Άρπαζε στην αγκαλιά σου την Εικόνα της Παναγίας σαν να είναι ζωντανή η Παναγία, σαν την μανούλα σου όταν ήσουν μικρή. Λέγε της όλο τον πόνο σου… Όταν Την πλησιάζω, σαν μαγνήτης με τραβάει κατά πάνω Της…
“Δεν σου είπα να έχεις την ελπίδα σου σε μένα; γιατί αποθαρρύνεσαι;”!
Κάποτε, όταν τον ενοχλούσε [τον όσιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή] η δύσπνοια εξαιτίας της αρρώστιας του, τον άκουσα να σιγομιλάει μόνος του στο κελλί του. Με την παρρησία που μας χάριζε, μπήκα μέσα μόνος μου να δω με ποιον μιλάει και τι λέει, γιατί ήξερα ότι δεν ήταν άλλος εκεί αυτή την ώρα.
Τότε τον βρήκα να κρατάει στην αγκαλιά του μία εικόνα της Δέσποινάς μας Θεοτόκου. Την ασπαζόταν και της μιλούσε: «Δέσποινά μου, Δέσποινά μου, μη με εγκαταλείπεις· εγώ σε ασπάζομαι στην εικόνα Σου και Συ με χάϊδεψες ζωντανή»! και ήταν όλος δάκρυα.
– Μιλάς, Γέροντα, με την Κυρία μας, του λέω. Τι της είπες, Γέροντα, πες μου σε παρακαλώ.
Μου το είχε πει και άλλη φορά, αλλά το είχα λησμονήσει, και μου λέει:
– Στο παρελθόν με την εικόνα Της αυτή η Δέσποινά μας πολύ με είχε παρηγορήσει, όταν είχα πειρασμούς. Αυτά τώρα θυμάμαι και Την παρακαλώ. Κάποτε όταν ήμουν στην Μικρή Αγία Άννα πριν να έρθετε εσείς, πλήθυναν οι πειρασμοί και οι θλίψεις και η μόνη μου παρηγοριά ήταν η Παναγία μας.
Πήγαινα στο εκκλησάκι μας, όπου είχα αυτή την εικόνα στο τέμπλο. Εκεί μπροστά Της προσευχόμουν και Την παρακαλούσα, καθώς μόνη Της μου είχε υποσχεθεί να έχω την ελπίδα μου σε Αυτήν. Όταν κατά την διάρκεια των πειρασμών κρύψει η Χάρις την αισθητή παρουσία Της, τότε αυξάνει η αγωνία και ο άνθρωπος με περισσότερο δέος παρακαλεί· «τάχυνον ως οικτίρμων και σπεύσον ως ελεήμων εις την βοήθειαν ημών, ότι δύνασαι βουλομένη» έκραζα «και που λοιπόν εύροιμεν άλλην αντίληψιν, ει μη προς Σε την εύσπλαγχνον, των ψυχών και σωμάτων ιατρόν»;
Και, ενώ ευρισκόμουν συγκεντρωμένος και έκλαιγα μπροστά στην εικόνα Της αυτή, αισθάνθηκα όπως και άλλοτε την παρουσία της αντιλήψεώς Της.
Ο χώρος στο εσωτερικό της εκκλησίτσας εκείνης ήταν στενός (η απόσταση από το τέμπλο ως το στασίδι που στεκόμουν ήταν μόλις ένα μέτρο). Τότε είδα την εικόνα Της που άστραψε με θαυμαστό φως και, η θεία μορφή Της πήρε κανονικές διαστάσεις.
Η Παναγία μας δεν ήταν πλέον εικόνα, αλλά ζωντανή, ολόσωμη, υπέρφωτη, ηλιόμορφη, με την διπλή Της πάντοτε ιδιότητα: Μητροπαρθενική.
Είδα δε ο ταπεινός τόσο, όσο επέτρεπε η θνητότητά μου και με σεβασμό γύρισα το πρόσωπό μου προς την γη. Δεν μπορούσα άλλο να κοιτάξω, γιατί το πανάγιο Βρέφος της ο γλυκύτατος Ιησούς μας τον οποίο κρατούσε στην αγκαλιά Της άστραφτε περισσότερο από τον ήλιο, κατά το Θεοπρεπές μεγαλείο Του. Γέμισε τόσο την ευτέλειά μου με την αγάπη Του, ώστε αγνοούσα εντελώς τον εαυτό μου και μόνο θαύμαζα.
Τότε άκουσα την μυρίπνοη και γλυκύτερη από μέλι φωνή Της να μου λέει:
«Δεν σου είπα να έχεις την ελπίδα σου σε μένα; Γιατί αποθαρρύνεσαι; Να, πάρε τον Χριστό»! Άπλωσε την μακαρία αγκαλιά Της προς εμένα και το πανάγιο Βρέφος με πλησίασε, όσο που να μπορεί ο άνθρωπος να το φτάσει!
Εγώ επειδή από την έκπληξή μου δεν τολμούσα να κάνω καμία κίνηση, άπλωσε ο πανάγαθος Ιησούς μας το χεράκι Του και με χάιδεψε τρεις φορές στο μέτωπο και στο κεφάλι! Γέμισε η ψυχή μου αγάπη αμέτρητη και φως, που δεν μπορούσα να σταθώ πλέον στα πόδια μου.
Έπεσα κάτω και με πόθο και δάκρυα φιλούσα το μέρος, όπου στεκόταν η Βασίλισσα των όλων, γιατί επανήλθε πάλι πίσω στην εικόνα Της και άφησε σε μένα την παρηγοριά και την ευωδία Γης. Ευωδίαζε για πολύ καιρό το μέρος εκείνο που είχε πατήσει, θυμίζοντας συνεχώς την μακαρία υπόσχεσή Της!
Να, αυτά τώρα της ξαναθυμίζω και ότι δεν ξέχασα την επαγγελία Της, που δεν είναι άλλη πια παρά να με πάρει από αυτή την ζωή στην βασιλεία του Υιού της Αγάπης Της!
Η Παναγία μας παντού προλαβαίνει, και όποιος μετά θερμότητος την φωνάζει, του δίδει πλουσίως την Χάρη της. Είναι μεσίτης εις όλους, ότι ηξιώθει να γεννήσει τον Κύριον, να γίνει Μητέρα Θεού. Τον βαστάζει εις την αγκάλην Της και διαρκώς Τον Παρακαλεί.
Και εμείς οι αμαρτωλοί, διότι δεν έχομεν παρρησίαν να προστρέξωμεν εις τον Θεόν ευθύς εξαρχής, φωνάζομεν την Μανούλα Του, ότι Αυτή μας αναγεννά, Αυτή μεσιτεύει, Αυτή μας προστατεύει εις όλας τας θλίψεις μας. Είναι προστάτης και βοηθός, είναι πασών των Αγγέλων τιμιωτέρα και εδοξοτέρα, φέρουσα τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος. Μα είναι, και τόσον καλή, τόσο γλυκειά, όπου σε κάθε στιγμή θέλεις να την ασπάζεσαι, και αντλείς παρήγορον Χάριν.
Όσο περισσότερρον αγαπάς, τόσον περισσότερον αγαπάσαι….
«Δε μπορώ ν’ ασπασθώ μια φορά την εικόνα της Παναγίας και να την αποχωριστώ. Όταν Την πλησιάζω, σαν μαγνήτης με τραβάει κατά πάνω Της. Και πρέπει να είμαι μόνος, γιατί θέλω ώρες να Την ασπάζομαι. Λες και γεμίζει η ψυχή από μια ζωντανή πνοή και από τόση χάρη, που δε μ’ αφήνει να φύγω. Αγάπη, έρωτας Θεού, φωτιά που καίει! Κι αν είναι θαυματουργή η εικόνα, με το που μπαίνεις μες στην εκκλησία, σε καταλαμβάνει αυτό το φαινόμενο και αναδύει τόση ευωδιαστή πνοή, που μένεις εκστατικός και λες ότι δεν βρίσκεσαι στον εαυτό σου, αλλά μέσα σ’ ένα ευωδιαστό Παράδεισο!…»
Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής (1898–1959), «Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας», Επιστολή ΛΔ΄ (34η), σελ. 202-203.
Άρπαζε εις την αγκαλιά σου την Εικόνα της Παναγίας ως να είναι ζώσα η Παναγία, ωσάν την μανούλα σου όταν ήσουν μικρή.
Λέγε της όλον τον πόνον σου και βρέχε την με τα δάκρυά σου τα καθαρά και θα εξαντλής παράκλησι συνεχή.
Η Παναγία είναι η μεγαλυτέρα ασφάλεια του ανθρώπου. Και είναι αδύνατον ένας άνθρωπος να κάνη ευχή και να μην ανακαλύψει την Παναγία μέσα εις την ζωήν του…
https://iconandlight.wordpress.com/