Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας
Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιαν 20, 2007 11:31 am
Μια πολύ μεγάλη μορφή Αγίου υπήρξε, αναμφίβολα, και ο Όσιος Ευθύμιος, που για το λόγο αυτό χαρακτηρίστηκε μέσα στην Ιστορία ως «Μέγας», εφόσον κατέκτησε, χάριτι Θεού, πάρα πολλές αρετές, ενώ δέχθηκε από το Θεό και τα πιο μεγάλα για τους ανθρώπους χαρίσματα.
Ο Άγιος Ευθύμιος, που γεννήθηκε το 377 στη Μελιτινή της Αρμενίας, έμεινε ορφανός από πατέρα στην ηλικία των 3 μόλις ετών. Η ευλαβέστατη μητέρα του, όμως, φρόντισε να τον συνδέσει πολύ νωρίς με τον εξαίρετο επίσκοπο της περιοχής τους Ευτρώιο, που συμπεριφερόταν προς όλους σαν πατέρας στοργικός και για τούτο χαρακτηριζόταν ως «πατέρας» και «διδάσκαλος». Βλέποντας, δηλαδή, ο Ευτρώιος με το προορατικό χάρισμά του ότι «επαναπαύσεται το Πνεύμα του Θεού επί το παιδίον», ανέλαβε τον Ευθύμιο υπό την προστασία του, βοηθώντας αυτόν να σπουδάσει και να προκόψει πνευματικά, ενώ εκείνος παρουσιαζόταν κατά τη νεότητά του «σεμνός εις τα ήθη, προσεκτικός εις την διαγωγήν και θερμός εις τον ζήλον». Όσο μάλιστα πιο πολύ μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ προσπαθούσε να μιμείται στη ζωή του τον άγιο εκείνο επίσκοπο, που ήταν οπωσδήποτε χαρισματούχος και ακτινοβόλος. Για το λόγο δε αυτό ο Ευτρώιος χειροτόνησε κάποια στιγμή τον Ευθύμιο διάκονο, για να τον έχει στο πλευρό του, και το 405 πρεσβύτερο, για τις ανάγκες του μοναστηριού που υπήρχε στη Μελιτινή, παρά τις αρχικές ενστάσεις του, βλέποντας την καθαρότητα της καρδιάς του και τον ένθεο ζήλο του.Ένα χρόνο όμως μετά τη χειροτονία του, δηλαδή το 406, ο Ευθύμιος έκανε μια προσκυνηματική περιοδεία στους Αγίους Τόπους, που τον συγκίνησαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εγκατασταθεί στην έρημο της Φαράν, ζώντας εκεί μια αυστηρότατη ασκητική ζωή και αποκτώντας ταυτόχρονα θεία χαρίσματα. «Τα μεγάλα (δε) πνευματικά και ηθικά πλεονεκτήματά του, λέγει ο Μ. Γαλανός, γρήγορα τον ανέδειξαν και εκεί, ώστε να συγκεντρωθούν εις το ησυχαστήριόν του πάμπολλοι μοναχοί, οι οποίοι και τον εξέλεξαν ηγούμενόν των». Ταυτόχρονα με την άσκηση, όμως, εξαιτίας της οποίας απέκτησε και το θαυματουργικό χάρισμα, ο Άγιος φλεγόταν εσωτερικά και από τον πόθο της ιεραποστολής. Με το χάρισμα, δηλαδή, των ιάσεων, που είχε από το Θεό ο Άγιος, κατά τον ιστορικό Κάλλιστο, «τον παίδα του φυλάρχου των Περσών αρτιμελή και σώον εδείκνυ, τας του ουρανού θύρας ανέωξε, γυναιξί δʼ εστερημέναις τας μήτρας ευτεκνούσας καθίστα», ενώ ένα φως ουράνιο τον περιέλουζε ιδιαίτερα κατά τις ώρες της Θείας Μυσταγωγίας . Σε τόσο δε μεγάλα μέτρα κάθαρσης και φωτισμού είχε φθάσει ο Όσιος, ώστε να διακρίνει και τις διαθέσεις ή, ακριβέστερα, την καθαρότητα των προσερχομένων στη Θεία Κοινωνία. Για την καθαρότητα δε αυτή πάσχιζε ο Άγιος σʼ ολόκληρη τη ζωή, συνιστώντας πάντοτε την καθαρή εξομολόγηση και τη συμφιλίωση και γενικότερα την αγάπη και τη θυσία, ώστε να μη γίνεται η Θ. Ευχαριστία «φωτιά που καίει», αλλά αρραβώνας της ζωής της αιώνιας.Ενώ, όμως, ο Άγιος εργαζόταν κατά τον τρόπο που αναφέραμε, οι αιρετικοί μονοφυσίτες και οι νεστοριανοί έσπερναν την εποχή εκείνη ζιζάνια στο σώμα της Εκκλησίας. Για το λόγο αυτό ο Άγιος άρχισε να διαφωτίζει τότε με όλες τις δυνάμεις του πολλούς από τους παραπλανηθέντες, όπως ήταν, για παράδειγμα, και ο Γεράσιμος ο Ιορδανίτης, βεβαιώνοντας αυτούς ότι ο Μονοφυσιτισμός καθιστούσε τον Θεό παθητό, εφόσον απέδιδε και τα πάθη του Χριστού στη μία μονάχα, κατά τους αιρετικούς, φύση του Χριστού, δηλαδή στη θεία. Με τον τρόπο δε αυτό, κατά τον Μ. Γαλανό, «συνετέλεσεν εις το να επανέλθουν πολυάριθμοι αιρετικοί, νεστοριανοί, ευτυχιανοί και μανιχαίοι εις τους κόλπους της Ορθοδοξίας». Όταν, δε, συνάντησε και τη βασίλισσα Ευδοκία, που είχε περιπλακεί στα δίχτυα του Μονοφυσιτισμού, της μίλησε με τόσο μεγάλη πειστικότητα για το κακό της αίρεσης εκείνης και ταυτόχρονα για τα σωτηριώδη δόγματα της πίστης, ώστε να την επαναφέρει στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Κιβωτού της σωτηρίας.Ζώντας κατά τον τρόπο που αναφέραμε, ο Άγιος έφθασε στην ηλικία των 90 ετών, διδάσκοντας ακατάπαυστα την εμμονή των πιστών στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και γενικότερα στη διδασκαλία της Εκκλησίας, που αποτελεί τη μοναδική κιβωτό της σωτηρίας. Στην ηλικία δε αυτή ο Άγιος υπηρέτησε ταπεινά το συνεργάτη του Θεόκτιστο, που είχε φθάσει και αυτός σε βαθιά γεράματα και επρόκειτο να πεθάνει. Ύστερα δε από την κοίμηση του Θεόκτιστου, κατά την κήδευση του σκηνώματος του οποίου έλαβε μέρος και ο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων Αναστάσιος, ο Άγιος εγκατέστησε ως ηγούμενο τον Μάρι, που ήταν άνδρας ενάρετος και πεπειραμένος στους πνευματικούς αγώνες. Με την ευκαιρία εκείνη, όμως, ο Πατριάρχης ζήτησε ταπεινόφρονα τις προσευχές του Αγίου, ώστε να κρατήσει τον εαυτό του καθαρό από τα πάθη και να καταστεί αντάξιος της θέσης και της αποστολής του, ενώ ταυτόχρονα υποσχέθηκε κάθε βοήθεια από την πλευρά τη δική του για τις ανάγκες του μοναστηριού εκείνου. Ο Άγιος, όμως, ασπάσθηκε τότε με σεβασμό το χέρι του Πατριάρχη, λέγοντας ταπεινόφρονα: «Εγώ έχω ανάγκη από τις προσευχές σου, άγιε δέσποτα». Με τον τρόπο δε αυτό φανέρωσε όχι μονάχα την ταπεινοφροσύνη του, αλλά και το καθαρό εκκλησιαστικό φρόνημα που εκδηλώνεται με την υποταγή στον Επίσκοπο και με τη βίωση των διδαγμάτων του Ευαγγελίου.Όταν ο Άγιος έφθασε στην ηλικία των 97 ετών, προαισθάνθηκε κάποια στιγμή και προγνώρισε τον επικείμενο θάνατό του. Για τούτο κάλεσε τους αδελφούς του μοναστηριού για να τους δώσει αρχικά τις τελευταίες συμβουλές και ταυτόχρονα οδηγίες για την εκλογή του νέου ηγουμένου τους. Ζήτησε, δηλαδή, από αυτούς να δίνουν στη ζωή τους βαρύτητα πάνω από καθετί στις αρετές της ταπεινοφροσύνης και της έμπρακτης αγάπης, συνιστώντας για το σκοπό αυτό ιδιαίτερα την εξαγόρευση των ρυπαρών και άτοπων λογισμών από τη μια πλευρά, δηλαδή την καθαρή εξομολόγηση και την ανεξάντλητη φιλανθρωπία από την άλλη. «Μην κλείσετε ποτέ, είπε χαρακτηριστικά, την θύραν τοις ερχομένοις, αλλʼ ας είναι ανοιγμένη διά τους οδοιπόρους και πένητας και ας είναι κοινά διά τους δεομένους όσα πράγματα έχετε». Στη συνέχεια ζήτησε να εκλέξουν το διάδοχό του. Αντί όμως για τον πιστότατο συνεργάτη του Δομετιανό, που ζήτησαν αρχικά εκείνοι, τους παρακάλεσε να διαλέξουν κάποιον άλλον, γιατί ο Δομετιανός θα τον ακολουθούσε ύστερα από 7 ημέρες στην πέραν του τάφου ζωή της αιωνιότητας. Σύμφωνα δε με την πρόρρησή του, ο Άγιος παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 20 Ιανουαρίου του 473, σε ηλικία 97 ετών, ενώ ο Δομετιανός εκοιμήθη ειρηνικά μία εβδομάδα αργότερα, ακολουθώντας αυτόν όχι μονάχα στη ζωή αυτή, αλλά και στην ατέρμονη, όπως είπαμε, ζωή της όγδοης ημέρας (=της αιωνιότητας), στην οποία είθε μια ημέρα να καταλήξουμε όλοι μας, ως χριστιανοί, μιμούμενοι λίγο ή περισσότερο τη ζωή του Αγίου Ευθυμίου, του μεγάλου ασκητού και εργάτου της αγάπης.
Ο Άγιος Ευθύμιος, που γεννήθηκε το 377 στη Μελιτινή της Αρμενίας, έμεινε ορφανός από πατέρα στην ηλικία των 3 μόλις ετών. Η ευλαβέστατη μητέρα του, όμως, φρόντισε να τον συνδέσει πολύ νωρίς με τον εξαίρετο επίσκοπο της περιοχής τους Ευτρώιο, που συμπεριφερόταν προς όλους σαν πατέρας στοργικός και για τούτο χαρακτηριζόταν ως «πατέρας» και «διδάσκαλος». Βλέποντας, δηλαδή, ο Ευτρώιος με το προορατικό χάρισμά του ότι «επαναπαύσεται το Πνεύμα του Θεού επί το παιδίον», ανέλαβε τον Ευθύμιο υπό την προστασία του, βοηθώντας αυτόν να σπουδάσει και να προκόψει πνευματικά, ενώ εκείνος παρουσιαζόταν κατά τη νεότητά του «σεμνός εις τα ήθη, προσεκτικός εις την διαγωγήν και θερμός εις τον ζήλον». Όσο μάλιστα πιο πολύ μεγάλωνε, τόσο πιο πολύ προσπαθούσε να μιμείται στη ζωή του τον άγιο εκείνο επίσκοπο, που ήταν οπωσδήποτε χαρισματούχος και ακτινοβόλος. Για το λόγο δε αυτό ο Ευτρώιος χειροτόνησε κάποια στιγμή τον Ευθύμιο διάκονο, για να τον έχει στο πλευρό του, και το 405 πρεσβύτερο, για τις ανάγκες του μοναστηριού που υπήρχε στη Μελιτινή, παρά τις αρχικές ενστάσεις του, βλέποντας την καθαρότητα της καρδιάς του και τον ένθεο ζήλο του.Ένα χρόνο όμως μετά τη χειροτονία του, δηλαδή το 406, ο Ευθύμιος έκανε μια προσκυνηματική περιοδεία στους Αγίους Τόπους, που τον συγκίνησαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εγκατασταθεί στην έρημο της Φαράν, ζώντας εκεί μια αυστηρότατη ασκητική ζωή και αποκτώντας ταυτόχρονα θεία χαρίσματα. «Τα μεγάλα (δε) πνευματικά και ηθικά πλεονεκτήματά του, λέγει ο Μ. Γαλανός, γρήγορα τον ανέδειξαν και εκεί, ώστε να συγκεντρωθούν εις το ησυχαστήριόν του πάμπολλοι μοναχοί, οι οποίοι και τον εξέλεξαν ηγούμενόν των». Ταυτόχρονα με την άσκηση, όμως, εξαιτίας της οποίας απέκτησε και το θαυματουργικό χάρισμα, ο Άγιος φλεγόταν εσωτερικά και από τον πόθο της ιεραποστολής. Με το χάρισμα, δηλαδή, των ιάσεων, που είχε από το Θεό ο Άγιος, κατά τον ιστορικό Κάλλιστο, «τον παίδα του φυλάρχου των Περσών αρτιμελή και σώον εδείκνυ, τας του ουρανού θύρας ανέωξε, γυναιξί δʼ εστερημέναις τας μήτρας ευτεκνούσας καθίστα», ενώ ένα φως ουράνιο τον περιέλουζε ιδιαίτερα κατά τις ώρες της Θείας Μυσταγωγίας . Σε τόσο δε μεγάλα μέτρα κάθαρσης και φωτισμού είχε φθάσει ο Όσιος, ώστε να διακρίνει και τις διαθέσεις ή, ακριβέστερα, την καθαρότητα των προσερχομένων στη Θεία Κοινωνία. Για την καθαρότητα δε αυτή πάσχιζε ο Άγιος σʼ ολόκληρη τη ζωή, συνιστώντας πάντοτε την καθαρή εξομολόγηση και τη συμφιλίωση και γενικότερα την αγάπη και τη θυσία, ώστε να μη γίνεται η Θ. Ευχαριστία «φωτιά που καίει», αλλά αρραβώνας της ζωής της αιώνιας.Ενώ, όμως, ο Άγιος εργαζόταν κατά τον τρόπο που αναφέραμε, οι αιρετικοί μονοφυσίτες και οι νεστοριανοί έσπερναν την εποχή εκείνη ζιζάνια στο σώμα της Εκκλησίας. Για το λόγο αυτό ο Άγιος άρχισε να διαφωτίζει τότε με όλες τις δυνάμεις του πολλούς από τους παραπλανηθέντες, όπως ήταν, για παράδειγμα, και ο Γεράσιμος ο Ιορδανίτης, βεβαιώνοντας αυτούς ότι ο Μονοφυσιτισμός καθιστούσε τον Θεό παθητό, εφόσον απέδιδε και τα πάθη του Χριστού στη μία μονάχα, κατά τους αιρετικούς, φύση του Χριστού, δηλαδή στη θεία. Με τον τρόπο δε αυτό, κατά τον Μ. Γαλανό, «συνετέλεσεν εις το να επανέλθουν πολυάριθμοι αιρετικοί, νεστοριανοί, ευτυχιανοί και μανιχαίοι εις τους κόλπους της Ορθοδοξίας». Όταν, δε, συνάντησε και τη βασίλισσα Ευδοκία, που είχε περιπλακεί στα δίχτυα του Μονοφυσιτισμού, της μίλησε με τόσο μεγάλη πειστικότητα για το κακό της αίρεσης εκείνης και ταυτόχρονα για τα σωτηριώδη δόγματα της πίστης, ώστε να την επαναφέρει στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Κιβωτού της σωτηρίας.Ζώντας κατά τον τρόπο που αναφέραμε, ο Άγιος έφθασε στην ηλικία των 90 ετών, διδάσκοντας ακατάπαυστα την εμμονή των πιστών στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και γενικότερα στη διδασκαλία της Εκκλησίας, που αποτελεί τη μοναδική κιβωτό της σωτηρίας. Στην ηλικία δε αυτή ο Άγιος υπηρέτησε ταπεινά το συνεργάτη του Θεόκτιστο, που είχε φθάσει και αυτός σε βαθιά γεράματα και επρόκειτο να πεθάνει. Ύστερα δε από την κοίμηση του Θεόκτιστου, κατά την κήδευση του σκηνώματος του οποίου έλαβε μέρος και ο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων Αναστάσιος, ο Άγιος εγκατέστησε ως ηγούμενο τον Μάρι, που ήταν άνδρας ενάρετος και πεπειραμένος στους πνευματικούς αγώνες. Με την ευκαιρία εκείνη, όμως, ο Πατριάρχης ζήτησε ταπεινόφρονα τις προσευχές του Αγίου, ώστε να κρατήσει τον εαυτό του καθαρό από τα πάθη και να καταστεί αντάξιος της θέσης και της αποστολής του, ενώ ταυτόχρονα υποσχέθηκε κάθε βοήθεια από την πλευρά τη δική του για τις ανάγκες του μοναστηριού εκείνου. Ο Άγιος, όμως, ασπάσθηκε τότε με σεβασμό το χέρι του Πατριάρχη, λέγοντας ταπεινόφρονα: «Εγώ έχω ανάγκη από τις προσευχές σου, άγιε δέσποτα». Με τον τρόπο δε αυτό φανέρωσε όχι μονάχα την ταπεινοφροσύνη του, αλλά και το καθαρό εκκλησιαστικό φρόνημα που εκδηλώνεται με την υποταγή στον Επίσκοπο και με τη βίωση των διδαγμάτων του Ευαγγελίου.Όταν ο Άγιος έφθασε στην ηλικία των 97 ετών, προαισθάνθηκε κάποια στιγμή και προγνώρισε τον επικείμενο θάνατό του. Για τούτο κάλεσε τους αδελφούς του μοναστηριού για να τους δώσει αρχικά τις τελευταίες συμβουλές και ταυτόχρονα οδηγίες για την εκλογή του νέου ηγουμένου τους. Ζήτησε, δηλαδή, από αυτούς να δίνουν στη ζωή τους βαρύτητα πάνω από καθετί στις αρετές της ταπεινοφροσύνης και της έμπρακτης αγάπης, συνιστώντας για το σκοπό αυτό ιδιαίτερα την εξαγόρευση των ρυπαρών και άτοπων λογισμών από τη μια πλευρά, δηλαδή την καθαρή εξομολόγηση και την ανεξάντλητη φιλανθρωπία από την άλλη. «Μην κλείσετε ποτέ, είπε χαρακτηριστικά, την θύραν τοις ερχομένοις, αλλʼ ας είναι ανοιγμένη διά τους οδοιπόρους και πένητας και ας είναι κοινά διά τους δεομένους όσα πράγματα έχετε». Στη συνέχεια ζήτησε να εκλέξουν το διάδοχό του. Αντί όμως για τον πιστότατο συνεργάτη του Δομετιανό, που ζήτησαν αρχικά εκείνοι, τους παρακάλεσε να διαλέξουν κάποιον άλλον, γιατί ο Δομετιανός θα τον ακολουθούσε ύστερα από 7 ημέρες στην πέραν του τάφου ζωή της αιωνιότητας. Σύμφωνα δε με την πρόρρησή του, ο Άγιος παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 20 Ιανουαρίου του 473, σε ηλικία 97 ετών, ενώ ο Δομετιανός εκοιμήθη ειρηνικά μία εβδομάδα αργότερα, ακολουθώντας αυτόν όχι μονάχα στη ζωή αυτή, αλλά και στην ατέρμονη, όπως είπαμε, ζωή της όγδοης ημέρας (=της αιωνιότητας), στην οποία είθε μια ημέρα να καταλήξουμε όλοι μας, ως χριστιανοί, μιμούμενοι λίγο ή περισσότερο τη ζωή του Αγίου Ευθυμίου, του μεγάλου ασκητού και εργάτου της αγάπης.