Είδα το μεγαλείο του Θεού
Δημοσιεύτηκε: Δευ Μαρ 16, 2009 5:47 am
Σας παραθετω ενα αποσπασμα απο το βιβλιο του Οσιος Ανδρεας δια Χριστον σαλος απ την Ιερα Μονη Παρακλητου....ειναι καταπληκτικο...
ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ
….Ξαφνικά έπεσα σε έκσταση. Ένοιωθα πως πατούσα πάνω στον ουρανό, πως με οδηγούσε κάποιος νέος φορώντας μανδύα, με πρόσωπο λαμπρό σαν τον ήλιο. Νόμιζα πώς ήταν εκείνος που με χτύπησε στο πρόσωπο με το ανθισμένο κλαδί την ώρα που ξεψυχούσα από το κρύο, και διέταξε τους υπηρέτες του να με σηκώσουν.
Καθώς με οδηγούσε, βλέπω ξαφνικά έναν ωραίο και μεγάλο σταυρό. Τριγύρω του υπήρχαν τέσσερα ανάερα πέπλα, που έμοιαζαν με φωτεινή νεφέλη. Τα δύο απ' αυτά έλαμπαν σαν αστραπή, ενώ τα άλλα δύο ήσαν λευκά σαν χιόνι. Κυκλικά είχαν σταθεί λευκοί μελωδισταί, ψηλοί και ωραίοι. Τα μάτια τους άστραφταν με πύρινες ακτίνες. Έψαλλαν μάλιστα χαμηλόφωνα ένα γλυκό μέλος για τον Σταυρωθέντα.Ο οδηγός μου περνώντας μπροστά από τον σταυρό τον κατεφίλησε και μου έκανε νόημα να κάνω τα ίδιο. Έσκυψα λοιπόν με τη σειρά μου και τον προσκύνησα. Μόλις ασπάσθηκα εκείνο το κοκκινωπό Τίμιο ξύλο, γέμισα από ευωδία μέλιτος, που δεν ωσφράνθηκα παρόμοια στον παράδεισο. Καθώς ανασήκωσα τα μάτια μου από τον σταυρό, τι να δω! Κάτω από μας η άβυσσος της θαλάσσης. Με κυρίευσε τρόμος. Φοβήθηκα μήπως γλιστρήσω, και φώναξα στον οδηγό μου: «Κύριε μου, περπατώ στο κενό, νομίζω πως βαδίζω πάνω σε σύννεφο, φοβάμαι μήπως δεν με βαστάξει και πέσω στη θάλασσα». «Μη φοβάσαι. Πρέπει να ανέβουμε ψηλότερα», μου λέει και μου δίνει το χέρι.Βρεθήκαμε αμέσως στο δεύτερο στερέωμα, που ήταν λευκό σαν χιόνι. Εκεί βλέπω δύο σταυρούς όμοιους με του κάτω στερεώματος. Γύρω τους παράστεκε μεγαλειώδης ακολουθία, όπως και στον πρώτο σταυρό. Ο αέρας εκεί ήταν πύρινος και ξεκούραζε πολύ τους όμορφους νέους. Ασπάσθηκα κι εκείνους τους τίμιους σταυρούς με πόθο και έρωτα θεικό. Η ευωδία τους, ακατάληπτη και ανερμήνευτη, προκαλούσε ευφροσύνη και τερπνότητα μεγαλύτερη από του πρώτου σταυρού.
Ξαφνικά βλέπω εκεί μια φωτιά που κατέφλεγε τα πάντα. Φοβήθηκα και ζήτησα πάλι βοήθεια από τον οδηγό μου. «Δώσε το χέρι, μου λέει, θα ανέβουμε ακόμη ψηλότερα». Κι αμέσως βρεθήκαμε στον τρίτο ουρανό. Ο ουρανός αυτός δεν έμοιαζε καθόλου με τον ουρανό που βλέπουμε από τη γη. Απλωνόταν σαν χρυσαφένιο δέρμα σε σχήμα πετάλου. Στα πρόθυρα του συναντήσαμε άλλους τρεις σταυρούς, πιο μεγάλους και επιβλητικούς, που είχαν τη λάμψη της αστραπής. Ο οδηγός μου πήρε θάρρος, μπήκε μέσα στη φωτιά και τους προσκύνησε. Εγώ δεν τόλμησα να κάνω το ϊδιο. Προσκύνησα από μακριά και προσπέρασα.
Προχωρήσαμε αρκετά και φθάσαμε στο δεύτερο παραπέτασμα. Εκεί είδα κάτι σαν αστραπή απλωμένη στον αέρα. Ανεβήκαμε και περάσαμε μέσα. Ουράνια στρατιά από πλήθος αγγέλων αινούσαν και δοξολογούσαν τον θεό. Προσπεράσαμε κι αυτό και βρεθήκαμε σε άλλο χώρισμα από βύσσο και πορφύρα ανέκφραστη.
Φθάσαμε σε μια λαμπρή τοποθεσία. Υπήρχε εκεί ένα άλλο θαυμαστό παραπέτασμα, που έμοιαζε με πολύ λαμπρό και καθαρό ήλεκτρο. Κάποιο χέρι το παραμέρισε και μας έδειξε να περάσουμε. Μέσα σ' αυτά συναντήσαμε
αναρίθμητο πλήθος αγίων αγγέλων. Τα πρόσωπα τους φλογερά, έλαμπαν από μακριά πιο πολύ από τον ήλιο. Είχαν σταθεί με ταξί και πολλή κοσμιότητα με τα άυλα αναστήματα τους, μετέωροι σ' εκείνο το τρομερό ύψος. Στα χέρια κρατούσαν φοβερά σκήπτρα. Σχημάτιζαν αναρίθμητες λεγεώνες παρατεταγμένες δεξιά και αριστερά.
«Όταν σηκωθεί κι αυτό το παραπέτασμα, μου είπε ο οδηγός μου δείχνοντας το, θα δεις τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Πατρός. Να πέσεις να τον προσκυνήσεις. Ο νους σου να είναι όλος προσηλωμένος σ' Εκείνον, για ν' ακούσεις τι θα σου πει».
Ενώ άκουγα τις συμβουλές του, κοιτάζω το παραπέτασμα και βλέπω ένα μεγαλόπρεπο περιστέρι να κατεβαίνει και να κάθεται πάνω σ' αυτά. Το κεφάλι του ήταν σαν από χρυσάφι, το στήθος πορφυρό, τα φτερά λαμπερά σαν φλόγα, τα πόδια λευκά, ενώ τα μάτια τόξευαν φωτεινές ακτίνες. Καθώς απελάμβανα την ομορφιά του, ξαφνικά πέταξε στα ύψη.
ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ
-Παραμερίσθηκε κι αυτά το παραπέτασμα και βλέπω τότε στο αχανές εκείνο ύψος, που καταπλήττει κάθε νου και διάνοια, θρόνο φοβερό, υπερυψωμένο. Κανείς δεν τον κρατούσε, κρεμόταν μετέωρος. Από μέσα έβγαιναν φλόγες πιο λευκές κι από το χιόνι. Επάνω στον θρόνο άστραφτε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Φορούσε βαθυκόκκινα και ολόλευκα ενδύματα. Η λαμπρότης του όμως από συγκατάβαση στη δική μου αδυναμία ήταν περιορισμένη. Είδα λοιπόν την θεανθρώπινη ευπρέπεια και ωραιότητα Του. Ήταν σαν να βλέπει κανείς τον ήλιο να σκορπίζει χαρούμενα τις πρώτες ακτίνες της ανατολής. Έπεσα και τον προσκύνησα τρεις φορές. Προσπάθησα ν' ανασηκωθώ και ν' αντικρίσω πάλι την ωραιότητά Του, την πύρινη λαμπρότητα της δυνάμεως Του, αλλά δεν μπόρεσα. Με είχε κυριεύσει ανέκφραστος φόβος, φρίκη και χαρά.Μέσα απ' αυτό το φως ακούσθηκε μια φωνή, που με τον δυνατό της ήχο έσχιζε τον αέρα. Ήταν μελιστάλακτη, ήμερη και γλυκειά. Μου είπε τρεις λέξεις. Το νόημά τους το κατάλαβα και δοκίμασα πρωτόγνωρη πνευματική ηδονή. Σε λίγο μου είπε άλλες τρεις λέξεις, που μόλις τις άκουσα γέμισε η καρδιά μου από θεική χαρά. Κατόπιν μου είπε για τρίτη φορά άλλες τρεις και ξαφνικά ακούσθηκε ισχυρή δοξολογική κραυγή από τα αγγελικά στρατεύματα: Άγιος, Άγιος, Άγιος. Κατάλαβα ότι αυτό έγινε για μένα. Η δοξολογία τους βέβαια είναι ακατάπαυστη. Εκείνη όμως η εξαίσια μελωδική κραυγή ήταν για την εύνοια, που τόσο πλούσια έδειξε σ' εμένα ο Δεσπότης Χριστός.Μόλις άκουσα αυτές τις ανέκφραστες και θεικές λέξεις, κατέβηκα αμέσως με τον ίδιο τρόπο που ανέβηκα. Ήρθα πάλι στον εαυτό μου και είδα πως βρέθηκα στον κήπο, απ' όπου είχε γίνει η αρπαγή μου. Αναλογιζόμουν με απορία τα όσα μου συνέβησαν. Που ήμουν και που βρέθηκα! Δεν μπορούσα να καταλάβω πως πήγα σ' εκείνον τον θεικό τόπο. Φέρνοντας στον νου μου όσα είδα εκεί και άκουσα, μονολογούσα: «Άραγε έχει έρθει και άλλος εδώ ή μόνο εγώ;».
συνεχιζεται.....
ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ
….Ξαφνικά έπεσα σε έκσταση. Ένοιωθα πως πατούσα πάνω στον ουρανό, πως με οδηγούσε κάποιος νέος φορώντας μανδύα, με πρόσωπο λαμπρό σαν τον ήλιο. Νόμιζα πώς ήταν εκείνος που με χτύπησε στο πρόσωπο με το ανθισμένο κλαδί την ώρα που ξεψυχούσα από το κρύο, και διέταξε τους υπηρέτες του να με σηκώσουν.
Καθώς με οδηγούσε, βλέπω ξαφνικά έναν ωραίο και μεγάλο σταυρό. Τριγύρω του υπήρχαν τέσσερα ανάερα πέπλα, που έμοιαζαν με φωτεινή νεφέλη. Τα δύο απ' αυτά έλαμπαν σαν αστραπή, ενώ τα άλλα δύο ήσαν λευκά σαν χιόνι. Κυκλικά είχαν σταθεί λευκοί μελωδισταί, ψηλοί και ωραίοι. Τα μάτια τους άστραφταν με πύρινες ακτίνες. Έψαλλαν μάλιστα χαμηλόφωνα ένα γλυκό μέλος για τον Σταυρωθέντα.Ο οδηγός μου περνώντας μπροστά από τον σταυρό τον κατεφίλησε και μου έκανε νόημα να κάνω τα ίδιο. Έσκυψα λοιπόν με τη σειρά μου και τον προσκύνησα. Μόλις ασπάσθηκα εκείνο το κοκκινωπό Τίμιο ξύλο, γέμισα από ευωδία μέλιτος, που δεν ωσφράνθηκα παρόμοια στον παράδεισο. Καθώς ανασήκωσα τα μάτια μου από τον σταυρό, τι να δω! Κάτω από μας η άβυσσος της θαλάσσης. Με κυρίευσε τρόμος. Φοβήθηκα μήπως γλιστρήσω, και φώναξα στον οδηγό μου: «Κύριε μου, περπατώ στο κενό, νομίζω πως βαδίζω πάνω σε σύννεφο, φοβάμαι μήπως δεν με βαστάξει και πέσω στη θάλασσα». «Μη φοβάσαι. Πρέπει να ανέβουμε ψηλότερα», μου λέει και μου δίνει το χέρι.Βρεθήκαμε αμέσως στο δεύτερο στερέωμα, που ήταν λευκό σαν χιόνι. Εκεί βλέπω δύο σταυρούς όμοιους με του κάτω στερεώματος. Γύρω τους παράστεκε μεγαλειώδης ακολουθία, όπως και στον πρώτο σταυρό. Ο αέρας εκεί ήταν πύρινος και ξεκούραζε πολύ τους όμορφους νέους. Ασπάσθηκα κι εκείνους τους τίμιους σταυρούς με πόθο και έρωτα θεικό. Η ευωδία τους, ακατάληπτη και ανερμήνευτη, προκαλούσε ευφροσύνη και τερπνότητα μεγαλύτερη από του πρώτου σταυρού.
Ξαφνικά βλέπω εκεί μια φωτιά που κατέφλεγε τα πάντα. Φοβήθηκα και ζήτησα πάλι βοήθεια από τον οδηγό μου. «Δώσε το χέρι, μου λέει, θα ανέβουμε ακόμη ψηλότερα». Κι αμέσως βρεθήκαμε στον τρίτο ουρανό. Ο ουρανός αυτός δεν έμοιαζε καθόλου με τον ουρανό που βλέπουμε από τη γη. Απλωνόταν σαν χρυσαφένιο δέρμα σε σχήμα πετάλου. Στα πρόθυρα του συναντήσαμε άλλους τρεις σταυρούς, πιο μεγάλους και επιβλητικούς, που είχαν τη λάμψη της αστραπής. Ο οδηγός μου πήρε θάρρος, μπήκε μέσα στη φωτιά και τους προσκύνησε. Εγώ δεν τόλμησα να κάνω το ϊδιο. Προσκύνησα από μακριά και προσπέρασα.
Προχωρήσαμε αρκετά και φθάσαμε στο δεύτερο παραπέτασμα. Εκεί είδα κάτι σαν αστραπή απλωμένη στον αέρα. Ανεβήκαμε και περάσαμε μέσα. Ουράνια στρατιά από πλήθος αγγέλων αινούσαν και δοξολογούσαν τον θεό. Προσπεράσαμε κι αυτό και βρεθήκαμε σε άλλο χώρισμα από βύσσο και πορφύρα ανέκφραστη.
Φθάσαμε σε μια λαμπρή τοποθεσία. Υπήρχε εκεί ένα άλλο θαυμαστό παραπέτασμα, που έμοιαζε με πολύ λαμπρό και καθαρό ήλεκτρο. Κάποιο χέρι το παραμέρισε και μας έδειξε να περάσουμε. Μέσα σ' αυτά συναντήσαμε
αναρίθμητο πλήθος αγίων αγγέλων. Τα πρόσωπα τους φλογερά, έλαμπαν από μακριά πιο πολύ από τον ήλιο. Είχαν σταθεί με ταξί και πολλή κοσμιότητα με τα άυλα αναστήματα τους, μετέωροι σ' εκείνο το τρομερό ύψος. Στα χέρια κρατούσαν φοβερά σκήπτρα. Σχημάτιζαν αναρίθμητες λεγεώνες παρατεταγμένες δεξιά και αριστερά.
«Όταν σηκωθεί κι αυτό το παραπέτασμα, μου είπε ο οδηγός μου δείχνοντας το, θα δεις τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Πατρός. Να πέσεις να τον προσκυνήσεις. Ο νους σου να είναι όλος προσηλωμένος σ' Εκείνον, για ν' ακούσεις τι θα σου πει».
Ενώ άκουγα τις συμβουλές του, κοιτάζω το παραπέτασμα και βλέπω ένα μεγαλόπρεπο περιστέρι να κατεβαίνει και να κάθεται πάνω σ' αυτά. Το κεφάλι του ήταν σαν από χρυσάφι, το στήθος πορφυρό, τα φτερά λαμπερά σαν φλόγα, τα πόδια λευκά, ενώ τα μάτια τόξευαν φωτεινές ακτίνες. Καθώς απελάμβανα την ομορφιά του, ξαφνικά πέταξε στα ύψη.
ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ
-Παραμερίσθηκε κι αυτά το παραπέτασμα και βλέπω τότε στο αχανές εκείνο ύψος, που καταπλήττει κάθε νου και διάνοια, θρόνο φοβερό, υπερυψωμένο. Κανείς δεν τον κρατούσε, κρεμόταν μετέωρος. Από μέσα έβγαιναν φλόγες πιο λευκές κι από το χιόνι. Επάνω στον θρόνο άστραφτε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Φορούσε βαθυκόκκινα και ολόλευκα ενδύματα. Η λαμπρότης του όμως από συγκατάβαση στη δική μου αδυναμία ήταν περιορισμένη. Είδα λοιπόν την θεανθρώπινη ευπρέπεια και ωραιότητα Του. Ήταν σαν να βλέπει κανείς τον ήλιο να σκορπίζει χαρούμενα τις πρώτες ακτίνες της ανατολής. Έπεσα και τον προσκύνησα τρεις φορές. Προσπάθησα ν' ανασηκωθώ και ν' αντικρίσω πάλι την ωραιότητά Του, την πύρινη λαμπρότητα της δυνάμεως Του, αλλά δεν μπόρεσα. Με είχε κυριεύσει ανέκφραστος φόβος, φρίκη και χαρά.Μέσα απ' αυτό το φως ακούσθηκε μια φωνή, που με τον δυνατό της ήχο έσχιζε τον αέρα. Ήταν μελιστάλακτη, ήμερη και γλυκειά. Μου είπε τρεις λέξεις. Το νόημά τους το κατάλαβα και δοκίμασα πρωτόγνωρη πνευματική ηδονή. Σε λίγο μου είπε άλλες τρεις λέξεις, που μόλις τις άκουσα γέμισε η καρδιά μου από θεική χαρά. Κατόπιν μου είπε για τρίτη φορά άλλες τρεις και ξαφνικά ακούσθηκε ισχυρή δοξολογική κραυγή από τα αγγελικά στρατεύματα: Άγιος, Άγιος, Άγιος. Κατάλαβα ότι αυτό έγινε για μένα. Η δοξολογία τους βέβαια είναι ακατάπαυστη. Εκείνη όμως η εξαίσια μελωδική κραυγή ήταν για την εύνοια, που τόσο πλούσια έδειξε σ' εμένα ο Δεσπότης Χριστός.Μόλις άκουσα αυτές τις ανέκφραστες και θεικές λέξεις, κατέβηκα αμέσως με τον ίδιο τρόπο που ανέβηκα. Ήρθα πάλι στον εαυτό μου και είδα πως βρέθηκα στον κήπο, απ' όπου είχε γίνει η αρπαγή μου. Αναλογιζόμουν με απορία τα όσα μου συνέβησαν. Που ήμουν και που βρέθηκα! Δεν μπορούσα να καταλάβω πως πήγα σ' εκείνον τον θεικό τόπο. Φέρνοντας στον νου μου όσα είδα εκεί και άκουσα, μονολογούσα: «Άραγε έχει έρθει και άλλος εδώ ή μόνο εγώ;».
συνεχιζεται.....