Από το βιβλίο "Γνώσις και βίωμα της Ορθοδόξου Πίστεως"
Δημοσιεύτηκε: Πέμ Αύγ 13, 2009 7:42 pm
Η ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ
Ήταν Μάιος του 1909. Στο χωριό Χάβαρι Αμαλιάδος του νομού Ηλείας, εφημέριος και παπαδάσκαλος ήταν ο παπά-Τιμολέων. Έγγαμος ιερεύς με τρεις κόρες, την δε πρεσβυτέρα του την έλεγαν Πατρούλα.
Ένα Σάββατο βράδυ, καθώς έπεσε ή παπαδιά να κοιμηθεί μετά την προσευχή της, βλέπει να τρίζει το κανδηλάκι της στο εικονοστάσι και να σβήνει. Ταυτόχρονα παρουσιάζεται μια ωραιότατη, ολόλαμπρη και ολοφώτεινη γυναίκα στην άκρη του κρεβατιού της. Ό παπάς της είχε πάει προ πολλού για ύπνο ατό διπλανό δωμάτιο. Αυθόρμητα ή πρεσβυτέρα λέγει προς την ουράνια εκείνη εμφάνιση: "Μην κάθεσαι εκεί". Νόμισε ότι θα καθίσει στην άκρη του κρεβατιού.' Η Βασίλισσα όμως των Ουρανών της απαντάει αυστηρά μεν, αλλά με φωνή γλυκύτατη:
--«Δεν είμαι αυτή πού νομίζεις! Να πεις στον παπά σου να πι στο εκκλησίασμα και σ' όλο το χωριό πώς όλοι τους πρέπει να μετανοήσουν, γιατί θα πάθουν μεγάλο κακό». και λέγοντας αυτά εξαφανίσθηκε.
Ή πρεσβυτέρα τρομαγμένη διηγήθηκε αμέσως το παράδοξο αυτό γεγονός στον παπα της και ο παπα Τιμολέων την πίστεψε. Έτσι για τρεις Κυριακές καλούσε όλους τους χριστιανούς σε μετάνοια λέγοντας ότι αυτή είναι ή εντολή της Παναγίας, διαφορετικά θα τους εύρισκε μεγάλο κακό. Δυστυχώς, όμως, οι χωρικοί δεν τον πίστεψαν, αλλά ούτε και το άμεσο συγγενικό του περιβάλλον.
Και σε τρεις μήνες, στις 2 Ιουλίου του 1909, προς τα χαράματα, ενώ όλοι σχεδόν ήσαν βυθισμένοι στον ύπνο, γίνεται ένας φοβερός σεισμός, πού άνοιξε το χωριό στα δύο από την μια άκρη έως την άλλη. Τα περισσότερα σπίτια γύρισαν ανάποδα, εκατοντάδες ήταν και οι νεκροί, τους οποίους ομαδικά στοίβαζαν πάνω στα κάρα. Ολόκληρες οικογένειες ξεκληρίστηκαν.
Όμως το σπίτι και ή οικογένεια του ευλαβούς αυτού ιερέως παρέμειναν άθικτα και ακέραια, χωρίς την παραμικρή ρωγμή.
Ο ΠΑΠΑ ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΙ
Προ του 1940 ένας ξενιτεμένος για χρόνια, επέστρεφε στο χωριό του, στην Άνω Βρόντου. Χαρές, γέλια, καλωσορίσματα, κεράσματα, για την επιστροφή του νοικοκύρη.
Ένα από τα πρώτα πράγματα πού ρώτησε, ήταν:
Τι κάνει ο παπα-Γιώργης;
Α, του είπαν, στην Εκκλησία θα είναι, στους Αγίους Θεοδώρους.
Ε, πάω να πάρω την ευχή του και ξαναγυρίζω.
Πηγαίνει στην Εκκλησία, ο δρόμος τον οδήγησε από το πίσω μέρος. Τα παράθυρα ήσαν ανοιχτά. Άκουε τις ζωηρές ομιλίες. Σκύβει λοιπόν από ένα παράθυρο λόγω περιέργειας και βλέπει μέσα στον Ναό.
Ό παπα-Γιώργης συζητούσε ζωηρά μ' έναν ωραιότατο νέο, υψηλό, παράξενα ντυμένο, και του έλεγε:
Α, όλα κι όλα! Θα μου κάνης αυτό πού σου ζητώ! Δεν ξέρω τι λογαριασμό έχεις εκεί πέρα, αλλά εμένα θα μου κάνης αυτό πού σου ζήτω!
Άφησε το παράθυρο γεμάτος απορία και πάει από
μπροστά, αλλά βρίσκει την πόρτα κλειστή. Χτυπά δυνατά...Τίποτα. Ξαναχτυπά και λέγει:
Παπα-Γιώργη, ξέρω ότι είσαι μέσα. Άνοιξε μου!
Ησυχία...Ξαναχτυπάει πάλι και του λέει:
Την ευχή σου θέλω μόνο παπα-Γιώργη, είμαι ο Σιδερης. Μόλις τώρα, ήρθα από το ταξίδι.
Τίποτα. Τελεία ησυχία... Σπρώχνει την πόρτα, ξανασπρώχνει... δεν άνοιγε. Απογοητευμένος κίνησε να φυγή. Ανεβαίνοντας το ανηφοράκι βλέπει να κατεβαίνη με την μαγγούρα του ο παπα-Γιώργης!
Βρε, βρε, καλώς τον!!! λέει ο παπα-Γιώργης
Άφωνος ο Σιδέρης.
-Ε, Σιδερή, του λέει. Μη δίνης σημασία σ' αυτά πού είδες στους Αγίους Θεοδώρους. Δεν πειράζει, παιδάκι μου, φαντασίες σου είναι, φαντασίες σου. Καλώς ώρισες!!! Αυτά τα διηγούντο στη Δράμα.
Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ ΚΑΙ Η ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Γνώρισα έναν υπέργηρο ιερέα με 70 χρόνια στην ιεροσύνη. Χήρεψε από πολύ νωρίς, υστέρα από 12 χρόνια γάμου. Από την έγγαμη του ζωή απέκτησε 7 παιδιά, τα οποία μεγάλωσε με πολύ μεγάλο κόπο, χωρίς να βάλη άνθρωπο στο σπίτι του ούτε συγγενή για να βοηθήσει στη μαρτυρική ανατροφή τους. Ταυτόχρονα έπρεπε να αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα πού έχει μια ενορία με την πληθώρα των λειτουργικών και ποιμαντικών καθηκόντων. Παράλληλα έπρεπε να αντιμετωπίζει με ηθική αξιοπρέπεια και το οξύ πρόβλημα της προσωπικής του χηρείας, διότι ήταν νέος στην ηλικία άνθρωπος. Έτσι είχε βαθύτατο πόνο στην καρδιά, πού τον έβγαζε πολλές φορές όταν λειτουργούσε. Τα χρόνια κυλούσαν... κάποια όμως Κυριακή μηνός Ιουλίου, καθ' όν χρόνον λειτουργούσε και είχε φθάσει στον Χερουβικό ύμνο, τη στιγμή πού έκλινε το κεφαλάκι του και άρχισε να διαβάζει την ευχή, πού ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον λειτουργό ιερέα: «Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταίς σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς...» εντελώς απροσδόκητα άστραψε ο τόπος σαν να έγινε ένας δυνατός σεισμός, του οποίου ή φωτοπλημμύρα εξαφάνισε τα πάντα γύρω του: την κόγχη, τους τοίχους του αγίου Βήματος και όλον τον Ναό.
Κατακλύσθηκε από τόσο υπερκόσμιο φως, πού δεν μπορούσε πλέον να το δη και έκλεισε τα μάτια του, πέφτοντας συγχρόνως στα γόνατα μπροστά στην αγία Τράπεζα. Δεν μιλούσε. Βουβάθηκε και δεν μπορούσε να άνοιξη πλέον τα μάτια του από την εκτυφλωτική λαμπρότητα αυτού του φωτός των χιλίων ήλιων...
Ψυχοσωματικά όμως μου δώρισε τόση γαλήνη, τόση ειρήνη και τόση θεία ευφροσύνη, πού την απολάμβανε κάθε κύτταρο της υπάρξεως μου...Πολλά συναισθήματα ουράνια και πέρα από κάθε λογική πλημμύρισαν την ψυχή μου, την καρδιά μου, το είναι μου, όλες μου τις αισθήσεις, όλους τους πόρους του σώματος μου, μέχρι και στα κόκαλα μου εισήλθε ή υπέρλογη αυτή ειρήνη και μακαριότητα, πού δεν ήθελα άλλο να ζήσω, αλλά να πεθάνω μέσα σε αυτή την ακατάληπτη ευτυχία πού ζούσα.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε...και να πού όλα πέρασαν, έφυγαν κι εγώ ήμουν ακόμη γονατιστός μπροστά στην αγία Τράπεζα, εκστατικός και τρισευτυχισμένος! Σαν αστραπή πέρασε ένας λογισμός και μου είπε: «Ένα λεπτό ακόμη και θα πέθαινες.. Η θεία μακαριότητα της Τριαδικής Βασιλείας του Θεού δεν βαστάζεται από το ανθρώπινο σαρκίον».
και τότε σηκώθηκα κατασυγκινημένος. Άλλωστε έξω ο ιεροψάλτης είχε τελειώσει το Χερουβικό. Τελείωσα την ευχή, θυμιάτισα και με φόβο, συντριβή και συγκίνηση πολλή έκανα την Μεγάλη Είσοδο. Τα βήματα μου όχι σταθερά, αλλά και ή εκφώνησης «Πάντων ημών μνησθείη Κύριος ο Θεός...» ήταν σαν την κραυγή του ληστού πάνω στο σταυρό ».
Τόσο δυνατή, συντετριμμένη και ικετευτική ήταν ή κραυγή του λειτουργού αυτού ιερέως, αλλά και τόση συγχρόνως ή έκφρασης της μεγάλης του ευγνωμοσύνης. Από τότε δόξαζε τον Θεό: και για τη χηρεία του και για τα ορφανά παιδιά του και για την ανθρώπινη μοναξιά και για τις αρρώστιες και για τα βάσανα
και για τις ιερατικές του ταλαιπωρίες και για κάθε θλίψη της ζωής του.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
Ήταν Μάιος του 1909. Στο χωριό Χάβαρι Αμαλιάδος του νομού Ηλείας, εφημέριος και παπαδάσκαλος ήταν ο παπά-Τιμολέων. Έγγαμος ιερεύς με τρεις κόρες, την δε πρεσβυτέρα του την έλεγαν Πατρούλα.
Ένα Σάββατο βράδυ, καθώς έπεσε ή παπαδιά να κοιμηθεί μετά την προσευχή της, βλέπει να τρίζει το κανδηλάκι της στο εικονοστάσι και να σβήνει. Ταυτόχρονα παρουσιάζεται μια ωραιότατη, ολόλαμπρη και ολοφώτεινη γυναίκα στην άκρη του κρεβατιού της. Ό παπάς της είχε πάει προ πολλού για ύπνο ατό διπλανό δωμάτιο. Αυθόρμητα ή πρεσβυτέρα λέγει προς την ουράνια εκείνη εμφάνιση: "Μην κάθεσαι εκεί". Νόμισε ότι θα καθίσει στην άκρη του κρεβατιού.' Η Βασίλισσα όμως των Ουρανών της απαντάει αυστηρά μεν, αλλά με φωνή γλυκύτατη:
--«Δεν είμαι αυτή πού νομίζεις! Να πεις στον παπά σου να πι στο εκκλησίασμα και σ' όλο το χωριό πώς όλοι τους πρέπει να μετανοήσουν, γιατί θα πάθουν μεγάλο κακό». και λέγοντας αυτά εξαφανίσθηκε.
Ή πρεσβυτέρα τρομαγμένη διηγήθηκε αμέσως το παράδοξο αυτό γεγονός στον παπα της και ο παπα Τιμολέων την πίστεψε. Έτσι για τρεις Κυριακές καλούσε όλους τους χριστιανούς σε μετάνοια λέγοντας ότι αυτή είναι ή εντολή της Παναγίας, διαφορετικά θα τους εύρισκε μεγάλο κακό. Δυστυχώς, όμως, οι χωρικοί δεν τον πίστεψαν, αλλά ούτε και το άμεσο συγγενικό του περιβάλλον.
Και σε τρεις μήνες, στις 2 Ιουλίου του 1909, προς τα χαράματα, ενώ όλοι σχεδόν ήσαν βυθισμένοι στον ύπνο, γίνεται ένας φοβερός σεισμός, πού άνοιξε το χωριό στα δύο από την μια άκρη έως την άλλη. Τα περισσότερα σπίτια γύρισαν ανάποδα, εκατοντάδες ήταν και οι νεκροί, τους οποίους ομαδικά στοίβαζαν πάνω στα κάρα. Ολόκληρες οικογένειες ξεκληρίστηκαν.
Όμως το σπίτι και ή οικογένεια του ευλαβούς αυτού ιερέως παρέμειναν άθικτα και ακέραια, χωρίς την παραμικρή ρωγμή.
Ο ΠΑΠΑ ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΙ
Προ του 1940 ένας ξενιτεμένος για χρόνια, επέστρεφε στο χωριό του, στην Άνω Βρόντου. Χαρές, γέλια, καλωσορίσματα, κεράσματα, για την επιστροφή του νοικοκύρη.
Ένα από τα πρώτα πράγματα πού ρώτησε, ήταν:
Τι κάνει ο παπα-Γιώργης;
Α, του είπαν, στην Εκκλησία θα είναι, στους Αγίους Θεοδώρους.
Ε, πάω να πάρω την ευχή του και ξαναγυρίζω.
Πηγαίνει στην Εκκλησία, ο δρόμος τον οδήγησε από το πίσω μέρος. Τα παράθυρα ήσαν ανοιχτά. Άκουε τις ζωηρές ομιλίες. Σκύβει λοιπόν από ένα παράθυρο λόγω περιέργειας και βλέπει μέσα στον Ναό.
Ό παπα-Γιώργης συζητούσε ζωηρά μ' έναν ωραιότατο νέο, υψηλό, παράξενα ντυμένο, και του έλεγε:
Α, όλα κι όλα! Θα μου κάνης αυτό πού σου ζητώ! Δεν ξέρω τι λογαριασμό έχεις εκεί πέρα, αλλά εμένα θα μου κάνης αυτό πού σου ζήτω!
Άφησε το παράθυρο γεμάτος απορία και πάει από
μπροστά, αλλά βρίσκει την πόρτα κλειστή. Χτυπά δυνατά...Τίποτα. Ξαναχτυπά και λέγει:
Παπα-Γιώργη, ξέρω ότι είσαι μέσα. Άνοιξε μου!
Ησυχία...Ξαναχτυπάει πάλι και του λέει:
Την ευχή σου θέλω μόνο παπα-Γιώργη, είμαι ο Σιδερης. Μόλις τώρα, ήρθα από το ταξίδι.
Τίποτα. Τελεία ησυχία... Σπρώχνει την πόρτα, ξανασπρώχνει... δεν άνοιγε. Απογοητευμένος κίνησε να φυγή. Ανεβαίνοντας το ανηφοράκι βλέπει να κατεβαίνη με την μαγγούρα του ο παπα-Γιώργης!
Βρε, βρε, καλώς τον!!! λέει ο παπα-Γιώργης
Άφωνος ο Σιδέρης.
-Ε, Σιδερή, του λέει. Μη δίνης σημασία σ' αυτά πού είδες στους Αγίους Θεοδώρους. Δεν πειράζει, παιδάκι μου, φαντασίες σου είναι, φαντασίες σου. Καλώς ώρισες!!! Αυτά τα διηγούντο στη Δράμα.
Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ ΚΑΙ Η ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Γνώρισα έναν υπέργηρο ιερέα με 70 χρόνια στην ιεροσύνη. Χήρεψε από πολύ νωρίς, υστέρα από 12 χρόνια γάμου. Από την έγγαμη του ζωή απέκτησε 7 παιδιά, τα οποία μεγάλωσε με πολύ μεγάλο κόπο, χωρίς να βάλη άνθρωπο στο σπίτι του ούτε συγγενή για να βοηθήσει στη μαρτυρική ανατροφή τους. Ταυτόχρονα έπρεπε να αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα πού έχει μια ενορία με την πληθώρα των λειτουργικών και ποιμαντικών καθηκόντων. Παράλληλα έπρεπε να αντιμετωπίζει με ηθική αξιοπρέπεια και το οξύ πρόβλημα της προσωπικής του χηρείας, διότι ήταν νέος στην ηλικία άνθρωπος. Έτσι είχε βαθύτατο πόνο στην καρδιά, πού τον έβγαζε πολλές φορές όταν λειτουργούσε. Τα χρόνια κυλούσαν... κάποια όμως Κυριακή μηνός Ιουλίου, καθ' όν χρόνον λειτουργούσε και είχε φθάσει στον Χερουβικό ύμνο, τη στιγμή πού έκλινε το κεφαλάκι του και άρχισε να διαβάζει την ευχή, πού ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον λειτουργό ιερέα: «Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταίς σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς...» εντελώς απροσδόκητα άστραψε ο τόπος σαν να έγινε ένας δυνατός σεισμός, του οποίου ή φωτοπλημμύρα εξαφάνισε τα πάντα γύρω του: την κόγχη, τους τοίχους του αγίου Βήματος και όλον τον Ναό.
Κατακλύσθηκε από τόσο υπερκόσμιο φως, πού δεν μπορούσε πλέον να το δη και έκλεισε τα μάτια του, πέφτοντας συγχρόνως στα γόνατα μπροστά στην αγία Τράπεζα. Δεν μιλούσε. Βουβάθηκε και δεν μπορούσε να άνοιξη πλέον τα μάτια του από την εκτυφλωτική λαμπρότητα αυτού του φωτός των χιλίων ήλιων...
Ψυχοσωματικά όμως μου δώρισε τόση γαλήνη, τόση ειρήνη και τόση θεία ευφροσύνη, πού την απολάμβανε κάθε κύτταρο της υπάρξεως μου...Πολλά συναισθήματα ουράνια και πέρα από κάθε λογική πλημμύρισαν την ψυχή μου, την καρδιά μου, το είναι μου, όλες μου τις αισθήσεις, όλους τους πόρους του σώματος μου, μέχρι και στα κόκαλα μου εισήλθε ή υπέρλογη αυτή ειρήνη και μακαριότητα, πού δεν ήθελα άλλο να ζήσω, αλλά να πεθάνω μέσα σε αυτή την ακατάληπτη ευτυχία πού ζούσα.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε...και να πού όλα πέρασαν, έφυγαν κι εγώ ήμουν ακόμη γονατιστός μπροστά στην αγία Τράπεζα, εκστατικός και τρισευτυχισμένος! Σαν αστραπή πέρασε ένας λογισμός και μου είπε: «Ένα λεπτό ακόμη και θα πέθαινες.. Η θεία μακαριότητα της Τριαδικής Βασιλείας του Θεού δεν βαστάζεται από το ανθρώπινο σαρκίον».
και τότε σηκώθηκα κατασυγκινημένος. Άλλωστε έξω ο ιεροψάλτης είχε τελειώσει το Χερουβικό. Τελείωσα την ευχή, θυμιάτισα και με φόβο, συντριβή και συγκίνηση πολλή έκανα την Μεγάλη Είσοδο. Τα βήματα μου όχι σταθερά, αλλά και ή εκφώνησης «Πάντων ημών μνησθείη Κύριος ο Θεός...» ήταν σαν την κραυγή του ληστού πάνω στο σταυρό ».
Τόσο δυνατή, συντετριμμένη και ικετευτική ήταν ή κραυγή του λειτουργού αυτού ιερέως, αλλά και τόση συγχρόνως ή έκφρασης της μεγάλης του ευγνωμοσύνης. Από τότε δόξαζε τον Θεό: και για τη χηρεία του και για τα ορφανά παιδιά του και για την ανθρώπινη μοναξιά και για τις αρρώστιες και για τα βάσανα
και για τις ιερατικές του ταλαιπωρίες και για κάθε θλίψη της ζωής του.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.