Θεσσαλονικείς Άγιοι
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
6 ᾿Ιουλίου
ΚΥΡΙΛΛΟΣ, ὁσιομάρτυς († 6.7.1566)
Μοναδικὴ πηγὴ ποὺ διασώζει τὸ Μαρτύριο καὶ τὴ χασματώδη καὶ κολοβὴ ᾿Ακολουθία τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυρίλλου εἶναι τὸ ἀθωνικὸ χειρόγραφο 347 τῆς μονῆς Διονυσίου. Πρόκειται γιὰ ἕνα κείμενο γραμμένο σὲ λόγια γλῶσσα καὶ κατὰ πᾆσα πιθανότητα αὐτόγραφο ἔργο τοῦ ἀνωνύμου συντάκτη τοῦ Μαρτυρίου, χρονολογούμενο μεταξὺ τοῦ τέλους τοῦ 17ου καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 18ου αἰῶνος.
Σύμφωνα μὲ τὸ Μαρτύριό του ὁ Κύριλλος -τὸ κοσμικὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἦταν Κυριακός- γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη τὸ ἔτος 1544, κατὰ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ σουλτάνου Σουλεϊμάν. ῾Ο πατέρας του ὀνομαζόταν Πέιος, καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Πελαγονίας καὶ διέμενε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴν περιοχὴ τῆς ἀκροπόλεως τῆς Θεσσαλονίκης.
Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ὁ Κυριακὸς ἔμεινε ὀρφανός, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναλάβουν τὴν κηδεμονία του δύο θεῖοι του, συγγενεῖς τῆς μητέρας του, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕνας ἦταν μωαμεθανός. Τελικὰ ὁ μωαμεθανὸς θεῖος του ἀνέλαβε ἀποκλειστικὰ τὴν κηδεμονία του καὶ τὸν ἔστειλε σὲ κάποιον ἐπίσης μωαμεθανὸ βυρσοδέψη γιὰ νὰ μάθει κοντά του νὰ ἐξασκεῖ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα.
῾Ωστόσο ὁ Κυριακός, ἀκολουθώντας τὶς συμβουλὲς τοῦ ἄλλου θείου του, ὁ ὁποῖος ἦταν εὐσεβὴς χριστιανός, ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει κρυφὰ τὸ μωαμεθανὸ κηδεμόνα του καὶ νὰ ἀκολουθήσει κάποιους ἁγιορεῖτες μοναχούς, ποὺ κατὰ ἀγαθὴ συγκυρία βρίσκονταν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ στὴ Θεσσαλονίκη. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν ὁ Κυριακὸς ἔφθασε στὸ ῞Αγιο ῎Ορος καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ Χελανδαρίου, λαμβάνοντας τὸ μοναχικὸ ὄνομα Κύριλλος.
῾Ο Κύριλλος ἀσκήτευσε ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη σὲ κάποιο χελανδαρινὸ μετόχι καὶ σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν ταξίδεψε μαζὶ μὲ ἄλλους δύο χελανδαρινοὺς μοναχοὺς στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου συνάντησε τὸ χριστιανὸ θεῖο του. Κατερχόμενος ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς ᾿Ακροπόλεως πρὸς τὸ λιμάνι τῆς Θεσσαλονίκης μαζὶ μὲ τὸν ἐξάδελφό του -γιὸ τοῦ χριστιανοῦ θείου του-, συνάντησε τυχαῖα τὸ μωαμεθανὸ κηδεμόνα του, ὁ ὁποῖος παρὰ τὴν παρέλευση πολλῶν ἐτῶν, ἀνεγνώρισε τὸν Κύριλλο. Φώναξε ἀμέσως καὶ ἄλλους μουσουλμάνους γιὰ νὰ συλλάβουν τὸν Κύριλλο μὲ τὴν κατηγορία ὅτι, ἐνῶ πρὶν εἶχε ἀσπαστεῖ τὸ μωαμεθανισμό, στὴ συνέχεια τὸν ἀρνήθηκε καὶ ἐξόμωσε.
῾Ο Κύριλλος ὁδηγήθηκε ἀμέσως στὸν Τοῦρκο δικαστὴ τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἐπιχείρησε νὰ τὸν πείσει νὰ ἐγκαταλείψει τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ νὰ ἀσπαστεῖ τὸ μωαμεθανισμό. ῞Οταν διεπίστωσε πὼς ἡ προσπάθειά του δὲν ἐπέφερε κανένα ἀποτέλεσμα, διέταξε νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴ φυλακὴ σκοπεύοντας νὰ ἐκφέρει τὴν ἀπόφασή του τὴν ἑπόμενη ἡμέρα.
Τὴν ἄλλη ἡμέρα ὁ Κύριλλος ὁδηγήθηκε καὶ πάλι στὸ δικαστή, ὁ ὁποῖος προσπάθησε γιὰ δεύτερη φορὰ νὰ τὸν μεταπείσει μὲ ὑποσχέσεις ἢ μὲ ἀπειλές, ἀλλὰ ὅταν διεπίστωσε ὅτι ἡ προσπάθειά του ἦταν μάταιη, τὸν κατεδίκασε σὲ θάνατο διὰ πυρᾆς. ῾Ο Κύριλλος ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ ἐξαγριωμένο πλῆθος τῶν φανατισμένων τούρκων καὶ τῶν δημίων του στὸν τόπο τῆς καταδίκης του, στὸ παλαιὸ βυζαντινὸ ἱπποδρόμιο τῆς πόλεως, κοντὰ στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος μνημονεύεται στὸ συναξάριο τῆς ᾿Ακολουθίας τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυρίλλου γιὰ πρώτη φορά.
῾Ο Τοῦρκος ὕπαρχος ἐπιχείρησε γιὰ τελευταία φορά, ὅπως συνηθιζόταν, νὰ μεταπείσει τὸν Κύριλλο, προσφέροντάς του ὑλικὲς ἀνέσεις καὶ ἀπολαύσεις, ἀλλὰ ὁ Κύριλλος τὶς ἀρνήθηκε, λέγοντας πὼς γι᾿ αὐτὸν μοναδικὸς πλοῦτος ἦταν ὁ Χριστός. Κατόπιν τούτων ὁ ὕπαρχος ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς δημίους νὰ ρίψουν τὸν Κύριλλο στὴν πυρά, ἡ ὁποία ἀποτέφρωσε τὸ σῶμα του στὶς 6 ᾿Ιουλίου τοῦ 1566.
᾿Ιδιαίτερα ἀξιόλογη εἶναι ἡ τελευταία πληροφορία ποὺ παρέχει τὸ Συναξάριο τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυρίλλου: “᾿Επεὶ γὰρ ἤμελλε τῇ φλογὶ δαπανηθῆναι τὸ σύνολον, κυνῶν ὀστᾆ τεθνηκότων ἐγείραντες, ἔστι δὲ καὶ οŽς θνησιμαίους, τῇ πυρᾷ ἐναπέρριψαν· ἔνθεν τοι τὸ μὲν τοῦ μάρτυρος σῶμα τῷ πυρὶ καταναλωθέν, ὡσεὶ σποδὸς ἐγένετο...”. Τὴ μαρτυρία αὐτὴ ἐπιβεβαίωσε ἡ ἀνακάλυψη μίας πήλινης λάρνακας, ἡ ὁποία περιεῖχε ὑπολείμματα ὀστῶν καὶ ὑφάσματος ἀναμειγμένα μὲ τέφρα, καὶ βρέθηκε στὰ θεμέλια τοῦ παλαιοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου τὸ 1972, μετὰ τὴν κατεδάφισή του γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ νέου ναοῦ στὴ θέση του. ῾Ο συνδυασμὸς τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ εὑρήματος μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Συναξαρίου, συγκλίνει καθοριστικὰ στὴν ἀπόδοσή του στὸν ὁσιομάρτυρα Κύριλλο τὸ Θεσσαλονικέα.
Στὴ μνήμη τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυρίλλου, ποὺ ἑορτάζεται στὶς 6 ᾿Ιουλίου, τιμᾆται τὸ δεξιὸ παρεκκλήσιο ποὺ ὑπάρχει στὴ νότια πλευρὰ τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου.
ΚΥΡΙΛΛΟΣ, ὁσιομάρτυς († 6.7.1566)
Μοναδικὴ πηγὴ ποὺ διασώζει τὸ Μαρτύριο καὶ τὴ χασματώδη καὶ κολοβὴ ᾿Ακολουθία τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυρίλλου εἶναι τὸ ἀθωνικὸ χειρόγραφο 347 τῆς μονῆς Διονυσίου. Πρόκειται γιὰ ἕνα κείμενο γραμμένο σὲ λόγια γλῶσσα καὶ κατὰ πᾆσα πιθανότητα αὐτόγραφο ἔργο τοῦ ἀνωνύμου συντάκτη τοῦ Μαρτυρίου, χρονολογούμενο μεταξὺ τοῦ τέλους τοῦ 17ου καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 18ου αἰῶνος.
Σύμφωνα μὲ τὸ Μαρτύριό του ὁ Κύριλλος -τὸ κοσμικὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἦταν Κυριακός- γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη τὸ ἔτος 1544, κατὰ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ σουλτάνου Σουλεϊμάν. ῾Ο πατέρας του ὀνομαζόταν Πέιος, καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Πελαγονίας καὶ διέμενε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴν περιοχὴ τῆς ἀκροπόλεως τῆς Θεσσαλονίκης.
Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ὁ Κυριακὸς ἔμεινε ὀρφανός, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναλάβουν τὴν κηδεμονία του δύο θεῖοι του, συγγενεῖς τῆς μητέρας του, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕνας ἦταν μωαμεθανός. Τελικὰ ὁ μωαμεθανὸς θεῖος του ἀνέλαβε ἀποκλειστικὰ τὴν κηδεμονία του καὶ τὸν ἔστειλε σὲ κάποιον ἐπίσης μωαμεθανὸ βυρσοδέψη γιὰ νὰ μάθει κοντά του νὰ ἐξασκεῖ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα.
῾Ωστόσο ὁ Κυριακός, ἀκολουθώντας τὶς συμβουλὲς τοῦ ἄλλου θείου του, ὁ ὁποῖος ἦταν εὐσεβὴς χριστιανός, ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει κρυφὰ τὸ μωαμεθανὸ κηδεμόνα του καὶ νὰ ἀκολουθήσει κάποιους ἁγιορεῖτες μοναχούς, ποὺ κατὰ ἀγαθὴ συγκυρία βρίσκονταν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ στὴ Θεσσαλονίκη. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν ὁ Κυριακὸς ἔφθασε στὸ ῞Αγιο ῎Ορος καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ Χελανδαρίου, λαμβάνοντας τὸ μοναχικὸ ὄνομα Κύριλλος.
῾Ο Κύριλλος ἀσκήτευσε ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη σὲ κάποιο χελανδαρινὸ μετόχι καὶ σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν ταξίδεψε μαζὶ μὲ ἄλλους δύο χελανδαρινοὺς μοναχοὺς στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου συνάντησε τὸ χριστιανὸ θεῖο του. Κατερχόμενος ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς ᾿Ακροπόλεως πρὸς τὸ λιμάνι τῆς Θεσσαλονίκης μαζὶ μὲ τὸν ἐξάδελφό του -γιὸ τοῦ χριστιανοῦ θείου του-, συνάντησε τυχαῖα τὸ μωαμεθανὸ κηδεμόνα του, ὁ ὁποῖος παρὰ τὴν παρέλευση πολλῶν ἐτῶν, ἀνεγνώρισε τὸν Κύριλλο. Φώναξε ἀμέσως καὶ ἄλλους μουσουλμάνους γιὰ νὰ συλλάβουν τὸν Κύριλλο μὲ τὴν κατηγορία ὅτι, ἐνῶ πρὶν εἶχε ἀσπαστεῖ τὸ μωαμεθανισμό, στὴ συνέχεια τὸν ἀρνήθηκε καὶ ἐξόμωσε.
῾Ο Κύριλλος ὁδηγήθηκε ἀμέσως στὸν Τοῦρκο δικαστὴ τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἐπιχείρησε νὰ τὸν πείσει νὰ ἐγκαταλείψει τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ νὰ ἀσπαστεῖ τὸ μωαμεθανισμό. ῞Οταν διεπίστωσε πὼς ἡ προσπάθειά του δὲν ἐπέφερε κανένα ἀποτέλεσμα, διέταξε νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴ φυλακὴ σκοπεύοντας νὰ ἐκφέρει τὴν ἀπόφασή του τὴν ἑπόμενη ἡμέρα.
Τὴν ἄλλη ἡμέρα ὁ Κύριλλος ὁδηγήθηκε καὶ πάλι στὸ δικαστή, ὁ ὁποῖος προσπάθησε γιὰ δεύτερη φορὰ νὰ τὸν μεταπείσει μὲ ὑποσχέσεις ἢ μὲ ἀπειλές, ἀλλὰ ὅταν διεπίστωσε ὅτι ἡ προσπάθειά του ἦταν μάταιη, τὸν κατεδίκασε σὲ θάνατο διὰ πυρᾆς. ῾Ο Κύριλλος ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ ἐξαγριωμένο πλῆθος τῶν φανατισμένων τούρκων καὶ τῶν δημίων του στὸν τόπο τῆς καταδίκης του, στὸ παλαιὸ βυζαντινὸ ἱπποδρόμιο τῆς πόλεως, κοντὰ στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος μνημονεύεται στὸ συναξάριο τῆς ᾿Ακολουθίας τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυρίλλου γιὰ πρώτη φορά.
῾Ο Τοῦρκος ὕπαρχος ἐπιχείρησε γιὰ τελευταία φορά, ὅπως συνηθιζόταν, νὰ μεταπείσει τὸν Κύριλλο, προσφέροντάς του ὑλικὲς ἀνέσεις καὶ ἀπολαύσεις, ἀλλὰ ὁ Κύριλλος τὶς ἀρνήθηκε, λέγοντας πὼς γι᾿ αὐτὸν μοναδικὸς πλοῦτος ἦταν ὁ Χριστός. Κατόπιν τούτων ὁ ὕπαρχος ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς δημίους νὰ ρίψουν τὸν Κύριλλο στὴν πυρά, ἡ ὁποία ἀποτέφρωσε τὸ σῶμα του στὶς 6 ᾿Ιουλίου τοῦ 1566.
᾿Ιδιαίτερα ἀξιόλογη εἶναι ἡ τελευταία πληροφορία ποὺ παρέχει τὸ Συναξάριο τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυρίλλου: “᾿Επεὶ γὰρ ἤμελλε τῇ φλογὶ δαπανηθῆναι τὸ σύνολον, κυνῶν ὀστᾆ τεθνηκότων ἐγείραντες, ἔστι δὲ καὶ οŽς θνησιμαίους, τῇ πυρᾷ ἐναπέρριψαν· ἔνθεν τοι τὸ μὲν τοῦ μάρτυρος σῶμα τῷ πυρὶ καταναλωθέν, ὡσεὶ σποδὸς ἐγένετο...”. Τὴ μαρτυρία αὐτὴ ἐπιβεβαίωσε ἡ ἀνακάλυψη μίας πήλινης λάρνακας, ἡ ὁποία περιεῖχε ὑπολείμματα ὀστῶν καὶ ὑφάσματος ἀναμειγμένα μὲ τέφρα, καὶ βρέθηκε στὰ θεμέλια τοῦ παλαιοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου τὸ 1972, μετὰ τὴν κατεδάφισή του γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ νέου ναοῦ στὴ θέση του. ῾Ο συνδυασμὸς τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ εὑρήματος μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Συναξαρίου, συγκλίνει καθοριστικὰ στὴν ἀπόδοσή του στὸν ὁσιομάρτυρα Κύριλλο τὸ Θεσσαλονικέα.
Στὴ μνήμη τοῦ ὁσιομάρτυρος Κυρίλλου, ποὺ ἑορτάζεται στὶς 6 ᾿Ιουλίου, τιμᾆται τὸ δεξιὸ παρεκκλήσιο ποὺ ὑπάρχει στὴ νότια πλευρὰ τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
9 ᾿Ιουλίου
ΦΩΤΙΟΣ ὁ ΘΕΣΣΑΛΟΣ,
ὅσιος, κτίτωρ τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου (11ος αἰ.)
῾Ο ὅσιος Φώτιος ὁ Θεσσαλὸς ὑπῆρξε δεσπόζουσα μοναστικὴ φυσιογνωμία στὸ πνευματικὸ περιβάλλον τῆς Θεσσαλονίκης κατὰ τὸν 11ο αἰώνα.
Καταγόταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλία, ὅρο μὲ εὐρύτατη γεωγραφικὴ ἔννοια αὐτὴ τὴν περίοδο, ἀπὸ εὔπορους καὶ ἐπιφανεῖς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ὡστόσο δὲν κατονομάζονται στὸ Βίο του. Σὲ νεανικὴ ἡλικία ἀσπάστηκε τὸ μοναχικὸ βίο, ἐπιδιδόμενος σὲ αὐστηρότατη ἄσκηση. Φθάνοντας στὴ Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία ὁ βιογράφος του δὲν παραλείπει νὰ ἐγκωμιάσει ὡς “προκαθεζομένη τῶν Θετταλικῶν πόλεων” καὶ ὡς “βασιλίδα ταῖς ἑκατέρωθεν πόλεσι”, ὁ ὅσιος Φώτιος ἐγκαταβίωσε σὲ μία μικρὴ μονὴ στὴν περιοχὴ τῆς ᾿Ακροπόλεως, ἐντὸς τῶν τειχῶν, τιμώμενη στὸ ὄνομα τῶν ἁγίων ἀναργύρων Κοσμᾆ καὶ Δαμιανοῦ. ᾿Εκεῖ γνώρισε κάποιο μεγάλο ἀσκητή, τὸν ἱερὸ Βλάσιο, στὸν ὁποῖο κατέστη ὑποτακτικός.
῾Ο ἀνώνυμος συντάκτης τοῦ Βίου ἀφιερώνει ἕνα μεγάλο τμῆμα του στὴν προσωπικότητα τοῦ ἀσκητῆ καὶ γέροντα τοῦ ὁσίου Φωτίου, Βλασίου, τὸν ὁποῖο συνδέει μὲ τὸν αὐτοκράτορα Ρωμανὸ Β’ (959-963) -ἂν καὶ τὸν συγχέει μὲ τὸ Ρωμανὸ Α’ Λεκαπηνό-. ῾Ο Βλάσιος κλήθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ μετέβη, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸ Φώτιο, στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου κατέστη καὶ πνευματικὸς πατέρας τοῦ Ρωμανοῦ Β’. Τέλεσε ὁ ἴδιος τὴ βάπτιση τοῦ γιοῦ του, Βασιλείου Β’ τὸ 958/9, δίνοντάς του προορατικὰ τὸ ὄνομα Βασίλειος. Στὴ βάπτιση παρευρισκόταν καὶ ὁ ὅσιος Φώτιος, τὸν ὁποῖο ὁ Βλάσιος ὑπέδειξε ὡς τὸ κατάλληλο πρόσωπο γιὰ τὴν περιφορὰ τοῦ βρέφους ὡς τὸν κοιτώνα του, μὲ τὴ συνοδεία ψαλμωδιῶν.
῾Ο Φώτιος ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη καί, ὄντας ἐραστὴς τῆς ἡσυχίας, μετέβη στὶς ὑπώρειες τοῦ Χορταΐτη (Χορτιάτη), ὅπου ἔκτισε μία καλύβη μὲ πέτρες καὶ ἐγκαταβίωσε ἐκεῖ, συνεχίζοντας τὸν ἀγώνα του στὸ στίβο τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ καλοκαίρι ἀνερχόταν στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους, ὅπου καὶ ἀνήγειρε ναὸ ἀφιερωμένο στὸν ἀρχάγγελο Μιχαήλ, καὶ ὅπου μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἀνέβλυσε πηγὴ μὲ καθαρὸ νερό, ἡ ὁποία στὶς μέρες ποὺ γραφόταν ὁ Βίος εἶχε ἐξελιχθεῖ σὲ ἁγίασμα μὲ ἰαματικὴ δύναμη.
῾Ωστόσο, οἱ ἐπιδρομὲς τῶν Βουλγάρων (“τὸ Μυσῶν ἔθνος”) προκάλεσαν μεγάλη ἀστάθεια καὶ ἀνάγκασαν τὸν αὐτοκράτορα Βασίλειο Β’ νὰ συντάξει τὰ βυζαντινὰ στρατεύματα καὶ νὰ ἐκστρατεύσει ἐναντίον τους, ἀλλὰ ἡ ἔκβαση τῶν γεγονότων ἦταν ἀρνητικὴ (ὑπαινίσσεται προφανῶς τὴν ἀποτυχημένη πρώτη ἐκστρατεία τοῦ Βασιλείου τὸ 986). ῾Ο Βασίλειος κατευθύνθηκε πρὸς τὴ Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία “καὶ φρούριον εἶχε καὶ κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἀσφαλὲς ὁρμητήριον”. ᾿Εκεῖ ἀναζήτησε τὸν ἀσκητὴ Βλάσιο καί, ὅταν πληροφορήθηκε τὸ θάνατό του, ζήτησε νὰ μάθει γιὰ τὸ μαθητή του, ποὺ τὸν εἶχε κρατήσει στὰ χέρια του κατὰ τὴ βάπτισή του. Τελικὰ πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ὅσιος Φώτιος ἀσκήτευε κάπου ἐκτὸς τῆς πόλεως καὶ τὸν κάλεσε νὰ σπεύσει νὰ τὸν συναντήσει· ἔκτοτε ὁ Βασίλειος κράτησε κοντά του τὸν ὅσιο γέροντα, ὄχι μόνο στὴ Θεσσαλονίκη ἀλλὰ καὶ κατὰ τὶς ἐκστρατεῖες του. Τοιουτοτρόπως “ὁ μὲν (βασιλεύς) ὅπλοις ἀμυντηρίοις, ὁ δὲ (Φώτιος) λόγοις εὐκτηρίοις τοὺς ἐναντίους ἀμύνονται”.
Μετὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐπικράτηση τοῦ Βασιλείου Β’ τὸ 1017/8, ὁ ὅσιος Φώτιος ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη ἐπευφημούμενος ἀπὸ τοὺς Θεσσαλονικεῖς. ῾Ο αὐτοκράτορας, σύμφωνα μὲ τὸ Βίο, τοῦ ἀπέστειλε χρυσόβουλλο γράμμα, μὴ σωζόμενο σήμερα, μὲ τὸ ὁποῖο τοῦ παρεῖχε δῶρα, τὰ ὁποῖα ὁ Φώτιος χρησιμοποίησε γιὰ ἀγαθοεργίες καὶ γιὰ τὴν ἀνέγερση ναῶν καὶ μονῶν στὴν περιοχὴ τῆς ᾿Ακροπόλεως, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς πόλεως, ὅπως πολὺ παραστατικὰ ἀναφέρει ὁ βιογράφος του: “ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου περὶ τήνδε τὴν ἀκρόπολιν, εἰ τῶν ἐνταυθοῖ πολιτῶν ὑπάρχεις... καὶ ἴδε τὰ κατ᾿ αὐτὴν συνεστῶτα σεμνεῖα· πρόελθε δὴ καὶ τοῦ ἄστεως, καὶ περιάθρησον τῶν τοῦ Φωτίου πόνων τὰ σιγῶντα κηρύγματα. Πολλαχοῦ γὰρ ὄψει τεμένη θεῖα παρ᾿ ἐκείνου γεγενημένα καὶ ψυχῶν ἱερὰ φροντιστήρια, ἐν οἷς ἅπασι, τοῖς μὲν ἀνδρῶν μοναζόντων, τοῖς δὲ γυναικῶν μοναζουσῶν πολλὰ πλήθη πρότερον ἦν”. Τὴ μεγάλη προσφορὰ τοῦ ὁσίου Φωτίου στὸν ἀστικὸ μοναχισμὸ τῆς Θεσσαλονίκης ὑπογραμμίζει ὁ βιογράφος του μὲ ἐγκωμιαστικὸ τρόπο, τονίζοντας στὴ συνέχεια ὅτι “πάντων τούτων αἱ ἀγέλαι τῶν μονοτρόπων, αἵτινες πάλαι τε ἦσαν καὶ νῦν εἰσίν, ἐκείνου πνευματικὰ τυγχάνει γεννήματα, πάντες τοῦ μεγάλου τούτου ποιμένος ποίμνιον, πάντες τῶν ἱερῶν ἐκείνου προσευχῶν κατορθώματα”.
᾿Απὸ τὴ συνέχεια τοῦ Βίου πληροφορούμαστε, ὅτι ὁ βιογράφος του εἶχε ὑπόψη του καὶ μία διαθήκη ποὺ εἶχε συντάξει ὁ ὅσιος Φώτιος πρὸ τοῦ θανάτου του (“τὴν ἐξόδιον τοῦ ἁγίου διάταξιν, ἣν ἐγγράμματον ὑποχωρεῖν τοῦ βίου μέλλων ἐξέθετο”). ῾Η διαθήκη αὐτή, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὴν σύντομη περιγραφὴ τοῦ περιεχομένου της ποὺ παρέχεται ἀπὸ τὸ συντάκτη τοῦ Βίου στὴ συνέχεια, ἔφερε τὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν κτιτορικῶν διαθηκῶν, δηλ. τῶν διαθηκῶν ποὺ συνέτασσαν οἱ κτίτορες τῶν μονῶν, γιὰ τὴν εὔρυθμη λειτουργία τους μετὰ τὸ θάνατό τους. ῾Η μνημονευόμενη διαθήκη ὅριζε τὸν ἀπόλυτο ἐγκλεισμὸ τῶν μοναστριῶν κάποιας γυναικείας μονῆς ποὺ εἶχε συστήσει ὁ ῞Οσιος ἐντὸς τοῦ χώρου τῆς μονῆς, ρύθμιζε τὰ τῆς φροντίδος τῶν ναῶν ποὺ εἶχε ἀνεγείρει ὁ ἴδιος, τὴ διαδοχή του στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῶν μοναχῶν ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴ συνοδεία του, καθὼς καὶ μία σειρὰ κανόνων σχετικὰ μὲ διάφορες πτυχὲς τοῦ μοναχικοῦ βίου: νηστεία, ἀνάπαυση, λειτουργικὸ τυπικό, μέριμνα ὑπὲρ τῶν πτωχῶν.
῾Ο Βίος δὲν παρέχει καμμία χρονικὴ ἔνδειξη σχετικὰ μὲ τὸ ὁσιακὸ τέλος τοῦ ἀσκητῆ Φωτίου τοῦ Θεσσαλονικέως· περιορίζεται μόνο στὴ δήλωση ὅτι παρέδωσε τὸ ἱερὸ πνεῦμα του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ “πλήρης ἡμερῶν ἀληθῶς τῶν τε θείων ἅμα καὶ τῶν ἀνθρωπίνων γενόμενος”. Πρέπει ὡστόσο ἡ κοίμηση τοῦ ὁσίου Φωτίου νὰ τοποθετηθεῖ μὲ βεβαιότητα μετὰ τὸ ἔτος 1017, κατὰ τὸ ὁποῖο, ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Β’ κατετρόπωσε ὁριστικὰ τοὺς Βουλγάρους.
Σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ μνεία ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τοῦ ῾Οσίου ἀπὸ τοὺς μαθητές του, προφανῶς στὴ μονὴ ὅπου ἐγκαταβίωσε τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του καὶ κοιμήθηκε. Σύμφωνα μὲ τὸ Βίο τελοῦνταν πανήγυρη, κατὰ τὴν ὁποία ψάλλονταν ὕμνοι ποὺ εἶχαν συντεθεῖ γι᾿ αὐτόν: “συνιόντων ἀλλήλοις καὶ συμπανηγυριζόντων τὸ θεῖον τούτου μνημόσυνον, καὶ ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὡδαῖς πνευματικαῖς αὐτὸν γεραιρόντων”.
῾Η σύνθεση ὕμνων πρὸς τιμὴν τοῦ ὁσίου Φωτίου ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἐξαιρετικὰ σημαντικοῦ στιχηροῦ, ποὺ συνέθεσε ὁ μέγας οἰκονόμος τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης καὶ μετέπειτα μητροπολίτης Δημήτριος Βεάσκος τὸ 13ο αἰώνα καὶ μελοποίησε ὁ μοναχὸς Δανιὴλ ᾿Αχραδᾆς, τὸ ὁποῖο ἐπιγράφεται: “᾿Ιουλίου θ’. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Φωτίου κτήτορος μονῆς τοῦ ᾿Ακαπνίου. Ποίημα κυρίου Δημητρίου ἱεροδιακόνου καὶ μεγάλου οἰκονόμου μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, οὗ τὸ ἐπώνυμον Βεάσκος...”. ῾Η σπουδαιότητα αὐτοῦ τοῦ στιχηροῦ (ἀρχ.: ῾Η φαιδρὰ τοῦ θεοφόρου μνήμη Φωτίου...) ἔγκειται στὴν ἑορτολογικὴ ἔνδειξη τῆς 9ης ᾿Ιουλίου, ἡ ὁποία δὲν παρέχεται ἀπὸ τὸ Βίο τοῦ ὁσίου Φωτίου, καὶ στὴν πληροφορία ὅτι ὑπῆρξε ἱδρυτὴς τῆς περίφημης βασιλικῆς μονῆς τοῦ ᾿Ακαπνίου.
Τὴν ταύτιση τοῦ ὁσίου Φωτίου τοῦ Θεσσαλοῦ μὲ τὸν ὅσιο Φώτιο, τὸν κτίτορα τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου στὴ Θεσσαλονίκη, πρότεινε πρῶτος ὁ ᾿Αθ. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, κατὰ τὴν ἔκδοση τοῦ προαναφερθέντος στιχηροῦ, καὶ στὴ συνέχεια ὑποστήριξε διεξοδικότερα ὁ V. Grumel. ῾Η ταύτιση αὐτὴ ἔχει γίνει πλέον καθολικὰ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἔρευνα.
῾Ο ἀνώνυμος Βίος τοῦ ὁσίου Φωτίου ἐκφωνήθηκε πιθανότατα κατὰ τὴν ἑορτή του στὴ μονὴ ᾿Ακαπνίου, ἐνώπιον ἀκροατηρίου, ποὺ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ μοναχούς-πνευματικὰ τέκνα του, ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν προσφώνηση: “ὦ θεῖον καὶ ἱερώτατον σύστημα, καὶ τοῦ γεννήσαντος καὶ ποιμάναντος ὑμᾆς διὰ τοῦ εὐαγγελίου κάλλιστα θρέμματα καὶ γεννήματα, τὴν εὐφρόσυνον ταύτην ἑορτὴν σὺν εὐφροσύνῃ τελέσωμεν”. Διακρίνεται ἀπὸ μία ἔντονη ἐγκωμιαστικὴ τάση καὶ προσφέρει περιορισμένα ἱστορικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δραστηριότητα τοῦ ὁσίου Φωτίου, ἂν καὶ ἡ συγγραφή του δὲν πρέπει νὰ ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ χρόνο ἀκμῆς τοῦ μεγάλου ἀσκητῆ, ἐφόσον στὴν προφορικὴ μορφή του ἀπευθύνθηκε στοὺς μαθητές του. Σώζεται μόνο σὲ ἕνα χειρόγραφο τοῦ 12ου αἰ., τὸ ὑπ᾿ ἀριθ. 159 (Vlad. 390) τῆς Συνοδικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Μόσχας, στὸ ὁποῖο περιλαμβάνεται καὶ ὁ ἀρχικὸς Βίος τῆς ὁσίας Θεοδώρας τῆς μυροβλύτιδος.
Τέλος, σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ μνεία τοῦ ὁσίου Φωτίου στὸ Βίο τοῦ Καλαβροῦ ὁσίου Φαντίνου τοῦ νέου, ποὺ κοιμήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη τὸ 974. Σύμφωνα μὲ τὸν ἐκτενῆ Βίο του (§ 52) κατὰ τὴν τελευτή του, ἐπισκέφθηκαν τὸν ὅσιο Φαντίνο οἱ μοναχοὶ Συμεὼν ὁ φιλόσοφος καὶ Φώτιος, τὸν ὁποῖο ἡ ἐκδότρια τοῦ Βίου, E. Follieri ταυτίζει μὲ βεβαιότητα μὲ τὸν ὅσιο Φώτιο τὸ Θεσσαλό.
ΦΩΤΙΟΣ ὁ ΘΕΣΣΑΛΟΣ,
ὅσιος, κτίτωρ τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου (11ος αἰ.)
῾Ο ὅσιος Φώτιος ὁ Θεσσαλὸς ὑπῆρξε δεσπόζουσα μοναστικὴ φυσιογνωμία στὸ πνευματικὸ περιβάλλον τῆς Θεσσαλονίκης κατὰ τὸν 11ο αἰώνα.
Καταγόταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλία, ὅρο μὲ εὐρύτατη γεωγραφικὴ ἔννοια αὐτὴ τὴν περίοδο, ἀπὸ εὔπορους καὶ ἐπιφανεῖς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ὡστόσο δὲν κατονομάζονται στὸ Βίο του. Σὲ νεανικὴ ἡλικία ἀσπάστηκε τὸ μοναχικὸ βίο, ἐπιδιδόμενος σὲ αὐστηρότατη ἄσκηση. Φθάνοντας στὴ Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία ὁ βιογράφος του δὲν παραλείπει νὰ ἐγκωμιάσει ὡς “προκαθεζομένη τῶν Θετταλικῶν πόλεων” καὶ ὡς “βασιλίδα ταῖς ἑκατέρωθεν πόλεσι”, ὁ ὅσιος Φώτιος ἐγκαταβίωσε σὲ μία μικρὴ μονὴ στὴν περιοχὴ τῆς ᾿Ακροπόλεως, ἐντὸς τῶν τειχῶν, τιμώμενη στὸ ὄνομα τῶν ἁγίων ἀναργύρων Κοσμᾆ καὶ Δαμιανοῦ. ᾿Εκεῖ γνώρισε κάποιο μεγάλο ἀσκητή, τὸν ἱερὸ Βλάσιο, στὸν ὁποῖο κατέστη ὑποτακτικός.
῾Ο ἀνώνυμος συντάκτης τοῦ Βίου ἀφιερώνει ἕνα μεγάλο τμῆμα του στὴν προσωπικότητα τοῦ ἀσκητῆ καὶ γέροντα τοῦ ὁσίου Φωτίου, Βλασίου, τὸν ὁποῖο συνδέει μὲ τὸν αὐτοκράτορα Ρωμανὸ Β’ (959-963) -ἂν καὶ τὸν συγχέει μὲ τὸ Ρωμανὸ Α’ Λεκαπηνό-. ῾Ο Βλάσιος κλήθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ μετέβη, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸ Φώτιο, στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου κατέστη καὶ πνευματικὸς πατέρας τοῦ Ρωμανοῦ Β’. Τέλεσε ὁ ἴδιος τὴ βάπτιση τοῦ γιοῦ του, Βασιλείου Β’ τὸ 958/9, δίνοντάς του προορατικὰ τὸ ὄνομα Βασίλειος. Στὴ βάπτιση παρευρισκόταν καὶ ὁ ὅσιος Φώτιος, τὸν ὁποῖο ὁ Βλάσιος ὑπέδειξε ὡς τὸ κατάλληλο πρόσωπο γιὰ τὴν περιφορὰ τοῦ βρέφους ὡς τὸν κοιτώνα του, μὲ τὴ συνοδεία ψαλμωδιῶν.
῾Ο Φώτιος ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη καί, ὄντας ἐραστὴς τῆς ἡσυχίας, μετέβη στὶς ὑπώρειες τοῦ Χορταΐτη (Χορτιάτη), ὅπου ἔκτισε μία καλύβη μὲ πέτρες καὶ ἐγκαταβίωσε ἐκεῖ, συνεχίζοντας τὸν ἀγώνα του στὸ στίβο τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ καλοκαίρι ἀνερχόταν στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους, ὅπου καὶ ἀνήγειρε ναὸ ἀφιερωμένο στὸν ἀρχάγγελο Μιχαήλ, καὶ ὅπου μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ἀνέβλυσε πηγὴ μὲ καθαρὸ νερό, ἡ ὁποία στὶς μέρες ποὺ γραφόταν ὁ Βίος εἶχε ἐξελιχθεῖ σὲ ἁγίασμα μὲ ἰαματικὴ δύναμη.
῾Ωστόσο, οἱ ἐπιδρομὲς τῶν Βουλγάρων (“τὸ Μυσῶν ἔθνος”) προκάλεσαν μεγάλη ἀστάθεια καὶ ἀνάγκασαν τὸν αὐτοκράτορα Βασίλειο Β’ νὰ συντάξει τὰ βυζαντινὰ στρατεύματα καὶ νὰ ἐκστρατεύσει ἐναντίον τους, ἀλλὰ ἡ ἔκβαση τῶν γεγονότων ἦταν ἀρνητικὴ (ὑπαινίσσεται προφανῶς τὴν ἀποτυχημένη πρώτη ἐκστρατεία τοῦ Βασιλείου τὸ 986). ῾Ο Βασίλειος κατευθύνθηκε πρὸς τὴ Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία “καὶ φρούριον εἶχε καὶ κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἀσφαλὲς ὁρμητήριον”. ᾿Εκεῖ ἀναζήτησε τὸν ἀσκητὴ Βλάσιο καί, ὅταν πληροφορήθηκε τὸ θάνατό του, ζήτησε νὰ μάθει γιὰ τὸ μαθητή του, ποὺ τὸν εἶχε κρατήσει στὰ χέρια του κατὰ τὴ βάπτισή του. Τελικὰ πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ὅσιος Φώτιος ἀσκήτευε κάπου ἐκτὸς τῆς πόλεως καὶ τὸν κάλεσε νὰ σπεύσει νὰ τὸν συναντήσει· ἔκτοτε ὁ Βασίλειος κράτησε κοντά του τὸν ὅσιο γέροντα, ὄχι μόνο στὴ Θεσσαλονίκη ἀλλὰ καὶ κατὰ τὶς ἐκστρατεῖες του. Τοιουτοτρόπως “ὁ μὲν (βασιλεύς) ὅπλοις ἀμυντηρίοις, ὁ δὲ (Φώτιος) λόγοις εὐκτηρίοις τοὺς ἐναντίους ἀμύνονται”.
Μετὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἐπικράτηση τοῦ Βασιλείου Β’ τὸ 1017/8, ὁ ὅσιος Φώτιος ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη ἐπευφημούμενος ἀπὸ τοὺς Θεσσαλονικεῖς. ῾Ο αὐτοκράτορας, σύμφωνα μὲ τὸ Βίο, τοῦ ἀπέστειλε χρυσόβουλλο γράμμα, μὴ σωζόμενο σήμερα, μὲ τὸ ὁποῖο τοῦ παρεῖχε δῶρα, τὰ ὁποῖα ὁ Φώτιος χρησιμοποίησε γιὰ ἀγαθοεργίες καὶ γιὰ τὴν ἀνέγερση ναῶν καὶ μονῶν στὴν περιοχὴ τῆς ᾿Ακροπόλεως, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς πόλεως, ὅπως πολὺ παραστατικὰ ἀναφέρει ὁ βιογράφος του: “ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου περὶ τήνδε τὴν ἀκρόπολιν, εἰ τῶν ἐνταυθοῖ πολιτῶν ὑπάρχεις... καὶ ἴδε τὰ κατ᾿ αὐτὴν συνεστῶτα σεμνεῖα· πρόελθε δὴ καὶ τοῦ ἄστεως, καὶ περιάθρησον τῶν τοῦ Φωτίου πόνων τὰ σιγῶντα κηρύγματα. Πολλαχοῦ γὰρ ὄψει τεμένη θεῖα παρ᾿ ἐκείνου γεγενημένα καὶ ψυχῶν ἱερὰ φροντιστήρια, ἐν οἷς ἅπασι, τοῖς μὲν ἀνδρῶν μοναζόντων, τοῖς δὲ γυναικῶν μοναζουσῶν πολλὰ πλήθη πρότερον ἦν”. Τὴ μεγάλη προσφορὰ τοῦ ὁσίου Φωτίου στὸν ἀστικὸ μοναχισμὸ τῆς Θεσσαλονίκης ὑπογραμμίζει ὁ βιογράφος του μὲ ἐγκωμιαστικὸ τρόπο, τονίζοντας στὴ συνέχεια ὅτι “πάντων τούτων αἱ ἀγέλαι τῶν μονοτρόπων, αἵτινες πάλαι τε ἦσαν καὶ νῦν εἰσίν, ἐκείνου πνευματικὰ τυγχάνει γεννήματα, πάντες τοῦ μεγάλου τούτου ποιμένος ποίμνιον, πάντες τῶν ἱερῶν ἐκείνου προσευχῶν κατορθώματα”.
᾿Απὸ τὴ συνέχεια τοῦ Βίου πληροφορούμαστε, ὅτι ὁ βιογράφος του εἶχε ὑπόψη του καὶ μία διαθήκη ποὺ εἶχε συντάξει ὁ ὅσιος Φώτιος πρὸ τοῦ θανάτου του (“τὴν ἐξόδιον τοῦ ἁγίου διάταξιν, ἣν ἐγγράμματον ὑποχωρεῖν τοῦ βίου μέλλων ἐξέθετο”). ῾Η διαθήκη αὐτή, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὴν σύντομη περιγραφὴ τοῦ περιεχομένου της ποὺ παρέχεται ἀπὸ τὸ συντάκτη τοῦ Βίου στὴ συνέχεια, ἔφερε τὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν κτιτορικῶν διαθηκῶν, δηλ. τῶν διαθηκῶν ποὺ συνέτασσαν οἱ κτίτορες τῶν μονῶν, γιὰ τὴν εὔρυθμη λειτουργία τους μετὰ τὸ θάνατό τους. ῾Η μνημονευόμενη διαθήκη ὅριζε τὸν ἀπόλυτο ἐγκλεισμὸ τῶν μοναστριῶν κάποιας γυναικείας μονῆς ποὺ εἶχε συστήσει ὁ ῞Οσιος ἐντὸς τοῦ χώρου τῆς μονῆς, ρύθμιζε τὰ τῆς φροντίδος τῶν ναῶν ποὺ εἶχε ἀνεγείρει ὁ ἴδιος, τὴ διαδοχή του στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τῶν μοναχῶν ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴ συνοδεία του, καθὼς καὶ μία σειρὰ κανόνων σχετικὰ μὲ διάφορες πτυχὲς τοῦ μοναχικοῦ βίου: νηστεία, ἀνάπαυση, λειτουργικὸ τυπικό, μέριμνα ὑπὲρ τῶν πτωχῶν.
῾Ο Βίος δὲν παρέχει καμμία χρονικὴ ἔνδειξη σχετικὰ μὲ τὸ ὁσιακὸ τέλος τοῦ ἀσκητῆ Φωτίου τοῦ Θεσσαλονικέως· περιορίζεται μόνο στὴ δήλωση ὅτι παρέδωσε τὸ ἱερὸ πνεῦμα του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ “πλήρης ἡμερῶν ἀληθῶς τῶν τε θείων ἅμα καὶ τῶν ἀνθρωπίνων γενόμενος”. Πρέπει ὡστόσο ἡ κοίμηση τοῦ ὁσίου Φωτίου νὰ τοποθετηθεῖ μὲ βεβαιότητα μετὰ τὸ ἔτος 1017, κατὰ τὸ ὁποῖο, ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Β’ κατετρόπωσε ὁριστικὰ τοὺς Βουλγάρους.
Σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ μνεία ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τοῦ ῾Οσίου ἀπὸ τοὺς μαθητές του, προφανῶς στὴ μονὴ ὅπου ἐγκαταβίωσε τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του καὶ κοιμήθηκε. Σύμφωνα μὲ τὸ Βίο τελοῦνταν πανήγυρη, κατὰ τὴν ὁποία ψάλλονταν ὕμνοι ποὺ εἶχαν συντεθεῖ γι᾿ αὐτόν: “συνιόντων ἀλλήλοις καὶ συμπανηγυριζόντων τὸ θεῖον τούτου μνημόσυνον, καὶ ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὡδαῖς πνευματικαῖς αὐτὸν γεραιρόντων”.
῾Η σύνθεση ὕμνων πρὸς τιμὴν τοῦ ὁσίου Φωτίου ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἐξαιρετικὰ σημαντικοῦ στιχηροῦ, ποὺ συνέθεσε ὁ μέγας οἰκονόμος τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης καὶ μετέπειτα μητροπολίτης Δημήτριος Βεάσκος τὸ 13ο αἰώνα καὶ μελοποίησε ὁ μοναχὸς Δανιὴλ ᾿Αχραδᾆς, τὸ ὁποῖο ἐπιγράφεται: “᾿Ιουλίου θ’. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Φωτίου κτήτορος μονῆς τοῦ ᾿Ακαπνίου. Ποίημα κυρίου Δημητρίου ἱεροδιακόνου καὶ μεγάλου οἰκονόμου μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, οὗ τὸ ἐπώνυμον Βεάσκος...”. ῾Η σπουδαιότητα αὐτοῦ τοῦ στιχηροῦ (ἀρχ.: ῾Η φαιδρὰ τοῦ θεοφόρου μνήμη Φωτίου...) ἔγκειται στὴν ἑορτολογικὴ ἔνδειξη τῆς 9ης ᾿Ιουλίου, ἡ ὁποία δὲν παρέχεται ἀπὸ τὸ Βίο τοῦ ὁσίου Φωτίου, καὶ στὴν πληροφορία ὅτι ὑπῆρξε ἱδρυτὴς τῆς περίφημης βασιλικῆς μονῆς τοῦ ᾿Ακαπνίου.
Τὴν ταύτιση τοῦ ὁσίου Φωτίου τοῦ Θεσσαλοῦ μὲ τὸν ὅσιο Φώτιο, τὸν κτίτορα τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου στὴ Θεσσαλονίκη, πρότεινε πρῶτος ὁ ᾿Αθ. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, κατὰ τὴν ἔκδοση τοῦ προαναφερθέντος στιχηροῦ, καὶ στὴ συνέχεια ὑποστήριξε διεξοδικότερα ὁ V. Grumel. ῾Η ταύτιση αὐτὴ ἔχει γίνει πλέον καθολικὰ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἔρευνα.
῾Ο ἀνώνυμος Βίος τοῦ ὁσίου Φωτίου ἐκφωνήθηκε πιθανότατα κατὰ τὴν ἑορτή του στὴ μονὴ ᾿Ακαπνίου, ἐνώπιον ἀκροατηρίου, ποὺ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ μοναχούς-πνευματικὰ τέκνα του, ὅπως διαφαίνεται ἀπὸ τὴν προσφώνηση: “ὦ θεῖον καὶ ἱερώτατον σύστημα, καὶ τοῦ γεννήσαντος καὶ ποιμάναντος ὑμᾆς διὰ τοῦ εὐαγγελίου κάλλιστα θρέμματα καὶ γεννήματα, τὴν εὐφρόσυνον ταύτην ἑορτὴν σὺν εὐφροσύνῃ τελέσωμεν”. Διακρίνεται ἀπὸ μία ἔντονη ἐγκωμιαστικὴ τάση καὶ προσφέρει περιορισμένα ἱστορικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δραστηριότητα τοῦ ὁσίου Φωτίου, ἂν καὶ ἡ συγγραφή του δὲν πρέπει νὰ ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ χρόνο ἀκμῆς τοῦ μεγάλου ἀσκητῆ, ἐφόσον στὴν προφορικὴ μορφή του ἀπευθύνθηκε στοὺς μαθητές του. Σώζεται μόνο σὲ ἕνα χειρόγραφο τοῦ 12ου αἰ., τὸ ὑπ᾿ ἀριθ. 159 (Vlad. 390) τῆς Συνοδικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Μόσχας, στὸ ὁποῖο περιλαμβάνεται καὶ ὁ ἀρχικὸς Βίος τῆς ὁσίας Θεοδώρας τῆς μυροβλύτιδος.
Τέλος, σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ μνεία τοῦ ὁσίου Φωτίου στὸ Βίο τοῦ Καλαβροῦ ὁσίου Φαντίνου τοῦ νέου, ποὺ κοιμήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη τὸ 974. Σύμφωνα μὲ τὸν ἐκτενῆ Βίο του (§ 52) κατὰ τὴν τελευτή του, ἐπισκέφθηκαν τὸν ὅσιο Φαντίνο οἱ μοναχοὶ Συμεὼν ὁ φιλόσοφος καὶ Φώτιος, τὸν ὁποῖο ἡ ἐκδότρια τοῦ Βίου, E. Follieri ταυτίζει μὲ βεβαιότητα μὲ τὸν ὅσιο Φώτιο τὸ Θεσσαλό.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
16 ᾿Ιουλίου
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (434-451)
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Δ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
῾Ο ᾿Αναστάσιος διαδέχθηκε τὸ 434 στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης τὸν ἐπίσκοπο Ροῦφο.
Τὸ 435 ὁ πάπας Σῖξτος Γ¢ (432-440) ἀπέστειλε ἐπιστολὴ στὸν ἐπίσκοπο Κορίνθου Περιγένη, μὲ τὴν ὁποία τοῦ ὑπενθύμιζε ὅτι πρέπει νὰ ὑπακούει στὸν ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης καὶ παπικὸ βικάριο ᾿Αναστάσιο, ποὺ εἶχε διαδεχθεῖ τὸ Ροῦφο. Τὸ ἴδιο ἔτος ἀπέστειλε καὶ δεύτερη ἐπιστολὴ πρὸς τὴ σύνοδο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συνέλθει στὴ Θεσσαλονίκη, γιὰ νὰ ἐπαναλάβει τὰ δικαιώματα ποὺ εἶχαν παραχωρήσει οἱ προκάτοχοί του στὸ βικάριο τοῦ παπικοῦ θρόνου, ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης. ᾿Αρκετὰ χρόνια ἀργότερα, τὸ 446, ὁ πάπας Λέων Α¢ (440-461) ἀπευθύνει ἐπιστολὴ στὸν ᾿Αναστάσιο, μὲ ἀφορμὴ τὴ διένεξή του μὲ τὸ μητροπολίτη Παλαιᾆς ᾿Ηπείρου ᾿Αττικὸ καὶ ἐπικυρώνει τὰ δικαιώματά του.
Δὲν εἶναι, ὡστόσο, γνωστὸ γιὰ ποιὸ λόγο δὲν κατέστη δυνατὸ νὰ συμμετάσχει αὐτοπροσώπως στὴ Δ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συγκλήθηκε τὸ 451 στὴ Χαλκηδόνα. Στὸ πρῶτο τμῆμα τῆς Συνόδου, στὶς 8 ᾿Οκτωβρίου 451, ὑπογράφει ὡς τοποτηρητής του ὁ ἐπίσκοπος ῾Ηρακλείας Κυντίλλος: “Κυντίλλου ἐπίσκοπου ῾Ηρακλείας ἐπέχοντος τὸν τόπον τοῦ ἁγιωτάτου ἐπισκόπου Θεσσαλονικέων ᾿Αναστασίου”. Στὸ τρίτο τμῆμα τῆς Συνόδου (13 ᾿Οκτωβρίου) τὸν ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης ἀντιπροσωπεύει ὁ πρεσβύτερος ᾿Ανδρέας· ἐκτὸς αὐτοῦ ὅμως εἶναι ἀξιοπρόσεκτο, ὅτι ὡς ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης πλέον δὲ μνημονεύεται ὁ ᾿Αναστάσιος, ἀλλὰ ὁ Εὐξίθεος (ἢ Εὐδόξιος), ὁ ὁποῖος διαδέχθηκε τὸν ᾿Αναστάσιο, προφανῶς μετὰ τὸ θάνατό του. Εἰκάζεται ὅτι ὁ θάνατος τοῦ ᾿Αναστασίου εἶχε ἐπέλθει ἤδη περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου τοῦ 451.
Πιθανὸν ὁ πρεσβύτερος ᾿Ανδρέας, ποὺ ἐκπροσώπησε τὸν Εὐξίθεο στὶς συνεδρίες τῆς Δ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, νὰ ταυτίζεται μὲ τὸν μετέπειτα ἐπίσκοπο ᾿Ανδρέα ποὺ διαδέχθηκε τὸν Εὐξίθεο στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης.
ΕΥΞΙΘΕΟΣ ἢ ΕΥΔΟΞΙΟΣ,
ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (2ο ἥμισυ 5ου αἰ.)
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Δ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (434-451)
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Δ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
῾Ο ᾿Αναστάσιος διαδέχθηκε τὸ 434 στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης τὸν ἐπίσκοπο Ροῦφο.
Τὸ 435 ὁ πάπας Σῖξτος Γ¢ (432-440) ἀπέστειλε ἐπιστολὴ στὸν ἐπίσκοπο Κορίνθου Περιγένη, μὲ τὴν ὁποία τοῦ ὑπενθύμιζε ὅτι πρέπει νὰ ὑπακούει στὸν ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης καὶ παπικὸ βικάριο ᾿Αναστάσιο, ποὺ εἶχε διαδεχθεῖ τὸ Ροῦφο. Τὸ ἴδιο ἔτος ἀπέστειλε καὶ δεύτερη ἐπιστολὴ πρὸς τὴ σύνοδο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συνέλθει στὴ Θεσσαλονίκη, γιὰ νὰ ἐπαναλάβει τὰ δικαιώματα ποὺ εἶχαν παραχωρήσει οἱ προκάτοχοί του στὸ βικάριο τοῦ παπικοῦ θρόνου, ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης. ᾿Αρκετὰ χρόνια ἀργότερα, τὸ 446, ὁ πάπας Λέων Α¢ (440-461) ἀπευθύνει ἐπιστολὴ στὸν ᾿Αναστάσιο, μὲ ἀφορμὴ τὴ διένεξή του μὲ τὸ μητροπολίτη Παλαιᾆς ᾿Ηπείρου ᾿Αττικὸ καὶ ἐπικυρώνει τὰ δικαιώματά του.
Δὲν εἶναι, ὡστόσο, γνωστὸ γιὰ ποιὸ λόγο δὲν κατέστη δυνατὸ νὰ συμμετάσχει αὐτοπροσώπως στὴ Δ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συγκλήθηκε τὸ 451 στὴ Χαλκηδόνα. Στὸ πρῶτο τμῆμα τῆς Συνόδου, στὶς 8 ᾿Οκτωβρίου 451, ὑπογράφει ὡς τοποτηρητής του ὁ ἐπίσκοπος ῾Ηρακλείας Κυντίλλος: “Κυντίλλου ἐπίσκοπου ῾Ηρακλείας ἐπέχοντος τὸν τόπον τοῦ ἁγιωτάτου ἐπισκόπου Θεσσαλονικέων ᾿Αναστασίου”. Στὸ τρίτο τμῆμα τῆς Συνόδου (13 ᾿Οκτωβρίου) τὸν ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης ἀντιπροσωπεύει ὁ πρεσβύτερος ᾿Ανδρέας· ἐκτὸς αὐτοῦ ὅμως εἶναι ἀξιοπρόσεκτο, ὅτι ὡς ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης πλέον δὲ μνημονεύεται ὁ ᾿Αναστάσιος, ἀλλὰ ὁ Εὐξίθεος (ἢ Εὐδόξιος), ὁ ὁποῖος διαδέχθηκε τὸν ᾿Αναστάσιο, προφανῶς μετὰ τὸ θάνατό του. Εἰκάζεται ὅτι ὁ θάνατος τοῦ ᾿Αναστασίου εἶχε ἐπέλθει ἤδη περὶ τὰ τέλη Σεπτεμβρίου τοῦ 451.
Πιθανὸν ὁ πρεσβύτερος ᾿Ανδρέας, ποὺ ἐκπροσώπησε τὸν Εὐξίθεο στὶς συνεδρίες τῆς Δ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, νὰ ταυτίζεται μὲ τὸν μετέπειτα ἐπίσκοπο ᾿Ανδρέα ποὺ διαδέχθηκε τὸν Εὐξίθεο στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης.
ΕΥΞΙΘΕΟΣ ἢ ΕΥΔΟΞΙΟΣ,
ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (2ο ἥμισυ 5ου αἰ.)
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Δ¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
24 ᾿Ιουλίου
ΣΥΜΕΩΝ ὁ ΝΕΟΦΑΝΗΣ, ὅσιος (11/12ος αἰ.)
῾Ο νεοφανὴς ὅσιος Συμεὼν ὁ Θεσσαλονικεύς, καθίσταται γνωστὸς μόνο ἀπὸ τὴν ἕως πρόσφατα ἄγνωστη ἔντυπη ᾿Ακολουθία του, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1777 στὴ Βενετία ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο τῶν Γλυκήδων.
Τὸ Συναξάριό του, ποὺ ἐμπεριέχεται στὴν ᾿Ακολουθία, συνιστᾆ “παράδοξη ἁγιολογικὴ περίπτωση, σπάνια μέν, ἀλλ᾿ ὄχι ἄγνωστη στὴ λαϊκὴ εὐσέβεια”. Πηγὴ τοῦ Συναξαρίου εἶναι τὸ μὴ σωζόμενο κείμενο (“ἰδιόχειρος δέλτος”) ποὺ συνέγραψε ἕνας Κερκυραῖος ἱερομόναχος ὀνόματι Δανιήλ, στὸν ὁποῖο διηγήθηκε, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου του, τὰ σχετικὰ μὲ τὸν βίο τοῦ ὁσίου Συμεὼν ὁ νεομάρτυς ᾿Αναστάσιος ὁ ἐκ Παραμυθίας († 18.7.1750), προστάτης ἅγιος τοῦ Δανιήλ.
᾿Αφορμὴ γιὰ τὴ σύντομη σκιαγράφηση τοῦ βίου τοῦ ὁσίου Συμεὼν ἀπὸ τὸ νεομάρτυρα ᾿Αναστάσιο ὑπῆρξε ἡ δυσαρέσκεια τοῦ ἱερομονάχου Δανιὴλ κατὰ τοῦ Θεσσαλονικέως ἐπιτρόπου τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὴ Βενετία, Νικολάου Κανέλη, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀπεκάλυψε ὁ νεομάρτυς ᾿Αναστάσιος, ἦταν συγγενὴς τοῦ ὁσίου Συμεών, ποὺ εἶχε μεγάλη παρρησία πρὸς τὸ Θεό, πρέσβευε γιὰ τοὺς συγγενεῖς του καὶ παροργιζόταν μὲ τὸν γογγυσμὸ τοῦ Δανιὴλ κατὰ τοῦ συγγενοῦς του.
Σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση τοῦ νεομάρτυρος, ὁ ὅσιος Συμεὼν εἶχε γεννηθεῖ στὴ Θεσσαλονίκη τὸ 1042, κατὰ τὸ ἔτος τῆς βασιλείας τῆς αὐτοκράτειρας Ζωῆς (μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή της Θεοδώρα), ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. ῾Ο ἐνάρετος βίος του ὁδήγησε τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος δὲν κατονομάζεται, στὴ χειροτονία τοῦ Συμεών. ῾Ωστόσο, ἡ φιλέρημη φύση τοῦ Συμεὼν τὸν ὤθησε στὴν ἀπόφαση νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ μεταβεῖ στὴν ᾿Αλεξάνδρεια, ἀπ᾿ ὅπου ἀναχώρησε γιὰ τὴ γνωστὴ μοναστικὴ περιοχὴ τῆς ῎Ανω Θηβαΐδος στὴν Αἴγυπτο, ὅπου ἐγκαταβίωσε σὲ σπήλαιο, ζῶντας μὲ αὐστηρὴ ἄσκηση ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, τὸ ὁποῖο, ὅπως καταγράφεται στὸ Συναξάριό του, ἐπῆλθε στὶς 24 ᾿Ιουλίου, ἄγνωστο ποιοῦ ἔτους, ἀλλὰ ἀσφαλῶς σὲ μεγάλη ἡλικία, ἀφοῦ ὁ ῞Οσιος ἀποκαλεῖται ἐπανειλημμένα “γέρων”. Στὸ Συναξάριο ὑπογραμμίζεται καὶ ἡ ἀφθαρσία τοῦ λειψάνου τοῦ ὁσίου Συμεών, τὸ ὁποῖο ἐτάφη στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του.
῾Η δυσπιστία τοῦ ἱερομονάχου Δανιὴλ γιὰ τὸ ὄνειρο αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατ᾿ ἐπανάληψη ἐμφάνιση τοῦ ἴδιου τοῦ ὁσίου Συμεὼν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου του, μὲ τὴ διαρκῆ προτροπὴ νὰ γνωστοποιήσει τὸ ὅραμα στὸ Ν. Κανέλη καὶ νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν κατασκευὴ εἰκόνων, τὴ σύνταξη ᾿Ακολουθίας καὶ τὴν ἐν γένει λειτουργικὴ τιμή του.
Γνώστης αὐτῶν τῶν συμβάντων κατέστη καὶ ὁ δραστήριος ἀρχιεπίσκοπος Σινᾆ καὶ Ραϊθοῦ Κύριλλος ὁ Κρής, ὁ ὁποῖος συνδεόταν φιλικὰ μὲ τὸν εὐσεβῆ ἐπίτροπο καὶ συγγενῆ τοῦ ὁσίου Συμεών. ῾Ο Κύριλλος συνέβαλε οὐσιαστικὰ στὴν καθιέρωση τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τοῦ νεοφανοῦς ῾Οσίου: παρέστη κατὰ τὴν ὑποδοχὴ τῆς εἰκόνος τοῦ ὁσίου Συμεὼν ποὺ ἀπέστειλε ἀπὸ τὴν Κέρκυρα ὁ ἱερομόναχος Δανιὴλ καὶ ἡ ὁποία κατέφθασε στὴ Βενετία μὲ θαυματουργικὸ τρόπο -διασώθηκε ἀπὸ ναυάγιο-, συνέθεσε τὴν ᾿Ακολουθία τοῦ ὁσίου Συμεὼν ἐπιλέγοντας τροπάρια ἀπὸ τὶς ᾿Ακολουθίες ἄλλων ἁγίων καὶ προσαρμόζοντάς τα στὸ πρόσωπο τοῦ τιμωμένου ῾Αγίου, ἐνῶ συνέταξε καὶ τὸ Συναξάριο τῆς ᾿Ακολουθίας, βασιζόμενο στὸ ἰδιόχειρο κείμενο ποὺ εἶχε συντάξει ὁ ἱερομόναχος Δανιήλ, στὶς διηγήσεις τοῦ Νικολάου Κανέλη καὶ στὶς ἐνέργειες ποὺ κατέβαλε ὁ ἴδιος γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τοῦ ὁσίου Συμεών.
Στὸ πίσω μέρος τοῦ ἐσωφύλλου τῆς ᾿Ακολουθίας ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1777 μὲ δαπάνη τοῦ συγγενοῦς τοῦ ὁσίου Συμεών, Νικολάου Κανέλη, εἰκονίζεται ὁλόσωμος ὁ τιμώμενος ῞Οσιος· πρόκειται πιθανὸν γιὰ πιστὸ ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας ποὺ κατασκευάστηκε στὴν Κέρκυρα καὶ στάλθηκε στὴ Βενετία, γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς ὁποίας καθὼς καὶ γιὰ τὴν θαυματουργὸ μετάβασή της γίνεται ἐκτενὴς λόγος στὸ Συναξάριο τοῦ ῾Οσίου.
ΣΥΜΕΩΝ ὁ ΝΕΟΦΑΝΗΣ, ὅσιος (11/12ος αἰ.)
῾Ο νεοφανὴς ὅσιος Συμεὼν ὁ Θεσσαλονικεύς, καθίσταται γνωστὸς μόνο ἀπὸ τὴν ἕως πρόσφατα ἄγνωστη ἔντυπη ᾿Ακολουθία του, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1777 στὴ Βενετία ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο τῶν Γλυκήδων.
Τὸ Συναξάριό του, ποὺ ἐμπεριέχεται στὴν ᾿Ακολουθία, συνιστᾆ “παράδοξη ἁγιολογικὴ περίπτωση, σπάνια μέν, ἀλλ᾿ ὄχι ἄγνωστη στὴ λαϊκὴ εὐσέβεια”. Πηγὴ τοῦ Συναξαρίου εἶναι τὸ μὴ σωζόμενο κείμενο (“ἰδιόχειρος δέλτος”) ποὺ συνέγραψε ἕνας Κερκυραῖος ἱερομόναχος ὀνόματι Δανιήλ, στὸν ὁποῖο διηγήθηκε, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου του, τὰ σχετικὰ μὲ τὸν βίο τοῦ ὁσίου Συμεὼν ὁ νεομάρτυς ᾿Αναστάσιος ὁ ἐκ Παραμυθίας († 18.7.1750), προστάτης ἅγιος τοῦ Δανιήλ.
᾿Αφορμὴ γιὰ τὴ σύντομη σκιαγράφηση τοῦ βίου τοῦ ὁσίου Συμεὼν ἀπὸ τὸ νεομάρτυρα ᾿Αναστάσιο ὑπῆρξε ἡ δυσαρέσκεια τοῦ ἱερομονάχου Δανιὴλ κατὰ τοῦ Θεσσαλονικέως ἐπιτρόπου τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὴ Βενετία, Νικολάου Κανέλη, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀπεκάλυψε ὁ νεομάρτυς ᾿Αναστάσιος, ἦταν συγγενὴς τοῦ ὁσίου Συμεών, ποὺ εἶχε μεγάλη παρρησία πρὸς τὸ Θεό, πρέσβευε γιὰ τοὺς συγγενεῖς του καὶ παροργιζόταν μὲ τὸν γογγυσμὸ τοῦ Δανιὴλ κατὰ τοῦ συγγενοῦς του.
Σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση τοῦ νεομάρτυρος, ὁ ὅσιος Συμεὼν εἶχε γεννηθεῖ στὴ Θεσσαλονίκη τὸ 1042, κατὰ τὸ ἔτος τῆς βασιλείας τῆς αὐτοκράτειρας Ζωῆς (μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή της Θεοδώρα), ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. ῾Ο ἐνάρετος βίος του ὁδήγησε τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος δὲν κατονομάζεται, στὴ χειροτονία τοῦ Συμεών. ῾Ωστόσο, ἡ φιλέρημη φύση τοῦ Συμεὼν τὸν ὤθησε στὴν ἀπόφαση νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ μεταβεῖ στὴν ᾿Αλεξάνδρεια, ἀπ᾿ ὅπου ἀναχώρησε γιὰ τὴ γνωστὴ μοναστικὴ περιοχὴ τῆς ῎Ανω Θηβαΐδος στὴν Αἴγυπτο, ὅπου ἐγκαταβίωσε σὲ σπήλαιο, ζῶντας μὲ αὐστηρὴ ἄσκηση ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, τὸ ὁποῖο, ὅπως καταγράφεται στὸ Συναξάριό του, ἐπῆλθε στὶς 24 ᾿Ιουλίου, ἄγνωστο ποιοῦ ἔτους, ἀλλὰ ἀσφαλῶς σὲ μεγάλη ἡλικία, ἀφοῦ ὁ ῞Οσιος ἀποκαλεῖται ἐπανειλημμένα “γέρων”. Στὸ Συναξάριο ὑπογραμμίζεται καὶ ἡ ἀφθαρσία τοῦ λειψάνου τοῦ ὁσίου Συμεών, τὸ ὁποῖο ἐτάφη στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του.
῾Η δυσπιστία τοῦ ἱερομονάχου Δανιὴλ γιὰ τὸ ὄνειρο αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατ᾿ ἐπανάληψη ἐμφάνιση τοῦ ἴδιου τοῦ ὁσίου Συμεὼν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου του, μὲ τὴ διαρκῆ προτροπὴ νὰ γνωστοποιήσει τὸ ὅραμα στὸ Ν. Κανέλη καὶ νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν κατασκευὴ εἰκόνων, τὴ σύνταξη ᾿Ακολουθίας καὶ τὴν ἐν γένει λειτουργικὴ τιμή του.
Γνώστης αὐτῶν τῶν συμβάντων κατέστη καὶ ὁ δραστήριος ἀρχιεπίσκοπος Σινᾆ καὶ Ραϊθοῦ Κύριλλος ὁ Κρής, ὁ ὁποῖος συνδεόταν φιλικὰ μὲ τὸν εὐσεβῆ ἐπίτροπο καὶ συγγενῆ τοῦ ὁσίου Συμεών. ῾Ο Κύριλλος συνέβαλε οὐσιαστικὰ στὴν καθιέρωση τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τοῦ νεοφανοῦς ῾Οσίου: παρέστη κατὰ τὴν ὑποδοχὴ τῆς εἰκόνος τοῦ ὁσίου Συμεὼν ποὺ ἀπέστειλε ἀπὸ τὴν Κέρκυρα ὁ ἱερομόναχος Δανιὴλ καὶ ἡ ὁποία κατέφθασε στὴ Βενετία μὲ θαυματουργικὸ τρόπο -διασώθηκε ἀπὸ ναυάγιο-, συνέθεσε τὴν ᾿Ακολουθία τοῦ ὁσίου Συμεὼν ἐπιλέγοντας τροπάρια ἀπὸ τὶς ᾿Ακολουθίες ἄλλων ἁγίων καὶ προσαρμόζοντάς τα στὸ πρόσωπο τοῦ τιμωμένου ῾Αγίου, ἐνῶ συνέταξε καὶ τὸ Συναξάριο τῆς ᾿Ακολουθίας, βασιζόμενο στὸ ἰδιόχειρο κείμενο ποὺ εἶχε συντάξει ὁ ἱερομόναχος Δανιήλ, στὶς διηγήσεις τοῦ Νικολάου Κανέλη καὶ στὶς ἐνέργειες ποὺ κατέβαλε ὁ ἴδιος γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τοῦ ὁσίου Συμεών.
Στὸ πίσω μέρος τοῦ ἐσωφύλλου τῆς ᾿Ακολουθίας ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1777 μὲ δαπάνη τοῦ συγγενοῦς τοῦ ὁσίου Συμεών, Νικολάου Κανέλη, εἰκονίζεται ὁλόσωμος ὁ τιμώμενος ῞Οσιος· πρόκειται πιθανὸν γιὰ πιστὸ ἀντίγραφο τῆς εἰκόνας ποὺ κατασκευάστηκε στὴν Κέρκυρα καὶ στάλθηκε στὴ Βενετία, γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς ὁποίας καθὼς καὶ γιὰ τὴν θαυματουργὸ μετάβασή της γίνεται ἐκτενὴς λόγος στὸ Συναξάριο τοῦ ῾Οσίου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
25 ᾿Ιουλίου
ΗΛΙΑΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (6ος αἰ.)
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Ε¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Ηλίας διεδραμάτισε ἐνεργὸ ρόλο στὰ ἐκκλησιαστικὰ δρώμενα ποὺ προηγήθηκαν τῆς Ε¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Στὶς 6 ᾿Ιανουαρίου τοῦ 553 συνυπογράφει μὲ τοὺς ᾿Απολινάριο ᾿Αλεξανδρείας καὶ Δομνῖνο ᾿Αντιοχείας τὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἀπέστειλε ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Εὐτύχιος, ὁ ὁποῖος κινήθηκε δραστήρια καὶ ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλία γιὰ τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου, πρὸς τὸν πάπα Βιγίλιο. Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ἐκφραζόταν ἡ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη γιὰ διατήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος καὶ παρετίθετο ὁμολογία πίστεως στὶς τέσσερις Οἰκουμενικὲς Συνόδους ποὺ εἶχαν προηγηθεῖ καὶ στὶς παπικὲς ἐπιστολές.
Γιὰ ἄγνωστους λόγους ὁ ᾿Ηλίας ἀπουσίαζε ἀπὸ τὶς ἐργασίες τῆς Ε¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ συνῆλθε τὸ ἴδιο ἔτος (5 Μαΐου - 2 ᾿Ιουνίου 553)· γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ἐκπροσωπήθηκε ἀπὸ τὸν τιτουλάριό του ἐπίσκοπο ῾Ηρακλείας τῆς Μακεδονίας Βενίγνο, ὁ ὁποῖος ὑπογράφει στὰ σωζόμενα σὲ λατινικὴ μετάφραση πρακτικὰ τῆς Συνόδου ὡς "Benignus misericordia Dei episcopus Heracleotanae civitatis, quae est primae Macedoniae, agens vicem Elia sanctissimi archiepiscopi Thessalonicensium civitatis, tam pro illo etiam pro me". ᾿Αξιοσημείωτο εἶναι πὼς στοὺς ἐπισκοπικοὺς καταλόγους ὁ τοποτηρητὴς τοῦ ἀπουσιάζοντος ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Ηλία, κατέχει τὴν 7η θέση, ἀμέσως μετὰ τοὺς πατριάρχες.
Τέλος, τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Ηλία, ὡς συμμετασχόντος στὴν Ε¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀναγράφεται στὸ ἔργο τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανοῦ Α¢, Περὶ τῶν ἁγίων συνόδων: “καὶ σύνοδος ἐνταῦθα συνεκροτεῖτο τῶν ρξε¢ ἁγίων πατέρων, ὄντος ἐν αὐτῇ Εὐτυχίου τοῦ τῆς πόλεως ἡμῶν προέδρου, ᾿Απολλιναρίου τοῦ ᾿Αλεξανδρείας,... ᾿Ηλία τε τοῦ Θεσσαλονίκης καὶ ἑτέρων πλείστων”. ᾿Εὰν δὲν πρόκειται γιὰ ἱστορικὴ παρερμηνεία, ἀποσκοπεῖ στὸν τονισμὸ τοῦ πρωτεύοντος ρόλου τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Ηλία στὶς προπαρασκευαστικὲς ἐνέργειες γιὰ τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου.
ΗΛΙΑΣ, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (6ος αἰ.)
[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Ε¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]
῾Ο ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Ηλίας διεδραμάτισε ἐνεργὸ ρόλο στὰ ἐκκλησιαστικὰ δρώμενα ποὺ προηγήθηκαν τῆς Ε¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Στὶς 6 ᾿Ιανουαρίου τοῦ 553 συνυπογράφει μὲ τοὺς ᾿Απολινάριο ᾿Αλεξανδρείας καὶ Δομνῖνο ᾿Αντιοχείας τὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἀπέστειλε ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Εὐτύχιος, ὁ ὁποῖος κινήθηκε δραστήρια καὶ ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλία γιὰ τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου, πρὸς τὸν πάπα Βιγίλιο. Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ἐκφραζόταν ἡ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη γιὰ διατήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος καὶ παρετίθετο ὁμολογία πίστεως στὶς τέσσερις Οἰκουμενικὲς Συνόδους ποὺ εἶχαν προηγηθεῖ καὶ στὶς παπικὲς ἐπιστολές.
Γιὰ ἄγνωστους λόγους ὁ ᾿Ηλίας ἀπουσίαζε ἀπὸ τὶς ἐργασίες τῆς Ε¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ συνῆλθε τὸ ἴδιο ἔτος (5 Μαΐου - 2 ᾿Ιουνίου 553)· γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο ἐκπροσωπήθηκε ἀπὸ τὸν τιτουλάριό του ἐπίσκοπο ῾Ηρακλείας τῆς Μακεδονίας Βενίγνο, ὁ ὁποῖος ὑπογράφει στὰ σωζόμενα σὲ λατινικὴ μετάφραση πρακτικὰ τῆς Συνόδου ὡς "Benignus misericordia Dei episcopus Heracleotanae civitatis, quae est primae Macedoniae, agens vicem Elia sanctissimi archiepiscopi Thessalonicensium civitatis, tam pro illo etiam pro me". ᾿Αξιοσημείωτο εἶναι πὼς στοὺς ἐπισκοπικοὺς καταλόγους ὁ τοποτηρητὴς τοῦ ἀπουσιάζοντος ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Ηλία, κατέχει τὴν 7η θέση, ἀμέσως μετὰ τοὺς πατριάρχες.
Τέλος, τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Ηλία, ὡς συμμετασχόντος στὴν Ε¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀναγράφεται στὸ ἔργο τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανοῦ Α¢, Περὶ τῶν ἁγίων συνόδων: “καὶ σύνοδος ἐνταῦθα συνεκροτεῖτο τῶν ρξε¢ ἁγίων πατέρων, ὄντος ἐν αὐτῇ Εὐτυχίου τοῦ τῆς πόλεως ἡμῶν προέδρου, ᾿Απολλιναρίου τοῦ ᾿Αλεξανδρείας,... ᾿Ηλία τε τοῦ Θεσσαλονίκης καὶ ἑτέρων πλείστων”. ᾿Εὰν δὲν πρόκειται γιὰ ἱστορικὴ παρερμηνεία, ἀποσκοπεῖ στὸν τονισμὸ τοῦ πρωτεύοντος ρόλου τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Ηλία στὶς προπαρασκευαστικὲς ἐνέργειες γιὰ τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
25 Ιουλίου
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΑΛΛΙΔΗΣ (1844 -1925)
Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης
΄Οσιος
Ο ΒΙΟΣ
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος (ὁ Καλλίδης) γεννήθηκε στὶς 24 Ἰανουαρίου τοῦ 1844 ἀπὸ εὐλαβεῖς γονεῖς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὴν Εὐφροσύνη, στὸ Κούμβαο τῆς ἐπαρχίας Ἡρακλείας, τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης. Ἀπὸ μικρὸς ἔδειξε κλίση πρὸς τὴν ἱερωσύνη καὶ ἔτσι προσλήφθηκε στὴν ὑπηρεσία τοῦ Μητροπολίτου Σηλυβρίας καὶ μετὰ Σεῤῥῶν Μελετίου Θεοφιλίδη τοῦ Θεσσαλονικέως, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔλαβε τὸν πρῶτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης στὶς 26 Φεβρουαρίου τοῦ 1862. Μαθήτευσε μὲ ἐπιμέλεια στὰ λαμπρὰ ἐκπαιδευτήρια τῶν Σεῤῥῶν, μὲ Διευθυντὴ τὸν Ἰ. Πανταζίδη, τὸν μετέπειτα καθηγητὴ Πανεπιστημίου καὶ ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του στὴ Ῥιζάρειο Σχολὴ καὶ στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Στὴν Ἀθήνα ὁ Μητροπολίτης Θεόφιλος Βλαχοπαπαδόπουλος (1862-1873) τὸν προεχείρισε σὲ Ἀρχιδιάκονό του, ἐκτιμώντας τὴν προσωπικότητα καὶ τὰ σπάνια προσόντα του. Ἔτσι ἔλαβε μέρος στὴ δοξολογία γιὰ τὴν ἄφιξη τῆς νύμφης τότε βασίλισσας Ὄλγας καὶ ἀργότερα στὴ βάπτιση τοῦ διαδόχου Κωνσταντίνου.
Κατὰ τὸ ἔτος 1873 βρίσκουμε τὸν Γρηγόριο Σχολάρχη στὴ Ῥαιδεστὸ, τὸ 1874 πρωτοσύγκελλο τοῦ Μητροπολίτου Ἡρακλείας Παναρέτου καὶ ἱεροκήρυκα, μέχρι νὰ λάβει τὸν τρίτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης, ὀνομαζόμενος ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ στὶς 24 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1875. Ὡς βοηθὸς ἐπίσκοπος τοῦ Μητροπολίτου Ἡρακλείας, μὲ πολλὴ σύνεση, μαζὶ μὲ τοὺς προκρίτους, διαφύλαξε τὴν πόλη τῆς Ῥαιδεστοῦ ἀπὸ τὴν ἐπιδρομὴ 45 χιλιάδων Κιρκασίων κατὰ τὸν Ῥωσσοτουρκικὸ πόλεμο, μέχρι νὰ ὑποδεχθεῖ τοὺς Ῥώσσους.
Στούς χρόνους τῆς βουλγαρικῆς ἐξαρχείας, ἀπεστάλη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο στὴν Ἀνδριανούπολη ὡς ἔξαρχος, μετά τις ἐκεῖ βιαιότητες κατὰ τοῦ Μητροπολίτου Διονυσίου τοῦ Ε΄, τοῦ μετέπειτα Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου (1887-1891) γιὰ νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσει μιὰ καὶ αὐτὸς θὰ ἀπουσίαζε νοσηλευόμενος στὴν Κωνσταντινούπολη.
Μετὰ ἀπὸ τρίμηνη παραμονὴ στὴν Ἀνδριανούπολη ,ἐξελέγη στὶς 12 Μαῒου τοῦ 1879 Μητροπολίτης Τραπεζοῦντος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωακεὶμ τὸ Γ΄ τὸν μεγαλοπρεπῆ κατὰ τήν πρώτη πατριαρχεία του.
Τὴν ἐπαρχία τῆς Τραπεζοῦντος ὁ Γρηγόριος Καλλίδης ἐποίμανε γιὰ πέντε χρόνια καὶ ἀναδείχθηκε ἄξιος διάδοχος τῶν ἀειμνήστων προκατόχων του, ποὺ λάμπρυναν τὸν μητροπολιτικὸ αὐτὸ θρόνο τῶν Κομνηνῶν καί τῆς Τραπεζοῦντος. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεως του ἐπιμελήθηκε τοῦ ἔργου τῆς περιφρουρήσεως τοῦ ποιμνίου του ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῶν περιοίκων μεταναστῶν Τούρκων.
Ὁμοίως μερίμνησε καὶ περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς βαριᾶς φορολογία τῶν χριστιανῶν. Ἀποκατέστησε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ὁμόνοια μεταξὺ τοῦ ποιμνίου του καὶ ἀνασυνέταξε τοὺς κοινοτικοὺς κανονισμοὺς τῆς ὀρθόδοξης κοινότητας τῶν Ῥωμηῶν. Μὲ τὴν βοήθεια τῶν μεγάλων εὐεργετῶν Θεοφυλάκτου καὶ Φωκίωνος Κιούση, δημιούργησε προσοδοφόρα κτήματα ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῶν ὁποίων νὰ καλύπτεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν σχολείων. Γι᾿ αὐτὴ μάλιστα τὴν ἐνέργειά του τὸν συνεχάρη τὸ Πατριαρχεῖο μὲ προσωπικὴ ἐπιστολὴ στὶς 13 Ἰουνίου 1880.
Ἐπὶ τῆς ἀρχιερατείας του στὴν Τραπεζοῦντα τὸ 1879, ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἀπέσπασε τὶς ἐξαρχίες τῶν τριῶν Σταυροπηγιακῶν Μονῶν Σουμελᾶ, Βαζελῶνος καὶ Περιστερεώτα, τὶς ὑπήγαγε στὴν ἄμεση διοίκηση τῆς μητροπόλεως Τραπεζοῦντος, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς καλύτερης συγκροτήσεως καὶ προκοπῆς τῶν Χριστιανῶν.
Εἰς τὸν Τραπεζοῦντος Γρηγόριον Καλλίδην ἀνετέθη ἀπὸ τὴ Μεγάλη Ἐκκλησία μὲ συνοδικὸ γράμμα στὶς 22 Ὁκτωβρίου 1879 ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωακεὶμ Γ΄ καὶ τὸ καθῆκον τῆς ἐποπτείας τῶν τριῶν αὐτῶν Σταυροπηγιακῶν Μονῶν, ὁπότε καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωση νὰ τὶς ἐπισκέπτεται σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα. Ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον ὅμως τοῦ 1886, ἡ ἐποπτεία τῶν χριστιανῶν τῆς περιοχῆς περιῆλθε καὶ πάλι στὴν Ἱερὰ Μονὴ Σουμελᾶ.
Τὸν Τραπεζοῦντος Γρηγόριο Καλλίδη, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη στὸ θρόνο τῆς ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, διαδέχθηκε στὶς 29.12.1884 ὁ ἀπὸ Φιλιππουπόλεως μετατεθεὶς Γρηγόριος ὁ Γ΄ ὁ Λέσβιος.
Ἡ ἐνθρόνιση τοῦ Μητροπολίτου Γρηγορίου στὴ Θεσσαλονίκη ἔγινε στὶς 20 Μαρτίου τοῦ 1885 μέσα σὲ κλίμα ἐνθουσιασμοῦ.
Κατά τὴν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Γρηγορίου Καλλίδη, βρισκόταν σὲ κορύφωση τὸ κοινοτικὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλονίκης, μὲ ἔντονες διενέξεις ποὺ εἶχαν νὰ κάνουν μὲ τὴν ἐκλογὴ τῶν τοπικῶν ἀρχόντων τῆς πόλης . Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἄρχισαν νὰ ἀποδυναμώνονται οἱ εὔποροι συντεχνίτες ποὺ διεκδικοῦσαν μιὰ ἀδιαφιλονίκητη ἐκλογὴ στὴ δημογεροντία καὶ τὴν ἀντιπροσωπεία τῆς κοινότητας. Τὰ ἰσχυρὰ μέλη τῶν κοινοτικῶν ὀργάνων τῆς περιοχῆς, ἦταν ἔμποροι, κτηματίες, δικηγόροι καὶ γιατροί. Οἱ ἡγέτες τοῦ συντεχνιακοῦ κόσμου ζητοῦσαν ἐπίμονα νὰ ἀλλάξουν τοὺς ὄρους τοῦ ἐκλογικοῦ παιχνιδιοῦ, ποὺ πιὰ δὲν τοὺς εὐνοοῦσε. Ξέσπασαν ἔτσι οἱ γνωστὲς διαμάχες τῆς δεκαετίας τοῦ 1880 ποὺ κατέληξαν στὴ μετάθεση τοῦ Μητροπολίτου Γρηγορίου Καλλίδου. Ὡστόσο οἱ κοινοτικὲς διενέξεις ποὺ εἶχαν ξεκινήσει πολὺ πρὶν τὴν περίοδο της ἀρχιερατείας τοῦ Γρηγορίου, ἀλλὰ διήρκησαν καὶ ἀρκετὰ μετά, ἔγιναν αἰτία νὰ μετατεθοῦν ἀκόμη δύο Μητροπολίτες, ὁ Καλλίνικος Φωτιάδης (1878-1883) καὶ ὁ Ἀθανάσιος Μεγακλῆς (1893-1900).
Οἱ Στ. Ἰωαννίδης, Δ. Βλάτσης καὶ Κ. Σφήκας ἦταν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν συντεχνιῶν ,τῶν ἀσθενεστέρων πλέον τάξεων τῆς πόλης, ποὺ ὑποστήριξε ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συκοφαντηθεῖ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ νὰ κυκλοφορήσει τὸ 1888 ἀπὸ τὶς ἀντίπαλες μερίδες, ῥυπαρογραφικός ἀνώνυμος λίβελος ἀνόσιας κατηγορίας κατά τοῦ Μητρ. Γρηγορίου, λίγο πρὶν τὴν δίκη ποὺ θὰ γινόταν στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ διαλευκάνει τὴν ὑπόθεση.
Στὶς 29 Ἀπριλίου τοῦ 1889 τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀθώωσε πανηγυρικὰ τὸν ἀνεξίκακο Μητροπολίτη Γρηγόριο. Οἱ κατήγοροὶ του δὲν προσῆλθαν καθόλου στὴ δίκη. Οἱ ἐκπρόσωποι κατήγοροι του ἦταν οἱ Θ. Γεωργιάδης, Γ. Γράβαρης, Τ. Παπαγεωργίου. Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι, ὁ Ἀλφρέδος Ἄμποττ, γόνος παλιᾶς καὶ πλούσιας οἰκογένειας, ὅπως καὶ ὁ Σταῦρος Χατζηλαζάρου,εἶχαν ταχθεῖ μαζί μέ τόν Μητροπολίτη τους ὑπὲρ τῆς φτωχῆς μερίδας τῶν συντεχνιῶν.
Μετὰ τὴν ἀθώωσή του ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος δικαιωμένος παραμένει στὴν Κωνσταντινούπολη, μὴ θέλοντας νὰ ἐπιστρέψει στὴ Θεσσαλονίκη καὶ παραιτούμενος θέτει τὸν ἑαυτό του στὴ διάθεση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὁπότε καὶ ἐκλέγεται Μητροπολίτης Ἰωαννίνων στὶς 28 Σεπτεμβρίου τοῦ 1889.
Ὡς Μητροπολίτης Ἰωαννίνων κλήθηκε ἀριστίνδην συνοδικὸ μέλος καὶ ἔρχεται πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1892. Στὴ θέση του ἀφήνει τὸν πρωτοσύγκελλό του Πανάρετο, ποὺ στὴ συνέχεια ἐκλέγεται διαδοχικά, ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ καὶ χωρεπίσκοπος Ταταούλων.
Στὴ Βασιλεύουσα Πόλη ὁ Γρηγόριος διετέλεσε πρόεδρος τῆς διευθύνουσας ἐπιτροπῆς τοῦ πατριαρχικοῦ τυπογραφείου, πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς διαχείρισης τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων καὶ μέλος τῆς Ἐφορίας τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς. Ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτη ὑπῆρξε ἡ δράση του ὡς προέδρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου τῶν Πατριαρχείων. Στὰ Ἰωάννινα ἐπέστρεψε καὶ πάλι τὸν Μάιο τοῦ 1894.
Κατὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1897 μαζὶ μὲ τοὺς γενικοὺς προξένους προφύλαξε τὴν πόλη τῶν Ἰωαννίνων ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὁπότε καὶ τιμήθηκε παρὰ τοῦ Ἀντιβασιλεύοντος Διαδόχου Κωνσταντίνου μὲ τὸ παράσημο τῶν Ἀνωτέρων Ταξιαρχῶν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, λαμβάνοντας συγχρόνως ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Ῥωσσίας τὸν μεγαλόσταυρο τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τοῦ Μαυροβουνίου τὸν μεγαλόσταυρο Δανιήλου. Ἄς σημειωθεῖ ἐδῶ καὶ ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας τοῦ Ἱεράρχου καὶ ἀπὸ τὴν Τουρκικὴ πλευρὰ ἐνωρίτερα, ὅταν τιμήθηκε ἀπὸ τὸν Σουλτάνο τὸ Νοέμβριο τοῦ 1885, μὲ τὸ ἐπίσημο παράσημο Ὀσμανιὲ Β΄ τάξεως. Διετέλεσε συνοδικὸς ἐπὶ τῶν Πατριαρχῶν Νεοφύτου τοῦ Η΄, Κωνσταντίνου Ε΄ καὶ Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄ καὶ ἔγινε πρόεδρος τοῦ Ἐθνικοῦ Συμβουλίου, ὁπότε καὶ ἔλαβε τὸν σερβικὸ μεγαλόσταυρο τοῦ Ἁγίου Σάββα.
Στὶς 22 Μαῒου τοῦ ἔτους 1902 ὁ Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γ΄, προεβίβασε τὸν Γρηγόριο στὴ γεροντικὴ Μητρόπολη Ἡρακλείας καὶ Ῥαιδεστοῦ, στὴ θέση τοῦ Ἱερωνύμου γιὰ νὰ ἐκλεγεῖ στὰ Ἰωάννινα ὁ Νικαίας Σωφρόνιος. Οἱ ἄλλοι συνυποψήφιοι γιὰ τὴν Μητρόπολη Ἡρακλείας ἦταν ὁ Ἀμασείας Ἄνθιμος καὶ ὁ Βεῤῥοίας Κωνσταντῖνος. Ὁ πρώην Ἡρακλείας Ἱερώνυμος κατεστάθη καὶ πάλιν Μητροπολίτης Νικαίας.
Στὴ διοίκηση τῆς ἐπαρχίας του, ἐκτὸς τῶν περιοχῶν Ῥαιδεστοῦ καὶ Χαριουπόλεως διώρισε ἐπισκόπους, τὸν ἐπίσκοπο Ναζιανζοῦ Γερμανό στὰ τμήματα Ἡρακλείας καὶ Τυρολόης καὶ τὸν ἐπίσκοπο Χαριουπόλεως Φιλόθεο στὰ τμήματα Κεσσάνης, Μαλγάρων καὶ Μακρᾶς Γέφυρας.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἡρακλείας ποὺ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν πρωτόκλητο Ἀπόστολο Ἀνδρέα, ὑπῆρξε ἡ πρωτεύουσα Μητρόπολη στὴ Θράκη καὶ σ᾿ αὐτὴν ὑπαγόταν καὶ ἡ ἐπισκοπὴ Βυζαντίου, ἡ μετέπειτα Κωνσταντινούπολη.Στήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας το 451, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀνυψώθηκε σε Νέα Ρώμη. Ὁ Μητροπολίτης Ἡρακλείας ὅμως διατηροῦσε τό δικαίωμα, να ἐγχειρίζει στὸν ἑκάστοτε Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη τὴν πατριαρχικὴ ράβδο.
Στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στὴν Μητρόπολη Ἡρακλείας ἀνεκόμισε καὶ παρέδωσε σὲ Οὐγγρικὴ ἀντιπροσωπεία, τὰ ὁστὰ τοῦ πρίγκιπα τῆς Τρανσυλβανίας Φραγκίσκου τοῦ Β΄, τοῦ Ῥακότση καὶ ἄλλων Οὔγγρων ἐξορίστων ,κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΗ΄ αἰώνος μετὰ τὴν εἰρήνη τοῦ Κάρλοβιτς, ποὺ ἦταν θαμμένα στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας τῆς Ῥευματοκράτειρας. Τότε τιμήθηκε ἀπὸ τὴν Αὐστριακὴ Κυβέρνηση μὲ τὸν μεγαλόσταυρο τοῦ Φραγκίσκου Ἰωσήφ.
Στὴν πενταετία 1902-1907 ,ὁ Μητροπολίτης Ἡρακλείας Γρηγόριος μὲ τὴν βοήθεια Ἑλλήνων διπλωματῶν, κατάφερε νὰ προφυλάξει τὴν ἐπαρχία του ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς Οὐνίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα εἶχε κάνει τὴν ἐμφάνισή της στὴν περιοχὴ, ὅπως κι ἀπ᾿ τὴν δράση τῶν Βουλγάρων ἐξαρχικῶν.
Στὴ Ῥαιδεστὸ κατέθεσε τὸν θεμέλιο λίθο τοῦ κτιρίου τοῦ Θρακικοῦ Φιλεκπαιδευτικοῦ Συλλόγου τὸ 1873, τοῦ κεντρικοῦ παρθεναγωγείου «τὰ Θεοδωρίδεια», τοῦ κεντρικοῦ Ἀῤῥεναγωγείου «Γεωργιάδειον», τοῦ Νηπιαγωγείου Κουρνάλειος «Γεωργιάδειον» καὶ τῆς μεγάλης ἀποθήκης στὴν ἀποβάθρα τῆς πόλης.
Ἀγόρασε καὶ ἐπισκεύασε τὴν οἰκία Γιάγκου καὶ τὴ δώρησε ὡς Μητροπολιτικὸ μέγαρο στὴν κοινότητα Ῥαιδεστοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ δίνει ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης στὸ σχολικὸ ταμεῖο 35 χρυσὲς λίρες κάθε χρόνο. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἑλληνικὴ κοινότητα τῆς Ῥαιδεστοῦ εἶχε ἀναγράψει τὸ ὄνομά του στὸν ἐπίσημο κώδικά της καὶ τὸν ἀνακήρυξε Μεγάλο Εὐεργέτη της.
Ἐπίσης ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος κατέθεσε χρήματα στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα, πρὸς συντήρηση τοῦ δασκάλου τῆς πατρίδας του Κουμβάου, ἡ ὁποία ὀνόμασε τὴ δημοτικὴ σχολὴ της «Καλλίδειον». Στὴ Ῥαιδεστὸ μετὰ ἀπό πολυώδυνο καί μαρτυρικὸ βίο, εἶδε ἀπελαυνομένους τοὺς περισσότερους χριστιανοὺς τῆς Θράκης.
Συνεργάστηκε μὲ τοὺς ὁμογενεῖς Ἀρμένιους, Τούρκους καί Ἰουδαίους γιὰ νὰ μὴ δεινοπαθήσει ἡ Ῥαιδεστὸς καὶ ἀξιώθηκε νὰ ὑποδεχθεῖ στὶς 7 Ἰουλίου τοῦ 1920 τὸν Ἐλευθερωτὴ Ἑλληνικὸ Στρατὸ τῆς μεραρχίας τῆς Σμύρνης καὶ τὴν ἑπόμενη μέρα τὸν νεαρὸ βασιλιᾶ Ἀλέξανδρο. Διετέλεσε πρῶτο μέλος τῆς θρακικῆς ἐπιτροπῆς Ὀρθοδόξων, Μουσουλμάνων, Ἀρμενίων καὶ Ἰουδαίων, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὴν εὐγνωμοσύνη της στὸν βασιλιὰ Ἀλέξανδρο καὶ στὴν Κυβέρνηση Βενιζέλου καὶ ἔλαβε μέρος στὸν ἑορτασμὸ τῶν Ἐθνικῶν Ἐπινικείων.
Μετέβη γιὰ δεύτερη φορὰ στὴν Ἀθήνα μετὰ τὸν θάνατο τοῦ βασιλιὰ Ἀλέξανδρου μὲ τοὺς πνευματικοὺς Ἀρχηγοὺς καὶ Ἀντιπροσώπους τῶν κοινοτήτων τῆς Θράκης, γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ βασιλιὰ Κωνσταντίνου. Περιῆλθε τὴ Θεσσαλία καὶ τήν Μακεδονία παροτρύνοντας καὶ ἐνθαῤῥύνοντας τὴν ἐπάνοδο τῶν ἐκεῖ προσφύγων Θρακῶν στὶς πατρίδες τους, σὲ συνεννόηση μὲ τὸν ὑπουργὸ περιθάλψεως. Πῆρε μέρος στὴ Σύνοδο Ἱεραρχῶν Παλαιῶν καὶ Νέων Χωρῶν τὸ 1921 στὴν ὁποία προήδρευσε ἔχοντας τὰ πρεσβεῖα, ἔναντι ὅλων τῶν Συνέδρων.
Τέλος, παρὰ τὴν προχωρημένη ἡλικία του, συνέχισε ἐργαζόμενος ἀκούραστα στὴ θρακικὴ ἔπαλξη γιὰ τὴν πνευματικὴ κατάρτιση τοῦ ποιμνίου του συναπολαμβάνοντας μέ αὐτὸ τὴ δωρηθεῖσα ἐλευθερία τῆς Θράκης.
Τὶς δόξες ὅμως αὐτὲς καὶ τὶς τιμὲς, ἦλθε νὰ ἀφανίσει ἡ μαύρη συμφορά, ὁ χαλασμὸς τοῦ 1922 ποὺ ξερίζωσε τὸν προαιώνιον ἑλληνισμὸν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης ἀπ᾿ τὶς πατρογονικὲς ἑστίες. Ἔτσι ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος μὲ τὴν προσφυγικὴ ῥάβδο σὰν ἄλλος Μωϋσῆς, μεγαλόψυχος παρήγορος τοῦ ἐκτοπιζομένου ποιμνίου του, τοὺς ὁδήγησε μὲ ἀσφάλεια στὴν Ἑλλάδα.
Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ πέρασε στὴ Θεσσαλονίκη σχολάζων χωρὶς νὰ θελήσει νὰ ἀναλάβει νέα Μητρόπολη.
Στὶς 12 Ἀπριλίου (Κυριακὴ τῶν Βαῒων) τοῦ 1925 ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Ἀλεξιάδης καὶ ἡ κοινότητα τῆς Θεσσαλονίκης τίμησαν τὸν Μητροπολίτην Γρηγόριο μὲ ἀφορμὴ τὴν συμπλήρωση πενήντα ἐτῶν θεοφιλοῦς καὶ ἐθνωφελοῦς ἀρχιερατείας. Μετὰ ἀπὸ πανηγυρικὴ Θεία Λειτουργία ἀκολούθησε αὐτὴ ἡ σεμνὴ τελετὴ στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ παρουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντίνου, Μητροπολιτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐκπροσώπων τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους στρατιωτικῶν καὶ τοπικῶν ἀρχόντων.
Τὸ περιοδικὸ «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς» ἀφιέρωσε τὸν θ΄ τόμο του (1925) στὸν Μητροπολίτη Γρηγόριο Καλλίδη μὲ ἀφορμὴ τὴ συμπλήρωση τοῦ Ἰωβηλαίου τῆς ἀρχιερατείας του.
Ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος Ἀρχιεπίσκοπος Ἡρακλείας καὶ Ῥαιδεστοῦ, μετὰ ἀπὸ σύντομη ἀσθένεια, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ τὰ μεσάνυχτα τῆς Πέμπτης 23 Ἰουλίου τοῦ 1925. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του ἔγινε μὲ περισσὴ μεγαλοπρέπεια ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, τὸν Καμπανίας Διόδωρο, τὸν Ἀπολλωνιάδος Ἰωακεὶμ καὶ τὸν Κασσανδρείας Εἰρηναῖο στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης. Παρέστησαν ἐπίσης οἱ Μητροπολίτες Σεῤῥῶν Κωνσταντῖνος καὶ Σιδηροκάστρου Νεόφυτος, ὁ Ἀρμένιος ἐπίσκοπος, ἐκπρόσωπος τῆς Ἀρχιῤῥαβινείας, πλῆθος ἐπισήμων καὶ ὁ πιστὸς τοῦ Θεοῦ λαός. Ἡ σορός του μὲ πομπή, κατέληξε στὸ νεκροταφεῖο τῆς Εὐαγγελιστρίας ὅπου κηδεύτηκε δημοσίᾳ δαπάνῃ.
Στὶς 20 Ὀκτωβρίου 1979 ὁ Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων ὁ Β΄, ἔκανε τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων του τὰ ὁποῖα βρέθηκαν νὰ εὐωδιάζουν καὶ νὰ ἐπιτελοῦν ἀπὸ τότε πλῆθος θαυμάτων.
Μετὰ ἀπὸ ἐνέργειες τοῦ Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυροῦ Παντελεήμονος τοῦ Β΄, στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἔγινε μὲ πατριαρχικὴ καὶ συνοδικὴ πράξη στὶς 22 Μαῒου 2003, ἡ ἐπίσημη κατάταξη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου στὸ ἁγιολόγιο τῆς κατὰ Ἀνατολὰς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὁρίστηκε ἡμέρα μνήμης του ἡ 25 Ἰουλίου (ἡμέρα κοιμήσεώς του) καὶ ἡ 20η Ὀκτωβρίου (ἐπέτειος τῆς ἀνακομιδῆς του) ὡς δεύτερη ἑορτή του.
Τὴν Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη, ἐκόμισε ὁ ἴδιος ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος ὁ Α΄ μέ πατριαρχική συνοδεία, ὁ ὁποῖος προέστη καὶ στὴν ἀκολουθία – δοξολογία τῆς κατατάξεως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου στὸ ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, στὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὶς 29 Μαῒου 2003.
Αντωνίου Ι. Πατρικίου
Παρεκκλήσι του Αγίου Γρηγορίου βρίσκεται παραπλεύρως στον Ιερό Ναό Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου Θεσσαλονίκης.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΑΛΛΙΔΗΣ (1844 -1925)
Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης
΄Οσιος
Ο ΒΙΟΣ
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος (ὁ Καλλίδης) γεννήθηκε στὶς 24 Ἰανουαρίου τοῦ 1844 ἀπὸ εὐλαβεῖς γονεῖς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὴν Εὐφροσύνη, στὸ Κούμβαο τῆς ἐπαρχίας Ἡρακλείας, τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης. Ἀπὸ μικρὸς ἔδειξε κλίση πρὸς τὴν ἱερωσύνη καὶ ἔτσι προσλήφθηκε στὴν ὑπηρεσία τοῦ Μητροπολίτου Σηλυβρίας καὶ μετὰ Σεῤῥῶν Μελετίου Θεοφιλίδη τοῦ Θεσσαλονικέως, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔλαβε τὸν πρῶτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης στὶς 26 Φεβρουαρίου τοῦ 1862. Μαθήτευσε μὲ ἐπιμέλεια στὰ λαμπρὰ ἐκπαιδευτήρια τῶν Σεῤῥῶν, μὲ Διευθυντὴ τὸν Ἰ. Πανταζίδη, τὸν μετέπειτα καθηγητὴ Πανεπιστημίου καὶ ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές του στὴ Ῥιζάρειο Σχολὴ καὶ στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
Στὴν Ἀθήνα ὁ Μητροπολίτης Θεόφιλος Βλαχοπαπαδόπουλος (1862-1873) τὸν προεχείρισε σὲ Ἀρχιδιάκονό του, ἐκτιμώντας τὴν προσωπικότητα καὶ τὰ σπάνια προσόντα του. Ἔτσι ἔλαβε μέρος στὴ δοξολογία γιὰ τὴν ἄφιξη τῆς νύμφης τότε βασίλισσας Ὄλγας καὶ ἀργότερα στὴ βάπτιση τοῦ διαδόχου Κωνσταντίνου.
Κατὰ τὸ ἔτος 1873 βρίσκουμε τὸν Γρηγόριο Σχολάρχη στὴ Ῥαιδεστὸ, τὸ 1874 πρωτοσύγκελλο τοῦ Μητροπολίτου Ἡρακλείας Παναρέτου καὶ ἱεροκήρυκα, μέχρι νὰ λάβει τὸν τρίτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης, ὀνομαζόμενος ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ στὶς 24 Μαρτίου τοῦ ἔτους 1875. Ὡς βοηθὸς ἐπίσκοπος τοῦ Μητροπολίτου Ἡρακλείας, μὲ πολλὴ σύνεση, μαζὶ μὲ τοὺς προκρίτους, διαφύλαξε τὴν πόλη τῆς Ῥαιδεστοῦ ἀπὸ τὴν ἐπιδρομὴ 45 χιλιάδων Κιρκασίων κατὰ τὸν Ῥωσσοτουρκικὸ πόλεμο, μέχρι νὰ ὑποδεχθεῖ τοὺς Ῥώσσους.
Στούς χρόνους τῆς βουλγαρικῆς ἐξαρχείας, ἀπεστάλη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο στὴν Ἀνδριανούπολη ὡς ἔξαρχος, μετά τις ἐκεῖ βιαιότητες κατὰ τοῦ Μητροπολίτου Διονυσίου τοῦ Ε΄, τοῦ μετέπειτα Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου (1887-1891) γιὰ νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσει μιὰ καὶ αὐτὸς θὰ ἀπουσίαζε νοσηλευόμενος στὴν Κωνσταντινούπολη.
Μετὰ ἀπὸ τρίμηνη παραμονὴ στὴν Ἀνδριανούπολη ,ἐξελέγη στὶς 12 Μαῒου τοῦ 1879 Μητροπολίτης Τραπεζοῦντος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωακεὶμ τὸ Γ΄ τὸν μεγαλοπρεπῆ κατὰ τήν πρώτη πατριαρχεία του.
Τὴν ἐπαρχία τῆς Τραπεζοῦντος ὁ Γρηγόριος Καλλίδης ἐποίμανε γιὰ πέντε χρόνια καὶ ἀναδείχθηκε ἄξιος διάδοχος τῶν ἀειμνήστων προκατόχων του, ποὺ λάμπρυναν τὸν μητροπολιτικὸ αὐτὸ θρόνο τῶν Κομνηνῶν καί τῆς Τραπεζοῦντος. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεως του ἐπιμελήθηκε τοῦ ἔργου τῆς περιφρουρήσεως τοῦ ποιμνίου του ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῶν περιοίκων μεταναστῶν Τούρκων.
Ὁμοίως μερίμνησε καὶ περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς βαριᾶς φορολογία τῶν χριστιανῶν. Ἀποκατέστησε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ὁμόνοια μεταξὺ τοῦ ποιμνίου του καὶ ἀνασυνέταξε τοὺς κοινοτικοὺς κανονισμοὺς τῆς ὀρθόδοξης κοινότητας τῶν Ῥωμηῶν. Μὲ τὴν βοήθεια τῶν μεγάλων εὐεργετῶν Θεοφυλάκτου καὶ Φωκίωνος Κιούση, δημιούργησε προσοδοφόρα κτήματα ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῶν ὁποίων νὰ καλύπτεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν σχολείων. Γι᾿ αὐτὴ μάλιστα τὴν ἐνέργειά του τὸν συνεχάρη τὸ Πατριαρχεῖο μὲ προσωπικὴ ἐπιστολὴ στὶς 13 Ἰουνίου 1880.
Ἐπὶ τῆς ἀρχιερατείας του στὴν Τραπεζοῦντα τὸ 1879, ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἀπέσπασε τὶς ἐξαρχίες τῶν τριῶν Σταυροπηγιακῶν Μονῶν Σουμελᾶ, Βαζελῶνος καὶ Περιστερεώτα, τὶς ὑπήγαγε στὴν ἄμεση διοίκηση τῆς μητροπόλεως Τραπεζοῦντος, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς καλύτερης συγκροτήσεως καὶ προκοπῆς τῶν Χριστιανῶν.
Εἰς τὸν Τραπεζοῦντος Γρηγόριον Καλλίδην ἀνετέθη ἀπὸ τὴ Μεγάλη Ἐκκλησία μὲ συνοδικὸ γράμμα στὶς 22 Ὁκτωβρίου 1879 ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωακεὶμ Γ΄ καὶ τὸ καθῆκον τῆς ἐποπτείας τῶν τριῶν αὐτῶν Σταυροπηγιακῶν Μονῶν, ὁπότε καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωση νὰ τὶς ἐπισκέπτεται σὲ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα. Ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον ὅμως τοῦ 1886, ἡ ἐποπτεία τῶν χριστιανῶν τῆς περιοχῆς περιῆλθε καὶ πάλι στὴν Ἱερὰ Μονὴ Σουμελᾶ.
Τὸν Τραπεζοῦντος Γρηγόριο Καλλίδη, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη στὸ θρόνο τῆς ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, διαδέχθηκε στὶς 29.12.1884 ὁ ἀπὸ Φιλιππουπόλεως μετατεθεὶς Γρηγόριος ὁ Γ΄ ὁ Λέσβιος.
Ἡ ἐνθρόνιση τοῦ Μητροπολίτου Γρηγορίου στὴ Θεσσαλονίκη ἔγινε στὶς 20 Μαρτίου τοῦ 1885 μέσα σὲ κλίμα ἐνθουσιασμοῦ.
Κατά τὴν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Γρηγορίου Καλλίδη, βρισκόταν σὲ κορύφωση τὸ κοινοτικὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλονίκης, μὲ ἔντονες διενέξεις ποὺ εἶχαν νὰ κάνουν μὲ τὴν ἐκλογὴ τῶν τοπικῶν ἀρχόντων τῆς πόλης . Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἄρχισαν νὰ ἀποδυναμώνονται οἱ εὔποροι συντεχνίτες ποὺ διεκδικοῦσαν μιὰ ἀδιαφιλονίκητη ἐκλογὴ στὴ δημογεροντία καὶ τὴν ἀντιπροσωπεία τῆς κοινότητας. Τὰ ἰσχυρὰ μέλη τῶν κοινοτικῶν ὀργάνων τῆς περιοχῆς, ἦταν ἔμποροι, κτηματίες, δικηγόροι καὶ γιατροί. Οἱ ἡγέτες τοῦ συντεχνιακοῦ κόσμου ζητοῦσαν ἐπίμονα νὰ ἀλλάξουν τοὺς ὄρους τοῦ ἐκλογικοῦ παιχνιδιοῦ, ποὺ πιὰ δὲν τοὺς εὐνοοῦσε. Ξέσπασαν ἔτσι οἱ γνωστὲς διαμάχες τῆς δεκαετίας τοῦ 1880 ποὺ κατέληξαν στὴ μετάθεση τοῦ Μητροπολίτου Γρηγορίου Καλλίδου. Ὡστόσο οἱ κοινοτικὲς διενέξεις ποὺ εἶχαν ξεκινήσει πολὺ πρὶν τὴν περίοδο της ἀρχιερατείας τοῦ Γρηγορίου, ἀλλὰ διήρκησαν καὶ ἀρκετὰ μετά, ἔγιναν αἰτία νὰ μετατεθοῦν ἀκόμη δύο Μητροπολίτες, ὁ Καλλίνικος Φωτιάδης (1878-1883) καὶ ὁ Ἀθανάσιος Μεγακλῆς (1893-1900).
Οἱ Στ. Ἰωαννίδης, Δ. Βλάτσης καὶ Κ. Σφήκας ἦταν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν συντεχνιῶν ,τῶν ἀσθενεστέρων πλέον τάξεων τῆς πόλης, ποὺ ὑποστήριξε ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συκοφαντηθεῖ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ νὰ κυκλοφορήσει τὸ 1888 ἀπὸ τὶς ἀντίπαλες μερίδες, ῥυπαρογραφικός ἀνώνυμος λίβελος ἀνόσιας κατηγορίας κατά τοῦ Μητρ. Γρηγορίου, λίγο πρὶν τὴν δίκη ποὺ θὰ γινόταν στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ διαλευκάνει τὴν ὑπόθεση.
Στὶς 29 Ἀπριλίου τοῦ 1889 τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἀθώωσε πανηγυρικὰ τὸν ἀνεξίκακο Μητροπολίτη Γρηγόριο. Οἱ κατήγοροὶ του δὲν προσῆλθαν καθόλου στὴ δίκη. Οἱ ἐκπρόσωποι κατήγοροι του ἦταν οἱ Θ. Γεωργιάδης, Γ. Γράβαρης, Τ. Παπαγεωργίου. Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι, ὁ Ἀλφρέδος Ἄμποττ, γόνος παλιᾶς καὶ πλούσιας οἰκογένειας, ὅπως καὶ ὁ Σταῦρος Χατζηλαζάρου,εἶχαν ταχθεῖ μαζί μέ τόν Μητροπολίτη τους ὑπὲρ τῆς φτωχῆς μερίδας τῶν συντεχνιῶν.
Μετὰ τὴν ἀθώωσή του ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος δικαιωμένος παραμένει στὴν Κωνσταντινούπολη, μὴ θέλοντας νὰ ἐπιστρέψει στὴ Θεσσαλονίκη καὶ παραιτούμενος θέτει τὸν ἑαυτό του στὴ διάθεση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ὁπότε καὶ ἐκλέγεται Μητροπολίτης Ἰωαννίνων στὶς 28 Σεπτεμβρίου τοῦ 1889.
Ὡς Μητροπολίτης Ἰωαννίνων κλήθηκε ἀριστίνδην συνοδικὸ μέλος καὶ ἔρχεται πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1892. Στὴ θέση του ἀφήνει τὸν πρωτοσύγκελλό του Πανάρετο, ποὺ στὴ συνέχεια ἐκλέγεται διαδοχικά, ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ καὶ χωρεπίσκοπος Ταταούλων.
Στὴ Βασιλεύουσα Πόλη ὁ Γρηγόριος διετέλεσε πρόεδρος τῆς διευθύνουσας ἐπιτροπῆς τοῦ πατριαρχικοῦ τυπογραφείου, πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς διαχείρισης τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων καὶ μέλος τῆς Ἐφορίας τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς. Ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτη ὑπῆρξε ἡ δράση του ὡς προέδρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου τῶν Πατριαρχείων. Στὰ Ἰωάννινα ἐπέστρεψε καὶ πάλι τὸν Μάιο τοῦ 1894.
Κατὰ τὸν πόλεμο τοῦ 1897 μαζὶ μὲ τοὺς γενικοὺς προξένους προφύλαξε τὴν πόλη τῶν Ἰωαννίνων ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὁπότε καὶ τιμήθηκε παρὰ τοῦ Ἀντιβασιλεύοντος Διαδόχου Κωνσταντίνου μὲ τὸ παράσημο τῶν Ἀνωτέρων Ταξιαρχῶν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, λαμβάνοντας συγχρόνως ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Ῥωσσίας τὸν μεγαλόσταυρο τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τοῦ Μαυροβουνίου τὸν μεγαλόσταυρο Δανιήλου. Ἄς σημειωθεῖ ἐδῶ καὶ ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας τοῦ Ἱεράρχου καὶ ἀπὸ τὴν Τουρκικὴ πλευρὰ ἐνωρίτερα, ὅταν τιμήθηκε ἀπὸ τὸν Σουλτάνο τὸ Νοέμβριο τοῦ 1885, μὲ τὸ ἐπίσημο παράσημο Ὀσμανιὲ Β΄ τάξεως. Διετέλεσε συνοδικὸς ἐπὶ τῶν Πατριαρχῶν Νεοφύτου τοῦ Η΄, Κωνσταντίνου Ε΄ καὶ Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄ καὶ ἔγινε πρόεδρος τοῦ Ἐθνικοῦ Συμβουλίου, ὁπότε καὶ ἔλαβε τὸν σερβικὸ μεγαλόσταυρο τοῦ Ἁγίου Σάββα.
Στὶς 22 Μαῒου τοῦ ἔτους 1902 ὁ Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γ΄, προεβίβασε τὸν Γρηγόριο στὴ γεροντικὴ Μητρόπολη Ἡρακλείας καὶ Ῥαιδεστοῦ, στὴ θέση τοῦ Ἱερωνύμου γιὰ νὰ ἐκλεγεῖ στὰ Ἰωάννινα ὁ Νικαίας Σωφρόνιος. Οἱ ἄλλοι συνυποψήφιοι γιὰ τὴν Μητρόπολη Ἡρακλείας ἦταν ὁ Ἀμασείας Ἄνθιμος καὶ ὁ Βεῤῥοίας Κωνσταντῖνος. Ὁ πρώην Ἡρακλείας Ἱερώνυμος κατεστάθη καὶ πάλιν Μητροπολίτης Νικαίας.
Στὴ διοίκηση τῆς ἐπαρχίας του, ἐκτὸς τῶν περιοχῶν Ῥαιδεστοῦ καὶ Χαριουπόλεως διώρισε ἐπισκόπους, τὸν ἐπίσκοπο Ναζιανζοῦ Γερμανό στὰ τμήματα Ἡρακλείας καὶ Τυρολόης καὶ τὸν ἐπίσκοπο Χαριουπόλεως Φιλόθεο στὰ τμήματα Κεσσάνης, Μαλγάρων καὶ Μακρᾶς Γέφυρας.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἡρακλείας ποὺ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν πρωτόκλητο Ἀπόστολο Ἀνδρέα, ὑπῆρξε ἡ πρωτεύουσα Μητρόπολη στὴ Θράκη καὶ σ᾿ αὐτὴν ὑπαγόταν καὶ ἡ ἐπισκοπὴ Βυζαντίου, ἡ μετέπειτα Κωνσταντινούπολη.Στήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας το 451, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης ἀνυψώθηκε σε Νέα Ρώμη. Ὁ Μητροπολίτης Ἡρακλείας ὅμως διατηροῦσε τό δικαίωμα, να ἐγχειρίζει στὸν ἑκάστοτε Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη τὴν πατριαρχικὴ ράβδο.
Στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στὴν Μητρόπολη Ἡρακλείας ἀνεκόμισε καὶ παρέδωσε σὲ Οὐγγρικὴ ἀντιπροσωπεία, τὰ ὁστὰ τοῦ πρίγκιπα τῆς Τρανσυλβανίας Φραγκίσκου τοῦ Β΄, τοῦ Ῥακότση καὶ ἄλλων Οὔγγρων ἐξορίστων ,κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΗ΄ αἰώνος μετὰ τὴν εἰρήνη τοῦ Κάρλοβιτς, ποὺ ἦταν θαμμένα στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας τῆς Ῥευματοκράτειρας. Τότε τιμήθηκε ἀπὸ τὴν Αὐστριακὴ Κυβέρνηση μὲ τὸν μεγαλόσταυρο τοῦ Φραγκίσκου Ἰωσήφ.
Στὴν πενταετία 1902-1907 ,ὁ Μητροπολίτης Ἡρακλείας Γρηγόριος μὲ τὴν βοήθεια Ἑλλήνων διπλωματῶν, κατάφερε νὰ προφυλάξει τὴν ἐπαρχία του ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς Οὐνίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα εἶχε κάνει τὴν ἐμφάνισή της στὴν περιοχὴ, ὅπως κι ἀπ᾿ τὴν δράση τῶν Βουλγάρων ἐξαρχικῶν.
Στὴ Ῥαιδεστὸ κατέθεσε τὸν θεμέλιο λίθο τοῦ κτιρίου τοῦ Θρακικοῦ Φιλεκπαιδευτικοῦ Συλλόγου τὸ 1873, τοῦ κεντρικοῦ παρθεναγωγείου «τὰ Θεοδωρίδεια», τοῦ κεντρικοῦ Ἀῤῥεναγωγείου «Γεωργιάδειον», τοῦ Νηπιαγωγείου Κουρνάλειος «Γεωργιάδειον» καὶ τῆς μεγάλης ἀποθήκης στὴν ἀποβάθρα τῆς πόλης.
Ἀγόρασε καὶ ἐπισκεύασε τὴν οἰκία Γιάγκου καὶ τὴ δώρησε ὡς Μητροπολιτικὸ μέγαρο στὴν κοινότητα Ῥαιδεστοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ δίνει ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης στὸ σχολικὸ ταμεῖο 35 χρυσὲς λίρες κάθε χρόνο. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἑλληνικὴ κοινότητα τῆς Ῥαιδεστοῦ εἶχε ἀναγράψει τὸ ὄνομά του στὸν ἐπίσημο κώδικά της καὶ τὸν ἀνακήρυξε Μεγάλο Εὐεργέτη της.
Ἐπίσης ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος κατέθεσε χρήματα στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα, πρὸς συντήρηση τοῦ δασκάλου τῆς πατρίδας του Κουμβάου, ἡ ὁποία ὀνόμασε τὴ δημοτικὴ σχολὴ της «Καλλίδειον». Στὴ Ῥαιδεστὸ μετὰ ἀπό πολυώδυνο καί μαρτυρικὸ βίο, εἶδε ἀπελαυνομένους τοὺς περισσότερους χριστιανοὺς τῆς Θράκης.
Συνεργάστηκε μὲ τοὺς ὁμογενεῖς Ἀρμένιους, Τούρκους καί Ἰουδαίους γιὰ νὰ μὴ δεινοπαθήσει ἡ Ῥαιδεστὸς καὶ ἀξιώθηκε νὰ ὑποδεχθεῖ στὶς 7 Ἰουλίου τοῦ 1920 τὸν Ἐλευθερωτὴ Ἑλληνικὸ Στρατὸ τῆς μεραρχίας τῆς Σμύρνης καὶ τὴν ἑπόμενη μέρα τὸν νεαρὸ βασιλιᾶ Ἀλέξανδρο. Διετέλεσε πρῶτο μέλος τῆς θρακικῆς ἐπιτροπῆς Ὀρθοδόξων, Μουσουλμάνων, Ἀρμενίων καὶ Ἰουδαίων, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὴν εὐγνωμοσύνη της στὸν βασιλιὰ Ἀλέξανδρο καὶ στὴν Κυβέρνηση Βενιζέλου καὶ ἔλαβε μέρος στὸν ἑορτασμὸ τῶν Ἐθνικῶν Ἐπινικείων.
Μετέβη γιὰ δεύτερη φορὰ στὴν Ἀθήνα μετὰ τὸν θάνατο τοῦ βασιλιὰ Ἀλέξανδρου μὲ τοὺς πνευματικοὺς Ἀρχηγοὺς καὶ Ἀντιπροσώπους τῶν κοινοτήτων τῆς Θράκης, γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ βασιλιὰ Κωνσταντίνου. Περιῆλθε τὴ Θεσσαλία καὶ τήν Μακεδονία παροτρύνοντας καὶ ἐνθαῤῥύνοντας τὴν ἐπάνοδο τῶν ἐκεῖ προσφύγων Θρακῶν στὶς πατρίδες τους, σὲ συνεννόηση μὲ τὸν ὑπουργὸ περιθάλψεως. Πῆρε μέρος στὴ Σύνοδο Ἱεραρχῶν Παλαιῶν καὶ Νέων Χωρῶν τὸ 1921 στὴν ὁποία προήδρευσε ἔχοντας τὰ πρεσβεῖα, ἔναντι ὅλων τῶν Συνέδρων.
Τέλος, παρὰ τὴν προχωρημένη ἡλικία του, συνέχισε ἐργαζόμενος ἀκούραστα στὴ θρακικὴ ἔπαλξη γιὰ τὴν πνευματικὴ κατάρτιση τοῦ ποιμνίου του συναπολαμβάνοντας μέ αὐτὸ τὴ δωρηθεῖσα ἐλευθερία τῆς Θράκης.
Τὶς δόξες ὅμως αὐτὲς καὶ τὶς τιμὲς, ἦλθε νὰ ἀφανίσει ἡ μαύρη συμφορά, ὁ χαλασμὸς τοῦ 1922 ποὺ ξερίζωσε τὸν προαιώνιον ἑλληνισμὸν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης ἀπ᾿ τὶς πατρογονικὲς ἑστίες. Ἔτσι ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος μὲ τὴν προσφυγικὴ ῥάβδο σὰν ἄλλος Μωϋσῆς, μεγαλόψυχος παρήγορος τοῦ ἐκτοπιζομένου ποιμνίου του, τοὺς ὁδήγησε μὲ ἀσφάλεια στὴν Ἑλλάδα.
Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ πέρασε στὴ Θεσσαλονίκη σχολάζων χωρὶς νὰ θελήσει νὰ ἀναλάβει νέα Μητρόπολη.
Στὶς 12 Ἀπριλίου (Κυριακὴ τῶν Βαῒων) τοῦ 1925 ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Ἀλεξιάδης καὶ ἡ κοινότητα τῆς Θεσσαλονίκης τίμησαν τὸν Μητροπολίτην Γρηγόριο μὲ ἀφορμὴ τὴν συμπλήρωση πενήντα ἐτῶν θεοφιλοῦς καὶ ἐθνωφελοῦς ἀρχιερατείας. Μετὰ ἀπὸ πανηγυρικὴ Θεία Λειτουργία ἀκολούθησε αὐτὴ ἡ σεμνὴ τελετὴ στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ παρουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντίνου, Μητροπολιτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐκπροσώπων τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους στρατιωτικῶν καὶ τοπικῶν ἀρχόντων.
Τὸ περιοδικὸ «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς» ἀφιέρωσε τὸν θ΄ τόμο του (1925) στὸν Μητροπολίτη Γρηγόριο Καλλίδη μὲ ἀφορμὴ τὴ συμπλήρωση τοῦ Ἰωβηλαίου τῆς ἀρχιερατείας του.
Ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος Ἀρχιεπίσκοπος Ἡρακλείας καὶ Ῥαιδεστοῦ, μετὰ ἀπὸ σύντομη ἀσθένεια, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ τὰ μεσάνυχτα τῆς Πέμπτης 23 Ἰουλίου τοῦ 1925. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του ἔγινε μὲ περισσὴ μεγαλοπρέπεια ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, τὸν Καμπανίας Διόδωρο, τὸν Ἀπολλωνιάδος Ἰωακεὶμ καὶ τὸν Κασσανδρείας Εἰρηναῖο στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης. Παρέστησαν ἐπίσης οἱ Μητροπολίτες Σεῤῥῶν Κωνσταντῖνος καὶ Σιδηροκάστρου Νεόφυτος, ὁ Ἀρμένιος ἐπίσκοπος, ἐκπρόσωπος τῆς Ἀρχιῤῥαβινείας, πλῆθος ἐπισήμων καὶ ὁ πιστὸς τοῦ Θεοῦ λαός. Ἡ σορός του μὲ πομπή, κατέληξε στὸ νεκροταφεῖο τῆς Εὐαγγελιστρίας ὅπου κηδεύτηκε δημοσίᾳ δαπάνῃ.
Στὶς 20 Ὀκτωβρίου 1979 ὁ Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων ὁ Β΄, ἔκανε τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων του τὰ ὁποῖα βρέθηκαν νὰ εὐωδιάζουν καὶ νὰ ἐπιτελοῦν ἀπὸ τότε πλῆθος θαυμάτων.
Μετὰ ἀπὸ ἐνέργειες τοῦ Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυροῦ Παντελεήμονος τοῦ Β΄, στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἔγινε μὲ πατριαρχικὴ καὶ συνοδικὴ πράξη στὶς 22 Μαῒου 2003, ἡ ἐπίσημη κατάταξη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου στὸ ἁγιολόγιο τῆς κατὰ Ἀνατολὰς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὁρίστηκε ἡμέρα μνήμης του ἡ 25 Ἰουλίου (ἡμέρα κοιμήσεώς του) καὶ ἡ 20η Ὀκτωβρίου (ἐπέτειος τῆς ἀνακομιδῆς του) ὡς δεύτερη ἑορτή του.
Τὴν Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξη, ἐκόμισε ὁ ἴδιος ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος ὁ Α΄ μέ πατριαρχική συνοδεία, ὁ ὁποῖος προέστη καὶ στὴν ἀκολουθία – δοξολογία τῆς κατατάξεως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου στὸ ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, στὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὶς 29 Μαῒου 2003.
Αντωνίου Ι. Πατρικίου
Παρεκκλήσι του Αγίου Γρηγορίου βρίσκεται παραπλεύρως στον Ιερό Ναό Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου Θεσσαλονίκης.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
28 ᾿Ιουλίου
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ὁ ἐκ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ,
νεομάρτυς († 28.7.1777)
῾Ο Χριστόδουλος ἀνήκει σὲ ἐκείνη τὴν ὁμάδα τῶν νεομαρτύρων οἱ ὁποῖοι ὁδηγήθηκαν στὸ μαρτύριο ἑκουσίως.
Τὸ Μαρτύριο τοῦ Χριστοδούλου περιλαμβάνεται στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτη. ῾Ο συντάκτης του δὲν μᾆς παρέχει ἐπαρκεῖς πληροφορίες περὶ τοῦ βίου τοῦ νεομάρτυρος· ἀρκεῖται μόνο στὰ ἐντελῶς ἀπαραίτητα στοιχεῖα, ἐνῶ ἀναφέρεται ἰδιαίτερα στὸ γεγονὸς ποὺ στάθηκε ἀφορμὴ γιὰ τὴ σύλληψη καὶ τὴ θανάτωσή του.
῾Ο Χριστόδουλος καταγόταν ἀπὸ κάποιο μικρὸ χωριὸ τῆς Κασσάνδρας ὀνομαζόμενο Βάλτα. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἐγκατέλειψε τὴν πατρίδα του καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου ἔμαθε τὴν τέχνη τοῦ ράπτη. ᾿Αφορμὴ γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ μαρτύριο στάθηκε τὸ ἑξῆς περιστατικό: Κάποιος Βούλγαρος χριστιανὸς σκόπευε νὰ ἀλλαξοπιστήσει. ῞Οταν, ὅμως, ὁ Χριστόδουλος πληροφορήθηκε τὴν πρόθεσή του, προσπάθησε ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή, παρ᾿ ὅλο ποὺ γνώριζε πὼς μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔθετε σὲ κίνδυνο τὴ ζωή του, νὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τὴν ἐξωμοσία καὶ τὴν τελικὴ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του.
᾿Αφοῦ λοιπὸν προετοιμάστηκε μὲ τὴν ἐξομολόγηση, πῆρε ἀπὸ τὸ νεωκόρο τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου ἕνα σταυρὸ ποὺ τὸν εἶχε ἀγοράσει ἀπὸ τὴ Χίο καὶ τοῦ τὸν εἶχε ἐμπιστευθεῖ, καὶ πῆγε στὸ καφενεῖο ὅπου θὰ γινόταν ἡ ὁμολογία καὶ ἡ περιτομὴ τοῦ Βούλγαρου χριστιανοῦ. Τὸν πλησίασε λοιπὸν καὶ προσπάθησε δείχνοντάς του τὸν σταυρὸ καὶ παραινώντας τον νὰ τονώσει τὸ φρόνημά του καὶ νὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τὴν ἐξωμοσία. ῾Η πράξη του αὐτὴ ὅμως δὲν ἐπέφερε κανένα ἀποτέλεσμα, ἀφοῦ ὁ Βούλγαρος τὸν ἀγνόησε παντελῶς, ἐνῶ οἱ Τοῦρκοι ποὺ τὸν περιτριγύριζαν, ἐξοργίστηκαν τόσο πολὺ ἐναντίον του, ὥστε τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸ δικαστήριο, ὅπου μὲ παρρησία καὶ τόλμη ὁ Χριστόδουλος ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸ Χριστό. Παρ᾿ ὅλες τὶς προτροπὲς τοῦ δικαστῆ ὁ Χριστόδουλος παρέμεινε ἀνυποχώρητος, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀποφασίστηκε ἡ θανάτωσή του. Στὶς 28 ᾿Ιουλίου τοῦ ἔτους 1777 ἀπαγχονίστηκε μπροστὰ στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Μηνᾆ, στὴ Θεσσαλονίκη. Τὸ λείψανό του παρέμεινε πρὸς ὀνειδισμὸ ἐπὶ δύο ἡμέρες στὴν ἀγχόνη, φέροντας ἐπάνω του τὸ σταυρὸ ποὺ εἶχε πάρει μαζί του ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου. Μετὰ τὴν παρέλευση τῶν δύο ἡμερῶν, τὸ λείψανο τοῦ νεομάρτυρος παραδόθηκε στοὺς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐξαγόρασαν ἀντὶ ἑξακοσίων γροσίων καὶ τὸ ἐκήδευσαν. ᾿Αναφέρεται μάλιστα στὸ Μαρτύριό του ὅτι πολλοὶ ἔλαβαν πρὸς ἁγιασμὸ τεμάχια ἀπὸ τὸ πουκάμισο τοῦ ῾Αγίου καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ σχοινὶ ποὺ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὸν ἀπαγχονισμό του.
῾Η μνήμη τοῦ νεομάρτυρος Χριστοδούλου τιμᾆται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς τελειώσεώς του, στὶς 28 ᾿Ιουλίου. Τὴν ἡμερομηνία αὐτὴ ἀναγράφουν τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον, ὅπου εἶναι καταχωρημένο καὶ τὸ Μαρτύριό του, ὁ Συναξαριστὴς τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτου, ὁ Χρυσ. Παπαδόπουλος, ὁ Βίκτ. Ματθαῖος καὶ ὁ Otto Meinardus. ᾿Εξαίρεση ἀποτελοῦν ὁ Σωφρ. Εὐστρατιάδης καὶ τὸ Μ. Εὐχολόγιο, ὅπου ἡ μνήμη τοῦ νεομάρτυρος ἀναγράφεται στὶς 27 τοῦ ἰδίου μηνός.
Μιὰ ἀπεικόνιση τοῦ νεομάρτυρος Χριστοδούλου ὑπάρχει στὸ σπίτι τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ φουστανελλᾆ στὰ ᾿Ιωάννινα, ὅπου παριστάνεται ἔνθρονη ἡ Παναγία πλαισιωμένη ἀπὸ τὸν ἅγιο Γεώργιο καὶ τὸν Χριστόδουλο, ὁ ὁποῖος φοράει σκοῦφο καὶ σαλβάρια μὲ ριχτὸ μανδύα, ἐνῶ στὸ ἕνα χέρι κρατάει κλαδὶ φοίνικα καὶ μὲ τὸ ἄλλο ὑψώνει τὸ σταυρό. ῾Η συναπεικόνιση τῶν δύο ῾Αγίων μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ εὔκολα ἂν λάβει κανεὶς ὑπόψη του τὸν τρόπο μαρτυρίου τους ποὺ ἦταν παρόμοιος.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ὁ ἐκ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ,
νεομάρτυς († 28.7.1777)
῾Ο Χριστόδουλος ἀνήκει σὲ ἐκείνη τὴν ὁμάδα τῶν νεομαρτύρων οἱ ὁποῖοι ὁδηγήθηκαν στὸ μαρτύριο ἑκουσίως.
Τὸ Μαρτύριο τοῦ Χριστοδούλου περιλαμβάνεται στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτη. ῾Ο συντάκτης του δὲν μᾆς παρέχει ἐπαρκεῖς πληροφορίες περὶ τοῦ βίου τοῦ νεομάρτυρος· ἀρκεῖται μόνο στὰ ἐντελῶς ἀπαραίτητα στοιχεῖα, ἐνῶ ἀναφέρεται ἰδιαίτερα στὸ γεγονὸς ποὺ στάθηκε ἀφορμὴ γιὰ τὴ σύλληψη καὶ τὴ θανάτωσή του.
῾Ο Χριστόδουλος καταγόταν ἀπὸ κάποιο μικρὸ χωριὸ τῆς Κασσάνδρας ὀνομαζόμενο Βάλτα. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἐγκατέλειψε τὴν πατρίδα του καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου ἔμαθε τὴν τέχνη τοῦ ράπτη. ᾿Αφορμὴ γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ μαρτύριο στάθηκε τὸ ἑξῆς περιστατικό: Κάποιος Βούλγαρος χριστιανὸς σκόπευε νὰ ἀλλαξοπιστήσει. ῞Οταν, ὅμως, ὁ Χριστόδουλος πληροφορήθηκε τὴν πρόθεσή του, προσπάθησε ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή, παρ᾿ ὅλο ποὺ γνώριζε πὼς μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔθετε σὲ κίνδυνο τὴ ζωή του, νὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τὴν ἐξωμοσία καὶ τὴν τελικὴ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του.
᾿Αφοῦ λοιπὸν προετοιμάστηκε μὲ τὴν ἐξομολόγηση, πῆρε ἀπὸ τὸ νεωκόρο τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου ἕνα σταυρὸ ποὺ τὸν εἶχε ἀγοράσει ἀπὸ τὴ Χίο καὶ τοῦ τὸν εἶχε ἐμπιστευθεῖ, καὶ πῆγε στὸ καφενεῖο ὅπου θὰ γινόταν ἡ ὁμολογία καὶ ἡ περιτομὴ τοῦ Βούλγαρου χριστιανοῦ. Τὸν πλησίασε λοιπὸν καὶ προσπάθησε δείχνοντάς του τὸν σταυρὸ καὶ παραινώντας τον νὰ τονώσει τὸ φρόνημά του καὶ νὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τὴν ἐξωμοσία. ῾Η πράξη του αὐτὴ ὅμως δὲν ἐπέφερε κανένα ἀποτέλεσμα, ἀφοῦ ὁ Βούλγαρος τὸν ἀγνόησε παντελῶς, ἐνῶ οἱ Τοῦρκοι ποὺ τὸν περιτριγύριζαν, ἐξοργίστηκαν τόσο πολὺ ἐναντίον του, ὥστε τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸ δικαστήριο, ὅπου μὲ παρρησία καὶ τόλμη ὁ Χριστόδουλος ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸ Χριστό. Παρ᾿ ὅλες τὶς προτροπὲς τοῦ δικαστῆ ὁ Χριστόδουλος παρέμεινε ἀνυποχώρητος, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀποφασίστηκε ἡ θανάτωσή του. Στὶς 28 ᾿Ιουλίου τοῦ ἔτους 1777 ἀπαγχονίστηκε μπροστὰ στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Μηνᾆ, στὴ Θεσσαλονίκη. Τὸ λείψανό του παρέμεινε πρὸς ὀνειδισμὸ ἐπὶ δύο ἡμέρες στὴν ἀγχόνη, φέροντας ἐπάνω του τὸ σταυρὸ ποὺ εἶχε πάρει μαζί του ἀπὸ τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου. Μετὰ τὴν παρέλευση τῶν δύο ἡμερῶν, τὸ λείψανο τοῦ νεομάρτυρος παραδόθηκε στοὺς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐξαγόρασαν ἀντὶ ἑξακοσίων γροσίων καὶ τὸ ἐκήδευσαν. ᾿Αναφέρεται μάλιστα στὸ Μαρτύριό του ὅτι πολλοὶ ἔλαβαν πρὸς ἁγιασμὸ τεμάχια ἀπὸ τὸ πουκάμισο τοῦ ῾Αγίου καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ σχοινὶ ποὺ χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὸν ἀπαγχονισμό του.
῾Η μνήμη τοῦ νεομάρτυρος Χριστοδούλου τιμᾆται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς τελειώσεώς του, στὶς 28 ᾿Ιουλίου. Τὴν ἡμερομηνία αὐτὴ ἀναγράφουν τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον, ὅπου εἶναι καταχωρημένο καὶ τὸ Μαρτύριό του, ὁ Συναξαριστὴς τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτου, ὁ Χρυσ. Παπαδόπουλος, ὁ Βίκτ. Ματθαῖος καὶ ὁ Otto Meinardus. ᾿Εξαίρεση ἀποτελοῦν ὁ Σωφρ. Εὐστρατιάδης καὶ τὸ Μ. Εὐχολόγιο, ὅπου ἡ μνήμη τοῦ νεομάρτυρος ἀναγράφεται στὶς 27 τοῦ ἰδίου μηνός.
Μιὰ ἀπεικόνιση τοῦ νεομάρτυρος Χριστοδούλου ὑπάρχει στὸ σπίτι τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ φουστανελλᾆ στὰ ᾿Ιωάννινα, ὅπου παριστάνεται ἔνθρονη ἡ Παναγία πλαισιωμένη ἀπὸ τὸν ἅγιο Γεώργιο καὶ τὸν Χριστόδουλο, ὁ ὁποῖος φοράει σκοῦφο καὶ σαλβάρια μὲ ριχτὸ μανδύα, ἐνῶ στὸ ἕνα χέρι κρατάει κλαδὶ φοίνικα καὶ μὲ τὸ ἄλλο ὑψώνει τὸ σταυρό. ῾Η συναπεικόνιση τῶν δύο ῾Αγίων μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ εὔκολα ἂν λάβει κανεὶς ὑπόψη του τὸν τρόπο μαρτυρίου τους ποὺ ἦταν παρόμοιος.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
30 ᾿Ιουλίου
ΣÍΛΑΣ ἢ ΣΙΛÁΣ ἢ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ,
᾿Απόστολος καὶ συνεργάτης τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου
Τὸ ὄνομα Σιλουανὸς εἶναι λατινικὴ ἀπόδοση τοῦ ἀραμαϊκοῦ Sche'iah, ποὺ σημαίνει “ἀπεσταλμένος”. Οἱ ῾Εβραῖοι μποροῦσαν νὰ παίρνουν ἕνα ὁμόηχο ρωμαϊκὸ ὄνομα, ἰδιαίτερα ἂν ἦταν ρωμαῖοι πολῖτες. Μὲ τὸ ἴδιο κριτήριο διάλεγαν ἕνα περίπου ὁμόηχο ἑλληνικὸ ὄνομα (πρβλ. Σαούλ-Σαῦλος). Τὸ ὄνομα Σίλας καὶ ἐπὶ τὸ δοκιμότερον Σιλᾆς εἶναι κατὰ μία ἄποψη συντετμημένη μορφὴ τοῦ ὀνόματος Σιλουανός. ῞Οπως ὅμως ὑποστηρίζει ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Β. Στογιάννος (Α¢ ᾿Επιστολὴ Πέτρου, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 455-457) φαίνεται ὅτι τὸ Σίλας εἶναι ὄχι σύντμηση τοῦ λατινικοῦ, ἀλλὰ ἑλληνικὴ ἀπόδοση τοῦ ἀραμαϊκοῦ Sche'iah.
Στὴν Κ.Δ. συναντῶνται συχνὰ καὶ τὰ δύο ὀνόματα Σίλας καὶ Σιλουανός. Προφανῶς πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Μὲ τὸ ὄνομα Σίλας (ἢ Σιλᾆς) ἀναφέρεται στὶς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων (15, 22· 32· 40· 16, 19· 25-30· 17, 4-10. 14) καὶ παρουσιάζεται ὡς μέλος ἐπίσημο τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων καὶ πολὺ γνωστὸς τοῦ Πέτρου πρὶν προσκολληθεῖ στὸν ᾿Απόστολο Παῦλο. Μὲ τὸ ὄνομα Σιλουανὸς παρουσιάζεται σὲ ἐπιστολὲς τῶν ᾿Αποστόλων Παύλου καὶ Πέτρου. (Α¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Κορ. 1, 19 καὶ Α¢ Πέτρ. 5, 12) καὶ ἀναφέρεται ὡς συναποστολέας τῶν ἐπιστολῶν πρὸς Θεσσαλονικεῖς καὶ ὡς ὑπογραφέας τῆς Α¢ Πέτρου.
῾Ο Σίλας-Σιλουανὸς ἦταν ἀπὸ τὰ διακεκριμένα γιὰ τὸ ἦθος τους ἡγετικὰ στελέχη τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀνεδείχθη μεταξὺ τῶν ὀλίγων ἐκλεκτῶν, τοὺς ὁποίους ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων ἀνεγνώριζε καὶ ἐκτιμοῦσε. ῾Η ἀναγνώριση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀποστολικῆς Συνόδου (49-50 μ.Χ.), τόσο οἱ ἀπόστολοι μὲ τοὺς πρεσβυτέρους, ὅσο καὶ ὁλόκληρη ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων, ἀπεφάσισαν νὰ ἐκλέξουν μεταξὺ τῶν χριστιανῶν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι θὰ συνόδευαν τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο καὶ τὸ Βαρνάβα στὴν ᾿Αντιόχεια γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν καὶ νὰ ἑρμηνεύσουν καὶ οἱ ἴδιοι τὶς ἀποφάσεις ποὺ εἶχαν ληφθεῖ στὴν ἀποστολικὴ Σύνοδο, τὶς ὁποῖες θὰ ἐπέδιδαν γραπτῶς στὴν τοπικὴ ᾿Εκκλησία. Φαίνεται ἐδῶ ἡ εὐαισθησία τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων νὰ μὴν ὑπάρξει κανένας κίνδυνος ἐνδεχομένης παρανοήσεως τῶν ἀποφάσεων τῆς ἀποστολικῆς Συνόδου ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους χριστιανοὺς τῆς ᾿Αντιοχείας. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ λοιπὸν ἐξέλεξαν τὸν ᾿Ιούδα, τὸν ἐπονομαζόμενο Βαρσαββὰ καὶ τὸν Σίλα, ἄνδρες ποὺ κατεῖχαν ἐξέχουσα καὶ ἡγετικὴ θέση μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν. Παρ᾿ ὅτι ὁ Σίλας ἦταν ἡγετικὴ προσωπικότητα καὶ κατεῖχε σημαντικὴ θέση στὴν ᾿Εκκλησία, ἐν τούτοις δὲν ἀναφέρεται εἰδικὰ τὸ εἶδος τῆς ἡγετικῆς αὐτῆς θέσεώς του. ῾Οπωσδήποτε ἀνῆκε στὴν τάξη τῶν προφητῶν τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων, ἀφοῦ, ὅπως ἀναφέρεται στὴ συνέχεια τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων, “᾿Ιούδας τε καὶ Σιλᾆς, καὶ αὐτοὶ προφῆται ὄντες, διὰ λόγου πολλοῦ παρεκάλεσαν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἐπεστήριξαν” (Πρ. 15, 32).
῾Η μαρτυρία αὐτὴ συνδέει τὴν τάξη τῶν προφητῶν τῶν ῾Ιεροσολύμων μὲ τὴν ἀντίστοιχη τάξη τῆς ᾿Αντιοχείας, τῆς ὁποίας μέλη ἦταν οἱ ᾿Απόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας.
῾Ο Σίλας εἶχε συνδεθεῖ ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς ἰδιαίτερα μάλιστα μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπέλεξε ἀντὶ τοῦ Μάρκου ὡς συνοδό του στὴ δευτέρα ἀποστολικὴ περιοδεία: “Παῦλος δὲ ἐπελεξάμενος Σιλᾆν” (Πρ. 15, 40). ῎Εκτοτε ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πιὸ στενοὺς συνεργάτες του (ὅπως καὶ τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου) στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο τους. Σὲ ὅλον αὐτὸ τὸ χρόνο ποὺ συνόδευε τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο συμμερίσθηκε τὶς δοκιμασίες, τὰ παθήματα καὶ τὶς θλίψεις του· στοὺς Φιλίππους ὑπέστησαν μαζὶ ραβδισμοὺς καὶ φυλάκιση.
῾Ως γνωστὸ στοὺς Φιλίππους ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ἐθεράπευσε μία παιδίσκη ποὺ εἶχε πνεῦμα πύθωνα καὶ ὅταν οἱ προστάτες της, ποὺ τὴν ἐκμεταλλεύονταν, ἔχασαν τὰ ἔσοδα τῆς ἐργασίας τους συνέλαβαν τοὺς ᾿Αποστόλους Παῦλο καὶ Σίλα καὶ τοὺς παρέδωσαν στοὺς στρατηγοὺς τῆς πόλεως. ᾿Εκεῖνοι διέταξαν νὰ τοὺς ραβδίσουν καὶ πληγωμένους τοὺς ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Μάλιστα ὁ δεσμοφύλακας “ἔβαλε αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον” (Πρ. 16, 24). Καὶ ἐνῶ κατὰ τὸ μεσονύκτιο οἱ ᾿Απόστολοι προσεύχονταν καὶ ὑμνοῦσαν τὸ Θεὸ καὶ οἱ ἄλλοι φυλακισμένοι τοὺς ἄκουγαν ἔκπληκτοι, ξαφνικὰ ἰσχυρὸς σεισμὸς ἔγινε μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀνοίξουν οἱ θῦρες καὶ νὰ λυθοῦν τὰ δεσμά τους. Βλέποντας αὐτὰ ὁ δεσμοφύλακας καὶ νομίζοντας ὅτι τοῦ διέφυγαν οἱ φυλακισμένοι ἔσυρε τὸ μαχαίρι γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει. ᾿Αλλ᾿ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος τὸν ἀπέτρεψε ἀπὸ τὸ διάβημά του καὶ ὁ δεσμοφύλακας τοὺς πῆρε στὸ σπίτι του, τοὺς περιποιήθηκε τὰ τραύματά τους, ἄκουσε τὸ λόγο τους καὶ πίστεψε αὐτὸς καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά του (Πρ. 16, 30-35).
Κατόπιν οἱ στρατηγοὶ ἔστειλαν τοὺς ραβδούχους νὰ εἰποῦν στοὺς ᾿Αποστόλους νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Φιλίππων, ἀλλ᾿ ἐκεῖνοι διεμαρτυρήθηκαν γιατὶ τοὺς ἔδειραν ἐνῶ ἦταν ρωμαῖοι πολῖτες· τοῦτο προκάλεσε ἀνησυχία καὶ φόβο στοὺς στρατηγοὺς καὶ ἔτσι ἀναγκάσθηκαν νὰ πᾆνε οἱ ἴδιοι καὶ νὰ παρακαλέσουν τοὺς ᾿Αποστόλους νὰ φύγουν (Πρ. 16, 35-40). Τελικὰ οἱ ᾿Απόστολοι, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκαν τὴν πρώτη εὐρωπαία χριστιανή, τὴ Λυδία, ἡ ὁποία εἶχε πιστεύσει στὸ κήρυγμά τους, στοὺς Φιλίππους, ἀνεχώρησαν ἀπὸ τοὺς Φιλίππους καὶ διερχόμενοι ἀπὸ τὴν ᾿Αμφίπολη καὶ ᾿Απολλωνία ἔφθασαν στὴ Θεσσαλονίκη (Πρ. 16, 40-17, 1).
Στοὺς Φιλίππους ἵδρυσαν τὴν πρώτη ᾿Εκκλησία σὲ εὐρωπαϊκὸ ἔδαφος, ἡ ὁποία ἦταν μία ἀπὸ τὶς περισσότερο ἀγαπημένες χριστιανικὲς κοινότητες καὶ πρὸς τὴν ὁποία ἔδειξαν ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ στοργικὸ ἐνδιαφέρον· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἔδειξε ἐπίσης τὴν ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσή της πρὸς τοὺς ᾿Αποστόλους Παῦλον καὶ Σίλαν.
Καὶ μάλιστα, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει στὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἀπηύθυνε πρὸς τὴν ᾿Εκκκλησία αὐτή ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος, ἡ ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων συχνὰ τὸν ἐβοήθησε καὶ οἰκονομικά.
῾Η ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων ἦταν μία ἀπὸ τὶς ᾿Εκκλησίες μὲ τὶς ὁποῖες ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος διατηροῦσε συνεχῆ ἐπικοινωνία εἴτε μὲ ἀπεσταλμένους του εἴτε μὲ ἐπιστολές του εἴτε καὶ μὲ αὐτοπρόσωπες ἐπισκέψεις του κατὰ διάφορα χρονικὰ διαστήματα. Καί, ὅπως εἶναι γνωστό, τὴν ἐπισκέφθηκε τουλάχιστον ἄλλες τέσσερες φορές.
῾Η ἵδρυση τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας ἐπὶ εὐρωπαϊκοῦ ἐδάφους, τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Φιλίππων, ἀπετέλεσε τὴν ἀπαρχὴ ἱδρύσεως χριστιανικῶν ᾿Εκκλησιῶν στὴ Μακεδονία καὶ στὴ λοιπὴ νότια ῾Ελλάδα, τὶς ὁποῖες ἀποτελοῦσαν κυρίως χριστιανοὶ ἐξ ἐθνῶν.
Πάντως ἡ ἐπίσκεψη τῶν ᾿Αποστόλων Παύλου καὶ Σίλα στοὺς Φιλίππους καὶ τὸ κήρυγμά τους ἐκεῖ εἶχε ὁπωσδήποτε καλὰ ἀποτελέσματα, ἀφοῦ προσείλκυσαν πολλοὺς χριστιανοὺς καὶ αὐτὸ ἀπετέλεσε σημαντικότατο γεγονὸς γιὰ τὴν παραπέρα πορεία τους σὲ ἄλλες περιοχές.
Γι᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μεγάλη συμβολὴ τοῦ ᾿Αποστόλου Σίλα, ἰδιαίτερα, στὴν ἐπιτυχία τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς Φιλιππησίους καὶ στὴν ἐν γένει δραστηριότητά του καὶ εἰδικὰ στὴν ἵδρυση τῆς ἀποστολικῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Φιλίππων ὁ ᾿Απόστολος Σίλας συνδέεται μὲ τὴν ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων, ἀναγνωρίζεται ὡς συνιδρυτὴς τῆς ᾿Εκκλησίας αὐτῆς καὶ τιμᾆται ὡς κατ᾿ ἐξοχὴν ἰδικός της ᾿Απόστολος. Χαρακτηριστικὴ ἀπόδειξη τῶν ἰδιαίτερων δεσμῶν του μὲ τὴν τοπικὴ ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων εἶναι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ ἡ ἵδρυση πρὸς τιμήν του καὶ ἐπ᾿ ὀνόματί του τῆς ὁμώνυμης ῾Ιερᾆς Μονῆς τοῦ ᾿Αποστόλου Σίλα καὶ οἱ ξεχωριστὲς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις ποὺ γίνονται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του.
Τοὺς ᾿Αποστόλους Παῦλο καὶ Σίλα δὲν ἀποθάρρυναν οὔτε οἱ διωγμοὶ καὶ οἱ κακοποιήσεις, ἀλλ᾿ οὔτε οἱ μαστιγώσεις καὶ οἱ φυλακίσεις ποὺ ὑπέστησαν στοὺς Φιλίππους στάθηκαν ἱκανὰ νὰ κάμψουν τὸ φρόνημά τους. ᾿Αντίθετα μάλιστα χαλύβδωσαν τὴ θέλησή τους καὶ ἐνίσχυσαν τὴν ἀπόφασή τους. Χαρακτηριστικὰ εἶναι τὰ ὅσα γράφει σχετικὰ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος στὴν Α¢ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή του: “ἀλλὰ προπαθόντες καὶ ὑβρισθέντες ἐν Φιλίπποις ἐπαρρησιασάμεθα, λαλῆσαι πρὸς ὑμᾆς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ” (Α¢ Θεσ. 2, 2).
῎Ετσι ἡ ἀντίδραση ποὺ συνάντησαν στοὺς Φιλίππους τοὺς ἔδωσε περισσότερο θάρρος νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ στοὺς Θεσσαλονικεῖς, στὴ Συναγωγὴ τῶν ὁποίων ἐκήρυξαν τουλάχιστον ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες μὲ βάση πάντοτε τὰ κείμενα τῆς Βίβλου. Τὸ κήρυγμά τους ποὺ ἦταν Χριστοκεντρικό, περιελάμβανε πρῶτα τὴν ἀπόδειξη τῶν προφητειῶν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας καὶ δεύτερο, ὅτι αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἔπρεπε νὰ πάθει καὶ νὰ ἀναστηθεῖ, σύμφωνα πάντοτε μὲ τὰ ὅσα εἶχαν προφητευθεῖ. Καὶ ἔπρεπε μὲν νὰ πάθει ὁ Χριστὸς γιατὶ ἀλλιῶς ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἀπολύτρωσή μας· ἔπρεπε δὲ ἐπίσης νὰ ἀναστηθεῖ γιατὶ ἀλλιῶς ἡ ἀπολύτρωσή μας δὲν θὰ ἐτελειοῦτο, ἐφ᾿ ὅσον ὁ θάνατος δὲν θὰ κατελύετο. ῏Ηταν, ἀσφαλῶς, ἀπαραίτητο νὰ περιλαμβάνει τὸ κήρυγμά τους τὰ παραπάνω, νὰ εἶναι δηλαδὴ Χριστοκεντρικὸ γιὰ νὰ διορθώσει τὶς ὅποιες πεπλανημένες καὶ μονομερεῖς ἰδέες εἶχαν σχηματίσει οἱ ᾿Ιουδαῖοι γιὰ τὸν Μεσσία ἀπὸ τὶς διάφορες ἑρμηνεῖες τῶν προφητειῶν.
Τὸ κήρυγμά τους στὴ Θεσσαλονίκη εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους ἀκροατές τους ὄχι μόνο νὰ πεισθοῦν στοὺς λόγους τους, νὰ συνδεθοῦν ὡς φίλοι καὶ σύντροφοι τῶν ᾿Αποστόλων, ἀλλὰ καὶ νὰ πιστεύσουν στὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ καὶ ἔτσι νὰ δοθοῦν σ᾿ αὐτοὺς γιὰ νὰ καθοδηγοῦνται πνευματικὰ καὶ νὰ ταυτίσουν μαζί τους τὴν ἐλπίδα τους καὶ τὶς προσδοκίες τοῦ μέλλοντός τους (Πρ. 17, 4).
Δὲν ἦταν ὅμως μόνο ἕνας ἀριθμὸς ᾿Ιουδαίων ποὺ πίστευσαν στὸ κήρυγμα τῶν ᾿Αποστόλων Παύλου, Σίλα καὶ Τιμοθέου, ἀλλὰ καὶ πολὺ πλῆθος ἀπὸ τοὺς προσηλύτους ῞Ελληνες, ποὺ σέβονταν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὶς γυναῖκες τῆς ἀνωτέρας τάξεως ὄχι ὀλίγες (Πρ. 17, 5).
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴ μεγάλη ἀπήχηση καὶ ἐπιτυχία ποὺ εἶχε τὸ κήρυγμά τους σὲ ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις καὶ αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸν μεγάλο ἀριθμὸ ἐκείνων, ἰδίως τῶν εἰδωλολατρῶν, ποὺ ἀσπάσθηκαν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στὴ Θεσσαλονίκη (Α¢ Θεσ. 1, 9-10).
Γι᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μεγάλη συμβολὴ τοῦ ᾿Αποστόλου Σίλα στὴν ἐπιτυχία τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς Θεσσαλονικεῖς καὶ στὴν ἐν γένει δραστηριότητά του στὴ Θεσσαλονίκη καὶ εἰδικὰ στὴν ἵδρυση τῆς ἀποστολικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ᾿Απόστολος Σίλας τιμᾆται καὶ ἀναγνωρίζεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ ᾿Εκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης.
῞Ομως ἡ ἐπιτυχία τοῦ κηρύγματος στὴ Θεσσαλονίκη προκάλεσε τὴν ἀντίδραση τῶν ᾿Ιουδαίων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ φθόνο ἐξεγέρθηκαν ἐναντίον τῶν ᾿Αποστόλων καὶ, χρησιμοποιώντας “ἀγοραίους ἄνδρες”, τοὺς ἐξανάγκασαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ καταφύγουν στὴ Βέροια (Πρ. 17, 5-10).
Οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῆς Βεροίας ἦταν εὐγενέστεροι ἀπὸ τοὺς Θεσσαλονικεῖς (Πρ. 17, 11) καὶ καθ᾿ ὅλο τὸ χρονικὸ διάστημα τῆς ἐκεῖ παραμονῆς τους οἱ ᾿Απόστολοι Παῦλος, Σίλας καὶ Τιμόθεος ἐκήρυξαν τὸ Εὐαγγέλιο, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν ἔρευνα καὶ ἀνάλυση τῶν Γραφῶν. ᾿Αποτέλεσμα αὐτῶν τῶν ἐξετάσεων τῶν Γραφῶν καὶ τῶν γενομένων συζητήσεων ἦταν νὰ πιστεύσουν πολλοὶ ᾿Ιουδαῖοι καὶ ὄχι ὀλίγοι ἀπὸ τοὺς ἄνδρες καὶ γυναῖκες τῆς ἀνωτέρας τάξεως (Πρ. 17, 12), μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ὁ Σώπατρος Βεροιαῖος (Πρ. 20, 4).
Μόλις ὅμως πληροφορήθηκαν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῆς Θεσσαλονίκης ὅτι οἱ ἐκδιωχθέντες ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ᾿Απόστολοι ἐκήρυτταν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ στὴ Βέροια, κατέφθασαν ἐκεῖ καὶ προκάλεσαν ταραχές, ἐξήγειραν τὸν ὄχλο καὶ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ ἐναντίον τους (Πρ. 17, 13) καὶ ἐξανάγκασαν τοὺς Βεροιεῖς νὰ ἐξαποστείλουν τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο πρὸς τὴ θάλασσα καὶ νὰ τὸν φυγαδεύσουν, ἐνῶ παρέμειναν στὴ Βέροια ὁ Σίλας μὲ τὸν Τιμόθεο (Πρ. 17, 14).
῎Ετσι βλέπομε ὅτι, ὅσο οἱ ἐχθροὶ τοῦ Εὐαγγελίου προσπαθοῦσαν νὰ προβάλουν ἐμπόδια καὶ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ᾿Αποστόλους νὰ διαδόσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐκδιώκοντάς τους ἀπὸ πόλη σὲ πόλη, τόσο συντελοῦσαν καὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὶς μετακινήσεις τῶν ᾿Αποστόλων στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.
῾Ο Σίλας (μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεο) πολὺ σύντομα ἔφυγε ἀπὸ τὴ Βέροια καὶ ἀκολούθησε τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, τὸν ὁποῖο συνάντησε στὴν Κόρινθο (Πρ. 17, 15. 18, 5) ὅπου τοῦ ἔφερε εὐχάριστες εἰδήσεις γιὰ τὶς ᾿Εκκλησίες τῆς Μακεδονίας.
Στὴν Κόρινθο ὁ Σίλας παρέμεινε κοντὰ στὸν ᾿Απόστολο Παῦλο (μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεο), τὸν συμπαραστάθηκε καὶ τὸν βοήθησε πολὺ στὸ ἔργο, ποὺ ἤδη εἶχε ἀρχίσει ἐκεῖ, νὰ ἀναπτυχθεῖ ἀκόμη περισσότερο (Β¢ Κορ. 1, 19 “δι᾿ ἐμοῦ καὶ Σιλουανοῦ καὶ Τιμοθέου”). ᾿Απὸ τὴν Κόρινθο ἔγραψαν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο τὶς πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολὲς (Α¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Θεσ. 1, 1).
῾Ο ᾿Απόστολος Σίλας ἦταν τὸ μόνο πρόσωπο, τὸ ὁποῖο ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος μποροῦσε νὰ ἀποκαλεῖ, ἰδιαίτερα ἐνώπιον τῶν Κορινθίων, “ὁ ἀδελφός μας” (Β¢ Κορ. 8, 22. 12). Καὶ αὐτὸ γιατὶ τὸν ἐγνώρισε ὡς ἰσότιμο ἀδελφὸ ἐν Χριστῷ καὶ τὸν ἔζησε ὡς πολὺ δικό του ἄνθρωπο, ἐνῶ παράλληλα ἦταν καὶ πολὺ ἀγαπητὸς στοὺς Κορινθίους, ὡς δικός τους ἀδελφός, καὶ, ἀκόμη, δοκιμασμένος καὶ ἄξιος ἐργάτης στὸ ἔργο τῆς λογίας εἰδικὰ μεταξὺ τῶν Κορινθίων.
Οἱ πληροφορίες τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων γιὰ τὸν Σίλα σταματοῦν στὸ τέλος τῆς Β¢ ἀποστολικῆς περιοδείας τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου (Πρ. 18, 5) μὲ τελευταῖες εἰδήσεις γι᾿ αὐτὸν στὴ Β¢ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ (Β¢ Κορ. 1, 19). ῎Ισως δὲ ἡ τελευταία πληροφορία γιὰ τὸ Σίλα-Σιλουανὸ εἶναι τὸ χωρίο τῆς Α¢ ἐπιστολῆς Πέτρου (5, 12), ποὺ τὸν ἐμφανίζει ὡς συνεργάτη τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου (5, 12 “Διὰ Σιλουανοῦ ὑμῖν τοῦ πιστοῦ ἀδελφοῦ, ὡς λογίζομαι, δι᾿ ὀλίγων ἔγραψα παρακαλῶν καὶ ἐπιμαρτυρῶν ταύτην εἶναι ἀληθῆ χάριν τοῦ Θεοῦ εἰς ἣν στῆτε”).
῾Ο Σίλας-Σιλουανός, ὡς συνεργάτης καὶ σύντροφος τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, στὸν ὁποῖο εἶχε ἐμπιστευθεῖ ὁ μέγας ᾿Απόστολος τὴν εὐθύνη τῶν ᾿Εκκλησιῶν τῆς Μ. ᾿Ασίας, ὅταν διεπίστωσε τὸν κίνδυνο τὸν ὁποῖο διέτρεχαν οἱ ᾿Εκκλησίες αὐτὲς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη διαφόρων αἱρετικῶν, Νικολαϊτῶν κ.λπ. κατέφυγε στὸν ᾿Απόστολο Πέτρο, στὸν ὁποῖο, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, ἦταν ἤδη γνωστός, πρὶν προσκολληθεῖ στὸν ᾿Απόστολο Παῦλο καὶ καθὼς ἦταν ἐπίσημο μέλος τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων. ῾Ο ᾿Απόστολος Πέτρος, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ζήτησε βοήθεια, τὸν ἐφοδίασε μὲ σχετικὴ ἐπιστολή, τὴν Α¢ Πέτρου, στὴν συγγραφὴ τῆς ὁποίας συμμετέσχε ὁ Σίλας-Σιλουανός, καὶ τὸν ἀπέστειλε στὶς ᾿Εκκλησίες τῶν περιοχῶν τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς Καππαδοκίας, τῆς δυτικῆς Μ. ᾿Ασίας καὶ τῆς Βιθυνίας· μὲ αὐτὴν τοὺς στέλνει τοὺς χαιρετισμούς του ἀπὸ τὴν “ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτήν” ᾿Εκκλησίαν καὶ ἀπὸ τὸν γνωστό τους Μᾆρκον (Α¢ Πέτρ. 5, 12-13). Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ χαρακτηρίζει τὸν Σιλουανὸ “πιστὸν ἀδελφόν”.
Κατὰ μία μαρτυρία, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ ἀρχαία παράδοση καὶ μνημονεύεται σὲ πανάρχαιο χειρόγραφο τῆς ῾Ιεροσολυμιτικῆς Βιβλιοθήκης (ἀρ. 423), ἀναφέρεται ἡ δράση τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστόλων μεταξὺ τῶν ὁποίων μνημονεύεται καὶ ὁ ᾿Απόστολος Σίλας στὴ 15η σειρά. Μάλιστα, εἰδικὰ γιὰ τὸν Σίλα, ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου ἀπὸ τὴν Κόρινθο, ὁ Σίλας παρέμεινε ἐκεῖ ὡς ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Κορίνθου, ὅπου καὶ εἶχε εἰρηνικὸ τέλος τῆς ζωῆς του.
Κατὰ μία ἄλλη ὅμως ἐκδοχὴ καὶ εὐσεβῆ παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας (῾Ωρολόγια, Συναξάρια) ὁ ᾿Απόστολος Σίλας παρουσιάζεται ὡς διαφορετικὸ πρόσωπο τοῦ Σιλουανοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνήκει καὶ αὐτὸς στὸν κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστόλων. Τὴν ἐκδοχὴ αὐτὴ ἀκολουθοῦν στὴ συνέχεια διαδοχικὰ καὶ οἱ νεώτερες ἐκδόσεις Συναξαρίων, οἱ ὁποῖες ἐμφανίζουν ἀμφοτέρους ὡς ἀνήκοντας στὸν κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστόλων. ᾿Αλλὰ τὸν μὲν Σίλα ὅτι “συνεμόχθησε μετὰ τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου” καὶ “μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ χρόνου γενόμενος ᾿Επίσκοπος Κορίνθου, τὰς πρὸς Κορινθίους δύο ᾿Επιστολὰς τοῦ Παύλου καὶ τοὺς ἐν Κορίνθῳ κατοικοῦντας προήγαγεν ἐπὶ τὰ βελτίῳ· ἀφοῦ δὲ πολὺ ἐκοπίασε καὶ ἐστήριξεν ὅλους εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν, ἀπῆλθε πρὸς Κύριον”. Τὸν δὲ Σιλουανὸ ὅτι “ἔγινε ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, καὶ ὑπέμεινε πολλοὺς καὶ ἀλλεπαλλήλους κινδύνους διὰ τὸν Χριστιανισμόν, ἐπειδὴ οἱ Θεσσαλονικεῖς ἦσαν ἐπιτήδειοι εἰς τὰς διαστροφὰς καὶ τὰ σοφίσματα τῶν λόγων· καλῶς λοιπὸν καὶ αὐτὸς ἀγωνισάμενος, ἀπῆλθε πρὸς τὸν ποθούμενον Κύριον”.
Αὐτὴ ἡ διάκριση δύο διαφορετικῶν προσώπων τοῦ Σίλα καὶ Σιλουανοῦ δὲν βρῆκε εὐρύτερη ἀπήχηση καὶ δὲν ἔγινε καθολικὰ ἀποδεκτή.
῾Η ᾿Εκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου ᾿Αποστόλου Σίλα τὴν 30ὴ ᾿Ιουλίου.
ΣÍΛΑΣ ἢ ΣΙΛÁΣ ἢ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ,
᾿Απόστολος καὶ συνεργάτης τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου
Τὸ ὄνομα Σιλουανὸς εἶναι λατινικὴ ἀπόδοση τοῦ ἀραμαϊκοῦ Sche'iah, ποὺ σημαίνει “ἀπεσταλμένος”. Οἱ ῾Εβραῖοι μποροῦσαν νὰ παίρνουν ἕνα ὁμόηχο ρωμαϊκὸ ὄνομα, ἰδιαίτερα ἂν ἦταν ρωμαῖοι πολῖτες. Μὲ τὸ ἴδιο κριτήριο διάλεγαν ἕνα περίπου ὁμόηχο ἑλληνικὸ ὄνομα (πρβλ. Σαούλ-Σαῦλος). Τὸ ὄνομα Σίλας καὶ ἐπὶ τὸ δοκιμότερον Σιλᾆς εἶναι κατὰ μία ἄποψη συντετμημένη μορφὴ τοῦ ὀνόματος Σιλουανός. ῞Οπως ὅμως ὑποστηρίζει ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Β. Στογιάννος (Α¢ ᾿Επιστολὴ Πέτρου, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 455-457) φαίνεται ὅτι τὸ Σίλας εἶναι ὄχι σύντμηση τοῦ λατινικοῦ, ἀλλὰ ἑλληνικὴ ἀπόδοση τοῦ ἀραμαϊκοῦ Sche'iah.
Στὴν Κ.Δ. συναντῶνται συχνὰ καὶ τὰ δύο ὀνόματα Σίλας καὶ Σιλουανός. Προφανῶς πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Μὲ τὸ ὄνομα Σίλας (ἢ Σιλᾆς) ἀναφέρεται στὶς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων (15, 22· 32· 40· 16, 19· 25-30· 17, 4-10. 14) καὶ παρουσιάζεται ὡς μέλος ἐπίσημο τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων καὶ πολὺ γνωστὸς τοῦ Πέτρου πρὶν προσκολληθεῖ στὸν ᾿Απόστολο Παῦλο. Μὲ τὸ ὄνομα Σιλουανὸς παρουσιάζεται σὲ ἐπιστολὲς τῶν ᾿Αποστόλων Παύλου καὶ Πέτρου. (Α¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Κορ. 1, 19 καὶ Α¢ Πέτρ. 5, 12) καὶ ἀναφέρεται ὡς συναποστολέας τῶν ἐπιστολῶν πρὸς Θεσσαλονικεῖς καὶ ὡς ὑπογραφέας τῆς Α¢ Πέτρου.
῾Ο Σίλας-Σιλουανὸς ἦταν ἀπὸ τὰ διακεκριμένα γιὰ τὸ ἦθος τους ἡγετικὰ στελέχη τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀνεδείχθη μεταξὺ τῶν ὀλίγων ἐκλεκτῶν, τοὺς ὁποίους ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων ἀνεγνώριζε καὶ ἐκτιμοῦσε. ῾Η ἀναγνώριση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀποστολικῆς Συνόδου (49-50 μ.Χ.), τόσο οἱ ἀπόστολοι μὲ τοὺς πρεσβυτέρους, ὅσο καὶ ὁλόκληρη ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ιεροσολύμων, ἀπεφάσισαν νὰ ἐκλέξουν μεταξὺ τῶν χριστιανῶν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι θὰ συνόδευαν τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο καὶ τὸ Βαρνάβα στὴν ᾿Αντιόχεια γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν καὶ νὰ ἑρμηνεύσουν καὶ οἱ ἴδιοι τὶς ἀποφάσεις ποὺ εἶχαν ληφθεῖ στὴν ἀποστολικὴ Σύνοδο, τὶς ὁποῖες θὰ ἐπέδιδαν γραπτῶς στὴν τοπικὴ ᾿Εκκλησία. Φαίνεται ἐδῶ ἡ εὐαισθησία τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων νὰ μὴν ὑπάρξει κανένας κίνδυνος ἐνδεχομένης παρανοήσεως τῶν ἀποφάσεων τῆς ἀποστολικῆς Συνόδου ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους χριστιανοὺς τῆς ᾿Αντιοχείας. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ λοιπὸν ἐξέλεξαν τὸν ᾿Ιούδα, τὸν ἐπονομαζόμενο Βαρσαββὰ καὶ τὸν Σίλα, ἄνδρες ποὺ κατεῖχαν ἐξέχουσα καὶ ἡγετικὴ θέση μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν. Παρ᾿ ὅτι ὁ Σίλας ἦταν ἡγετικὴ προσωπικότητα καὶ κατεῖχε σημαντικὴ θέση στὴν ᾿Εκκλησία, ἐν τούτοις δὲν ἀναφέρεται εἰδικὰ τὸ εἶδος τῆς ἡγετικῆς αὐτῆς θέσεώς του. ῾Οπωσδήποτε ἀνῆκε στὴν τάξη τῶν προφητῶν τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων, ἀφοῦ, ὅπως ἀναφέρεται στὴ συνέχεια τοῦ βιβλίου τῶν Πράξεων, “᾿Ιούδας τε καὶ Σιλᾆς, καὶ αὐτοὶ προφῆται ὄντες, διὰ λόγου πολλοῦ παρεκάλεσαν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἐπεστήριξαν” (Πρ. 15, 32).
῾Η μαρτυρία αὐτὴ συνδέει τὴν τάξη τῶν προφητῶν τῶν ῾Ιεροσολύμων μὲ τὴν ἀντίστοιχη τάξη τῆς ᾿Αντιοχείας, τῆς ὁποίας μέλη ἦταν οἱ ᾿Απόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας.
῾Ο Σίλας εἶχε συνδεθεῖ ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς ἰδιαίτερα μάλιστα μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπέλεξε ἀντὶ τοῦ Μάρκου ὡς συνοδό του στὴ δευτέρα ἀποστολικὴ περιοδεία: “Παῦλος δὲ ἐπελεξάμενος Σιλᾆν” (Πρ. 15, 40). ῎Εκτοτε ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς πιὸ στενοὺς συνεργάτες του (ὅπως καὶ τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου) στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο τους. Σὲ ὅλον αὐτὸ τὸ χρόνο ποὺ συνόδευε τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο συμμερίσθηκε τὶς δοκιμασίες, τὰ παθήματα καὶ τὶς θλίψεις του· στοὺς Φιλίππους ὑπέστησαν μαζὶ ραβδισμοὺς καὶ φυλάκιση.
῾Ως γνωστὸ στοὺς Φιλίππους ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ἐθεράπευσε μία παιδίσκη ποὺ εἶχε πνεῦμα πύθωνα καὶ ὅταν οἱ προστάτες της, ποὺ τὴν ἐκμεταλλεύονταν, ἔχασαν τὰ ἔσοδα τῆς ἐργασίας τους συνέλαβαν τοὺς ᾿Αποστόλους Παῦλο καὶ Σίλα καὶ τοὺς παρέδωσαν στοὺς στρατηγοὺς τῆς πόλεως. ᾿Εκεῖνοι διέταξαν νὰ τοὺς ραβδίσουν καὶ πληγωμένους τοὺς ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Μάλιστα ὁ δεσμοφύλακας “ἔβαλε αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον” (Πρ. 16, 24). Καὶ ἐνῶ κατὰ τὸ μεσονύκτιο οἱ ᾿Απόστολοι προσεύχονταν καὶ ὑμνοῦσαν τὸ Θεὸ καὶ οἱ ἄλλοι φυλακισμένοι τοὺς ἄκουγαν ἔκπληκτοι, ξαφνικὰ ἰσχυρὸς σεισμὸς ἔγινε μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀνοίξουν οἱ θῦρες καὶ νὰ λυθοῦν τὰ δεσμά τους. Βλέποντας αὐτὰ ὁ δεσμοφύλακας καὶ νομίζοντας ὅτι τοῦ διέφυγαν οἱ φυλακισμένοι ἔσυρε τὸ μαχαίρι γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει. ᾿Αλλ᾿ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος τὸν ἀπέτρεψε ἀπὸ τὸ διάβημά του καὶ ὁ δεσμοφύλακας τοὺς πῆρε στὸ σπίτι του, τοὺς περιποιήθηκε τὰ τραύματά τους, ἄκουσε τὸ λόγο τους καὶ πίστεψε αὐτὸς καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά του (Πρ. 16, 30-35).
Κατόπιν οἱ στρατηγοὶ ἔστειλαν τοὺς ραβδούχους νὰ εἰποῦν στοὺς ᾿Αποστόλους νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Φιλίππων, ἀλλ᾿ ἐκεῖνοι διεμαρτυρήθηκαν γιατὶ τοὺς ἔδειραν ἐνῶ ἦταν ρωμαῖοι πολῖτες· τοῦτο προκάλεσε ἀνησυχία καὶ φόβο στοὺς στρατηγοὺς καὶ ἔτσι ἀναγκάσθηκαν νὰ πᾆνε οἱ ἴδιοι καὶ νὰ παρακαλέσουν τοὺς ᾿Αποστόλους νὰ φύγουν (Πρ. 16, 35-40). Τελικὰ οἱ ᾿Απόστολοι, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκαν τὴν πρώτη εὐρωπαία χριστιανή, τὴ Λυδία, ἡ ὁποία εἶχε πιστεύσει στὸ κήρυγμά τους, στοὺς Φιλίππους, ἀνεχώρησαν ἀπὸ τοὺς Φιλίππους καὶ διερχόμενοι ἀπὸ τὴν ᾿Αμφίπολη καὶ ᾿Απολλωνία ἔφθασαν στὴ Θεσσαλονίκη (Πρ. 16, 40-17, 1).
Στοὺς Φιλίππους ἵδρυσαν τὴν πρώτη ᾿Εκκλησία σὲ εὐρωπαϊκὸ ἔδαφος, ἡ ὁποία ἦταν μία ἀπὸ τὶς περισσότερο ἀγαπημένες χριστιανικὲς κοινότητες καὶ πρὸς τὴν ὁποία ἔδειξαν ἰδιαίτερη ἀγάπη καὶ στοργικὸ ἐνδιαφέρον· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἔδειξε ἐπίσης τὴν ἀγάπη καὶ ἀφοσίωσή της πρὸς τοὺς ᾿Αποστόλους Παῦλον καὶ Σίλαν.
Καὶ μάλιστα, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει στὴν ἐπιστολὴ ποὺ ἀπηύθυνε πρὸς τὴν ᾿Εκκκλησία αὐτή ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος, ἡ ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων συχνὰ τὸν ἐβοήθησε καὶ οἰκονομικά.
῾Η ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων ἦταν μία ἀπὸ τὶς ᾿Εκκλησίες μὲ τὶς ὁποῖες ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος διατηροῦσε συνεχῆ ἐπικοινωνία εἴτε μὲ ἀπεσταλμένους του εἴτε μὲ ἐπιστολές του εἴτε καὶ μὲ αὐτοπρόσωπες ἐπισκέψεις του κατὰ διάφορα χρονικὰ διαστήματα. Καί, ὅπως εἶναι γνωστό, τὴν ἐπισκέφθηκε τουλάχιστον ἄλλες τέσσερες φορές.
῾Η ἵδρυση τῆς πρώτης ᾿Εκκλησίας ἐπὶ εὐρωπαϊκοῦ ἐδάφους, τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Φιλίππων, ἀπετέλεσε τὴν ἀπαρχὴ ἱδρύσεως χριστιανικῶν ᾿Εκκλησιῶν στὴ Μακεδονία καὶ στὴ λοιπὴ νότια ῾Ελλάδα, τὶς ὁποῖες ἀποτελοῦσαν κυρίως χριστιανοὶ ἐξ ἐθνῶν.
Πάντως ἡ ἐπίσκεψη τῶν ᾿Αποστόλων Παύλου καὶ Σίλα στοὺς Φιλίππους καὶ τὸ κήρυγμά τους ἐκεῖ εἶχε ὁπωσδήποτε καλὰ ἀποτελέσματα, ἀφοῦ προσείλκυσαν πολλοὺς χριστιανοὺς καὶ αὐτὸ ἀπετέλεσε σημαντικότατο γεγονὸς γιὰ τὴν παραπέρα πορεία τους σὲ ἄλλες περιοχές.
Γι᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μεγάλη συμβολὴ τοῦ ᾿Αποστόλου Σίλα, ἰδιαίτερα, στὴν ἐπιτυχία τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς Φιλιππησίους καὶ στὴν ἐν γένει δραστηριότητά του καὶ εἰδικὰ στὴν ἵδρυση τῆς ἀποστολικῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Φιλίππων ὁ ᾿Απόστολος Σίλας συνδέεται μὲ τὴν ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων, ἀναγνωρίζεται ὡς συνιδρυτὴς τῆς ᾿Εκκλησίας αὐτῆς καὶ τιμᾆται ὡς κατ᾿ ἐξοχὴν ἰδικός της ᾿Απόστολος. Χαρακτηριστικὴ ἀπόδειξη τῶν ἰδιαίτερων δεσμῶν του μὲ τὴν τοπικὴ ᾿Εκκλησία τῶν Φιλίππων εἶναι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ ἡ ἵδρυση πρὸς τιμήν του καὶ ἐπ᾿ ὀνόματί του τῆς ὁμώνυμης ῾Ιερᾆς Μονῆς τοῦ ᾿Αποστόλου Σίλα καὶ οἱ ξεχωριστὲς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις ποὺ γίνονται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του.
Τοὺς ᾿Αποστόλους Παῦλο καὶ Σίλα δὲν ἀποθάρρυναν οὔτε οἱ διωγμοὶ καὶ οἱ κακοποιήσεις, ἀλλ᾿ οὔτε οἱ μαστιγώσεις καὶ οἱ φυλακίσεις ποὺ ὑπέστησαν στοὺς Φιλίππους στάθηκαν ἱκανὰ νὰ κάμψουν τὸ φρόνημά τους. ᾿Αντίθετα μάλιστα χαλύβδωσαν τὴ θέλησή τους καὶ ἐνίσχυσαν τὴν ἀπόφασή τους. Χαρακτηριστικὰ εἶναι τὰ ὅσα γράφει σχετικὰ ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος στὴν Α¢ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή του: “ἀλλὰ προπαθόντες καὶ ὑβρισθέντες ἐν Φιλίπποις ἐπαρρησιασάμεθα, λαλῆσαι πρὸς ὑμᾆς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ” (Α¢ Θεσ. 2, 2).
῎Ετσι ἡ ἀντίδραση ποὺ συνάντησαν στοὺς Φιλίππους τοὺς ἔδωσε περισσότερο θάρρος νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ στοὺς Θεσσαλονικεῖς, στὴ Συναγωγὴ τῶν ὁποίων ἐκήρυξαν τουλάχιστον ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες μὲ βάση πάντοτε τὰ κείμενα τῆς Βίβλου. Τὸ κήρυγμά τους ποὺ ἦταν Χριστοκεντρικό, περιελάμβανε πρῶτα τὴν ἀπόδειξη τῶν προφητειῶν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας καὶ δεύτερο, ὅτι αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἔπρεπε νὰ πάθει καὶ νὰ ἀναστηθεῖ, σύμφωνα πάντοτε μὲ τὰ ὅσα εἶχαν προφητευθεῖ. Καὶ ἔπρεπε μὲν νὰ πάθει ὁ Χριστὸς γιατὶ ἀλλιῶς ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἀπολύτρωσή μας· ἔπρεπε δὲ ἐπίσης νὰ ἀναστηθεῖ γιατὶ ἀλλιῶς ἡ ἀπολύτρωσή μας δὲν θὰ ἐτελειοῦτο, ἐφ᾿ ὅσον ὁ θάνατος δὲν θὰ κατελύετο. ῏Ηταν, ἀσφαλῶς, ἀπαραίτητο νὰ περιλαμβάνει τὸ κήρυγμά τους τὰ παραπάνω, νὰ εἶναι δηλαδὴ Χριστοκεντρικὸ γιὰ νὰ διορθώσει τὶς ὅποιες πεπλανημένες καὶ μονομερεῖς ἰδέες εἶχαν σχηματίσει οἱ ᾿Ιουδαῖοι γιὰ τὸν Μεσσία ἀπὸ τὶς διάφορες ἑρμηνεῖες τῶν προφητειῶν.
Τὸ κήρυγμά τους στὴ Θεσσαλονίκη εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους ἀκροατές τους ὄχι μόνο νὰ πεισθοῦν στοὺς λόγους τους, νὰ συνδεθοῦν ὡς φίλοι καὶ σύντροφοι τῶν ᾿Αποστόλων, ἀλλὰ καὶ νὰ πιστεύσουν στὸν ᾿Ιησοῦ Χριστὸ καὶ ἔτσι νὰ δοθοῦν σ᾿ αὐτοὺς γιὰ νὰ καθοδηγοῦνται πνευματικὰ καὶ νὰ ταυτίσουν μαζί τους τὴν ἐλπίδα τους καὶ τὶς προσδοκίες τοῦ μέλλοντός τους (Πρ. 17, 4).
Δὲν ἦταν ὅμως μόνο ἕνας ἀριθμὸς ᾿Ιουδαίων ποὺ πίστευσαν στὸ κήρυγμα τῶν ᾿Αποστόλων Παύλου, Σίλα καὶ Τιμοθέου, ἀλλὰ καὶ πολὺ πλῆθος ἀπὸ τοὺς προσηλύτους ῞Ελληνες, ποὺ σέβονταν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὶς γυναῖκες τῆς ἀνωτέρας τάξεως ὄχι ὀλίγες (Πρ. 17, 5).
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴ μεγάλη ἀπήχηση καὶ ἐπιτυχία ποὺ εἶχε τὸ κήρυγμά τους σὲ ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις καὶ αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸν μεγάλο ἀριθμὸ ἐκείνων, ἰδίως τῶν εἰδωλολατρῶν, ποὺ ἀσπάσθηκαν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στὴ Θεσσαλονίκη (Α¢ Θεσ. 1, 9-10).
Γι᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μεγάλη συμβολὴ τοῦ ᾿Αποστόλου Σίλα στὴν ἐπιτυχία τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς Θεσσαλονικεῖς καὶ στὴν ἐν γένει δραστηριότητά του στὴ Θεσσαλονίκη καὶ εἰδικὰ στὴν ἵδρυση τῆς ἀποστολικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ᾿Απόστολος Σίλας τιμᾆται καὶ ἀναγνωρίζεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ ᾿Εκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης.
῞Ομως ἡ ἐπιτυχία τοῦ κηρύγματος στὴ Θεσσαλονίκη προκάλεσε τὴν ἀντίδραση τῶν ᾿Ιουδαίων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ φθόνο ἐξεγέρθηκαν ἐναντίον τῶν ᾿Αποστόλων καὶ, χρησιμοποιώντας “ἀγοραίους ἄνδρες”, τοὺς ἐξανάγκασαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ καταφύγουν στὴ Βέροια (Πρ. 17, 5-10).
Οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῆς Βεροίας ἦταν εὐγενέστεροι ἀπὸ τοὺς Θεσσαλονικεῖς (Πρ. 17, 11) καὶ καθ᾿ ὅλο τὸ χρονικὸ διάστημα τῆς ἐκεῖ παραμονῆς τους οἱ ᾿Απόστολοι Παῦλος, Σίλας καὶ Τιμόθεος ἐκήρυξαν τὸ Εὐαγγέλιο, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν ἔρευνα καὶ ἀνάλυση τῶν Γραφῶν. ᾿Αποτέλεσμα αὐτῶν τῶν ἐξετάσεων τῶν Γραφῶν καὶ τῶν γενομένων συζητήσεων ἦταν νὰ πιστεύσουν πολλοὶ ᾿Ιουδαῖοι καὶ ὄχι ὀλίγοι ἀπὸ τοὺς ἄνδρες καὶ γυναῖκες τῆς ἀνωτέρας τάξεως (Πρ. 17, 12), μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ καὶ ὁ Σώπατρος Βεροιαῖος (Πρ. 20, 4).
Μόλις ὅμως πληροφορήθηκαν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῆς Θεσσαλονίκης ὅτι οἱ ἐκδιωχθέντες ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ᾿Απόστολοι ἐκήρυτταν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ στὴ Βέροια, κατέφθασαν ἐκεῖ καὶ προκάλεσαν ταραχές, ἐξήγειραν τὸν ὄχλο καὶ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ ἐναντίον τους (Πρ. 17, 13) καὶ ἐξανάγκασαν τοὺς Βεροιεῖς νὰ ἐξαποστείλουν τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο πρὸς τὴ θάλασσα καὶ νὰ τὸν φυγαδεύσουν, ἐνῶ παρέμειναν στὴ Βέροια ὁ Σίλας μὲ τὸν Τιμόθεο (Πρ. 17, 14).
῎Ετσι βλέπομε ὅτι, ὅσο οἱ ἐχθροὶ τοῦ Εὐαγγελίου προσπαθοῦσαν νὰ προβάλουν ἐμπόδια καὶ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ᾿Αποστόλους νὰ διαδόσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐκδιώκοντάς τους ἀπὸ πόλη σὲ πόλη, τόσο συντελοῦσαν καὶ οἱ ἴδιοι μὲ τὶς μετακινήσεις τῶν ᾿Αποστόλων στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.
῾Ο Σίλας (μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεο) πολὺ σύντομα ἔφυγε ἀπὸ τὴ Βέροια καὶ ἀκολούθησε τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο, τὸν ὁποῖο συνάντησε στὴν Κόρινθο (Πρ. 17, 15. 18, 5) ὅπου τοῦ ἔφερε εὐχάριστες εἰδήσεις γιὰ τὶς ᾿Εκκλησίες τῆς Μακεδονίας.
Στὴν Κόρινθο ὁ Σίλας παρέμεινε κοντὰ στὸν ᾿Απόστολο Παῦλο (μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεο), τὸν συμπαραστάθηκε καὶ τὸν βοήθησε πολὺ στὸ ἔργο, ποὺ ἤδη εἶχε ἀρχίσει ἐκεῖ, νὰ ἀναπτυχθεῖ ἀκόμη περισσότερο (Β¢ Κορ. 1, 19 “δι᾿ ἐμοῦ καὶ Σιλουανοῦ καὶ Τιμοθέου”). ᾿Απὸ τὴν Κόρινθο ἔγραψαν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Απόστολο Παῦλο τὶς πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολὲς (Α¢ Θεσ. 1, 1. Β¢ Θεσ. 1, 1).
῾Ο ᾿Απόστολος Σίλας ἦταν τὸ μόνο πρόσωπο, τὸ ὁποῖο ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος μποροῦσε νὰ ἀποκαλεῖ, ἰδιαίτερα ἐνώπιον τῶν Κορινθίων, “ὁ ἀδελφός μας” (Β¢ Κορ. 8, 22. 12). Καὶ αὐτὸ γιατὶ τὸν ἐγνώρισε ὡς ἰσότιμο ἀδελφὸ ἐν Χριστῷ καὶ τὸν ἔζησε ὡς πολὺ δικό του ἄνθρωπο, ἐνῶ παράλληλα ἦταν καὶ πολὺ ἀγαπητὸς στοὺς Κορινθίους, ὡς δικός τους ἀδελφός, καὶ, ἀκόμη, δοκιμασμένος καὶ ἄξιος ἐργάτης στὸ ἔργο τῆς λογίας εἰδικὰ μεταξὺ τῶν Κορινθίων.
Οἱ πληροφορίες τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων γιὰ τὸν Σίλα σταματοῦν στὸ τέλος τῆς Β¢ ἀποστολικῆς περιοδείας τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου (Πρ. 18, 5) μὲ τελευταῖες εἰδήσεις γι᾿ αὐτὸν στὴ Β¢ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ (Β¢ Κορ. 1, 19). ῎Ισως δὲ ἡ τελευταία πληροφορία γιὰ τὸ Σίλα-Σιλουανὸ εἶναι τὸ χωρίο τῆς Α¢ ἐπιστολῆς Πέτρου (5, 12), ποὺ τὸν ἐμφανίζει ὡς συνεργάτη τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου (5, 12 “Διὰ Σιλουανοῦ ὑμῖν τοῦ πιστοῦ ἀδελφοῦ, ὡς λογίζομαι, δι᾿ ὀλίγων ἔγραψα παρακαλῶν καὶ ἐπιμαρτυρῶν ταύτην εἶναι ἀληθῆ χάριν τοῦ Θεοῦ εἰς ἣν στῆτε”).
῾Ο Σίλας-Σιλουανός, ὡς συνεργάτης καὶ σύντροφος τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου, στὸν ὁποῖο εἶχε ἐμπιστευθεῖ ὁ μέγας ᾿Απόστολος τὴν εὐθύνη τῶν ᾿Εκκλησιῶν τῆς Μ. ᾿Ασίας, ὅταν διεπίστωσε τὸν κίνδυνο τὸν ὁποῖο διέτρεχαν οἱ ᾿Εκκλησίες αὐτὲς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη διαφόρων αἱρετικῶν, Νικολαϊτῶν κ.λπ. κατέφυγε στὸν ᾿Απόστολο Πέτρο, στὸν ὁποῖο, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, ἦταν ἤδη γνωστός, πρὶν προσκολληθεῖ στὸν ᾿Απόστολο Παῦλο καὶ καθὼς ἦταν ἐπίσημο μέλος τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων. ῾Ο ᾿Απόστολος Πέτρος, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ζήτησε βοήθεια, τὸν ἐφοδίασε μὲ σχετικὴ ἐπιστολή, τὴν Α¢ Πέτρου, στὴν συγγραφὴ τῆς ὁποίας συμμετέσχε ὁ Σίλας-Σιλουανός, καὶ τὸν ἀπέστειλε στὶς ᾿Εκκλησίες τῶν περιοχῶν τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς Καππαδοκίας, τῆς δυτικῆς Μ. ᾿Ασίας καὶ τῆς Βιθυνίας· μὲ αὐτὴν τοὺς στέλνει τοὺς χαιρετισμούς του ἀπὸ τὴν “ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτήν” ᾿Εκκλησίαν καὶ ἀπὸ τὸν γνωστό τους Μᾆρκον (Α¢ Πέτρ. 5, 12-13). Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ χαρακτηρίζει τὸν Σιλουανὸ “πιστὸν ἀδελφόν”.
Κατὰ μία μαρτυρία, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ ἀρχαία παράδοση καὶ μνημονεύεται σὲ πανάρχαιο χειρόγραφο τῆς ῾Ιεροσολυμιτικῆς Βιβλιοθήκης (ἀρ. 423), ἀναφέρεται ἡ δράση τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστόλων μεταξὺ τῶν ὁποίων μνημονεύεται καὶ ὁ ᾿Απόστολος Σίλας στὴ 15η σειρά. Μάλιστα, εἰδικὰ γιὰ τὸν Σίλα, ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου ἀπὸ τὴν Κόρινθο, ὁ Σίλας παρέμεινε ἐκεῖ ὡς ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Κορίνθου, ὅπου καὶ εἶχε εἰρηνικὸ τέλος τῆς ζωῆς του.
Κατὰ μία ἄλλη ὅμως ἐκδοχὴ καὶ εὐσεβῆ παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας (῾Ωρολόγια, Συναξάρια) ὁ ᾿Απόστολος Σίλας παρουσιάζεται ὡς διαφορετικὸ πρόσωπο τοῦ Σιλουανοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνήκει καὶ αὐτὸς στὸν κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστόλων. Τὴν ἐκδοχὴ αὐτὴ ἀκολουθοῦν στὴ συνέχεια διαδοχικὰ καὶ οἱ νεώτερες ἐκδόσεις Συναξαρίων, οἱ ὁποῖες ἐμφανίζουν ἀμφοτέρους ὡς ἀνήκοντας στὸν κύκλο τῶν ἑβδομήκοντα ᾿Αποστόλων. ᾿Αλλὰ τὸν μὲν Σίλα ὅτι “συνεμόχθησε μετὰ τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου” καὶ “μετὰ παρέλευσιν πολλοῦ χρόνου γενόμενος ᾿Επίσκοπος Κορίνθου, τὰς πρὸς Κορινθίους δύο ᾿Επιστολὰς τοῦ Παύλου καὶ τοὺς ἐν Κορίνθῳ κατοικοῦντας προήγαγεν ἐπὶ τὰ βελτίῳ· ἀφοῦ δὲ πολὺ ἐκοπίασε καὶ ἐστήριξεν ὅλους εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν, ἀπῆλθε πρὸς Κύριον”. Τὸν δὲ Σιλουανὸ ὅτι “ἔγινε ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, καὶ ὑπέμεινε πολλοὺς καὶ ἀλλεπαλλήλους κινδύνους διὰ τὸν Χριστιανισμόν, ἐπειδὴ οἱ Θεσσαλονικεῖς ἦσαν ἐπιτήδειοι εἰς τὰς διαστροφὰς καὶ τὰ σοφίσματα τῶν λόγων· καλῶς λοιπὸν καὶ αὐτὸς ἀγωνισάμενος, ἀπῆλθε πρὸς τὸν ποθούμενον Κύριον”.
Αὐτὴ ἡ διάκριση δύο διαφορετικῶν προσώπων τοῦ Σίλα καὶ Σιλουανοῦ δὲν βρῆκε εὐρύτερη ἀπήχηση καὶ δὲν ἔγινε καθολικὰ ἀποδεκτή.
῾Η ᾿Εκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου ᾿Αποστόλου Σίλα τὴν 30ὴ ᾿Ιουλίου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
3 καὶ 29 Αὐγούστου, 5 ᾿Απριλίου
ΘΕΟΔΩΡΑ ἡ ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣ,
ὁσία (812-29.8.892)
῾Η ὁσία Θεοδώρα ἀνήκει στὴν ὁμάδα τῶν ἁγίων τῆς εἰκονομαχικῆς περιόδου καὶ ἐπιπλέον ἀποτελεῖ τὴ δεύτερη μυροβλύτιδα ἁγία τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τὸν πολιοῦχο τῆς πόλεως, μεγαλομάρτυρα Δημήτριο· ἔχει μάλιστα ὑποστηριχθεῖ ὅτι ἡ μυροβλυσία τοῦ λειψάνου της μαρτυρεῖται πρὶν ἀπὸ τὴ μυροβλυσία τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ
῾Η ὁσία Θεοδώρα γεννήθηκε τὸ 812 στὴν Αἴγινα ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν ᾿Αντώνιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερέας, καὶ τὴ Χρυσάνθη. ῾Ωστόσο, ἡ μητέρα της πέθανε κατὰ τὸν τοκετό, ἀφήνοντας τὴ Θεοδώρα ὀρφανή. ῾Ο ᾿Αντώνιος, μετὰ τὸν αἰφνίδιο θάνατο τῆς συζύγου του, ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσει ἐρημητικὸ βίο· γι᾿ αὐτὸ ἐμπιστεύθηκε τὴ Θεοδώρα σὲ μία εὐσεβῆ συγγενῆ του, ἡ ὁποία κατέστη καὶ ἀνάδοχός της, δίνοντάς της τὸ ὄνομα ᾿Αγάπη.
Τὸ σωματικὸ κάλλος τῆς μικρῆς ᾿Αγάπης ὁδήγησε πολλοὺς ἐπιφανεῖς κατοίκους τῆς Αἴγινας νὰ τὴ ζητοῦν σὲ γάμο, παρενοχλώντας διαρκῶς τὸν πατέρα της. Τελικά, ὁ ᾿Αντώνιος τὴν μνήστευσε σὲ ἡλικία μόλις ἑπτὰ ἐτῶν, ἡλικία ποὺ σύμφωνα μὲ τὴ βυζαντινὴ νομοθεσία θεωροῦνταν τὸ κατώτερο ἐπιτρεπόμενο χρονικά ὅριο μνηστείας τῶν γυναικῶν, μὲ ἕνα πλούσιο καὶ σώφρονα ἄνδρα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἀναφέρεται στὸ Βίο της, προφανῶς γιὰ νὰ καταδειχθεῖ ὡς ἐλάσσονος σημασίας τὸ γεγονὸς τῆς μνηστείας της καὶ τοῦ γάμου της ἀργότερα, σὲ σύγκριση μὲ τὸν αὐστηρὸ μοναχικὸ βίο ποὺ ἀκολούθησε στὴ συνέχεια.
Τὴν περίοδο αὐτή, καὶ συγκεκριμένα μεταξὺ τῶν ἐτῶν 825/830, μνημονεύονται γιὰ πρώτη φορὰ ἐπιδρομὲς τῶν σαρακηνῶν πειρατῶν τῆς Κρήτης στὴν περιοχὴ τοῦ Σαρωνικοῦ κόλπου. Οἱ ἐπιδρομὲς αὐτὲς δὲν μαρτυροῦνται ἀπὸ κανένα βυζαντινὸ χρονογράφο, ἀλλὰ καθίστανται γνωστὲς μόνο ἀπὸ τὴν ὁμάδα τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων τῆς Αἴγινας: τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τὸ Βίο τοῦ ὁσίου Λουκᾆ τοῦ Στειριώτη καὶ τὸ Βίο τῆς ὁσίας ᾿Αθανασίας τῆς ἐξ Αἰγίνης (οἱ ἐπιδρομὲς ποὺ καταγράφονται στὸν τελευταῖο Βίο θεωροῦνται μεταγενέστερες αὐτῶν ποὺ μαρτυροῦνται ἀπὸ τοὺς δύο ἄλλους Βίους). Οἱ ἐπιδρομὲς αὐτὲς ἦταν συχνές, προκαλώντας τὸν πανικὸ καὶ ἐπιφέροντας τὸ θάνατο σὲ πολλοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ καθὼς καὶ μεγάλης ἐκτάσεως λεηλασίες, εἶχαν δὲ ὡς ἐπακόλουθο τὴ βίαιη μετανάστευσή τους καὶ τελικὰ τὴν ἐρήμωση τοῦ νησιοῦ.
Μολονότι ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Λουκᾆ μᾆς πληροφορεῖ ὅτι οἱ περισσότεροι κάτοικοι τῆς Αἴγινας μετανάστευσαν σὲ γειτονικὲς ἀκτὲς τῆς Φωκίδος καὶ τῆς Πελοποννήσου ἢ στὴν ᾿Αττικὴ καὶ στὶς Βοιωτικὲς Θῆβες, ὡστόσο ἡ ὁσία Θεοδώρα καὶ οἱ συγγενεῖς της -ὅπως ἄλλωστε καὶ πολλοὶ κάτοικοι τῶν νησιῶν τοῦ Αἰγαίου, ποὺ δέχονταν τὶς ἀλλεπάλληλες ληστρικὲς ἐπιδρομὲς τῶν Σαρακηνῶν- προτίμησαν νὰ καταφύγουν στὴ Θεσσαλονίκη, διότι ἡ συμβασιλεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας προστατευόταν ἀπὸ τὴν ἰσχυρὴ ὀχύρωσή της καὶ ἀπὸ τὸν πολιοῦχο της ἅγιο Δημήτριο, ὅπως τονίζει καὶ ὁ Θεσσαλονικέας κληρικὸς ᾿Ιωάννης Καμινιάτης, καὶ θεωροῦνταν ἀπόρθητη πόλη.
῾Ο Βίος τῆς ῾Οσίας δὲ διευκρινίζει, ἐὰν ἡ Θεοδώρα νυμφεύθηκε πρὶν ἢ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ μετανάστευση· περιορίζεται μόνο στὴν πληροφορία ὅτι ὁ πατέρας της, ὄντας φίλος τῆς ἐρημίας, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ἐχθρὸς τῶν εἰκονομάχων ποὺ κρατοῦσαν ἐκείνη τὴν περίοδο τὰ σκῆπτρα τῆς αὐτοκρατορικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, ἀνεχώρησε γιὰ κάποια ἄγνωστη ἐρημικὴ περιοχὴ κάτω ἀπὸ τὰ Θόρωπα, τοποθεσία ποὺ παραμένει ἀταύτιστη.
῾Η Θεοδώρα ἀπέκτησε τρία παιδιά, ἀλλὰ τὰ δύο τελευταῖα πέθαναν, γεγονὸς ποὺ προσέθεσε ὀδύνη στὴν ἤδη πολυτάραχη ζωή της. ᾿Εντούτοις, τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁδήγησε τὴ Θεοδώρα καὶ τὸ σύζυγό της στὴν ἀπόφαση νὰ ἀφιερώσουν τὸ πρῶτο παιδί τους, τὴν κόρη τους ποὺ ἀργότερα ἔλαβε τὸ μοναχικὸ ὄνομα Θεοπίστη, στὴ μικρὴ μονὴ τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ, κοντὰ στὴν Κασσανδρεωτικὴ πύλη, ποὺ βρισκόταν στὰ ἀνατολικὰ τείχη τῆς πόλεως, ὅπου ἡγουμένευε μία συγγενής της, ἡ Αἰκατερίνη, ἡ ὁποία ἦταν ἀδελφὴ τοῦ μετέπειτα ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ.
῾Η ἐξέχουσα προσωπικότητα τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αντωνίου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ὀρθόδοξος ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης μετὰ τὸ τέλος τῆς Εἰκονομαχίας, ἀναγκάζει τὸ βιογράφο τῆς ὁσίας Θεοδώρας νὰ διακόψει τὴ ροὴ τῆς διηγήσεώς του, γιὰ νὰ σκιαγραφήσει σὲ ἐννέα παραγράφους (§ 10-18) τὸ πρόσωπο καὶ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὡς τὸν ὁσιακὸ θάνατό του στὶς 2 Νοεμβρίου 844, λίγο μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης. ῞Ολες αὐτὲς οἱ πληροφορίες παραδίδονται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἐμπλουτίζοντάς τον μὲ σπουδαῖα ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ στοιχεῖα.
Λίγο μετὰ τὴ μοναστικὴ ἀφιέρωση τῆς Θεοπίστης πέθανε καὶ ὁ σύζυγος τῆς Θεοδώρας. Τὸ νέο τραγικὸ συμβὰν δὲν κατέβαλε τὴν πίστη της, ἀλλὰ τὴν ὤθησε στὴν ἀπόφαση νὰ διαμοιράσει τὴν περιουσία της καὶ νὰ καταφύγει τὸ 837 στὴ μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, στὸ κέντρο τῆς πόλεως, ὅπου ἡγουμένευε ἡ ὁμολογήτρια ῎Αννα. ῾Ο χαρτοφύλακας Θεσσαλονίκης ᾿Ιωάννης Σταυράκιος, ὁ ὁποῖος συνέγραψε τὸ 12ο αἰώνα ἕνα ἐγκώμιο πρὸς τιμὴ τῆς ὁσίας Θεοδώρας (BHG 1740), ταυτίζει τὴν ἡγουμένη ῎Αννα μὲ τὴν ἀνάδοχο καὶ κηδεμόνα τῆς ὁσίας στὴν Αἴγινα, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ πατέρα της ᾿Αντωνίου στὴν ἔρημο. Στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Στεφάνου ἡ νεαρὴ ᾿Αγάπη, σὲ ἡλικία εἰκοσιπέντε ἐτῶν, δοκιμάσθηκε καὶ ἔδωσε τὶς μοναχικὲς ὑποσχέσεις, λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Θεοδώρα.
Τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ Βίου καταλαμβάνει ἡ διήγηση τῆς μοναστικῆς ζωῆς καὶ ἀσκήσεως τῆς ῾Οσίας στὸ κοινόβιο τοῦ ἁγίου Στεφάνου, προβάλλοντας ἔντονα τὴν ὑπακοή της στοὺς κανόνες τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς, τὴν ταπείνωση, τὴ φιλαδελφία, τὴν ἐλεήμονα φύση της καὶ κυρίως τὴ μεγάλη ἐπιμέλεια ποὺ ἐπιδείκνυε γιὰ τὴν πνευματική της σωτηρία καὶ τὸ θεῖο ἔρωτά της πρὸς τὸν οὐράνιο Νυμφίο. ῾Ο Βίος ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο ἁγιολογικὸ κείμενο τῆς Θεσσαλονίκης μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο προβάλλεται τόσο ἔντονα, ἀλλὰ καὶ τόσο ἔντεχνα, ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ ὡς ἡ ἰδεώδης καὶ πλέον ἀσφαλὴς μορφὴ μοναχικῆς ζωῆς. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποκτᾆ ἀκόμη μεγαλύτερη σημασία ἂν συνεκτιμηθεῖ πὼς λίγες δεκαετίες πρὶν ἀπὸ τὴ συγγραφὴ τοῦ Βίου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἐμφανίζεται ἕνα ἄλλο ἁγιολογικὸ κείμενο, μὲ ἀθωνικὴ προέλευση, ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Πέτρου τοῦ ᾿Αθωνίτη, τοῦ πρώτου γνωστοῦ οἰκήτορα τοῦ ῎Αθω, ὅπου, ἀντίθετα, προβάλλεται ὁ ἰδιόρρυθμος μοναστικὸς βίος, ἐνῶ ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ ἀπορρίπτεται καὶ κατακρίνεται ὡς δαιμονιώδης.
῾Η Θεοδώρα ἔζησε στὸ κοινόβιο τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου πενήντα πέντε χρόνια, ἀπὸ τὸ 837 ὡς τὴν ἡμέρα τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεώς της στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 892. Σ᾿ αὐτὸ τὸ μακροπερίοδο διάστημα ὁ ἐνάρετος βίος της ὑπῆρξε ὑπόδειγμα μοναχικῆς βιοτῆς· εἶναι δὲ χαρακτηριστικὴ ἡ ἐκτενὴς ἀναφορὰ τοῦ βιογράφου της σὲ ὁρισμένα περιστατικά, ὅπου ἡ ῾Οσία ἀντιμετώπισε μὲ καταπληκτικὴ καρτερία καὶ δύναμη τὰ πολὺ αὐστηρὰ ἐπιτίμια ποὺ τῆς ἔθετε ἡ ἡγουμένη ῎Αννα γιὰ νὰ τὴν παιδαγωγήσει.
῾Η Θεοδώρα ἀρνήθηκε τὴν πρόταση νὰ ἀναλάβει τὸ πηδάλιο τῆς ἡγουμενίας κάποιας ἄλλης μονῆς, ἐνῶ ὅταν τὸ 868 τέθηκε στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Στεφάνου ζήτημα διαδοχῆς τῆς ἡγουμένης, ἐξελέγη ἡ κόρη της Θεοπίστη. ῎Εκτοτε ἡ ῾Οσία ἐνέτεινε ἀκόμη περισσότερο τὸν ἀγώνα της, ἐπιδιδόμενη καθημερινὰ σὲ ἔργα εὐποιΐας καί, παρὰ τὴ γεροντική της ἡλικία, προσπαθοῦσε νὰ ἐπικουρεῖ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο στὰ διακονήματα τῆς μονῆς.
῾Η μακαρία κοίμηση τῆς ῾Οσίας ἐπῆλθε εἰρηνικὰ στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 892, σὲ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν, καὶ συνοδεύθηκε ἀπὸ μία ἁλυσίδα θαυμάτων κατὰ τὴν ταφή της, ποὺ συνεχίσθηκαν ὡς τὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου της στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ 893 σὲ μαρμάρινη λάρνακα, ἐντὸς τοῦ παρεκκλησίου τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτήν. Τὰ θαύματά της προκάλεσαν τὴν ἐξάπλωση τῆς φήμης της καὶ τὴ συρροὴ μεγάλου πλήθους πιστῶν, ποὺ ἐπιζητοῦσαν τὴ συναντίληψη τῆς ῾Οσίας καὶ τὴ θεραπευτική της ἐπέμβαση, καὶ ὁδήγησαν στὴ σκέψη νὰ φιλοτεχνηθεῖ ἡ πρώτη εἰκόνα της, ποὺ τοποθετήθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὴ λάρνακά της.
Τὸ στοιχεῖο ποὺ προσιδιάζει στὴν περίπτωση τῆς ῾Οσίας Θεοδώρας εἶναι ἡ ἔκβλυση εὐώδους ἐλαίου (μύρου) ἀπὸ τὸ λείψανό της, τὴν κανδήλα ποὺ κρεμόταν πάνω ἀπὸ τὴ λάρνακά της καὶ τὴν εἰκόνα της. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ κατατάσσει τὴν ὁσία Θεοδώρα στὴν κατηγορία τῶν μυροβλυτῶν ἁγίων τῆς ᾿Εκκλησίας μας.
᾿Ιδιαίτερα σημαντικὲς εἶναι καὶ οἱ μαρτυρίες ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ ἱστορικὰ ἔργα καὶ ἀπὸ ξένους περιηγητὲς τῆς ὑστεροβυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς περιόδου, σχετικὰ μὲ τὴν κατάσταση τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας. Τὸ 1405 τὸ ἱερὸ λείψανό της προσκύνησε ὁ Ρῶσος ᾿Ιγνάτιος ὁ ἐκ Σμολένσκ, ἐνῶ τὸ 1420 ὁ, ἐπίσης Ρῶσος, διάκονος Ζωσιμᾆς ἔμεινε ἔκπληκτος στὴ θέα τοῦ λειψάνου τῆς ῾Οσίας, διότι ἔδινε τὴν ἐντύπωση ζωντανοῦ σώματος, καὶ προσθέτει ὅτι τὰ ἐνδύματά του ἦταν διαποτισμένα ἀπὸ τὸ μυρίπνοο ἔλαιο ποὺ πήγαζε ἀπ᾿ αὐτό. Κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1430, τὸ τίμιο λείψανο κατατεμαχίσθηκε καὶ διασκορπίσθηκε, ἀλλὰ ἡ εὐσέβεια τῶν Θεσσαλονικέων τὸ ἀπεκατέστησε στὴν πρότερη σχεδὸν κατάστασή του. Τελευταία χρονολογικά, ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ σημαντικὴ εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Γάλλου Robert de Dreux τὸ 1669, ὁ ὁποῖος εἶδε “τὸ λείψανον τῆς ἁγίας Θεοδώρας διατηρούμενον ὁλόκληρον καὶ τοῦ ὁποίου ἡ σὰρξ εἶχε προσλάβει σκοτεινὴν χροιάν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ πάθει τίποτε, μολονότι πάμπολλα ἔτη παρῆλθον ἀπὸ τοῦ θανάτου τῆς ἁγίας. Εὑρίσκετο τοποθετημένη ἐπὶ μικρᾆς νεκρικῆς κλίνης, ὡς ἐὰν ἐκοιμᾆτο”. Φαίνεται, ὡστόσο, πὼς οἱ δύο πυρκαγιὲς τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ προξένησαν σοβαρὲς βλάβες στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, ἔβλαψαν καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ὅπως διαπιστώνεται ἀπὸ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται σήμερα, στὴν ξύλινη λάρνακα ὅπου φυλάσσεται, στὸ ἀριστερὸ παρεκκλήσιο τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας.
ΟΙ ΠΗΓΕΣ
Τὰ δύο ἁγιολογικὰ κείμενα ποὺ γράφτηκαν πρὸς τιμὴν τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἀπὸ τὸ Γρηγόριο, κληρικὸ τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, συνιστοῦν πολύτιμες πηγὲς τόσο γιὰ τὸ βίο της ὅσο καὶ γιὰ ἄλλα σημαντικὰ γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ πολιτικὴ ἱστορία τῆς εἰκονομαχικῆς καὶ μεταεικονομαχικῆς περιόδου γεγονότα. Τὸ πρῶτο εἶναι ὁ Βίος της, ἕνα ἀπὸ τὰ ἀξιολογότερα δείγματα τῆς ἁγιολογικῆς παραγωγῆς τοῦ “χρυσοῦ αἰώνα” τῆς ῾Αγιολογίας. ᾿Αρχικὰ ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὸ Γρηγόριο στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς της, κι ἔλαβε τὴ μορφὴ γραπτοῦ κειμένου τὸ 894. ῍Αν καὶ γράφηκε μισὸν αἰώνα μετὰ τὸ τέλος τῆς Εἰκονομαχίας, τὸ κείμενο αὐτὸ διαπνέεται ἀπὸ ἐμφανῆ ἀντιεικονομαχικὸ χαρακτῆρα καὶ εἶναι ἐμπλουτισμένο μὲ σημαντικὰ ἱστορικὰ καὶ τοπογραφικὰ στοιχεῖα ποὺ συνδέονται μὲ τὸ ἀντικείμενο τῆς διηγήσεως καὶ ἐπιβεβαιώνουν τὸν ἀπόλυτο σεβασμὸ τοῦ συγγραφέα στὴν ἱστορικὴ ἀκρίβεια. ῾Ο Βίος διασώζεται καὶ σὲ παραφρασμένη μορφὴ σὲ ἕνα χειρόγραφο τοῦ 14ου αἰώνα· πιστεύεται ὅτι ἡ παράφραση αὐτὴ πραγματοποιήθηκε στὰ τέλη τοῦ 13ου ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰώνα.
῾Ο Βίος συμπληρώνεται ἀπὸ τὸ δεύτερο κείμενο τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ, τὴ Διήγηση περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ποὺ ἀναφέρεται στὴ μετακομιδὴ τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ 893 καὶ παρέχει πολὺ ἀξιόλογες ἱστορικὲς πληροφορίες. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς καὶ στὰ δύο κείμενα ὁ Γρηγόριος “δένει” τόσο ἄρρηκτα τὰ γεγονότα τῆς ἱστορίας μὲ τὰ θαύματα τῆς ῾Οσίας, ὥστε, ἐντάσσοντάς τα μέσα στὸ γενικὸ ἱστορικὸ πλαίσιο, ἐπιτυγχάνει νὰ προσδώσει σ᾿ αὐτὰ μία ἀναμφισβήτητη ἀξιοπιστία, ἡ ὁποία συνδυάζεται καὶ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τόσο ὁ ἴδιος ὅσο καὶ οἱ ἀκροατές του ἦταν αὐτόπτες μάρτυρες πολλῶν θαυμάτων.
Τὸ συναξάριο τῆς “θαυματουργοῦ μητρὸς ἡμῶν Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ”, ποὺ ἀναγράφεται στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο (5 ᾿Απριλίου), θεωρεῖται πλέον βέβαιο ὅτι δὲν ἀναφέρεται σὲ μία ἄλλη ὁμώνυμη ὁσία, ὅπως εἶχαν ὑποστηρίξει παλαιότερα ἀρκετοὶ μελετητές, ποὺ παρασύρθηκαν ἀπὸ τὴ διαφορετικὴ ἑορτολογικὴ ἔνδειξη καὶ ἀπὸ τὸ “ἄγνωστο” ὑπόμνημα ποὺ παρατίθεται, ἀλλὰ στὴ μυροβλύτιδα ῾Οσία, τῆς ὁποίας ἡ φήμη εἶχε, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ, ἐξαπλωθεῖ ταχύτατα (“καὶ μεγαλυνομένης ὅτι μάλιστα τῆς περὶ τὴν ὁσίαν φήμης”). ῞Ενα δεύτερο βυζαντινὸ συναξάριο τῆς ὁσίας Θεοδώρας παραμένει ἀνέκδοτο, ἂν καὶ ἔχει ἐκδοθεῖ σὲ δημώδη γλῶσσα στὶς ἔντυπες ᾿Ακολουθίες τῆς ῾Οσίας.
Δύο σημαντικοὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς, ὁ χαρτοφύλακας Θεσσαλονίκης ᾿Ιωάννης Σταυράκιος τὸ 12ο αἰώνα καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας ὁ Χαμαετός, τοῦ ὁποίου ἡ μητέρα ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας, συνέγραψαν ἐγκωμιαστικοὺς λόγους γιὰ τὴ μυροβλύτιδα ὁσία, βασιζόμενοι στὰ στοιχεῖα ποὺ παρέχει ὁ Βίος της.
῾Ο ἐγκωμιαστικὸς λόγος τοῦ ᾿Ιωάννη Σταυρακίου παραφράστηκε τὸ 18ο αἰώνα ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Συμεὼν καὶ συμπεριλήφθηκε στὴν πρώτη ἔντυπη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1731 στὴ Μοσχόπολη. ᾿Ακολούθησε ἡ ἔκδοση δύο ἀκόμη ᾿Ακολουθιῶν, ἡ πρώτη τὸ 1853 στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἡ δεύτερη τὸ 1902. ᾿Ακολουθία στὴν ὁσία Θεοδώρα συνέθεσε ἐπίσης καὶ ὁ μακαριστὸς ὑμνογράφος τῆς Μ. ᾿Εκκλησίας, μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ἐνῶ μία ἄγνωστη χειρόγραφη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεοδώρας σώζεται στὸ χειρόγραφο 147 τῆς ἱερᾆς μονῆς τῆς Ζάβορδας, ποὺ χρονολογεῖται τὸ 15ο αἰώνα καὶ γράφηκε ἀπὸ τὸν μοναχὸ ᾿Ιωακείμ, δομέστικο καὶ ἀδελφὸ τῆς ἐν λόγω μονῆς.
Κανόνες πρὸς τιμὴν τῆς ὁσίας Θεοδώρας συνέθεσαν ὁ ὅσιος ᾿Ιωσὴφ ὁ ῾Υμνογράφος, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ισίδωρος καὶ ὁ δικαιοφύλαξ καὶ μέγας σακελλάριος τῆς μητροπόλεως Θεσσαλονίκης Δημήτριος Κανίσκης Καβάσιλας, ἐνῶ ἀρκετοὶ Κανόνες ποὺ περιλαμβάνονται στὶς ἔντυπες ᾿Ακολουθίες τῆς ῾Οσίας, παραδίδονται ἀνωνύμως· ἐπίσης, Κανόνες ποὺ δὲ σώζονται σήμερα, συνέθεσε σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Γεωργίου Σφραντζῆ καὶ ἡ “Παλαιολογίνα”, μία μοναχὴ ποὺ ἀσκήτευσε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας τὸ 14ο αἰώνα. ῾Ωστόσο, ἡ πατρότητα τοῦ Κανόνα, ποὺ φέρεται ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωσὴφ ῾Υμνογράφου, δημιουργεῖ ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα, ἀφοῦ ὁ συνθέτης του κοιμήθηκε τουλάχιστον ἕξι χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο τῆς ὁσίας Θεοδώρας. Εἶναι πιθανό, πὼς ὁ Κανόνας συνετέθη ἀπὸ τὸ μαθητὴ τοῦ ὁσίου ᾿Ιωσήφ, Θεοφάνη τὸ Σικελό, ὁ ὁποῖος συνέθεσε καὶ ἄλλους κανόνες ποὺ παραδίδονται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ διδασκάλου του.
Τέλος, στὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἀφιερώνει καὶ ἕνα ἐπίγραμμα ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας.
Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ
῾Η μυροβλυσία καὶ τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων ποὺ ἐπιτελοῦσε διαρκῶς τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας, τὴν τοποθέτησαν σὲ ἰδιαίτερα ὑψηλὴ θέση στὴ θρησκευτικὴ συνείδηση τῶν Θεσσαλονικέων. Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴν ἀξιοπρόσεκτη συνύπαρξη-συναπεικόνιση τῶν δύο μυροβλυτῶν ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης στὰ κουτρούβια, τὰ μολύβδινα φιαλίδια ποὺ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὴ φύλαξη τοῦ μύρου ποὺ ἐλάμβαναν οἱ πιστοὶ ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν μυροβλυτῶν ἁγίων, ὡς εὐλογία. ᾿Ενδεικτικὴ τῆς μεγάλης τιμῆς ποὺ ἀπέδιδαν οἱ Θεσσαλονικεῖς στὴ θαυματουργὸ μυροβλύτιδα ἁγία, εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Μ. Χατζῆ ᾿Ιωάννου στὰ τέλη τοῦ περασμένου αἰώνα: “῾Η νῦν Μητρόπολις τῆς Θεσσαλονίκης... τιμᾆται ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τῆς ἁγίας Θεοδώρας καὶ τοῦ Παλαμᾆ οὗ φέρει καὶ τὸ σῶμα”. Μαρτυρεῖται δηλαδὴ ὅτι ὁ ναὸς ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ ὅπου καὶ ὁ σημερινὸς μητροπολιτικὸς ναὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ ἦταν ἀφιερωμένος στοὺς τρεῖς πιὸ λαοφιλεῖς ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης.
῾Η μοναδικὴ σωζόμενη ἀπεικόνιση τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἡ ὁποία ἔχει δυστυχῶς καταστραφεῖ, βρισκόταν σὲ τοιχογραφία τοῦ 11ου αἰῶνος στὸ προστῶο τοῦ ναοῦ τῆς ῾Αγίας Σοφίας στὴ Θεσσαλονίκη. Μία δεύτερη εἰκόνα, μαρμάρινη σὲ στάση δεήσεως (orante), ἡ ὁποία χρονολογεῖται τὸν 9ο αἰ. καὶ φέρει τὴ συντομογραφημένη ἐπιγραφὴ ΜΡ (= ΜΗΤΗΡ) ΘΥ (= ΘΕΟΥ), ἔχει πρόσφατα ὑποστηριχθεῖ ὅτι δὲν ἀπεικονίζει τὴ Θεοτόκο, ἀλλὰ τὴν ὁσία Θεοδώρα, ταύτιση ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖται νὰ τεκμηριωθεῖ μὲ βάση τὶς ἀρκετὰ ἀναλυτικὲς πληροφορίες ποὺ παρέχει ὁ Γρηγόριος κληρικὸς γιὰ τὴν εἰκόνα τῆς ῾Οσίας, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀνέβλυζε εὐῶδες ἔλαιο. ῾Ωστόσο, ἡ ταύτιση αὐτὴ παραμένει σὲ ἀρκετὰ σημεῖα εὐάλωτη, ἐφόσον δὲν λαμβάνονται ὑπόψη ὅλες οἱ σχετικὲς πληροφορίες ποὺ παρέχει ὁ Βίος, καθὼς καὶ οἱ ἀντίστοιχες περιπτώσεις ἁγίων γιὰ τοὺς ὁποίους κατασκευάζονται λίθινες εἰκόνες τὴν ἴδια χρονικὴ περίοδο. ᾿Απεικονίσεις τῆς ὁσίας Θεοδώρας ὑπάρχουν καὶ στὰ κουτρούβια, τὰ ὁποῖα ἐντοπίσθηκαν σὲ μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, σὲ διάφορα σημεῖα τῆς Βαλκανικῆς· συνήθως ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ ἀπεικονίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ὁσία Θεοδώρα, ἡ ὁποία φέρει μαφόριο καὶ κρατεῖ στὸ δεξὶ χέρι σταυρό. Χαρακτηριστικὴ εἶναι καὶ ἡ λιθογραφημένη εἰκόνα ποὺ ὑπάρχει στὴν ᾿Ακολουθία τοῦ 1853, στὴν ὁποία συναπεικονίζονται ἡ ὁσία Θεοδώρα καὶ ἡ ὁσία Θεοπίστη.
῾Ο ἑορτασμὸς τῆς μνήμης τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἐπικράτησε νὰ τελεῖται στὶς 3 Αὐγούστου, δηλ. κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μετακομιδῆς τοῦ λειψάνου της, καὶ ὄχι στὶς 29 Αὐγούστου, διότι συνέπιπτε μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς ἀποτομῆς τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο, ἐμφανίζεται σὲ χειρόγραφα καὶ ἑορτολογικὴ μετατόπιση μίας ἡμέρας, δηλ. ἡ μετάθεση τῆς ἑορτῆς στὶς 30 Αὐγούστου. ῾Η 5η ᾿Απριλίου παρέμεινε ὡς μία δεύτερη ἑορτολογικὴ ἔνδειξη γιὰ τὴ μνήμη τῆς ὁσίας Θεοδώρας στὶς ἔντυπες συναξαριακὲς συλλογές, ὅπου ὑφίσταται βέβαια καὶ ἡ προαναφερθεῖσα σύγχυση περὶ τῶν δύο ὁμωνύμων ὁσίων γυναικῶν τῆς Θεσσαλονίκης.
Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Οἱ πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν ἱστορία τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας προέρχονται ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ῾Οσίας. ῞Οταν ἡ ῾Οσία κατέφυγε ἐκεῖ σὲ ἡλικία 25 ἐτῶν γιὰ νὰ μονάσει (τὸ ἔτος 837), ἡ μονὴ ἦταν ἀφιερωμένη στὸ ὄνομα τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Σ᾿ αὐτὴ τὴ μονὴ ἐδώρησε τὴν περιουσία της καὶ ἔζησε συνολικὰ πενηνταπέντε χρόνια, ἀσκούμενη στοὺς ἀγῶνες τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς.
Τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς ἑόρταζε κατὰ τὴ μνήμη τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου καὶ πιθανὸν εἶχε παρόμοια ἀρχιτεκτονικὴ μορφὴ μ᾿ αὐτὴν τοῦ ναοῦ τῆς ῾Αγίας Σοφίας, φυσικὰ σὲ μικρότερες διαστάσεις. Στὴ δεξιὰ στοὰ τοῦ καθολικοῦ μνημονεύεται καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Θεοτόκου, στὸ ὁποῖο φυλασσόταν τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας.
῾Η μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου λειτουργοῦσε μὲ τὸ κοινοβιακὸ σύστημα καί, σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ μᾆς δίνει ὁ Βίος τῆς ῾Οσιομυροβλύτιδος, ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ τῶν μοναστριῶν ἦταν ἄριστα ὀργανωμένη.
Μετὰ τὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 893, ἡ μονὴ μετονομάσθηκε σὲ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας. Τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων ποὺ ἐπιτελοῦσε τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας, προκάλεσε τὴν ἐξάπλωση τῆς φήμης τῆς ἁγιότητός της καὶ ἀνέδειξε τὴ μονὴ τῆς μετανοίας της σὲ λαμπρὸ προσκυνηματικὸ χῶρο, στὸν ὁποῖο κατέφευγαν πιστοὶ ἀπὸ διάφορες περιοχὲς τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.
Τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες συναντοῦμε τὸ ὄνομα τῆς μονῆς σὲ ἔγγραφα μονῶν τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, καθὼς ἐπίσης καὶ στὸ Βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾆ, τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ ἅγιος Φιλόθεος Κόκκινος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Τὴν ἴδια ἐποχὴ γνωρίζουμε ὅτι στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας κατέφυγε ἡ μητέρα τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα καθὼς καὶ ἡ σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Θ¢, Μαρία Δούκαινα Παλαιολογίνα, καὶ ἡ ὁσία Θωμαΐδα.
Τὴ μονὴ ἐπισκέφθηκαν κατὰ καιροὺς διάφοροι ξένοι περιηγητὲς καὶ προσκυνητές. Αὐτὴν τὴν περίοδο μνημονεύεται ἀπὸ τὸ Ρῶσο ᾿Ιγνάτιο τὸν ἐκ Σμολὲνσκ καὶ τὸ Ρῶσο διάκονο Ζωσιμᾆ, ὁ ὁποῖος ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴ θέα τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας, διότι φαινόταν σὰ νὰ ζοῦσε καὶ τὰ ἐνδύματα τοῦ λειψάνου ἦταν διαποτισμένα ἀπὸ τὸ μυρίπνοο ἔλαιο ποὺ πήγαζε ἀπ᾿ αὐτό.
Κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 1430, ἡ ἀσέβεια καὶ βαρβαρότητα τῶν Τούρκων ἄφησε τὰ ἴχνη της καὶ στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας. ῾Η μονὴ λεηλατήθηκε καὶ τὸ τίμιο λείψανο κατατεμαχίσθηκε καὶ ρίφθηκε στὴ γῆ. Εὐσεβεῖς χριστιανοὶ περισυνέλεξαν τὸ τεμαχισμένο λείψανο καὶ τὸ ἀπέδωσαν ἄρτιο στὴ μονή. ῾Ωστόσο κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἡ μονὴ δὲ δημεύτηκε οὔτε μετατράπηκε σὲ τζαμί, ὅπως πολλοὶ ἄλλοι ἱεροὶ ναοὶ τῆς πόλεως. ῏Ηταν μία ἀπὸ τὶς τρεῖς γυναικεῖες μονὲς ποὺ ἐξακολούθησαν νὰ λειτουργοῦν στὴ Θεσσαλονίκη, μετὰ τὴν ἅλωσή της καὶ ἀριθμοῦσε 150 ἕως καὶ 200 μοναχές.
Σημαντικὴ εἶναι ἡ διήγηση τοῦ Γάλλου Robert de Dreux τὸ 1669, ὁ ὁποῖος μᾆς πληροφορεῖ ὅτι τὸ τέμπλο τοῦ ἱεροῦ βήματος ἦταν ἐπιχρυσωμένο καὶ ὅτι τὸ λείψανο τῆς ὁσίας διατηροῦνταν σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση. Βρισκόταν τοποθετημένο σὲ μικρὴ νεκρικὴ κλίνη, σὰ νὰ κοιμόταν.
Δὲ γνωρίζουμε πότε ἀκριβῶς καὶ γιὰ ποιοὺς λόγους ἡ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας ἔπαυσε νὰ λειτουργεῖ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα καὶ λειτουργοῦσε πλέον ὡς ἐνοριακὸς ναός. Εἶναι μόνο γνωστὸ ὅτι αὐτὸ συνέβηκε τὸ 18ο αἰώνα.
῾Η συνοικία τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας ἦταν μία ἀπὸ τὶς δώδεκα χριστιανικὲς συνοικίες τῆς Θεσσαλονίκης καὶ συνόρευε μὲ δύο ἑβραϊκὲς συνοικίες. Στὴ μονὴ ἀνῆκε ἕνα νηπιαγωγεῖο καὶ ἕνα παρεκκλήσι στὴ συνοικία ἁγίου Κωνσταντίνου στὸ ῾Ιπποδρόμιο. ῍Αν καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀποκαλοῦσαν τὴ μονὴ Kizlar Manastir (μοναστήρι τῶν κοριτσιῶν), ὡστόσο οἱ χριστιανοὶ ἐξακολουθοῦσαν νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν ἀρχική της ὀνομασία.
Τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς κάηκε στὶς δυὸ πυρκαγιὲς τοῦ 1890 καὶ τοῦ 1917. Οἱ ζημιὲς ποὺ ὑπέστη ἀπὸ τὴν πρώτη πυρκαγιὰ φαίνεται πὼς ἦταν μικρές· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ναὸς ἐπισκευάσθηκε σύντομα. ῾Η πυρκαγιὰ ὅμως τοῦ 1917 κατέστρεψε ὁλοκληρωτικὰ τὸ καθολικὸ καὶ τὸ μόνο κτίσμα ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τὶς φλόγες τῆς φωτιᾆς ἦταν τὸ κωδωνοστάσιο τοῦ ναοῦ.
῾Ο νέος ναὸς κτίσθηκε στὴ θέση τοῦ κατεστραμμένου καθολικοῦ τὸ 1935 καὶ λειτούργησε ὡς ἐνοριακός. Τὸ 1957 ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Α¢ Παπαγεωργίου ἀνήγειρε τὸ κτίριο ποὺ σήμερα περιβάλλει τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς. ᾿Εκεῖ λειτούργησαν διαδοχικὰ φοιτητικὸ οἰκοτροφεῖο καὶ ἐκκλησιαστικὴ σχολή.
Τὸ 1974 ὁ νῦν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Β¢ Χρυσοφάκης ἐπανασύστησε τὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας, ἡ ὁποία ἔκτοτε λειτουργεῖ ὡς ἀνδρώα μονὴ καὶ ἀριθμεῖ 42 πατέρες, ἀγάμους κληρικοὺς τῆς μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Στὴ μονὴ φιλοξενοῦνται ἐπίσης ἐκκλησιαστικὲς ἀποστολὲς καὶ ἁγιορεῖτες πατέρες καὶ διαμένουν ξένοι ἱερεῖς, φοιτητὲς τοῦ Πανεπιστημίου.
᾿Απὸ τὸ 1989 στὸ χῶρο τῆς μονῆς στεγάζεται καὶ τὸ Κέντρο ῾Αγιολογικῶν Μελετῶν τῆς ῾Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. ῾Η μονὴ συντηρεῖ μὲ δικούς της πόρους τὸ οἰκοτροφεῖο τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου καὶ προβαίνει σὲ ἐκδόσεις βιβλίων. Τέλος, ἂς σημειωθεῖ πὼς ἡ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας ἔχει πέντε μετόχια στὸ χῶρο τῆς μητροπόλεως Θεσσαλονίκης: 1) τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου, κοντὰ στὸν ἅγιο Κωνσταντῖνο ῾Ιπποδρομίου, 2) τὸ παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου Νικολάου τοῦ Τρανοῦ κοντὰ στὴν Παναγία Χαλκέων, 3) τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος στὴ συμβολὴ τῶν ὁδῶν ᾿Εγνατία καὶ ᾿Ιασωνίδου, 4) τὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τῆς ᾿Ελεούσας ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Τσιμισκῆ καὶ 5) τὴν ἐκκλησία τοῦ ὁσίου Δαβίδ, μέρος τοῦ παλαιοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Λατόμου στὴν ῎Ανω Πόλη.
ΘΕΟΔΩΡΑ ἡ ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣ,
ὁσία (812-29.8.892)
῾Η ὁσία Θεοδώρα ἀνήκει στὴν ὁμάδα τῶν ἁγίων τῆς εἰκονομαχικῆς περιόδου καὶ ἐπιπλέον ἀποτελεῖ τὴ δεύτερη μυροβλύτιδα ἁγία τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τὸν πολιοῦχο τῆς πόλεως, μεγαλομάρτυρα Δημήτριο· ἔχει μάλιστα ὑποστηριχθεῖ ὅτι ἡ μυροβλυσία τοῦ λειψάνου της μαρτυρεῖται πρὶν ἀπὸ τὴ μυροβλυσία τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Δημητρίου.
Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ
῾Η ὁσία Θεοδώρα γεννήθηκε τὸ 812 στὴν Αἴγινα ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν ᾿Αντώνιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερέας, καὶ τὴ Χρυσάνθη. ῾Ωστόσο, ἡ μητέρα της πέθανε κατὰ τὸν τοκετό, ἀφήνοντας τὴ Θεοδώρα ὀρφανή. ῾Ο ᾿Αντώνιος, μετὰ τὸν αἰφνίδιο θάνατο τῆς συζύγου του, ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσει ἐρημητικὸ βίο· γι᾿ αὐτὸ ἐμπιστεύθηκε τὴ Θεοδώρα σὲ μία εὐσεβῆ συγγενῆ του, ἡ ὁποία κατέστη καὶ ἀνάδοχός της, δίνοντάς της τὸ ὄνομα ᾿Αγάπη.
Τὸ σωματικὸ κάλλος τῆς μικρῆς ᾿Αγάπης ὁδήγησε πολλοὺς ἐπιφανεῖς κατοίκους τῆς Αἴγινας νὰ τὴ ζητοῦν σὲ γάμο, παρενοχλώντας διαρκῶς τὸν πατέρα της. Τελικά, ὁ ᾿Αντώνιος τὴν μνήστευσε σὲ ἡλικία μόλις ἑπτὰ ἐτῶν, ἡλικία ποὺ σύμφωνα μὲ τὴ βυζαντινὴ νομοθεσία θεωροῦνταν τὸ κατώτερο ἐπιτρεπόμενο χρονικά ὅριο μνηστείας τῶν γυναικῶν, μὲ ἕνα πλούσιο καὶ σώφρονα ἄνδρα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἀναφέρεται στὸ Βίο της, προφανῶς γιὰ νὰ καταδειχθεῖ ὡς ἐλάσσονος σημασίας τὸ γεγονὸς τῆς μνηστείας της καὶ τοῦ γάμου της ἀργότερα, σὲ σύγκριση μὲ τὸν αὐστηρὸ μοναχικὸ βίο ποὺ ἀκολούθησε στὴ συνέχεια.
Τὴν περίοδο αὐτή, καὶ συγκεκριμένα μεταξὺ τῶν ἐτῶν 825/830, μνημονεύονται γιὰ πρώτη φορὰ ἐπιδρομὲς τῶν σαρακηνῶν πειρατῶν τῆς Κρήτης στὴν περιοχὴ τοῦ Σαρωνικοῦ κόλπου. Οἱ ἐπιδρομὲς αὐτὲς δὲν μαρτυροῦνται ἀπὸ κανένα βυζαντινὸ χρονογράφο, ἀλλὰ καθίστανται γνωστὲς μόνο ἀπὸ τὴν ὁμάδα τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων τῆς Αἴγινας: τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τὸ Βίο τοῦ ὁσίου Λουκᾆ τοῦ Στειριώτη καὶ τὸ Βίο τῆς ὁσίας ᾿Αθανασίας τῆς ἐξ Αἰγίνης (οἱ ἐπιδρομὲς ποὺ καταγράφονται στὸν τελευταῖο Βίο θεωροῦνται μεταγενέστερες αὐτῶν ποὺ μαρτυροῦνται ἀπὸ τοὺς δύο ἄλλους Βίους). Οἱ ἐπιδρομὲς αὐτὲς ἦταν συχνές, προκαλώντας τὸν πανικὸ καὶ ἐπιφέροντας τὸ θάνατο σὲ πολλοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ καθὼς καὶ μεγάλης ἐκτάσεως λεηλασίες, εἶχαν δὲ ὡς ἐπακόλουθο τὴ βίαιη μετανάστευσή τους καὶ τελικὰ τὴν ἐρήμωση τοῦ νησιοῦ.
Μολονότι ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Λουκᾆ μᾆς πληροφορεῖ ὅτι οἱ περισσότεροι κάτοικοι τῆς Αἴγινας μετανάστευσαν σὲ γειτονικὲς ἀκτὲς τῆς Φωκίδος καὶ τῆς Πελοποννήσου ἢ στὴν ᾿Αττικὴ καὶ στὶς Βοιωτικὲς Θῆβες, ὡστόσο ἡ ὁσία Θεοδώρα καὶ οἱ συγγενεῖς της -ὅπως ἄλλωστε καὶ πολλοὶ κάτοικοι τῶν νησιῶν τοῦ Αἰγαίου, ποὺ δέχονταν τὶς ἀλλεπάλληλες ληστρικὲς ἐπιδρομὲς τῶν Σαρακηνῶν- προτίμησαν νὰ καταφύγουν στὴ Θεσσαλονίκη, διότι ἡ συμβασιλεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας προστατευόταν ἀπὸ τὴν ἰσχυρὴ ὀχύρωσή της καὶ ἀπὸ τὸν πολιοῦχο της ἅγιο Δημήτριο, ὅπως τονίζει καὶ ὁ Θεσσαλονικέας κληρικὸς ᾿Ιωάννης Καμινιάτης, καὶ θεωροῦνταν ἀπόρθητη πόλη.
῾Ο Βίος τῆς ῾Οσίας δὲ διευκρινίζει, ἐὰν ἡ Θεοδώρα νυμφεύθηκε πρὶν ἢ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ μετανάστευση· περιορίζεται μόνο στὴν πληροφορία ὅτι ὁ πατέρας της, ὄντας φίλος τῆς ἐρημίας, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ἐχθρὸς τῶν εἰκονομάχων ποὺ κρατοῦσαν ἐκείνη τὴν περίοδο τὰ σκῆπτρα τῆς αὐτοκρατορικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, ἀνεχώρησε γιὰ κάποια ἄγνωστη ἐρημικὴ περιοχὴ κάτω ἀπὸ τὰ Θόρωπα, τοποθεσία ποὺ παραμένει ἀταύτιστη.
῾Η Θεοδώρα ἀπέκτησε τρία παιδιά, ἀλλὰ τὰ δύο τελευταῖα πέθαναν, γεγονὸς ποὺ προσέθεσε ὀδύνη στὴν ἤδη πολυτάραχη ζωή της. ᾿Εντούτοις, τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁδήγησε τὴ Θεοδώρα καὶ τὸ σύζυγό της στὴν ἀπόφαση νὰ ἀφιερώσουν τὸ πρῶτο παιδί τους, τὴν κόρη τους ποὺ ἀργότερα ἔλαβε τὸ μοναχικὸ ὄνομα Θεοπίστη, στὴ μικρὴ μονὴ τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ, κοντὰ στὴν Κασσανδρεωτικὴ πύλη, ποὺ βρισκόταν στὰ ἀνατολικὰ τείχη τῆς πόλεως, ὅπου ἡγουμένευε μία συγγενής της, ἡ Αἰκατερίνη, ἡ ὁποία ἦταν ἀδελφὴ τοῦ μετέπειτα ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ.
῾Η ἐξέχουσα προσωπικότητα τοῦ ἀρχιεπισκόπου ᾿Αντωνίου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ὀρθόδοξος ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης μετὰ τὸ τέλος τῆς Εἰκονομαχίας, ἀναγκάζει τὸ βιογράφο τῆς ὁσίας Θεοδώρας νὰ διακόψει τὴ ροὴ τῆς διηγήσεώς του, γιὰ νὰ σκιαγραφήσει σὲ ἐννέα παραγράφους (§ 10-18) τὸ πρόσωπο καὶ τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὡς τὸν ὁσιακὸ θάνατό του στὶς 2 Νοεμβρίου 844, λίγο μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης. ῞Ολες αὐτὲς οἱ πληροφορίες παραδίδονται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἐμπλουτίζοντάς τον μὲ σπουδαῖα ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ στοιχεῖα.
Λίγο μετὰ τὴ μοναστικὴ ἀφιέρωση τῆς Θεοπίστης πέθανε καὶ ὁ σύζυγος τῆς Θεοδώρας. Τὸ νέο τραγικὸ συμβὰν δὲν κατέβαλε τὴν πίστη της, ἀλλὰ τὴν ὤθησε στὴν ἀπόφαση νὰ διαμοιράσει τὴν περιουσία της καὶ νὰ καταφύγει τὸ 837 στὴ μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, στὸ κέντρο τῆς πόλεως, ὅπου ἡγουμένευε ἡ ὁμολογήτρια ῎Αννα. ῾Ο χαρτοφύλακας Θεσσαλονίκης ᾿Ιωάννης Σταυράκιος, ὁ ὁποῖος συνέγραψε τὸ 12ο αἰώνα ἕνα ἐγκώμιο πρὸς τιμὴ τῆς ὁσίας Θεοδώρας (BHG 1740), ταυτίζει τὴν ἡγουμένη ῎Αννα μὲ τὴν ἀνάδοχο καὶ κηδεμόνα τῆς ὁσίας στὴν Αἴγινα, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ πατέρα της ᾿Αντωνίου στὴν ἔρημο. Στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Στεφάνου ἡ νεαρὴ ᾿Αγάπη, σὲ ἡλικία εἰκοσιπέντε ἐτῶν, δοκιμάσθηκε καὶ ἔδωσε τὶς μοναχικὲς ὑποσχέσεις, λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Θεοδώρα.
Τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ Βίου καταλαμβάνει ἡ διήγηση τῆς μοναστικῆς ζωῆς καὶ ἀσκήσεως τῆς ῾Οσίας στὸ κοινόβιο τοῦ ἁγίου Στεφάνου, προβάλλοντας ἔντονα τὴν ὑπακοή της στοὺς κανόνες τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς, τὴν ταπείνωση, τὴ φιλαδελφία, τὴν ἐλεήμονα φύση της καὶ κυρίως τὴ μεγάλη ἐπιμέλεια ποὺ ἐπιδείκνυε γιὰ τὴν πνευματική της σωτηρία καὶ τὸ θεῖο ἔρωτά της πρὸς τὸν οὐράνιο Νυμφίο. ῾Ο Βίος ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο ἁγιολογικὸ κείμενο τῆς Θεσσαλονίκης μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο προβάλλεται τόσο ἔντονα, ἀλλὰ καὶ τόσο ἔντεχνα, ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ ὡς ἡ ἰδεώδης καὶ πλέον ἀσφαλὴς μορφὴ μοναχικῆς ζωῆς. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποκτᾆ ἀκόμη μεγαλύτερη σημασία ἂν συνεκτιμηθεῖ πὼς λίγες δεκαετίες πρὶν ἀπὸ τὴ συγγραφὴ τοῦ Βίου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἐμφανίζεται ἕνα ἄλλο ἁγιολογικὸ κείμενο, μὲ ἀθωνικὴ προέλευση, ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Πέτρου τοῦ ᾿Αθωνίτη, τοῦ πρώτου γνωστοῦ οἰκήτορα τοῦ ῎Αθω, ὅπου, ἀντίθετα, προβάλλεται ὁ ἰδιόρρυθμος μοναστικὸς βίος, ἐνῶ ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ ἀπορρίπτεται καὶ κατακρίνεται ὡς δαιμονιώδης.
῾Η Θεοδώρα ἔζησε στὸ κοινόβιο τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου πενήντα πέντε χρόνια, ἀπὸ τὸ 837 ὡς τὴν ἡμέρα τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεώς της στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 892. Σ᾿ αὐτὸ τὸ μακροπερίοδο διάστημα ὁ ἐνάρετος βίος της ὑπῆρξε ὑπόδειγμα μοναχικῆς βιοτῆς· εἶναι δὲ χαρακτηριστικὴ ἡ ἐκτενὴς ἀναφορὰ τοῦ βιογράφου της σὲ ὁρισμένα περιστατικά, ὅπου ἡ ῾Οσία ἀντιμετώπισε μὲ καταπληκτικὴ καρτερία καὶ δύναμη τὰ πολὺ αὐστηρὰ ἐπιτίμια ποὺ τῆς ἔθετε ἡ ἡγουμένη ῎Αννα γιὰ νὰ τὴν παιδαγωγήσει.
῾Η Θεοδώρα ἀρνήθηκε τὴν πρόταση νὰ ἀναλάβει τὸ πηδάλιο τῆς ἡγουμενίας κάποιας ἄλλης μονῆς, ἐνῶ ὅταν τὸ 868 τέθηκε στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Στεφάνου ζήτημα διαδοχῆς τῆς ἡγουμένης, ἐξελέγη ἡ κόρη της Θεοπίστη. ῎Εκτοτε ἡ ῾Οσία ἐνέτεινε ἀκόμη περισσότερο τὸν ἀγώνα της, ἐπιδιδόμενη καθημερινὰ σὲ ἔργα εὐποιΐας καί, παρὰ τὴ γεροντική της ἡλικία, προσπαθοῦσε νὰ ἐπικουρεῖ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο στὰ διακονήματα τῆς μονῆς.
῾Η μακαρία κοίμηση τῆς ῾Οσίας ἐπῆλθε εἰρηνικὰ στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 892, σὲ ἡλικία ὀγδόντα ἐτῶν, καὶ συνοδεύθηκε ἀπὸ μία ἁλυσίδα θαυμάτων κατὰ τὴν ταφή της, ποὺ συνεχίσθηκαν ὡς τὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου της στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ 893 σὲ μαρμάρινη λάρνακα, ἐντὸς τοῦ παρεκκλησίου τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτήν. Τὰ θαύματά της προκάλεσαν τὴν ἐξάπλωση τῆς φήμης της καὶ τὴ συρροὴ μεγάλου πλήθους πιστῶν, ποὺ ἐπιζητοῦσαν τὴ συναντίληψη τῆς ῾Οσίας καὶ τὴ θεραπευτική της ἐπέμβαση, καὶ ὁδήγησαν στὴ σκέψη νὰ φιλοτεχνηθεῖ ἡ πρώτη εἰκόνα της, ποὺ τοποθετήθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὴ λάρνακά της.
Τὸ στοιχεῖο ποὺ προσιδιάζει στὴν περίπτωση τῆς ῾Οσίας Θεοδώρας εἶναι ἡ ἔκβλυση εὐώδους ἐλαίου (μύρου) ἀπὸ τὸ λείψανό της, τὴν κανδήλα ποὺ κρεμόταν πάνω ἀπὸ τὴ λάρνακά της καὶ τὴν εἰκόνα της. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ κατατάσσει τὴν ὁσία Θεοδώρα στὴν κατηγορία τῶν μυροβλυτῶν ἁγίων τῆς ᾿Εκκλησίας μας.
᾿Ιδιαίτερα σημαντικὲς εἶναι καὶ οἱ μαρτυρίες ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ ἱστορικὰ ἔργα καὶ ἀπὸ ξένους περιηγητὲς τῆς ὑστεροβυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς περιόδου, σχετικὰ μὲ τὴν κατάσταση τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας. Τὸ 1405 τὸ ἱερὸ λείψανό της προσκύνησε ὁ Ρῶσος ᾿Ιγνάτιος ὁ ἐκ Σμολένσκ, ἐνῶ τὸ 1420 ὁ, ἐπίσης Ρῶσος, διάκονος Ζωσιμᾆς ἔμεινε ἔκπληκτος στὴ θέα τοῦ λειψάνου τῆς ῾Οσίας, διότι ἔδινε τὴν ἐντύπωση ζωντανοῦ σώματος, καὶ προσθέτει ὅτι τὰ ἐνδύματά του ἦταν διαποτισμένα ἀπὸ τὸ μυρίπνοο ἔλαιο ποὺ πήγαζε ἀπ᾿ αὐτό. Κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1430, τὸ τίμιο λείψανο κατατεμαχίσθηκε καὶ διασκορπίσθηκε, ἀλλὰ ἡ εὐσέβεια τῶν Θεσσαλονικέων τὸ ἀπεκατέστησε στὴν πρότερη σχεδὸν κατάστασή του. Τελευταία χρονολογικά, ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ σημαντικὴ εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Γάλλου Robert de Dreux τὸ 1669, ὁ ὁποῖος εἶδε “τὸ λείψανον τῆς ἁγίας Θεοδώρας διατηρούμενον ὁλόκληρον καὶ τοῦ ὁποίου ἡ σὰρξ εἶχε προσλάβει σκοτεινὴν χροιάν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ πάθει τίποτε, μολονότι πάμπολλα ἔτη παρῆλθον ἀπὸ τοῦ θανάτου τῆς ἁγίας. Εὑρίσκετο τοποθετημένη ἐπὶ μικρᾆς νεκρικῆς κλίνης, ὡς ἐὰν ἐκοιμᾆτο”. Φαίνεται, ὡστόσο, πὼς οἱ δύο πυρκαγιὲς τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ προξένησαν σοβαρὲς βλάβες στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, ἔβλαψαν καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ὅπως διαπιστώνεται ἀπὸ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται σήμερα, στὴν ξύλινη λάρνακα ὅπου φυλάσσεται, στὸ ἀριστερὸ παρεκκλήσιο τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας.
ΟΙ ΠΗΓΕΣ
Τὰ δύο ἁγιολογικὰ κείμενα ποὺ γράφτηκαν πρὸς τιμὴν τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἀπὸ τὸ Γρηγόριο, κληρικὸ τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, συνιστοῦν πολύτιμες πηγὲς τόσο γιὰ τὸ βίο της ὅσο καὶ γιὰ ἄλλα σημαντικὰ γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ πολιτικὴ ἱστορία τῆς εἰκονομαχικῆς καὶ μεταεικονομαχικῆς περιόδου γεγονότα. Τὸ πρῶτο εἶναι ὁ Βίος της, ἕνα ἀπὸ τὰ ἀξιολογότερα δείγματα τῆς ἁγιολογικῆς παραγωγῆς τοῦ “χρυσοῦ αἰώνα” τῆς ῾Αγιολογίας. ᾿Αρχικὰ ἐκφωνήθηκε ἀπὸ τὸ Γρηγόριο στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς της, κι ἔλαβε τὴ μορφὴ γραπτοῦ κειμένου τὸ 894. ῍Αν καὶ γράφηκε μισὸν αἰώνα μετὰ τὸ τέλος τῆς Εἰκονομαχίας, τὸ κείμενο αὐτὸ διαπνέεται ἀπὸ ἐμφανῆ ἀντιεικονομαχικὸ χαρακτῆρα καὶ εἶναι ἐμπλουτισμένο μὲ σημαντικὰ ἱστορικὰ καὶ τοπογραφικὰ στοιχεῖα ποὺ συνδέονται μὲ τὸ ἀντικείμενο τῆς διηγήσεως καὶ ἐπιβεβαιώνουν τὸν ἀπόλυτο σεβασμὸ τοῦ συγγραφέα στὴν ἱστορικὴ ἀκρίβεια. ῾Ο Βίος διασώζεται καὶ σὲ παραφρασμένη μορφὴ σὲ ἕνα χειρόγραφο τοῦ 14ου αἰώνα· πιστεύεται ὅτι ἡ παράφραση αὐτὴ πραγματοποιήθηκε στὰ τέλη τοῦ 13ου ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰώνα.
῾Ο Βίος συμπληρώνεται ἀπὸ τὸ δεύτερο κείμενο τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ, τὴ Διήγηση περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ποὺ ἀναφέρεται στὴ μετακομιδὴ τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας στὶς 3 Αὐγούστου τοῦ 893 καὶ παρέχει πολὺ ἀξιόλογες ἱστορικὲς πληροφορίες. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς καὶ στὰ δύο κείμενα ὁ Γρηγόριος “δένει” τόσο ἄρρηκτα τὰ γεγονότα τῆς ἱστορίας μὲ τὰ θαύματα τῆς ῾Οσίας, ὥστε, ἐντάσσοντάς τα μέσα στὸ γενικὸ ἱστορικὸ πλαίσιο, ἐπιτυγχάνει νὰ προσδώσει σ᾿ αὐτὰ μία ἀναμφισβήτητη ἀξιοπιστία, ἡ ὁποία συνδυάζεται καὶ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τόσο ὁ ἴδιος ὅσο καὶ οἱ ἀκροατές του ἦταν αὐτόπτες μάρτυρες πολλῶν θαυμάτων.
Τὸ συναξάριο τῆς “θαυματουργοῦ μητρὸς ἡμῶν Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ”, ποὺ ἀναγράφεται στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο (5 ᾿Απριλίου), θεωρεῖται πλέον βέβαιο ὅτι δὲν ἀναφέρεται σὲ μία ἄλλη ὁμώνυμη ὁσία, ὅπως εἶχαν ὑποστηρίξει παλαιότερα ἀρκετοὶ μελετητές, ποὺ παρασύρθηκαν ἀπὸ τὴ διαφορετικὴ ἑορτολογικὴ ἔνδειξη καὶ ἀπὸ τὸ “ἄγνωστο” ὑπόμνημα ποὺ παρατίθεται, ἀλλὰ στὴ μυροβλύτιδα ῾Οσία, τῆς ὁποίας ἡ φήμη εἶχε, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Γρηγορίου κληρικοῦ, ἐξαπλωθεῖ ταχύτατα (“καὶ μεγαλυνομένης ὅτι μάλιστα τῆς περὶ τὴν ὁσίαν φήμης”). ῞Ενα δεύτερο βυζαντινὸ συναξάριο τῆς ὁσίας Θεοδώρας παραμένει ἀνέκδοτο, ἂν καὶ ἔχει ἐκδοθεῖ σὲ δημώδη γλῶσσα στὶς ἔντυπες ᾿Ακολουθίες τῆς ῾Οσίας.
Δύο σημαντικοὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς, ὁ χαρτοφύλακας Θεσσαλονίκης ᾿Ιωάννης Σταυράκιος τὸ 12ο αἰώνα καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας ὁ Χαμαετός, τοῦ ὁποίου ἡ μητέρα ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας, συνέγραψαν ἐγκωμιαστικοὺς λόγους γιὰ τὴ μυροβλύτιδα ὁσία, βασιζόμενοι στὰ στοιχεῖα ποὺ παρέχει ὁ Βίος της.
῾Ο ἐγκωμιαστικὸς λόγος τοῦ ᾿Ιωάννη Σταυρακίου παραφράστηκε τὸ 18ο αἰώνα ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Συμεὼν καὶ συμπεριλήφθηκε στὴν πρώτη ἔντυπη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1731 στὴ Μοσχόπολη. ᾿Ακολούθησε ἡ ἔκδοση δύο ἀκόμη ᾿Ακολουθιῶν, ἡ πρώτη τὸ 1853 στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἡ δεύτερη τὸ 1902. ᾿Ακολουθία στὴν ὁσία Θεοδώρα συνέθεσε ἐπίσης καὶ ὁ μακαριστὸς ὑμνογράφος τῆς Μ. ᾿Εκκλησίας, μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ἐνῶ μία ἄγνωστη χειρόγραφη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεοδώρας σώζεται στὸ χειρόγραφο 147 τῆς ἱερᾆς μονῆς τῆς Ζάβορδας, ποὺ χρονολογεῖται τὸ 15ο αἰώνα καὶ γράφηκε ἀπὸ τὸν μοναχὸ ᾿Ιωακείμ, δομέστικο καὶ ἀδελφὸ τῆς ἐν λόγω μονῆς.
Κανόνες πρὸς τιμὴν τῆς ὁσίας Θεοδώρας συνέθεσαν ὁ ὅσιος ᾿Ιωσὴφ ὁ ῾Υμνογράφος, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ισίδωρος καὶ ὁ δικαιοφύλαξ καὶ μέγας σακελλάριος τῆς μητροπόλεως Θεσσαλονίκης Δημήτριος Κανίσκης Καβάσιλας, ἐνῶ ἀρκετοὶ Κανόνες ποὺ περιλαμβάνονται στὶς ἔντυπες ᾿Ακολουθίες τῆς ῾Οσίας, παραδίδονται ἀνωνύμως· ἐπίσης, Κανόνες ποὺ δὲ σώζονται σήμερα, συνέθεσε σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ Γεωργίου Σφραντζῆ καὶ ἡ “Παλαιολογίνα”, μία μοναχὴ ποὺ ἀσκήτευσε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας τὸ 14ο αἰώνα. ῾Ωστόσο, ἡ πατρότητα τοῦ Κανόνα, ποὺ φέρεται ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιωσὴφ ῾Υμνογράφου, δημιουργεῖ ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα, ἀφοῦ ὁ συνθέτης του κοιμήθηκε τουλάχιστον ἕξι χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατο τῆς ὁσίας Θεοδώρας. Εἶναι πιθανό, πὼς ὁ Κανόνας συνετέθη ἀπὸ τὸ μαθητὴ τοῦ ὁσίου ᾿Ιωσήφ, Θεοφάνη τὸ Σικελό, ὁ ὁποῖος συνέθεσε καὶ ἄλλους κανόνες ποὺ παραδίδονται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ διδασκάλου του.
Τέλος, στὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἀφιερώνει καὶ ἕνα ἐπίγραμμα ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας.
Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ
῾Η μυροβλυσία καὶ τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων ποὺ ἐπιτελοῦσε διαρκῶς τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας, τὴν τοποθέτησαν σὲ ἰδιαίτερα ὑψηλὴ θέση στὴ θρησκευτικὴ συνείδηση τῶν Θεσσαλονικέων. Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴν ἀξιοπρόσεκτη συνύπαρξη-συναπεικόνιση τῶν δύο μυροβλυτῶν ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης στὰ κουτρούβια, τὰ μολύβδινα φιαλίδια ποὺ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὴ φύλαξη τοῦ μύρου ποὺ ἐλάμβαναν οἱ πιστοὶ ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν μυροβλυτῶν ἁγίων, ὡς εὐλογία. ᾿Ενδεικτικὴ τῆς μεγάλης τιμῆς ποὺ ἀπέδιδαν οἱ Θεσσαλονικεῖς στὴ θαυματουργὸ μυροβλύτιδα ἁγία, εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Μ. Χατζῆ ᾿Ιωάννου στὰ τέλη τοῦ περασμένου αἰώνα: “῾Η νῦν Μητρόπολις τῆς Θεσσαλονίκης... τιμᾆται ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τῆς ἁγίας Θεοδώρας καὶ τοῦ Παλαμᾆ οὗ φέρει καὶ τὸ σῶμα”. Μαρτυρεῖται δηλαδὴ ὅτι ὁ ναὸς ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ ὅπου καὶ ὁ σημερινὸς μητροπολιτικὸς ναὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ ἦταν ἀφιερωμένος στοὺς τρεῖς πιὸ λαοφιλεῖς ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης.
῾Η μοναδικὴ σωζόμενη ἀπεικόνιση τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἡ ὁποία ἔχει δυστυχῶς καταστραφεῖ, βρισκόταν σὲ τοιχογραφία τοῦ 11ου αἰῶνος στὸ προστῶο τοῦ ναοῦ τῆς ῾Αγίας Σοφίας στὴ Θεσσαλονίκη. Μία δεύτερη εἰκόνα, μαρμάρινη σὲ στάση δεήσεως (orante), ἡ ὁποία χρονολογεῖται τὸν 9ο αἰ. καὶ φέρει τὴ συντομογραφημένη ἐπιγραφὴ ΜΡ (= ΜΗΤΗΡ) ΘΥ (= ΘΕΟΥ), ἔχει πρόσφατα ὑποστηριχθεῖ ὅτι δὲν ἀπεικονίζει τὴ Θεοτόκο, ἀλλὰ τὴν ὁσία Θεοδώρα, ταύτιση ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖται νὰ τεκμηριωθεῖ μὲ βάση τὶς ἀρκετὰ ἀναλυτικὲς πληροφορίες ποὺ παρέχει ὁ Γρηγόριος κληρικὸς γιὰ τὴν εἰκόνα τῆς ῾Οσίας, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀνέβλυζε εὐῶδες ἔλαιο. ῾Ωστόσο, ἡ ταύτιση αὐτὴ παραμένει σὲ ἀρκετὰ σημεῖα εὐάλωτη, ἐφόσον δὲν λαμβάνονται ὑπόψη ὅλες οἱ σχετικὲς πληροφορίες ποὺ παρέχει ὁ Βίος, καθὼς καὶ οἱ ἀντίστοιχες περιπτώσεις ἁγίων γιὰ τοὺς ὁποίους κατασκευάζονται λίθινες εἰκόνες τὴν ἴδια χρονικὴ περίοδο. ᾿Απεικονίσεις τῆς ὁσίας Θεοδώρας ὑπάρχουν καὶ στὰ κουτρούβια, τὰ ὁποῖα ἐντοπίσθηκαν σὲ μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, σὲ διάφορα σημεῖα τῆς Βαλκανικῆς· συνήθως ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ ἀπεικονίζεται ὁ ἅγιος Δημήτριος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ὁσία Θεοδώρα, ἡ ὁποία φέρει μαφόριο καὶ κρατεῖ στὸ δεξὶ χέρι σταυρό. Χαρακτηριστικὴ εἶναι καὶ ἡ λιθογραφημένη εἰκόνα ποὺ ὑπάρχει στὴν ᾿Ακολουθία τοῦ 1853, στὴν ὁποία συναπεικονίζονται ἡ ὁσία Θεοδώρα καὶ ἡ ὁσία Θεοπίστη.
῾Ο ἑορτασμὸς τῆς μνήμης τῆς ὁσίας Θεοδώρας ἐπικράτησε νὰ τελεῖται στὶς 3 Αὐγούστου, δηλ. κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μετακομιδῆς τοῦ λειψάνου της, καὶ ὄχι στὶς 29 Αὐγούστου, διότι συνέπιπτε μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς ἀποτομῆς τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο, ἐμφανίζεται σὲ χειρόγραφα καὶ ἑορτολογικὴ μετατόπιση μίας ἡμέρας, δηλ. ἡ μετάθεση τῆς ἑορτῆς στὶς 30 Αὐγούστου. ῾Η 5η ᾿Απριλίου παρέμεινε ὡς μία δεύτερη ἑορτολογικὴ ἔνδειξη γιὰ τὴ μνήμη τῆς ὁσίας Θεοδώρας στὶς ἔντυπες συναξαριακὲς συλλογές, ὅπου ὑφίσταται βέβαια καὶ ἡ προαναφερθεῖσα σύγχυση περὶ τῶν δύο ὁμωνύμων ὁσίων γυναικῶν τῆς Θεσσαλονίκης.
Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Οἱ πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν ἱστορία τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας προέρχονται ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ῾Οσίας. ῞Οταν ἡ ῾Οσία κατέφυγε ἐκεῖ σὲ ἡλικία 25 ἐτῶν γιὰ νὰ μονάσει (τὸ ἔτος 837), ἡ μονὴ ἦταν ἀφιερωμένη στὸ ὄνομα τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Σ᾿ αὐτὴ τὴ μονὴ ἐδώρησε τὴν περιουσία της καὶ ἔζησε συνολικὰ πενηνταπέντε χρόνια, ἀσκούμενη στοὺς ἀγῶνες τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς.
Τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς ἑόρταζε κατὰ τὴ μνήμη τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου καὶ πιθανὸν εἶχε παρόμοια ἀρχιτεκτονικὴ μορφὴ μ᾿ αὐτὴν τοῦ ναοῦ τῆς ῾Αγίας Σοφίας, φυσικὰ σὲ μικρότερες διαστάσεις. Στὴ δεξιὰ στοὰ τοῦ καθολικοῦ μνημονεύεται καὶ τὸ παρεκκλήσιο τῆς Θεοτόκου, στὸ ὁποῖο φυλασσόταν τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας.
῾Η μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου λειτουργοῦσε μὲ τὸ κοινοβιακὸ σύστημα καί, σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ μᾆς δίνει ὁ Βίος τῆς ῾Οσιομυροβλύτιδος, ἡ κοινοβιακὴ ζωὴ τῶν μοναστριῶν ἦταν ἄριστα ὀργανωμένη.
Μετὰ τὴ μετακομιδὴ τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 893, ἡ μονὴ μετονομάσθηκε σὲ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας. Τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων ποὺ ἐπιτελοῦσε τὸ τίμιο λείψανο τῆς ῾Οσίας, προκάλεσε τὴν ἐξάπλωση τῆς φήμης τῆς ἁγιότητός της καὶ ἀνέδειξε τὴ μονὴ τῆς μετανοίας της σὲ λαμπρὸ προσκυνηματικὸ χῶρο, στὸν ὁποῖο κατέφευγαν πιστοὶ ἀπὸ διάφορες περιοχὲς τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.
Τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες συναντοῦμε τὸ ὄνομα τῆς μονῆς σὲ ἔγγραφα μονῶν τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, καθὼς ἐπίσης καὶ στὸ Βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾆ, τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ ἅγιος Φιλόθεος Κόκκινος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Τὴν ἴδια ἐποχὴ γνωρίζουμε ὅτι στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας κατέφυγε ἡ μητέρα τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα καθὼς καὶ ἡ σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Θ¢, Μαρία Δούκαινα Παλαιολογίνα, καὶ ἡ ὁσία Θωμαΐδα.
Τὴ μονὴ ἐπισκέφθηκαν κατὰ καιροὺς διάφοροι ξένοι περιηγητὲς καὶ προσκυνητές. Αὐτὴν τὴν περίοδο μνημονεύεται ἀπὸ τὸ Ρῶσο ᾿Ιγνάτιο τὸν ἐκ Σμολὲνσκ καὶ τὸ Ρῶσο διάκονο Ζωσιμᾆ, ὁ ὁποῖος ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴ θέα τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας, διότι φαινόταν σὰ νὰ ζοῦσε καὶ τὰ ἐνδύματα τοῦ λειψάνου ἦταν διαποτισμένα ἀπὸ τὸ μυρίπνοο ἔλαιο ποὺ πήγαζε ἀπ᾿ αὐτό.
Κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 1430, ἡ ἀσέβεια καὶ βαρβαρότητα τῶν Τούρκων ἄφησε τὰ ἴχνη της καὶ στὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας. ῾Η μονὴ λεηλατήθηκε καὶ τὸ τίμιο λείψανο κατατεμαχίσθηκε καὶ ρίφθηκε στὴ γῆ. Εὐσεβεῖς χριστιανοὶ περισυνέλεξαν τὸ τεμαχισμένο λείψανο καὶ τὸ ἀπέδωσαν ἄρτιο στὴ μονή. ῾Ωστόσο κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἡ μονὴ δὲ δημεύτηκε οὔτε μετατράπηκε σὲ τζαμί, ὅπως πολλοὶ ἄλλοι ἱεροὶ ναοὶ τῆς πόλεως. ῏Ηταν μία ἀπὸ τὶς τρεῖς γυναικεῖες μονὲς ποὺ ἐξακολούθησαν νὰ λειτουργοῦν στὴ Θεσσαλονίκη, μετὰ τὴν ἅλωσή της καὶ ἀριθμοῦσε 150 ἕως καὶ 200 μοναχές.
Σημαντικὴ εἶναι ἡ διήγηση τοῦ Γάλλου Robert de Dreux τὸ 1669, ὁ ὁποῖος μᾆς πληροφορεῖ ὅτι τὸ τέμπλο τοῦ ἱεροῦ βήματος ἦταν ἐπιχρυσωμένο καὶ ὅτι τὸ λείψανο τῆς ὁσίας διατηροῦνταν σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση. Βρισκόταν τοποθετημένο σὲ μικρὴ νεκρικὴ κλίνη, σὰ νὰ κοιμόταν.
Δὲ γνωρίζουμε πότε ἀκριβῶς καὶ γιὰ ποιοὺς λόγους ἡ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας ἔπαυσε νὰ λειτουργεῖ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα καὶ λειτουργοῦσε πλέον ὡς ἐνοριακὸς ναός. Εἶναι μόνο γνωστὸ ὅτι αὐτὸ συνέβηκε τὸ 18ο αἰώνα.
῾Η συνοικία τῆς μονῆς τῆς ἁγίας Θεοδώρας ἦταν μία ἀπὸ τὶς δώδεκα χριστιανικὲς συνοικίες τῆς Θεσσαλονίκης καὶ συνόρευε μὲ δύο ἑβραϊκὲς συνοικίες. Στὴ μονὴ ἀνῆκε ἕνα νηπιαγωγεῖο καὶ ἕνα παρεκκλήσι στὴ συνοικία ἁγίου Κωνσταντίνου στὸ ῾Ιπποδρόμιο. ῍Αν καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀποκαλοῦσαν τὴ μονὴ Kizlar Manastir (μοναστήρι τῶν κοριτσιῶν), ὡστόσο οἱ χριστιανοὶ ἐξακολουθοῦσαν νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν ἀρχική της ὀνομασία.
Τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς κάηκε στὶς δυὸ πυρκαγιὲς τοῦ 1890 καὶ τοῦ 1917. Οἱ ζημιὲς ποὺ ὑπέστη ἀπὸ τὴν πρώτη πυρκαγιὰ φαίνεται πὼς ἦταν μικρές· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ναὸς ἐπισκευάσθηκε σύντομα. ῾Η πυρκαγιὰ ὅμως τοῦ 1917 κατέστρεψε ὁλοκληρωτικὰ τὸ καθολικὸ καὶ τὸ μόνο κτίσμα ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τὶς φλόγες τῆς φωτιᾆς ἦταν τὸ κωδωνοστάσιο τοῦ ναοῦ.
῾Ο νέος ναὸς κτίσθηκε στὴ θέση τοῦ κατεστραμμένου καθολικοῦ τὸ 1935 καὶ λειτούργησε ὡς ἐνοριακός. Τὸ 1957 ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Α¢ Παπαγεωργίου ἀνήγειρε τὸ κτίριο ποὺ σήμερα περιβάλλει τὸ καθολικὸ τῆς μονῆς. ᾿Εκεῖ λειτούργησαν διαδοχικὰ φοιτητικὸ οἰκοτροφεῖο καὶ ἐκκλησιαστικὴ σχολή.
Τὸ 1974 ὁ νῦν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Β¢ Χρυσοφάκης ἐπανασύστησε τὴ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας, ἡ ὁποία ἔκτοτε λειτουργεῖ ὡς ἀνδρώα μονὴ καὶ ἀριθμεῖ 42 πατέρες, ἀγάμους κληρικοὺς τῆς μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Στὴ μονὴ φιλοξενοῦνται ἐπίσης ἐκκλησιαστικὲς ἀποστολὲς καὶ ἁγιορεῖτες πατέρες καὶ διαμένουν ξένοι ἱερεῖς, φοιτητὲς τοῦ Πανεπιστημίου.
᾿Απὸ τὸ 1989 στὸ χῶρο τῆς μονῆς στεγάζεται καὶ τὸ Κέντρο ῾Αγιολογικῶν Μελετῶν τῆς ῾Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. ῾Η μονὴ συντηρεῖ μὲ δικούς της πόρους τὸ οἰκοτροφεῖο τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου καὶ προβαίνει σὲ ἐκδόσεις βιβλίων. Τέλος, ἂς σημειωθεῖ πὼς ἡ μονὴ τῆς ἁγίας Θεοδώρας ἔχει πέντε μετόχια στὸ χῶρο τῆς μητροπόλεως Θεσσαλονίκης: 1) τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου ᾿Αντωνίου, κοντὰ στὸν ἅγιο Κωνσταντῖνο ῾Ιπποδρομίου, 2) τὸ παρεκκλήσιο τοῦ ἁγίου Νικολάου τοῦ Τρανοῦ κοντὰ στὴν Παναγία Χαλκέων, 3) τὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος στὴ συμβολὴ τῶν ὁδῶν ᾿Εγνατία καὶ ᾿Ιασωνίδου, 4) τὸ παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας τῆς ᾿Ελεούσας ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Τσιμισκῆ καὶ 5) τὴν ἐκκλησία τοῦ ὁσίου Δαβίδ, μέρος τοῦ παλαιοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Λατόμου στὴν ῎Ανω Πόλη.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
3/4 Αὐγούστου
ΘΕΟΠΙΣΤΗ, ὁσία (9ος αἰ.)
῾Η ὁσία Θεοπίστη, κόρη τῆς ὁσίας Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ, τῆς μυροβλύτιδος καὶ θαυματουργοῦ, γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη μετὰ τὴ βίαιη φυγὴ τῆς ὁσίας Θεοδώρας καὶ τοῦ συζύγου της ἀπὸ τὴν Αἴγινα περὶ τὸ 825/830, ἐξαιτίας τῶν συνεχῶν ἐπιδρομῶν τῶν σαρακηνῶν πειρατῶν στὰ νησιὰ τοῦ Σαρωνικοῦ. ῾Η Θεοπίστη ὑπῆρξε τὸ πρῶτο καὶ μοναδικὸ ἐπιζῆσαν τέκνο ἀπὸ τὰ τρία ποὺ ἀπέκτησε ἡ ὁσία Θεοδώρα· τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὤθησε τὴ Θεοδώρα καὶ τὸ σύζυγό της στὴν ἀπόφαση νὰ τὴν προσφέρουν ὡς ἀπαρχὴ στὸ Θεὸ καὶ νὰ τὴν ἀφιερώσουν σὲ ἡλικία ἕξι ἐτῶν στὸ μονύδριο τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν Κασσανδρεωτικὴ Πύλη, στὸ ἀνατολικὸ μέρος τῆς πόλεως, καὶ στὸ ὁποῖο ἡγουμένευε ἡ συγγενής της καὶ ἀδελφὴ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ, Αἰκατερίνη.
Μετὰ τὸ θάνατο τῆς Αἰκατερίνης, ἡ μικρὴ μονὴ τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ διαλύθηκε. ῾Η ὁσία Θεοδώρα, ποὺ στὸ μεταξὺ εἶχε χηρεύσει καὶ εἶχε εἰσέλθει ὡς μοναχὴ στὴ μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ἔλαβε τὴν κόρη της στὴ μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ὅπου συναγωνίσθηκαν μὲ θαυμαστὸ τρόπο στὸ σκᾆμμα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, κατορθώνοντας νὰ νικήσουν, ὕστερα ἀπὸ μεγάλους πειρασμοὺς ποὺ περιγράφονται στὸ Βίο της, τὸ δεσμὸ τῆς σαρκικῆς συγγένειας πρὸς χάρη τῆς μοναχικῆς ὑπακοῆς.
Τὸ ἔτος 868 ἡ Θεοπίστη ἐξελέγη ἡγουμένη τῆς μονῆς τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐπίμονη ἄρνηση τῆς ὁσίας Θεοδώρας νὰ προβληθεῖ στὸ ἀξίωμα αὐτό. ῾Η διήγηση τοῦ βιογράφου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, Γρηγορίου κληρικοῦ, εἶναι σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο χαρακτηριστική· ἡ σαρκικὴ κόρη ἔγινε πνευματικὴ μητέρα τῆς Θεοδώρας.
Μετὰ τὸ θάνατο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἐπὶ ἡγουμενίας τῆς Θεοπίστης, πραγματοποιήθηκε ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου της, τὴν 3η Αὐγούστου 894, τὸ ὁποῖο κατατέθηκε στὸ παρεκκλήσιο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ καθολικοῦ τῆς Μονῆς. ῞Ολες αὐτὲς τὶς πληροφορίες γιὰ τὴν ὁσία Θεοπίστη τὶς ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, κείμενα γιὰ τὴ σύνταξη τῶν ὁποίων ἡ Θεοπίστη ἀπετέλεσε τὴ βασικότερη πηγή.
Δὲν διαθέτουμε καμμία ἄλλη πληροφορία γιὰ τὴν ὁσία Θεοπίστη, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα θαυμαστὸ περιστατικὸ ποὺ μαρτυρεῖται στὸ συναξάριο τῆς ὁσίας Θεοδώρας (5 ᾿Απριλίου) ποὺ ὑπάρχει στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο. Σύμφωνα μ᾿ αὐτὸ στὸν τάφο τῆς ὁσίας Θεοδώρας (προφανῶς μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου της) ἐνταφιάστηκε ἀργότερα καὶ ἡ ἡγουμένη της. Πρέπει, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθεῖ πρόσφατα μὲ πειστικότητα, νὰ θεωρήσουμε πὼς ἡ ἡγουμένη αὐτή, ποὺ τὸ σκήνωμά της ἐνταφιάσθηκε μαζὶ μὲ τὸ ἅγιο λείψανο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι καμμία ἄλλη ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κόρη της, συμμονάστρια καὶ ἡγουμένη της, Θεοπίστη.
Στὴν ἀρχαιότερη ἔντυπη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεοδώρας (Μοσχόπολη 1731) ἔχει συμπεριληφθεῖ, μεταξὺ τῶν ἁγιολογικῶν καὶ ὑμνογραφικῶν κειμένων γιὰ τὴν ὁσία Θεοδώρα, καὶ ἕνας ἀνώνυμος κανόνας γιὰ τὴν ὁσία Θεοπίστη (σσ. 29-32), ἐνῶ πλήρης ᾿Ακολουθία της συμπεριλαμβάνεται στὴν ἔντυπη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τοῦ ἔτους 1853: “Μηνὶ τῷ αὐτῷ τετάρτῃ, μεθέορτα τῆς ἁγίας Θεοδώρας, μεθ᾿ ὧν ψάλλομεν καὶ τὴν ἀκολουθίαν τῆς ἁγίας Θεοπίστης θυγατρὸς αὐτῆς” (σσ. 65-75). Στὶς σσ. 71-72 βρίσκεται τὸ μοναδικὸ γνωστὸ συναξάριό της, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ συρραφὴ ὅλων σχεδὸν τῶν πληροφοριῶν ποὺ δίνει ὁ Γρηγόριος κληρικὸς γιὰ τὸ πρόσωπό της.
῾Η ἑορτὴ τῆς ὁσίας Θεοπίστης ἔχει ἐπικρατήσει νὰ τιμᾆται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, στὶς 3 Αὐγούστου. ῾Ο συνεορτασμὸς αὐτὸς σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὴν συναπεικόνιση τῶν δύο ὁσίων γυναικῶν, τόσο στὴ λιθόγραφη εἰκόνα τους, ποὺ ὑπάρχει στὴν ᾿Ακολουθία τοῦ 1853, ὅσο καὶ σὲ μεταγενέστερες εἰκόνες ποὺ ἀντλοῦν τὸ θέμα τους ἀπ᾿ αὐτήν. ᾿Αξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ καὶ ἡ ἑορτολογικὴ μετατόπιση τῆς μνήμης τῆς ὁσίας Θεοπίστης κατὰ μία ἡμέρα (“Τῷ αὐτῷ μηνὶ τετάρτῃ Αὐγούστου. Μνήμη τῆς ὁσίας Θεοπίστης θυγατρὸς τῆς ῾Αγίας Θεοδώρας”), ποὺ σημειώνεται στὴν ᾿Ακολουθία τοῦ 1853, ποὺ ἤδη μνημονεύσαμε.
ΘΕΟΠΙΣΤΗ, ὁσία (9ος αἰ.)
῾Η ὁσία Θεοπίστη, κόρη τῆς ὁσίας Θεοδώρας τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ, τῆς μυροβλύτιδος καὶ θαυματουργοῦ, γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη μετὰ τὴ βίαιη φυγὴ τῆς ὁσίας Θεοδώρας καὶ τοῦ συζύγου της ἀπὸ τὴν Αἴγινα περὶ τὸ 825/830, ἐξαιτίας τῶν συνεχῶν ἐπιδρομῶν τῶν σαρακηνῶν πειρατῶν στὰ νησιὰ τοῦ Σαρωνικοῦ. ῾Η Θεοπίστη ὑπῆρξε τὸ πρῶτο καὶ μοναδικὸ ἐπιζῆσαν τέκνο ἀπὸ τὰ τρία ποὺ ἀπέκτησε ἡ ὁσία Θεοδώρα· τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὤθησε τὴ Θεοδώρα καὶ τὸ σύζυγό της στὴν ἀπόφαση νὰ τὴν προσφέρουν ὡς ἀπαρχὴ στὸ Θεὸ καὶ νὰ τὴν ἀφιερώσουν σὲ ἡλικία ἕξι ἐτῶν στὸ μονύδριο τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν Κασσανδρεωτικὴ Πύλη, στὸ ἀνατολικὸ μέρος τῆς πόλεως, καὶ στὸ ὁποῖο ἡγουμένευε ἡ συγγενής της καὶ ἀδελφὴ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης ᾿Αντωνίου τοῦ ὁμολογητῆ, Αἰκατερίνη.
Μετὰ τὸ θάνατο τῆς Αἰκατερίνης, ἡ μικρὴ μονὴ τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾆ διαλύθηκε. ῾Η ὁσία Θεοδώρα, ποὺ στὸ μεταξὺ εἶχε χηρεύσει καὶ εἶχε εἰσέλθει ὡς μοναχὴ στὴ μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ἔλαβε τὴν κόρη της στὴ μονὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ὅπου συναγωνίσθηκαν μὲ θαυμαστὸ τρόπο στὸ σκᾆμμα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, κατορθώνοντας νὰ νικήσουν, ὕστερα ἀπὸ μεγάλους πειρασμοὺς ποὺ περιγράφονται στὸ Βίο της, τὸ δεσμὸ τῆς σαρκικῆς συγγένειας πρὸς χάρη τῆς μοναχικῆς ὑπακοῆς.
Τὸ ἔτος 868 ἡ Θεοπίστη ἐξελέγη ἡγουμένη τῆς μονῆς τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐπίμονη ἄρνηση τῆς ὁσίας Θεοδώρας νὰ προβληθεῖ στὸ ἀξίωμα αὐτό. ῾Η διήγηση τοῦ βιογράφου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, Γρηγορίου κληρικοῦ, εἶναι σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο χαρακτηριστική· ἡ σαρκικὴ κόρη ἔγινε πνευματικὴ μητέρα τῆς Θεοδώρας.
Μετὰ τὸ θάνατο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, ἐπὶ ἡγουμενίας τῆς Θεοπίστης, πραγματοποιήθηκε ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου της, τὴν 3η Αὐγούστου 894, τὸ ὁποῖο κατατέθηκε στὸ παρεκκλήσιο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ καθολικοῦ τῆς Μονῆς. ῞Ολες αὐτὲς τὶς πληροφορίες γιὰ τὴν ὁσία Θεοπίστη τὶς ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ Βίο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, κείμενα γιὰ τὴ σύνταξη τῶν ὁποίων ἡ Θεοπίστη ἀπετέλεσε τὴ βασικότερη πηγή.
Δὲν διαθέτουμε καμμία ἄλλη πληροφορία γιὰ τὴν ὁσία Θεοπίστη, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα θαυμαστὸ περιστατικὸ ποὺ μαρτυρεῖται στὸ συναξάριο τῆς ὁσίας Θεοδώρας (5 ᾿Απριλίου) ποὺ ὑπάρχει στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο. Σύμφωνα μ᾿ αὐτὸ στὸν τάφο τῆς ὁσίας Θεοδώρας (προφανῶς μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου της) ἐνταφιάστηκε ἀργότερα καὶ ἡ ἡγουμένη της. Πρέπει, ὅπως ἔχει ὑποστηριχθεῖ πρόσφατα μὲ πειστικότητα, νὰ θεωρήσουμε πὼς ἡ ἡγουμένη αὐτή, ποὺ τὸ σκήνωμά της ἐνταφιάσθηκε μαζὶ μὲ τὸ ἅγιο λείψανο τῆς ὁσίας Θεοδώρας, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι καμμία ἄλλη ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κόρη της, συμμονάστρια καὶ ἡγουμένη της, Θεοπίστη.
Στὴν ἀρχαιότερη ἔντυπη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεοδώρας (Μοσχόπολη 1731) ἔχει συμπεριληφθεῖ, μεταξὺ τῶν ἁγιολογικῶν καὶ ὑμνογραφικῶν κειμένων γιὰ τὴν ὁσία Θεοδώρα, καὶ ἕνας ἀνώνυμος κανόνας γιὰ τὴν ὁσία Θεοπίστη (σσ. 29-32), ἐνῶ πλήρης ᾿Ακολουθία της συμπεριλαμβάνεται στὴν ἔντυπη ᾿Ακολουθία τῆς ὁσίας Θεοδώρας, τοῦ ἔτους 1853: “Μηνὶ τῷ αὐτῷ τετάρτῃ, μεθέορτα τῆς ἁγίας Θεοδώρας, μεθ᾿ ὧν ψάλλομεν καὶ τὴν ἀκολουθίαν τῆς ἁγίας Θεοπίστης θυγατρὸς αὐτῆς” (σσ. 65-75). Στὶς σσ. 71-72 βρίσκεται τὸ μοναδικὸ γνωστὸ συναξάριό της, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ συρραφὴ ὅλων σχεδὸν τῶν πληροφοριῶν ποὺ δίνει ὁ Γρηγόριος κληρικὸς γιὰ τὸ πρόσωπό της.
῾Η ἑορτὴ τῆς ὁσίας Θεοπίστης ἔχει ἐπικρατήσει νὰ τιμᾆται κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τῆς ὁσίας Θεοδώρας, στὶς 3 Αὐγούστου. ῾Ο συνεορτασμὸς αὐτὸς σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὴν συναπεικόνιση τῶν δύο ὁσίων γυναικῶν, τόσο στὴ λιθόγραφη εἰκόνα τους, ποὺ ὑπάρχει στὴν ᾿Ακολουθία τοῦ 1853, ὅσο καὶ σὲ μεταγενέστερες εἰκόνες ποὺ ἀντλοῦν τὸ θέμα τους ἀπ᾿ αὐτήν. ᾿Αξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ καὶ ἡ ἑορτολογικὴ μετατόπιση τῆς μνήμης τῆς ὁσίας Θεοπίστης κατὰ μία ἡμέρα (“Τῷ αὐτῷ μηνὶ τετάρτῃ Αὐγούστου. Μνήμη τῆς ὁσίας Θεοπίστης θυγατρὸς τῆς ῾Αγίας Θεοδώρας”), ποὺ σημειώνεται στὴν ᾿Ακολουθία τοῦ 1853, ποὺ ἤδη μνημονεύσαμε.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
