ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟ ΙΣτ´
Η υπέρβαση του κ. Χριστόδουλου
Πώς και γιατί η Εκκλησία της Ελλάδος άλλαξε τη στάση της έναντι του Βατικανού
ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ
Με μια αλαβάστρινη λειψανοθήκη στην οποία θα είναι τοποθετημένοι δύο από τους 14 κρίκους της αλυσίδας που κράτησε σιδηροδέσμιο τον Απόστολο των Εθνών Παύλο, θα επιστρέψει το επόμενο Σάββατο το πρωί στην Αθήνα από το Βατικανό ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος. Η παράδοση των κρίκων θα γίνει κατά τη διάρκεια ειδικής τελετής στη Βασιλική του Αγίου Παύλου, που βρίσκεται εκτός των τειχών της Ρώμης, και θα παραδοθεί από τους φραγκισκανούς μοναχούς που τη φυλάσσουν. Και, βέβαια, αποτελεί ένα από τα αντικείμενα λατρείας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, από τα πολλά που διαθέτει η Αγία Εδρα, η γνησιότητα των οποίων κατά καιρούς προκαλεί προβληματισμό μεταξύ των επιστημόνων αλλά και μελών της Εκκλησίας. Οι κρίκοι της αλυσίδας χαρακτηρίζονται από τους συνεργάτες του Αρχιεπισκόπου ως πολύτιμο δώρο του Πάπα Βενέδικτου ΙΣτ´ προς την Εκκλησία της Ελλάδος και στο εξής θα φυλάσσονται στον Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας.
Ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος σε παλαιότερη συνάντησή του στο Βατικανό με τον τότε καρδινάλιο Ιωσήφ Ράτσινγκερ και νυν Πάπα Βενέδικτο ΙΣτ´
Το ταξίδι του Αρχιεπισκόπου στην Αγία Εδρα θα αρχίσει το πρωί της Τετάρτης και θα διαρκέσει τρεις ημέρες. Ο κ. Χριστόδουλος και οι μητροπολίτες που θα τον συνοδεύουν θα έχουν συνάντηση με τον Πάπα Βενέδικτο ΙΣτ´, θα υπογράψουν κοινή ανακοίνωση και στη συνέχεια θα επισκεφθούν τους ναούς του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου.
* Η ανατροπή
Η επίσκεψη του Αρχιεπισκόπου στην Αγία Εδρα χαρακτηρίζεται ως ανατροπή των δεδομένων που ίσχυαν επί πολλές δεκαετίες στην Εκκλησία της Ελλάδος. Η ρητορική ερώτηση «μα είναι το Βατικανό Εκκλησία;» που έθεσε ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ Τίκκας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, για πολλούς θεολόγους έδειχνε την άγνοια αλλά και την εχθρότητα που επεδείκνυε η Εκκλησία της Ελλάδος έναντι της Ρωμαιοκαθολικής. Και είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή αποφάσισε να επιτρέψει την ίδρυση και λειτουργία πρεσβείας - Νουντσιατούρας - του Βατικανού στην Αθήνα, η Εκκλησία της Ελλάδος με ανακοίνωσή της δήλωνε ότι «διά το τετελεσμένον γεγονός της ανταλλαγής πρεσβευτών μεταξύ του Ελληνικού Κράτους και του Βατικανού, η Ιερά Σύνοδος εκφράζει την βαθυτάτην ανησυχίαν αυτής διά τας συνεπείας αυτής της πολιτικής πράξεως, διαδηλοί την απόφασίν της να διασφαλίση και πάλιν τας πνευματικάς δικαιοδοσίας της επί του Ελληνικού Λαού, επιρρίπτει την ευθύνην εις τους ώμους της Ελληνικής Πολιτείας δι' όσα τυχόν θα επακολουθήσουν, μη παραλείπουσα να ομολογήση ότι "η αναγνώρισις της Παπικής Εκκλησίας ως κράτους με κοσμικήν επί γης εξουσίαν είναι θεολογικώς και εκκλησιολογικώς απαράδεκτος"».
Εντονη ήταν όμως η αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος και όταν ο Πατριάρχης Αθηναγόρας αποφάσισε να συναντηθεί το 1964 στην Ιερουσαλήμ με τον Πάπα της Ρώμης Παύλο Στ´. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Χατζησταύρου απαγόρευσε στους μητροπολίτες των Νέων Χωρών να συνοδεύσουν τον Πατριάρχη. Παρά την απαγόρευση, ωστόσο, ο τότε Μητροπολίτης Βεροίας Καλλίνικος ακολούθησε τον Πατριάρχη, δεν τήρησαν όμως την ίδια στάση και οι υπόλοιποι ιεράρχες που είχαν κληθεί να τον συνοδεύσουν.
Χαρακτηριστικές της σφοδρότητας των επιθέσεων που δέχθηκε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας είναι οι επισημάνσεις του ιδίου του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσόστομου Χατζησταύρου ο οποίος έλεγε: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος δεν έλαβαν αρνητικήν θέσιν, ως υπούλως διετυμπανίσθη υπό των κακοπίστων λατινοφρόνων, εις το θέμα της μελέτης προς προσέγγισιν των Εκκλησιών Δύσεως και Ανατολής. Αλλά προ πάσης περί τούτου συζητήσεως, την άτεγκτον τήρησιν της ad hoc κανονικής, ήτοι την λήψιν δεούσης αποφάσεως εν Πανορθοδόξω Συνόδω Επισκόπων, και ουχί την έναρξιν πορείας διά πελωρίων βημάτων, ασπασμών και άλλων φαιδρών εκδηλώσεων προς την Αιωνίαν Πόλιν, καθ' ην στιγμήν ο αφορισμός του Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου και πάσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας κείται ακόμη επί της Αγίας Τραπέζης του Ι. Ναού τής του Θεού Σοφίας, αφ' ης αυτόθι ετοποθετήθη υπό του αζυμίτου καρδιναλίου Αρχιεπισκόπου της Silva Candida Ουβέρτου κατά την ώραν της Θ. Λατρείας της 16ης Ιουλίου 1054, παρουσία μάλιστα του Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Θ´ του Μονομάχου, ουδέποτε, έκτοτε έως τη σήμερον κανονικώς αρθείς υπό της Εκκλησίας Ρώμης».
Η σύγκρουση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος με αφορμή τα ανοίγματα του Πατριάρχη Αθηναγόρα προς την Αγία Εδρα είχε λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, γεγονός που προκάλεσε το 1966 την παρέμβαση του τότε αντιπρόεδρου της κυβέρνησης Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα και του υπουργού Παιδείας Στ. Αλλαμανή. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Στ. Αλλαμανής απευθυνόμενος στον Αρχιεπίσκοπο του εφιστούσε την προσοχή. «Και επ' αυτού δε του ζητήματος είναι μεγίστη η προσωπική σας ευθύνη. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι η κεφαλή της Ορθοδοξίας ολοκλήρου. Η κυβέρνησις δε βαρέως φέρει την αντίθεσιν της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην και το Πατριαρχείον, διότι η αντίθεσις αυτή ενθαρρύνει τας Σλαυϊκάς Εκκλησίας εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και δεν πρέπει να δίδεται η αφορμή αύτη από την Εκκλησία της Ελλάδος» επεσήμαινε ο υπουργός Παιδείας.
* Τα θέματα
Τα πρώτα χρόνια της Αρχιεπισκοπίας του ακόμη και όταν ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β´ επισκέφθηκε την Αθήνα, ο κ. Χριστόδουλος τήρησε αντίστοιχη θέση. Επανειλημμένως οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδος στις συναντήσεις με τους Ρωμαιοκαθολικούς επεδείκνυαν σκληρή στάση αντίστοιχη σχεδόν με αυτήν του Πατριαρχείου Ρωσίας. Πολλές φορές ο πρώην Συμπρόεδρος του διαλόγου μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ. Στυλιανός συγκρούστηκε με τους ιεράρχες και τους θεολόγους που εκπροσωπούσαν την Εκκλησία της Ελλάδος.
Ο κ. Χριστόδουλος όμως επιθυμεί πλέον να κάνει την ανατροπή. Ανατροπή που, όπως τονίζουν στενοί συνεργάτες του, οφείλεται στο ευρωπαϊκό μέλλον. Οι κοινές απόψεις και θέσεις που, σύμφωνα με στενούς συνεργάτες του Αρχιεπισκόπου, έχει ο κ. Χριστόδουλος με τον Πάπα καθιστούν τη συνεργασία τους απαραίτητη. Η πάση θυσία διαφύλαξη της χριστιανικής κληρονομιάς της Ευρώπης και η αντίθεση και των δύο στην ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση παρουσιάζονται ως κοινά σημεία αναφοράς των Προκαθημένων της Εκκλησίας της Ρώμης και της Αθήνας. Ακόμη σημαντικός συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο φέρεται και η ανησυχία τους για την κυριαρχία του Ισλάμ σε κάθε σημείο του πλανήτη.
Ωστόσο στο ταξίδι του στην Αγκυρα, ο Ποντίφικας έδειξε ότι έχει αλλάξει, τουλάχιστον δημοσίως, τη στάση του αφού διαφορετικά συμπεριφερόταν ως καρδινάλιος Ιωσήφ Ράτσινγκερ και αλλιώς τώρα ως Πάπας Βενέδικτος ΙΣτ´. Ετσι, ενώ τότε ως καρδινάλιος δήλωνε ευθέως ότι η Τουρκία δεν πρέπει να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση, πριν από δέκα ημέρες επισκεπτόμενος τη γείτονα ως Πάπας τόνισε ότι η Αγκυρα θα πρέπει να σεβαστεί το ευρωπαϊκό κεκτημένο για να εισέλθει στην ευρωπαϊκή οικογένεια.
Η μάστιγα των ναρκωτικών, τα προβλήματα που δημιουργούν οι σύγχρονες επιστημονικές ανακαλύψεις, όπως η κλωνοποίηση ή η γενετική, αποτελούν ζητήματα στα οποία μπορούν, όπως επισημαίνεται, να συνεργαστούν οι δύο Εκκλησίες αφού απασχολούν έντονα τα μέλη του ποιμνίου τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος αναχωρεί για το Βατικανό και αν μη τι άλλο θα έχει τη χαρά μιας συναντήσεως με τον Βενέδικτο ΙΣτ´, τον οποίο γνώρισε λίγες ημέρες προ της εκλογής του κατά τη διάρκεια της εξοδίου ακολουθίας του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β´. Επίσης θα έχει τη χαρά να μεταφέρει τμήμα της αλύσεως του Αποστόλου Παύλου που θα υπογραμμίζει το γεγονός ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι αποστολική...
Το ΒΗΜΑ, 10/12/2006