Δημήτρης Καλοκέντης
Αίγινα
27.7.1989
ΣΤΟ ΜΑΣΤΟΡΑ ΜΕ ΜΑΣΤΟΡΙΑ
Τ’ ΟΝΟΜΑ Καλοκέντης, άκουσα να το αναφέρουν συχνά οι συνομιλητές μου. Σήμερα συναντώ έναν Καλοκέντη! Τον κ. Δημήτρη που, όπως λέει, γνώρισε πολύ καλά τον Άγιο Νεκτάριο. Κατοικεί στην πόλη της Αίγινας. Τον συνάντησα στο κατώφλι του σπιτιού του. Διάβαζε την εφημερίδα του. Τριγύρω τα εγγονάκια του.
Μανώλης Μελινός: Μπάρμπα –Δημήτρη, γνώρισες τον Άγιο Νεκτάριο…
Δημήτρης Καλοκέντης: Ναι, τον γνώρισα. Πολύ καλά μάλιστα. Αρκετά καλοκαίρια έμενα στο μοναστήρι˙ διακοπές. Ήμουνα μαθητής Δημοτικού, τότε. Η μητέρα μου συνδεόταν με την αόματη ηγουμένη Ξένη. Πήγαινα 15-20 μέρες, ένα μήνα κάθε καλοκαίρι. Πολλές φορές μπερδευόμουνα στα πόδια της κι εκείνη καλόκαρδα μου ‘λεγε: «Δημητράκη , πάλι στα πόδια μου μπλέχτηκες!». Πώς με γνώριζε; Με χάιδευε σtο κεφάλι και με καταλάβαινε! Με την αφή. Ήταν αγία ψυχή.
Μ. Μελινός: Τι εντύπωση σου ‘κανε ο Άγιος; Μικρό παιδί που ήσουν, πώς τον έβλεπες;
Δ. Καλoκέντης: Τον έβλεπα άγιο! Το πιστεύω πως ήταν άγιος˙ από τότε. Έξω από την εκκλησία δούλευαν οι μαστόροι. Ήταν πολύ βλάσφημοι. Ιδίως ένας από τον Ασώματο. Βλαστημούσε πολύ. Ο Σεβασμιώτατος μ’ έπαιρνε και πηγαίναμε εκεί που εργάζονταν. Όταν έβλεπε ότι τα αίματα «είχαν ανάψει» πάνω στη δουλειά , πήγαινε κοντά με τρόπο- για να μην προσβάλει – κι έλεγε στον εκνευρισμένο:
- Μάστορη , κάθησε λίγο να ξεκουραστείς. Φτάνει η εργασία. Έλα να πιούμε καφέ.
Τον έπαιρνε κοντά του και του ‘λεγε διάφορα, για να τον ηρεμήσει. Αρνάκι τον έκανε στο τέλος ο Άγιος…
Μ. Μελινός: Πώς ήταν στην εμφάνισή του;
Δ. Καλοκέντης: Στο μυαλό μου τον έχω, έτσι όπως είναι στη φωτογραφία, με το σκουφάκι και το σταυρουδάκι του. Έτσι κυκλοφορούσε. Απλά. Τα γένεια του ήσαν σχεδόν λευκά. Το ανάστημά του μέτριο, προς το κοντό. Πιο απλός άνθρωπος δεν υπήρχε.
Μ. Μελινός: Κάνατε συζητήσεις οι δυό σας;
Δ. Καλοκέντης: Συνεχώς. Δεν θυμάμαι βέβαια πολλά πράγματα από τις συνομιλίες μας, επειδή ήμουν τότε παιδί. Όμως, μια και έμενα πολλές ημέρες κοντά του, είχα αποκτήσει οικειότητα και τον ρωτούσα για πολλά και διάφορα. Με υπομονή μου απαντούσε.
Μ. Μελινός: Τον θυμάσαι λειτουργό;
Δ. Καλοκέντης: Βεβαιότατα. Πρωί και βράδυ πήγαινα στην εκκλησία. Το πρωί μάλιστα ήτανε σκοτεινά . Λειτουργούσε ο ίδιος. Πάντοτε πήγαινα μέσα στο Ιερό. Εκεί που βρισκότανε και λειτουργούσε σαν απλός παπάς. Του κρατούσα τη λαμπάδα. Ήμουνα προσηλωμένος στη μορφή και στον τρόπο που λειτουργούσε . Τον κοίταζα με μάτια ορθάνοιχτα. Ένιωθα την αγιότητά του, αλλά δεν μπορούσα- μικρό παιδί βλέπεις – να τη συνειδητοποιήσω.
Μ. Μελινός: Τι αισθάνεσαι σήμερα, που στα πρώτα χρόνια της ζωής σου γνώρισες τον Άγιο Νεκτάριο κι έζησες κοντά του;
Δ. Καλοκέντης: Η προσευχή κι η επίκλησή μου πάντοτε είναι: «Άγιε Νεκτάριε, βοήθησέ με». Μ’ έχει βοηθήσει πολύ. Στις δύσκολες στιγμές , τις προσωπικές και τις οικογενειακές, πάντοτε τόνε νιώθω δίπλα μου!
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΟΚΕΝΤΗΣ
Του Γεωργίου Καλοκέντη
Και της Άννας Κάτσα
Αίγινα 1908
Από το βιβλίο: «ΜΙΛΗΣΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ
Συνεντεύξεις μες 30+1 ανθρώπους του τον γνώρισαν»
Β΄ ΤΟΜΟΣ
Μανώλης Μελινός
"Μίλησα με τον άγιο Νεκτάριο"
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
-
gkou
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 2629
- Εγγραφή: Τρί Μαρ 21, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γεωργία@Κόρινθος
Re: "Μίλησα με τον άγιο Νεκτάριο"
Αντώνης Λορέντζος
Βαγία 20.5.1989
ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΜΕΤΑ … ΘΑΝΑΤΟ!
….
Μανώλης Μελινός: Mπάρμπα-Αντώνη, τι θυμάσαι από τον Άγιο;
Αντώνης Λορέντζος: Τον θυμάμαι πολύ αμυδρά. Όταν κοιμήθηκε, εγώ ήμουν εννιά χρονώ. Δούλευα κάτω στην Αίγινα. Στο μαγαζί του πατέρα της κ. Μουτσάτσου. Αφού πέρασαν δυο-τρία χρόνια από την κοίμησή του- το ’23 θαρρώ- με πήρε η «κυρά» μου, η αφεντικίνα μου δηλαδή , και πήγαμε στο μοναστήρι.«Αντωνάκη», μου λέει η κυρά μου, «πήγαινε να προσκυνήσεις τον τάφο του Δεσπότη». Εγώ θα ‘μουνα 12-13 χρονώ. Πήγα. ΄Ητανε το πεύκο εκεί. Ο Άγιος ,εκεί που ήτανε θαμμένος, είχε από πάνω του μια τζαμαρία κι ένα σταυρό. Φαινόταν δηλαδή κανονικά. Εγώ, παιδί τότε, ξανταίνω (σ.σ. σκύβω, γέρνω) βλέπω τον παπά. Τραβήχτηκα τρομαγμένος. Τα χρειάστηκα! Δεν καταλάβαινα τότε – άπραγο παιδί- τι θα πει δεσπότης, τι θα πει άγιος… Για παπά τον πέρασα. Τρόμαξα, γιατί τον έβλεπα ζωντανό∙ πραγματικά ζωντανό! Λες κι έβλεπες ένα παπά να κοιμάται. Τόσο χρονώ είμαι σήμερα, τέτοιο πράγμα δεν το ξανά ‘δα σε λείψανο. Εδώ η κηδεία γίνεται μια μέρα μετά το θάνατο και βλέπεις το μακαρίτη, που λέει ο λόγος, αγνώριστο.
Ο Άγιος ,δυο-τρία χρόνια μετά την κοίμησή του, δεν φαινόταν νεκρός. Κοιμόταν! Θαρρούσες ότι θα του μιλήσεις και θ’ ανοίξει τα μάτια! … Τι να σου πω, βρε παιδί μου, τέτοιο πράγμα δεν το ξανά ‘δα. Από τότε πήγαινα ταχτικά. Πρώτα-πρώτα έτρεχα στον τάφο του και προσκυνούσα. Μετά από πολλά χρόνια, το σκήνωμα έλιωσε. Λένε πως το «χάλασε» το πεύκο. Ποιος ξέρει; Μόνον ο Θεός (σ.σ. ο Θεός θέλοντας να δοξάσει τον Άγιο του, διατήρησε άφθαρτο για πολλά χρόνια το σκήνωμά του. Στη συνέχεια, ευδόκησε να διαλυθεί, για να ευλογηθούν όλοι οι πιστοί στις εσχατιές της γης, με τα τμήματα των ι. λειψάνων).
Μ. Μελινός: Θυμάσαι τίποτ’ άλλο , μπάρμπα- Αντώνη;
Αν. Λορέντζος: Ναι, θα σου πω κάτι που γίνηκε την εποχή που σου είπα ότι φοβήθηκα∙ το ’23 δηλαδή. Ήρθε ένας παπάς, παλιός συμφοιτητής του Αγίου , να προσκυνήσει στον τάφο του. Σαν φίλοι που ήτανε… Ώσπου ν’ ανέβει στο μοναστήρι, βραδιάστηκε. Οι καλόγριες , τηρώντας την εντολή του Αγίου, δεν άφηναν να διανυκτερεύει άντρας μέσα στο μοναστήρι∙ κι ας ήταν ρασοφόρος. Τι να κάνει ο άνθρωπος- το σεβάστηκε- και πήγε να διανυκτερεύσει στο αλωνάκι, κάτω από το μοναστήρι. Αλωνάρης μήνας, η νύχτα ζεστή. Πήγε λοιπόν ο παπάς, έστρωσε το ράσο του στ’ άχερα και ξάπλωσε. Καμιά στιγμή λοιπόν, πάει κοντά του ο Άγιος! Πιάσανε κουβέντα. Ο Άγιος είπε πολλά, για το μοναστήρι, στο φίλο του. Το πρωί, ο παπάς πήγε μέσα κι έκανε λειτουργία. Μάζεψε ύστερα τις καλόγριες και τους είπε αυτά που έμαθε από τον Άγιο. Εκείνες τα χάσανε. Τους έλεγε πράγματα σημαδιακά, που ήταν αδύνατο να τα γνωρίζει αλλιώτικα. Τους είπε τα πάντα που παράγγειλε ο Άγιος γι’ αυτές. Με δάκρυα στα μάτια, ξαναμπήκαν όλοι μαζί στην εκκλησία και κάνανε Παράκληση. Αυτά τ’ άκουσα με τα’ αυτιά μου. Μας τα ‘πε η θειά της γυναίκας μου, η Φρόσω η Σκλάβαινα, που ήταν στο μοναστήρι ‘κείνη τη μέρα.
Από το βιβλίο: «ΜΙΛΗΣΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ
Συνεντεύξεις μες 30+1 ανθρώπους του τον γνώρισαν»
Β΄ ΤΟΜΟΣ
Μανώλης Μελινός
Βαγία 20.5.1989
ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΜΕΤΑ … ΘΑΝΑΤΟ!
….
Μανώλης Μελινός: Mπάρμπα-Αντώνη, τι θυμάσαι από τον Άγιο;
Αντώνης Λορέντζος: Τον θυμάμαι πολύ αμυδρά. Όταν κοιμήθηκε, εγώ ήμουν εννιά χρονώ. Δούλευα κάτω στην Αίγινα. Στο μαγαζί του πατέρα της κ. Μουτσάτσου. Αφού πέρασαν δυο-τρία χρόνια από την κοίμησή του- το ’23 θαρρώ- με πήρε η «κυρά» μου, η αφεντικίνα μου δηλαδή , και πήγαμε στο μοναστήρι.«Αντωνάκη», μου λέει η κυρά μου, «πήγαινε να προσκυνήσεις τον τάφο του Δεσπότη». Εγώ θα ‘μουνα 12-13 χρονώ. Πήγα. ΄Ητανε το πεύκο εκεί. Ο Άγιος ,εκεί που ήτανε θαμμένος, είχε από πάνω του μια τζαμαρία κι ένα σταυρό. Φαινόταν δηλαδή κανονικά. Εγώ, παιδί τότε, ξανταίνω (σ.σ. σκύβω, γέρνω) βλέπω τον παπά. Τραβήχτηκα τρομαγμένος. Τα χρειάστηκα! Δεν καταλάβαινα τότε – άπραγο παιδί- τι θα πει δεσπότης, τι θα πει άγιος… Για παπά τον πέρασα. Τρόμαξα, γιατί τον έβλεπα ζωντανό∙ πραγματικά ζωντανό! Λες κι έβλεπες ένα παπά να κοιμάται. Τόσο χρονώ είμαι σήμερα, τέτοιο πράγμα δεν το ξανά ‘δα σε λείψανο. Εδώ η κηδεία γίνεται μια μέρα μετά το θάνατο και βλέπεις το μακαρίτη, που λέει ο λόγος, αγνώριστο.
Ο Άγιος ,δυο-τρία χρόνια μετά την κοίμησή του, δεν φαινόταν νεκρός. Κοιμόταν! Θαρρούσες ότι θα του μιλήσεις και θ’ ανοίξει τα μάτια! … Τι να σου πω, βρε παιδί μου, τέτοιο πράγμα δεν το ξανά ‘δα. Από τότε πήγαινα ταχτικά. Πρώτα-πρώτα έτρεχα στον τάφο του και προσκυνούσα. Μετά από πολλά χρόνια, το σκήνωμα έλιωσε. Λένε πως το «χάλασε» το πεύκο. Ποιος ξέρει; Μόνον ο Θεός (σ.σ. ο Θεός θέλοντας να δοξάσει τον Άγιο του, διατήρησε άφθαρτο για πολλά χρόνια το σκήνωμά του. Στη συνέχεια, ευδόκησε να διαλυθεί, για να ευλογηθούν όλοι οι πιστοί στις εσχατιές της γης, με τα τμήματα των ι. λειψάνων).
Μ. Μελινός: Θυμάσαι τίποτ’ άλλο , μπάρμπα- Αντώνη;
Αν. Λορέντζος: Ναι, θα σου πω κάτι που γίνηκε την εποχή που σου είπα ότι φοβήθηκα∙ το ’23 δηλαδή. Ήρθε ένας παπάς, παλιός συμφοιτητής του Αγίου , να προσκυνήσει στον τάφο του. Σαν φίλοι που ήτανε… Ώσπου ν’ ανέβει στο μοναστήρι, βραδιάστηκε. Οι καλόγριες , τηρώντας την εντολή του Αγίου, δεν άφηναν να διανυκτερεύει άντρας μέσα στο μοναστήρι∙ κι ας ήταν ρασοφόρος. Τι να κάνει ο άνθρωπος- το σεβάστηκε- και πήγε να διανυκτερεύσει στο αλωνάκι, κάτω από το μοναστήρι. Αλωνάρης μήνας, η νύχτα ζεστή. Πήγε λοιπόν ο παπάς, έστρωσε το ράσο του στ’ άχερα και ξάπλωσε. Καμιά στιγμή λοιπόν, πάει κοντά του ο Άγιος! Πιάσανε κουβέντα. Ο Άγιος είπε πολλά, για το μοναστήρι, στο φίλο του. Το πρωί, ο παπάς πήγε μέσα κι έκανε λειτουργία. Μάζεψε ύστερα τις καλόγριες και τους είπε αυτά που έμαθε από τον Άγιο. Εκείνες τα χάσανε. Τους έλεγε πράγματα σημαδιακά, που ήταν αδύνατο να τα γνωρίζει αλλιώτικα. Τους είπε τα πάντα που παράγγειλε ο Άγιος γι’ αυτές. Με δάκρυα στα μάτια, ξαναμπήκαν όλοι μαζί στην εκκλησία και κάνανε Παράκληση. Αυτά τ’ άκουσα με τα’ αυτιά μου. Μας τα ‘πε η θειά της γυναίκας μου, η Φρόσω η Σκλάβαινα, που ήταν στο μοναστήρι ‘κείνη τη μέρα.
Από το βιβλίο: «ΜΙΛΗΣΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ
Συνεντεύξεις μες 30+1 ανθρώπους του τον γνώρισαν»
Β΄ ΤΟΜΟΣ
Μανώλης Μελινός