Δημοσιεύτηκε: Πέμ Νοέμ 22, 2007 11:28 pm
Τελειώνοντας ο πόλεμος συνάχτηκαν και οι πρόκριτοι των χωριών της 'Αρτας και οι νοικοκυραίγοι και μιλήσανε πώς θα βαστάξουν αυτόν τον μεγάλον οχτρό, οπού 'ταν πνιμένος όλος αυτός ο τόπος από τα Γιάννινα, 'Αρτα, Πρέβεζα, Σούλι, όλο αυτό το καυκί πλήθος Τουρκιά και πασσάδες και όλο νέοι κουβαλιώνταν απ' ούλα τα μέρη της Τουρκιάς και Αρβανιτιάς εξ αιτίας του Αλήπασσα την πολιορκία. Και ύστερα γεννήθη και το δικό μας το Ελληνικόν κ' εμείς το πηγαίναμε σκεπασμένο ότι δουλεύομε δια τον Αλήπασσα, τον αφέντη μας, να τον σώσωμε, ότι αδίκως τον κατατρέχει ο Σουλτάνος.
Αυτά βγαίναμε, να ελκύζωμε τους Τούρκους Αρβανίτες, το κόμμα του Αλήπασσα, να τους έχωμε φίλους αυτούς, να μας βοηθήσουνε κι' αυτείνοι, ότι ήμαστε ολίγοι και οι Τούρκοι πλήθος. Αφού συνάχτηκαν οι πρόκριτοι και οι νοικοκυραίγοι, μιλήσαμε να είναι αυτό το μυστήριον κρυφό, και των ανθρώπων του Αλήπασσα να τους λέμε συντρόφους δια τον σωμό του Αλήπασσα.
Αφού μιλήσαμε δι' αυτό, είπαμε και με τι μέσα θα βαστήσουμεν τον πόλεμον. Και δεν είχαμεν ούτε όπλα οι περισσότεροι, ούτε τ' αναγκαία του πολέμου όλοι. Αποφάσισαν οι νοικοκυραίοι ότι η τυραγνία των Τούρκων - την δοκιμάσαμεν τόσα χρόνια, δεν υποφέρνονταν πλέον. Και δι' αυτείνη την τυραγνία, οπού δεν ορίζαμεν ούτε βιον, ούτε τιμή, ούτε ζωή (ξέραμεν κι' ότ' ήμασταν ολίγοι και χωρίς τ' αναγκαία του πολέμου) αποφασίσαμεν να σηκώσωμεν άρματα αναντίον αυτής της τυραγνίας. Είτε θάνατος, είτε λευτεριά.
Τώρα οπού αρχίσαμεν, να τους πολεμήσωμεν και να θυσιάσωμεν και το βιον μας εις το στρατόπεδον και 'σ εκείνους οπού δεν έχουν τον τρόπον, να τους ζωοτροφίζωμεν και να κάνουν και εκείνοι τα χρέη τους δια την πατρίδα. Τότε σύστησαν τους ανθρώπους τους τίμιους και πρόβλεπαν δια τ' αναγκαία και δεν καρτερούσαν οι άνθρωποι. Από 'κείνους πάλε όποιος είχε τον τρόπον τους έδινε και το δικό του και πολέμαγε και δια την λευτεριάν του πολιτικός και στρατιωτικός, ήταν το ίδιον. Και αυτό το σύστημα ήταν σε όλη την πατρίδα, και με αυτό το σύστημα πορέψαμε δυο χρόνια. Τηράτε το ιστορικόν εκείνου του καιρού πόσο προβοδέψαμεν, πόση αρμονίαν είχαμε, πόση ομόνοια και αδελφωσύνη.
{'Υστερα ο κύριος Μαυροκορδάτος και οι συνάδελφοί του μας ήφεραν τα φώτα της φατρίας και της μεγάλης διχόνοιας. Και ο Βιάρος και Αγουστίνος μας λένε: "Ποιος σας είπε να πιάσετε ντουφέκι; Σύρτε και διακονέψετε". Από τον Χασάνη φύγαμεν 'στον Βιάρο καταντήσαμεν και τον Αγουστίνο και οπαδούς τους. Κι' ο τόπος γιομάτος σπιγούνους. 'Ολοι αυτείνοι οι φερτικοί νοικοκυραίους μας κάμαν μας μαθαίνουν γράμματα, οπού δεν τα 'χαμεν ακούση. Και ο Θεός το καλό.}
Αφού ο Γώγος σύναξε τους νοικοκυραίγους και μίλησε και ακολούθησαν την εργασίαν του ο καθείς, έγραψε και εις το Σούλι, οπού 'ταν του Αλήπασσα ασκέρια, Αρβανίτες, σύνφωνα με τους Σουλιώτες και λέγαμεν όλοι ότι δουλεύομεν να βγάλωμεν τον δίκαιον Αλήπασσα (και αν έβγαινε αυτός ο σκύλος, ήμαστε χαμένοι, ότι όλη την Εταιρίαν μας την ήξερε, ότι την πρόδωσε ένας Εφτανήσιος, τόδειξε όλα τα έγγραφα και όρκον, κι' αυτός τα 'στειλε του ίδιου Σουλτάνου και του έλεγε να τον συχωρέση, ότι θα κιντυνέψη το βασίλειόν του, και αυτός να διαλύση όλα αυτά, να δώση νιζάμι.
Ο Σουλτάνος παντήχαινε ότ' είναι πρόφασες αυτεινού δια να συχωρεθή, ότ' ήταν φώτιση θεοτική να γένη αυτό και τους στράβωνε όλους, και δεν έβαλε πίστη. Αφού έγραψε ο Γώγος 'σ το Σούλι, ήρθε ο 'Αγο Βάσιαρης, ο αρχιστράτηγος του Αλήπασσα, πολλά φρόνιμος και γενναίος, ήρθε με πολλούς αξιωματικούς, και Σουλιώτες ο Νότη Μπότζαρης, Νάση Φωτομάρας. Μάρκο Μπότζαρης και άλλοι αξιωματικοί.
Του Μάρκου τον πατέρα τον είχε σκοτώση ο Γώγος εις την 'Αρτα -τον έβαλε ο Αλήπασσας- και είχαν όχτρια με τον Γώγον. 'Οταν ήρθε εις το Πέτα φιλήθηκαν με τον Γώγον αυτός και ο Νότης και είπαν, "Ο,τι είχε γίνει τότε και σκότωσες τον ανθρωπό μας σ'έβαλε ο τύραγνος. Αυτά τώρα αλησμονήθηκαν και εις το εξής είμαστε φίλοι και αδελφοί. Και να τηράξωμεν το έργον τούτο". Και φιλιώθηκαν. Μίλησαν ύστερα και με τους Τούρκους και κάμαμεν σάρτια, ομιλίες ν'αγωνιστούμεν να βγάλωμεν τον Αλήπασσα. Αυτά μιλήσαμεν με τους Τούρκους. Και με τους 'Ελληνες μυστικώς τους είπαμεν δια την λευτεριά της πατρίδος, και να βαστιέται πολλή μυστικότη να μην το μάθουν οι Τούρκοι, το κόμμα τ' Αλήπασσα,και τους πιάσωμεν οχτρούς. Και έχωμεν την ανάγκη τους ν' αδυνατίζωμεν την δύναμη του Σουλτάνου.
Εις την Πελοπόννησο ήταν πολλοί Αρβανίτες με τον Χουρσίτ πασσά, τους άφησε οπίσω εις την Πελοπόννησο. 'Οτ' ήταν φίλοι του Αλήπασσα αυτείνοι όλοι, και κεφαλή αυτεινών ήταν ο Ελμάζ Μέτζος κι' άλλοι αξιωματικοί, ως χίλιοι άνθρωποι. Δεν τους πήρε μαζί του ο Χουρσίτ πασσάς όταν βήκε από την Πελοπόννησο και διατάχτη από τον Σουλτάνο δια να πολεμήση τον Αλήπασσα. Αφού σήκωσε ντουφέκι η Πελοπόννησο και η Ρούμελη, ως φίλοι δικοί μας αυτείνοι, αγροικηθήκαμε με τους Πελοποννήσιους και τους έβγαλαν έξω από το Βραχώρι και Μακρυνόρο. Αφάνισαν οι 'Ελληνες τους περισσότερους δολερώς, και κατεξοχή οι Βαλτηνοί. Οι Τούρκοι οι δυστυχισμένοι έλπιζαν ότι μέναν πίσω, ότι ήταν νηστικοί και απόστασαν, κι' αυτείνοι τους σκότωναν και τους γύμνωναν.
'Σ την άκρη 'σ το Μακρυνόρο, κοντά εις το Κομπότι, είναι ένα ρέμα και εκεί μέσα επνίξανε πολλούς Τούρκους. Τους δέναν μίαν τριχιά εις τον λαιμόν και τους τελείωναν και τους ρίχναν μέσα. 'Εναν δεν τον πνίξαν καλά και τον γύμνωσαν και τον άφησαν και φύγαν, ότι τελείωσαν την εργασίαν τους τους ξέκαμαν όλους.
Τότε ο μισοπνιμένος την νύχτα σηκώνεται γυμνός κ' έρχεται εις το Κομπότι. 'Ημασταν όλοι εκεί και ετοιμαζόμαστε, να 'ρθουν κι' από το Μισολόγγι, Βραχώρι κι' όλα αυτά τα μέρη, και Ξερόμερον και Βάλτο, να συναχτούνε οι οπλαρχηγοί από αυτά τα μέρη να πάμεν να πολεμήσωμεν την 'Αρτα, να την κυργέψωμε. Και τους προσμέναμεν εις το Κομπότι να συναχτούνε όλα τ' ασκέρια.
'Ηταν εις το Κομπότι και ο Ελμάζ Μέτζος και οι άλλοι αξιωματικοί Τούρκοι με τους ολίγους Τούρκους οπού λαγάρισαν, και πρόσμεναν και τους αποσταμένους, οπού μείναν οπίσω και δεν ξέραν οπού τους τελείωσαν εις τον πνιμόν. Τα μεσάνυχτα πάγει ο πνιμένος κι' ανταμώνει τον Ελμάζη και τους άλλους και τους λέγει όλη την υπόθεσιν, κ' έρχονται εκεί οπού 'ταν οι καπεταναίγοι, ο Γώγος και οι άλλοι, οπού 'μαστε συνασμένοι να πάμεν να βαρέσωμεν ένα χωριόν οπού το 'λεγαν Νιοχώρι (ήταν πολλοί Τούρκοι εκεί και 'σ τ' άλλα τα χωριά) και να σώσωμεν και τους κατοίκους, να τους περάσωμεν εδώθε από το ποτάμι. {Ξιστορίζω ακολούθως αυτό.}
Τότε παρουσιάζουν οι Τούρκοι τον μισοπνιμένον και μολογάγει αυτό το απάνθρωπον κάμωμα. Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμεν το αμολόγητον κακόν. Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Τούρκοι κι' όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ' έπαιρνε η νίλα. Και είπαν: "Θε μου, τι μας οργίστης εμάς τους δυστυχείς; και οι οχτροί μας μας σκοτώνουν, και οι φίλοι μας, οπού μας δίνουν τον λόγο της πίστης να 'μαστε φίλοι, με την απιστιά μας σκοτώνουν κρυφίως". Εφαρμακωθήκαμεν όλοι, τι να τους αποκριθούμεν, ούτε ήξερε κανείς από τους καπεταναίους αυτό, ούτε από 'μάς. Τους παρηγορήσαμεν, όμως το καρφί τους έμεινε των Τούρκων. {Και όταν μπήκαμεν εις την 'Αρτα, σημειώνω τι πάθαμεν.}
Σηκωθήκαμεν καμμιά τρακοσιαριά απ' ούλους τους καπεταναίους (έδωσαν αναλόγως ο Γώγος έδωσε εμένα με καμμιά τριανταριά) κι' ο Καραϊσκάκης κεφαλή μας ολωνών, και πήγαμε δια το Νιοχώρι και τ' άλλα τα χωριά να χτυπήσωμεν τους Τούρκους και να πάρωμεν τους κατοίκους 'σ την εξουσία μας και ζαϊρέδες, ότι δεν είχαμεν. Η κακή μας τύχη, το ποτάμι είχε πολύ νερό, ήταν τα πρωτοβρόχια, έβαλαν εμένα μ' ολίγους, οπού 'ξερα τον τόπον, να περάσω, να ιδούνε και οι άλλοι.
Γυμνωθήκαμεν, βάλαμεν εις το νώμο μας τα σκουτιά μας κι' άρματά μας και μπροστά εγώ και κοντά όσους είχα με κίντυνο της ζωής μας, και νύχτα, κακοπεράσαμεν. Αφού είδαν οπού περάσαμεν εμείς, άρχισε να 'μπη ο Καραϊσκάκης με τους άλλους. Πέρναγε ένας μ' ένα άλογον καβάλλα, τον έλεγαν Γιωργάκη, γουρούνι απελέκητο ήταν, έπεσε 'σ ένα βόθηλα 'σ την άκρη, ήταν γλίνα και βούλιαξε με τ' άλογόν του. 'Εβαλε τις φωνές: "Χαθήκαμεν!"
Ακουσε τ' ασκέρι αυτόν τον λόγον, οπού 'ταν '
σ την μέση 'σ το ποτάμι, κιότεψαν όλοι και γύρισαν οπίσω και κόντεψαν να πνιγούν. Τότε εμείς μείναμεν μόνοι μας από πέρα. Μας έννοιωσαν οι Τούρκοι, πιάσαμεν τον πόλεμον. Πήραμεν καμπόσους κατοίκους γυμνούς και δυστυχείς, τρομάξαμεν να τους σώσωμεν και να σωθούμεν από τον πόλεμον των Τούρκων κι' από το ποτάμι. Και έπαθαν οι δυστυχείς οι κάτοικοι από τους Τούρκους εξ αιτίας αυτό το κίνημα. Τους είπαν οι Τούρκοι ότι αυτείνοι φέραν εμάς.
Τον Οκτώβριον μήνα διατάζει ο Χουρσίτ πασσάς πολύ ασκέρι από τα Γιάννενα με ζαϊρέδες και πολεμοφόδια να πιάσουνε εις τα Πέντε Πηγάδια. Είναι σαν κάστρο, ήταν χάνι και το 'φκειασαν οι Τούρκοι σαν κάστρο. Είναι τα μισά των Γιωαννίνων κι' 'Αρτας και Σουλιού, θέση δυνατή και αναγκαία. 'Ηταν Τούρκοι μέσα και τους πολιορκούσαν οι Σουλιώτες κι' άλλοι και οι Τούρκοι του Αλήπασσα, οπού 'ταν μαζί μας.
'Σ τον ίδιον καιρόν διατάζει ο Χουρσίτ πασσάς και τους Τούρκους της 'Αρτας ν' αφήσουνε την φρουρά εις 'Αρτα και συνφώνως να χτυπήσουνε κι' από τα δυο μέρη 'σ τα Πέντε Πηγάδια τους δικούς μας. Αυτό το πρόδωσαν των δικώνε μας κι' από τα Γιάννενα κι' από την 'Αρτα και μας παράγγειλαν κ' εμάς, όταν κινηθούν από την 'Αρτα, να κινηθούμεν κ' εμείς από της πλάτες τους, καθώς θα 'καναν και οι άλλοι οι δικοί μας.
Κινήθηκαν οι Τούρκοι από τα Γιάννενα κι' από την 'Αρτα συνφώνως, κατά την ομιλίαν τους, με ζαϊρέδες και πολεμοφόδια αρκετά, να πέσουν εις τους πολιορκητάς. Εκινήθηκαν και από τα δυο μέρη, κ'εμείς από τις πλάτες τους, καθώς και οι άλλοι. 'Αμα πλησιάσαν 'σ τα Πέντε Πηγάδια, τους γίνη ένας σκοτωμός των Τούρκων και πήραμε ως διακόσους ζωντανούς και λάφυρα και έντεκα μπαϊράκια και όλους τους ζαϊρέδες και πολεμοφόδια. Και διαλυθήκανε οι Τούρκοι κακώς κακού.
Αυτά βγαίναμε, να ελκύζωμε τους Τούρκους Αρβανίτες, το κόμμα του Αλήπασσα, να τους έχωμε φίλους αυτούς, να μας βοηθήσουνε κι' αυτείνοι, ότι ήμαστε ολίγοι και οι Τούρκοι πλήθος. Αφού συνάχτηκαν οι πρόκριτοι και οι νοικοκυραίγοι, μιλήσαμε να είναι αυτό το μυστήριον κρυφό, και των ανθρώπων του Αλήπασσα να τους λέμε συντρόφους δια τον σωμό του Αλήπασσα.
Αφού μιλήσαμε δι' αυτό, είπαμε και με τι μέσα θα βαστήσουμεν τον πόλεμον. Και δεν είχαμεν ούτε όπλα οι περισσότεροι, ούτε τ' αναγκαία του πολέμου όλοι. Αποφάσισαν οι νοικοκυραίοι ότι η τυραγνία των Τούρκων - την δοκιμάσαμεν τόσα χρόνια, δεν υποφέρνονταν πλέον. Και δι' αυτείνη την τυραγνία, οπού δεν ορίζαμεν ούτε βιον, ούτε τιμή, ούτε ζωή (ξέραμεν κι' ότ' ήμασταν ολίγοι και χωρίς τ' αναγκαία του πολέμου) αποφασίσαμεν να σηκώσωμεν άρματα αναντίον αυτής της τυραγνίας. Είτε θάνατος, είτε λευτεριά.
Τώρα οπού αρχίσαμεν, να τους πολεμήσωμεν και να θυσιάσωμεν και το βιον μας εις το στρατόπεδον και 'σ εκείνους οπού δεν έχουν τον τρόπον, να τους ζωοτροφίζωμεν και να κάνουν και εκείνοι τα χρέη τους δια την πατρίδα. Τότε σύστησαν τους ανθρώπους τους τίμιους και πρόβλεπαν δια τ' αναγκαία και δεν καρτερούσαν οι άνθρωποι. Από 'κείνους πάλε όποιος είχε τον τρόπον τους έδινε και το δικό του και πολέμαγε και δια την λευτεριάν του πολιτικός και στρατιωτικός, ήταν το ίδιον. Και αυτό το σύστημα ήταν σε όλη την πατρίδα, και με αυτό το σύστημα πορέψαμε δυο χρόνια. Τηράτε το ιστορικόν εκείνου του καιρού πόσο προβοδέψαμεν, πόση αρμονίαν είχαμε, πόση ομόνοια και αδελφωσύνη.
{'Υστερα ο κύριος Μαυροκορδάτος και οι συνάδελφοί του μας ήφεραν τα φώτα της φατρίας και της μεγάλης διχόνοιας. Και ο Βιάρος και Αγουστίνος μας λένε: "Ποιος σας είπε να πιάσετε ντουφέκι; Σύρτε και διακονέψετε". Από τον Χασάνη φύγαμεν 'στον Βιάρο καταντήσαμεν και τον Αγουστίνο και οπαδούς τους. Κι' ο τόπος γιομάτος σπιγούνους. 'Ολοι αυτείνοι οι φερτικοί νοικοκυραίους μας κάμαν μας μαθαίνουν γράμματα, οπού δεν τα 'χαμεν ακούση. Και ο Θεός το καλό.}
Αφού ο Γώγος σύναξε τους νοικοκυραίγους και μίλησε και ακολούθησαν την εργασίαν του ο καθείς, έγραψε και εις το Σούλι, οπού 'ταν του Αλήπασσα ασκέρια, Αρβανίτες, σύνφωνα με τους Σουλιώτες και λέγαμεν όλοι ότι δουλεύομεν να βγάλωμεν τον δίκαιον Αλήπασσα (και αν έβγαινε αυτός ο σκύλος, ήμαστε χαμένοι, ότι όλη την Εταιρίαν μας την ήξερε, ότι την πρόδωσε ένας Εφτανήσιος, τόδειξε όλα τα έγγραφα και όρκον, κι' αυτός τα 'στειλε του ίδιου Σουλτάνου και του έλεγε να τον συχωρέση, ότι θα κιντυνέψη το βασίλειόν του, και αυτός να διαλύση όλα αυτά, να δώση νιζάμι.
Ο Σουλτάνος παντήχαινε ότ' είναι πρόφασες αυτεινού δια να συχωρεθή, ότ' ήταν φώτιση θεοτική να γένη αυτό και τους στράβωνε όλους, και δεν έβαλε πίστη. Αφού έγραψε ο Γώγος 'σ το Σούλι, ήρθε ο 'Αγο Βάσιαρης, ο αρχιστράτηγος του Αλήπασσα, πολλά φρόνιμος και γενναίος, ήρθε με πολλούς αξιωματικούς, και Σουλιώτες ο Νότη Μπότζαρης, Νάση Φωτομάρας. Μάρκο Μπότζαρης και άλλοι αξιωματικοί.
Του Μάρκου τον πατέρα τον είχε σκοτώση ο Γώγος εις την 'Αρτα -τον έβαλε ο Αλήπασσας- και είχαν όχτρια με τον Γώγον. 'Οταν ήρθε εις το Πέτα φιλήθηκαν με τον Γώγον αυτός και ο Νότης και είπαν, "Ο,τι είχε γίνει τότε και σκότωσες τον ανθρωπό μας σ'έβαλε ο τύραγνος. Αυτά τώρα αλησμονήθηκαν και εις το εξής είμαστε φίλοι και αδελφοί. Και να τηράξωμεν το έργον τούτο". Και φιλιώθηκαν. Μίλησαν ύστερα και με τους Τούρκους και κάμαμεν σάρτια, ομιλίες ν'αγωνιστούμεν να βγάλωμεν τον Αλήπασσα. Αυτά μιλήσαμεν με τους Τούρκους. Και με τους 'Ελληνες μυστικώς τους είπαμεν δια την λευτεριά της πατρίδος, και να βαστιέται πολλή μυστικότη να μην το μάθουν οι Τούρκοι, το κόμμα τ' Αλήπασσα,και τους πιάσωμεν οχτρούς. Και έχωμεν την ανάγκη τους ν' αδυνατίζωμεν την δύναμη του Σουλτάνου.
Εις την Πελοπόννησο ήταν πολλοί Αρβανίτες με τον Χουρσίτ πασσά, τους άφησε οπίσω εις την Πελοπόννησο. 'Οτ' ήταν φίλοι του Αλήπασσα αυτείνοι όλοι, και κεφαλή αυτεινών ήταν ο Ελμάζ Μέτζος κι' άλλοι αξιωματικοί, ως χίλιοι άνθρωποι. Δεν τους πήρε μαζί του ο Χουρσίτ πασσάς όταν βήκε από την Πελοπόννησο και διατάχτη από τον Σουλτάνο δια να πολεμήση τον Αλήπασσα. Αφού σήκωσε ντουφέκι η Πελοπόννησο και η Ρούμελη, ως φίλοι δικοί μας αυτείνοι, αγροικηθήκαμε με τους Πελοποννήσιους και τους έβγαλαν έξω από το Βραχώρι και Μακρυνόρο. Αφάνισαν οι 'Ελληνες τους περισσότερους δολερώς, και κατεξοχή οι Βαλτηνοί. Οι Τούρκοι οι δυστυχισμένοι έλπιζαν ότι μέναν πίσω, ότι ήταν νηστικοί και απόστασαν, κι' αυτείνοι τους σκότωναν και τους γύμνωναν.
'Σ την άκρη 'σ το Μακρυνόρο, κοντά εις το Κομπότι, είναι ένα ρέμα και εκεί μέσα επνίξανε πολλούς Τούρκους. Τους δέναν μίαν τριχιά εις τον λαιμόν και τους τελείωναν και τους ρίχναν μέσα. 'Εναν δεν τον πνίξαν καλά και τον γύμνωσαν και τον άφησαν και φύγαν, ότι τελείωσαν την εργασίαν τους τους ξέκαμαν όλους.
Τότε ο μισοπνιμένος την νύχτα σηκώνεται γυμνός κ' έρχεται εις το Κομπότι. 'Ημασταν όλοι εκεί και ετοιμαζόμαστε, να 'ρθουν κι' από το Μισολόγγι, Βραχώρι κι' όλα αυτά τα μέρη, και Ξερόμερον και Βάλτο, να συναχτούνε οι οπλαρχηγοί από αυτά τα μέρη να πάμεν να πολεμήσωμεν την 'Αρτα, να την κυργέψωμε. Και τους προσμέναμεν εις το Κομπότι να συναχτούνε όλα τ' ασκέρια.
'Ηταν εις το Κομπότι και ο Ελμάζ Μέτζος και οι άλλοι αξιωματικοί Τούρκοι με τους ολίγους Τούρκους οπού λαγάρισαν, και πρόσμεναν και τους αποσταμένους, οπού μείναν οπίσω και δεν ξέραν οπού τους τελείωσαν εις τον πνιμόν. Τα μεσάνυχτα πάγει ο πνιμένος κι' ανταμώνει τον Ελμάζη και τους άλλους και τους λέγει όλη την υπόθεσιν, κ' έρχονται εκεί οπού 'ταν οι καπεταναίγοι, ο Γώγος και οι άλλοι, οπού 'μαστε συνασμένοι να πάμεν να βαρέσωμεν ένα χωριόν οπού το 'λεγαν Νιοχώρι (ήταν πολλοί Τούρκοι εκεί και 'σ τ' άλλα τα χωριά) και να σώσωμεν και τους κατοίκους, να τους περάσωμεν εδώθε από το ποτάμι. {Ξιστορίζω ακολούθως αυτό.}
Τότε παρουσιάζουν οι Τούρκοι τον μισοπνιμένον και μολογάγει αυτό το απάνθρωπον κάμωμα. Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμεν το αμολόγητον κακόν. Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Τούρκοι κι' όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ' έπαιρνε η νίλα. Και είπαν: "Θε μου, τι μας οργίστης εμάς τους δυστυχείς; και οι οχτροί μας μας σκοτώνουν, και οι φίλοι μας, οπού μας δίνουν τον λόγο της πίστης να 'μαστε φίλοι, με την απιστιά μας σκοτώνουν κρυφίως". Εφαρμακωθήκαμεν όλοι, τι να τους αποκριθούμεν, ούτε ήξερε κανείς από τους καπεταναίους αυτό, ούτε από 'μάς. Τους παρηγορήσαμεν, όμως το καρφί τους έμεινε των Τούρκων. {Και όταν μπήκαμεν εις την 'Αρτα, σημειώνω τι πάθαμεν.}
Σηκωθήκαμεν καμμιά τρακοσιαριά απ' ούλους τους καπεταναίους (έδωσαν αναλόγως ο Γώγος έδωσε εμένα με καμμιά τριανταριά) κι' ο Καραϊσκάκης κεφαλή μας ολωνών, και πήγαμε δια το Νιοχώρι και τ' άλλα τα χωριά να χτυπήσωμεν τους Τούρκους και να πάρωμεν τους κατοίκους 'σ την εξουσία μας και ζαϊρέδες, ότι δεν είχαμεν. Η κακή μας τύχη, το ποτάμι είχε πολύ νερό, ήταν τα πρωτοβρόχια, έβαλαν εμένα μ' ολίγους, οπού 'ξερα τον τόπον, να περάσω, να ιδούνε και οι άλλοι.
Γυμνωθήκαμεν, βάλαμεν εις το νώμο μας τα σκουτιά μας κι' άρματά μας και μπροστά εγώ και κοντά όσους είχα με κίντυνο της ζωής μας, και νύχτα, κακοπεράσαμεν. Αφού είδαν οπού περάσαμεν εμείς, άρχισε να 'μπη ο Καραϊσκάκης με τους άλλους. Πέρναγε ένας μ' ένα άλογον καβάλλα, τον έλεγαν Γιωργάκη, γουρούνι απελέκητο ήταν, έπεσε 'σ ένα βόθηλα 'σ την άκρη, ήταν γλίνα και βούλιαξε με τ' άλογόν του. 'Εβαλε τις φωνές: "Χαθήκαμεν!"
Ακουσε τ' ασκέρι αυτόν τον λόγον, οπού 'ταν '
σ την μέση 'σ το ποτάμι, κιότεψαν όλοι και γύρισαν οπίσω και κόντεψαν να πνιγούν. Τότε εμείς μείναμεν μόνοι μας από πέρα. Μας έννοιωσαν οι Τούρκοι, πιάσαμεν τον πόλεμον. Πήραμεν καμπόσους κατοίκους γυμνούς και δυστυχείς, τρομάξαμεν να τους σώσωμεν και να σωθούμεν από τον πόλεμον των Τούρκων κι' από το ποτάμι. Και έπαθαν οι δυστυχείς οι κάτοικοι από τους Τούρκους εξ αιτίας αυτό το κίνημα. Τους είπαν οι Τούρκοι ότι αυτείνοι φέραν εμάς.
Τον Οκτώβριον μήνα διατάζει ο Χουρσίτ πασσάς πολύ ασκέρι από τα Γιάννενα με ζαϊρέδες και πολεμοφόδια να πιάσουνε εις τα Πέντε Πηγάδια. Είναι σαν κάστρο, ήταν χάνι και το 'φκειασαν οι Τούρκοι σαν κάστρο. Είναι τα μισά των Γιωαννίνων κι' 'Αρτας και Σουλιού, θέση δυνατή και αναγκαία. 'Ηταν Τούρκοι μέσα και τους πολιορκούσαν οι Σουλιώτες κι' άλλοι και οι Τούρκοι του Αλήπασσα, οπού 'ταν μαζί μας.
'Σ τον ίδιον καιρόν διατάζει ο Χουρσίτ πασσάς και τους Τούρκους της 'Αρτας ν' αφήσουνε την φρουρά εις 'Αρτα και συνφώνως να χτυπήσουνε κι' από τα δυο μέρη 'σ τα Πέντε Πηγάδια τους δικούς μας. Αυτό το πρόδωσαν των δικώνε μας κι' από τα Γιάννενα κι' από την 'Αρτα και μας παράγγειλαν κ' εμάς, όταν κινηθούν από την 'Αρτα, να κινηθούμεν κ' εμείς από της πλάτες τους, καθώς θα 'καναν και οι άλλοι οι δικοί μας.
Κινήθηκαν οι Τούρκοι από τα Γιάννενα κι' από την 'Αρτα συνφώνως, κατά την ομιλίαν τους, με ζαϊρέδες και πολεμοφόδια αρκετά, να πέσουν εις τους πολιορκητάς. Εκινήθηκαν και από τα δυο μέρη, κ'εμείς από τις πλάτες τους, καθώς και οι άλλοι. 'Αμα πλησιάσαν 'σ τα Πέντε Πηγάδια, τους γίνη ένας σκοτωμός των Τούρκων και πήραμε ως διακόσους ζωντανούς και λάφυρα και έντεκα μπαϊράκια και όλους τους ζαϊρέδες και πολεμοφόδια. Και διαλυθήκανε οι Τούρκοι κακώς κακού.
