Η εορτή της ανακομιδής των λειψάνων του Αγ. Γεωργίου (Λύδδα)
Δημοσιεύτηκε: Παρ Νοέμ 19, 2010 2:10 pm
Η εορτή της ανακομιδής των λειψάνων του ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου
εις το Πατριαρχείον.
Τήν Τρίτην, 3ην/16ην Νοεμβρίου 2010, ἑωρτάσθη ἡ ἑορτή τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου πρωτίστως εἰς τήν πόλιν τῆς Λύδδης, ἡ ὁποία ἀπό τό ὄνομά του ὠνομάσθη καί Γεωργιούπολις.
Μερικά ιστορικά στοιχεία
Ἡ Λύδδα εἶναι γνωστή ὡς ἀρχαία ἑλληνική καί ἑλληνιστική πόλις καί μέ τό ὄνομα Διόσπολις, ἐπειδή ἦτο ἕν ἐκ τῶν κέντρων λατρείας τοῦ Διός. Ἡ Λύδδα ἀναφέρεται καί εἰς τήν Καινήν Διαθήκην ὡς πόλις ἱεραποστολῆς τῶν ἀποστόλων μετά τήν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου. Εἰς τήν Λύδδαν ἐθεράπευσεν ὁ ἀπόστολος Πέτρος διά τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ τόν παράλυτον Αἰνέαν. (Πράξ. 9,33-35). Ἐκ τῆς Λύδδης ἐξεκίνησεν ὁ Ἁπόστολος Πέτρος καί ἦλθεν εἰς τήν Ἰόππην, ὅπου ἀνέστησε τήν ἐλεήμονα Ταβιθᾶν. (Πράξ. 9, 36-42).
Ὁ σπόρος τοῦ Εὐαγγελίου, σπαρείς ὑπό τῶν ἀποστόλων εἰς τήν Λύδδαν, ἔφερε καρπούς, χριστιανούς πιστεύσαντας, οἱ ὁποῖοι ἐσχημάτισαν τήν ἐν Λύδδῃ οὖσαν χριστιανικήν Ἐκκλησίαν.
Οἱ χριστιανοί τῆς πρωτοχριστιανικῆς αὐτῆς Κοινότητος ἐδέχθησαν τό ἱερόν λείψανον τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, ὁ ὁποῖος εἷλκε τήν καταγωγήν ἐκ πατρός μέν ἀπό τήν Καππαδοκίαν, ἐκ μητρός δέ ἀπό τήν Παλαιστίνην καί ὁ ὁποῖος πρίν ἀπό τό μαρτύριόν του εἰς τήν Ρώμην ἐπί Διοκλητιανοῦ, τό 305 μ.Χ., εἶχεν ἀναθέσει εἰς τόν ὑπηρέτην του νά μεταφέρῃ αὐτό εἰς τόν τόπον τῆς καταγωγῆς του.
Οἱ χριστιανοί τῆς Λύδδης ἐνεταφίασαν τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου εἰς τήν πόλιν αὐτῶν καί προσέφεραν εἰς αὐτόν τάς νενομισμένας διά τούς μάρτυρας τιμάς εἰς μικρόν εὐκτήριον οἶκον αὐτῶν. Ὅτε, θείᾳ οἰκονομίᾳ, ἦλθεν ὁ καιρός καί ἔλαμψεν ἡ εὐσέβεια ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Ἁγίου Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου τό 312 μ.Χ. καί ἐν συνεχείᾳ τούτου ἦλθεν ἡ μήτηρ αὐτοῦ Ἁγία Ἑλένη εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν τό 326 μ. Χ. καί ἀνήγειρε τόν Πανίερον Ναόν τῆς Ἀναστάσεως καί τήν Βασιλικήν τῆς Γεννήσεως εἰς Βηθελέμ καί ἄλλους ναούς εἰς τούς Ἁγίους Τόπους. Τότε, τῇ αἰτήσει τῶν χριστιανῶν τῆς Λύδδης, ἀνήγειρε μεγαλοπρεπῆ ναόν ὑπεράνω τοῦ τάφου, εἰς τόν ὁποῖον εἶχεν ἐνταφιασθῆ ὁ Ἅγιος Γεώργιος.
Ὁ Ναός αὐτός, ἐγκαινιασθείς, παρέμεινεν ἔκτοτε ὁ καθεδρικός Ναός τῆς Λύδδης, συγκαταλεγόμενος μεταξύ τῶν πανσέπτων προσκυνημάων τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, χρησιμοποιηθείς ἀπό τοῦ 638 μ.Χ., ὡς καί κτιριακῶς ἐμφαίνεται, κατά τό ἥμισυ αὐτοῦ ὡς τέμενος.
Ὁ ναός οὗτος, ἱερόν προσκύνημα καί Ἱερά Μονή τοῦ Πατριαρχείου ἄχρι καί τῆς σήμερον, μέ ἱερομόναχον Ἁγιοταφίτην καθηγούμενον, ἀποτελεῖ καί τόν ἐνοριακόν Ναόν τῆς ἐν Λύδδῃ Ἑλληνορθοδόξου ἀραβοφώνου Κοινότητος, ἀριθμούσης περί τάς 3.000 χιλιάδας μέλη.
εις το Πατριαρχείον.
Τήν Τρίτην, 3ην/16ην Νοεμβρίου 2010, ἑωρτάσθη ἡ ἑορτή τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου πρωτίστως εἰς τήν πόλιν τῆς Λύδδης, ἡ ὁποία ἀπό τό ὄνομά του ὠνομάσθη καί Γεωργιούπολις.
Μερικά ιστορικά στοιχεία
Ἡ Λύδδα εἶναι γνωστή ὡς ἀρχαία ἑλληνική καί ἑλληνιστική πόλις καί μέ τό ὄνομα Διόσπολις, ἐπειδή ἦτο ἕν ἐκ τῶν κέντρων λατρείας τοῦ Διός. Ἡ Λύδδα ἀναφέρεται καί εἰς τήν Καινήν Διαθήκην ὡς πόλις ἱεραποστολῆς τῶν ἀποστόλων μετά τήν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου. Εἰς τήν Λύδδαν ἐθεράπευσεν ὁ ἀπόστολος Πέτρος διά τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ τόν παράλυτον Αἰνέαν. (Πράξ. 9,33-35). Ἐκ τῆς Λύδδης ἐξεκίνησεν ὁ Ἁπόστολος Πέτρος καί ἦλθεν εἰς τήν Ἰόππην, ὅπου ἀνέστησε τήν ἐλεήμονα Ταβιθᾶν. (Πράξ. 9, 36-42).
Ὁ σπόρος τοῦ Εὐαγγελίου, σπαρείς ὑπό τῶν ἀποστόλων εἰς τήν Λύδδαν, ἔφερε καρπούς, χριστιανούς πιστεύσαντας, οἱ ὁποῖοι ἐσχημάτισαν τήν ἐν Λύδδῃ οὖσαν χριστιανικήν Ἐκκλησίαν.
Οἱ χριστιανοί τῆς πρωτοχριστιανικῆς αὐτῆς Κοινότητος ἐδέχθησαν τό ἱερόν λείψανον τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, ὁ ὁποῖος εἷλκε τήν καταγωγήν ἐκ πατρός μέν ἀπό τήν Καππαδοκίαν, ἐκ μητρός δέ ἀπό τήν Παλαιστίνην καί ὁ ὁποῖος πρίν ἀπό τό μαρτύριόν του εἰς τήν Ρώμην ἐπί Διοκλητιανοῦ, τό 305 μ.Χ., εἶχεν ἀναθέσει εἰς τόν ὑπηρέτην του νά μεταφέρῃ αὐτό εἰς τόν τόπον τῆς καταγωγῆς του.
Οἱ χριστιανοί τῆς Λύδδης ἐνεταφίασαν τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου εἰς τήν πόλιν αὐτῶν καί προσέφεραν εἰς αὐτόν τάς νενομισμένας διά τούς μάρτυρας τιμάς εἰς μικρόν εὐκτήριον οἶκον αὐτῶν. Ὅτε, θείᾳ οἰκονομίᾳ, ἦλθεν ὁ καιρός καί ἔλαμψεν ἡ εὐσέβεια ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Ἁγίου Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου τό 312 μ.Χ. καί ἐν συνεχείᾳ τούτου ἦλθεν ἡ μήτηρ αὐτοῦ Ἁγία Ἑλένη εἰς τήν Ἁγίαν Γῆν τό 326 μ. Χ. καί ἀνήγειρε τόν Πανίερον Ναόν τῆς Ἀναστάσεως καί τήν Βασιλικήν τῆς Γεννήσεως εἰς Βηθελέμ καί ἄλλους ναούς εἰς τούς Ἁγίους Τόπους. Τότε, τῇ αἰτήσει τῶν χριστιανῶν τῆς Λύδδης, ἀνήγειρε μεγαλοπρεπῆ ναόν ὑπεράνω τοῦ τάφου, εἰς τόν ὁποῖον εἶχεν ἐνταφιασθῆ ὁ Ἅγιος Γεώργιος.
Ὁ Ναός αὐτός, ἐγκαινιασθείς, παρέμεινεν ἔκτοτε ὁ καθεδρικός Ναός τῆς Λύδδης, συγκαταλεγόμενος μεταξύ τῶν πανσέπτων προσκυνημάων τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, χρησιμοποιηθείς ἀπό τοῦ 638 μ.Χ., ὡς καί κτιριακῶς ἐμφαίνεται, κατά τό ἥμισυ αὐτοῦ ὡς τέμενος.
Ὁ ναός οὗτος, ἱερόν προσκύνημα καί Ἱερά Μονή τοῦ Πατριαρχείου ἄχρι καί τῆς σήμερον, μέ ἱερομόναχον Ἁγιοταφίτην καθηγούμενον, ἀποτελεῖ καί τόν ἐνοριακόν Ναόν τῆς ἐν Λύδδῃ Ἑλληνορθοδόξου ἀραβοφώνου Κοινότητος, ἀριθμούσης περί τάς 3.000 χιλιάδας μέλη.