὴ εἶναι ἡ διήγηση τοῦ Γάλλου Robert de Dreux τὸ 1669, ὁ ὁποῖος μᾆς πληροφορεῖ ὅτι τὸ τέμπλο τοῦ ἱεροῦ βήματος ἦταν ἐπιχρυσωμένο καὶ ὅτι τὸ λείψανο τῆς ὁσίας διατηροῦνταν σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση. Βρισκό­ταν τοποθετημένο σὲ μικρὴ νεκρικὴ κλίνη, σὰ νὰ κοιμόταν.

Δὲ γνωρίζουμε πότε ἀκριβῶς καὶ γιὰ ποιοὺς λόγους ἡ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας ἔπαυσε νὰ λειτουργεῖ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα καὶ λειτουργοῦσε πλέον ὡς ἐνοριακὸς ναός. Εἶναι μόνο γνωστὸ ὅτι αὐτὸ συνέβηκε τὸ 18ο αἰώνα.

῾Η συνοικία τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας ἦταν μία ἀπὸ τὶς δώδεκα χριστιανικὲς συνοικίες τῆς Θεσσαλονίκης καὶ συνόρευε μὲ δύο ἑβραϊκὲς συνοικίες. Στὴ μονὴ ἀνῆκε ἕνα νηπιαγωγεῖο καὶ ἕνα παρεκκλήσι στὴ συνοικία ἁγίου Κωνσταντίνου στὸ ῾Ιπποδρόμιο. ῍Αν καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀποκα­λοῦσαν τὴ μονὴ Kizlar Manastir (μοναστήρι τῶν κοριτσι­ῶν), ὡστόσο οἱ χριστιανοὶ ἐξακολουθοῦσαν νὰ χρησιμοποι­οῦν τὴν ἀρχική της ὀνομασία.

Τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς κάηκε στὶς δυὸ πυρκαγιὲς τοῦ 1890 καὶ τοῦ 1917. Οἱ ζημιὲς ποὺ ὑπέστη ἀπὸ τὴν πρώτη πυρκαγιὰ φαίνεται πὼς ἦταν μικρές· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ναὸς ἐπισκευάσθηκε σύντομα. ῾Η πυρκαγιὰ ὅμως τοῦ 1917 κατέ­στρεψε ὁλοκληρωτικὰ τὸ καθολικὸ καὶ τὸ μόνο κτίσμα ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τὶς φλόγες τῆς φωτιᾆς ἦταν τὸ κωδωνοστά­σιο τοῦ ναοῦ.

῾Ο νέος ναὸς κτίσθηκε στὴ θέση τοῦ κατεστραμμένου καθολικοῦ τὸ 1935 καὶ λειτούργησε ὡς ἐνοριακός. Τὸ 1957 ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Α¢ Παπαγεωρ­γίου ἀνήγειρε τὸ κτίριο ποὺ σήμερα περιβάλλει τὸ καθολι­κὸ τῆς μονῆς. ᾿Εκεῖ λειτούργησαν διαδοχικὰ φοιτητικὸ οἰ­κοτρο­φεῖο καὶ ἐκκλησιαστικὴ σχολή.

Τὸ 1974 ὁ νῦν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελε­ήμων Β¢ Χρυσοφάκης ἐπανασύστησε τὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεο­δώρας, ἡ ὁποία ἔκτοτε λειτουργεῖ ὡς ἀνδρώα μονὴ καὶ ἀ­ριθ­μεῖ 42 πατέρες, ἀγάμους κληρικοὺς τῆς μητροπόλεως Θεσ­­σαλονίκης. Στὴ μονὴ φιλοξενοῦνται ἐπίσης ἐκκλησιαστι­κὲς ἀποστολὲς καὶ ἁγιορεῖτες πατέρες καὶ διαμένουν ξένοι ἱε­ρεῖς, φοιτητὲς τοῦ Πανεπιστημίου.

᾿Απὸ τὸ 1989 στὸ χῶρο τῆς μονῆς στεγάζεται καὶ τὸ Κέντρο ῾Αγιολογικῶν Μελετῶν τῆς ῾Ι. Μητροπόλεως Θεσ­σα­λονίκης. ῾Η μονὴ συντηρεῖ μὲ δικούς της πόρους τὸ οἰκο­τροφεῖο τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου καὶ προβαίνει σὲ ἐκδόσεις βι­βλίων. Τέλος, ἂς σημειωθεῖ πὼς ἡ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώ­ρας ἔχει πέντε μετόχια στὸ χῶρο τῆς μητροπόλεως Θεσσα­λονίκης: 1) τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου, κοντὰ στὸν ἅγιο Κωνσταντῖνο ῾Ιπποδρομίου, 2) τὸ παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου Νι­κολάου τοῦ Τρανοῦ κοντὰ στὴν Παναγία Χαλκέων, 3) τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος στὴ συμβολὴ τῶν ὁδῶν ᾿Εγνα­τία καὶ ᾿Ιασωνίδου, 4) τὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τῆς ᾿Ελεούσας ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Τσιμισκῆ καὶ 5) τὴν ἐκκλησία τοῦ ὁσίου Δαβίδ, μέρος τοῦ παλαιοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Λα­τόμου στὴν ῎Ανω Πόλη.

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσιεύτηκε: Παρ Οκτ 28, 2011 1:19 pm
από paulina
3/4 Αὐγούστου


ΘΕΟΠΙΣΤΗ, ὁσία (9ος αἰ.)

῾Η ὁσία Θεοπίστη, κόρη τῆς ὁσίας Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ, τῆς μυροβλύτιδος καὶ θαυματουργοῦ, γεννή­θη­κε στὴ Θεσσαλονίκη μετὰ τὴ βίαιη φυγὴ τῆς ὁσίας Θεο­δώ­ρας καὶ τοῦ συζύγου της ἀπὸ τὴν Αἴγινα περὶ τὸ 825/830, ἐξαιτίας τῶν συνεχῶν ἐπιδρομῶν τῶν σαρακηνῶν πειρατῶν στὰ νησιὰ τοῦ Σαρωνικοῦ. ῾Η Θεοπίστη ὑπῆρξε τὸ πρῶτο καὶ μοναδικὸ ἐπιζῆσαν τέκνο ἀπὸ τὰ τρία ποὺ ἀπέκτησε ἡ ὁσία Θεοδώρα· τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὤθησε τὴ Θεοδώρα καὶ τὸ σύζυγό της στὴν ἀπόφαση νὰ τὴν προσφέ­ρουν ὡς ἀπαρχὴ στὸ Θεὸ καὶ νὰ τὴν ἀφιερώσουν σὲ ἡλικία ἕξι ἐτῶν στὸ μο­νύδριο τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ, ποὺ βρισκό­ταν κοντὰ στὴν Κασσανδρεωτικὴ Πύλη, στὸ ἀνατολικὸ μέ­ρος τῆς πόλεως, καὶ στὸ ὁποῖο ἡγουμένευε ἡ συγγενής της καὶ ἀδελφὴ τοῦ ἀρ­χιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ, Αἰ­κα­τε­ρίνη.

Μετὰ τὸ θάνατο τῆς Αἰκατερίνης, ἡ μικρὴ μονὴ τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ διαλύθηκε. ῾Η ὁσία Θεοδώρα, ποὺ στὸ μεταξὺ εἶχε χηρεύσει καὶ εἶχε εἰσέλθει ὡς μοναχὴ στὴ μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ἔλαβε τὴν κόρη της στὴ μο­νὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ὅπου συναγωνίσθηκαν μὲ θαυμαστὸ τρόπο στὸ σκᾆμμα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, κατορ­θώ­νοντας νὰ νικήσουν, ὕστερα ἀπὸ μεγάλους πειρασμοὺς ποὺ περιγράφονται στὸ Βίο της, τὸ δεσμὸ τῆς σαρκικῆς συγγέ­νειας πρὸς χάρη τῆς μοναχικῆς ὑπακοῆς.

Τὸ ἔτος 868 ἡ Θεοπίστη ἐξελέγη ἡγουμένη τῆς μονῆς τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐπίμονη ἄρ­νηση τῆς ὁσίας Θεοδώρας νὰ προβληθεῖ στὸ ἀξίωμα αὐ­τό. ῾Η διήγηση τοῦ βιογράφου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, Γρηγο­ρίου κληρικοῦ, εἶναι σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο χαρακτηριστική· ἡ σαρκι­κὴ κόρη ἔγινε πνευματικὴ μητέρα τῆς Θεοδώρας.

Μετὰ τὸ θάνατο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἐπὶ ἡγουμενίας τῆς Θεοπίστης, πραγματοποιήθηκε ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψά­νου της, τὴν 3η Αὐγούστου 894, τὸ ὁποῖο κατατέθηκε στὸ παρεκκλήσιο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ καθολικοῦ τῆς Μονῆς. ῞Ολες αὐτὲς τὶς πληροφορίες γιὰ τὴν ὁσία Θεοπίστη τὶς ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεο­δώρας, κείμενα γιὰ τὴ σύνταξη τῶν ὁποίων ἡ Θεοπίστη ἀπ­ετέ­­λεσε τὴ βασικότερη πηγή.

Δὲν διαθέτουμε καμμία ἄλλη πληροφορία γιὰ τὴν ὁ­σία Θεοπίστη, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα θαυμαστὸ περιστατικὸ ποὺ μαρτυρεῖται στὸ συναξάριο τῆς ὁσίας Θεοδώρας (5 ᾿Απρι­λί­ου) ποὺ ὑπάρχει στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο. Σύμ­φωνα μ᾿ αὐτὸ στὸν τάφο τῆς ὁσίας Θεοδώρας (προ­φανῶς μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου της) ἐνταφιά­στηκε ἀργό­τερα καὶ ἡ ἡγουμένη της. Πρέπει, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθεῖ πρόσφατα μὲ πειστικότητα, νὰ θεωρήσουμε πὼς ἡ ἡγουμένη αὐτή, ποὺ τὸ σκήνωμά της ἐνταφιάσθηκε μαζὶ μὲ τὸ ἅγιο λεί­­ψανο τῆς ὁσί­ας Θεοδώρας, δὲν θὰ μπο­ροῦσε νὰ εἶναι καμμία ἄλλη ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κόρη της, συμμονά­στρια καὶ ἡ­γουμένη της, Θεοπίστη.

Στὴν ἀρχαιότερη ἔντυπη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεο­δώ­ρας (Μοσχόπολη 1731) ἔχει συμπεριληφθεῖ, μεταξὺ τῶν ἁγιο­­λο­­γικῶν καὶ ὑμνογραφικῶν κειμένων γιὰ τὴν ὁσία Θεοδώ­ρα, καὶ ἕνας ἀνώνυμος κανόνας γιὰ τὴν ὁσία Θεο­πίστη (σσ. 29-32), ἐνῶ πλήρης ᾿Ακολουθία της συμπεριλαμ­βάνεται στὴν ἔντυ­πη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τοῦ ἔτους 1853: “Μηνὶ τῷ αὐτῷ τετάρτῃ, μεθέορτα τῆς ἁγίας Θεοδώρας, μεθ᾿ ὧν ψάλλο­μεν καὶ τὴν ἀκολουθίαν τῆς ἁγίας Θεοπίστης θυγα­τρὸς αὐτῆς” (σσ. 65-75). Στὶς σσ. 71-72 βρίσκεται τὸ μονα­δικὸ γνωστὸ συν­­­αξάριό της, τὸ ὁποῖο ἀπο­τελεῖ συρρα­φὴ ὅλων σχεδὸν τῶν πλη­ροφοριῶν ποὺ δίνει ὁ Γρηγόριος κλη­ρι­κὸς γιὰ τὸ πρόσωπό της.

῾Η ἑορτὴ τῆς ὁσίας Θεοπίστης ἔχει ἐπικρατήσει νὰ τι­μᾆται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, στὶς 3 Αὐγούστου. ῾Ο συνεορτασμὸς αὐτὸς σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὴν συναπεικόνιση τῶν δύο ὁσίων γυ­ναι­κῶν, τόσο στὴ λιθόγραφη εἰκόνα τους, ποὺ ὑπάρχει στὴν ᾿Ακολουθία τοῦ 1853, ὅσο καὶ σὲ μεταγενέστερες εἰκόνες ποὺ ἀντλοῦν τὸ θέμα τους ἀπ᾿ αὐτήν. ᾿Αξίζει ἐπίσης νὰ ση­μειωθεῖ καὶ ἡ ἑορτολογικὴ μετατόπιση τῆς μνήμης τῆς ὁσί­ας Θεοπί­στης κατὰ μία ἡμέρα (“Τῷ αὐτῷ μηνὶ τετάρτῃ Αὐ­γούστου. Μνήμη τῆς ὁσίας Θεοπίστης θυγατρὸς τῆς ῾Αγίας Θεοδώρας”), ποὺ σημειώνεται στὴν ᾿Ακολουθία τοῦ 1853, ποὺ ἤδη μνημο­νεύσαμε.