Σήμερα είναι :
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΓ΄ (23η) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρος ΛΟΥΚΑ, του εν Μυτιλήνη μαρτυρήσαντος κατά το
Τη ΚΓ΄ (23η) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρος ΛΟΥΚΑ, του εν Μυτιλήνη μαρτυρήσαντος κατά το έτος αωβ΄ (1802), αγχόνη τελειωθέντος.
Λουκάς ο Νέος Οσιομάρτυς του Χριστού κατήγετο από την Αδριανούπολιν, από την ενορίαν του Αγίου Νικολάου, και ο μεν πατήρ αυτού ωνομάζετο Αθανάσιος, η δε μήτηρ αυτού Δομνίτσα. Επειδή όμως εις ηλικίαν εξ ετών έμεινεν ο Άγιος ορφανός από πατέρα και ανετρέφετο με πτωχείαν από την μητέρα του, ευρούσα εκείνη έμπορον τινά Ζαγοραίον παρέδωκεν εις αυτόν το παιδίον, ίνα το ανατρέφη βοηθούμενος και αυτός, κατά το δυνατόν, εις την υπηρεσίαν του. Ο δε έμπορος, ευθύς ως έλαβεν υπό την προστασίαν του το παιδίον, εταξίδευσε δι’ εμπορικάς του ανάγκας εις την Ρωσίαν· έπειτα επιστρέψας εις την Κωνσταντινούπολιν, εις την οποίαν είχε κατάστημα, έμεινεν εκεί. Ημέραν δε τινά, ευρεθέν το παιδίον έξω της οικίας, εφιλονίκησε μετά τινος παιδίου Τούρκου και το έδειρε. Τούτο ιδόντες οι εκεί ευρεθέντες Τούρκοι ώρμησαν ως θηρία ανήμερα και ήρπασαν τον Λουκάν να τον ξεσχίσουν και να τον θανατώσουν από τον θυμόν των. Ο δε Λουκάς, παιδίον τότε δεκατριών ετών, βλέπων τον εξαφνικόν κίνδυνον, εταράχθη τας φρένας από τον υπερβολικόν φόβον και εφώναζεν· «Αφήσατέ με και γίνομαι Τούρκος». Ούτως έπαυσε την ορμήν των και έσβεσε τον θυμόν των. Τον επήρε λοιπόν από την ώραν εκείνην Τούρκος τις έχων μεγάλην φήμην και με χαράν μεγάλην, αφού τον έφερεν εις την κατηραμένην οικίαν του, παρευθύς τον επρόσταξε και ηρνήθη τον Χριστόν, φευ του κακού! Και την Αγίαν αυτού Πίστιν, ομολογήσας την εκείνου αντίχριστον θρησκείαν. Αλλά αφ’ ου ησύχασαν οι λογισμοί και η καρδία του από τον φόβον, ήλθεν εις τον εαυτόν του, εγνώρισε το μέγα κακόν, το οποίον έκαμε και παρευθύς μετενόησεν. Όθεν, παρ’ όλον ότι ο ασεβής του εδείκνυε μεγάλην εύνοιαν και αγάπην υποσχόμενος εις αυτόν τρυφάς και αναπαύσεις, πολυτελή ενδύματα και χρήματα, δόξαν και κάθε είδους απόλαυσιν, αυτός ο ευλογημένος, αν και ήτο ακόμη δέκα τριών ετών παιδίον, δεν ηπατήθη από του κόσμου την ματαιότητα, αλλά εμίσει και κατεφρόνει όλα ταύτα, ωσάν να είχε φθάσει πλέον εις ωριμότητα του τελείου ανδρός. Επειδή όμως δεν υπήρχε τρόπος να φύγη εκείθεν ο αοίδιμος Λουκάς και να λυτρωθή των παγίδων του διαβόλου, έκαμεν όπως ημπόρεσε και διεμήνυσεν εις τον έμπορον τον αυθέντην του, να κάμη εκείνος τον δυνατόν τρόπον να τον λυτρώση, πριν να λάβη την περιτομήν. Ο δε έμπορος, ευθύς ως έλαβε την χαριεστάτην είδησιν, έτρεξε παρευθύς με προθυμίαν και ζήλον εις τον Ρώσον διοικητήν της φρουράς και του διηγήθη την υπόθεσιν, παρακαλών θερμώς να λυτρώση την κινδυνεύουσαν ψυχήν με όποιον τρόπον ημπορέση. Υπήκουσε τότε ο Ρώσος αξιωματικός και έστειλεν ευθύς άνθρωπον ιδικόν του, ίνα ζητήση από τον αγάν το παιδίον. Ο αγάς τότε απεκρίθη με πολλάς δικαιολογίας, ότι ούτε εζήτησε το παιδίον, ούτε το εβίασε να έλθη εις την οικίαν του, αλλά με την θέλησίν του ήλθε και έγινε Τούρκος και ότι είναι αδύνατον πλέον να το δώση. Ταύτα ακούσας ο απεσταλμένος έφυγεν· εκείνος δε ο κατάρατος, φοβηθείς μήπως ζητηθή εκ δευτέρου το παιδίον, έδεσεν ευθύς τας χείρας του και δια βίας χωρίς εκείνος καθόλου να συγκατανεύση, το περιέταμε. Μαθών ο Ρώσος εκείνος το γενόμενον, είπε προς τον έμπορον· «Αφ’ ου ούτω συνέβη το γεγονός, τίποτε άλλο δεν είναι δυνατόν να γίνη, παρά σύγχυσις και ταραχή χωρίς όφελος· λοιπόν κάμε τρόπον και ειδοποίησε το παιδίον να προσέχη να εύρη ευκαιρίαν να φύγη από εκεί και όταν φύγη ας έλθη εδώ». Ταύτα πληροφορηθείς ο Λουκάς παρά του εμπόρου, μετ’ ολίγας ημέρας ευκαιρίας τυχούσης έφυγεν εκείθεν. Όταν δε διέβαινε τον Γαλατάν, του εξέβαλον τα τούρκικα φορέματα και του εφόρεσαν χριστιανικά. Επιβιβάσαντες δε τούτον εις πλοίον, τον έστειλαν εις την Σμύρνην, οπόθεν μετέβη προς τα νοτιοανατολικά της Σμύρνης, εις πόλιν καλουμένην Θείρα, όπου έμεινεν ολίγον καιρόν αγνώριστος. Εκεί ησθένησεν, επόνεσαν δε και οι οφθαλμοί του. Όθεν επήγεν εις Πνευματικόν εξωμολογήθη όλα τα κατ’ αυτόν. Ο Πνευματικός τότε, θεόθεν πεφωτισμένος, πρώτον μεν τον παρηγόρησε καλώς δια την άρνησιν, έπειτα δε τον συνεβούλευσε πατρικώς, ότι δεν συμφέρει λόγω του συμβάντος τούτου να περιφέρεται εις τουρκικούς τόπους, αλλά να υπάγη το ταχύτερον εις το Άγιον Όρος, φεύγων τους ενδεχομένους κινδύνους και εκεί να επιμεληθή της σωτηρίας του. Ο νέος ταύτα ακούσας εδέχθη μετά χαράς την πνευματικήν συμβουλήν και μετ’ ολίγας ημέρας, αφ’ ου επανήλθεν η υγεία του και έπαυσεν ο πόνος των οφθαλμών του, κατέφυγεν, ως εις λιμένα σωτήριον, εις το Άγιον Όρος. Εκεί ο Λουκάς μετέβη πρώτον εις την Μεγίστην Λαύραν και έκαμεν υπηρέτης εις το αρχονταρίκι δι’ ολίγον καιρόν· εκείθεν αναχωρήσας ήλθεν εις την Μονήν των Ιβήρων, όπου εξωμολογήθη εις Προεστώτα τινά της Μονής το ότι είχε τουρκεύσει και ότι έμενεν αδιόρθωτος. Τότε ο Προεστώς εκείνος τον έστειλεν εις την Σκήτην του Τιμίου Προδρόμου εις τον Πνευματικόν, εκεί δε διωρθώθη παρ’ αυτού καθώς έπρεπε, κατά την τάξιν της Εκκλησίας. Παραμείνας δε και εν τη των Ιβήρων Μονή ολίγον καιρόν, έφυγε πάλιν εις την Μονήν του Σταυρονικήτα, όπου έμεινεν εις Προεστώτα τινά, από τον οποίον εκουρεύθη γενόμενος ρασοφόρος. Αλλά μετ’ ολίγον καιρόν έφυγεν από εκεί και μετέβη εις το Μοναστήριον του Ζωγράφου. Ουδέ όμως εις το Μοναστήριον αυτό έκαμε πολύν καιρόν, επειδή ο κοινός εχθρός της των ανθρώπων σωτηρίας, όπου και αν επήγαινε, τον ηνώχλει με διαφόρους πειρασμούς και δεν τον άφηνε να ησυχάση κατά τον πόθον του. Ο προγνώστης Θεός όμως, προβλέπων το τέλος των πειρασμών, συνεχώρει να πειράζηται ο μακάριος Λουκάς υπό του σατανά. Τόσον δε επλήθυναν οι πειρασμοί του, ώστε ηναγκάσθη να φύγη εντελώς από το Άγιον Όρος και να έλθη εις τον κόσμον, με σκοπόν να γίνη κανδηλανάπτης εις τινα Εκκλησίαν. Αλλ’ ο Θεός δεν ηυδόκησε να επιτύχη ο σκοπός του, διότι προώριζεν αυτόν δι’ άλλην οδόν. Όθεν, ούτε εις τας Κυδωνίας, ούτε εις τα Μοσχονήσια, ούτε εις την Μυτιλήνην, όπου μετέβη, δεν εύρε τόπον και προστασίαν δια να μείνη. Όθεν μετέβη ακολούθως και εις την Σμύρνην, αλλά ούτε και εκεί τον εδέχθη τις ένεκεν του φόβου της πανώλους, ήτις εμάστιζε τότε τους τόπους εκείνους. Απελπισθείς λοιπόν δια την αποτυχίαν του, μάλλον δε κυριευθείς από φόβον υπερβολικόν εξ αιτίας της θανατηφόρου νόσου, ήτις είχε προσβάλει την Σμύρνην, επέστρεψε πάλιν εις το Άγιον Όρος και ήλθεν αμέσως εις την Μονήν του Ξηροποτάμου, όπου, αφού διέμεινεν ολίγον καιρόν μετά τινος συμπατριώτου του Μοναχού, έφυγε και μετέβη εις το Μοναστήριον του Κουτλουμουσίου, κατόπιν δε επήγε πάλιν εις την Σκήτην του Τιμίου Προδρόμου, προς τον Πνευματικόν όστις κατ’ αρχάς τον διώρθωσεν, εξομολογηθείς δε τους λογισμούς του, του ενεπιστεύθη όλους τους πειρασμούς του. Ο Πνευματικός τότε εσκέφθη να τον αποστείλη εις τινα Σκήτην να ησυχάση και εφρόντισεν επιμελώς περί τούτου, επειδή όμως ήτο αγένειος δεν τον εδέχοντο. Τον έστειλε λοιπόν εις την Μονήν του Οσίου Γρηγορίου, μήπως τον αναπαύση εκεί κανείς εκ των αδελφών, όπου επί τέλους και επέτυχε του ποθουμένου. Διότι τον εδέχθη εκεί ως υπηρέτην εις Προηγούμενος και ηυχαριστήθη πολύ ο Λουκάς. Έπειτα τον διώρισεν εις την υπηρεσίαν της Εκκλησίας, πολύ δε ένεκα τούτου ανεπαύθη ο μακάριος. Ο μισόκαλος όμως δεν ησύχαζεν, αλλά και εκεί του έφερε νέους πειρασμούς. Όθεν έφυγε, μάλλον δε τον εξεδίωξαν και από του Γρηγορίου, αν και τους παρεκάλει ο ευλογημένος, μετά δακρύων, να μη τον αποδιώξουν χωρίς αφορμήν. Είπομεν ανωτέρω, ότι ο εχθρός της σωτηρίας του διάβολος εκίνησε κατ’ αυτού πολλούς και διαφόρους πειρασμούς, τους οποίους, συντομίας χάριν, δεν γράφομεν και ότι ο Θεός, προγνωρίζων το μέλλον, επέτρεψε να ενοχλήται ο δούλος Του. Ιδού τώρα το τέλος και η εκ των πειρασμών ωφέλεια. Διωχθείς εκ της Μονής του Οσίου Γρηγορίου ο καλός ούτος Λουκάς, πολύ ελυπήθη. Εν ω δε ήτο εις απορίαν που να υπάγη και εσυλλογίζετο τούτο, ήλθεν εις τον νουν του τοιούτος θεϊκός λογισμός. «Το Άγιον Όρος, είπε καθ’ εαυτόν, είναι λιμήν της σωτηρίας των ανθρώπων, εις τον οποίον ησυχάζουν τόσα πλήθη Μοναχών, μόνον δε εγώ δεν ημπορώ να σταθώ ούτε εδώ ούτε εις κανέν άλλο μέρος. Δεν είναι λοιπόν άλλο το αίτιον, παρά διότι έχω επάνω μου την μιαράν σφραγίδα του διαβόλου, την περιτομήν, και δια τούτο δεν δύναμαι να ησυχάσω και να κάμω καμμίαν προκοπήν. Τούτο λοιπόν θα κάνω. Θα υπάγω να ομολογήσω τον Χριστόν παρρησία, δια να αποβάλω από τον εαυτόν μου την διαβολικήν σφραγίδα, και να αποπλύνω την αμαρτίαν της αρνήσεώς μου με την ροήν του αίματός μου· τούτο θέλει με αναπαύσει και τούτο θέλει είναι η σωτηρία μου». Ταύτα συλλογισθείς και καλώς μελετήσας μέσα εις την Εκκλησίαν, επήγεν εις τον Γέροντά του και του εφανέρωσε τους λογισμούς τούτους. Τότε εκείνος προσεπάθησε πολύ να τον εμποδίση, φοβούμενος το άδηλον της εκβάσεως. Όθεν λέγει προς αυτόν· «Απόφυγε, τέκνον, αυτόν τον κίνδυνον και εάν οι άλλοι δεν σε θέλουν εις το Μοναστήριον, εγώ είμαι πρόθυμος να αναχωρήσω μαζί σου και να είμεθα εις όλην μας την ζωήν αχώριστοι· ή, εάν θέλης, ας υπάγωμεν εις κανέν ταξίδιον». Αυτά και άλλα πολλά είπεν εις τον Άγιον ο Γέρων αυτού, δεν ηδυνήθη όμως να τον πείση να παραιτηθή του λογισμού του. Ανεχώρησε τότε ο Λουκάς και μετέβη εις την Σκήτην της Αγίας Άννης. Εκεί εύρεν Ιερομόναχον τινά Βησσαρίωνα, τον οποίον εγνώριζεν. Ούτος τον εδέχθη ως πατήρ φιλόστοργος με πάσαν ευμένειαν και αγάπην, ο δε Λουκάς διηγήθη λεπτομερώς την αιτίαν, δια την οποίαν τον εδίωξαν από του Γρηγορίου, ως και την ταπεινήν παράκλησιν όπου έκαμεν εις εκείνους να μη τον διώξουν και ότι εκείνοι δεν εδυσωπήθηκαν, ούτε έδειξαν προς αυτόν ίχνος φιλανθρωπίας, μάλιστα ο πρωτεύων, αν και ο Λουκάς διηγήθη εις αυτόν όλα τα συμβάντα. Αφού δε του εξιστόρησεν όλους τους πειρασμούς του, τέλος λέγει προς τον Ιερέα Βησσαρίωνα· «Αλλά συ, Πάτερ, γνωρίζεις την καταστασίν μου»; Αποκριθέντος δε του Ιερέως ότι δεν γνωρίζει περί τίνος εννοεί, λέγει πάλιν ο Άγιος· «Μάθε λοιπόν, Άγιε, Πάτερ, ότι εγώ ο άθλιος είμαι τουρκευμένος». Συνεχίσας δε του απεκάλυψε απ’ αρχής εν λεπτομερεία την αιτίαν της αρνήσεώς του, ως και τον σκοπόν του να μαρτυρήση. Ακούσας ταύτα ο Ιερομόναχος λέγει προς τον Άγιον· «Ο σκοπός σου, τέκνον μου, είναι καλός· όμως τα εις σε συμβαίνοντα δεν συντρέχουν, δια να βάλης αυτόν εις ενέργειαν, επειδή είσαι νέος πολύ και ωραίος, οι δε Τούρκοι είναι μοχθηρότατοι, όπως τους γνωρίζομεν. Όθεν φοβούμαι μήπως δεν θελήσουν να σε θανατώσουν εις τοιαύτην ηλικίαν και είναι ενδεχόμενον να περιπέσης εις άλλον πειρασμόν. Ησύχασε λοιπόν εδώ, διότι η μετάνοια είναι δυνατόν να σε σώση. Αφού δε φυτρώση το γένειόν σου, τότε σε στέλλω εγώ εις αδελφόν τινά εδώ εις την Σκήτην όπου, διάγων θεαρέστως την ζωήν σου, θέλεις σωθή». Ταύτα αφού είπεν ο Ιερομόναχος, ο ευλογημένος Λουκάς διηγήθη εις αυτόν απ’ αρχής τους πειρασμούς, τους οποίους εδοκίμασεν εις το Όρος, πολύ δε συνετρίβη και επόνεσεν η καρδία του Βησσαρίωνος ακούσαντος τα παθήματα του Λουκά. Όθεν παρηγόρησεν αυτόν με αγάπην αποδεικνύων την ωφέλειαν, ήτις προέρχεται από τους πειρασμούς, δια της Χάριτος του Χριστού. Δια το Μαρτύριον όμως δεν του έδιδε γνώμην. Ο δε Μάρτυς είπε· «Δεν υπάρχει τρόπος, Πάτερ, να σταθώ πλέον και ο Θεός βοηθός· μόνον σε παρακαλώ, στείλε με εις Πνευματικόν να εξομολογηθώ, να με συμβουλεύση δια την σωτηρίαν μου». Έστειλε λοιπόν τότε ο Βησσαρίων τον Άγιον εις τον Πνευματικόν Ανανίαν, εις τον οποίον και εξωμολογήθη τους λογισμούς του με πολλήν ακρίβειαν και κατάνυξιν χύνων άφθονα δάκρυα· ο δε Πνευματικός επήνεσε μεν την γνώμην του και τον σκοπόν του, του παρουσίασεν όμως και όλα τα ενδεχόμενα εμπόδια και τας πολυειδείς βασάνους των τυράννων. Αλλ’ ο Μάρτυς με πόθον διάπυρον έλεγεν· «Όλα ταύτα θέλω υποφέρει, Πάτερ τίμιε, με την Χάριν του Ιησού Χριστού». Τότε του λέγει ο Πνευματικός· «Πρέπει λοιπόν πρώτον να δοκιμασθής και να ετοιμασθής καλώς με νηστείας, με γονυκλισίας, με προσευχάς και με αναγνώσεις». Απεκρίθη ο Λουκάς με προθυμίαν· «Ας δοκιμασθώ». Ηρώτησε τότε ο Ανανίας· «Γνωρίζεις τινά εδώ εις την Σκήτην»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Γνωρίζω τον Ιερέα Βησσαρίωνα». Ηρώτησε πάλιν ο Ανανίας· «Σε δέχεται άραγε, να μείνης μαζί του πεντήκοντα ημέρας δια να δοκιμασθής»; Απεκρίθη ο Λουκάς· «Ελπίζω να με δεχθή». Λέγει ο Ανανίας· «Πήγαινε λοιπόν και εάν σε δέχεται, ειπέ του να έλθη εδώ, να του ομιλήσω και εγώ». Τότε ο Λουκάς μετέβη προς τον Ιερομόναχον Βησσαρίωνα, του είπε την γνώμην του Πνευματικού και τον παρεκάλεσε με πολλά δάκρυα να τον δεχθή, προβάλλων εις αυτόν τους παρά Θεού μισθούς. Τότε ο Βησσαρίων, αφού εσκέφθη ολίγον, του είπε· «Σε δέχομαι, αλλά να λάβω πρότερον και την γνώμην της Συνοδείας μου, δια να μη σκανδαλισθούν, επειδή είσαι αγένειος· θέλω όμως να μου φέρης έγγραφον άδειαν από τον Γέροντά σου, δια να μη σκανδαλισθή και εκείνος». Ταύτα αφού έγιναν, ήλθεν ο Ιερεύς Βησσαρίων προς τον Πνευματικόν Ανανίαν και συνομιλήσαντες δια την διόρθωσιν του νέου, έκριναν εύλογον να τον δοκιμάσουν με πολλούς κόπους και μεγάλας νηστείας. Διώρισαν λοιπόν εις τον Λουκάν οκτακοσίας γονυκλισίας καθ’ εκάστην ημέραν, πολλάς προσευχάς, η δε τροφή του να είναι άρτος και ύδωρ μόνον, άπαξ του ημερονυκτίου. Ο Λουκάς με άρρητον χαράν εδέχθη τον ορισθέντα κανόνα και ούτως αγωνιζόμενος ητοιμάζετο καλώς δια το υπέρ Χριστού πάθος, μελετών αδιακόπως τον υπέρ Εκείνου θάνατον. Και ταύτα μεν ούτως εγένοντο· ο δε μισόκαλος τόσον εκινήθη πάλιν και εφρύαξε κατ’ αυτού, ώστε, εξ αιτίας του φθόνου του, ετάραξε την ειρήνην της αγίας εκείνης Συνοδείας και εάν ο Θεός δεν ήθελεν ευδοκήσει να συντομεύση τον δρόμον του προς το Μαρτύριον, δεν θα ευρίσκετο τρόπος να μείνη εκεί, έως ότου συμπληρωθούν αι πεντήκοντα ημέραι. Αλλ’ ωκονόμησεν ο θέλων πάντας σωθήναι και ήτο έτοιμος τότε δια να φύγη άνθρωπος τις, Νικόλαος ονόματι, όστις είχε ναυλωμένον μικρόν σκάφος, δια να φορτώση Αγιορειτικόν εμπόρευμα δια την Σμύρνην και επειδή ήτο φίλος πιστός του Ιερέως Βησσαρίωνος, άλλην δε φοράν δεν θα εύρισκον τοιούτον άνθρωπον ουδέ άλλο πλοιάριον δι’ εκείνα τα μέρη, δεν ανέμεναν να συμπληρωθούν αι πεντήκοντα ημέραι, αλλά μετά τριάκοντα δύο ημέρας της δοκιμασίας εκείνης απεφάσισαν να τον στείλουν με τον Νικόλαον. Προσκαλέσας λοιπόν αυτόν ο Βησσαρίων, εξεμυστηρεύθη την υπόθεσιν και αυτός ο καλός Χριστιανός ευρέθη πολύ πρόθυμος. Όθεν συνεφώνησαν να τον πάρη μαζί του και να τον αποβιβάση εις την Μυτιλήνην, αυτός δε να συνεχίση το ταξίδιόν του δια την Σμύρνην. Τούτο ήρεσε και εις τον Λουκάν, όστις επεθύμει πολύ να ταξιδεύση εις την Μυτιλήνην, επειδή εγνώριζε την φιλομάρτυρα γνώμην των Μυτιληναίων από το Μαρτύριον του Αγίου Νεομάρτυρος Θεοδώρου. Διότι και άνθρωπον προς παρηγορίαν του έφεραν εις την φυλακήν και κοινωνίαν των Αχράντων Μυστηρίων του έστειλαν και τον εβοήθησαν παντοιοτρόπως κατά το δυνατόν. Μετά ταύτα έκαμαν ευχέλαιον και εκοινώνησεν ο νέος των Αχράντων Μυστηρίων, ίνα βαδίση την ποθουμένην οδόν του Μαρτυρίου. Ταύτα, ως είπομεν, έχων υπ’ όψει ο μακάριος Λουκάς, εδέχθη μετά χαράς να ακολουθήση τον Νικόλαον. Παρεκάλεσεν όμως μετά δακρύων τον Γέροντα Βησσαρίωνα να τον ενδύση πρώτον το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα και δεύτερον, εάν είναι δυνατόν, να τον συνοδεύση προς παρηγορίαν του, μιμούμενος κατά τούτο τον θείον Θεόδωρον, όστις έλαβεν εκ Χίου συνοδίτην και βοηθόν. Μαθών ταύτα ο Πνευματικός Ανανίας, είπε προς τον Βησσαρίωνα· «Εάν είχον εγώ υγιείς τους πόδας μου, θα τον συνώδευον· αλλ’ επειδή έχω τούτο το εμπόδιον, πήγαινε η πανοσιότης σου, βοήθησον τον αδελφόν και θέλεις γίνει Μάρτυς κατά προαίρεσιν». Ούτως ο μεν Πνευματικός έκειρε τον Λουκάν Μεγαλόσχημον, ο δε Βησσαρίων ανέλαβεν αυτόν μετά την κουράν υποσχεθείς να γίνη συνοδίτης του. Έπειτα ελθών εις τον Πνευματικόν του Πατέρα και στηριχθείς καλώς υπ’ αυτού, έλαβε την ευχήν του. Τότε μετέβησαν μετά του Λουκά ίνα αποχαιρετήσουν τον Πνευματικόν Πατέρα Ανανίαν, εκείνος δε λαβών τον νέον από τας τρίχας της κεφαλής, είπε προς τον Βησσαρίωνα τον φοβερόν τούτον λόγον· «Ιδού, τον παραδίδω εις τας χείρας σου δια να τον περιποιήσαι μέχρι του θανάτου του». Ευχηθείς δε αυτούς, απέλυσεν εν ειρήνη. Εκείνοι δε, παρόντος και του Αγίου Δεσπότου πρώην Λακεδαιμονίας, έλαβον την ευλογίαν του. Ούτως αφού ητοιμάσθησαν, ανεχώρησαν από την Αγίαν Άνναν και ήλθον εις την Μονήν του Ξηροποτάμου, κατά την εορτήν των Αγίων Τεσσαράκοντα. Εκεί ευρόντες τον προαναφερθέντα Νικόλαον επεβιβάσθηκαν εις το ιστιοφόρον τη δεκάτη του Μαρτίου και τη δεκάτη Τρίτη του αυτού μηνός έφθασαν εις την Τένεδον. Ο δε ευλογημένος Λουκάς, εκ της πολλής προθυμίας, την οποίαν είχε να τελειώση ταχέως τον αγώνα του Μαρτυρίου, ιδών τους Τούρκους, είπε εις τον Βησσαρίωνα· «Ιδού, Πάτερ, είναι και εδώ Τούρκοι· τι με εμποδίζει να μαρτυρήσω; Ας τελειώσω εδώ τον αγώνα μου». Ω γνώμης θεοφιλούς! Ω αγάπης διαπύρου προς τον Χριστόν! «Ιδού, λέγει, Τούρκοι, τι με εμποδίζει να λάβω τον ποθούμενον θάνατον»; Άλλος ευνούχος Κανδάκης ο Λουκάς. «Ιδού ύδωρ, είπεν εκείνος· τι κωλύει με βαπτισθήναι»; (Πραξ. η: 36 ). Όσην προθυμίαν είχεν εκείνος να βαπτισθή εις το ύδωρ, πράγμα το οποίον και ελαφρόν είναι και εύκολον, τόσην είχε και ο Λουκάς να βαπτισθή με το αίμα του, πράξις η οποία και βαρυτέρα εξ όλων είναι και δυσκολωτάτη. Και τούτο μεν εζήτει ο Λουκάς, δεν εφάνη όμως εύλογον εις τον Βησσαρίωνα να μαρτυρήση εκεί, αφ’ ενός μεν διότι ήτο τότε εκεί πλήθος αγρίων πολεμιστών, εξ άλλου, δε, δια να μη απομακρυνθή από την απόφασιν των Πατέρων. Αναχωρήσαντες λοιπόν εκείθεν μετά δύο ημέρας, ήλθον εις τα Μοσχονήσια εις κάποιον ευλογημένον Χριστιανόν Χατζή Ανδρέαν ονόματι, όστις τους εδέχθη ως ανθρώπους Θεού και τους έκαμε μεγάλην περιποίησιν. Αναχωρήσαντες είτα εκείθεν ήλθον εις την Μυτιλήνην μετά του Νικολάου και απεβιβάσθησαν εις χωρίον Πάμφυλα καλούμενον, μίαν ώραν μακράν ευρισκόμενον από την πόλιν. Ευθύς δε ως εξήλθον του πλοιαρίου, ο Λουκάς έβαλε μετάνοιαν εις τους ναύτας και είπεν εις τούτους τρεις φοράς· «Συγχωρήσατέ μοι, αδελφοί, και ο Θεός να σας συγχωρήση». Έπειτα έπεσεν εις την γην μετά πολλής ταπεινώσεως και ησπάζετο δακρύων τους πόδας του Γέροντός του Ιερομονάχου Βησσαρίωνος, κρατών δε αυτούς ώραν ικανήν τους κατεφίλει βρέχων αυτούς με τα δάκρυά του και λέγων· «Πόδες άγιοι, οίτινες δι’ εμέ τον αμαρτωλόν εκοπιάσατε, ο Θεός να σας πληρώση τους κόπους σας». Και αποτεινόμενος προς τον ευλογημένον εκείνον συνοδίτην του, λέγει προς αυτόν· «Πάτερ τίμιε, συ ο οποίος δια την εμήν αγάπην άφησας την ησυχίαν και την συνοδείαν σου, ο Χριστός να σου αποδώση επαξίως τους μισθούς εις την Βασιλείαν Του». Έπειτα δε από ολίγον λέγει πάλιν· «Άγιε Γέροντα, ενόμιζον ότι μόλις θα έφθανον εδώ, θα εδειλίαζον, αλλ’ ευλογητός ο Θεός, συμβαίνει όλως το αντίθετον. Διότι, αφ’ ότου επάτησα εις την γην της Μυτιλήνης, εγέμισεν η ψυχή μου από τόσην χαράν και αγαλλίασιν, ώστε με βιάζει και διψώ επιθυμών πότε να φθάσω εις το ποθούμενον στάδιον του Μαρτυρίου». Ο δε Ιερεύς Βησσαρίων τον ενουθέτησε καλώς να μη φοβήται, αλλά να έχη όλην την ελπίδα του εις τον Θεόν και να μη ελπίζη μόνον εις την ιδικήν του δύναμιν, όταν δε συν Θεώ τελειώση τον καλόν αγώνα του Μαρτυρίου, να πρεσβεύη και υπέρ της εκείνου σωτηρίας. Μετά ταύτα ήρχισαν να περιπατούν δια να μεταβούν εις τι χωρίον, το οποίον ήτο μακράν από τον αιγιαλόν, έως εν τέταρτον της ώρας. Βαδίζοντες δε εις την οδόν των συνήντησαν γεωργόν τινά και τον ηρώτησαν εάν είναι Τούρκοι εις το χωρίον εκείνο. Μαθόντες δε παρ’ αυτού, ότι δεν ευρίσκονται εκεί Τούρκοι, ήλθον χαίροντες και αμέσως μετέβησαν εις την Εκκλησίαν. Εκεί ήλθε και ο παρεφημέριος Γρηγόριος, προς τον οποίον, ερωτήσαντα πόθεν ήλθον και τι ζητούν, απήντησαν, ότι έρχονται από το Όρος. Εν τω μεταξύ έφθασε και ο εφημέριος Παρθένιος από την χώραν, όστις τους εχαιρέτησε μετά πολλής χαράς, μαθών δε ότι είναι από το Άγιον Όρος, τους ηρώτα περί αυτού, επειδή είχε μείνει εκεί άλλοτε και ενεθυμείτο όλα με μεγάλην αγάπην. Τότε ο Λουκάς, στρέψας και ιδών την εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, είπεν εις τον συνοδίτην του· «Βλέπεις την Αγίαν Βαρβάραν πως την εδυνάμωσεν ο Κύριος και εμαρτύρησε δια την αγάπην Του, υπομείνασα τόσα πικρά βάσανα, αν και ήτο γυναίκα»; Τούτο ακούσας ο εφημέριος, θεόθεν κινηθείς, απήντησεν· «Όχι μόνον τότε εδυνάμωνεν ο Θεός παραδόξως τους Μάρτυρας, αλλά και τώρα εις τας ημέρας μας. Ολίγοι χρόνοι έχουν παρέλθει αφ’ ότου εμαρτύρησεν εδώ ο Άγιος Θεόδωρος». Αρξάμενος δε, τους διηγήθη με πόθον πολύν και κατάνυξιν όλα τα μαρτύρια του Θεοδώρου, τόσον ώστε και οι τρεις κατενύγησαν, δοξάσαντες τον Θεόν με χαρμόσυνα δάκρυα. Μετά ταύτα ανεχώρησεν ο εφημέριος, εκείνοι δε έμειναν εκεί δια να αναγνώσουν τον Εσπερινόν. Τότε λέγει ο Λουκάς· «Βλέπεις, άγιέ μου Γέροντα, πως είναι θέλημα του Κυρίου να μαρτυρήσω; Εύρομεν Εκκλησίαν της Αγίας Βαρβάρας, ήτις είναι Μάρτυς· μας διηγήθη ο εφημέριος, χωρίς να μας γνωρίζη, το Μαρτύριον του Αγίου Θεοδώρου, από το οποίον τόσον ήναψεν η καρδία μου, ώστε δεν δύναμαι να υπομένω πλέον. Αυτά τα δύο λοιπόν είναι καλά σημεία δια τον σκοπόν μας· μόνον να κοινωνήσωμεν και να φύγωμεν χωρίς αργοπορίαν». Την επομένην ημέραν, δηλαδή την Πέμπτην, εζήτησαν και έψαλαν οι εφημέριοι ευχέλαιον και παράκλησιν, την δε νύκτα εκείνην διήλθον άϋπνοι με τα κομβοσχοίνια των εις το κελλίον του Ιερέως Παρθενίου, ίνα ετοιμασθούν δια την Αγίαν Κοινωνίαν. Έπειτα εξομολογηθείς ο Λουκάς μετά κατανύξεως και πολλών δακρύων λεπτομερώς, όσα ημάρτυσεν ως άνθρωπος, εζήτησε και τον εσταύρωσεν ο Πνευματικός με την Αγίαν λόγχην, οι δε οφθαλμοί του εφαίνοντο ως αέναος πηγή δακρύων και ούτω δακρυρροών είπε· «Γέροντά μου, δεν με λυπείσαι»; Ηρώτησε τότε εκείνος· «Τι θέλεις; Τι ζητείς παρ’ εμού»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Πολλούς λογισμούς μου έφερεν ο εχθρός, οι οποίοι ως φοβερά κύματα ταράττουσι την διάνοιάν μου· ο εις λογισμός μου λέγει· Δεν λυπείσαι την νεότητά σου, να χασης την ζωήν σου δια ματαίας ελπίδας»; Ο άλλος επιμένει, ότι όλα αυτά τα οποία σου λέγουν είναι ψεύματα και ούτε Μάρτυρες υπάρχουν, ούτε ανάστασις, ούτε κρίσις και ανταπόδοσις». Αφού δε είπε ταύτα, έπεσεν εις τους πόδας του παρακαλών να του αναγνώση ό,τι τον φωτίση ο Θεός, προς απομάκρυνσιν των βλασφήμων εκείνων λογισμών. Του ανεγνωσε τότε ο Ιερεύς τους εξορκισμούς του Μεγάλου Βασιλείου, του θείου Χρυσοστόμου και άλλας ευχάς. Έφθασε δε ο καιρός της Προηγιασμένης και η ώρα καθ’ ην έμελλον να κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων. Ενώ δε ο Λουκάς έβαλε μετάνοιαν εις τους Χριστιανούς, δια να λάβη συγχώρησιν, κατά την συνήθειαν, είδον όλοι παράδοξον πράγμα, το οποίον δεν είδον ποτέ εις άνθρωπον· το έδαφος της γης εβράχη από τα δάκρυά του. Μετά την μετάληψιν των Θείων Μυστηρίων και την Απόλυσιν ερωτά ο Βησσαρίων· «Πως έχεις, τέκνον, από τους λογισμούς»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Καλώς έχω, δοξασμένος ο Θεός. Ευθύς μετά την θείαν Κοινωνίαν διεσκορπίσθησαν και ηφανίσθησαν όλοι οι κακοί λογισμοί και τώρα είναι ήσυχος ο νους μου· μόνον ας πηγαίνωμεν εις την υπηρεσίαν μας το ταχύτερον». Μετά ταύτα ήλθον και οι δύο εις το κελλίον του εφημερίου, εκεί δε εζήτησεν ο Λουκάς να γευθούν ολίγον άρτον και να αναχωρήσουν εις τον δρόμον των· εζήτησε δε να πίουν και ολίγον οίνον, διότι ήτο πολύ εξηντλημένος από την νηστείαν και από τους κόπους, αλλά και κατάξηρος, από την αέναον ροήν των δακρύων. Πλην, ο κυρίως σκοπός του δεν ήτο να πίη οίνον δια να ενδυναμωθή με αυτόν, αλλά διότι εμελέτα κατά νουν το Σωτήριον Πάθος του Χριστού, το οποίον μετέβαινεν εθελουσίωςνα λάβη. Δια τούτο ηθέλησε να κάμη ο μακάριος το ίδιον εκείνο, το οποίον έκαμεν εις τους μαθητάς Του ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, κρατών εις τας χείρας του το ποτήριον. Διότι, όταν ο Παρθένιος έφερε τον οίνον εις την τράπεζαν, έλαβεν ο Λουκάς το ποτήριον εις την δεξιάν του και ηρώτησε τους άλλους δύο· «Πως είπεν ο Χριστός εις τους Μαθητάς Του κατά τον Δείπνον τον Μυστικόν»; Εκείνοι τότε του το ενεθύμισαν, λέγοντες· «Ου μη πίω απ’ άρτι εκ τούτου του γεννήματος της αμπέλου, έως της ημέρας εκείνης, όταν αυτό πίνω μεθ’ υμών καινόν εν τη Βασιλεία του Πατρός μου». (Ματθ. κστ: 29 ). Ας γνωρίση ο καθείς από τούτο, με ποίαν όρεξιν ή, μάλλον ειπείν, με ποίους θεϊκούς λογισμούς έφαγε τον άρτον και έπιε τον οίνον ο μακάριος Λουκάς. Ευθύς δε μετάτο γεύμα, ιδού έρχεται ο περεφημέριος Γρηγόριος και λέγει· «Εμάθετε τι έγινεν εις την πόλιν»; Απεκρίθησαν εκείνοι· «Όχι, ειπέ μας τι έγινεν»; Λέγει εκείνος· «Έφυγε το Κουτσουμπέλι με την μητέρα του και τας τρεις αδελφάς του, όλοι ομού οκτώ ψυχαί και δεν γνωρίζει κανείς που υπάγουν». Ο δε Λουκάς ερωτήσας και μαθών, ότι αυτοί οι φυγάδες ήσαν Τούρκοι και έφυγον δια να γίνουν Χριστιανοί, εχάρη υπερβολικά και εδόξασε τον Θεόν, η δε υπερβολή της χαράς τον εβίαζε να μεταβή το συντομώτερον εις τον υπέρ Χριστού θάνατον. Όθεν ηγέρθη παρευθύς και εξεδύθη τα Μοναχικά ενδύματα, δια να ενδυθή τα κοσμικά, με τα οποία έμελλε να παρουσιασθή. Πρώτον λοιπόν έβαλε κατάσαρκα το εσώρασον το Μοναχικόν, έπειτα του εφόρεσεν ο Παρθένιος αγιοταφίτικον σάβανον και με το έλαιον του Αγίου Τάφου εσχημάτισε Σταυρόν εις την κεφαλήν του, πρώτον εις το μέτωπον και μετά εις τας τρίχας της κεφαλής του. Κατόπιν έδεσε τεμάχιον υφάσματος αιματωμένου από το υποκάμισον του Αγίου Νεομάρτυρος Θεοδώρου και έπειτα του εφόρεσε τα άλλα ενδύματα. Ελθόντες δε μετά ταύτα οι τρεις ομού εις τον Ναόν της Αθληφόρου Αγίας Βαρβάρας, έψαλαν μετά κατανύξεως και δακρύων πολλών παράκλησιν προς αυτήν, αιτούντες υπέρ του Νέου Μάρτυρος Λουκά την θείαν αυτής αντίληψιν και βοήθειαν. Ακολούθως ησπάσαντο αλλήλους, ο δε ευλογημένος Λουκάς δεν ηυχαριστήθη μόνον εις τον ασπασμόν του προσώπου, αλλά πεσών εις την γην ησπάζετο μετά δακρύων τους πόδας των Ιερέων και μάλιστα του Γέροντός του Βησσαρίωνος, λέγων προς αυτόν· «Ευχαριστώ σοι, τίμιε Γέρον, δια την αγάπην την οποίαν έδειξες εις ημάς και δι’ όλα εκείνα τα οποία με επαρηγόρησες και με εστήριξες εις τον προκείμενον αγώνα». Και ο μεν Αθλητής του Χριστού Λουκάς ταπεινούμενος έλεγε ταύτα προς τους Ιερείς· εκείνοι δε τίνας λόγους έλεγον προς αυτόν; Ω τις να ήκουε τους λόγους των ή να έβλεπεν εκείνας τας πηγάς των δακρύων των και να μη συμπονέση, ή να δείξη και αυτός τους οφθαλμούς του ως δύο δακρυρρόους πηγάς! «Παύσαι, τέκνον, του έλεγον, παύσαι, αδελφέ, τι λέγεις; Ημείς οι αμαρτωλοί έχομεν χρέος να σε αγαπώμεν, διότι υπερηγάπησας τον Χριστόν και θυσιάζεις υπέρ Αυτού όλον τον εαυτόν σου. Μη ζητείς λοιπόν παρ’ ημών συγχώρησιν, συ μάλλον συγχώρησον ημάς τους αμαρτωλούς». Ο δε μακάριος Λουκάς με μεγάλην συντριβήν και ταπείνωσιν έλεγεν· «Όχι, αδελφοί, εγώ είμαι αμαρτωλός και ζητώ συγχώρησιν». Συγχρόνως έφθασε και ο άλλος εφημέριος και εξεκίνησαν και οι τέσσαρες προς την οδόν της πόλεως, οι δε εφημέριοι τους συνώδευσαν μέχρι της Εκκλησίας της Παναγίας, εις θέσιν καλουμένην Λευκολαίμη και εκεί απεχωρίσθησαν. Όταν έμειναν μόνοι, ο Ιερομόναχος Βησσαρίων μετά του Μάρτυρος Λουκά εισήλθον εις την Εκκλησίαν και αφού έψαλαν παράκλησιν, πάλιν εξεκίνησαν προς την πόλιν. Και ο μεν Μάρτυς προεπορεύετο περί το έν μίλιον έμπροσθεν, ο δε Βησσαρίων ηκολούθει όπισθεν. Αφ’ ου δε επροχώρησαν ολίγον διάστημα δρόμου, επόνεσεν η καρδία του Μάρτυρος δια τον ακολουθούντα Γέροντα, διότι και προ ολίγου μετά πόνου πολλού, συντριβής και δακρύων απεχωρίσθησαν οι ευλογημένοι· όθεν εκάθησε και τον επερίμενεν. Όταν όμως επλησίασεν ο Βησσαρίων συνέπεσε να πλησιάση μετ’ αυτού και Τούρκος τις να βαδίζουν μαζί. Δια τούτο, μολονότι ο Βησσαρίων εστοχάσθη ότι κάποιαν ανάγκην έχει ο Μάρτυς και δια τούτο εκάθησεν, εν τούτοις δεν ωμίλησε προς αυτόν ουδόλως, δια να αποφύγη την περιέργειαν του Αγαρηνού. Όθεν συνέχισε τον δρόμοντου και τον επροσπέρασεν. Ο Λουκάς όμως, βλέπων αυτόν απομακρυνόμενον, του εφώναξε· «Γέροντα, στάσου». Εκ τούτου ηννόησεν ο Αγαρηνός, ότι ήσαν συνοδοιπόροι. Όταν δε ο Μάρτυς τον έφθασε, λέγει προς αυτόν· «Ας εισέλθωμεν εις τούτον τον φραγμένον τόπον, ίνα ανταλλάξωμεν τον τελευταίον εν Χριστώ ασπασμόν και ούτω να χωρισθώμεν». Τούτου γενομένου, εστήριξε πάλιν ο Γέρων τον υποτακτικόν με όσα ήτο ανάγκη και ούτως απεχωρίσθησαν. Όταν ο Μάρτυς επροχώρησεν ολίγον διάστημα, έστρεψε πάλιν και του είπε· «Να γράψης, Γέροντα, εις την μητέρα μου να την παρηγορήσης, δια να μη λυπήται πλέον δι’ εμέ και να προσκυνήσης εκ μέρους μου τον Πνευματικόν μου πατέρα, τον Δεσπότην και όλους τους αδελφούς». Ταύτα ειπών ο Μάρτυς εξεκίνησε και εβάδιζε τον δρόμον του, ο δε Βησσαρίων έμεινεν οπίσω εις μιάς ώρας απόστασιν, έως ότου παρουσιασθή ο Μάρτυς εις το κριτήριον· ελθών δε έπειτα εις την χώραν, ηρώτα να μάθη που είναι το Διονυσιάτικον Μετόχι. Την ώραν εκείνην ιδού και έρχεται δρομαίος ο Μάρτυς, και δια να μη δώση υποψίαν εις τους παρευρεθέντας, είπε προς τον Γέροντα με σοβαρότητα· «Αββά, πόθεν έρχεσαι»; Ο δε Αββάς απεκρίθη· «Από το Άγιον Όρος». Λέγει πάλιν ο Μάρτυς· «Έχεις πολλάς ημέρας όπου ήλθες»; Απεκρίθη πάλιν εκείνος· «Τρεις». Τότε με τρόπον του είπεν ο Μάρτυς· «Θέλω, Γέροντα, να σου ομιλήσω». Ελθόντες τότε εις παράμερον τόπον λέγει ο Μάρτυς προς τον Βησσαρίωνα με συντριβήν καρδίας· «Γέροντα, το πυρ του Χριστού δεν ήναψε· τι είναι τούτο; Ποία άραγε να είναι η αιτία»; Αμέσως ο Γέρων τον ερωτά· «Πως έκαμες; Με ποίον τρόπον μετεχειρίσθης την αρχήν»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Επήγα εις τον Ναζήρ αγάν και είπον προς αυτόν· «Εγώ ηγόρασα μίαν σφραγίδα, την οποίαν μου επώλησαν ως από χρυσόν κατεσκευασμένην· όταν όμως την εδοκίμασα, εγνώρισα ότι ήτο εκ χαλκού. Παρακαλώ λοιπόν, δος μοι έγγραφον διαταγήν, να υπάγω να κριθώ με τον άνθρωπονο οποίοςμε εγέλασε». Τότε εκείνος μου είπε· «Φέρε τον άνθρωπον εδώ να κριθήτε». Του λέγω εγώ· «Δεν έρχεται». Εκείνος τότε μου λέγει· «Πάρε ένα κλητήρα να τον φέρη». Εγώ του είπον· «Δεν θέλω να κριθώ εδώ, αλλά εις τον δικαστήν». Αυτός τότε οργισθείς επήρε το τσιμπούκι του να με κτυπήση, εγώ δε ανεχώρησα εκείθεν χωρίς να είπω άλλον λόγον εις αυτόν». Ταύτα αφού ήκουσεν ο Βησσαρίων, είπεν εις τον Μάρτυρα· «Α! Δεν μετεχειρίσθης το πράγμα καλώς· ο Ναζήρ αγάς δεν δίδει διαταγήν, αλλ’ ο ιεροδικαστής του». Ταύτα ακούσας ο Λουκάς πολύ ελυπήθη και λέγει· «Και τώρα τι με συμβουλεύεις, Πάτερ, να κάμω»; Απεκρίθη εκείνος· «Ό,τι σε φωτίση ο Κύριος κάμε». Λέγει πάλιν ο Μάρτυς· «Ειπέ μοι ένα λόγον και η αγιωσύνη σου. Μήπως θα είναι καλόν να δοκιμασθώ ολίγον καιρόν ακόμη, μήπως δεν δυνηθώ να ανθέξω έως τέλους»; Ο λόγος ούτος εισήλθεν ως μάχαιρα δίστομος εις την καρδίαν του Γέροντος, διότι εθεώρησε τούτο ως σημείον δειλίας. Στενοχωρηθείς δε πολύ, δεν εγνώριζε τι να αποφασίση· θεόθεν όμως φωτισθείς, του λέγει· «Ο Χριστός όστις ίσταται επί της κεφαλής σου την ώραν ταύτην, ό,τι σε φωτίση και ό,τι σου είπη νοερώς, εκείνο κάμε». Ο λόγος ούτος εφάνη παράδοξος εις τον Μάρτυρα, αλλά και πολύ αποφασιστικός. Όθεν ηρώτησε τον Γέροντα· «Βλέπεις τον Χριστόν να ίσταται επάνω από την κεφαλήν μου»; Απεκρίθη ο Βησσαρίων· «Ναι, τον βλέπω να ίσταται άνωθέν σου και συν Αυτώ όλα τα τάγματα των Αγίων Αγγέλων, ο χορός των Αποστόλων και τα πολυάριθμα πλήθη των Αγίων Μαρτύρων· όλοι δε αυτοί αναμένουν να κάμης συ την αρχήν και εκείνοι να δώσουν το τέλος». Ενθουσιασθείς τότε ο Μάρτυς λέγει προς τον Βησσαρίωνα· «Και λοιπόν, όταν ο Χριστός είναι μαζί μου και έρχεται εις βοήθειάν μου, τότε είμαι έτοιμος. Τι λοιπόν χάνω τον καιρόν; Ευλόγησόν με και σταύρωσόν με». Ταύτα δε ειπών και ασπασθείς την δεξιάν του Γέροντος εχάθη ως αστραπή από τους οφθαλμούς του, ευθύς δε ευρέθη επάνω εις το δικαστήριον. Κατά την ώραν εκείνην ευρέθησαν εκεί και οι κλητήρες του Ναζήρ αγά. Αποταθείς δε ο Μάρτυς προς ένα εξ αυτών, είπεν· «Αδελφέ, στοχάζομαι ότι είσαι Χριστιανός». Απεκρίθη εκείνος· «Ναι, Χριστιανός είμαι». Οι άλλοι όμως κλητήρες είπον· «Ψεύματα, δεν είναι Χριστιανός». Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Εγώ τον γνωρίζω από τον χαρακτήρα του προσώπου του». Είπε δεταύτα, διότι ο εφημέριος του χωρίου Παρθένιος, του είχε περιγράψει τα γνωρίσματά του και το όνομά του. Λέγει δε προς αυτόν· «Δος μοι, αδελφέ μου, ολίγον ύδωρ». Λαβών δε αυτό εκάθισε και έπιεν. Ευχαριστήσας είτα τον Θεόν είπεν εις τον κλητήρα· «Ο Θεός να σου το πληρώση εν τη Βασιλεία των ουρανών». Ευθύς τότε παρουσιασθείς εις τον κριτήν, λέγει προς αυτόν μεγάλη τη φωνή· «Είναι δίκαιον να με γελάσουν ως να ήμην μικρόν παιδίον»; Ο κριτής τότε ηρώτησε· «Τις σε εγέλασεν»; Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Με εγέλασε κάποιος δίδων μοι μίαν σφραγίδα». Είπε δε τούτο εννοών της σαρκός την περιτομήν. Ο δε κριτής, μη γνωρίζων το συμβάν, εζήτει να ίδη την σφραγίδα. Τότε ο Μάρτυς χωρίς να χάση καιρόν, νομίζων δε δόξαν του την υπέρ Χριστού αισχύνην, έκαμεν ευθύς κίνησιν να ανοίξη το ένδυμά του, δια να δείξη δήθεν εις αυτούς την σφραγίδα. Αλλ’ όταν εκείνοι αντελήφθησαν την κίνησίν του ταύτην, κατησχύνθησαν και εφώναξαν· «Τι ζητείς να κάμης; Στάσου, στάσου»! Ο δε Μάρτυς λέγει· «Εγώ, ότε ήμην μικρόν παιδίον έως δεκατριών ετών εξηπατήθην από σας και ήλθον εις την θρησκείαν σας, μη διακρίνων ακόμη την αλήθειαν από το ψεύδος και έμεινα εις την πλάνην και την απάτην της θρησκείας σας ολίγον καιρόν, επειδή, όπως σας είπον, ήμην παιδίον ανήλικον. Αφ’ ου δε ήλθον εις ηλικίαν, εγνώρισα, ότι η θρησκεία σας δεν είναι αληθινή, αλλά απατηλή· αυτός δε, τον οποίον λέγετε προφήτην, δεν είναι προφήτης, αλλά απατεών και μυθολόγος, όστις σας ηπάτησεν όλους και τον επιστεύσατε. Πληροφορηθείς λοιπόν καλώς, ότι η θρησκεία σας είναι σκότος, την αρνούμαι έμπροσθέν σας και ομολογώ την προτέραν μου Πίστιν, την Χριστιανικήν, η οποία είναι φως αληθινόν. Και πιστεύω και προσκυνώ ως αληθινόν Θεόν τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, όστις μέλλει να κρίνη όλον τον κόσμον, ζώντας και νεκρούς, και να αποδώση εκάστω κατά τα έργα αυτού. Τούτον, αν δεν πιστεύσετε και σεις, όπως εγώ τον πιστεύω, μέλλετε να κολασθήτε». Ταύτα εκείνοι ανελπίστως ακούσαντες εσίγησαν και κανείς δεν απεκρίθη. Ο δε κριτής τον ηρώτησε· «Πόθεν είσαι»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Απ’ εδώ, εντόπιος». Ηρώτησε πάλιν ο κριτής· «Και που ήσουν έως τώρα»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Εις την Ρωσίαν». Λέγει ο δικαστής· «Πως δεν έμεινες εκεί»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Ούτω μας προστάζουν τα βιβλία μας· εκεί όπου αρνηθή κανείς την Πίστιν του, εκεί πάλιν να την ομολογήση». Ερωτά πάλιν ο δικαστής· «Ποίος σε έφερεν εδώ»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Ένα Ρωσικόν πλοίον». Ηρώτησεν ο δικαστής· «Και που εστάθμευσες»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Πουθενά δεν εστάθην, αλλά κατ’ ευθείαν ήλθον εδώ». Στρέφει τότε ο δικαστής προς τους άλλους, και λέγει· «Είναι τρελλός, ίδετε αν γνωρίζη τα υποδήματά του». Τρέχει τότε έξω ο Μάρτυς και αρπάσας τα υποδήματά του τα φέρει έμπροσθέν του λέγων· «Δεν είμαι τρελλός, όπως με λέγεις· ιδού τα υποδήματά μου, τα οποία ηγόρασα από την Κωνσταντινούπολιν». Ο δε κριτής, ιδών την πράξιν του Αγίου, είπε· «Σε λυπούμαι, παιδί μου, και αν δεν με υπακούσης, έχεις να δοκιμάσης πολλά μαρτύρια, τα οποία δεν ήκουσες έως τώρα. Συλλογίσου λοιπόν καλά». Λέγει ο Μάρτυς· «Εγώ πρώτον εσυλλογίσθην όλας αυτάς τας τιμωρίας, τας οποίας ημπορείτε να μου κάμετε, και έπειτα ήλθα· λοιπόν ό,τι έχετε να μου κάμετε, κάμετέ το μίαν ώραν πρωτύτερα και χωρίς αργοπορίαν, επειδή εγώ δεν αρνούμαι την καθαράν και αμώμητον Πίστιν μου, διότι είμαι Χριστιανός και Χριστιανός θέλω να αποθάνω· τον Χριστόν μου προσκυνώ, τον Χριστόν μου ποθώ· εδώ όπου ασυλλόγιστα τον ηρνήθην, εδώ πάλιν τον ομολογώ τώρα και τον κηρύττω με ελευθέραν και καθαράν την σκέψιν μου». Οι Αγαρηνοί τότε του υπεσχέθησαν πολλά και πλούσια δώρα, δια να τον απατήσουν, έπειτα δε τον ηπείλησαν με φοβεράς τιμωρίας, δια να τον τρομάξουν· αλλ’ ο Μάρτυς έμεινεν εις όλα ως αδάμας στερρότατος και η γνώμη του καθόλου δεν μετεβάλλετο. Η δε διαλογική συζήτησις μεταξύ των τυράννων και του Μάρτυρος δεν είναι πλάσμα των ιδικών μας στοχασμών, αλλά είναι αληθής και πραγματική, επειδή ο Χριστιανός εκείνος κλητήρ του Ναζήρ αγά, τον οποίον ανωτέρω ανεφέραμεν ότι ανέπαυσε τον Άγιον και του έδωσε και έπιεν ύδωρ, Ιωάννης ονόματι, ήτο εκεί παρών και μετά μεγάλης προσοχής ήκουσε τα λεχθέντα. Ο δε κριτής και οι μετ’ αυτού, ιδόντες το αμετάθετον της γνώμης του Μάρτυρος, επρόσταξαν να τον δέσουν και να τον οδηγήσουν εις την οικίαν του Ναζήρη. Αλλ’ ο Μάρτυς δεν εδέχθη τούτο, ειπών· «Διατί να με δέσετε; Εγώ ήλθον αυτόκλητος, χωρίς να με ζητήσετε, και τώρα φοβείσθε μήπως φύγω; Εγώ, με την θέλησίν μου μεταβαίνω όπου θέλετα». Μετά τους λόγους τούτους δεν τον έδεσαν, αλλά τον εκράτει εις μόνον εκ των συνοδών του, οι δε άλλοι ηκολούθουν. Ενώ δε ο Άγιος εβάδιζεν εις την οδόν, εζήτει και έδιδε συγχώρησιν εις τους Χριστιανούς, τους οποίους συνήντα. Ο δε Γέρων και συνοδίτης του, Ιερομόναχος Βησσαρίων, έχων πόθον να τον ίδη, παρέμεινε πλησίον της οικίας του Ναζήρη. Όταν δε είδεν αυτόν ο Μάρτυς εστέναξε μέγαν και βαρύν στεναγμόν, αλλά δεν ήτο δυνατόν να του ομιλήση. Εκείνος δε, ιδών το πρόσωπον του Μάρτυρος, υπερεθαύμασε, διότι έλαμπε θαυμασίως και υπερφυώς. Έδειξε δε τούτο ο Θεός εις τον Βησσαρίωνα, ίσως δια να ειρηνεύση τους τεταραγμένους λογισμούς του ως προς το άδηλον τέλος του Μάρτυρος. Όταν δε έφθασαν εις την οικίαν του Ναζήρη και ήρχισαν ανερχόμενοι την κλίμακα αυτής, κατήρχετο εξ αυτής ο Μητροπολίτης της Μυτιλήνης, συνοδευόμενος υπό τινων Ιερέων και δημογερόντων, τους οποίους είχε καλέσει ο Ναζήρης προς εξέτασιν δια την φυγήν της τουρκικής οικογενείας. Ο Μάρτυς τότε, κύψας ταπεινώς την κεφαλήν, είπε προς τον Αρχιερέα· «Ποίησον, Δέσποτα Άγιε, υπέρ εμού του αμαρτωλού δέησιν προς Κύριον». Τούτο ιδόντες και ακούσαντες οι επάρατοι συνοδοί του Αγίου ώρμησαν όλοι κατ’ επάνω του, ως άγρια θηρία και εκτύπων αυτόν εις την κεφαλήν, εις το πρόσωπον ή όπου ο καθείς ηδύνατο. Ωθούντες δε και σύροντες αυτόν, τον έφεραν εις τον προθάλαμον όπου τον επρόσταξαν να μένη γονατιστός. Έμενε λοιπόν εκεί ο Μάρτυς χαίρων και αγαλλόμενος, έως να τον ζητήση ο αγάς. Ο δε Μητροπολίτης και οι δημογέροντες ησθάνοντο πολλήν λύπην και φόβον και έλεγον συνομιλούντες μεταξύ των· «Η μία φωτιά ήναψεν επάνωεις την άλλην και ο Θεός να κάμη το έλεός του εις ημάς». Αλλά παρ’ όλους αυτούς τους φόβους, ο ευλογημένος Αρχιερεύς δεν έλειψεν από το χρέος του, αλλ’ έστειλε παρευθύς ευχετικά και προτρεπτικά γράμματα εις τας Εκκλησίας, να ψάλλουν παρακλήσεις εις την Θεοτόκον, λέγοντες τον στίχον· «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησον τον δούλον σου». Τα ίδια έκαμαν και εις τα χωρία και όλη σχεδόν η νήσος κατά τον ίδιον τρόπον εμερίμνα, διότι πανταχού έφθασεν η περί του Μάρτυρος είδησις. Όθεν όλοι οι άλλοι ούτω καθ’ υπερβολήν εφοβούντο, ο δε του Κυρίου στρατιώτης παρουσιάσθη τελείως απτόητος και με όλον το θάρρος εις τον Ναζήρην, όστις είχε μάθει όσα είπεν ο Μάρτυς εις τον κριτήν, ως και όσα εκείνος είπε προς τον Μάρτυρα. Δεν τον ηρώτησε λοιπόν τίποτε δι’ αυτά, αρχίσας ως εξής την ομιλίαν· «Συ, είπεν, ήλθες πρωτύτερα να ζητήσης γραπτήν βεβαίωσιν από εμέ· τώρα δε τι είναι αυτά τα οποία ήκουσα περί σού; Έλα εις τον νουν σου, παιδί μου, έλα εις την πίστιν μας, αν θέλης να σε τιμήσω και να σου προσφέρω ό,τι αγαπάς και ό,τι επιθυμείς και, εάν υπακούσης εις εμέ, θα σε έχω ωσάν υιόν μου. Γνώριζε όμως ότι, αν παρακούσης, έχω να σου κάμω πολλάς και σκληράς τιμωρίας». Προς τους λόγους τούτους του Ναζήρη ο Μάρτυς απεκρίθη χωρίς ουδεμίαν συστολήν ή φόβον, ειπών· «Γνώριζε και συ ότι, όσα κακά και αν μου κάμης, έστω και μυρίας βασάνους, δεν είναι δυνατόν να με χωρίσης από τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν». Ταύτα λέγοντος του Μάρτυρος ήλθε πρόσκλησις εις τον Ναζήρην να υπάγη εις το δικαστήριον, όπου επρόκειτο να αναγνωσθή βασιλική διαταγή, ήτις μόλις είχε ληφθή. Του έλεγον δε να φέρη μαζί του και τον Μάρτυρα, να εξετασθή εκεί εις το δικαστήριον, όπου ήτο πλήθος Αγαρηνών συνηθροισμένον από τρεις κωμοπόλεις της νήσου, ήτοι την Καλλονήν, την Μόλυβδον και την πόλιν της Μυτιλήνης. Τούτου γενομένου παρεστάθη πάλιν ο Μάρτυς εις τρίτην εξέτασιν εμπρός εις όλον εκείνο το πλήθος. Περισσότερον από δύο ώρας τον ανέκριναν εκεί, μεταχειριζόμενοι υποσχέσεις, κολακείας και απειλάς, χωρίς όμως βάσανα, αυτός δε, ο αξιοθαύμαστος, αφόβως και με υπερφυσικήν γενναιότητα και ανδρείαν απεκρίνετο εις όλους. Και τόσον σοφώς και θαυμασίως διελέγετο περί της ημετέρας Πίστεως και τόσον φανερώς και ασυστόλως ήλεγχε το ψεύδος της αντιθέου θρησκείας των Αγαρηνών, ώστε εκείνοι οι ίδιοι οι εχθροί εθαύμαζον διερωτώμενοι που και πότε έμαθεν εν παιδίον τόσην σοφίαν, επειδή ηγνόουν, οι άφρονες, την Κυριακήν υπόσχεσιν την λέγουσαν· «Το γαρ Άγιον Πνεύμα διδάξει υμάς εν αυτή τη ώρα, α δει ειπείν» (Λουκ. ιβ: 12), ως και το, «Εγώ γαρ δώσω υμίν στόμα και σοφίαν, η ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν» (Λουκ κα: 15 ).Εθαύμαζον μεν διότι δεν ηδύνατο να τον αποστομώσουν, εξεπλήσσοντο δε και ηγανάκτουν τόσον δια την παρρησίαν και την αφοβίαν του, όσον και δια τους πολλούς και πικρούς ελέγχους της ανοσίου θρησκείας των, καθώς και δια τας εξουθενώσεις εκείνου του απατεώνος ψευδοπροφήτου των. Τέλος πάντων κατησχυμμένοι οι Αγαρηνοί και μη έχοντες τι άλλο να κάμουν, είπον προς τον Άγιον· «Τρεις ημέρας σου δίδομεν προθεσμίαν και στοχάσου καλώς ή να έλθης εις την πίστιν μας, την οποίαν μόνος σου εζήτησες και εδέχθης ως καλήν, ή έχεις να πάθης πολλά και δεινά βασανιστήρια, εάν επιμείνης εις το πείσμα σου». Είτα παραλαβόντες αυτόν οι υπηρέται, τον έρριψαν εις την φυλακήν και ησφάλισαν τους πόδας του εις το ξύλον. Αφού ταύτα εγένοντο, λέγει ο κριτής προς τους παρισταμένους· «Αυτά τα πράγματα άλλος δεν τα κάμνει παρά ο Δεσπότης και οι δημογέροντες· αυτοί κάμνουν τους Τούρκους Ρωμαίους και μας προξενούν τόσην ατιμίαν». Τούτον τον λόγον ακούσας ο Τούρκος, δια τον οποίον προείπομεν ότι τους έφθασαν εις την οδόν, είπεν· «Εγώ γνωρίζω τον Μοναχόν, ο οποίος τον έφερεν εδώ και προ ολίγου τον είδον εις την θύραν του Ναζήρ αγά και αν αγαπάτε να σας τον φέρω εδώ». Τούτο βεβαίως ήτο οικονομία Θεού, δια να μη πέση η κατηγορία εις τους Μυτιληναίους και διωχθούν όλοι αγρίως, αλλά να φανερωθή ότι ξένος άνθρωπος τον έφερεν εκεί. Ο δε ευλογημένος εκείνος Βησσαρίων περιεφέρετο εκεί πλησίον, δια να μάθη τι έγινεν. Επίσης και ο Νικόλαος, ο οποίος τους έφερεν από το Άγιον Όρος. Δια να μανθάνη και εκείνος τα γεγονότα, έφερεν εμπόρευμα και το επώλει εκεί πλησίον εις την οικίαν του Ναζήρη. Ο Βησσαρίων τότε είχε πλησιάσει εκεί, προφασιζόμενος δε ότι βλέπει το εμπόρευμα του Νικολάου, ετόλμησε και ολίγον κατ’ ολίγον εισήλθεν εντός της θύρας του δικαστηρίου. Τον είδεν όμως ο επί κεφαλής των φυλάκων και αφού του έδωκε με πολύν θυμόν δύο ραπίσματα εις το πρόσωπον, απωθών αυτόν με αγριότητα, τον έβγαλεν έξω. Δεν τον έμελεν όμως και θα ήτο ευχαριστημένος να πάθη πολλά, αρκεί μόνον να μη απομακρυνθή από τον τόπον εκείνον, έως ότου μάθη και ίδη το τέλος. Διότι πολύ έτρεμεν η καρδία του, επειδή δεν εγνώριζε τι έμελλε να ακολουθήση. Αν δε ο Νικόλαος δεν ήθελεν ακούσει τα λεχθεντα περί αυτού εις το δικαστήριον και δεν είχεν εγκαίρως ειδοποιήσει αυτόν περί τούτου και αν δεν είχεν απομακρυνθή από εκεί και δια της βίας βεβαίως ήθελε πέσει εις τας χείρας των ζητούντων Αγαρηνών ο Βησσαρίων. Ο δε Αρχιερεύς έστειλε τον Ιωάννην, τον οποίον πολλάκις ανεφέραμεν, τον κλητήρα του Ναζήρη, εις την φυλακήν, όστις ηρώτησε τον Μάρτυρα μήπως ήθελε να μεταλάβη. Του έστειλε δε και χαρτίον και μελάνην, δια να γράψη το όνομά του και την πατρίδα του. Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Προσκυνώ τον άγιον Δεσπότην και τον παρακαλώ να λάβη την φροντίδα να μου αποστέλλη την Αγίαν Κοινωνίαν από αύριον καθ’ εκάστην ημέραν, διότι σήμερον εκοινώνησα εις τα Πάμφυλα, αυτά δε τα οποία ζητεί να γράψω, θα τα πληροφορηθή από τον Γέροντά μου, όστις ευρίσκεται εις το Διονυσιάτικον Μετόχι». Έπειτα λέγει προς τον Ιωάννην· «Αδελφέ, εάν ήτο τρόπος να έλθη τις Χριστιανός εδώ εις την φυλακήν προς παρηγορίαν μου, πολύ θα το ήθελον». Τούτο ακούσαντες οι δημογέροντες εφρόντισαν και εύρον πρόθυμον τινά Χριστιανόν, Χίον, Ευστράτιον ονόματι, τον οποίον δήθεν εφυλάκισαν δια να πληρώση τον οφειλόμενον φόρον του. Τούτου γενομένου εχάρη καθ’ υπερβολήν ο Μάρτυς, αλλά μετ’ ολίγον ελυπήθη και πάλιν, διότι φύλαξ τις είπεν εις τον Ναζήρην· «Γνώριζε, αυθέντα, ότι αυτόν τον άνθρωπον δεν τον εφυλάκισαν οι δημογέροντες δια τον φόρον, αλλά τον έβαλον μέσα, δια να στηρίζη το παιδίον εις την πίστιν των»! Όθεν ο Ναζήρης επρόσταξεν ευθύς και τον απεφυλάκισαν. Ως δε έμαθεν ο Μάρτυς την προδοσίαν του Αγαρηνού, εστέναξε και είπεν· «Η θεία Δίκη να τον εύρη». Και, ω του θαύματος! ευθύς διωγκώθη το πρόσωπόν του, ωσάν από ανεμοπύρωμα, τον κατέλαβε μέγας παροξυσμός και τόσον εχειροτέρευσεν, ώστε και εκείνος ο ίδιοςτο εννόησε και απορών εσυλλογίζετο πόθεν του ήλθε. Μετά τούτο λέγει ο Μάρτυς προς τον Ιωάννην· «Αδελφέ, δεν θέλω πλέον παρηγορίαν εξ ανθρώπων, διότι έχω την Θεοτόκον παρηγορούσαν με». Ούτως άμεινεν εις την σκοτεινήν φυλακήν, χαίρων και δοξάζων τον Θεόν. Ο δε αγάς πολύ συχνά τον εκάλει και με κολακείας και υποσχέσεις προσεπάθει να αλλάξη την γνώμην του, έπειτα δε τον εστενοχώρει και με απειλάς. Αλλ’ αυτός ο γενναίος εφαίνετο ως αδάμας στερρότατος. Είχεν όμως φροντίδα και δια τον Γέροντά του. παρεκάλεσε λοιπόν τον Ιωάννην να μεταβή εις την κατοικίαν του, δια να τον παρηγορήση και να είπη εις αυτόν ότι είναι ακλόνητος και να μη φοβήται, μόνον να παρακαλή τον Θεόν να τον βοηθήση μέχρι τέλους. Αλλ’ όταν ο Ιωάννης επέστρεψε και του είπεν ότι δεν τον ευρήκεν, ελυπήθη ο Μάρτυς, νομίσας ότι έφυγε πριν ή μάθη το ποθούμενον τέλος του. Τον έστειλε δε εκ δευτέρου, ίνα τον αναζητήση μήπως και τον εύρη. Αφού λοιπόν ο Ιωάννης τον ανεζήτησεν επ’ αρκετόν, εύρε τούτον τον ευλογημένον προσευχόμενον ασκεπή, μετά θερμών δακρύων. Μαθών δε ο Μάρτυς τα του Γέροντός του, εχάρη και ηυχαρίστησε τον Ιωάννην, δια την χάριν την οποίαν του έκαμε. Τέλος, αφ’ ου συνεπληρώθη η προθεσμία των τριών ημερών και έμενε στερεός και ακλόνητος ο Μάρτυς, το Σάββατον εκείνο ο Ναζήρης εκάλεσε τον Μητροπολίτην και είπε προς αυτόν· «Το παιδίον τούτο απεφασίσαμεν να κρεμάσωμεν, αν δε σας φανή καλόν, κάμετε εκείνο το οποίον εκάμετε και δια τον άλλον». Είπε δε ταύτα ο Ναζήρης εννοών τον Άγιον Νεομάρτυρα Θεόδωρον. Διότι όλα τα τότε συμβάντα εις αυτόν διηγήθησαν εις τον Ναζήρην οι εντόπιοι και τα εγνώριζεν. Ο δε Αρχιερεύς απήντησε· «Βάλε φύλακας και δι’ εκείνον, όστις θα τολμήση να πλησιάση εκεί, ας είναι θάνατος η τιμωρία». Με τον λόγον τούτον ησύχασε και ημέρωσεν αυτόν. Έπειτα στέλλει γράμματα, δια να αναγνωσθούν εις όλας τας Εκκλησίας και κηρύττει να μη τολμήση τις να πλησιάση εις το άγιον Λείψανον, διότι κατά την απόφασιν του Ναζήρ αγά, η ποινή του παραβάτου δεν θα είναι χρηματική, αλλά χωρίς αμφιβολίαν θάνατος. Την Κυριακήν το πρωϊ λέγει πάλιν ο Ναζήρης εις τον Μάρτυρα· «Η απόφασίς σου εξεδόθη και σε καταδικάζει να κρεμασθής. Αλλάεγώ πολύ σε λυπούμαι και θα ήθελες κάμει καλά, να με ακούσης· συλλογίσου, διότι δεν έχεις πλέον καιρόν». Ο Μάρτυς όμως με γενναίον φρόνημα απεκρίθη· «Εάν λοιπόν με λυπήσαι, καθώς λέγεις, στείλε με μίαν ώραν ενωρίτερον εις τον Χριστόν μου, δια να πιστεύσω και εγώ ότι πράγματι με λυπείσαι και θέλεις το καλόν μου». Όταν ήκουσεν εκείνος τούτο, απηλπίσθη τελείως και επρόσταξε να τον πάρουν να τον κρεμάσουν. Παραλαβόντες τότε αυτόν οι υπηρέται, ως και πλήθος πολύ εκ των Αγαρηνών, τον συνώδευον εις τον τόπον της καταδίκης. Εκεί ο Μάρτυς εζήτησε να τον αφήσουν να απομακρυνθή ολίγον δια δήθεν σωματικήν του ανάγκην. Ούτοι δε παρέδωκαν αυτόν εις τον Ιωάννην, ίνα τον φυλάττη. Ευθύς δε, ως εχωρίσθη από τους πολλούς, έκαμε τρεις μεγάλας μετανοίας και δώδεκα μικράς, δεηθείς εις τον Θεόν δι’ όλους τους Χριστιανούς και εξαιρέτως δια τους κοπιάσαντας υπέρ αυτού, ευχαριστήσας δε τον Χριστόν, διότι τον ηξίωσε να ομολογήση το όνομά Του το Άγιον ενώπιον των ασεβών, λέγει προς τον Ιωάννην· «Πολύ λυπούμαι, αδελφέ, διότι δεν με εβασάνισαν· εγώ επεθύμουν να πάθω πολλά και κατόπιν να με καύσουν, τίποτε όμως δεν μου έκαμαν». Ταύτα ακούσας ο Ιωάννης, εθαύμασε και λέγει εις τον Άγιον· «Αδελφέ, μη λυπείσαι δια τούτο, διότι όσα ήθελεν ο Θεός να πάθης, τόσα έπαθες· είναι άλλωστε τίποτε σκληρότερον από τον θάνατον»; Τότε ο Μάρτυς επέστρεψε προς τους συνοδούς του και εβάδιζεν ο μακάριος με προθυμίαν πολλήν προς το Μαρτύριον. Ενώ δε έσπευδεν, επάτησε την πτέρναν ενός εξ αυτών, εκείνος δε στρέψας λέγει προς τον Μάρτυρα· «Εις γάμον υπάγεις και τρέχεις ούτω; Ή εις κανέν περιβόλιον να ξεφαντώσης»; Ο δε Μάρτυς απήντησεν· «Αν εγνώριζες που υπάγω εγώ και που έχεις να υπάγης συ, θα έτρεχες να φθάσης πρωτύτερα από εμέ, αλλά μετά θάνατον θα ίδης που έχω να υπάγω εγώ και που έχεις να υπάγης συ· διότι, εάν μείνης Τούρκος μέχρι τέλους, θέλεις άθλιε, καταδικασθή εις το σκότος του Άδου το εξώτερον». Προς ταύτα ο Τούρκος δεν απεκρίθη, αλλ’ εσιώπησεν. Επειδή δε εκείνοι ήθελον να τον κρεμάσουν εις την τουρκικήν συνοικίαν, τους κατέπεισεν ο ευλογημένος Ιωάννης, όστις ήτο πάντοτε αχώριστος από τον Μάρτυρα, και τον έφεραν εκεί όπου κατώκουν Χριστιανοί δια να τον κρεμάσουν. Ευθύς δε ως έφθασεν εκεί, εκρέμασαν πρώτον το σχοινίον, δια να ίδη και τρομοκρατηθή ο Άγιος, έπειτα δε επέρασαν την θηλειάν εις τον λαιμόν του, μετ’ ολίγην δε ώραν του λέγει ο επί κεφαλής της συνοδείας· «Κάμε μετάνοιαν, διότι θα σε κρεμάσω». Όμως ο Μάρτυς απήντησε· «Τον Χριστόν μου προσκυνώ και πιστεύω». Άλλος τότε του είπε· «Ας έλθη ο Χριστός να σε σώση». Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Δεν θέλω να με λυτρώση εδώ, θέλω να αποθάνω δια την αγάπην Του». Τέλος πάντων έσυραν το σχοινίον και τον εκρέμασαν. Προσευχόμενος δε, χωρίς να ταραχθή ή να κινηθή κανέν μέλος του σώματός του, παρέδωκεν εν ειρήνη την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού και έλαβε παρ’ αυτού του Μαρτυρίου τον στέφανον εις τους χιλίους οκτακοσίους δύο χρόνους από Χριστού, Μαρτίου κγ΄ (23η), ημέρα Κυριακή, ώρα Δευτέρα. Εκρέματο δε εκεί το ιερώτατον του Αγίου σώμα τρεις ημέρας και τρεις νύκτας πεπληρωμένον Χάριτος θείας. Οι οφθαλμοί του και το στόμα του ήσαν κεκλεισμένα, φαινόμενον ως να εκοιμάτο και όχι ότι ήτο σώμα νεκρόν. Διετηρείτο δε λευκότατον ως κρίνον, χωρίς να πάθη τίποτε από ό,τι πάσχουν τα νεκρά σώματα. Ούτε μυίαι, ούτε κανέν άλλο ζωϋφιο επλησίασε να το εγγίση. Το δε θαυμασιώτερον όλων ήτο η άρρητος ευωδία, ήτις εξήρχετο εκ του αγίου τούτου σώματος. Ταύτα μαθών ο ευλογημένος Γέρων αυτού, εξεδύθη τα αγιορείτικα ράσα και ενεδύθη τα του εφημερίου, δια να μη γνωρίζεται και έσπευσεν ίνα ίδη το άγιον Λείψανον. Ουχί δε μόνον άπαξ έπραξε τούτο, αλλά πολλάκις, παρακινούμενος από την άρρητον εκείνην πνευματικήν ευωδίαν, την οποίαν ησθάνετο. Έχαιρε δε και ηγάλλετο και εδόξαζεν εξ όλης ψυχής τον εν τοις Αγίοις αυτού δοξαζόμενον Θεόν. Κατά την ημέραν μάλιστα του Ευαγγελισμού, απορρίψας πάντα φόβον, εκάθησε πλησίον του αγίου Λειψάνου από της έκτης ώρας της ημέρας μέχρι της ενάτης δια να αισθάνεται την ευωδίαν εκείνην. Οι δε λοιποί Χριστιανοί, διστάζοντες να πλησιάσουν και να δείξουν την προς τον Μάρτυρα ευλάβειάν των, διότι εφοβούντο τους Αγαρηνούς φύλακας, διέβαινον εκείθεν, ίνα βλέπουν μόνον το άγιον Λείψανον και να αισθάνωνται την εξ αυτού ευωδίαν, δοξάζοντες τον Θεόν, διότι ενίσχυσεν εν τοιούτον παιδίον να αγωνισθή, να νικήση και να καταισχύνη τους ορατούς και αοράτους εχθρούς. Μετά τρεις ημέρας καταβιβάσαντες οι Αγαρηνοί το άγιον Λείψανον έθεσαν αυτό επί πλοίου και ανήχθησαν εις το πέλαγος. Έφερον δε μεθ’ εαυτών και πέτραν μεγάλην βάρους ογδοήκοντα περίπου οκάδων, την οποίαν αφού έδεσαν εις τον λαιμόν του Αγίου, ανεσήκωσαν με κόπον πολύν την πέτραν μετά του Αγίου Λειψάνου και τα έρριψαν εις την θάλασσαν, εις βάθος υπέρ τας τριάκοντα οργυιάς, δια να μη το εκβάλη η θάλασσα έξω εις την ξηράν και το εύρουν οι Χριστιανοί. Αλλά και εδώ ηξίωσε θαύματος ο Θεός τον νέον αυτού Μάρτυρα. Διότι το μέγα εκείνο βάρος της πέτρας εσύρετο υπό του αγίου Λειψάνου ως να ήτο ελαφρότατον πτερόν και εις θαυμασμόν και έκπληξιν των ορώντων Χριστιανών και Αγαρηνών έπλεεν επάνω εις τα κύματα της θαλάσσης. Έξαφνα δε την ώραν εκείνην πνεύσας άνεμος φοβερώτατος, τόσον ετάραξε την θάλασσαν, ώστε εάν δεν ήσαν Χριστιανοί εις το πλοίον, ήθελε τούτο ευθύς καταποντισθή. Και οι μεν Χριστιανοί είχον την ελπίδα της σωτηρίας των εις τον Άγιον, οι δε Τούρκοι εταράχθησαν πολύ νομίζοντες ότι έχασαν τας φρένας των, με το να βλέπουν τόσον παράδοξα γεγονότα. Διότι η φοβερά εκείνη τρικυμία εγένετο πέριξ μόνον του πλοίου, το δε άλλο πέλαγος ήτο όλον ήσυχον και ατάραχον· ο άνεμος ήτο σφοδρότατος και το πλοίον με όλα τα ιστία του ανοικτά έμενεν ακίνητον και ατάραχον, αν και από όλα τα μέρη το εσκέπαζον τα φοβερά εκείνα κύματα. Ταύτα βλέπων ο υπαξιωματικός της φρουράς, υπό φόβου και τρόμου ανεκδιηγήτου καταληφθείς, εστράφη προς τον ειρημένον Χριστιανόν φύλακα και είπεν προς αυτόν· «Τι είναι τούτο, Γιαννάκη»; Ο δε καλός εκείνος Ιωάννης απεκρίθη προς αυτόν· «Δεν εννοείς τι είναι; Βλέπεις εις όλον το πέλαγος ησυχίαν, εδώ μόνον φυσά άνεμος και είναι τρικυμία και ερωτάς ακόμη τι είναι; Οργή Θεού είναι και θα μας καταποντίση· επειδή αυτός, τον οποίον ερρίψατε εις την θάλασσαν, είναι άνθρωπος του Θεού και έπρεπε να τον αφήσετε να τον θάψουν οι Χριστιανοί». Λέγει ο υπαξιωματικός· «Και εγώ το ήθελον, όπως και ο αγάς, να τον δώσωμεν εις τους Χριστιανούς, δια να πάρωμεν χρήματα, αλλά τι να κάμωμεν αφού δεν ήθελον οι εντόπιοι»; Εν τέλει όμως η θάλασσα έρριψεν έξω το πλοίον, το οποίον συνετρίβη και με πολύν κίνδυνον εσώθησαν οι άνθρωποι· το δε Άγιον Λείψανον δια της θείας Προνοίας ερρίφθη έξω κατά την νύκτα εκείνην και το εκήδευσαν κρυφίως οι Χριστιανοί. Ο δε ευλογημένος Ιερομόναχος Βησσαρίων, αγνοών τούτο, έχαιρε μεν δια την λαμπράν νίκην του Μάρτυρος, έτι δε και διότι εξεπλήρωσε την εντολήν του Πνευματικού Πατρός Ανανίου, όστις του είχε παραδώσει τον Μάρτυρα, ίνα τον επιμεληθή έως θανάτου και με χαρμόσυνα δάκρυα εδόξαζε τον Θεόν δια πάντα τα γενόμενα, αλλά ελυπείτο, καθ’ υπερβολήν, δια την στέρησιν του αγίου Λειψάνου. Κατά την νύκτα όμως, εμφανισθείς εις αυτόν καθ’ ύπνον ο Άγιος, του λέγει· «Μη λυπείσαι, Πάτερ· είμαι έξω από την θάλασσαν». Ερευνήσας δε την επαύριον, έμαθεν ότι εξήλθε το άγιον Σώμα και το ενεταφίασαν κρυφίως· πλην όμως, παρ’ όλον ότι το άγιον Λείψανον ήτο κεκρυμμένον, όμως η εν αυτώ θεία Χάριςεφαίνετο και ενήργει θαυματουργίας εις τους πιστούς και ακούσατε. Ο Ιωάννης, τον οποίον πολλάκις ανεφέραμεν, είχεν ανασπάσει τρίχας τινάς από την κεφαλήν του Μάρτυρος μέσα εις το πλοίον και δύο ονύχια του ποδός του. Είχεν επίσης λάβει και πρότερον, ζώντος του Αγίου, το μανδήλιον δια του οποίου εσπόγγιζε τα αέναα δάκρυά του, τον σκούφον του και μίαν ζώνην του Αγίου, την οποίαν είχε δώσει εις αυτόν ο συνοδίτης του Ιερεύς Βησσαρίων, ήτις ήτο κατεσκευασμένη από τας τρίχας της κεφαλής του, αι οποίαι έφευγον ενώ εκτενίζετο κατάτην ημέραν όπου ήθελε λειτουργήσει. Αυτά όλα κατέχων ο Ιωάννης έδωκεν εις πολλούς, ως και εις τους δύο εφημερίους του χωρίου Πάμφυλα, Παρθένιον και Γρηγόριον, οίτινες είχον λάβει από τον ίδιον τον Μάρτυρα το κομβοσχοίνιόν του. Συνέβη λοιπόν, μετά τον θάνατον του Αγίου, να πάθη συγγενής τις του Ιερέως Παρθενίου δεινήν ασθένειαν· έγινε φρενοβλαβής και ήτο πλέον αποφασισμένος από τους ιατρούς δια θάνατον. Ο δε Παρθένιος, ψάλλων αγιασμόν και βρέξας τα ειρημένα άγια Λείψανα εντός του ηγιασμένου ύδατος, επότισε τον ασθενή· και, ω της προς Θεόν παρρησίας του Μάρτυρος! Ο αποφασισμένος εις θάνατον και ήδη νεκρωμένος ανεκάθισε παρευθύς και εζήτησε φαγητόν και έφαγεν, εις το εξής δε έχαιρε πλήρους υγείας δοξάζων τον Θεόν και τον θαυματουργόν αυτού ιατρόν Λουκάν. Αλλά και άλλην παράδοξον ιατρείαν ετέλεσε κατά τας ημέρας εκείνας ο Μάρτυς δια της χάριτος των αγίων Λειψάνων του. Γυνή τις είχεν κρατημένον και ξηρόν από ημιπληγίαν ολόκληρον το εν μέρος του σώματος, τον ένα πόδα και την μίαν χείρα. Το δε χειρότερον, είχε πόνους φρικτούς και νυχθημερόν εφώναζε με μεγάλας φωνάς από τους πόνους. Προς θεραπείαν της ανέγνωσαν τα τέσσαρα Ευαγγέλια και έκαμαν όσα ιατρικά ηδυνήθησαν, αλλά καμμίαν θεραπείαν δεν έλαβεν, αντιθέτως μάλιστα οι πόνοι ηύξανον από ημέρας εις ημέραν. Αλλ’ η τόσον κακώς έχουσα γυνή, ευθύς ως την εσταύρωσεν ο εφημέριος Γρηγόριος με τα ειρημένα άγια του Μάρτυρος Λείψανα, ευθύς ιατρεύθη και έγινε καλά, ευχαριστούσα τον Θεόν και τον θείον αυτού Νεομάρτυρα Λουκάν· ου ταις αγίαις πρεσβείαις ρυσθείημεν και ημείς πάντες των σωματικών και ψυχικών παθών και των αιωνίων βασάνων του Άδου και αξιωθείημεν της Βασιλείας των ουρανών, Χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Ω η δόξα και το κράτος, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Λουκάς ο Νέος Οσιομάρτυς του Χριστού κατήγετο από την Αδριανούπολιν, από την ενορίαν του Αγίου Νικολάου, και ο μεν πατήρ αυτού ωνομάζετο Αθανάσιος, η δε μήτηρ αυτού Δομνίτσα. Επειδή όμως εις ηλικίαν εξ ετών έμεινεν ο Άγιος ορφανός από πατέρα και ανετρέφετο με πτωχείαν από την μητέρα του, ευρούσα εκείνη έμπορον τινά Ζαγοραίον παρέδωκεν εις αυτόν το παιδίον, ίνα το ανατρέφη βοηθούμενος και αυτός, κατά το δυνατόν, εις την υπηρεσίαν του. Ο δε έμπορος, ευθύς ως έλαβεν υπό την προστασίαν του το παιδίον, εταξίδευσε δι’ εμπορικάς του ανάγκας εις την Ρωσίαν· έπειτα επιστρέψας εις την Κωνσταντινούπολιν, εις την οποίαν είχε κατάστημα, έμεινεν εκεί. Ημέραν δε τινά, ευρεθέν το παιδίον έξω της οικίας, εφιλονίκησε μετά τινος παιδίου Τούρκου και το έδειρε. Τούτο ιδόντες οι εκεί ευρεθέντες Τούρκοι ώρμησαν ως θηρία ανήμερα και ήρπασαν τον Λουκάν να τον ξεσχίσουν και να τον θανατώσουν από τον θυμόν των. Ο δε Λουκάς, παιδίον τότε δεκατριών ετών, βλέπων τον εξαφνικόν κίνδυνον, εταράχθη τας φρένας από τον υπερβολικόν φόβον και εφώναζεν· «Αφήσατέ με και γίνομαι Τούρκος». Ούτως έπαυσε την ορμήν των και έσβεσε τον θυμόν των. Τον επήρε λοιπόν από την ώραν εκείνην Τούρκος τις έχων μεγάλην φήμην και με χαράν μεγάλην, αφού τον έφερεν εις την κατηραμένην οικίαν του, παρευθύς τον επρόσταξε και ηρνήθη τον Χριστόν, φευ του κακού! Και την Αγίαν αυτού Πίστιν, ομολογήσας την εκείνου αντίχριστον θρησκείαν. Αλλά αφ’ ου ησύχασαν οι λογισμοί και η καρδία του από τον φόβον, ήλθεν εις τον εαυτόν του, εγνώρισε το μέγα κακόν, το οποίον έκαμε και παρευθύς μετενόησεν. Όθεν, παρ’ όλον ότι ο ασεβής του εδείκνυε μεγάλην εύνοιαν και αγάπην υποσχόμενος εις αυτόν τρυφάς και αναπαύσεις, πολυτελή ενδύματα και χρήματα, δόξαν και κάθε είδους απόλαυσιν, αυτός ο ευλογημένος, αν και ήτο ακόμη δέκα τριών ετών παιδίον, δεν ηπατήθη από του κόσμου την ματαιότητα, αλλά εμίσει και κατεφρόνει όλα ταύτα, ωσάν να είχε φθάσει πλέον εις ωριμότητα του τελείου ανδρός. Επειδή όμως δεν υπήρχε τρόπος να φύγη εκείθεν ο αοίδιμος Λουκάς και να λυτρωθή των παγίδων του διαβόλου, έκαμεν όπως ημπόρεσε και διεμήνυσεν εις τον έμπορον τον αυθέντην του, να κάμη εκείνος τον δυνατόν τρόπον να τον λυτρώση, πριν να λάβη την περιτομήν. Ο δε έμπορος, ευθύς ως έλαβε την χαριεστάτην είδησιν, έτρεξε παρευθύς με προθυμίαν και ζήλον εις τον Ρώσον διοικητήν της φρουράς και του διηγήθη την υπόθεσιν, παρακαλών θερμώς να λυτρώση την κινδυνεύουσαν ψυχήν με όποιον τρόπον ημπορέση. Υπήκουσε τότε ο Ρώσος αξιωματικός και έστειλεν ευθύς άνθρωπον ιδικόν του, ίνα ζητήση από τον αγάν το παιδίον. Ο αγάς τότε απεκρίθη με πολλάς δικαιολογίας, ότι ούτε εζήτησε το παιδίον, ούτε το εβίασε να έλθη εις την οικίαν του, αλλά με την θέλησίν του ήλθε και έγινε Τούρκος και ότι είναι αδύνατον πλέον να το δώση. Ταύτα ακούσας ο απεσταλμένος έφυγεν· εκείνος δε ο κατάρατος, φοβηθείς μήπως ζητηθή εκ δευτέρου το παιδίον, έδεσεν ευθύς τας χείρας του και δια βίας χωρίς εκείνος καθόλου να συγκατανεύση, το περιέταμε. Μαθών ο Ρώσος εκείνος το γενόμενον, είπε προς τον έμπορον· «Αφ’ ου ούτω συνέβη το γεγονός, τίποτε άλλο δεν είναι δυνατόν να γίνη, παρά σύγχυσις και ταραχή χωρίς όφελος· λοιπόν κάμε τρόπον και ειδοποίησε το παιδίον να προσέχη να εύρη ευκαιρίαν να φύγη από εκεί και όταν φύγη ας έλθη εδώ». Ταύτα πληροφορηθείς ο Λουκάς παρά του εμπόρου, μετ’ ολίγας ημέρας ευκαιρίας τυχούσης έφυγεν εκείθεν. Όταν δε διέβαινε τον Γαλατάν, του εξέβαλον τα τούρκικα φορέματα και του εφόρεσαν χριστιανικά. Επιβιβάσαντες δε τούτον εις πλοίον, τον έστειλαν εις την Σμύρνην, οπόθεν μετέβη προς τα νοτιοανατολικά της Σμύρνης, εις πόλιν καλουμένην Θείρα, όπου έμεινεν ολίγον καιρόν αγνώριστος. Εκεί ησθένησεν, επόνεσαν δε και οι οφθαλμοί του. Όθεν επήγεν εις Πνευματικόν εξωμολογήθη όλα τα κατ’ αυτόν. Ο Πνευματικός τότε, θεόθεν πεφωτισμένος, πρώτον μεν τον παρηγόρησε καλώς δια την άρνησιν, έπειτα δε τον συνεβούλευσε πατρικώς, ότι δεν συμφέρει λόγω του συμβάντος τούτου να περιφέρεται εις τουρκικούς τόπους, αλλά να υπάγη το ταχύτερον εις το Άγιον Όρος, φεύγων τους ενδεχομένους κινδύνους και εκεί να επιμεληθή της σωτηρίας του. Ο νέος ταύτα ακούσας εδέχθη μετά χαράς την πνευματικήν συμβουλήν και μετ’ ολίγας ημέρας, αφ’ ου επανήλθεν η υγεία του και έπαυσεν ο πόνος των οφθαλμών του, κατέφυγεν, ως εις λιμένα σωτήριον, εις το Άγιον Όρος. Εκεί ο Λουκάς μετέβη πρώτον εις την Μεγίστην Λαύραν και έκαμεν υπηρέτης εις το αρχονταρίκι δι’ ολίγον καιρόν· εκείθεν αναχωρήσας ήλθεν εις την Μονήν των Ιβήρων, όπου εξωμολογήθη εις Προεστώτα τινά της Μονής το ότι είχε τουρκεύσει και ότι έμενεν αδιόρθωτος. Τότε ο Προεστώς εκείνος τον έστειλεν εις την Σκήτην του Τιμίου Προδρόμου εις τον Πνευματικόν, εκεί δε διωρθώθη παρ’ αυτού καθώς έπρεπε, κατά την τάξιν της Εκκλησίας. Παραμείνας δε και εν τη των Ιβήρων Μονή ολίγον καιρόν, έφυγε πάλιν εις την Μονήν του Σταυρονικήτα, όπου έμεινεν εις Προεστώτα τινά, από τον οποίον εκουρεύθη γενόμενος ρασοφόρος. Αλλά μετ’ ολίγον καιρόν έφυγεν από εκεί και μετέβη εις το Μοναστήριον του Ζωγράφου. Ουδέ όμως εις το Μοναστήριον αυτό έκαμε πολύν καιρόν, επειδή ο κοινός εχθρός της των ανθρώπων σωτηρίας, όπου και αν επήγαινε, τον ηνώχλει με διαφόρους πειρασμούς και δεν τον άφηνε να ησυχάση κατά τον πόθον του. Ο προγνώστης Θεός όμως, προβλέπων το τέλος των πειρασμών, συνεχώρει να πειράζηται ο μακάριος Λουκάς υπό του σατανά. Τόσον δε επλήθυναν οι πειρασμοί του, ώστε ηναγκάσθη να φύγη εντελώς από το Άγιον Όρος και να έλθη εις τον κόσμον, με σκοπόν να γίνη κανδηλανάπτης εις τινα Εκκλησίαν. Αλλ’ ο Θεός δεν ηυδόκησε να επιτύχη ο σκοπός του, διότι προώριζεν αυτόν δι’ άλλην οδόν. Όθεν, ούτε εις τας Κυδωνίας, ούτε εις τα Μοσχονήσια, ούτε εις την Μυτιλήνην, όπου μετέβη, δεν εύρε τόπον και προστασίαν δια να μείνη. Όθεν μετέβη ακολούθως και εις την Σμύρνην, αλλά ούτε και εκεί τον εδέχθη τις ένεκεν του φόβου της πανώλους, ήτις εμάστιζε τότε τους τόπους εκείνους. Απελπισθείς λοιπόν δια την αποτυχίαν του, μάλλον δε κυριευθείς από φόβον υπερβολικόν εξ αιτίας της θανατηφόρου νόσου, ήτις είχε προσβάλει την Σμύρνην, επέστρεψε πάλιν εις το Άγιον Όρος και ήλθεν αμέσως εις την Μονήν του Ξηροποτάμου, όπου, αφού διέμεινεν ολίγον καιρόν μετά τινος συμπατριώτου του Μοναχού, έφυγε και μετέβη εις το Μοναστήριον του Κουτλουμουσίου, κατόπιν δε επήγε πάλιν εις την Σκήτην του Τιμίου Προδρόμου, προς τον Πνευματικόν όστις κατ’ αρχάς τον διώρθωσεν, εξομολογηθείς δε τους λογισμούς του, του ενεπιστεύθη όλους τους πειρασμούς του. Ο Πνευματικός τότε εσκέφθη να τον αποστείλη εις τινα Σκήτην να ησυχάση και εφρόντισεν επιμελώς περί τούτου, επειδή όμως ήτο αγένειος δεν τον εδέχοντο. Τον έστειλε λοιπόν εις την Μονήν του Οσίου Γρηγορίου, μήπως τον αναπαύση εκεί κανείς εκ των αδελφών, όπου επί τέλους και επέτυχε του ποθουμένου. Διότι τον εδέχθη εκεί ως υπηρέτην εις Προηγούμενος και ηυχαριστήθη πολύ ο Λουκάς. Έπειτα τον διώρισεν εις την υπηρεσίαν της Εκκλησίας, πολύ δε ένεκα τούτου ανεπαύθη ο μακάριος. Ο μισόκαλος όμως δεν ησύχαζεν, αλλά και εκεί του έφερε νέους πειρασμούς. Όθεν έφυγε, μάλλον δε τον εξεδίωξαν και από του Γρηγορίου, αν και τους παρεκάλει ο ευλογημένος, μετά δακρύων, να μη τον αποδιώξουν χωρίς αφορμήν. Είπομεν ανωτέρω, ότι ο εχθρός της σωτηρίας του διάβολος εκίνησε κατ’ αυτού πολλούς και διαφόρους πειρασμούς, τους οποίους, συντομίας χάριν, δεν γράφομεν και ότι ο Θεός, προγνωρίζων το μέλλον, επέτρεψε να ενοχλήται ο δούλος Του. Ιδού τώρα το τέλος και η εκ των πειρασμών ωφέλεια. Διωχθείς εκ της Μονής του Οσίου Γρηγορίου ο καλός ούτος Λουκάς, πολύ ελυπήθη. Εν ω δε ήτο εις απορίαν που να υπάγη και εσυλλογίζετο τούτο, ήλθεν εις τον νουν του τοιούτος θεϊκός λογισμός. «Το Άγιον Όρος, είπε καθ’ εαυτόν, είναι λιμήν της σωτηρίας των ανθρώπων, εις τον οποίον ησυχάζουν τόσα πλήθη Μοναχών, μόνον δε εγώ δεν ημπορώ να σταθώ ούτε εδώ ούτε εις κανέν άλλο μέρος. Δεν είναι λοιπόν άλλο το αίτιον, παρά διότι έχω επάνω μου την μιαράν σφραγίδα του διαβόλου, την περιτομήν, και δια τούτο δεν δύναμαι να ησυχάσω και να κάμω καμμίαν προκοπήν. Τούτο λοιπόν θα κάνω. Θα υπάγω να ομολογήσω τον Χριστόν παρρησία, δια να αποβάλω από τον εαυτόν μου την διαβολικήν σφραγίδα, και να αποπλύνω την αμαρτίαν της αρνήσεώς μου με την ροήν του αίματός μου· τούτο θέλει με αναπαύσει και τούτο θέλει είναι η σωτηρία μου». Ταύτα συλλογισθείς και καλώς μελετήσας μέσα εις την Εκκλησίαν, επήγεν εις τον Γέροντά του και του εφανέρωσε τους λογισμούς τούτους. Τότε εκείνος προσεπάθησε πολύ να τον εμποδίση, φοβούμενος το άδηλον της εκβάσεως. Όθεν λέγει προς αυτόν· «Απόφυγε, τέκνον, αυτόν τον κίνδυνον και εάν οι άλλοι δεν σε θέλουν εις το Μοναστήριον, εγώ είμαι πρόθυμος να αναχωρήσω μαζί σου και να είμεθα εις όλην μας την ζωήν αχώριστοι· ή, εάν θέλης, ας υπάγωμεν εις κανέν ταξίδιον». Αυτά και άλλα πολλά είπεν εις τον Άγιον ο Γέρων αυτού, δεν ηδυνήθη όμως να τον πείση να παραιτηθή του λογισμού του. Ανεχώρησε τότε ο Λουκάς και μετέβη εις την Σκήτην της Αγίας Άννης. Εκεί εύρεν Ιερομόναχον τινά Βησσαρίωνα, τον οποίον εγνώριζεν. Ούτος τον εδέχθη ως πατήρ φιλόστοργος με πάσαν ευμένειαν και αγάπην, ο δε Λουκάς διηγήθη λεπτομερώς την αιτίαν, δια την οποίαν τον εδίωξαν από του Γρηγορίου, ως και την ταπεινήν παράκλησιν όπου έκαμεν εις εκείνους να μη τον διώξουν και ότι εκείνοι δεν εδυσωπήθηκαν, ούτε έδειξαν προς αυτόν ίχνος φιλανθρωπίας, μάλιστα ο πρωτεύων, αν και ο Λουκάς διηγήθη εις αυτόν όλα τα συμβάντα. Αφού δε του εξιστόρησεν όλους τους πειρασμούς του, τέλος λέγει προς τον Ιερέα Βησσαρίωνα· «Αλλά συ, Πάτερ, γνωρίζεις την καταστασίν μου»; Αποκριθέντος δε του Ιερέως ότι δεν γνωρίζει περί τίνος εννοεί, λέγει πάλιν ο Άγιος· «Μάθε λοιπόν, Άγιε, Πάτερ, ότι εγώ ο άθλιος είμαι τουρκευμένος». Συνεχίσας δε του απεκάλυψε απ’ αρχής εν λεπτομερεία την αιτίαν της αρνήσεώς του, ως και τον σκοπόν του να μαρτυρήση. Ακούσας ταύτα ο Ιερομόναχος λέγει προς τον Άγιον· «Ο σκοπός σου, τέκνον μου, είναι καλός· όμως τα εις σε συμβαίνοντα δεν συντρέχουν, δια να βάλης αυτόν εις ενέργειαν, επειδή είσαι νέος πολύ και ωραίος, οι δε Τούρκοι είναι μοχθηρότατοι, όπως τους γνωρίζομεν. Όθεν φοβούμαι μήπως δεν θελήσουν να σε θανατώσουν εις τοιαύτην ηλικίαν και είναι ενδεχόμενον να περιπέσης εις άλλον πειρασμόν. Ησύχασε λοιπόν εδώ, διότι η μετάνοια είναι δυνατόν να σε σώση. Αφού δε φυτρώση το γένειόν σου, τότε σε στέλλω εγώ εις αδελφόν τινά εδώ εις την Σκήτην όπου, διάγων θεαρέστως την ζωήν σου, θέλεις σωθή». Ταύτα αφού είπεν ο Ιερομόναχος, ο ευλογημένος Λουκάς διηγήθη εις αυτόν απ’ αρχής τους πειρασμούς, τους οποίους εδοκίμασεν εις το Όρος, πολύ δε συνετρίβη και επόνεσεν η καρδία του Βησσαρίωνος ακούσαντος τα παθήματα του Λουκά. Όθεν παρηγόρησεν αυτόν με αγάπην αποδεικνύων την ωφέλειαν, ήτις προέρχεται από τους πειρασμούς, δια της Χάριτος του Χριστού. Δια το Μαρτύριον όμως δεν του έδιδε γνώμην. Ο δε Μάρτυς είπε· «Δεν υπάρχει τρόπος, Πάτερ, να σταθώ πλέον και ο Θεός βοηθός· μόνον σε παρακαλώ, στείλε με εις Πνευματικόν να εξομολογηθώ, να με συμβουλεύση δια την σωτηρίαν μου». Έστειλε λοιπόν τότε ο Βησσαρίων τον Άγιον εις τον Πνευματικόν Ανανίαν, εις τον οποίον και εξωμολογήθη τους λογισμούς του με πολλήν ακρίβειαν και κατάνυξιν χύνων άφθονα δάκρυα· ο δε Πνευματικός επήνεσε μεν την γνώμην του και τον σκοπόν του, του παρουσίασεν όμως και όλα τα ενδεχόμενα εμπόδια και τας πολυειδείς βασάνους των τυράννων. Αλλ’ ο Μάρτυς με πόθον διάπυρον έλεγεν· «Όλα ταύτα θέλω υποφέρει, Πάτερ τίμιε, με την Χάριν του Ιησού Χριστού». Τότε του λέγει ο Πνευματικός· «Πρέπει λοιπόν πρώτον να δοκιμασθής και να ετοιμασθής καλώς με νηστείας, με γονυκλισίας, με προσευχάς και με αναγνώσεις». Απεκρίθη ο Λουκάς με προθυμίαν· «Ας δοκιμασθώ». Ηρώτησε τότε ο Ανανίας· «Γνωρίζεις τινά εδώ εις την Σκήτην»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Γνωρίζω τον Ιερέα Βησσαρίωνα». Ηρώτησε πάλιν ο Ανανίας· «Σε δέχεται άραγε, να μείνης μαζί του πεντήκοντα ημέρας δια να δοκιμασθής»; Απεκρίθη ο Λουκάς· «Ελπίζω να με δεχθή». Λέγει ο Ανανίας· «Πήγαινε λοιπόν και εάν σε δέχεται, ειπέ του να έλθη εδώ, να του ομιλήσω και εγώ». Τότε ο Λουκάς μετέβη προς τον Ιερομόναχον Βησσαρίωνα, του είπε την γνώμην του Πνευματικού και τον παρεκάλεσε με πολλά δάκρυα να τον δεχθή, προβάλλων εις αυτόν τους παρά Θεού μισθούς. Τότε ο Βησσαρίων, αφού εσκέφθη ολίγον, του είπε· «Σε δέχομαι, αλλά να λάβω πρότερον και την γνώμην της Συνοδείας μου, δια να μη σκανδαλισθούν, επειδή είσαι αγένειος· θέλω όμως να μου φέρης έγγραφον άδειαν από τον Γέροντά σου, δια να μη σκανδαλισθή και εκείνος». Ταύτα αφού έγιναν, ήλθεν ο Ιερεύς Βησσαρίων προς τον Πνευματικόν Ανανίαν και συνομιλήσαντες δια την διόρθωσιν του νέου, έκριναν εύλογον να τον δοκιμάσουν με πολλούς κόπους και μεγάλας νηστείας. Διώρισαν λοιπόν εις τον Λουκάν οκτακοσίας γονυκλισίας καθ’ εκάστην ημέραν, πολλάς προσευχάς, η δε τροφή του να είναι άρτος και ύδωρ μόνον, άπαξ του ημερονυκτίου. Ο Λουκάς με άρρητον χαράν εδέχθη τον ορισθέντα κανόνα και ούτως αγωνιζόμενος ητοιμάζετο καλώς δια το υπέρ Χριστού πάθος, μελετών αδιακόπως τον υπέρ Εκείνου θάνατον. Και ταύτα μεν ούτως εγένοντο· ο δε μισόκαλος τόσον εκινήθη πάλιν και εφρύαξε κατ’ αυτού, ώστε, εξ αιτίας του φθόνου του, ετάραξε την ειρήνην της αγίας εκείνης Συνοδείας και εάν ο Θεός δεν ήθελεν ευδοκήσει να συντομεύση τον δρόμον του προς το Μαρτύριον, δεν θα ευρίσκετο τρόπος να μείνη εκεί, έως ότου συμπληρωθούν αι πεντήκοντα ημέραι. Αλλ’ ωκονόμησεν ο θέλων πάντας σωθήναι και ήτο έτοιμος τότε δια να φύγη άνθρωπος τις, Νικόλαος ονόματι, όστις είχε ναυλωμένον μικρόν σκάφος, δια να φορτώση Αγιορειτικόν εμπόρευμα δια την Σμύρνην και επειδή ήτο φίλος πιστός του Ιερέως Βησσαρίωνος, άλλην δε φοράν δεν θα εύρισκον τοιούτον άνθρωπον ουδέ άλλο πλοιάριον δι’ εκείνα τα μέρη, δεν ανέμεναν να συμπληρωθούν αι πεντήκοντα ημέραι, αλλά μετά τριάκοντα δύο ημέρας της δοκιμασίας εκείνης απεφάσισαν να τον στείλουν με τον Νικόλαον. Προσκαλέσας λοιπόν αυτόν ο Βησσαρίων, εξεμυστηρεύθη την υπόθεσιν και αυτός ο καλός Χριστιανός ευρέθη πολύ πρόθυμος. Όθεν συνεφώνησαν να τον πάρη μαζί του και να τον αποβιβάση εις την Μυτιλήνην, αυτός δε να συνεχίση το ταξίδιόν του δια την Σμύρνην. Τούτο ήρεσε και εις τον Λουκάν, όστις επεθύμει πολύ να ταξιδεύση εις την Μυτιλήνην, επειδή εγνώριζε την φιλομάρτυρα γνώμην των Μυτιληναίων από το Μαρτύριον του Αγίου Νεομάρτυρος Θεοδώρου. Διότι και άνθρωπον προς παρηγορίαν του έφεραν εις την φυλακήν και κοινωνίαν των Αχράντων Μυστηρίων του έστειλαν και τον εβοήθησαν παντοιοτρόπως κατά το δυνατόν. Μετά ταύτα έκαμαν ευχέλαιον και εκοινώνησεν ο νέος των Αχράντων Μυστηρίων, ίνα βαδίση την ποθουμένην οδόν του Μαρτυρίου. Ταύτα, ως είπομεν, έχων υπ’ όψει ο μακάριος Λουκάς, εδέχθη μετά χαράς να ακολουθήση τον Νικόλαον. Παρεκάλεσεν όμως μετά δακρύων τον Γέροντα Βησσαρίωνα να τον ενδύση πρώτον το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα και δεύτερον, εάν είναι δυνατόν, να τον συνοδεύση προς παρηγορίαν του, μιμούμενος κατά τούτο τον θείον Θεόδωρον, όστις έλαβεν εκ Χίου συνοδίτην και βοηθόν. Μαθών ταύτα ο Πνευματικός Ανανίας, είπε προς τον Βησσαρίωνα· «Εάν είχον εγώ υγιείς τους πόδας μου, θα τον συνώδευον· αλλ’ επειδή έχω τούτο το εμπόδιον, πήγαινε η πανοσιότης σου, βοήθησον τον αδελφόν και θέλεις γίνει Μάρτυς κατά προαίρεσιν». Ούτως ο μεν Πνευματικός έκειρε τον Λουκάν Μεγαλόσχημον, ο δε Βησσαρίων ανέλαβεν αυτόν μετά την κουράν υποσχεθείς να γίνη συνοδίτης του. Έπειτα ελθών εις τον Πνευματικόν του Πατέρα και στηριχθείς καλώς υπ’ αυτού, έλαβε την ευχήν του. Τότε μετέβησαν μετά του Λουκά ίνα αποχαιρετήσουν τον Πνευματικόν Πατέρα Ανανίαν, εκείνος δε λαβών τον νέον από τας τρίχας της κεφαλής, είπε προς τον Βησσαρίωνα τον φοβερόν τούτον λόγον· «Ιδού, τον παραδίδω εις τας χείρας σου δια να τον περιποιήσαι μέχρι του θανάτου του». Ευχηθείς δε αυτούς, απέλυσεν εν ειρήνη. Εκείνοι δε, παρόντος και του Αγίου Δεσπότου πρώην Λακεδαιμονίας, έλαβον την ευλογίαν του. Ούτως αφού ητοιμάσθησαν, ανεχώρησαν από την Αγίαν Άνναν και ήλθον εις την Μονήν του Ξηροποτάμου, κατά την εορτήν των Αγίων Τεσσαράκοντα. Εκεί ευρόντες τον προαναφερθέντα Νικόλαον επεβιβάσθηκαν εις το ιστιοφόρον τη δεκάτη του Μαρτίου και τη δεκάτη Τρίτη του αυτού μηνός έφθασαν εις την Τένεδον. Ο δε ευλογημένος Λουκάς, εκ της πολλής προθυμίας, την οποίαν είχε να τελειώση ταχέως τον αγώνα του Μαρτυρίου, ιδών τους Τούρκους, είπε εις τον Βησσαρίωνα· «Ιδού, Πάτερ, είναι και εδώ Τούρκοι· τι με εμποδίζει να μαρτυρήσω; Ας τελειώσω εδώ τον αγώνα μου». Ω γνώμης θεοφιλούς! Ω αγάπης διαπύρου προς τον Χριστόν! «Ιδού, λέγει, Τούρκοι, τι με εμποδίζει να λάβω τον ποθούμενον θάνατον»; Άλλος ευνούχος Κανδάκης ο Λουκάς. «Ιδού ύδωρ, είπεν εκείνος· τι κωλύει με βαπτισθήναι»; (Πραξ. η: 36 ). Όσην προθυμίαν είχεν εκείνος να βαπτισθή εις το ύδωρ, πράγμα το οποίον και ελαφρόν είναι και εύκολον, τόσην είχε και ο Λουκάς να βαπτισθή με το αίμα του, πράξις η οποία και βαρυτέρα εξ όλων είναι και δυσκολωτάτη. Και τούτο μεν εζήτει ο Λουκάς, δεν εφάνη όμως εύλογον εις τον Βησσαρίωνα να μαρτυρήση εκεί, αφ’ ενός μεν διότι ήτο τότε εκεί πλήθος αγρίων πολεμιστών, εξ άλλου, δε, δια να μη απομακρυνθή από την απόφασιν των Πατέρων. Αναχωρήσαντες λοιπόν εκείθεν μετά δύο ημέρας, ήλθον εις τα Μοσχονήσια εις κάποιον ευλογημένον Χριστιανόν Χατζή Ανδρέαν ονόματι, όστις τους εδέχθη ως ανθρώπους Θεού και τους έκαμε μεγάλην περιποίησιν. Αναχωρήσαντες είτα εκείθεν ήλθον εις την Μυτιλήνην μετά του Νικολάου και απεβιβάσθησαν εις χωρίον Πάμφυλα καλούμενον, μίαν ώραν μακράν ευρισκόμενον από την πόλιν. Ευθύς δε ως εξήλθον του πλοιαρίου, ο Λουκάς έβαλε μετάνοιαν εις τους ναύτας και είπεν εις τούτους τρεις φοράς· «Συγχωρήσατέ μοι, αδελφοί, και ο Θεός να σας συγχωρήση». Έπειτα έπεσεν εις την γην μετά πολλής ταπεινώσεως και ησπάζετο δακρύων τους πόδας του Γέροντός του Ιερομονάχου Βησσαρίωνος, κρατών δε αυτούς ώραν ικανήν τους κατεφίλει βρέχων αυτούς με τα δάκρυά του και λέγων· «Πόδες άγιοι, οίτινες δι’ εμέ τον αμαρτωλόν εκοπιάσατε, ο Θεός να σας πληρώση τους κόπους σας». Και αποτεινόμενος προς τον ευλογημένον εκείνον συνοδίτην του, λέγει προς αυτόν· «Πάτερ τίμιε, συ ο οποίος δια την εμήν αγάπην άφησας την ησυχίαν και την συνοδείαν σου, ο Χριστός να σου αποδώση επαξίως τους μισθούς εις την Βασιλείαν Του». Έπειτα δε από ολίγον λέγει πάλιν· «Άγιε Γέροντα, ενόμιζον ότι μόλις θα έφθανον εδώ, θα εδειλίαζον, αλλ’ ευλογητός ο Θεός, συμβαίνει όλως το αντίθετον. Διότι, αφ’ ότου επάτησα εις την γην της Μυτιλήνης, εγέμισεν η ψυχή μου από τόσην χαράν και αγαλλίασιν, ώστε με βιάζει και διψώ επιθυμών πότε να φθάσω εις το ποθούμενον στάδιον του Μαρτυρίου». Ο δε Ιερεύς Βησσαρίων τον ενουθέτησε καλώς να μη φοβήται, αλλά να έχη όλην την ελπίδα του εις τον Θεόν και να μη ελπίζη μόνον εις την ιδικήν του δύναμιν, όταν δε συν Θεώ τελειώση τον καλόν αγώνα του Μαρτυρίου, να πρεσβεύη και υπέρ της εκείνου σωτηρίας. Μετά ταύτα ήρχισαν να περιπατούν δια να μεταβούν εις τι χωρίον, το οποίον ήτο μακράν από τον αιγιαλόν, έως εν τέταρτον της ώρας. Βαδίζοντες δε εις την οδόν των συνήντησαν γεωργόν τινά και τον ηρώτησαν εάν είναι Τούρκοι εις το χωρίον εκείνο. Μαθόντες δε παρ’ αυτού, ότι δεν ευρίσκονται εκεί Τούρκοι, ήλθον χαίροντες και αμέσως μετέβησαν εις την Εκκλησίαν. Εκεί ήλθε και ο παρεφημέριος Γρηγόριος, προς τον οποίον, ερωτήσαντα πόθεν ήλθον και τι ζητούν, απήντησαν, ότι έρχονται από το Όρος. Εν τω μεταξύ έφθασε και ο εφημέριος Παρθένιος από την χώραν, όστις τους εχαιρέτησε μετά πολλής χαράς, μαθών δε ότι είναι από το Άγιον Όρος, τους ηρώτα περί αυτού, επειδή είχε μείνει εκεί άλλοτε και ενεθυμείτο όλα με μεγάλην αγάπην. Τότε ο Λουκάς, στρέψας και ιδών την εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, είπεν εις τον συνοδίτην του· «Βλέπεις την Αγίαν Βαρβάραν πως την εδυνάμωσεν ο Κύριος και εμαρτύρησε δια την αγάπην Του, υπομείνασα τόσα πικρά βάσανα, αν και ήτο γυναίκα»; Τούτο ακούσας ο εφημέριος, θεόθεν κινηθείς, απήντησεν· «Όχι μόνον τότε εδυνάμωνεν ο Θεός παραδόξως τους Μάρτυρας, αλλά και τώρα εις τας ημέρας μας. Ολίγοι χρόνοι έχουν παρέλθει αφ’ ότου εμαρτύρησεν εδώ ο Άγιος Θεόδωρος». Αρξάμενος δε, τους διηγήθη με πόθον πολύν και κατάνυξιν όλα τα μαρτύρια του Θεοδώρου, τόσον ώστε και οι τρεις κατενύγησαν, δοξάσαντες τον Θεόν με χαρμόσυνα δάκρυα. Μετά ταύτα ανεχώρησεν ο εφημέριος, εκείνοι δε έμειναν εκεί δια να αναγνώσουν τον Εσπερινόν. Τότε λέγει ο Λουκάς· «Βλέπεις, άγιέ μου Γέροντα, πως είναι θέλημα του Κυρίου να μαρτυρήσω; Εύρομεν Εκκλησίαν της Αγίας Βαρβάρας, ήτις είναι Μάρτυς· μας διηγήθη ο εφημέριος, χωρίς να μας γνωρίζη, το Μαρτύριον του Αγίου Θεοδώρου, από το οποίον τόσον ήναψεν η καρδία μου, ώστε δεν δύναμαι να υπομένω πλέον. Αυτά τα δύο λοιπόν είναι καλά σημεία δια τον σκοπόν μας· μόνον να κοινωνήσωμεν και να φύγωμεν χωρίς αργοπορίαν». Την επομένην ημέραν, δηλαδή την Πέμπτην, εζήτησαν και έψαλαν οι εφημέριοι ευχέλαιον και παράκλησιν, την δε νύκτα εκείνην διήλθον άϋπνοι με τα κομβοσχοίνια των εις το κελλίον του Ιερέως Παρθενίου, ίνα ετοιμασθούν δια την Αγίαν Κοινωνίαν. Έπειτα εξομολογηθείς ο Λουκάς μετά κατανύξεως και πολλών δακρύων λεπτομερώς, όσα ημάρτυσεν ως άνθρωπος, εζήτησε και τον εσταύρωσεν ο Πνευματικός με την Αγίαν λόγχην, οι δε οφθαλμοί του εφαίνοντο ως αέναος πηγή δακρύων και ούτω δακρυρροών είπε· «Γέροντά μου, δεν με λυπείσαι»; Ηρώτησε τότε εκείνος· «Τι θέλεις; Τι ζητείς παρ’ εμού»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Πολλούς λογισμούς μου έφερεν ο εχθρός, οι οποίοι ως φοβερά κύματα ταράττουσι την διάνοιάν μου· ο εις λογισμός μου λέγει· Δεν λυπείσαι την νεότητά σου, να χασης την ζωήν σου δια ματαίας ελπίδας»; Ο άλλος επιμένει, ότι όλα αυτά τα οποία σου λέγουν είναι ψεύματα και ούτε Μάρτυρες υπάρχουν, ούτε ανάστασις, ούτε κρίσις και ανταπόδοσις». Αφού δε είπε ταύτα, έπεσεν εις τους πόδας του παρακαλών να του αναγνώση ό,τι τον φωτίση ο Θεός, προς απομάκρυνσιν των βλασφήμων εκείνων λογισμών. Του ανεγνωσε τότε ο Ιερεύς τους εξορκισμούς του Μεγάλου Βασιλείου, του θείου Χρυσοστόμου και άλλας ευχάς. Έφθασε δε ο καιρός της Προηγιασμένης και η ώρα καθ’ ην έμελλον να κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων. Ενώ δε ο Λουκάς έβαλε μετάνοιαν εις τους Χριστιανούς, δια να λάβη συγχώρησιν, κατά την συνήθειαν, είδον όλοι παράδοξον πράγμα, το οποίον δεν είδον ποτέ εις άνθρωπον· το έδαφος της γης εβράχη από τα δάκρυά του. Μετά την μετάληψιν των Θείων Μυστηρίων και την Απόλυσιν ερωτά ο Βησσαρίων· «Πως έχεις, τέκνον, από τους λογισμούς»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Καλώς έχω, δοξασμένος ο Θεός. Ευθύς μετά την θείαν Κοινωνίαν διεσκορπίσθησαν και ηφανίσθησαν όλοι οι κακοί λογισμοί και τώρα είναι ήσυχος ο νους μου· μόνον ας πηγαίνωμεν εις την υπηρεσίαν μας το ταχύτερον». Μετά ταύτα ήλθον και οι δύο εις το κελλίον του εφημερίου, εκεί δε εζήτησεν ο Λουκάς να γευθούν ολίγον άρτον και να αναχωρήσουν εις τον δρόμον των· εζήτησε δε να πίουν και ολίγον οίνον, διότι ήτο πολύ εξηντλημένος από την νηστείαν και από τους κόπους, αλλά και κατάξηρος, από την αέναον ροήν των δακρύων. Πλην, ο κυρίως σκοπός του δεν ήτο να πίη οίνον δια να ενδυναμωθή με αυτόν, αλλά διότι εμελέτα κατά νουν το Σωτήριον Πάθος του Χριστού, το οποίον μετέβαινεν εθελουσίωςνα λάβη. Δια τούτο ηθέλησε να κάμη ο μακάριος το ίδιον εκείνο, το οποίον έκαμεν εις τους μαθητάς Του ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, κρατών εις τας χείρας του το ποτήριον. Διότι, όταν ο Παρθένιος έφερε τον οίνον εις την τράπεζαν, έλαβεν ο Λουκάς το ποτήριον εις την δεξιάν του και ηρώτησε τους άλλους δύο· «Πως είπεν ο Χριστός εις τους Μαθητάς Του κατά τον Δείπνον τον Μυστικόν»; Εκείνοι τότε του το ενεθύμισαν, λέγοντες· «Ου μη πίω απ’ άρτι εκ τούτου του γεννήματος της αμπέλου, έως της ημέρας εκείνης, όταν αυτό πίνω μεθ’ υμών καινόν εν τη Βασιλεία του Πατρός μου». (Ματθ. κστ: 29 ). Ας γνωρίση ο καθείς από τούτο, με ποίαν όρεξιν ή, μάλλον ειπείν, με ποίους θεϊκούς λογισμούς έφαγε τον άρτον και έπιε τον οίνον ο μακάριος Λουκάς. Ευθύς δε μετάτο γεύμα, ιδού έρχεται ο περεφημέριος Γρηγόριος και λέγει· «Εμάθετε τι έγινεν εις την πόλιν»; Απεκρίθησαν εκείνοι· «Όχι, ειπέ μας τι έγινεν»; Λέγει εκείνος· «Έφυγε το Κουτσουμπέλι με την μητέρα του και τας τρεις αδελφάς του, όλοι ομού οκτώ ψυχαί και δεν γνωρίζει κανείς που υπάγουν». Ο δε Λουκάς ερωτήσας και μαθών, ότι αυτοί οι φυγάδες ήσαν Τούρκοι και έφυγον δια να γίνουν Χριστιανοί, εχάρη υπερβολικά και εδόξασε τον Θεόν, η δε υπερβολή της χαράς τον εβίαζε να μεταβή το συντομώτερον εις τον υπέρ Χριστού θάνατον. Όθεν ηγέρθη παρευθύς και εξεδύθη τα Μοναχικά ενδύματα, δια να ενδυθή τα κοσμικά, με τα οποία έμελλε να παρουσιασθή. Πρώτον λοιπόν έβαλε κατάσαρκα το εσώρασον το Μοναχικόν, έπειτα του εφόρεσεν ο Παρθένιος αγιοταφίτικον σάβανον και με το έλαιον του Αγίου Τάφου εσχημάτισε Σταυρόν εις την κεφαλήν του, πρώτον εις το μέτωπον και μετά εις τας τρίχας της κεφαλής του. Κατόπιν έδεσε τεμάχιον υφάσματος αιματωμένου από το υποκάμισον του Αγίου Νεομάρτυρος Θεοδώρου και έπειτα του εφόρεσε τα άλλα ενδύματα. Ελθόντες δε μετά ταύτα οι τρεις ομού εις τον Ναόν της Αθληφόρου Αγίας Βαρβάρας, έψαλαν μετά κατανύξεως και δακρύων πολλών παράκλησιν προς αυτήν, αιτούντες υπέρ του Νέου Μάρτυρος Λουκά την θείαν αυτής αντίληψιν και βοήθειαν. Ακολούθως ησπάσαντο αλλήλους, ο δε ευλογημένος Λουκάς δεν ηυχαριστήθη μόνον εις τον ασπασμόν του προσώπου, αλλά πεσών εις την γην ησπάζετο μετά δακρύων τους πόδας των Ιερέων και μάλιστα του Γέροντός του Βησσαρίωνος, λέγων προς αυτόν· «Ευχαριστώ σοι, τίμιε Γέρον, δια την αγάπην την οποίαν έδειξες εις ημάς και δι’ όλα εκείνα τα οποία με επαρηγόρησες και με εστήριξες εις τον προκείμενον αγώνα». Και ο μεν Αθλητής του Χριστού Λουκάς ταπεινούμενος έλεγε ταύτα προς τους Ιερείς· εκείνοι δε τίνας λόγους έλεγον προς αυτόν; Ω τις να ήκουε τους λόγους των ή να έβλεπεν εκείνας τας πηγάς των δακρύων των και να μη συμπονέση, ή να δείξη και αυτός τους οφθαλμούς του ως δύο δακρυρρόους πηγάς! «Παύσαι, τέκνον, του έλεγον, παύσαι, αδελφέ, τι λέγεις; Ημείς οι αμαρτωλοί έχομεν χρέος να σε αγαπώμεν, διότι υπερηγάπησας τον Χριστόν και θυσιάζεις υπέρ Αυτού όλον τον εαυτόν σου. Μη ζητείς λοιπόν παρ’ ημών συγχώρησιν, συ μάλλον συγχώρησον ημάς τους αμαρτωλούς». Ο δε μακάριος Λουκάς με μεγάλην συντριβήν και ταπείνωσιν έλεγεν· «Όχι, αδελφοί, εγώ είμαι αμαρτωλός και ζητώ συγχώρησιν». Συγχρόνως έφθασε και ο άλλος εφημέριος και εξεκίνησαν και οι τέσσαρες προς την οδόν της πόλεως, οι δε εφημέριοι τους συνώδευσαν μέχρι της Εκκλησίας της Παναγίας, εις θέσιν καλουμένην Λευκολαίμη και εκεί απεχωρίσθησαν. Όταν έμειναν μόνοι, ο Ιερομόναχος Βησσαρίων μετά του Μάρτυρος Λουκά εισήλθον εις την Εκκλησίαν και αφού έψαλαν παράκλησιν, πάλιν εξεκίνησαν προς την πόλιν. Και ο μεν Μάρτυς προεπορεύετο περί το έν μίλιον έμπροσθεν, ο δε Βησσαρίων ηκολούθει όπισθεν. Αφ’ ου δε επροχώρησαν ολίγον διάστημα δρόμου, επόνεσεν η καρδία του Μάρτυρος δια τον ακολουθούντα Γέροντα, διότι και προ ολίγου μετά πόνου πολλού, συντριβής και δακρύων απεχωρίσθησαν οι ευλογημένοι· όθεν εκάθησε και τον επερίμενεν. Όταν όμως επλησίασεν ο Βησσαρίων συνέπεσε να πλησιάση μετ’ αυτού και Τούρκος τις να βαδίζουν μαζί. Δια τούτο, μολονότι ο Βησσαρίων εστοχάσθη ότι κάποιαν ανάγκην έχει ο Μάρτυς και δια τούτο εκάθησεν, εν τούτοις δεν ωμίλησε προς αυτόν ουδόλως, δια να αποφύγη την περιέργειαν του Αγαρηνού. Όθεν συνέχισε τον δρόμοντου και τον επροσπέρασεν. Ο Λουκάς όμως, βλέπων αυτόν απομακρυνόμενον, του εφώναξε· «Γέροντα, στάσου». Εκ τούτου ηννόησεν ο Αγαρηνός, ότι ήσαν συνοδοιπόροι. Όταν δε ο Μάρτυς τον έφθασε, λέγει προς αυτόν· «Ας εισέλθωμεν εις τούτον τον φραγμένον τόπον, ίνα ανταλλάξωμεν τον τελευταίον εν Χριστώ ασπασμόν και ούτω να χωρισθώμεν». Τούτου γενομένου, εστήριξε πάλιν ο Γέρων τον υποτακτικόν με όσα ήτο ανάγκη και ούτως απεχωρίσθησαν. Όταν ο Μάρτυς επροχώρησεν ολίγον διάστημα, έστρεψε πάλιν και του είπε· «Να γράψης, Γέροντα, εις την μητέρα μου να την παρηγορήσης, δια να μη λυπήται πλέον δι’ εμέ και να προσκυνήσης εκ μέρους μου τον Πνευματικόν μου πατέρα, τον Δεσπότην και όλους τους αδελφούς». Ταύτα ειπών ο Μάρτυς εξεκίνησε και εβάδιζε τον δρόμον του, ο δε Βησσαρίων έμεινεν οπίσω εις μιάς ώρας απόστασιν, έως ότου παρουσιασθή ο Μάρτυς εις το κριτήριον· ελθών δε έπειτα εις την χώραν, ηρώτα να μάθη που είναι το Διονυσιάτικον Μετόχι. Την ώραν εκείνην ιδού και έρχεται δρομαίος ο Μάρτυς, και δια να μη δώση υποψίαν εις τους παρευρεθέντας, είπε προς τον Γέροντα με σοβαρότητα· «Αββά, πόθεν έρχεσαι»; Ο δε Αββάς απεκρίθη· «Από το Άγιον Όρος». Λέγει πάλιν ο Μάρτυς· «Έχεις πολλάς ημέρας όπου ήλθες»; Απεκρίθη πάλιν εκείνος· «Τρεις». Τότε με τρόπον του είπεν ο Μάρτυς· «Θέλω, Γέροντα, να σου ομιλήσω». Ελθόντες τότε εις παράμερον τόπον λέγει ο Μάρτυς προς τον Βησσαρίωνα με συντριβήν καρδίας· «Γέροντα, το πυρ του Χριστού δεν ήναψε· τι είναι τούτο; Ποία άραγε να είναι η αιτία»; Αμέσως ο Γέρων τον ερωτά· «Πως έκαμες; Με ποίον τρόπον μετεχειρίσθης την αρχήν»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Επήγα εις τον Ναζήρ αγάν και είπον προς αυτόν· «Εγώ ηγόρασα μίαν σφραγίδα, την οποίαν μου επώλησαν ως από χρυσόν κατεσκευασμένην· όταν όμως την εδοκίμασα, εγνώρισα ότι ήτο εκ χαλκού. Παρακαλώ λοιπόν, δος μοι έγγραφον διαταγήν, να υπάγω να κριθώ με τον άνθρωπονο οποίοςμε εγέλασε». Τότε εκείνος μου είπε· «Φέρε τον άνθρωπον εδώ να κριθήτε». Του λέγω εγώ· «Δεν έρχεται». Εκείνος τότε μου λέγει· «Πάρε ένα κλητήρα να τον φέρη». Εγώ του είπον· «Δεν θέλω να κριθώ εδώ, αλλά εις τον δικαστήν». Αυτός τότε οργισθείς επήρε το τσιμπούκι του να με κτυπήση, εγώ δε ανεχώρησα εκείθεν χωρίς να είπω άλλον λόγον εις αυτόν». Ταύτα αφού ήκουσεν ο Βησσαρίων, είπεν εις τον Μάρτυρα· «Α! Δεν μετεχειρίσθης το πράγμα καλώς· ο Ναζήρ αγάς δεν δίδει διαταγήν, αλλ’ ο ιεροδικαστής του». Ταύτα ακούσας ο Λουκάς πολύ ελυπήθη και λέγει· «Και τώρα τι με συμβουλεύεις, Πάτερ, να κάμω»; Απεκρίθη εκείνος· «Ό,τι σε φωτίση ο Κύριος κάμε». Λέγει πάλιν ο Μάρτυς· «Ειπέ μοι ένα λόγον και η αγιωσύνη σου. Μήπως θα είναι καλόν να δοκιμασθώ ολίγον καιρόν ακόμη, μήπως δεν δυνηθώ να ανθέξω έως τέλους»; Ο λόγος ούτος εισήλθεν ως μάχαιρα δίστομος εις την καρδίαν του Γέροντος, διότι εθεώρησε τούτο ως σημείον δειλίας. Στενοχωρηθείς δε πολύ, δεν εγνώριζε τι να αποφασίση· θεόθεν όμως φωτισθείς, του λέγει· «Ο Χριστός όστις ίσταται επί της κεφαλής σου την ώραν ταύτην, ό,τι σε φωτίση και ό,τι σου είπη νοερώς, εκείνο κάμε». Ο λόγος ούτος εφάνη παράδοξος εις τον Μάρτυρα, αλλά και πολύ αποφασιστικός. Όθεν ηρώτησε τον Γέροντα· «Βλέπεις τον Χριστόν να ίσταται επάνω από την κεφαλήν μου»; Απεκρίθη ο Βησσαρίων· «Ναι, τον βλέπω να ίσταται άνωθέν σου και συν Αυτώ όλα τα τάγματα των Αγίων Αγγέλων, ο χορός των Αποστόλων και τα πολυάριθμα πλήθη των Αγίων Μαρτύρων· όλοι δε αυτοί αναμένουν να κάμης συ την αρχήν και εκείνοι να δώσουν το τέλος». Ενθουσιασθείς τότε ο Μάρτυς λέγει προς τον Βησσαρίωνα· «Και λοιπόν, όταν ο Χριστός είναι μαζί μου και έρχεται εις βοήθειάν μου, τότε είμαι έτοιμος. Τι λοιπόν χάνω τον καιρόν; Ευλόγησόν με και σταύρωσόν με». Ταύτα δε ειπών και ασπασθείς την δεξιάν του Γέροντος εχάθη ως αστραπή από τους οφθαλμούς του, ευθύς δε ευρέθη επάνω εις το δικαστήριον. Κατά την ώραν εκείνην ευρέθησαν εκεί και οι κλητήρες του Ναζήρ αγά. Αποταθείς δε ο Μάρτυς προς ένα εξ αυτών, είπεν· «Αδελφέ, στοχάζομαι ότι είσαι Χριστιανός». Απεκρίθη εκείνος· «Ναι, Χριστιανός είμαι». Οι άλλοι όμως κλητήρες είπον· «Ψεύματα, δεν είναι Χριστιανός». Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Εγώ τον γνωρίζω από τον χαρακτήρα του προσώπου του». Είπε δεταύτα, διότι ο εφημέριος του χωρίου Παρθένιος, του είχε περιγράψει τα γνωρίσματά του και το όνομά του. Λέγει δε προς αυτόν· «Δος μοι, αδελφέ μου, ολίγον ύδωρ». Λαβών δε αυτό εκάθισε και έπιεν. Ευχαριστήσας είτα τον Θεόν είπεν εις τον κλητήρα· «Ο Θεός να σου το πληρώση εν τη Βασιλεία των ουρανών». Ευθύς τότε παρουσιασθείς εις τον κριτήν, λέγει προς αυτόν μεγάλη τη φωνή· «Είναι δίκαιον να με γελάσουν ως να ήμην μικρόν παιδίον»; Ο κριτής τότε ηρώτησε· «Τις σε εγέλασεν»; Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Με εγέλασε κάποιος δίδων μοι μίαν σφραγίδα». Είπε δε τούτο εννοών της σαρκός την περιτομήν. Ο δε κριτής, μη γνωρίζων το συμβάν, εζήτει να ίδη την σφραγίδα. Τότε ο Μάρτυς χωρίς να χάση καιρόν, νομίζων δε δόξαν του την υπέρ Χριστού αισχύνην, έκαμεν ευθύς κίνησιν να ανοίξη το ένδυμά του, δια να δείξη δήθεν εις αυτούς την σφραγίδα. Αλλ’ όταν εκείνοι αντελήφθησαν την κίνησίν του ταύτην, κατησχύνθησαν και εφώναξαν· «Τι ζητείς να κάμης; Στάσου, στάσου»! Ο δε Μάρτυς λέγει· «Εγώ, ότε ήμην μικρόν παιδίον έως δεκατριών ετών εξηπατήθην από σας και ήλθον εις την θρησκείαν σας, μη διακρίνων ακόμη την αλήθειαν από το ψεύδος και έμεινα εις την πλάνην και την απάτην της θρησκείας σας ολίγον καιρόν, επειδή, όπως σας είπον, ήμην παιδίον ανήλικον. Αφ’ ου δε ήλθον εις ηλικίαν, εγνώρισα, ότι η θρησκεία σας δεν είναι αληθινή, αλλά απατηλή· αυτός δε, τον οποίον λέγετε προφήτην, δεν είναι προφήτης, αλλά απατεών και μυθολόγος, όστις σας ηπάτησεν όλους και τον επιστεύσατε. Πληροφορηθείς λοιπόν καλώς, ότι η θρησκεία σας είναι σκότος, την αρνούμαι έμπροσθέν σας και ομολογώ την προτέραν μου Πίστιν, την Χριστιανικήν, η οποία είναι φως αληθινόν. Και πιστεύω και προσκυνώ ως αληθινόν Θεόν τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, όστις μέλλει να κρίνη όλον τον κόσμον, ζώντας και νεκρούς, και να αποδώση εκάστω κατά τα έργα αυτού. Τούτον, αν δεν πιστεύσετε και σεις, όπως εγώ τον πιστεύω, μέλλετε να κολασθήτε». Ταύτα εκείνοι ανελπίστως ακούσαντες εσίγησαν και κανείς δεν απεκρίθη. Ο δε κριτής τον ηρώτησε· «Πόθεν είσαι»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Απ’ εδώ, εντόπιος». Ηρώτησε πάλιν ο κριτής· «Και που ήσουν έως τώρα»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Εις την Ρωσίαν». Λέγει ο δικαστής· «Πως δεν έμεινες εκεί»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Ούτω μας προστάζουν τα βιβλία μας· εκεί όπου αρνηθή κανείς την Πίστιν του, εκεί πάλιν να την ομολογήση». Ερωτά πάλιν ο δικαστής· «Ποίος σε έφερεν εδώ»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Ένα Ρωσικόν πλοίον». Ηρώτησεν ο δικαστής· «Και που εστάθμευσες»; Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Πουθενά δεν εστάθην, αλλά κατ’ ευθείαν ήλθον εδώ». Στρέφει τότε ο δικαστής προς τους άλλους, και λέγει· «Είναι τρελλός, ίδετε αν γνωρίζη τα υποδήματά του». Τρέχει τότε έξω ο Μάρτυς και αρπάσας τα υποδήματά του τα φέρει έμπροσθέν του λέγων· «Δεν είμαι τρελλός, όπως με λέγεις· ιδού τα υποδήματά μου, τα οποία ηγόρασα από την Κωνσταντινούπολιν». Ο δε κριτής, ιδών την πράξιν του Αγίου, είπε· «Σε λυπούμαι, παιδί μου, και αν δεν με υπακούσης, έχεις να δοκιμάσης πολλά μαρτύρια, τα οποία δεν ήκουσες έως τώρα. Συλλογίσου λοιπόν καλά». Λέγει ο Μάρτυς· «Εγώ πρώτον εσυλλογίσθην όλας αυτάς τας τιμωρίας, τας οποίας ημπορείτε να μου κάμετε, και έπειτα ήλθα· λοιπόν ό,τι έχετε να μου κάμετε, κάμετέ το μίαν ώραν πρωτύτερα και χωρίς αργοπορίαν, επειδή εγώ δεν αρνούμαι την καθαράν και αμώμητον Πίστιν μου, διότι είμαι Χριστιανός και Χριστιανός θέλω να αποθάνω· τον Χριστόν μου προσκυνώ, τον Χριστόν μου ποθώ· εδώ όπου ασυλλόγιστα τον ηρνήθην, εδώ πάλιν τον ομολογώ τώρα και τον κηρύττω με ελευθέραν και καθαράν την σκέψιν μου». Οι Αγαρηνοί τότε του υπεσχέθησαν πολλά και πλούσια δώρα, δια να τον απατήσουν, έπειτα δε τον ηπείλησαν με φοβεράς τιμωρίας, δια να τον τρομάξουν· αλλ’ ο Μάρτυς έμεινεν εις όλα ως αδάμας στερρότατος και η γνώμη του καθόλου δεν μετεβάλλετο. Η δε διαλογική συζήτησις μεταξύ των τυράννων και του Μάρτυρος δεν είναι πλάσμα των ιδικών μας στοχασμών, αλλά είναι αληθής και πραγματική, επειδή ο Χριστιανός εκείνος κλητήρ του Ναζήρ αγά, τον οποίον ανωτέρω ανεφέραμεν ότι ανέπαυσε τον Άγιον και του έδωσε και έπιεν ύδωρ, Ιωάννης ονόματι, ήτο εκεί παρών και μετά μεγάλης προσοχής ήκουσε τα λεχθέντα. Ο δε κριτής και οι μετ’ αυτού, ιδόντες το αμετάθετον της γνώμης του Μάρτυρος, επρόσταξαν να τον δέσουν και να τον οδηγήσουν εις την οικίαν του Ναζήρη. Αλλ’ ο Μάρτυς δεν εδέχθη τούτο, ειπών· «Διατί να με δέσετε; Εγώ ήλθον αυτόκλητος, χωρίς να με ζητήσετε, και τώρα φοβείσθε μήπως φύγω; Εγώ, με την θέλησίν μου μεταβαίνω όπου θέλετα». Μετά τους λόγους τούτους δεν τον έδεσαν, αλλά τον εκράτει εις μόνον εκ των συνοδών του, οι δε άλλοι ηκολούθουν. Ενώ δε ο Άγιος εβάδιζεν εις την οδόν, εζήτει και έδιδε συγχώρησιν εις τους Χριστιανούς, τους οποίους συνήντα. Ο δε Γέρων και συνοδίτης του, Ιερομόναχος Βησσαρίων, έχων πόθον να τον ίδη, παρέμεινε πλησίον της οικίας του Ναζήρη. Όταν δε είδεν αυτόν ο Μάρτυς εστέναξε μέγαν και βαρύν στεναγμόν, αλλά δεν ήτο δυνατόν να του ομιλήση. Εκείνος δε, ιδών το πρόσωπον του Μάρτυρος, υπερεθαύμασε, διότι έλαμπε θαυμασίως και υπερφυώς. Έδειξε δε τούτο ο Θεός εις τον Βησσαρίωνα, ίσως δια να ειρηνεύση τους τεταραγμένους λογισμούς του ως προς το άδηλον τέλος του Μάρτυρος. Όταν δε έφθασαν εις την οικίαν του Ναζήρη και ήρχισαν ανερχόμενοι την κλίμακα αυτής, κατήρχετο εξ αυτής ο Μητροπολίτης της Μυτιλήνης, συνοδευόμενος υπό τινων Ιερέων και δημογερόντων, τους οποίους είχε καλέσει ο Ναζήρης προς εξέτασιν δια την φυγήν της τουρκικής οικογενείας. Ο Μάρτυς τότε, κύψας ταπεινώς την κεφαλήν, είπε προς τον Αρχιερέα· «Ποίησον, Δέσποτα Άγιε, υπέρ εμού του αμαρτωλού δέησιν προς Κύριον». Τούτο ιδόντες και ακούσαντες οι επάρατοι συνοδοί του Αγίου ώρμησαν όλοι κατ’ επάνω του, ως άγρια θηρία και εκτύπων αυτόν εις την κεφαλήν, εις το πρόσωπον ή όπου ο καθείς ηδύνατο. Ωθούντες δε και σύροντες αυτόν, τον έφεραν εις τον προθάλαμον όπου τον επρόσταξαν να μένη γονατιστός. Έμενε λοιπόν εκεί ο Μάρτυς χαίρων και αγαλλόμενος, έως να τον ζητήση ο αγάς. Ο δε Μητροπολίτης και οι δημογέροντες ησθάνοντο πολλήν λύπην και φόβον και έλεγον συνομιλούντες μεταξύ των· «Η μία φωτιά ήναψεν επάνωεις την άλλην και ο Θεός να κάμη το έλεός του εις ημάς». Αλλά παρ’ όλους αυτούς τους φόβους, ο ευλογημένος Αρχιερεύς δεν έλειψεν από το χρέος του, αλλ’ έστειλε παρευθύς ευχετικά και προτρεπτικά γράμματα εις τας Εκκλησίας, να ψάλλουν παρακλήσεις εις την Θεοτόκον, λέγοντες τον στίχον· «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησον τον δούλον σου». Τα ίδια έκαμαν και εις τα χωρία και όλη σχεδόν η νήσος κατά τον ίδιον τρόπον εμερίμνα, διότι πανταχού έφθασεν η περί του Μάρτυρος είδησις. Όθεν όλοι οι άλλοι ούτω καθ’ υπερβολήν εφοβούντο, ο δε του Κυρίου στρατιώτης παρουσιάσθη τελείως απτόητος και με όλον το θάρρος εις τον Ναζήρην, όστις είχε μάθει όσα είπεν ο Μάρτυς εις τον κριτήν, ως και όσα εκείνος είπε προς τον Μάρτυρα. Δεν τον ηρώτησε λοιπόν τίποτε δι’ αυτά, αρχίσας ως εξής την ομιλίαν· «Συ, είπεν, ήλθες πρωτύτερα να ζητήσης γραπτήν βεβαίωσιν από εμέ· τώρα δε τι είναι αυτά τα οποία ήκουσα περί σού; Έλα εις τον νουν σου, παιδί μου, έλα εις την πίστιν μας, αν θέλης να σε τιμήσω και να σου προσφέρω ό,τι αγαπάς και ό,τι επιθυμείς και, εάν υπακούσης εις εμέ, θα σε έχω ωσάν υιόν μου. Γνώριζε όμως ότι, αν παρακούσης, έχω να σου κάμω πολλάς και σκληράς τιμωρίας». Προς τους λόγους τούτους του Ναζήρη ο Μάρτυς απεκρίθη χωρίς ουδεμίαν συστολήν ή φόβον, ειπών· «Γνώριζε και συ ότι, όσα κακά και αν μου κάμης, έστω και μυρίας βασάνους, δεν είναι δυνατόν να με χωρίσης από τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν». Ταύτα λέγοντος του Μάρτυρος ήλθε πρόσκλησις εις τον Ναζήρην να υπάγη εις το δικαστήριον, όπου επρόκειτο να αναγνωσθή βασιλική διαταγή, ήτις μόλις είχε ληφθή. Του έλεγον δε να φέρη μαζί του και τον Μάρτυρα, να εξετασθή εκεί εις το δικαστήριον, όπου ήτο πλήθος Αγαρηνών συνηθροισμένον από τρεις κωμοπόλεις της νήσου, ήτοι την Καλλονήν, την Μόλυβδον και την πόλιν της Μυτιλήνης. Τούτου γενομένου παρεστάθη πάλιν ο Μάρτυς εις τρίτην εξέτασιν εμπρός εις όλον εκείνο το πλήθος. Περισσότερον από δύο ώρας τον ανέκριναν εκεί, μεταχειριζόμενοι υποσχέσεις, κολακείας και απειλάς, χωρίς όμως βάσανα, αυτός δε, ο αξιοθαύμαστος, αφόβως και με υπερφυσικήν γενναιότητα και ανδρείαν απεκρίνετο εις όλους. Και τόσον σοφώς και θαυμασίως διελέγετο περί της ημετέρας Πίστεως και τόσον φανερώς και ασυστόλως ήλεγχε το ψεύδος της αντιθέου θρησκείας των Αγαρηνών, ώστε εκείνοι οι ίδιοι οι εχθροί εθαύμαζον διερωτώμενοι που και πότε έμαθεν εν παιδίον τόσην σοφίαν, επειδή ηγνόουν, οι άφρονες, την Κυριακήν υπόσχεσιν την λέγουσαν· «Το γαρ Άγιον Πνεύμα διδάξει υμάς εν αυτή τη ώρα, α δει ειπείν» (Λουκ. ιβ: 12), ως και το, «Εγώ γαρ δώσω υμίν στόμα και σοφίαν, η ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν» (Λουκ κα: 15 ).Εθαύμαζον μεν διότι δεν ηδύνατο να τον αποστομώσουν, εξεπλήσσοντο δε και ηγανάκτουν τόσον δια την παρρησίαν και την αφοβίαν του, όσον και δια τους πολλούς και πικρούς ελέγχους της ανοσίου θρησκείας των, καθώς και δια τας εξουθενώσεις εκείνου του απατεώνος ψευδοπροφήτου των. Τέλος πάντων κατησχυμμένοι οι Αγαρηνοί και μη έχοντες τι άλλο να κάμουν, είπον προς τον Άγιον· «Τρεις ημέρας σου δίδομεν προθεσμίαν και στοχάσου καλώς ή να έλθης εις την πίστιν μας, την οποίαν μόνος σου εζήτησες και εδέχθης ως καλήν, ή έχεις να πάθης πολλά και δεινά βασανιστήρια, εάν επιμείνης εις το πείσμα σου». Είτα παραλαβόντες αυτόν οι υπηρέται, τον έρριψαν εις την φυλακήν και ησφάλισαν τους πόδας του εις το ξύλον. Αφού ταύτα εγένοντο, λέγει ο κριτής προς τους παρισταμένους· «Αυτά τα πράγματα άλλος δεν τα κάμνει παρά ο Δεσπότης και οι δημογέροντες· αυτοί κάμνουν τους Τούρκους Ρωμαίους και μας προξενούν τόσην ατιμίαν». Τούτον τον λόγον ακούσας ο Τούρκος, δια τον οποίον προείπομεν ότι τους έφθασαν εις την οδόν, είπεν· «Εγώ γνωρίζω τον Μοναχόν, ο οποίος τον έφερεν εδώ και προ ολίγου τον είδον εις την θύραν του Ναζήρ αγά και αν αγαπάτε να σας τον φέρω εδώ». Τούτο βεβαίως ήτο οικονομία Θεού, δια να μη πέση η κατηγορία εις τους Μυτιληναίους και διωχθούν όλοι αγρίως, αλλά να φανερωθή ότι ξένος άνθρωπος τον έφερεν εκεί. Ο δε ευλογημένος εκείνος Βησσαρίων περιεφέρετο εκεί πλησίον, δια να μάθη τι έγινεν. Επίσης και ο Νικόλαος, ο οποίος τους έφερεν από το Άγιον Όρος. Δια να μανθάνη και εκείνος τα γεγονότα, έφερεν εμπόρευμα και το επώλει εκεί πλησίον εις την οικίαν του Ναζήρη. Ο Βησσαρίων τότε είχε πλησιάσει εκεί, προφασιζόμενος δε ότι βλέπει το εμπόρευμα του Νικολάου, ετόλμησε και ολίγον κατ’ ολίγον εισήλθεν εντός της θύρας του δικαστηρίου. Τον είδεν όμως ο επί κεφαλής των φυλάκων και αφού του έδωκε με πολύν θυμόν δύο ραπίσματα εις το πρόσωπον, απωθών αυτόν με αγριότητα, τον έβγαλεν έξω. Δεν τον έμελεν όμως και θα ήτο ευχαριστημένος να πάθη πολλά, αρκεί μόνον να μη απομακρυνθή από τον τόπον εκείνον, έως ότου μάθη και ίδη το τέλος. Διότι πολύ έτρεμεν η καρδία του, επειδή δεν εγνώριζε τι έμελλε να ακολουθήση. Αν δε ο Νικόλαος δεν ήθελεν ακούσει τα λεχθεντα περί αυτού εις το δικαστήριον και δεν είχεν εγκαίρως ειδοποιήσει αυτόν περί τούτου και αν δεν είχεν απομακρυνθή από εκεί και δια της βίας βεβαίως ήθελε πέσει εις τας χείρας των ζητούντων Αγαρηνών ο Βησσαρίων. Ο δε Αρχιερεύς έστειλε τον Ιωάννην, τον οποίον πολλάκις ανεφέραμεν, τον κλητήρα του Ναζήρη, εις την φυλακήν, όστις ηρώτησε τον Μάρτυρα μήπως ήθελε να μεταλάβη. Του έστειλε δε και χαρτίον και μελάνην, δια να γράψη το όνομά του και την πατρίδα του. Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Προσκυνώ τον άγιον Δεσπότην και τον παρακαλώ να λάβη την φροντίδα να μου αποστέλλη την Αγίαν Κοινωνίαν από αύριον καθ’ εκάστην ημέραν, διότι σήμερον εκοινώνησα εις τα Πάμφυλα, αυτά δε τα οποία ζητεί να γράψω, θα τα πληροφορηθή από τον Γέροντά μου, όστις ευρίσκεται εις το Διονυσιάτικον Μετόχι». Έπειτα λέγει προς τον Ιωάννην· «Αδελφέ, εάν ήτο τρόπος να έλθη τις Χριστιανός εδώ εις την φυλακήν προς παρηγορίαν μου, πολύ θα το ήθελον». Τούτο ακούσαντες οι δημογέροντες εφρόντισαν και εύρον πρόθυμον τινά Χριστιανόν, Χίον, Ευστράτιον ονόματι, τον οποίον δήθεν εφυλάκισαν δια να πληρώση τον οφειλόμενον φόρον του. Τούτου γενομένου εχάρη καθ’ υπερβολήν ο Μάρτυς, αλλά μετ’ ολίγον ελυπήθη και πάλιν, διότι φύλαξ τις είπεν εις τον Ναζήρην· «Γνώριζε, αυθέντα, ότι αυτόν τον άνθρωπον δεν τον εφυλάκισαν οι δημογέροντες δια τον φόρον, αλλά τον έβαλον μέσα, δια να στηρίζη το παιδίον εις την πίστιν των»! Όθεν ο Ναζήρης επρόσταξεν ευθύς και τον απεφυλάκισαν. Ως δε έμαθεν ο Μάρτυς την προδοσίαν του Αγαρηνού, εστέναξε και είπεν· «Η θεία Δίκη να τον εύρη». Και, ω του θαύματος! ευθύς διωγκώθη το πρόσωπόν του, ωσάν από ανεμοπύρωμα, τον κατέλαβε μέγας παροξυσμός και τόσον εχειροτέρευσεν, ώστε και εκείνος ο ίδιοςτο εννόησε και απορών εσυλλογίζετο πόθεν του ήλθε. Μετά τούτο λέγει ο Μάρτυς προς τον Ιωάννην· «Αδελφέ, δεν θέλω πλέον παρηγορίαν εξ ανθρώπων, διότι έχω την Θεοτόκον παρηγορούσαν με». Ούτως άμεινεν εις την σκοτεινήν φυλακήν, χαίρων και δοξάζων τον Θεόν. Ο δε αγάς πολύ συχνά τον εκάλει και με κολακείας και υποσχέσεις προσεπάθει να αλλάξη την γνώμην του, έπειτα δε τον εστενοχώρει και με απειλάς. Αλλ’ αυτός ο γενναίος εφαίνετο ως αδάμας στερρότατος. Είχεν όμως φροντίδα και δια τον Γέροντά του. παρεκάλεσε λοιπόν τον Ιωάννην να μεταβή εις την κατοικίαν του, δια να τον παρηγορήση και να είπη εις αυτόν ότι είναι ακλόνητος και να μη φοβήται, μόνον να παρακαλή τον Θεόν να τον βοηθήση μέχρι τέλους. Αλλ’ όταν ο Ιωάννης επέστρεψε και του είπεν ότι δεν τον ευρήκεν, ελυπήθη ο Μάρτυς, νομίσας ότι έφυγε πριν ή μάθη το ποθούμενον τέλος του. Τον έστειλε δε εκ δευτέρου, ίνα τον αναζητήση μήπως και τον εύρη. Αφού λοιπόν ο Ιωάννης τον ανεζήτησεν επ’ αρκετόν, εύρε τούτον τον ευλογημένον προσευχόμενον ασκεπή, μετά θερμών δακρύων. Μαθών δε ο Μάρτυς τα του Γέροντός του, εχάρη και ηυχαρίστησε τον Ιωάννην, δια την χάριν την οποίαν του έκαμε. Τέλος, αφ’ ου συνεπληρώθη η προθεσμία των τριών ημερών και έμενε στερεός και ακλόνητος ο Μάρτυς, το Σάββατον εκείνο ο Ναζήρης εκάλεσε τον Μητροπολίτην και είπε προς αυτόν· «Το παιδίον τούτο απεφασίσαμεν να κρεμάσωμεν, αν δε σας φανή καλόν, κάμετε εκείνο το οποίον εκάμετε και δια τον άλλον». Είπε δε ταύτα ο Ναζήρης εννοών τον Άγιον Νεομάρτυρα Θεόδωρον. Διότι όλα τα τότε συμβάντα εις αυτόν διηγήθησαν εις τον Ναζήρην οι εντόπιοι και τα εγνώριζεν. Ο δε Αρχιερεύς απήντησε· «Βάλε φύλακας και δι’ εκείνον, όστις θα τολμήση να πλησιάση εκεί, ας είναι θάνατος η τιμωρία». Με τον λόγον τούτον ησύχασε και ημέρωσεν αυτόν. Έπειτα στέλλει γράμματα, δια να αναγνωσθούν εις όλας τας Εκκλησίας και κηρύττει να μη τολμήση τις να πλησιάση εις το άγιον Λείψανον, διότι κατά την απόφασιν του Ναζήρ αγά, η ποινή του παραβάτου δεν θα είναι χρηματική, αλλά χωρίς αμφιβολίαν θάνατος. Την Κυριακήν το πρωϊ λέγει πάλιν ο Ναζήρης εις τον Μάρτυρα· «Η απόφασίς σου εξεδόθη και σε καταδικάζει να κρεμασθής. Αλλάεγώ πολύ σε λυπούμαι και θα ήθελες κάμει καλά, να με ακούσης· συλλογίσου, διότι δεν έχεις πλέον καιρόν». Ο Μάρτυς όμως με γενναίον φρόνημα απεκρίθη· «Εάν λοιπόν με λυπήσαι, καθώς λέγεις, στείλε με μίαν ώραν ενωρίτερον εις τον Χριστόν μου, δια να πιστεύσω και εγώ ότι πράγματι με λυπείσαι και θέλεις το καλόν μου». Όταν ήκουσεν εκείνος τούτο, απηλπίσθη τελείως και επρόσταξε να τον πάρουν να τον κρεμάσουν. Παραλαβόντες τότε αυτόν οι υπηρέται, ως και πλήθος πολύ εκ των Αγαρηνών, τον συνώδευον εις τον τόπον της καταδίκης. Εκεί ο Μάρτυς εζήτησε να τον αφήσουν να απομακρυνθή ολίγον δια δήθεν σωματικήν του ανάγκην. Ούτοι δε παρέδωκαν αυτόν εις τον Ιωάννην, ίνα τον φυλάττη. Ευθύς δε, ως εχωρίσθη από τους πολλούς, έκαμε τρεις μεγάλας μετανοίας και δώδεκα μικράς, δεηθείς εις τον Θεόν δι’ όλους τους Χριστιανούς και εξαιρέτως δια τους κοπιάσαντας υπέρ αυτού, ευχαριστήσας δε τον Χριστόν, διότι τον ηξίωσε να ομολογήση το όνομά Του το Άγιον ενώπιον των ασεβών, λέγει προς τον Ιωάννην· «Πολύ λυπούμαι, αδελφέ, διότι δεν με εβασάνισαν· εγώ επεθύμουν να πάθω πολλά και κατόπιν να με καύσουν, τίποτε όμως δεν μου έκαμαν». Ταύτα ακούσας ο Ιωάννης, εθαύμασε και λέγει εις τον Άγιον· «Αδελφέ, μη λυπείσαι δια τούτο, διότι όσα ήθελεν ο Θεός να πάθης, τόσα έπαθες· είναι άλλωστε τίποτε σκληρότερον από τον θάνατον»; Τότε ο Μάρτυς επέστρεψε προς τους συνοδούς του και εβάδιζεν ο μακάριος με προθυμίαν πολλήν προς το Μαρτύριον. Ενώ δε έσπευδεν, επάτησε την πτέρναν ενός εξ αυτών, εκείνος δε στρέψας λέγει προς τον Μάρτυρα· «Εις γάμον υπάγεις και τρέχεις ούτω; Ή εις κανέν περιβόλιον να ξεφαντώσης»; Ο δε Μάρτυς απήντησεν· «Αν εγνώριζες που υπάγω εγώ και που έχεις να υπάγης συ, θα έτρεχες να φθάσης πρωτύτερα από εμέ, αλλά μετά θάνατον θα ίδης που έχω να υπάγω εγώ και που έχεις να υπάγης συ· διότι, εάν μείνης Τούρκος μέχρι τέλους, θέλεις άθλιε, καταδικασθή εις το σκότος του Άδου το εξώτερον». Προς ταύτα ο Τούρκος δεν απεκρίθη, αλλ’ εσιώπησεν. Επειδή δε εκείνοι ήθελον να τον κρεμάσουν εις την τουρκικήν συνοικίαν, τους κατέπεισεν ο ευλογημένος Ιωάννης, όστις ήτο πάντοτε αχώριστος από τον Μάρτυρα, και τον έφεραν εκεί όπου κατώκουν Χριστιανοί δια να τον κρεμάσουν. Ευθύς δε ως έφθασεν εκεί, εκρέμασαν πρώτον το σχοινίον, δια να ίδη και τρομοκρατηθή ο Άγιος, έπειτα δε επέρασαν την θηλειάν εις τον λαιμόν του, μετ’ ολίγην δε ώραν του λέγει ο επί κεφαλής της συνοδείας· «Κάμε μετάνοιαν, διότι θα σε κρεμάσω». Όμως ο Μάρτυς απήντησε· «Τον Χριστόν μου προσκυνώ και πιστεύω». Άλλος τότε του είπε· «Ας έλθη ο Χριστός να σε σώση». Απεκρίθη ο Μάρτυς· «Δεν θέλω να με λυτρώση εδώ, θέλω να αποθάνω δια την αγάπην Του». Τέλος πάντων έσυραν το σχοινίον και τον εκρέμασαν. Προσευχόμενος δε, χωρίς να ταραχθή ή να κινηθή κανέν μέλος του σώματός του, παρέδωκεν εν ειρήνη την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού και έλαβε παρ’ αυτού του Μαρτυρίου τον στέφανον εις τους χιλίους οκτακοσίους δύο χρόνους από Χριστού, Μαρτίου κγ΄ (23η), ημέρα Κυριακή, ώρα Δευτέρα. Εκρέματο δε εκεί το ιερώτατον του Αγίου σώμα τρεις ημέρας και τρεις νύκτας πεπληρωμένον Χάριτος θείας. Οι οφθαλμοί του και το στόμα του ήσαν κεκλεισμένα, φαινόμενον ως να εκοιμάτο και όχι ότι ήτο σώμα νεκρόν. Διετηρείτο δε λευκότατον ως κρίνον, χωρίς να πάθη τίποτε από ό,τι πάσχουν τα νεκρά σώματα. Ούτε μυίαι, ούτε κανέν άλλο ζωϋφιο επλησίασε να το εγγίση. Το δε θαυμασιώτερον όλων ήτο η άρρητος ευωδία, ήτις εξήρχετο εκ του αγίου τούτου σώματος. Ταύτα μαθών ο ευλογημένος Γέρων αυτού, εξεδύθη τα αγιορείτικα ράσα και ενεδύθη τα του εφημερίου, δια να μη γνωρίζεται και έσπευσεν ίνα ίδη το άγιον Λείψανον. Ουχί δε μόνον άπαξ έπραξε τούτο, αλλά πολλάκις, παρακινούμενος από την άρρητον εκείνην πνευματικήν ευωδίαν, την οποίαν ησθάνετο. Έχαιρε δε και ηγάλλετο και εδόξαζεν εξ όλης ψυχής τον εν τοις Αγίοις αυτού δοξαζόμενον Θεόν. Κατά την ημέραν μάλιστα του Ευαγγελισμού, απορρίψας πάντα φόβον, εκάθησε πλησίον του αγίου Λειψάνου από της έκτης ώρας της ημέρας μέχρι της ενάτης δια να αισθάνεται την ευωδίαν εκείνην. Οι δε λοιποί Χριστιανοί, διστάζοντες να πλησιάσουν και να δείξουν την προς τον Μάρτυρα ευλάβειάν των, διότι εφοβούντο τους Αγαρηνούς φύλακας, διέβαινον εκείθεν, ίνα βλέπουν μόνον το άγιον Λείψανον και να αισθάνωνται την εξ αυτού ευωδίαν, δοξάζοντες τον Θεόν, διότι ενίσχυσεν εν τοιούτον παιδίον να αγωνισθή, να νικήση και να καταισχύνη τους ορατούς και αοράτους εχθρούς. Μετά τρεις ημέρας καταβιβάσαντες οι Αγαρηνοί το άγιον Λείψανον έθεσαν αυτό επί πλοίου και ανήχθησαν εις το πέλαγος. Έφερον δε μεθ’ εαυτών και πέτραν μεγάλην βάρους ογδοήκοντα περίπου οκάδων, την οποίαν αφού έδεσαν εις τον λαιμόν του Αγίου, ανεσήκωσαν με κόπον πολύν την πέτραν μετά του Αγίου Λειψάνου και τα έρριψαν εις την θάλασσαν, εις βάθος υπέρ τας τριάκοντα οργυιάς, δια να μη το εκβάλη η θάλασσα έξω εις την ξηράν και το εύρουν οι Χριστιανοί. Αλλά και εδώ ηξίωσε θαύματος ο Θεός τον νέον αυτού Μάρτυρα. Διότι το μέγα εκείνο βάρος της πέτρας εσύρετο υπό του αγίου Λειψάνου ως να ήτο ελαφρότατον πτερόν και εις θαυμασμόν και έκπληξιν των ορώντων Χριστιανών και Αγαρηνών έπλεεν επάνω εις τα κύματα της θαλάσσης. Έξαφνα δε την ώραν εκείνην πνεύσας άνεμος φοβερώτατος, τόσον ετάραξε την θάλασσαν, ώστε εάν δεν ήσαν Χριστιανοί εις το πλοίον, ήθελε τούτο ευθύς καταποντισθή. Και οι μεν Χριστιανοί είχον την ελπίδα της σωτηρίας των εις τον Άγιον, οι δε Τούρκοι εταράχθησαν πολύ νομίζοντες ότι έχασαν τας φρένας των, με το να βλέπουν τόσον παράδοξα γεγονότα. Διότι η φοβερά εκείνη τρικυμία εγένετο πέριξ μόνον του πλοίου, το δε άλλο πέλαγος ήτο όλον ήσυχον και ατάραχον· ο άνεμος ήτο σφοδρότατος και το πλοίον με όλα τα ιστία του ανοικτά έμενεν ακίνητον και ατάραχον, αν και από όλα τα μέρη το εσκέπαζον τα φοβερά εκείνα κύματα. Ταύτα βλέπων ο υπαξιωματικός της φρουράς, υπό φόβου και τρόμου ανεκδιηγήτου καταληφθείς, εστράφη προς τον ειρημένον Χριστιανόν φύλακα και είπεν προς αυτόν· «Τι είναι τούτο, Γιαννάκη»; Ο δε καλός εκείνος Ιωάννης απεκρίθη προς αυτόν· «Δεν εννοείς τι είναι; Βλέπεις εις όλον το πέλαγος ησυχίαν, εδώ μόνον φυσά άνεμος και είναι τρικυμία και ερωτάς ακόμη τι είναι; Οργή Θεού είναι και θα μας καταποντίση· επειδή αυτός, τον οποίον ερρίψατε εις την θάλασσαν, είναι άνθρωπος του Θεού και έπρεπε να τον αφήσετε να τον θάψουν οι Χριστιανοί». Λέγει ο υπαξιωματικός· «Και εγώ το ήθελον, όπως και ο αγάς, να τον δώσωμεν εις τους Χριστιανούς, δια να πάρωμεν χρήματα, αλλά τι να κάμωμεν αφού δεν ήθελον οι εντόπιοι»; Εν τέλει όμως η θάλασσα έρριψεν έξω το πλοίον, το οποίον συνετρίβη και με πολύν κίνδυνον εσώθησαν οι άνθρωποι· το δε Άγιον Λείψανον δια της θείας Προνοίας ερρίφθη έξω κατά την νύκτα εκείνην και το εκήδευσαν κρυφίως οι Χριστιανοί. Ο δε ευλογημένος Ιερομόναχος Βησσαρίων, αγνοών τούτο, έχαιρε μεν δια την λαμπράν νίκην του Μάρτυρος, έτι δε και διότι εξεπλήρωσε την εντολήν του Πνευματικού Πατρός Ανανίου, όστις του είχε παραδώσει τον Μάρτυρα, ίνα τον επιμεληθή έως θανάτου και με χαρμόσυνα δάκρυα εδόξαζε τον Θεόν δια πάντα τα γενόμενα, αλλά ελυπείτο, καθ’ υπερβολήν, δια την στέρησιν του αγίου Λειψάνου. Κατά την νύκτα όμως, εμφανισθείς εις αυτόν καθ’ ύπνον ο Άγιος, του λέγει· «Μη λυπείσαι, Πάτερ· είμαι έξω από την θάλασσαν». Ερευνήσας δε την επαύριον, έμαθεν ότι εξήλθε το άγιον Σώμα και το ενεταφίασαν κρυφίως· πλην όμως, παρ’ όλον ότι το άγιον Λείψανον ήτο κεκρυμμένον, όμως η εν αυτώ θεία Χάριςεφαίνετο και ενήργει θαυματουργίας εις τους πιστούς και ακούσατε. Ο Ιωάννης, τον οποίον πολλάκις ανεφέραμεν, είχεν ανασπάσει τρίχας τινάς από την κεφαλήν του Μάρτυρος μέσα εις το πλοίον και δύο ονύχια του ποδός του. Είχεν επίσης λάβει και πρότερον, ζώντος του Αγίου, το μανδήλιον δια του οποίου εσπόγγιζε τα αέναα δάκρυά του, τον σκούφον του και μίαν ζώνην του Αγίου, την οποίαν είχε δώσει εις αυτόν ο συνοδίτης του Ιερεύς Βησσαρίων, ήτις ήτο κατεσκευασμένη από τας τρίχας της κεφαλής του, αι οποίαι έφευγον ενώ εκτενίζετο κατάτην ημέραν όπου ήθελε λειτουργήσει. Αυτά όλα κατέχων ο Ιωάννης έδωκεν εις πολλούς, ως και εις τους δύο εφημερίους του χωρίου Πάμφυλα, Παρθένιον και Γρηγόριον, οίτινες είχον λάβει από τον ίδιον τον Μάρτυρα το κομβοσχοίνιόν του. Συνέβη λοιπόν, μετά τον θάνατον του Αγίου, να πάθη συγγενής τις του Ιερέως Παρθενίου δεινήν ασθένειαν· έγινε φρενοβλαβής και ήτο πλέον αποφασισμένος από τους ιατρούς δια θάνατον. Ο δε Παρθένιος, ψάλλων αγιασμόν και βρέξας τα ειρημένα άγια Λείψανα εντός του ηγιασμένου ύδατος, επότισε τον ασθενή· και, ω της προς Θεόν παρρησίας του Μάρτυρος! Ο αποφασισμένος εις θάνατον και ήδη νεκρωμένος ανεκάθισε παρευθύς και εζήτησε φαγητόν και έφαγεν, εις το εξής δε έχαιρε πλήρους υγείας δοξάζων τον Θεόν και τον θαυματουργόν αυτού ιατρόν Λουκάν. Αλλά και άλλην παράδοξον ιατρείαν ετέλεσε κατά τας ημέρας εκείνας ο Μάρτυς δια της χάριτος των αγίων Λειψάνων του. Γυνή τις είχεν κρατημένον και ξηρόν από ημιπληγίαν ολόκληρον το εν μέρος του σώματος, τον ένα πόδα και την μίαν χείρα. Το δε χειρότερον, είχε πόνους φρικτούς και νυχθημερόν εφώναζε με μεγάλας φωνάς από τους πόνους. Προς θεραπείαν της ανέγνωσαν τα τέσσαρα Ευαγγέλια και έκαμαν όσα ιατρικά ηδυνήθησαν, αλλά καμμίαν θεραπείαν δεν έλαβεν, αντιθέτως μάλιστα οι πόνοι ηύξανον από ημέρας εις ημέραν. Αλλ’ η τόσον κακώς έχουσα γυνή, ευθύς ως την εσταύρωσεν ο εφημέριος Γρηγόριος με τα ειρημένα άγια του Μάρτυρος Λείψανα, ευθύς ιατρεύθη και έγινε καλά, ευχαριστούσα τον Θεόν και τον θείον αυτού Νεομάρτυρα Λουκάν· ου ταις αγίαις πρεσβείαις ρυσθείημεν και ημείς πάντες των σωματικών και ψυχικών παθών και των αιωνίων βασάνων του Άδου και αξιωθείημεν της Βασιλείας των ουρανών, Χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Ω η δόξα και το κράτος, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΔ΄ (24η) Μαρτίου, Προεόρτια του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου και μνήμη του Οσίου Πατρός ημ
Τη ΚΔ΄ (24η) Μαρτίου, Προεόρτια του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου και μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΑΡΤΕΜΟΝΟΣ Επισκόπου Σελευκείας της εν Πισιδία.
Αρτέμων ο μακάριος Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Σελευκείας της Πισιδίας, ένθα εγεννήθη και ανετράφη κατά τους χρόνους των ιερών Αποστόλων. Όθεν, όταν ο μακάριος Απόστολος Παύλος περιεπάτει εις εκείνα τα μέρη κηρύττων τον λόγον του Ευαγγελίου, εύρε τον Άγιον Αρτέμονα και κατέστησεν αυτόν Επίσκοπον, ποιμένα και διδάσκαλον της πόλεως εκείνης, επειδή δεν έπρεπεν ο λύχνος να κρύπτεται υπό τον μόδιον. Καλώς λοιπόν ποιμάνας το ποίμνιόν του ο Άγιος και γενόμενος εις πάντας τους έχοντας ανάγκην λιμήν σωτηρίας, των χηρών και των ορφανών προνοητής και των πτωχών βοηθός και ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, και με τοιαύτα θεάρεστα έργα διελθών την ζωήν του ο τρισόλβιος, εις γήρας βαθύ απήλθε προς Κύριον.
Αρτέμων ο μακάριος Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Σελευκείας της Πισιδίας, ένθα εγεννήθη και ανετράφη κατά τους χρόνους των ιερών Αποστόλων. Όθεν, όταν ο μακάριος Απόστολος Παύλος περιεπάτει εις εκείνα τα μέρη κηρύττων τον λόγον του Ευαγγελίου, εύρε τον Άγιον Αρτέμονα και κατέστησεν αυτόν Επίσκοπον, ποιμένα και διδάσκαλον της πόλεως εκείνης, επειδή δεν έπρεπεν ο λύχνος να κρύπτεται υπό τον μόδιον. Καλώς λοιπόν ποιμάνας το ποίμνιόν του ο Άγιος και γενόμενος εις πάντας τους έχοντας ανάγκην λιμήν σωτηρίας, των χηρών και των ορφανών προνοητής και των πτωχών βοηθός και ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, και με τοιαύτα θεάρεστα έργα διελθών την ζωήν του ο τρισόλβιος, εις γήρας βαθύ απήλθε προς Κύριον.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΕ΄ (25η) Μαρτίου, ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.
Τη ΚΕ΄ (25η) Μαρτίου, ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.
Ο Ευαγγελισμός του μεγάλου μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον και αειπάρθενον Μαρίαν ούτως εγένετο. Ο φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός, ο πάντοτε φροντίζων δια το γένος των ανθρώπων ως πατήρ φιλόστοργος, θεωρών το πλάσμα των χειρών Αυτού κατατυραννούμενον υπό του διαβόλου και κατασυρόμενον εις τα πάθη της ατιμίας και εις την ειδωλολατρίαν υποκείμενον, ηθέλησε να αποστείλη τον Υιόν Του τον μονογενή, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όπως λυτρώση αυτό από τας χείρας του διαβόλου. Επειδή δε ηθέλησε να είναι άγνωστον το μυστήριον τούτο, όχι μόνον εις τον σατανάν, αλλά και εις αυτάς τας ουρανίους Δυνάμεις, ενεπιστεύθη αυτό εις ένα των Αρχαγγέλων του, ήτοι εις τον ενδοξότατον Γαβριήλ. Προωκονόμησε δε να γεννηθή πρωτύτερα και η Αγία Παρθένος Μαρία και να φυλαχθή καθαρά, ως αξία του τοιούτου μεγάλου μυστηρίου και παγκοσμίου καλού. Όταν λοιπόν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ελθών ο Αρχάγγελος εις την πόλιν Ναζαρέτ, όπου έμενεν η Παρθένος Μαριάμ, είπεν αυτή· «Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου» (Λουκ. α:28). Η δε Παρθένος, προτάξασα άλλους τινάς λόγους, είπε τελευταίον προς τον Άγγελον· «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. α:38). Ευθύς δε μετά τον λόγον τούτον συνέλαβεν υπερφυώς εν τη αχράντω κοιλία Αυτής τον Υιόν και Λόγον του Θεού, την ενυπόστατον σοφίαν και δύναμιν Αυτού, με την επισκίασιν Αυτού του ιδίου Λόγου του Θεού και με την επέλευσιν του Παναγίου Πνεύματος. Έκτοτε λοιπόν ετελέσθησαν μετ’ οικονομίας άπαντα τα μυστήρια του Θεού Λόγου δια την ημετέραν σωτηρίαν και απολύτρωσιν.
Ο Ευαγγελισμός του μεγάλου μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον και αειπάρθενον Μαρίαν ούτως εγένετο. Ο φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός, ο πάντοτε φροντίζων δια το γένος των ανθρώπων ως πατήρ φιλόστοργος, θεωρών το πλάσμα των χειρών Αυτού κατατυραννούμενον υπό του διαβόλου και κατασυρόμενον εις τα πάθη της ατιμίας και εις την ειδωλολατρίαν υποκείμενον, ηθέλησε να αποστείλη τον Υιόν Του τον μονογενή, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όπως λυτρώση αυτό από τας χείρας του διαβόλου. Επειδή δε ηθέλησε να είναι άγνωστον το μυστήριον τούτο, όχι μόνον εις τον σατανάν, αλλά και εις αυτάς τας ουρανίους Δυνάμεις, ενεπιστεύθη αυτό εις ένα των Αρχαγγέλων του, ήτοι εις τον ενδοξότατον Γαβριήλ. Προωκονόμησε δε να γεννηθή πρωτύτερα και η Αγία Παρθένος Μαρία και να φυλαχθή καθαρά, ως αξία του τοιούτου μεγάλου μυστηρίου και παγκοσμίου καλού. Όταν λοιπόν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ελθών ο Αρχάγγελος εις την πόλιν Ναζαρέτ, όπου έμενεν η Παρθένος Μαριάμ, είπεν αυτή· «Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου» (Λουκ. α:28). Η δε Παρθένος, προτάξασα άλλους τινάς λόγους, είπε τελευταίον προς τον Άγγελον· «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. α:38). Ευθύς δε μετά τον λόγον τούτον συνέλαβεν υπερφυώς εν τη αχράντω κοιλία Αυτής τον Υιόν και Λόγον του Θεού, την ενυπόστατον σοφίαν και δύναμιν Αυτού, με την επισκίασιν Αυτού του ιδίου Λόγου του Θεού και με την επέλευσιν του Παναγίου Πνεύματος. Έκτοτε λοιπόν ετελέσθησαν μετ’ οικονομίας άπαντα τα μυστήρια του Θεού Λόγου δια την ημετέραν σωτηρίαν και απολύτρωσιν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΣΤ΄ (26η) Μαρτίου, την σύναξιν επιτελούμεν του Αρχαγγέλου ΓΑΒΡΙΗΛ, άνωθεν και εξ αρχής παραδεδομέν
Τη ΚΣΤ΄ (26η) Μαρτίου, την σύναξιν επιτελούμεν του Αρχαγγέλου ΓΑΒΡΙΗΛ, άνωθεν και εξ αρχής παραδεδομένην, ως τω θείω και υπερφυεί και απορρήτω μυστηρίω της του Χριστού οικονομίας καθυπουργήσαντος.
Γαβριήλ του πανιέρου και θείου Αρχαγγέλου την Σύναξιν επιτελούμεν τη επαύριον του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου δια την κατά το θείον και άρρητον και υπερφυές τούτο μυστήριον προς την Παρθένον Μαρίαν ο ιλαρώτατος και επιεικέστατος και θαυμάσιος Γαβριήλ, δι’ αυτόν ακριβώς τον λόγον, ίνα μη δηλαδή εκφοβήση την Παναγίαν Παρθένον, ούτε να εκπλήξη Αυτήν, αλλ’ ίνα το απόρρητον παρ’ Αγγέλοις και ανθρώποις μυστήριον αποκαλύψη, μετά της προσηκούσης ευλαβείας και δι’ ειρηνικής και γλυκυτάτης ομιλίας προσκομίση εις Αυτήν το «Χαίρε». Ο πανένδοξος ούτος Γαβριήλ εμφανισθείς πάλαι ποτέ και εις τον Προφήτην Δανιήλ υπέδειξεν εις αυτόν την λύσιν των φοβερών εκείνων ονείρων του Ναβουχοδονόσορος και φιλανθρωπία Θεού εβοήθησε και καθωδήγησεν αυτόν εις όλας τας δυσκόλους περιστάσεις τας οποίας διήλθεν. Αλλά και εις τον Προφήτην και Αρχιερέα Ζαχαρίαν, θυμιώντα ποτέ τον Ναόν, εκόμισε τα χαρμόσυνα ευαγγέλια, λέγων· «Μη φοβού, Ζαχαρία· διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ γεννήσει υιόν σοι» (Λουκ. α:13). Επειδή δε ο Ζαχαρίας επέμεινεν απιστών και κωφεύων και σιωπών εις τους λόγους του θείου Αρχαγγέλου, εδέχθη παρ’ αυτού το επιτίμιον της απιστίας του και έμεινεν άλαλος μέχρις ου η Ελισάβετ έτεκεν τον Πρόδρομον της Χάριτος. διότι και τα άπειρα των θείων Αγγέλων τάγματα, όταν πρόκειται να αποσταλούν εις εκτέλεσιν διακονίας τινός δέχονται την προσταγήν παρά του Υψίστου Θεού δια θείων εμφάσεων και επιλάμψεων, αίτινες ηχούσιν εις τα ώτα αυτών και τας οποίας εμφάσεις οι ζωγράφοι ζωγραφίζουσιν ως ελικοειδείς τινας ταινίας επί των ωτίων των θείων Αρχαγγέλων. Διότι ούτε οι θείοι Άγγελοι και Αρχάγγελοι δύνανται να ίδουν κατ’ ουδένα τρόπον τον Θεόν, αν και ούτοι είναι άϋλοι κατά την φύσιν, είναι όμως περιγραπτοί, μόνος δε ο Θεός είναι απερίγραπτος, αόρατος και αψηλάφητος. Δια τούτο λοιπόν κατά την σήμερον ημέραν εορτάζομεν τον ιερόν και μέγαν άρχοντα των Αγγέλων Γαβριήλ ως Ταξιάρχην και Αρχιστράτηγον και υπουργόν και λειτουργόν της προς ημάς συγκαταβάσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού του ζώντος εις τους αιώνας. της του Θεού Λόγου ενανθρωπήσεως υπούργησιν αυτού. Απεστάλη δε υπό του φιλαγάθου Θεού.
Γαβριήλ του πανιέρου και θείου Αρχαγγέλου την Σύναξιν επιτελούμεν τη επαύριον του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου δια την κατά το θείον και άρρητον και υπερφυές τούτο μυστήριον προς την Παρθένον Μαρίαν ο ιλαρώτατος και επιεικέστατος και θαυμάσιος Γαβριήλ, δι’ αυτόν ακριβώς τον λόγον, ίνα μη δηλαδή εκφοβήση την Παναγίαν Παρθένον, ούτε να εκπλήξη Αυτήν, αλλ’ ίνα το απόρρητον παρ’ Αγγέλοις και ανθρώποις μυστήριον αποκαλύψη, μετά της προσηκούσης ευλαβείας και δι’ ειρηνικής και γλυκυτάτης ομιλίας προσκομίση εις Αυτήν το «Χαίρε». Ο πανένδοξος ούτος Γαβριήλ εμφανισθείς πάλαι ποτέ και εις τον Προφήτην Δανιήλ υπέδειξεν εις αυτόν την λύσιν των φοβερών εκείνων ονείρων του Ναβουχοδονόσορος και φιλανθρωπία Θεού εβοήθησε και καθωδήγησεν αυτόν εις όλας τας δυσκόλους περιστάσεις τας οποίας διήλθεν. Αλλά και εις τον Προφήτην και Αρχιερέα Ζαχαρίαν, θυμιώντα ποτέ τον Ναόν, εκόμισε τα χαρμόσυνα ευαγγέλια, λέγων· «Μη φοβού, Ζαχαρία· διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ γεννήσει υιόν σοι» (Λουκ. α:13). Επειδή δε ο Ζαχαρίας επέμεινεν απιστών και κωφεύων και σιωπών εις τους λόγους του θείου Αρχαγγέλου, εδέχθη παρ’ αυτού το επιτίμιον της απιστίας του και έμεινεν άλαλος μέχρις ου η Ελισάβετ έτεκεν τον Πρόδρομον της Χάριτος. διότι και τα άπειρα των θείων Αγγέλων τάγματα, όταν πρόκειται να αποσταλούν εις εκτέλεσιν διακονίας τινός δέχονται την προσταγήν παρά του Υψίστου Θεού δια θείων εμφάσεων και επιλάμψεων, αίτινες ηχούσιν εις τα ώτα αυτών και τας οποίας εμφάσεις οι ζωγράφοι ζωγραφίζουσιν ως ελικοειδείς τινας ταινίας επί των ωτίων των θείων Αρχαγγέλων. Διότι ούτε οι θείοι Άγγελοι και Αρχάγγελοι δύνανται να ίδουν κατ’ ουδένα τρόπον τον Θεόν, αν και ούτοι είναι άϋλοι κατά την φύσιν, είναι όμως περιγραπτοί, μόνος δε ο Θεός είναι απερίγραπτος, αόρατος και αψηλάφητος. Δια τούτο λοιπόν κατά την σήμερον ημέραν εορτάζομεν τον ιερόν και μέγαν άρχοντα των Αγγέλων Γαβριήλ ως Ταξιάρχην και Αρχιστράτηγον και υπουργόν και λειτουργόν της προς ημάς συγκαταβάσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού του ζώντος εις τους αιώνας. της του Θεού Λόγου ενανθρωπήσεως υπούργησιν αυτού. Απεστάλη δε υπό του φιλαγάθου Θεού.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΖ΄ (27η) Μαρτίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΜΑΤΡΩΝΗΣ της εν Θεσσαλονίκη.
Τη ΚΖ΄ (27η) Μαρτίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΜΑΤΡΩΝΗΣ της εν Θεσσαλονίκη.
Ματρώνα η Αγία του Χριστού Μάρτυς ήτο υπηρέτρια Εβραίας τινός, Παντίλλης ονομαζομένης, η οποία ήτο σύζυγος του τότε αρχιστρατήγου της πόλεως Θεσσαλονίκης. Όταν δε η κυρία της μετέβαινεν εις την Συναγωγήν των Εβραίων, ηκολούθει μεν αυτήν και η Ματρώνα, δεν εισήρχετο όμως εν τη Συναγωγή, αλλ’ επιστρέφουσα μετέβαινεν εις την Εκκλησίαν των Χριστιανών. Επειδή δε αντελήφθη τούτο η κυρία της, έδειρε ταύτην την μακαρίαν ανηλεώς και την έκλεισεν εις την φυλακήν. Εξαγαγούσα μετά ταύτα αυτήν και μη δυναμένη και πάλιν να μεταπείση αυτήν, την έδειρεν εκ νέου και είτα την έκλεισε και πάλιν εις την φυλακήν. Εκεί δε διανύσασα ημέρας πολλάς, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Λέγεται δε, ότι το άγιον αυτής Λείψανον ενεταφιάσθη εντίμως· η δε κυρία της Παντίλλα ωλίσθησεν εις εν τείχος και έπεσε κάτω εις εν υπολήνιον, ήτοι εις το κοινώς λεγόμενον πατητήρι, εις το οποίον χύνεται το γλεύκος και εκεί κατέστρεψε την ζωήν λαβούσα κατά το παρόν την αξίαν καταδίκην παρά Θεού.
Ματρώνα η Αγία του Χριστού Μάρτυς ήτο υπηρέτρια Εβραίας τινός, Παντίλλης ονομαζομένης, η οποία ήτο σύζυγος του τότε αρχιστρατήγου της πόλεως Θεσσαλονίκης. Όταν δε η κυρία της μετέβαινεν εις την Συναγωγήν των Εβραίων, ηκολούθει μεν αυτήν και η Ματρώνα, δεν εισήρχετο όμως εν τη Συναγωγή, αλλ’ επιστρέφουσα μετέβαινεν εις την Εκκλησίαν των Χριστιανών. Επειδή δε αντελήφθη τούτο η κυρία της, έδειρε ταύτην την μακαρίαν ανηλεώς και την έκλεισεν εις την φυλακήν. Εξαγαγούσα μετά ταύτα αυτήν και μη δυναμένη και πάλιν να μεταπείση αυτήν, την έδειρεν εκ νέου και είτα την έκλεισε και πάλιν εις την φυλακήν. Εκεί δε διανύσασα ημέρας πολλάς, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού. Λέγεται δε, ότι το άγιον αυτής Λείψανον ενεταφιάσθη εντίμως· η δε κυρία της Παντίλλα ωλίσθησεν εις εν τείχος και έπεσε κάτω εις εν υπολήνιον, ήτοι εις το κοινώς λεγόμενον πατητήρι, εις το οποίον χύνεται το γλεύκος και εκεί κατέστρεψε την ζωήν λαβούσα κατά το παρόν την αξίαν καταδίκην παρά Θεού.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΗ΄ (28η) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου ΗΡΩΔΙΩΝΟΣ, ενός των Εβδομήκοντα Αγίων Αποστόλων.
Τη ΚΗ΄ (28η) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου ΗΡΩΔΙΩΝΟΣ, ενός των Εβδομήκοντα Αγίων Αποστόλων.
Ηρωδίων ο Άγιος του Χριστού Απόστολος ήτο εις εκ των Εβδομήκοντα Μαθητών του Κυρίου, ακολουθών τους Αγίους Αποστόλους και μάλιστα τον κορυφαίον Πέτρον, γενόμενος συνεργός του κηρύγματος του Ευαγγελίου. Έπειτα χειροτονηθείς Επίσκοπος των Νέων Πατρών εδίδασκε και ωδήγει πολλούς εις την Πίστιν του Χριστού. Όθεν συλληφθείς υπό των ειδωλολατρών εν ταυτώ και των Ιουδαίων, εδάρη δυνατά, άλλων μεν δερόντων αυτόν, άλλων δε συντριβόντων το σώμα του δια λίθων και άλλων κτυπώντων αυτόν εις την κεφαλήν· τελευταίον δε κατέσφαξαν αυτόν οι θηριόγνωμοι και ούτως, ετελειώθη, παραδούς την ψυχήν του, ο τρισόλβιος, εις χείρας Θεού.
Ηρωδίων ο Άγιος του Χριστού Απόστολος ήτο εις εκ των Εβδομήκοντα Μαθητών του Κυρίου, ακολουθών τους Αγίους Αποστόλους και μάλιστα τον κορυφαίον Πέτρον, γενόμενος συνεργός του κηρύγματος του Ευαγγελίου. Έπειτα χειροτονηθείς Επίσκοπος των Νέων Πατρών εδίδασκε και ωδήγει πολλούς εις την Πίστιν του Χριστού. Όθεν συλληφθείς υπό των ειδωλολατρών εν ταυτώ και των Ιουδαίων, εδάρη δυνατά, άλλων μεν δερόντων αυτόν, άλλων δε συντριβόντων το σώμα του δια λίθων και άλλων κτυπώντων αυτόν εις την κεφαλήν· τελευταίον δε κατέσφαξαν αυτόν οι θηριόγνωμοι και ούτως, ετελειώθη, παραδούς την ψυχήν του, ο τρισόλβιος, εις χείρας Θεού.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΘ΄ (29η) Μαρτίου, ο Όσιος Πατήρ ημών και Ομολογητής ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ Επίσκοπος Κίου της Βιθυνίας εν ειρή
Τη ΚΘ΄ (29η) Μαρτίου, ο Όσιος Πατήρ ημών και Ομολογητής ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ Επίσκοπος Κίου της Βιθυνίας εν ειρήνη τελειούται.
Ευστάθιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών και Ομολογητής, αποτινάξας αφ’ εαυτού τον κόσμον και τα εν τω κόσμω, ως φορτίον βαρύ, έγινε Μοναχός και τον ζυγόν του Χριστού φέρων επι των ώμων του, αόκνως εποίει τας εντολάς Αυτού και επεμελείτο της σωτηρίας της ψυχής του. κατόπιν δε εχειροτονήθη και Ιερεύς, πεισθείς εις τας πολλάς προς αυτόν παρακλήσεις του λαού. Ηυχαρίστει δε πάντοτε τον Θεόν, προς τον οποίον είχε πίστιν αδίστακτον· είχεν αγάπην εις όλους ανυπόκριτον· ήτο διδακτικός, ταπεινός, συμπαθής, ελεήμων, ζηλωτής καλών έργων. Όθεν δια τας αρετάς του ταύτας έγινε και Αρχιερεύς της εν Βιθυνία Κίου, η οποία το πάλαι ωνομάζετο Κίερος, ύστερον δε ωνομάσθη Προυσιάς και ήτις πρότερον είχε θρόνον Επισκόπου υπό τον Νικαίας Μητροπολίτην. Ταύτην λοιπόν την Επισκοπήν παραλαβών ο Άγιος εκυβέρνησεν επί ικανά έτη, κατά τους Κανόνας και τας παραδόσεις των Αγίων Αποστόλων. Επειδή δε ανεφύη εις την του Χριστού Εκκλησίαν η αίρεσις των εικονομάχων, ο μακάριος ούτος Ευστάθιος ωπλίσθη με την μελέτην των Θείων Γραφών και δι’ αυτής, ως δια σφενδόνης, εκτύπα τους εικονομάχους, οι οποίοι εκαυχώντο εναντίον των του Θεού Εκκλησιών. Τινές δε εξ αυτών διέβαλον τον Άγιον εις τον τότε εικονομάχον βασιλέα. Κατά πρώτον λοιπόν ηπειλήθη ο Άγιος, έπειτα δε έλαβεν εμπτύσματα εις το πρόσωπον, δαρμούς, φυλακάς, κακοπαθείας, ανακρίσεις και ραβδισμούς· τελευταίον δε δείραντες αυτόν οι εικονομάχοι με χονδράς ράβδους, τον εξώρισαν εκ της Επισκοπής του, διότι προσεκύνει και ετίμα τας αγίας Εικόνας. Εκεί λοιπόν εις την εξορίαν διήλθεν επί τινα έτη θλιβόμενος, κακουχούμενος, υστερούμενος, πεινών, διψών και γυμνητεύων, δια των τοιούτων δε κακοπαθειών ταλαιπωρηθείς ο αοίδιμος και ευχαριστών τον Θεόν, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
Ευστάθιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών και Ομολογητής, αποτινάξας αφ’ εαυτού τον κόσμον και τα εν τω κόσμω, ως φορτίον βαρύ, έγινε Μοναχός και τον ζυγόν του Χριστού φέρων επι των ώμων του, αόκνως εποίει τας εντολάς Αυτού και επεμελείτο της σωτηρίας της ψυχής του. κατόπιν δε εχειροτονήθη και Ιερεύς, πεισθείς εις τας πολλάς προς αυτόν παρακλήσεις του λαού. Ηυχαρίστει δε πάντοτε τον Θεόν, προς τον οποίον είχε πίστιν αδίστακτον· είχεν αγάπην εις όλους ανυπόκριτον· ήτο διδακτικός, ταπεινός, συμπαθής, ελεήμων, ζηλωτής καλών έργων. Όθεν δια τας αρετάς του ταύτας έγινε και Αρχιερεύς της εν Βιθυνία Κίου, η οποία το πάλαι ωνομάζετο Κίερος, ύστερον δε ωνομάσθη Προυσιάς και ήτις πρότερον είχε θρόνον Επισκόπου υπό τον Νικαίας Μητροπολίτην. Ταύτην λοιπόν την Επισκοπήν παραλαβών ο Άγιος εκυβέρνησεν επί ικανά έτη, κατά τους Κανόνας και τας παραδόσεις των Αγίων Αποστόλων. Επειδή δε ανεφύη εις την του Χριστού Εκκλησίαν η αίρεσις των εικονομάχων, ο μακάριος ούτος Ευστάθιος ωπλίσθη με την μελέτην των Θείων Γραφών και δι’ αυτής, ως δια σφενδόνης, εκτύπα τους εικονομάχους, οι οποίοι εκαυχώντο εναντίον των του Θεού Εκκλησιών. Τινές δε εξ αυτών διέβαλον τον Άγιον εις τον τότε εικονομάχον βασιλέα. Κατά πρώτον λοιπόν ηπειλήθη ο Άγιος, έπειτα δε έλαβεν εμπτύσματα εις το πρόσωπον, δαρμούς, φυλακάς, κακοπαθείας, ανακρίσεις και ραβδισμούς· τελευταίον δε δείραντες αυτόν οι εικονομάχοι με χονδράς ράβδους, τον εξώρισαν εκ της Επισκοπής του, διότι προσεκύνει και ετίμα τας αγίας Εικόνας. Εκεί λοιπόν εις την εξορίαν διήλθεν επί τινα έτη θλιβόμενος, κακουχούμενος, υστερούμενος, πεινών, διψών και γυμνητεύων, δια των τοιούτων δε κακοπαθειών ταλαιπωρηθείς ο αοίδιμος και ευχαριστών τον Θεόν, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Λ΄ (30η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ του Συγγραφέως της Κλίμακος.
Τη Λ΄ (30η) Μαρτίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ του Συγγραφέως της Κλίμακος.
Ιωάννης ο Όσιος Πατήρ ημών ο Σιναϊτης, ο αποκαλούμενος της Κλίμακος, υπήρξε μέγας Ασκητής και ασκητικός συγγραφεύς ακμάσας κατά τον ΣΤ΄ (6ον) μετά Χριστόν αιώνα. Ποία είναι η πρώτη πόλις η τον θείον τούτον άνδρα γεννήσασα και θρέψασα προ της αθλητικής και ασκητικής πολιτείας του δεν γνωρίζω να είπω μετά πεποιθήσεως και ακριβείας· όμως ο μέγας Απόστολος Παύλος εγνώρισε προ ημών την δευτέραν και αληθινήν αυτού πατρίδα, την ουράνιον Βασιλείαν, η οποία διατηρεί και τρέφει ήδη αυτόν εις την αθάνατον ζωήν (Φιλιπ. γ:20)· διότι κατοικεί πάντως και ούτος ο Όσιος εν ουρανοίς μετ’ εκείνων οίτινες ευφραίνονται νοερώς εν τη δόξη του Θεού και κορέννυται η ψυχή αυτού εκ των θείων και επουρανίων αγαθών, των οποίων εγένετο κληρονόμος δια τους κόπους του και απολαμβάνει ήδη ταύτα ομού μετά των Αγγέλων και των Αγίων, οίτινες χορεύουσιν εν τω Παραδείσω και αγάλλονται με παντοτεινήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν. Πως δε επέτυχε της τοιαύτης μακαριότητος ο αοίδιμος, τούτο ήδη θέλω διηγηθή προς υμάς χωρίς καμμίαν υπερβολήν, παρακαλώ όμως να ακροασθήτε με όλην υμών την προσοχήν και ευλάβειαν τα αξιάκουστα αυτού κατορθώματα δια να θαυμάσητε και δοξάσητε τον Θεόν και να τιμάτε αείποτε και τούτον τον πρόθυμον και πιστόν Αυτού θεράποντα ίνα λάβητε μισθόν ουράνιον. Ούτος ο κεχαριτωμένος Όσιος, ότε ήτο δεκαέξ ετών κατά την ηλικίαν του σώματος, αλλά χιλίων χρόνων γέρων κατά την ουράνιον φρόνησιν και την προς τον Θεόν ολόψυχον υπηρεσίαν, προσέφερεν εκουσίως εαυτόν εις τον Μέγαν Αρχιερέα, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ώσπερ καθαρόν και άκακον πρόβατον, ίνα τον θυσιάση κατά την ιδικήν Του θέλησιν και ευαρέσκειαν. Δραμών λοιπόν εις το Σίναιον Όρος, έκυψε τον αυχένα του εις τον ζυγόν του Χριστού, χαίρων και αγαλλόμενος και αναβιβάζων εκείθεν την ψυχήν του εις το επουράνιον Όρος και τον νουν αυτού προς τον αόρατον Θεόν, εξήφθη όλος και εδόθη εις την αγάπην Του και ανέβαινεν ως φλοξ προς Αυτόν η επιθυμία του και επελάθετο όλων των γηϊνων, μισήσας ταύτα ως θανασίμους εχθρούς του με τελείαν αποστροφήν. Και πρώτον μεν ηγάπησε την ξένην γην, ήτις προξενεί εις την ψυχήν ησυχίαν και ανάπαυσιν, απαλλάττουσα των κοσμικών φροντίδων και του θάρρους των συγγενών και φίλων, ενδυναμώνουσα και φυλάττουσα, ως ευγενεστάτην, ωραιοτάτην και κεκοσμημένην νεάνιδα και την κάμνει να ίσταται με εντροπήν και προσοχήν εις τα ίδια και να ταπεινοφρονή εις όλας αυτής τας ενεργείας. Έπειτα καταταγείς εις την μοναχικήν τάξιν, εξώρισε παρά πόδας από της ψυχής του το ίδιον θέλημα, με σκοπόν θεάρεστον δια να μη τον πλανήση, καθώς πλανώνται όσοι είναι αυτάρεσκοι και φίλαυτοι και θέλουσι να κάμνωσι τα θελήματα και τας ορέξεις των, οδηγούντες ούτω εαυτούς εις την απώλειαν. Κλίνας δε τον αυχένα του, ενεπιστεύθη εαυτόν θεαρέστως εις Πνευματικόν Πατέρα και διδάσκαλον, όστις τον υπεδέχθη, δια να τον οδηγή, ως τις κυβερνήτης άριστος, ίνα διαπλεύση ακινδύνως το βαθύ και χαλεπόν του βίου τούτου πέλαγος. Τόσον δε πολύ ενέκρωσε τους λογισμούς και τα πάθη του, ώστε εφαίνετο ως να είχεν αποθάνει ο τρισόλβιος· και με τόσην βαθυτάτην ταπείνωσιν υπετάσσετο εις εκείνα τα οποία επροστάσσετο, ως να είχε πράγματι μίαν ψυχήν άνευ ανθρωπίνης ορέξεως, λόγου και θελήσεως και όλως διόλου απεστερημένην της φυσικής αυτής ιδιότητος, ωσάν να ελέγομεν ανενέργητον εις τα εαυτής θελήματα, αν και υπήρχε διδάσκαλος άριστος και δόκιμος εις όλην την εγκύκλιον σοφίαν και την Ελληνικήν μάθησιν· πράγμα παράδοξον, το να ευρεθή τοιαύτη ταπείνωσις εις τους ευδοκιμούντας εις τα μαθήματα. Διότι η έπαρσις της φιλοσοφίας είναι μακράν, ως επί το πλείστον, της εν Χριστώ ταπεινώσεως· και όμως αυτός υπετάσσετο εις ένα ιδιώτην Γέροντα και εδιδάσκετο υπ’ αυτού την ουράνιον επιστήμην και αγγελικά μαθήματα. Λοιπόν, αφ’ ου επολιτεύθη ούτω δεκαεννέα χρόνους και εστολίσθη με τους πολυτίμους στεφάνους της μακαρίας υποταγής, απήλθε προς Κύριον ο Πνευματικός αυτού Πατήρ και προστάτης, ο οδηγήσας αυτόν εις τοιαύτην αγίαν και θεάρεστον κατάστασιν, ανελθών προς τον ποθούμενον υπ’ αυτού Θεόν, δια να στεφανωθή κατά τους κόπους του και να είναι μετά θάνατον, καθώς ήτο και ζων, μεσίτης προς Αυτόν και πρέσβυς θερμότατος υπέρ του μαθητού του. Θάψας λοιπόν αυτόν ούτος ο τρισευδαίμων υποτακτικός, με λύπην μεγάλην και διάπυρα δάκρυα, εξήλθε και αυτός έπειτα εις το της ησυχίας στάδιον κρατών εις τας χείρας του, ως όπλα δυνατά, τας ευχάς και τας παραγγελίας του ιδίου Γέροντος, δια να καταστρέψη με αυτάς την των δαιμόνων δύναμιν και να νικά την των παθών και των κακών επανάστασιν και ενόχλησιν, κατώκησε δε εις μεμονωμένον τι κελλίον μακράν του Καθολικού, ήτοι του Μοναστηρίου, έως πέντε μίλια, εις τόπον ονομαζόμενον σήμερον Θολάν. Εκεί διέτριψεν ο Όσιος χρόνους τεσσαράκοντα χωρίς να παραμελήση ουδ’ επί στιγμήν τον σκοπόν του, επειδή ήναπτε πάντοτε η καρδία του εκ της αγάπης του Θεού. Αλλά τις υπάρχει ικανός να πληροφορήση με την διήγησιν τους κόπους του, τους υπέρ φύσιν αγώνας του και τα μεγάλα έργα όπου ετέλεσεν εκεί με άκραν υπομονήν και γενναιότητα και όλως δε κρυφίως άνευ μάρτυρος τινός; Όμως από τινων φανερών πραγμάτων, ας αρχ΄σωμεν να αποκαλύψωμεν ελάχιστα την πανοσίαν και ασκητικήν ζωήν τούτου του τρισμάκαρος. Ούτος ο τρισόσιος έτρωγε μεν εκ πασών των τροφών, όσας συγχωρεί ο τύπος και η μοναχική διάταξις· όμως έτρωγε πολύ ολίγον, όσον μόνον χρειάζεται δια να ζη και όχι να κορέννυται. Τούτο δε νομίζω, ότι εποίει σιφώτατα, δια να μη επαίρεται ότι νηστεύει ο αξιοϋμνητος και κατ’ αυτόν τον τρόπον να καταβάλλη και να νικά το κέρας και την δύναμιν της υπερηφανείας δια να μη του προξενή ενόχλησιν. Και πάλιν με την ολιγίστην βρώσιν, την οποίαν έτρωγεν, εξέθλιβε και εχαλίνου την αχόρταστον δέσποιναν, την κοιλίαν, ήτις κινείται υπό της ορέξεως και ζητεί να κορέννυται πάντοτε από πολλά και ποικίλα βρώματα και ούτως εβόα προς αυτήν· «Πεφίμωσο, σιώπα και μη ζήτει πλείονα». Αλλά και με το ότι εκάθητο εις την έρημον και δεν είχε συναναστροφήν με ευειδή πρόσωπα, απέσβεσε την φλόγα της σαρκικής επιθυμίας και κατέστησεν αυτήν να αποτεφρωθή και να κατευνασθή τελείως. Εξωλόθρευσε δε ανδρικώτατα, ο ανδρείος, και την φιλαργυρίαν, ήτις εστί, κατά τον μακάριον Παύλον, ειδώλων προσκύνησις, με την ελεημοσύνην την οποίαν έδιδε και με το ολίγον και αναγκαίον πράγμα το οποίον εκράτει δι’ εαυτόν. Με την αδιάλειπτον δε του θανάτου ενθύμησιν εκέντα αείποτε την ψυχήν αυτού και την εβίαζε να αποδιώκη τον ακατάπαυστον θάνατον, τον εκ της οκνηρίας προξενούμενον εις τον άνθρωπον, εξαναγκάζων αυτήν να ασχολήται εις μόνα τα θεία έργα με πολλήν σπουδήν και ταχύτητα. Ομοίως έλυσε και ηφάνισεν από της καρδίας του τα δεσμά της ψυχοβλαβούς αγάπης των υλικών και προσκαίρων πραγμάτων, με τον δεσμόν της παρηγορητικής λύπης, των αϋλων και αιωνίων χαρισμάτων. Και με την μάχαιραν της πολυχρονίου εαυτού υπακοής, εις την οποίαν διέτριψε τοσούτους χρόνους, είχεν εσφαγμένην την τυραννίδα του θυμού και πεφονευμένην τελείως την εκ της οργής έξαψιν. Ομοίως σιωπών και μη εξερχόμενος της κέλλης του, εθανάτωσε την κενοδοξίαν και τον βλαβερόν έπαινον ως και την φαρμακεράν φήμην και την δόξαν των ανθρώπων, τα οποία αγρεύουσι και περιπλέκουσι την ψυχήν, καθώς αγρεύει και περιπλέκει η αράχνη με τον ιστόν της τας μυίας και άλλα ιπτάμενα ζωϋφια, εκμυζώσα το αίμα των και απορροφούσα, ώσπερ η βδέλλα, τον νουν, την προθυμίαν και όλην αυτής την σύστασιν, την οποίαν απονεκρώνουν και δεν αφήνουν να έχη πλέον την ζωήν, ήτοι τον Θεόν και τας αρετάς αυτής, αλλά τον πονηρόν διάβολον και τα έργα του. Εξηφάνισε δε παντελώς και το όγδοον κακόν, το θανάσιμον πάθος, τον φοβερόν λέοντα, την αντίθεον δηλαδή υπερηφάνειαν, ήτις είναι, κατά τους θείους Πατέρας, πάθος όγδοον. Διότι καθώς η Κυριακή είναι πρώτη και ογδόη εις τας ημέρας της εβδομάδος, ούτω και η υπερηφάνεια είναι αρχή και τέλος όλων των κακών και των θανασίμων αμαρτημάτων, πάντοτε δε ανθίσταται εις τον Θεόν και μάχεται με αυτόν τον ουράνιον και παντοδύναμον Βασιλέα. Αλλά ποία χαρίσματα έλαβεν εκ Θεού ο Άγιος, δια την καταστολήν και κατανίκησιν αυτής; Πάντως την μακαρίαν ταπείνωσιν, ήτις είναι ο ακρότατος και τελειότατος καθαρισμός του ανθρώπου· την οποίαν ήρχισε μεν δια της υπακοής του ο πεφωτισμένος εκ Θεού νέος Βεσελεήλ, την ετελείωσε δε ο Κύριος της επουρανίου Ιερουσαλήμ δια της παρουσίας Του. Διότι άνευ της υπακοής και της του Θεού βοηθείας, δεν είναι δυνατόν να καθαιρεθή και να νικηθή ο πονηρός διάβολος και η συμμορία του, ως και πάσαι αι διαβολικαί αυτού ενοχλήσεις και ενέργειαι. Αλλ’ εις ποίον μέρος του παρόντος λογοπεπλεγμένου στεφάνου να τάξω την αέναον πηγήν των δακρύων του; Πράγμα τω όντι πολύτιμον και ουχί εις πολλούς ευρισκόμενον, των οποίων δακρύων το εργαστήριον ευρίσκεται μέχρι της σήμερον. Τούτο δε ήτο σπήλαιον τι κείμενον εις μίαν βαθυτάτην χαράδραν υποκάτω εις τους πρόποδας του όρους· εις ένα κρημνώδη και πετρώδη τόπον και απέχον όχι μόνον της ιδικής του, αλλά και πάσης ετέρας κέλλας τοσούτον όσον να μη ακούεται το πένθος του, δια να αποφεύγη την κενοδοξίαν και τον βλαπτικώτατον έπαινον τον εκ των ακουόντων προερχόμενον. Όμως, αν και ηγωνίζετο να μη ακούεται εις τους ανθρώπους τούτο το θαυμάσιον έργον του πένθους του, εν τούτοις έφθανε μέχρι των πυλών του ουρανού με τους στεναγμούς και τους θρήνους του και με άλλα όμοια, δι’ ων ετιμώρει και επαίδευεν εαυτόν συχνάκις. Ούτως επένθει και εστέναζεν ο Όσιος καθώς θρηνούσι και στενάζουσιν οι δερόμενοι με ράβδους και κατακεντούμενοι και μελιζόμενοι με πεπυρωμένα σίδηρα και τους ιδίους οφθαλμούς αποστερούμενοι. Εχρησιμοποίει δε και τον ύπνον με μεγάλην εγκράτειαν ούτος ο γήϊνος Άγγελος και ουράνιος άνθρωπος, κοιμώμενος τοσούτον μόνον, όσον να μη βλαβή η ουσία του νοός του υπό της υπερβαλλούσης αγρυπνίας του· ώστε φαίνεται, ότι μίαν ώραν εκοιμάτο κατά την νύκτα, την δε λοιπήν μεθ’ όλης της ημέρας ειργάζετο και προσηύχετο. Πριν κοιμηθή προσηύχετο ώραν πολλήν και κατεγίνετο εις την ανάγνωσιν και εις την σύνθεσιν των βιβλίων του, χαλινών ούτω και εμποδίζων την οκνηρίαν και μη αφήνων ταύτην να εύρη θέσιν και ανάπαυσιν εις αυτόν. Όλος δε ο δρόμος του νοός του και η ζωή του ήτο προσευχή αέναος και έρως και αγάπη προς τον Θεόν ανείκαστος. Διότι μόνον τον Θεόν εφαντάζετο νύκτα και ημέραν και αυτόν έβλεπεν ακαταπαύστως εις τον διαυγέστατον καθρέπτην του λαμπρού νοός του και εις την τράπεζαν της καρδίας του, μη θέλων ή, καλύτερον ειπείν, μη δυνάμενος να λάβη κόρον και πλήρωσιν της αγάπης του, επειδή όσον πλησιάζει τις προς τον Θεόν, τόσον τον επιθυμεί και τον διψά περισσότερον. Δια τούτο πάντες επεθύμουν να ακούωσι πάντοτε των ψυχωφελών νουθεσιών του Αγίου, εκ των οποίων υπήρχε Μοναχός τις, ο καλούμενος Μωϋσής, όστις κεντρωθείς υπό του κέντρου ζήλου μεγάλου και άκρας αγάπης, την οποίαν έλαβε προς τούτον τον Θεοφόρον Πατέρα, παρεκάλεσεν αυτόν πολύ να τον δεχθή ως μαθητήν και υποτακτικόν αυτού και να τον στοιχειώση εις την αληθινήν και ουράνιον της Μοναχικής πολιτείας φιλοσοφίαν. Μετεχειρίσθη δε και μεσίτας δια τον σκοπόν τούτον πολλούς εκ των Πατέρων, ίνα μη αποτύχη η αίτησίς του. Εκβιασθείς λοιπόν υπό των πολλών αυτού δεήσεων, εδέξατο αυτόν ο μακάριος και εν μια των ημερών τον επρόσταξε να φέρη γην εξ άλλου λιπαρωτέρου και παχυτέρου τόπου δια να φυτεύσωσι και καλλιεργήσωσι λάχανα· διότι ο τόπος, εις τον οποίον κατώκουν, δεν ηδύνατο να τα θρέψη αφ’ εαυτού, ως ξηρός και ακαρποφόρητος. Απελθών λοιπόν ο Μωϋσής εποίει αόκνως την υπηρεσίαν του. Όμως επειδή ημέραν τινά έφθασεν η μεσημβρία και έκαιεν η μεγάλη του ηλίου θερμότης, θερμαίνουσα τον τόπον ως κάμινος, διότι ήτο ο έσχατος των μηνών του θέρους, ο Αύγουστος, κατεβλήθη ο Μωϋσής εκ του κόπου και αποκαμών εκ της μεταφοράς, έπεσε να αναπαυθή ολίγον υποκάτω μεγάλου τινός λίθου, όστις έμελλε να αποσπασθή μετ’ ου πολύ και να τον συντρίψη αιφνιδίως και ανελπίστως. Ο δε φιλάνθρωπος Θεός, όστις δεν βούλεται να λυπή τους γνησίους δούλους Του εις ουδέν, προέλαβε κατά την Αυτού συνήθειαν και ηλευθέρωσε τον Μωϋσήν από τον επικείμενον εκείνον του θανάτου κίνδυνον με τρόπον θαυμάσιον· και ακούσατε. Την ώραν όπου εκοιμάτο ο Μωϋσής υποκάτω του λίθου, προσηύχετο και ο Άγιος εις το κελλίον του, έχων τον νουν του αναπεπταμένον και προσηλωμένον εις τον Θεόν κατά την συνήθειάν του και εκεί ήλθεν εις αυτόν ολίγος λεπτότατος ύπνος· βλέπει δε, ότι τον εξύπνα ιεροπρεπής τις και σεβάσμιος άνθρωπος και τον ωνείδιζε, λέγων· «Ιωάννη, πως κοιμάσαι αμέριμνος, εν ω ο Μωϋσής κινδυνεύει να θανατωθή»; Τότε εγερθείς παρευθύς ο Άγιος, ήρξατο να προσεύχεται υπέρ του μαθητού του με πολλήν θερμότητα· ο δε Θεός υπήκουσεν εις αυτόν και ηλευθέρωσε τον Μωϋσήν από τον ανέλπιστον θάνατον. Διότι, ενώ εκοιμάτο και επλησίαζε να πέση ο λίθος επάνω του και να τον συντρίψη, ενόμισεν, ότι εφώναζεν εις αυτόν ο Όσιος να φύγη εκείθεν το συντομώτερον. Ευθύς τότε εγερθείς εκείνος έντρομος, επήδησεν εκ της σκιάς όπου εκάθευδε και αμέσως απεσπάσθη ο λίθος και εσκέπασε τον τόπον όπου έκειτο. Κατά δε την ώραν του Εσπερινού ήλθεν εις το κελλίον ο Μωϋσής και ερωτηθείς υπό του Οσίου, αν συνέβη εις αυτόν κανείς πειρασμός εν εκείνη τη ημέρα ή βλάβη ανέλπιστος, απεκρίθη εις αυτόν· «Κοιμώμενος, Πάτερ μου, βαθέως, εν τω μέσω της ημέρας, υποκάτω λίθου τινός πολύ μεγάλου, ενόμισα εις τον ύπνον μου, ότι μοι εφώναξες να εγερθώ εκείθεν και να φύγω το συντομώτερον. Όθεν, εις την στιγμήν ηγέρθην και έφυγον και ευθύς μετά την φυγήν μου απεσπάσθη ο λίθος και έπεσεν εις τον τόπον όπου ύπνωττον και παρ’ ολίγον, αν δεν εξύπνων εκ της φωνής σου, ήθελον ασφαλώς με συντρίψει ο λίθος». Ταύτα ο μέγας και ταπεινόφρων Ιωάννης ακούσας δεν εφανέρωσεν εις τον μαθητήν του το όραμα, το οποίον είδεν εις τον ύπνον του, ούτε ότι εδεήθη του Θεού υπέρ αυτού, αλλ’ ανύμνει και εδόξαζε τον πολυεύσπλαγχνον Κύριον με αποκρύφους φωνάς και ηυχαρίστει αυτόν, ως λυτρώσαντα τον μαθητήν του από τον αιφνίδιον θάνατον. Ήτο δε συγχρόνως και ιατρός άριστος εις τα αφανή της καρδίας τραύματα ούτος ο άνθρωπος του Θεού. Όθεν Μοναχός τις, Ισαάκ ονομαζόμενος, όστις εβασανίζετο δεινώς υπό του βάρους του φιλοσάρκου της πορνείας δαίμονος και εξηντλείτο υπό της λύπης του, έσπευσε ποτε δρομαίως προς τον μέγαν τούτον ιατρόν και ανέφερε τον έμφυτον και σαρκικόν αυτού πόλεμον, παρακαλών με στεναγμούς και θερμά δάκρυα να τον ελευθερώση εκ του πάθους του. Ο δε θείος Πατήρ, θαυμάσας την πίστιν και την μεγάλην αυτού ταπείνωσιν, είπε προς αυτόν· «Ας σταθώμεν, αδελφέ, εις προσευχήν αμφότεροι και ο αγαθός και πολυεύσπλαγχνος Κύριος δεν θέλει παραβλέψει την ταπεινήν ημών δέησιν, αλλά θέλει δώσει ημίν το ζητούμενον». Τούτου λοιπόν γενομένου, πριν επιτελεσθή η ικετήριος αυτών δέησις, εις καιρόν όπου ο ενοχλούμενος αδελφός έκειτο πρηνής και επί πρόσωπον εις την γην, ο Θεός εποίησε το θέλημα του ηγαπημένου δούλου του Ιωάννου, δια να αποδείξη και δια τούτου τον Προφήτην Δαβίδ αληθεύοντα, όστις λέγει· «Θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται» (Ψαλμ. ρμδ: 19) και έφυγε από τον αδελφόν ο σκολιώτατος όφις εκείνος, ο διαβολικώτατος, λέγω, της πορνείας πόλεμος, μη υποφέρων να μαστίζηται με την ράβδον της καθαράς και ενεργητικής προσευχής του Αγίου. Ο δε αδελφός εκείνος, βλέπων εαυτόν ελεύθερον του λοιπού και όλως ανενόχλητον υπό του αφορήτου και χαλεπωτάτου εκείνου δαιμονίου της πορνείας, εξίστατο και έχαιρε δοξάζων τον Θεόν και ευχαριστών μεγάλως τον δούλον αυτού Ιωάννην ένεκα της χάριτος, την οποίαν έλαβε δια μεσιτείας του. Επειδή δε ήτο ανήρ ελλόγιμος και εις το διδάσκειν έμπειρος, μετεχειρίζετο τον λόγον της Χάριτος πλουσίως ο αοίδιμος και έχεεν αφθόνως και αόκνως τους ποταμούς της διδασκαλίας του εις εκείνους, οίτινες προσήρχοντο προς αυτόν, δια να λάβωσιν ωφέλειαν· όμως, φθονεροί τινες πονηροί άνθρωποι, κεντούμενοι υπό του φθόνου των και μηχανευόμενοι να εμποδίσωσι παντί τρόπω την πολλήν και μεγάλην ωφέλειαν, την οποίαν επροξένει εις άπαντας, ωνόμαζον αυτόν λάλον και φλύαρον. Ο δε Άγιος, γνωρίζων, ότι δύναται να υποφέρη πάντα πειρασμόν και να επιτύχη παν καλόν, με την δύναμιν του Χριστού, καθώς λέγει ο μακάριος Παύλος (Β΄ Κορ. ιβ:9-10) και αγαπών να διδάσκη και να ωφελή εκείνους, οίτινες προσήρχοντο προς αυτόν, όχι μόνον με τον λόγον, αλλά πολύ περισσότερον και με το έργον, δηλαδή δια της σιωπής του, εσιώπησε τελείως επί χρόνον πολύν και κατέπαυσεν εις το εξής το μελισταγές ρείθρον του διδασκαλικού λόγου του, ίνα διακόψη την αφορμήν των ζητούντων, κατά το γεγραμμένον, αφορμήν (Β΄ Κορ. ια:12), κρίνας κάλλιον να ζημιώση ολίγον τι τους εραστάς των καλών προς τους οποίους έμελλε πάντως να προξενήση και δια της σιωπής του ωφέλειαν παρά να κινήση καθ’ εαυτού εις πλείονα κατάκρισιν εκείνους τους αγνώμονας κριτάς και να τους κάμη να επιμείνωσιν εις την κακίαν των. Όθεν και εκείνοι οι κακότροποι, εντραπέντες δια την σιωπήν και την μεγάλην υπομονήν και ταπείνωσιν, την οποίαν έδειξεν ο Άγιος, και γνωρίζοντες πόσης βλάβης και ζημίας εγένοντο παραίτιοι εις τους άλλους, παρεκάλεσαν αυτόν να ανοίξη πάλιν την πηγήν της διδασκαλίας του και να ποτίζη τας διψώσας ψυχάς, ως συνήθιζε, να συγχωρήση δε και αυτών το αμάρτημα· αυτός δε, επειδή δεν έμαθε ποτέ να αντιλέγη και να εναντιούται, υπήκουσεν αμέσως και πάλιν ήρχισε να διδάσκη τα σωτηριώδη και ωφέλιμα, ως και πρότερον. Ούτω, θαυμάζοντες όλοι τας ενθέους πράξεις του και βλέποντες ότι υπερείχεν άπαντας εις όλα τα θεία χαρίσματα, έκρινον αυτόν άλλον νέον Μωϋσήν, φανέντα εκ Θεού κατά τας ημέρας των. Τον ανεβίβασαν λοιπόν βιαίως εις το ηγουμενικόν αξίωμα υψώσαντες τον λύχνον επί της λυχνίας δια να βλέπωσι το φως αυτού άπαντες και αναβαίνωσιν εις τα ουράνια (Ματθ. ε:15, Μάρκ. δ:21, Λουκ. η:16, ια:33). Και πράγματι δεν διεψεύσθησαν εκ της πραγματείας των, αλλ’ εξελέξαντο καλώς τον άξιον Ποιμένα και επέτυχον αυτόν κατά τον πόθον και την ελπίδα των. Διότι ανέβη και ούτος εις το Όρος και εισήλθεν εις τον άδυτον γνόφον (Έξοδ. κδ:18)· και διαβάς με τον νουν του τας ουρανίους βαθμίδας, φθάνει εις τον Θεόν με τον λογισμόν του και δέχεται παρ’ αυτού τον φωτισμόν και την θεοτύπωτον νομοθεσίαν και ανοίγει το στόμα του και ομιλεί τον λόγον του Θεού και λαμβάνει εις την ψυχήν του την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος και εξηρεύξατο (εξέχεεν) άπειρα αγαθά (Ψαλμ. μδ:2) και σωτηρίους λόγους εκ του αγαθού θησαυρού της καρδίας του. Ούτω λοιπόν ετελείωσε την ζωήν αυτού ο μακάριος, καταγινόμενος εις την φροντίδα και οδηγίαν των νέων Ισραηλιτών, των πεφωτισμένων δηλαδή εκ Θεού Μοναχών, διαφέρων του Προφήτου Μωϋσέως εις εν μόνον πράγμα· ότι εκείνος μεν, δεν ηξεύρω πως, ημποδίσθη και δεν εισήλθεν εις την επίγειον Ιερουσαλήμ, ούτος όμως ηξιώθη να αναβή ασφαλώς εις την θείαν και επουράνιον. Μαρτυρούσι τούτο οι πολλοί εκείνοι, οίτινες εσώθησαν και σώζονται μέχρι της σήμερον, αναγινώσκοντες τας πνευματικάς νουθεσίας και τας πράξεις του, μεταξύ των οποίων είναι και ο νέος Δαβίδ, ο μαθητής του, Μάρτυς αληθής της σοφίας και σωτηρίας την οποίαν επροξένει ο σοφός ούτος προς άπαντας. Μάρτυς έτι υπάρχει και ο καλός ημών Ποιμήν Ιωάννης, υπό του οποίου παρακληθείς ούτος ο μέγας κατένευσε προς ημάς με τον λογισμόν του και να κατέβη από το υψηλόν όρος της διδασκαλίας του, ως άλλος νέος θεόπτης Μωϋσής από το Σίναιον, όπου και ούτος είδε με τον νουν του τον Θεόν και έλαβεν, όπως εκείνος, παρ’ Αυτού τας θεογράφους πλάκας, τας ψυχωφελείς τουτέστι διδασκαλίας και τας παρέδωκεν εις ημάς, αίτινες περιέχουσι εξωτερικώς μεν διδάγματα και μαθήματα πρακτικά των καλών έργων και πράξεων, έσωθεν δε είναι πεπληρωμέναι θεωρητικών και ουρανίων νοημάτων, τα οποία βιάζουσιν ημάς να παριστάμεθα προς Θεόν ακαταπαύστως με τον νουν και την καρδίαν και με όλην ημών την ψυχήν και να λέγωμεν προς Αυτόν: Δια πρεσβειών του Οσίου και γνησίου δούλου Σου Ιωάννου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
Ιωάννης ο Όσιος Πατήρ ημών ο Σιναϊτης, ο αποκαλούμενος της Κλίμακος, υπήρξε μέγας Ασκητής και ασκητικός συγγραφεύς ακμάσας κατά τον ΣΤ΄ (6ον) μετά Χριστόν αιώνα. Ποία είναι η πρώτη πόλις η τον θείον τούτον άνδρα γεννήσασα και θρέψασα προ της αθλητικής και ασκητικής πολιτείας του δεν γνωρίζω να είπω μετά πεποιθήσεως και ακριβείας· όμως ο μέγας Απόστολος Παύλος εγνώρισε προ ημών την δευτέραν και αληθινήν αυτού πατρίδα, την ουράνιον Βασιλείαν, η οποία διατηρεί και τρέφει ήδη αυτόν εις την αθάνατον ζωήν (Φιλιπ. γ:20)· διότι κατοικεί πάντως και ούτος ο Όσιος εν ουρανοίς μετ’ εκείνων οίτινες ευφραίνονται νοερώς εν τη δόξη του Θεού και κορέννυται η ψυχή αυτού εκ των θείων και επουρανίων αγαθών, των οποίων εγένετο κληρονόμος δια τους κόπους του και απολαμβάνει ήδη ταύτα ομού μετά των Αγγέλων και των Αγίων, οίτινες χορεύουσιν εν τω Παραδείσω και αγάλλονται με παντοτεινήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν. Πως δε επέτυχε της τοιαύτης μακαριότητος ο αοίδιμος, τούτο ήδη θέλω διηγηθή προς υμάς χωρίς καμμίαν υπερβολήν, παρακαλώ όμως να ακροασθήτε με όλην υμών την προσοχήν και ευλάβειαν τα αξιάκουστα αυτού κατορθώματα δια να θαυμάσητε και δοξάσητε τον Θεόν και να τιμάτε αείποτε και τούτον τον πρόθυμον και πιστόν Αυτού θεράποντα ίνα λάβητε μισθόν ουράνιον. Ούτος ο κεχαριτωμένος Όσιος, ότε ήτο δεκαέξ ετών κατά την ηλικίαν του σώματος, αλλά χιλίων χρόνων γέρων κατά την ουράνιον φρόνησιν και την προς τον Θεόν ολόψυχον υπηρεσίαν, προσέφερεν εκουσίως εαυτόν εις τον Μέγαν Αρχιερέα, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ώσπερ καθαρόν και άκακον πρόβατον, ίνα τον θυσιάση κατά την ιδικήν Του θέλησιν και ευαρέσκειαν. Δραμών λοιπόν εις το Σίναιον Όρος, έκυψε τον αυχένα του εις τον ζυγόν του Χριστού, χαίρων και αγαλλόμενος και αναβιβάζων εκείθεν την ψυχήν του εις το επουράνιον Όρος και τον νουν αυτού προς τον αόρατον Θεόν, εξήφθη όλος και εδόθη εις την αγάπην Του και ανέβαινεν ως φλοξ προς Αυτόν η επιθυμία του και επελάθετο όλων των γηϊνων, μισήσας ταύτα ως θανασίμους εχθρούς του με τελείαν αποστροφήν. Και πρώτον μεν ηγάπησε την ξένην γην, ήτις προξενεί εις την ψυχήν ησυχίαν και ανάπαυσιν, απαλλάττουσα των κοσμικών φροντίδων και του θάρρους των συγγενών και φίλων, ενδυναμώνουσα και φυλάττουσα, ως ευγενεστάτην, ωραιοτάτην και κεκοσμημένην νεάνιδα και την κάμνει να ίσταται με εντροπήν και προσοχήν εις τα ίδια και να ταπεινοφρονή εις όλας αυτής τας ενεργείας. Έπειτα καταταγείς εις την μοναχικήν τάξιν, εξώρισε παρά πόδας από της ψυχής του το ίδιον θέλημα, με σκοπόν θεάρεστον δια να μη τον πλανήση, καθώς πλανώνται όσοι είναι αυτάρεσκοι και φίλαυτοι και θέλουσι να κάμνωσι τα θελήματα και τας ορέξεις των, οδηγούντες ούτω εαυτούς εις την απώλειαν. Κλίνας δε τον αυχένα του, ενεπιστεύθη εαυτόν θεαρέστως εις Πνευματικόν Πατέρα και διδάσκαλον, όστις τον υπεδέχθη, δια να τον οδηγή, ως τις κυβερνήτης άριστος, ίνα διαπλεύση ακινδύνως το βαθύ και χαλεπόν του βίου τούτου πέλαγος. Τόσον δε πολύ ενέκρωσε τους λογισμούς και τα πάθη του, ώστε εφαίνετο ως να είχεν αποθάνει ο τρισόλβιος· και με τόσην βαθυτάτην ταπείνωσιν υπετάσσετο εις εκείνα τα οποία επροστάσσετο, ως να είχε πράγματι μίαν ψυχήν άνευ ανθρωπίνης ορέξεως, λόγου και θελήσεως και όλως διόλου απεστερημένην της φυσικής αυτής ιδιότητος, ωσάν να ελέγομεν ανενέργητον εις τα εαυτής θελήματα, αν και υπήρχε διδάσκαλος άριστος και δόκιμος εις όλην την εγκύκλιον σοφίαν και την Ελληνικήν μάθησιν· πράγμα παράδοξον, το να ευρεθή τοιαύτη ταπείνωσις εις τους ευδοκιμούντας εις τα μαθήματα. Διότι η έπαρσις της φιλοσοφίας είναι μακράν, ως επί το πλείστον, της εν Χριστώ ταπεινώσεως· και όμως αυτός υπετάσσετο εις ένα ιδιώτην Γέροντα και εδιδάσκετο υπ’ αυτού την ουράνιον επιστήμην και αγγελικά μαθήματα. Λοιπόν, αφ’ ου επολιτεύθη ούτω δεκαεννέα χρόνους και εστολίσθη με τους πολυτίμους στεφάνους της μακαρίας υποταγής, απήλθε προς Κύριον ο Πνευματικός αυτού Πατήρ και προστάτης, ο οδηγήσας αυτόν εις τοιαύτην αγίαν και θεάρεστον κατάστασιν, ανελθών προς τον ποθούμενον υπ’ αυτού Θεόν, δια να στεφανωθή κατά τους κόπους του και να είναι μετά θάνατον, καθώς ήτο και ζων, μεσίτης προς Αυτόν και πρέσβυς θερμότατος υπέρ του μαθητού του. Θάψας λοιπόν αυτόν ούτος ο τρισευδαίμων υποτακτικός, με λύπην μεγάλην και διάπυρα δάκρυα, εξήλθε και αυτός έπειτα εις το της ησυχίας στάδιον κρατών εις τας χείρας του, ως όπλα δυνατά, τας ευχάς και τας παραγγελίας του ιδίου Γέροντος, δια να καταστρέψη με αυτάς την των δαιμόνων δύναμιν και να νικά την των παθών και των κακών επανάστασιν και ενόχλησιν, κατώκησε δε εις μεμονωμένον τι κελλίον μακράν του Καθολικού, ήτοι του Μοναστηρίου, έως πέντε μίλια, εις τόπον ονομαζόμενον σήμερον Θολάν. Εκεί διέτριψεν ο Όσιος χρόνους τεσσαράκοντα χωρίς να παραμελήση ουδ’ επί στιγμήν τον σκοπόν του, επειδή ήναπτε πάντοτε η καρδία του εκ της αγάπης του Θεού. Αλλά τις υπάρχει ικανός να πληροφορήση με την διήγησιν τους κόπους του, τους υπέρ φύσιν αγώνας του και τα μεγάλα έργα όπου ετέλεσεν εκεί με άκραν υπομονήν και γενναιότητα και όλως δε κρυφίως άνευ μάρτυρος τινός; Όμως από τινων φανερών πραγμάτων, ας αρχ΄σωμεν να αποκαλύψωμεν ελάχιστα την πανοσίαν και ασκητικήν ζωήν τούτου του τρισμάκαρος. Ούτος ο τρισόσιος έτρωγε μεν εκ πασών των τροφών, όσας συγχωρεί ο τύπος και η μοναχική διάταξις· όμως έτρωγε πολύ ολίγον, όσον μόνον χρειάζεται δια να ζη και όχι να κορέννυται. Τούτο δε νομίζω, ότι εποίει σιφώτατα, δια να μη επαίρεται ότι νηστεύει ο αξιοϋμνητος και κατ’ αυτόν τον τρόπον να καταβάλλη και να νικά το κέρας και την δύναμιν της υπερηφανείας δια να μη του προξενή ενόχλησιν. Και πάλιν με την ολιγίστην βρώσιν, την οποίαν έτρωγεν, εξέθλιβε και εχαλίνου την αχόρταστον δέσποιναν, την κοιλίαν, ήτις κινείται υπό της ορέξεως και ζητεί να κορέννυται πάντοτε από πολλά και ποικίλα βρώματα και ούτως εβόα προς αυτήν· «Πεφίμωσο, σιώπα και μη ζήτει πλείονα». Αλλά και με το ότι εκάθητο εις την έρημον και δεν είχε συναναστροφήν με ευειδή πρόσωπα, απέσβεσε την φλόγα της σαρκικής επιθυμίας και κατέστησεν αυτήν να αποτεφρωθή και να κατευνασθή τελείως. Εξωλόθρευσε δε ανδρικώτατα, ο ανδρείος, και την φιλαργυρίαν, ήτις εστί, κατά τον μακάριον Παύλον, ειδώλων προσκύνησις, με την ελεημοσύνην την οποίαν έδιδε και με το ολίγον και αναγκαίον πράγμα το οποίον εκράτει δι’ εαυτόν. Με την αδιάλειπτον δε του θανάτου ενθύμησιν εκέντα αείποτε την ψυχήν αυτού και την εβίαζε να αποδιώκη τον ακατάπαυστον θάνατον, τον εκ της οκνηρίας προξενούμενον εις τον άνθρωπον, εξαναγκάζων αυτήν να ασχολήται εις μόνα τα θεία έργα με πολλήν σπουδήν και ταχύτητα. Ομοίως έλυσε και ηφάνισεν από της καρδίας του τα δεσμά της ψυχοβλαβούς αγάπης των υλικών και προσκαίρων πραγμάτων, με τον δεσμόν της παρηγορητικής λύπης, των αϋλων και αιωνίων χαρισμάτων. Και με την μάχαιραν της πολυχρονίου εαυτού υπακοής, εις την οποίαν διέτριψε τοσούτους χρόνους, είχεν εσφαγμένην την τυραννίδα του θυμού και πεφονευμένην τελείως την εκ της οργής έξαψιν. Ομοίως σιωπών και μη εξερχόμενος της κέλλης του, εθανάτωσε την κενοδοξίαν και τον βλαβερόν έπαινον ως και την φαρμακεράν φήμην και την δόξαν των ανθρώπων, τα οποία αγρεύουσι και περιπλέκουσι την ψυχήν, καθώς αγρεύει και περιπλέκει η αράχνη με τον ιστόν της τας μυίας και άλλα ιπτάμενα ζωϋφια, εκμυζώσα το αίμα των και απορροφούσα, ώσπερ η βδέλλα, τον νουν, την προθυμίαν και όλην αυτής την σύστασιν, την οποίαν απονεκρώνουν και δεν αφήνουν να έχη πλέον την ζωήν, ήτοι τον Θεόν και τας αρετάς αυτής, αλλά τον πονηρόν διάβολον και τα έργα του. Εξηφάνισε δε παντελώς και το όγδοον κακόν, το θανάσιμον πάθος, τον φοβερόν λέοντα, την αντίθεον δηλαδή υπερηφάνειαν, ήτις είναι, κατά τους θείους Πατέρας, πάθος όγδοον. Διότι καθώς η Κυριακή είναι πρώτη και ογδόη εις τας ημέρας της εβδομάδος, ούτω και η υπερηφάνεια είναι αρχή και τέλος όλων των κακών και των θανασίμων αμαρτημάτων, πάντοτε δε ανθίσταται εις τον Θεόν και μάχεται με αυτόν τον ουράνιον και παντοδύναμον Βασιλέα. Αλλά ποία χαρίσματα έλαβεν εκ Θεού ο Άγιος, δια την καταστολήν και κατανίκησιν αυτής; Πάντως την μακαρίαν ταπείνωσιν, ήτις είναι ο ακρότατος και τελειότατος καθαρισμός του ανθρώπου· την οποίαν ήρχισε μεν δια της υπακοής του ο πεφωτισμένος εκ Θεού νέος Βεσελεήλ, την ετελείωσε δε ο Κύριος της επουρανίου Ιερουσαλήμ δια της παρουσίας Του. Διότι άνευ της υπακοής και της του Θεού βοηθείας, δεν είναι δυνατόν να καθαιρεθή και να νικηθή ο πονηρός διάβολος και η συμμορία του, ως και πάσαι αι διαβολικαί αυτού ενοχλήσεις και ενέργειαι. Αλλ’ εις ποίον μέρος του παρόντος λογοπεπλεγμένου στεφάνου να τάξω την αέναον πηγήν των δακρύων του; Πράγμα τω όντι πολύτιμον και ουχί εις πολλούς ευρισκόμενον, των οποίων δακρύων το εργαστήριον ευρίσκεται μέχρι της σήμερον. Τούτο δε ήτο σπήλαιον τι κείμενον εις μίαν βαθυτάτην χαράδραν υποκάτω εις τους πρόποδας του όρους· εις ένα κρημνώδη και πετρώδη τόπον και απέχον όχι μόνον της ιδικής του, αλλά και πάσης ετέρας κέλλας τοσούτον όσον να μη ακούεται το πένθος του, δια να αποφεύγη την κενοδοξίαν και τον βλαπτικώτατον έπαινον τον εκ των ακουόντων προερχόμενον. Όμως, αν και ηγωνίζετο να μη ακούεται εις τους ανθρώπους τούτο το θαυμάσιον έργον του πένθους του, εν τούτοις έφθανε μέχρι των πυλών του ουρανού με τους στεναγμούς και τους θρήνους του και με άλλα όμοια, δι’ ων ετιμώρει και επαίδευεν εαυτόν συχνάκις. Ούτως επένθει και εστέναζεν ο Όσιος καθώς θρηνούσι και στενάζουσιν οι δερόμενοι με ράβδους και κατακεντούμενοι και μελιζόμενοι με πεπυρωμένα σίδηρα και τους ιδίους οφθαλμούς αποστερούμενοι. Εχρησιμοποίει δε και τον ύπνον με μεγάλην εγκράτειαν ούτος ο γήϊνος Άγγελος και ουράνιος άνθρωπος, κοιμώμενος τοσούτον μόνον, όσον να μη βλαβή η ουσία του νοός του υπό της υπερβαλλούσης αγρυπνίας του· ώστε φαίνεται, ότι μίαν ώραν εκοιμάτο κατά την νύκτα, την δε λοιπήν μεθ’ όλης της ημέρας ειργάζετο και προσηύχετο. Πριν κοιμηθή προσηύχετο ώραν πολλήν και κατεγίνετο εις την ανάγνωσιν και εις την σύνθεσιν των βιβλίων του, χαλινών ούτω και εμποδίζων την οκνηρίαν και μη αφήνων ταύτην να εύρη θέσιν και ανάπαυσιν εις αυτόν. Όλος δε ο δρόμος του νοός του και η ζωή του ήτο προσευχή αέναος και έρως και αγάπη προς τον Θεόν ανείκαστος. Διότι μόνον τον Θεόν εφαντάζετο νύκτα και ημέραν και αυτόν έβλεπεν ακαταπαύστως εις τον διαυγέστατον καθρέπτην του λαμπρού νοός του και εις την τράπεζαν της καρδίας του, μη θέλων ή, καλύτερον ειπείν, μη δυνάμενος να λάβη κόρον και πλήρωσιν της αγάπης του, επειδή όσον πλησιάζει τις προς τον Θεόν, τόσον τον επιθυμεί και τον διψά περισσότερον. Δια τούτο πάντες επεθύμουν να ακούωσι πάντοτε των ψυχωφελών νουθεσιών του Αγίου, εκ των οποίων υπήρχε Μοναχός τις, ο καλούμενος Μωϋσής, όστις κεντρωθείς υπό του κέντρου ζήλου μεγάλου και άκρας αγάπης, την οποίαν έλαβε προς τούτον τον Θεοφόρον Πατέρα, παρεκάλεσεν αυτόν πολύ να τον δεχθή ως μαθητήν και υποτακτικόν αυτού και να τον στοιχειώση εις την αληθινήν και ουράνιον της Μοναχικής πολιτείας φιλοσοφίαν. Μετεχειρίσθη δε και μεσίτας δια τον σκοπόν τούτον πολλούς εκ των Πατέρων, ίνα μη αποτύχη η αίτησίς του. Εκβιασθείς λοιπόν υπό των πολλών αυτού δεήσεων, εδέξατο αυτόν ο μακάριος και εν μια των ημερών τον επρόσταξε να φέρη γην εξ άλλου λιπαρωτέρου και παχυτέρου τόπου δια να φυτεύσωσι και καλλιεργήσωσι λάχανα· διότι ο τόπος, εις τον οποίον κατώκουν, δεν ηδύνατο να τα θρέψη αφ’ εαυτού, ως ξηρός και ακαρποφόρητος. Απελθών λοιπόν ο Μωϋσής εποίει αόκνως την υπηρεσίαν του. Όμως επειδή ημέραν τινά έφθασεν η μεσημβρία και έκαιεν η μεγάλη του ηλίου θερμότης, θερμαίνουσα τον τόπον ως κάμινος, διότι ήτο ο έσχατος των μηνών του θέρους, ο Αύγουστος, κατεβλήθη ο Μωϋσής εκ του κόπου και αποκαμών εκ της μεταφοράς, έπεσε να αναπαυθή ολίγον υποκάτω μεγάλου τινός λίθου, όστις έμελλε να αποσπασθή μετ’ ου πολύ και να τον συντρίψη αιφνιδίως και ανελπίστως. Ο δε φιλάνθρωπος Θεός, όστις δεν βούλεται να λυπή τους γνησίους δούλους Του εις ουδέν, προέλαβε κατά την Αυτού συνήθειαν και ηλευθέρωσε τον Μωϋσήν από τον επικείμενον εκείνον του θανάτου κίνδυνον με τρόπον θαυμάσιον· και ακούσατε. Την ώραν όπου εκοιμάτο ο Μωϋσής υποκάτω του λίθου, προσηύχετο και ο Άγιος εις το κελλίον του, έχων τον νουν του αναπεπταμένον και προσηλωμένον εις τον Θεόν κατά την συνήθειάν του και εκεί ήλθεν εις αυτόν ολίγος λεπτότατος ύπνος· βλέπει δε, ότι τον εξύπνα ιεροπρεπής τις και σεβάσμιος άνθρωπος και τον ωνείδιζε, λέγων· «Ιωάννη, πως κοιμάσαι αμέριμνος, εν ω ο Μωϋσής κινδυνεύει να θανατωθή»; Τότε εγερθείς παρευθύς ο Άγιος, ήρξατο να προσεύχεται υπέρ του μαθητού του με πολλήν θερμότητα· ο δε Θεός υπήκουσεν εις αυτόν και ηλευθέρωσε τον Μωϋσήν από τον ανέλπιστον θάνατον. Διότι, ενώ εκοιμάτο και επλησίαζε να πέση ο λίθος επάνω του και να τον συντρίψη, ενόμισεν, ότι εφώναζεν εις αυτόν ο Όσιος να φύγη εκείθεν το συντομώτερον. Ευθύς τότε εγερθείς εκείνος έντρομος, επήδησεν εκ της σκιάς όπου εκάθευδε και αμέσως απεσπάσθη ο λίθος και εσκέπασε τον τόπον όπου έκειτο. Κατά δε την ώραν του Εσπερινού ήλθεν εις το κελλίον ο Μωϋσής και ερωτηθείς υπό του Οσίου, αν συνέβη εις αυτόν κανείς πειρασμός εν εκείνη τη ημέρα ή βλάβη ανέλπιστος, απεκρίθη εις αυτόν· «Κοιμώμενος, Πάτερ μου, βαθέως, εν τω μέσω της ημέρας, υποκάτω λίθου τινός πολύ μεγάλου, ενόμισα εις τον ύπνον μου, ότι μοι εφώναξες να εγερθώ εκείθεν και να φύγω το συντομώτερον. Όθεν, εις την στιγμήν ηγέρθην και έφυγον και ευθύς μετά την φυγήν μου απεσπάσθη ο λίθος και έπεσεν εις τον τόπον όπου ύπνωττον και παρ’ ολίγον, αν δεν εξύπνων εκ της φωνής σου, ήθελον ασφαλώς με συντρίψει ο λίθος». Ταύτα ο μέγας και ταπεινόφρων Ιωάννης ακούσας δεν εφανέρωσεν εις τον μαθητήν του το όραμα, το οποίον είδεν εις τον ύπνον του, ούτε ότι εδεήθη του Θεού υπέρ αυτού, αλλ’ ανύμνει και εδόξαζε τον πολυεύσπλαγχνον Κύριον με αποκρύφους φωνάς και ηυχαρίστει αυτόν, ως λυτρώσαντα τον μαθητήν του από τον αιφνίδιον θάνατον. Ήτο δε συγχρόνως και ιατρός άριστος εις τα αφανή της καρδίας τραύματα ούτος ο άνθρωπος του Θεού. Όθεν Μοναχός τις, Ισαάκ ονομαζόμενος, όστις εβασανίζετο δεινώς υπό του βάρους του φιλοσάρκου της πορνείας δαίμονος και εξηντλείτο υπό της λύπης του, έσπευσε ποτε δρομαίως προς τον μέγαν τούτον ιατρόν και ανέφερε τον έμφυτον και σαρκικόν αυτού πόλεμον, παρακαλών με στεναγμούς και θερμά δάκρυα να τον ελευθερώση εκ του πάθους του. Ο δε θείος Πατήρ, θαυμάσας την πίστιν και την μεγάλην αυτού ταπείνωσιν, είπε προς αυτόν· «Ας σταθώμεν, αδελφέ, εις προσευχήν αμφότεροι και ο αγαθός και πολυεύσπλαγχνος Κύριος δεν θέλει παραβλέψει την ταπεινήν ημών δέησιν, αλλά θέλει δώσει ημίν το ζητούμενον». Τούτου λοιπόν γενομένου, πριν επιτελεσθή η ικετήριος αυτών δέησις, εις καιρόν όπου ο ενοχλούμενος αδελφός έκειτο πρηνής και επί πρόσωπον εις την γην, ο Θεός εποίησε το θέλημα του ηγαπημένου δούλου του Ιωάννου, δια να αποδείξη και δια τούτου τον Προφήτην Δαβίδ αληθεύοντα, όστις λέγει· «Θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται» (Ψαλμ. ρμδ: 19) και έφυγε από τον αδελφόν ο σκολιώτατος όφις εκείνος, ο διαβολικώτατος, λέγω, της πορνείας πόλεμος, μη υποφέρων να μαστίζηται με την ράβδον της καθαράς και ενεργητικής προσευχής του Αγίου. Ο δε αδελφός εκείνος, βλέπων εαυτόν ελεύθερον του λοιπού και όλως ανενόχλητον υπό του αφορήτου και χαλεπωτάτου εκείνου δαιμονίου της πορνείας, εξίστατο και έχαιρε δοξάζων τον Θεόν και ευχαριστών μεγάλως τον δούλον αυτού Ιωάννην ένεκα της χάριτος, την οποίαν έλαβε δια μεσιτείας του. Επειδή δε ήτο ανήρ ελλόγιμος και εις το διδάσκειν έμπειρος, μετεχειρίζετο τον λόγον της Χάριτος πλουσίως ο αοίδιμος και έχεεν αφθόνως και αόκνως τους ποταμούς της διδασκαλίας του εις εκείνους, οίτινες προσήρχοντο προς αυτόν, δια να λάβωσιν ωφέλειαν· όμως, φθονεροί τινες πονηροί άνθρωποι, κεντούμενοι υπό του φθόνου των και μηχανευόμενοι να εμποδίσωσι παντί τρόπω την πολλήν και μεγάλην ωφέλειαν, την οποίαν επροξένει εις άπαντας, ωνόμαζον αυτόν λάλον και φλύαρον. Ο δε Άγιος, γνωρίζων, ότι δύναται να υποφέρη πάντα πειρασμόν και να επιτύχη παν καλόν, με την δύναμιν του Χριστού, καθώς λέγει ο μακάριος Παύλος (Β΄ Κορ. ιβ:9-10) και αγαπών να διδάσκη και να ωφελή εκείνους, οίτινες προσήρχοντο προς αυτόν, όχι μόνον με τον λόγον, αλλά πολύ περισσότερον και με το έργον, δηλαδή δια της σιωπής του, εσιώπησε τελείως επί χρόνον πολύν και κατέπαυσεν εις το εξής το μελισταγές ρείθρον του διδασκαλικού λόγου του, ίνα διακόψη την αφορμήν των ζητούντων, κατά το γεγραμμένον, αφορμήν (Β΄ Κορ. ια:12), κρίνας κάλλιον να ζημιώση ολίγον τι τους εραστάς των καλών προς τους οποίους έμελλε πάντως να προξενήση και δια της σιωπής του ωφέλειαν παρά να κινήση καθ’ εαυτού εις πλείονα κατάκρισιν εκείνους τους αγνώμονας κριτάς και να τους κάμη να επιμείνωσιν εις την κακίαν των. Όθεν και εκείνοι οι κακότροποι, εντραπέντες δια την σιωπήν και την μεγάλην υπομονήν και ταπείνωσιν, την οποίαν έδειξεν ο Άγιος, και γνωρίζοντες πόσης βλάβης και ζημίας εγένοντο παραίτιοι εις τους άλλους, παρεκάλεσαν αυτόν να ανοίξη πάλιν την πηγήν της διδασκαλίας του και να ποτίζη τας διψώσας ψυχάς, ως συνήθιζε, να συγχωρήση δε και αυτών το αμάρτημα· αυτός δε, επειδή δεν έμαθε ποτέ να αντιλέγη και να εναντιούται, υπήκουσεν αμέσως και πάλιν ήρχισε να διδάσκη τα σωτηριώδη και ωφέλιμα, ως και πρότερον. Ούτω, θαυμάζοντες όλοι τας ενθέους πράξεις του και βλέποντες ότι υπερείχεν άπαντας εις όλα τα θεία χαρίσματα, έκρινον αυτόν άλλον νέον Μωϋσήν, φανέντα εκ Θεού κατά τας ημέρας των. Τον ανεβίβασαν λοιπόν βιαίως εις το ηγουμενικόν αξίωμα υψώσαντες τον λύχνον επί της λυχνίας δια να βλέπωσι το φως αυτού άπαντες και αναβαίνωσιν εις τα ουράνια (Ματθ. ε:15, Μάρκ. δ:21, Λουκ. η:16, ια:33). Και πράγματι δεν διεψεύσθησαν εκ της πραγματείας των, αλλ’ εξελέξαντο καλώς τον άξιον Ποιμένα και επέτυχον αυτόν κατά τον πόθον και την ελπίδα των. Διότι ανέβη και ούτος εις το Όρος και εισήλθεν εις τον άδυτον γνόφον (Έξοδ. κδ:18)· και διαβάς με τον νουν του τας ουρανίους βαθμίδας, φθάνει εις τον Θεόν με τον λογισμόν του και δέχεται παρ’ αυτού τον φωτισμόν και την θεοτύπωτον νομοθεσίαν και ανοίγει το στόμα του και ομιλεί τον λόγον του Θεού και λαμβάνει εις την ψυχήν του την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος και εξηρεύξατο (εξέχεεν) άπειρα αγαθά (Ψαλμ. μδ:2) και σωτηρίους λόγους εκ του αγαθού θησαυρού της καρδίας του. Ούτω λοιπόν ετελείωσε την ζωήν αυτού ο μακάριος, καταγινόμενος εις την φροντίδα και οδηγίαν των νέων Ισραηλιτών, των πεφωτισμένων δηλαδή εκ Θεού Μοναχών, διαφέρων του Προφήτου Μωϋσέως εις εν μόνον πράγμα· ότι εκείνος μεν, δεν ηξεύρω πως, ημποδίσθη και δεν εισήλθεν εις την επίγειον Ιερουσαλήμ, ούτος όμως ηξιώθη να αναβή ασφαλώς εις την θείαν και επουράνιον. Μαρτυρούσι τούτο οι πολλοί εκείνοι, οίτινες εσώθησαν και σώζονται μέχρι της σήμερον, αναγινώσκοντες τας πνευματικάς νουθεσίας και τας πράξεις του, μεταξύ των οποίων είναι και ο νέος Δαβίδ, ο μαθητής του, Μάρτυς αληθής της σοφίας και σωτηρίας την οποίαν επροξένει ο σοφός ούτος προς άπαντας. Μάρτυς έτι υπάρχει και ο καλός ημών Ποιμήν Ιωάννης, υπό του οποίου παρακληθείς ούτος ο μέγας κατένευσε προς ημάς με τον λογισμόν του και να κατέβη από το υψηλόν όρος της διδασκαλίας του, ως άλλος νέος θεόπτης Μωϋσής από το Σίναιον, όπου και ούτος είδε με τον νουν του τον Θεόν και έλαβεν, όπως εκείνος, παρ’ Αυτού τας θεογράφους πλάκας, τας ψυχωφελείς τουτέστι διδασκαλίας και τας παρέδωκεν εις ημάς, αίτινες περιέχουσι εξωτερικώς μεν διδάγματα και μαθήματα πρακτικά των καλών έργων και πράξεων, έσωθεν δε είναι πεπληρωμέναι θεωρητικών και ουρανίων νοημάτων, τα οποία βιάζουσιν ημάς να παριστάμεθα προς Θεόν ακαταπαύστως με τον νουν και την καρδίαν και με όλην ημών την ψυχήν και να λέγωμεν προς Αυτόν: Δια πρεσβειών του Οσίου και γνησίου δούλου Σου Ιωάννου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη ΛΑ΄ (31η) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΥΠΑΤΙΟΥ Επισκόπου Γαγγρών.
Τη ΛΑ΄ (31η) Μαρτίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΥΠΑΤΙΟΥ Επισκόπου Γαγγρών.
Υπάτιος, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου του Μεγάλου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τζ΄ - τλζ΄ (307 – 337), υπήρξε δε εις εκ των τριακοσίων δεκαοκτώ Θεοφόρων Πατέρων των εν Νικαία το πρώτον συνελθόντων, εν έτει τκε΄ (325). Πατρίς τούτου υπήρξεν η Κιλικία της Μικράς Ασίας, εγένετο δε Επίσκοπος της πόλεως Γάγγραι της Παφλαγονίας. Λόγω δε της εναρέτου και ενθέου πολιτείας του μεγάλα ετέλεσε θαύματα και πολλά πλήθη εκ των απίστων προσέφερεν εις τον Χριστόν, οίκον δε κατασκευάσας υπεδέχετο τους εκ του γένους αυτού προστρέχοντας προς αυτόν. Ούτος ο Άγιος Ιερομάρτυς Υπάτιος ηφάνισε ποτέ δια του λόγου τους επιδραμόντας κατά της χώρας ασπάλακας (τυφλοπόντικας). Όταν δε περιεπάτει την νύκτα εφωτίζετο υπό θείου και λαμπρού φωτός και ύδωρ αλμυρόν εις γλυκύ μετέβαλεν. Εις τους χρόνους δε Κωνσταντίου, του υιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέγας τις δράκων ελθών εκ τινος αγρίου τόπου εισήλθεν εις το βασιλικόν θησαυροφυλάκιον και τοσούτον φόβον λέγουσιν ότι επροξένει εις τους ανθρώπους, ώστε ουδείς ετόλμα να πλησιάση εις τον θησαυρόν· αν δε τολμηρός τις επλησίαζεν εκεί, ευθύς εθανατώνετο υπό του δράκοντος. Εκ του συμβάντος τούτου ο βασιλεύς ευρίσκετο εις απορίαν και ηγνόει τι να πράξη. Ακούσας δε την φήμην του Αγίου τούτου Υπατίου, έστειλεν εις αυτόν πρέσβεις και μεσίτας, δια των οποίων τον παρεκάλει να έλθη προς αυτόν. Ο δε Άγιος ελθών και βλέπων, ότι προϋπήντησεν αυτόν ο βασιλεύς με πάσαν τιμήν και ευλάβειαν και ότι είρπε προ των ποδών αυτού, ανήγειρεν αυτόν, ειπών· «Έχε θάρρος και μη λυπείσαι, ω βασιλεύ, διότι τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά εστι παρά τω Θεώ. Όθεν πίστευε και θάρρει εις τον Θεόν και μετ’ ολίγον θέλεις ίδει την ακαταμάχητον Αυτού δύναμιν». Ταύτα είπεν ο Άγιος. Ο δε βασιλεύς, δείξας μακρόθεν το θηρίον, είπε· «Μη απροσέκτως, ω Πάτερ, πλησιάσης εις τον δράκοντα, ίνα μη πάθης εκείνο όπερ και άλλοι έπαθον και θανατωθής υπ’ αυτού εξ αιτίας των ιδικών μας αμαρτιών». Ο Άγιος απεκρίθη· «Η ιδική μου προσευχή, ω βασιλεύ, ουδεμίαν έχει δύναμιν εις τοιαύτα μεγάλα θαυμάσια, η ιδική σου όμως πίστις και η του Κυρίου μεγάλη και ανίκητος δύναμις δύνανται να κατορθώσωσι το παν». Τότε πεσών ο Άγιος κατά γης, προσηυχήθη επί ικανήν ώραν, έπειτα δε εγερθείς, λέγει προς τον βασιλέα· «Πρόσταξον να αναφθή μεγάλη πυρά εν τω μέσω της αγοράς, εκεί όπου υπάρχει ανεγηγερμένη η στήλη του πατρός σου Κωνσταντίνου και εκείνοι οίτινες θα ανάψωσι το πυρ, ας περιμείνωσιν έως ου και εγώ υπάγω εκεί». Ταύτα ειπών ο Άγιος, επλησίασε μόνος εις τον θησαυρόν και ήνοιξε την θύραν, κρατών και ράβδον εις τας χείρας του, φέρουσαν επάνω τον τύπον του τιμίου Σταυρού. Κτυπών δε δια της ράβδου τον δράκοντα, ουδέν επετύγχανεν. Ιδόντες δε τινες εκ του μακρόθεν, πεφοβισμένοι και έντρομοι, ενόμιζον, ότι εθανατώθη ο Άγιος Υπάτιος υπό του δράκοντος. Αλλ’ ο Άγιος, υψώσας τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν και τον Θεόν επικαλεσθείς, έβαλε την ράβδον του εις το στόμα του θηρίου και είπεν· «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ακολούθει μοι, ω θηρίον». Τότε ο δράκων, δαγκάσας την ράβδον του Αγίου, ηκολούθει αυτόν, ως αν εδιώκετο υπό τινος. Εξελθών λοιπόν ο Άγιος εκ του βασιλικού θησαυρού, διήλθεν όλην την αγοράν σύρων τον δράκοντα όπισθέν του και πάντας εξέπληξε. Διότι ο δράκων εκείνος ήτο φοβερόν και εξαίσιον θέαμα, έχων, ως έλεγον, μέγεθος εξήκοντα όλων πήχεων. Πλησιάσας δε εις την πυράν, είπε προς τον δράκοντα· «Εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού, τον οποίον εγώ ο ελάχιστος κηρύττω, σε προστάσσω να έμβης εις το μέσον της πυράς». Ο δε φοβερός εκείνος δράκων, κυρτωθείς και εξαπλωθείς, ερρίφθη ενώπιον πάντων εν τω μέσω της πυράς και κατεκάη. Τότε όλοι οι βλέποντες εξεπλάγησαν και εδόξασαν τον Θεόν, επειδή ανέδειξεν εις τας ημέρας αυτών τοιούτον φωστήρα και θαυματουργόν Άγιον. Ο δε βασιλεύς, εκπλαγείς δια το παράδοξον, ετίμησεν υπερβαλλόντως τον Άγιον και προστάξας να ιστορήσωσι την εικόνα του εις σανίδα, έθηκεν αυτήν επί της θύρας του βασιλικού θησαυρού εις αποτροπήν παντός εναντίου, τον δε Άγιον κατασπασάμενος, απέστειλεν εις την επαρχίαν του. Απερχομένου δε του Αγίου εκ Κωνσταντινουπόλως δια τον θρόνον του, εν ευλογίαις Θεού, επειδή εφθονείτο υπό των δυσσεβών Ναυατιανών, οίτινες καθ’ εκάστην αυτόν επολέμουν και μάλιστα υπό των απίστων των κατοικούντων εις τα μέρη της επαρχίας του, καιροφυλακτήσαντες οι μιαροί, εις τινα τόπον κρημνώδη, όταν ο Άγιος διήρχετο εκείθεν, ώρμησαν αιφνιδίως κατ’ αυτού άνδρες τε και γυναίκες, ως θηρία ανήμερα και εκτύπων αυτόν, άλλος με ξύλον, έτερος με λίθον και άλλος με μάχαιραν, ρίψαντες έπειτα αυτόν από μεγάλου ύψους κάτω εις τον ποταμόν. Ο δε Άγιος, ημιθανής ευρισκόμενος, ήπλωσεν ολίγον τας αγίας του χείρας και υψώσας τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν, είπεν, ως άλλοτε ο Πρωτομάρτυς Στέφανος· «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Εν ω δε ο Άγιος ανέπνεεν ακόμη, γυνή τις μιαρά και ακάθαρτος, η οποία έπιεν όλον το ποτήριον της αιρέσεως, λαβούσα λίθον μέγαν, εκτύπησε τον Άγιον εις την μήνιγγα και ούτως η δυστυχής και αθλία εστέρησεν αυτόν της ολίγης εκείνης ζωής, ήτις τω αναπέμεινε. Και η μεν του Αγίου ψυχή παρεδόθη εις χείρας Θεού, η δε ταλαίπωρος εκείνη γυνή, κυριευθείσα υπό δαιμονίου, εκτύπα το στήθος της δια του ιδίου εκείνου λίθου, δια του οποίου εθανάτωσε τον Άγιον. Ομοίως δε και όλοι όσοι συνωμότησαν δια τον φόνον του, ετιμωρήθησαν υπό ακαθάρτων δαιμόνων, κρύψαντες δε το Λείψανον του Αγίου εντός αχυρώνος, ανεχώρησαν. Όμως ο γεωργός και κύριος του αχυρώνος, μεταβάς ίνα δώση άχυρα εις τα ζώα του, ήκουσεν ουράνιον δοξολογίαν και Αγγελικήν ψαλμωδίαν μέσα εκεί εις τον αχυρώνα. Όθεν ευρών το άγιον Λείψανον παρευθύς εφανέρωσε τούτο και εις τους άλλους. Μαθόντες τούτο οι Χριστιανοί, οι κατοικούντες τας Γάγγρας, συνεκεντρώθησαν εις τον αχυρώνα και αφ’ ου εθρήνησαν κοινώς δια την στέρησιν τοιούτου ποιμένος μετέφεραν το Άγιον αυτού Λείψανον εις τας Γάγγρας και ενεταφίασαν αυτό εν επισήμω τόπω. Η δε γυνή, η φονεύτρια του Αγίου, ηκολούθει όπισθεν του Αγίου Λειψάνου, κλαίουσα και τύπτουσα εαυτήν δια του ιδίου εκείνου λίθου, δια του οποίου εφόνευσε τον Άγιον. Δια τούτο, αφ’ ου ενεταφιάσθη το άγιον Λείψανον, ιατρεύθη η γυνή εκείνη εκ του δαιμονίου. Ομοίως ιατρεύθησαν και εκείνοι οίτινες έλαβον μέρος εις τον φόνον του Αγίου. Πλείστα δε άλλα θαύματα έγιναν και κατά τον ενταφιασμόν του Λειψάνου και μετά τον ενταφιασμόν, τα οποία όμως παραλείπομεν ως εκ της πληθύος και δια το δύσκολον της διηγήσεως αυτών.
Υπάτιος, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου του Μεγάλου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τζ΄ - τλζ΄ (307 – 337), υπήρξε δε εις εκ των τριακοσίων δεκαοκτώ Θεοφόρων Πατέρων των εν Νικαία το πρώτον συνελθόντων, εν έτει τκε΄ (325). Πατρίς τούτου υπήρξεν η Κιλικία της Μικράς Ασίας, εγένετο δε Επίσκοπος της πόλεως Γάγγραι της Παφλαγονίας. Λόγω δε της εναρέτου και ενθέου πολιτείας του μεγάλα ετέλεσε θαύματα και πολλά πλήθη εκ των απίστων προσέφερεν εις τον Χριστόν, οίκον δε κατασκευάσας υπεδέχετο τους εκ του γένους αυτού προστρέχοντας προς αυτόν. Ούτος ο Άγιος Ιερομάρτυς Υπάτιος ηφάνισε ποτέ δια του λόγου τους επιδραμόντας κατά της χώρας ασπάλακας (τυφλοπόντικας). Όταν δε περιεπάτει την νύκτα εφωτίζετο υπό θείου και λαμπρού φωτός και ύδωρ αλμυρόν εις γλυκύ μετέβαλεν. Εις τους χρόνους δε Κωνσταντίου, του υιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέγας τις δράκων ελθών εκ τινος αγρίου τόπου εισήλθεν εις το βασιλικόν θησαυροφυλάκιον και τοσούτον φόβον λέγουσιν ότι επροξένει εις τους ανθρώπους, ώστε ουδείς ετόλμα να πλησιάση εις τον θησαυρόν· αν δε τολμηρός τις επλησίαζεν εκεί, ευθύς εθανατώνετο υπό του δράκοντος. Εκ του συμβάντος τούτου ο βασιλεύς ευρίσκετο εις απορίαν και ηγνόει τι να πράξη. Ακούσας δε την φήμην του Αγίου τούτου Υπατίου, έστειλεν εις αυτόν πρέσβεις και μεσίτας, δια των οποίων τον παρεκάλει να έλθη προς αυτόν. Ο δε Άγιος ελθών και βλέπων, ότι προϋπήντησεν αυτόν ο βασιλεύς με πάσαν τιμήν και ευλάβειαν και ότι είρπε προ των ποδών αυτού, ανήγειρεν αυτόν, ειπών· «Έχε θάρρος και μη λυπείσαι, ω βασιλεύ, διότι τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά εστι παρά τω Θεώ. Όθεν πίστευε και θάρρει εις τον Θεόν και μετ’ ολίγον θέλεις ίδει την ακαταμάχητον Αυτού δύναμιν». Ταύτα είπεν ο Άγιος. Ο δε βασιλεύς, δείξας μακρόθεν το θηρίον, είπε· «Μη απροσέκτως, ω Πάτερ, πλησιάσης εις τον δράκοντα, ίνα μη πάθης εκείνο όπερ και άλλοι έπαθον και θανατωθής υπ’ αυτού εξ αιτίας των ιδικών μας αμαρτιών». Ο Άγιος απεκρίθη· «Η ιδική μου προσευχή, ω βασιλεύ, ουδεμίαν έχει δύναμιν εις τοιαύτα μεγάλα θαυμάσια, η ιδική σου όμως πίστις και η του Κυρίου μεγάλη και ανίκητος δύναμις δύνανται να κατορθώσωσι το παν». Τότε πεσών ο Άγιος κατά γης, προσηυχήθη επί ικανήν ώραν, έπειτα δε εγερθείς, λέγει προς τον βασιλέα· «Πρόσταξον να αναφθή μεγάλη πυρά εν τω μέσω της αγοράς, εκεί όπου υπάρχει ανεγηγερμένη η στήλη του πατρός σου Κωνσταντίνου και εκείνοι οίτινες θα ανάψωσι το πυρ, ας περιμείνωσιν έως ου και εγώ υπάγω εκεί». Ταύτα ειπών ο Άγιος, επλησίασε μόνος εις τον θησαυρόν και ήνοιξε την θύραν, κρατών και ράβδον εις τας χείρας του, φέρουσαν επάνω τον τύπον του τιμίου Σταυρού. Κτυπών δε δια της ράβδου τον δράκοντα, ουδέν επετύγχανεν. Ιδόντες δε τινες εκ του μακρόθεν, πεφοβισμένοι και έντρομοι, ενόμιζον, ότι εθανατώθη ο Άγιος Υπάτιος υπό του δράκοντος. Αλλ’ ο Άγιος, υψώσας τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν και τον Θεόν επικαλεσθείς, έβαλε την ράβδον του εις το στόμα του θηρίου και είπεν· «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ακολούθει μοι, ω θηρίον». Τότε ο δράκων, δαγκάσας την ράβδον του Αγίου, ηκολούθει αυτόν, ως αν εδιώκετο υπό τινος. Εξελθών λοιπόν ο Άγιος εκ του βασιλικού θησαυρού, διήλθεν όλην την αγοράν σύρων τον δράκοντα όπισθέν του και πάντας εξέπληξε. Διότι ο δράκων εκείνος ήτο φοβερόν και εξαίσιον θέαμα, έχων, ως έλεγον, μέγεθος εξήκοντα όλων πήχεων. Πλησιάσας δε εις την πυράν, είπε προς τον δράκοντα· «Εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού, τον οποίον εγώ ο ελάχιστος κηρύττω, σε προστάσσω να έμβης εις το μέσον της πυράς». Ο δε φοβερός εκείνος δράκων, κυρτωθείς και εξαπλωθείς, ερρίφθη ενώπιον πάντων εν τω μέσω της πυράς και κατεκάη. Τότε όλοι οι βλέποντες εξεπλάγησαν και εδόξασαν τον Θεόν, επειδή ανέδειξεν εις τας ημέρας αυτών τοιούτον φωστήρα και θαυματουργόν Άγιον. Ο δε βασιλεύς, εκπλαγείς δια το παράδοξον, ετίμησεν υπερβαλλόντως τον Άγιον και προστάξας να ιστορήσωσι την εικόνα του εις σανίδα, έθηκεν αυτήν επί της θύρας του βασιλικού θησαυρού εις αποτροπήν παντός εναντίου, τον δε Άγιον κατασπασάμενος, απέστειλεν εις την επαρχίαν του. Απερχομένου δε του Αγίου εκ Κωνσταντινουπόλως δια τον θρόνον του, εν ευλογίαις Θεού, επειδή εφθονείτο υπό των δυσσεβών Ναυατιανών, οίτινες καθ’ εκάστην αυτόν επολέμουν και μάλιστα υπό των απίστων των κατοικούντων εις τα μέρη της επαρχίας του, καιροφυλακτήσαντες οι μιαροί, εις τινα τόπον κρημνώδη, όταν ο Άγιος διήρχετο εκείθεν, ώρμησαν αιφνιδίως κατ’ αυτού άνδρες τε και γυναίκες, ως θηρία ανήμερα και εκτύπων αυτόν, άλλος με ξύλον, έτερος με λίθον και άλλος με μάχαιραν, ρίψαντες έπειτα αυτόν από μεγάλου ύψους κάτω εις τον ποταμόν. Ο δε Άγιος, ημιθανής ευρισκόμενος, ήπλωσεν ολίγον τας αγίας του χείρας και υψώσας τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν, είπεν, ως άλλοτε ο Πρωτομάρτυς Στέφανος· «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Εν ω δε ο Άγιος ανέπνεεν ακόμη, γυνή τις μιαρά και ακάθαρτος, η οποία έπιεν όλον το ποτήριον της αιρέσεως, λαβούσα λίθον μέγαν, εκτύπησε τον Άγιον εις την μήνιγγα και ούτως η δυστυχής και αθλία εστέρησεν αυτόν της ολίγης εκείνης ζωής, ήτις τω αναπέμεινε. Και η μεν του Αγίου ψυχή παρεδόθη εις χείρας Θεού, η δε ταλαίπωρος εκείνη γυνή, κυριευθείσα υπό δαιμονίου, εκτύπα το στήθος της δια του ιδίου εκείνου λίθου, δια του οποίου εθανάτωσε τον Άγιον. Ομοίως δε και όλοι όσοι συνωμότησαν δια τον φόνον του, ετιμωρήθησαν υπό ακαθάρτων δαιμόνων, κρύψαντες δε το Λείψανον του Αγίου εντός αχυρώνος, ανεχώρησαν. Όμως ο γεωργός και κύριος του αχυρώνος, μεταβάς ίνα δώση άχυρα εις τα ζώα του, ήκουσεν ουράνιον δοξολογίαν και Αγγελικήν ψαλμωδίαν μέσα εκεί εις τον αχυρώνα. Όθεν ευρών το άγιον Λείψανον παρευθύς εφανέρωσε τούτο και εις τους άλλους. Μαθόντες τούτο οι Χριστιανοί, οι κατοικούντες τας Γάγγρας, συνεκεντρώθησαν εις τον αχυρώνα και αφ’ ου εθρήνησαν κοινώς δια την στέρησιν τοιούτου ποιμένος μετέφεραν το Άγιον αυτού Λείψανον εις τας Γάγγρας και ενεταφίασαν αυτό εν επισήμω τόπω. Η δε γυνή, η φονεύτρια του Αγίου, ηκολούθει όπισθεν του Αγίου Λειψάνου, κλαίουσα και τύπτουσα εαυτήν δια του ιδίου εκείνου λίθου, δια του οποίου εφόνευσε τον Άγιον. Δια τούτο, αφ’ ου ενεταφιάσθη το άγιον Λείψανον, ιατρεύθη η γυνή εκείνη εκ του δαιμονίου. Ομοίως ιατρεύθησαν και εκείνοι οίτινες έλαβον μέρος εις τον φόνον του Αγίου. Πλείστα δε άλλα θαύματα έγιναν και κατά τον ενταφιασμόν του Λειψάνου και μετά τον ενταφιασμόν, τα οποία όμως παραλείπομεν ως εκ της πληθύος και δια το δύσκολον της διηγήσεως αυτών.
-
silver
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3145
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
- Επικοινωνία:
Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) Απριλίου, μνήμη της Οσίας Μητρός ημών ΜΑΡΙΑΣ της Αιγυπτίας.
Τη Α΄ (1η) Απριλίου, μνήμη της Οσίας Μητρός ημών ΜΑΡΙΑΣ της Αιγυπτίας.
Μαρία η Οσία Μήτηρ ημών ήτο εκ της Αιγύπτου, ακμάσασα κατά τους χρόνους του μεγάλου Ιουστινιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη φκζ΄ - φξε΄ (527 – 565). Έζησε δε πρότερον αύτη ακολάστως και προκαλούσα εις όλεθρον ψυχικόν πολλούς ανθρώπους δια της αισχράς ηδονής, επί δεκαεπτά έτη, διότι παιδιόθεν εκρημνίσθη εις τας πονηράς πράξεις της σαρκός και έμεινεν εις αυτάς καθ’ όλον αυτό το διάστημα. Ύστερον επεδόθη η μακαρία εις άσκησιν και αρετήν, και τοσούτον υψώθη δια της απαθείας, ώστε περιεπάτει επί των υδάτων και των ποταμών, χωρίς να καταβυθίζηται και όταν προσηύχετο, ίστατο υπεράνω της γης, μετέωρος εις τον αέρα. Η δε αιτία της μεταβολής αυτής και μετανοίας είναι η εξής: Κατά την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου μηνός, όταν εις την Ιερουσαλήμ εγίνετο η Ύψωσις του Τιμίου Ξύλου του ζωοποιού Σταυρού, πολλοί Χριστιανοί συνέρρεον πανταχόθεν εις τα Ιεροσόλυμα, όπως ίδωσι το Τίμιον Ξύλον του Σταυρού. Τότε επήγεν εκεί και η Οσία αύτη, ομού με ακολάστους και ασελγείς νέους, ζητούσα δε να εισέλθη εις τον Ναόν της Αγίας Αναστάσεως όπως ίδη τον ζωοποιόν Σταυρόν, ημποδίζετο αοράτως και δεν ηδύνατο ούτε να εισέλθη, ούτε να ίδη. Κατέστησε λοιπόν την Κυρίαν Θεοτόκον εγγυήτριαν, ότι εάν αφεθή να εισέλθη, και ίδη τον Σταυρόν του Κυρίου, θα φυλάξη εις το εξής σωφροσύνην και άλλην φοράν δεν θα μολύνη το σώμα της με επιθυμίας και ηδονάς. Όθεν, επιτυχούσα του ποθουμένου, δεν εψεύσθη εις την δοθείσαν υπόσχεσίν της, αλλά διελθούσα τον Ιορδάνην ποταμόν, μετέβη εις την έρημον και εκεί έζησεν η τρισολβία τεσσαράκοντα έτη χωρίς να ίδη άνθρωπον, μόνον δε τον Θεόν είχε θεατήν της· και τοσούτον ηγωνίσθη, ώστε ανέβη μεν υπεράνω της ανθρωπίνης φύσεως, απέκτησε δε ζωήν επί γης αγγελικήν τε και υπεράνθρωπον και ούτως εν ειρήνη απήλθε προς Κύριον.
Ο κατά πλάτος Βίος και Πολιτεία της Οσίας Μητρός ημών ΜΑΡΙΑΣ της Αιγυπτίας μεταφρασθείς εις την κοινήν γλώσσαν παρά του εν Μοναχοίς ελαχίστου Δαμασκηνού του Υποδιακόνου και Στουδίτου.
Μέγα καλόν, ευλογημένοι Χριστιανοί, είναι η μετάνοια· και είναι αύτη μέγα καλόν, διότι πάντα άνθρωπον σώζει, όλας τας αμαρτίας τας εξαλείφει, όλα τα παραπτώματα τα αφανίζει. Δεν υπάρχει αμαρτία, την οποίαν να μη συγχωρήση ο Θεός, όταν μετανοήση ο άνθρωπος. Η μετάνοια φέρει χαράν μεγάλην εις τους ουρανούς, και εις τους Αγγέλους, καθώς το ορίζει και ο Κύριος εις το άγιον Ευαγγέλιον· «Χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. ιε:7). Η μετάνοια είναι καθαρμός της ψυχής του ανθρώπου και δεύτερον Βάπτισμα. Βάπτισμα δε είναι, διότι, όστις εμόλυνε το πρώτον Βάπτισμα με αμαρτίας, το αποκαθιστά με την μετάνοιαν εις την πρώτην αυτού καθαρότητα. Η μετάνοια είναι μέγα όφελος εις τον αμαρτωλόν άνθρωπον, καθώς το μαρτυρούν τα βιβλία της Εκκλησίας μας· από αυτήν την μετάνοιαν εσώθησαν πολλοί αμαρτωλοί άνθρωποι και όχι μόνον εσώθησαν, αλλά και Άγιοι έγιναν και τους προσκυνούμεν ημείς έως την σήμερον, ως την Οσίαν Μαρίαν την Αιγυπτίαν, η οποία ήτο πρότερον γυνή πόρνη και αμαρτωλή, επειδή όμως μετενόησε και ησκήτευσεν, ηγίασεν και ετιμήθη υπό Θεού και ανθρώπων. Αυτης της Αγίας τας αμαρτίας και την μετάνοιαν θέλω διηγηθή σήμερον, ευλογημένοι Χριστιανοί. Δια τούτο, σας παρακαλώ, ακούσατε τους λόγους μου μετά πάσης προθυμίας, ίνα εννοήσητε και μάθετε, πόσον ισχύει η μετάνοια δια τον άνθρωπον. Εις τα μέρη της Παλαιστίνης ήτο Ιερομόναχος τις Ζωσιμάς ονόματι, ήτο δε ούτος γέρων κατά πολύ ενάρετος και τόσον φημισμένος δια την αρετήν του, ώστε πολλοί Μοναχοί από τα πέριξ Μοναστήρια επήγαιναν πολλάκις δια να ακούσουν λόγον από το στόμα του Γέροντος αυτού. Έκαμε λοιπόν εις εκείνο το Μοναστήριον, όπου ήτο, χρόνους πεντήκοντα τρεις· έπειτα του ήλθε λογισμός, όστις του έλεγεν· «Άραγε υπάρχει κανείς, όστις να γνωρίζη να με διδάξη έργον μοναχικής ζωής; Υπάρχει κανείς, όστις δεν σφάλει εις τίποτε, αλλά εις όλα είναι πλήρης; Άραγε υπάρχει κανείς εις την έρημον, όστις να υπερβάλλη ημάς τους Κοινοβιάτας εις την αρετήν»; Εν ω λοιπόν διελογίζετο ταύτα ο Γέρων, Άγγελος Κυρίου εφάνη εις αυτόν και του λέγει· «Ζωσιμά, αν και μεγάλη είναι η ιδική σου αρετή, αλλ’ όμως πήγαινε εις τον Ιορδάνην ποταμόν, εις το Μοναστήριον το οποίον είναι εκεί πλησίον, να ίδης άλλους μεγαλυτέρους από σε εις την αρετήν». Εσηκώθη τότε παρευθύς ο Γέρων και επήγεν εις εκείνο το Μοναστήριον και αφού έβαλε μετάνοιαν, έμεινεν εκεί. Είχον δε οι Μοναχοί εκείνοι συνήθειαν να εξέρχωνται την Καθαράν Δευτέραν όλοι από το Μοναστήριον και να πηγαίνουν εις την έρημον, ο καθείς χωριστά, έμεναν δε εκεί μέχρι της Κυριακής των Βαϊων. Κατά την συνήθειαν λοιπόν του Μοναστηρίου εξήλθε και ο Γέρων Ζωσιμάς και διήλθε τον Ιορδάνην ποταμόν με άλλους Μοναχούς. Αφού δε εχωρίσθη από τους άλλους, του ήλθε λογισμός να προχωρήση εις την ενδοτέραν έρημον, μήπως εύρη άλλον τινά Γέροντα Ασκητήν, ίνα ακούση λόγον Θεού από εκείνον. Ενώ δε εβάδιζεν, έφθασεν η ώρα να αναγνώση την Ακολουθίαν του και σταθείς προς Ανατολάς προσηύχετο. Εκεί δε όπου εστέκετο, είδε να εμφανίζεται σκιά τις ανθρωπίνου σώματος, νομίσας δε ότι ήτο φαντασία δαιμονική, έκαμε παρευθύς τον Σταυρόν του. Όταν ετελείωσε την Ακολουθίαν του, βλέπει φανερά, ότι περιεπάτει άνθρωπος τις προς το δεξιόν αυτού μέρος, το σώμα του οποίου ήτο μαύρον κατά πολύ, διότι τα μαλλιά του ήσαν άσπρα ωσάν βαμβάκι, πλην ήσαν μικρά και μόνον έως τον ώμον έφθαναν. Ευθύς ως είδε τούτον ο Γέρων εχάρη κατά πολύ, διότι επί τέλους εύρεν εκείνον όπου εζήτει και παρευθύς ήρχισε να τρέχη οπίσω του. Εκείνος όμως, ως είδε τον Ζωσιμάν ότι τρέχει προς αυτόν, έφευγε περισσότερον· αλλ’ ο Ζωσιμάς, αν και ήτο γέρων, πλην έτρεχε ταχύτερον και όταν τον επλησίασε τόσον, ώστε να ακούεται φωνή, έκλαυσεν ο Γέρων και λέγει προς εκείνον όπου εφαίνετο· «Διατί με αποφεύγεις τον αμαρτωλόν, δούλε του Θεού; Τι με απεχθάνεσαι τον γέροντα και δεν στέκεσαι να με ευλογήσης; Στάσου δια την αγάπην του Χριστού, διότι είμαι γέρων και δεν δύναμαι να σε ακολουθώ». Αυτά λέγων ο Γέρων και τρέχων έφθασεν εις τόπον τινά, όστις ήτο ως μικρός ξηροπόταμος, και τότε εκείνος ο οποίος εφαίνετο κατήλθε και πάλιν ανήλθεν, ο δε Γέρων εστάθη, μη δυνάμενος να περάση και έκλαιε περισσότερον. Τότε εκείνος, όστις εφαίνετο, απελογήθη και λέγει προς τον Ζωσιμάν· «Συγχώρησόν μοι, Αββά Ζωσιμά, δια τον Ιησούν Χριστόν· δεν δύναμαι να σταθώ να με ίδης, διότι είμαι γυνή γυμνή, ως με βλέπεις· πλην, εάν θέλης να σταθώ, ρίψε μου το ράσον σου, ίνα ενδυθώ και τότε με βλέπεις και μου δίδεις την ευχήν σου». Ως ο Αββάς Ζωσιμάς ήκουσεν ότι τον εκάλεσεν εξ ονόματος, εθαύμασεν, εννοήσας ότι πρόκειται περί ανθρώπου προορατικού. Του έρριψε λοιπόν ο Ζωσιμάς το εξώρασόν του και τότε επήγε προς εκείνον και του έβαλε μετάνοιαν· ομοίως δε και ο φαινόμενος έβαλε μετάνοιαν και πολλήν ώραν έμειναν πρηνείς και οι δύο και ο ένας έλεγε προς τον άλλον· «Ευλόγησόν με, δούλε του Θεού». Αφού δε παρήλθεν αρκετή ώρα, λέγει η γυνή εκείνη· «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να με ευλογήσης, διότι είσαι Ιερεύς του Θεού του Υψίστου και τακτικώς ίστασαι εις το Άγιον Βήμα παρακαλών τον Θεόν δια τας αμαρτίας των άλλων· δια τούτο συ ευλογησόν με». Λέγει τότε ο Ζωσιμάς· «Αγία του Θεού, το χάρισμά σου φαίνεται περισσότερον από το ιδικόν μου, διότι είσαι προορατική και γνωρίζεις όχι μόνον το όνομά μου, αλλά και ότι είμαι Ιερεύς· δια τούτο, σε παρακαλώ πολύ, συ να με ευλογήσης!» Ως λοιπόν είδεν η γυνή εκείνη, ήτις εφαίνετο, ότι πλέον δεν την ευλογεί, εσηκώθη μόνη της και λέγει· «Ο Θεός ο Άγιος, ο αγαπών την σωτηρίαν των αμαρτωλών, Εκείνος να σε ευλογήση». Εσηκώθη τότε και ο Γέρων Ζωσιμάς. Είπε δε η Αγία προς τον Ζωσιμάν· «Αββά Ζωσιμά, διατί εκοπίασες και ήλθες έως εδώ, να ίδης μίαν γυναίκα αμαρτωλήν; Επειδή όμως σε έφερεν ο Θεός έως εδώ, ειπέ μοι, πως είναι οι Χριστιανοί; Πως είναι ο κόσμος; Πως είναι οι βασιλείς; Πως είναι η Εκκλησία του Χριστού»; Και ο Γέρων απήντησεν· «Όλοι καλά είναι με την ευχήν σου, Μήτερ Οσία, αλλά παρακάλεσε τον Θεόν και δι’ εκείνους και δι’ εμέ, διότι δια τούτο εκοπίασα εις τόσην οδοιπορίαν, ο αμαρτωλός». Τότε του λέγει η γυνή εκείνη· «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να παρακαλέσης τον Θεόν δι’ εμέ· πλην, αφού με προστάζεις, θα κάμω υπακοήν». Τότε εστάθη η Αγία επί πολλήν ώραν και προσηύχετο, αλλά φωνή από το στόμα της δεν ηκούετο· ο δε Γέρων έπεσε πρηνής εις την γην και έλεγε το «Κύριε, ελέησον». Μετά πολλήν ώραν εσήκωσε τους οφθαλμούς του και βλέπει την γυναίκα εκείνην ισταμένην μίαν πήχην υψηλότερα από την γην, ως δε είδε τούτο εσκέφθη, ότι ίσως είναι φάντασμα δαιμονικόν και προσποιείται, ότι προσεύχεται. Τότε είπε η γυνή· «Τίνες οι λογισμοί σου, Αββά Ζωσιμά, και σκέπτεσαι ότι είμαι φάντασμα; Γυνή είμαι αμαρτωλότερη από όλον τον κόσμον». Ποιήσασα δε το σημείον του Σταυρού εις όλον της το σώμα, λέγει προς τον Γέροντα· «Ο Θεός, Αββά Ζωσιμά, να μας ελευθερώση απότας τέχνας του διαβόλου». Τότε ο Ζωσιμάς έπεσε κάτω εις την γην και με δάκρυα πολλά ήγγισε τους πόδας της Αγίας και είπε προς αυτήν· «Σε ορκίζω, δούλη του αληθινού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ειπέ μοι πως ευρέθης εδώ εις την έρημον; Πόθεν είσαι και πως ησκήτευσες; Και πόσον καιρόν έχεις όπου ευρίσκεσαι εδώ; Ταύτα ειπέ μου δια την αγάπην του Θεού και μη μου κρύψης τίποτε, διότι δι’ αυτό ηυδόκησεν ο Θεός και σε είδα· ίνα ακούσω και εγώ και ωφεληθώ από τους λόγους σου· διότι αν δεν ήθελεν ο Θεός να σε ίδω, δεν ήθελον περιπατήσει τόσον δρόμον εγώο γέρων και αδύνατος, όστις ποτέ δεν ηδυνήθην να εξέλθω από το κελλίον μου». Ότε λοιπόν ήκουσεν η Αγία τους λόγους και είδε τα δάκρυά του, λέγει προς τον Ζωσιμάν· «Αββά Ζωσιμά, εντρέπομαι, η αμαρτωλή, να διηγηθώ τα έργα μου, διότι είναι γεμάτα εντροπήν, αλλά θα τα εξομολογηθώ σήμερον όλα προς την αγιωσύνην σου. Εγώ, τίμιε Γέρων, είμαι από την Αίγυπτον· όταν έζων οι γονείς μου και εγώ ήμουν εις ηλικίαν δώδεκα ετών, άφησα τους γονείς μου και μετέβην εις την Αλεξάνδρειαν, εκεί δε ήμουν πολιτική δεκαεπτά χρόνους· και τόσον εκυλιόμην εις την αμαρτίαν, ώστε μόνον δια να έρχωνται πολλοί προς εμέ, δεν τους έπαιρνα τίποτε· και τόσον ήμην πτωχή, ώστε έζων με την εργασίαν των χειρών μου, άλλοτε με την ρόκαν, και άλλοτε με άλλην εργασίαν. Μίαν ημέραν λοιπόν εξήλθον έξω εις τον αιγιαλόν και βλέπω πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι εισήρχοντο εις πλοίον τι μεγάλο και ως το είδα ηρώτησα ένα από εκείνους, που πηγαίνουν οι άνθρωποι αυτοί. Αυτός δε μου απήντησεν· «Εις την Ιερουσαλήμ πηγαίνομεν, διότι πλησιάζει η ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού». Τότε λέγω προς εκείνον· «Άρα γε θέλουν να υπάγω και εγώ μαζί των»; Λέγει εκείνος· «Εάν έχης να δώσης τον ναύλον, κανείς δεν σε εμποδίζει». Εγώ δε είπον· «Δεν έχω τον ναύλον, αλλ’ έχω το σώμα μου, δια να τραφώ και να υπάγω έως τα Ιεροσόλυμα χωρίς αγώγιον». Εκείνος, ως ήκουσε τους λόγους μου, έφυγε γελών. Εγώ δε, Αββά Ζωσιμά, όχι ότι είχον καλόν σκοπόν να υπάγω εις τα Ιεροσόλυμα, αλλ’ επεθύμουν να σύρω και άλλους πλησίον μου. Σου είπον, Αββά Ζωσιμά μου, μη με αναγκάζης να είπω περισσότερα, διότι μιαίνω την γην και τον αέρα με τους λόγους μου». Αυτά ειπούσα η Αγία εσιώπησε. Λέγει τότε ο Ζωσιμάς· «Ειπέ μου, Μήτερ Οσία, έως το τέλος και μη αποκρύψης τίποτε από εμέ». Πάλιν δε απεκρίθη η Αγία και είπεν· «Αββά Ζωσιμά, επειδή με αναγκάζεις, θα σου τα ειπώ όλα. Παρευθύς λοιπόν έρριψα κάτω την ρόκαν μου και τρέχω εις ένα από τα πλοία εκείνα, όπου ήσαν έτοιμα να φύγουν, διότι ήσαν και άλλα πολλά πλοία έτοιμα να ξεκινήσουν και βλέπω εκεί δέκα νέους ωραίους, οίτινες εισήρχοντο εις το πλοίον και τους λέγω· «Πάρετε και εμέ μαζί σας και δώσατε τον ναύλον δι’ εμέ και εγώ θέλω τον εξαγοράσει». Εκείνοι, ως ήκουσαν τούτο, με επήραν εις το πλοίον και όσας αμαρτίας έκαμα εκεί, Αββά, εντρέπομαι να σου τας διηγηθώ. Αυτό δε μόνον θαυμάζω, πως δεν εσχίσθη η θάλασσα να μας καταπίη όλους, όσοι είμεθα μέσα εις το πλοίον, αλλά ο Θεός ανέμενε την μετάνοιάν μου. Όταν δε εξήλθον από το πλοίον, δεν με έφθασαν αι πρώται μου αμαρτίαι, αλλ’ εζήτουν και άλλους περισσοτέρους εραστάς. Τέλος έφθασε και η ημέρα της Υψώσεως και εγώ συνέχιζα, όπως και πρώτα, την αμαρτίαν. Έβλεπα δε τους ανθρώπους, οίτινες μετέβαινον την νύκτα εις την Εκκλησίαν και τους ηκολούθουν και εγώ, μόνον και μόνον δια να βλέπω τους νέους. Όταν δε έφθασα εις την Εκκλησίαν προσεπάθουν να εισέλθω και εγώ από την θύραν, με απώθουν όμως άλλοι και δεν με άφηναν να εισέλθω». Τοιουτοτρόπως λοιπόν εισήλθον όλοι εις την Εκκλησίαν, εις εμέ δε εστάθη αδύνατον να προχωρήσω και έμενον έξω· τρεις και τέσσαρας φοράς προσεπάθησα, αλλά δεν ημπόρεσα. Τότε εστάθην εις μίαν εξωτερικήν γωνίαν του Ναού· ισταμένη δε εκεί ενεθυμήθην ότι από τας αμαρτίας μου δεν δύναμαι να εισέλθω· και εν ω έκλαια δια τας αμαρτίας μου, βλέπω άνωθέν μου, ότι ήτο Εικών τις της Παναγίας και ως την είδα εδάκρυσα και είπα· «Παρθένε Δέσποινα Θεοτόκε, η γεννήσασα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, γνωρίζω ότι δεν είμαι αξία να βλέπω την αγίαν Σου Εικόνα εξ αιτίας των πολλών μου αμαρτιών· αλλά επειδή δια τούτο έγινεν ο Θεός άνθρωπος, δια να καλέση τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν, βοήθησόν με και εμέ να εισέλθω εις την Εκκλησίαν, ίνα ίδω το άγιον Ξύλον όπου εσταυρώθη ο Υιός Σου δια τας ιδικάς μου αμαρτίας και έχυσε το άγιόν Του Αίμα, δια να σώση τους αμαρτωλούς· και εάν καταξιωθώ να το ίδω, σε παρακαλώ να γίνης εγγυήτρια προς τον Υιόν Σου, ότι πλέον δεν θα μιάνω το σώμα μου, αλλ’ όταν εξέλθω από την Εκκλησίαν, θα υπάγω όπου με οδηγήσης. Αυτά είπα και έλαβα ολίγην άνεσιν· έπειτα ανεμίχθην με άλλους ανθρώπους και εισήλθον εις την Εκκλησίαν, κανείς δε πλέον δεν με ημπόδισεν, όπως την πρώτην φοράν. Όταν δε είδον το πανάγιον Ξύλον του Τιμίου Σταυρού, φόβος και τρόμος με κατέλαβεν· έπεσα λοιπόν κάτω εις την γην και το προσεκύνησα με δάκρυα και ως το προσεκύνησα, έδραμον πάλιν εις τον τόπον όπου ήτο ιστορημένη η Θεοτόκος και κλαίουσα έλεγα· «Συ, Παναγία Παρθένε, δεν με περιεφρόνησες την αμαρτωλήν και αναξίαν δούλην σου, αλλά με κατηξίωσες να ίδω εκείνο, το οποίον ηγάπων και επεθύμουν· δια τούτο, Δέσποινα Θεοτόκε, δείξε μου τον δρόμον, πως να σωθώ· Συ γενού οδηγία της σωτηρίας μου· Συ η οποία έγινεςεγγυήτρια, Συ καθοδήγησέ με, πως να είμαι αρεστή εις τον Υιόν Σου». Εν ω δε εγώ έλεγον ταύτα, ήκουσα φωνήν, ήτις μου είπεν· «Αν περάσης τον Ιορδάνην, θέλεις εύρει μεγάλην ανάπαυσιν». Ως δε ήκουσα τούτο, εβόησα μεγαλοφώνως· «Δέσποινα, Δέσποινα, μη εγκαταλείπης με». Αυτό είπα και εξήλθον, ίναυπάγω προς τον Ιορδάνην. Εις τον δρόμον με είδε Χριστιανός τις και μου έδωσε τρία νομίσματα δια το όνομα του Χριστού. Τα επήρα λοιπόν και ηγόρασα με αυτά τρεις άρτους. Εκεί ηρώτησα τινά, ποίος δρόμος οδηγεί εις τον Ιορδάνην. Εκείνος δε μου έδειξε τον δρόμον και ήρχισα κλαίουσα να περιπατώ. Αργά προς το εσπέρας έφθασα εις τον Ναόν του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, πλησίον του Ιορδάνου και την ημέραν εκείνην μετέλαβα εις το Μοναστήριον, έφαγον μισόν άρτον και έπιον από το ύδωρ του Ιορδάνου· έπειτα έπεσα και εκοιμήθην εκεί. Το πρωϊ, όταν εξημέρωσε, κατήλθον εις τον ποταμόν και ευρούσα πλοιάριον, επέρασα με αυτό τον ποταμόν και ήλθον έως εδώ όπου βλέπεις, Αββά Ζωσιμά». Ηρώτησε τότε ο Γέρων· «Πόσους χρόνους έχεις, Αγία, όπου είσαι εδώ εις την έρημον»; Απεκρίθη η Αγία· «Τεσσαράκοντα χρόνους έχω εδώ, Αββά Ζωσιμά». Ηρώτησε δε πάλιν την Αγίαν ο Ζωσιμάς· «Και πόθεν εύρισκες την τροφήν σου μέχρι σήμερον; Πως επέρασες τόσους χρόνους»; Απεκρίθη η Αγία· «Δύο και ήμισυν άρτους είχον όταν επέρασα τον Ιορδάνην και τόσον εξηράνθησαν, ώστε έγιναν ως πέτραι· όμως με αυτούς, τρώγουσα από ολίγον, και με τα χορτάρια αυτής της ερήμου επέρασα». Κατόπιν ηρώτησε πάλιν ο Γέρων· «Πως επέρασες τόσον καιρόν; Είχες κανένα πειρασμόν ή όχι»; Η Αγία απεκρίθη· «Αββά Ζωσιμά, με ηρώτησες πράγμα δια το οποίον φρίττω και να το ενθυμούμαι, διότι εάν σου είπω τους όσους πειρασμούς υπέμεινα και έπαθα, φοβούμαι μήπως τους πάθω και πάλιν». Αλλ’ ο Γέρων της λέγει· «Παρακαλώ σε, δούλη του αληθινού Θεού, μη μου κρύψης τίποτε, αλλά διηγήσου μου όλα δια την αγάπην του Χριστού». Απεκρίθη η Αγία· «Πίστευσέ με, Αββά Ζωσιμά, δεκαεπτά χρόνους έκαμα εις την έρημον αυτήν, όπου είχα πολλούς πειρασμούς από τον δαίμονα· διότι όταν ήρχιζα να φάγω, ενεθυμούμην το κρέας και τα οψάρια της Αιγύπτου, ενεθυμούμην τον οίνον τον πολύν, όπου έπινα εκεί και κατεκαίετο η καρδία μου, διότι εδώ ουδέ καν νερόν δεν είχον να πίω. Ενεθυμούμην πάλιν τα άσματα όπου ήξευρα και ήρχιζα να τραγουδώ και παρευθύς ενεθυμούμην τας αμαρτίας μου και την Παναγίαν Παρθένον, την οποίαν έβαλα εγγυήτριαν, και μου ήρχοντο δάκρυα και έκλαιον, η ταλαίπωρος. Ευθύς τότε επεκαλούμην την Θεοτόκον και αμέσως έλαμπεν έμπροσθέν μου φως περισσόν και εχάνοντο οι κακοί λογισμοί. Πως να διηγηθώ, Αββά Ζωσιμά, την φλόγα όπου έκαιε την καρδίαν μου δια την πορνείαν; Όταν όμως μου ήρχετο τοιούτος λογισμός, έπιπτα κάτω εις την γην με δάκρυα και δεν εσηκωνόμην, εάν δεν ήθελα ίδει εκείνο το φως να σκορπίση τους λογισμούς μου. Λοιπόν με τοιούτους πειρασμούς, Αββά Ζωσιμά, ηνωχλούμην κατά τους δεκαεπτά εκείνους χρόνους· από τότε δε έως σήμερον, με την βοήθειαν της Παναγίας μου, δεν έχω κανένα πειρασμόν». Ηρώτησε πάλιν ο Αββάς Ζωσιμάς· «Και πλέον δεν επεθύμησες να έχης τροφήν ή ένδυμα;» Η δε Αγία απεκρίθη· «Τους άρτους, όπως σου είπον, έφαγον εις τους δεκαεπτά χρόνους και από τότε τρέφομαι με τα χόρτα της γης ταύτης· το ένδυμά μου δε, το πρώτον όπου είχα, κατεστράφη και έπεσε και ησθανόμην ψύχραν πολλήν την νύκτα και πάλιν την ημέραν είχον περισσόν καύσωνα, τόσον ώστε πολλάς φοράς έπιπτα κάτω ως αποθαμένη άλλοτε από το πολύ ψύχος (δια τούτο και ο τόπος εκείνος είναι έρημος, διότι η διαφορά της θερμοκρασίας μεταξύ της ημέρας και της νυκτός είναι τόσον μεγάλη, ώστε καταστρέφει πάσαν ικμάδα ζωής) και άλλοτε από τον πολύν καύσωνα, αλλ’ ο Θεός όστις είπεν, ότι «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. δ:4, Λουκ. δ:4), αυτός με έθρεψε και με εσκέπαζε, διότι Αυτός περιβάλλει τον ουρανόν εν νεφέλαις». Όταν ο Ζωσιμάς ήκουσεν, ότι του ωμίλησε περί θείων Γραμμάτων, την ηρώτησε· «Γνωρίζεις, Αγία, γράμματα; Ή σου τα έδειξε κανείς;» Απεκρίθη η Αγία· «Αββά Ζωσιμά, εγώ άνθρωπον ακόμη δεν είδα τόσον καιρόν· ούτε γράμματα γνωρίζω, Αββά μου· αλλά ο Θεός, όστις δίδει την γνώσιν εις τους ανθρώπους, Εκείνος μου διδάσκει τους λόγους τούτους· παρακάλει λοιπόν τον Θεόν, Αββά Ζωσιμά, δι’ εμέ την αμαρτωλήν». Ως ήκουσεν ο Ζωσιμάς τους λόγους τούτους, ηθέλησε να βάλη μετάνοιαν· η Αγία όμως δεν τον άφησε να βάλη μετάνοιαν, μόνον του είπεν· «Αββά Ζωσιμά, αυτά όπου σου είπα και ήκουσες, πρόσεχε να μη τα είπης εις κανένα, έως ότου αποθάνω· τώρα πήγαινε εις το καλόν και τον ερχόμενον χρόνον θέλεις με ίδει πάλιν· μόνον, σε παρακαλώ, να κάμης αυτό το οποίον θέλω σου είπει· τον ερχόμενον χρόνον να μη περάσης τον Ιορδάνην, όπως έχετε συνήθειαν, αλλά απόμεινε εις το Μοναστήριον, διότι αν θελήσης να εξέλθης, δεν θέλεις δυνηθή· κατά δε την Μεγάλην Πέμπτην αργά, πάρε τα Άγια Μυστήρια και έλα εις τον Ιορδάνην, περίμενέ με δε εκεί, διότι αφ’ ότου ήλθον εδώ, ακόμη δεν μετέλαβα· δια τούτο, σε παρακαλώ, να μου φέρης την Αγίαν Κοινωνίαν να μεταλάβω· να ειπής δε εις τον Αββάν Ιωάννην, τον Ηγούμενον του Μοναστηρίου σας, να προσέχη καλώς, διότι πολλά κακά υπάρχουν μέσα εις το Μοναστήριον και είναι ανάγκη να διορθωθούν». Αυτά είπεν η Αγία και ευθύς έφυγε προς την έρημον. Ο δε Γέρων εθαύμαζε, πως του είπε τας συνηθείας του Μοναστηρίου και πως εγνώριζε τα σφάλματα των Μοναχών, πεσών δε κάτω εις την γην ησπάσθη τον τόπον, εις τον οποίον είχε σταθή η Αγία. Ευχαριστήσας δε τον Θεόν επέστρεψεν εις το Μοναστήριον. Το επόμενον έτος, κατά την συνήθειαν του Μοναστηρίου, ηθέλησεν ο Ζωσιμάς να εξέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη, διότι επειράχθη από πυρετόν και τότε ενεθυμήθη, ότι του είπεν η Αγία να μη εξέλθη από το Μοναστήριον. Αφού λοιπόν έμεινεν επ’ ολίγας ημέρας πυρέσσων, εθεραπεύθη. Ότε δε ήλθεν η Μεγάλη Πέμπτη, έλαβε την Αγίαν Κοινωνίαν, καθώς του είπεν η Αγία, έλαβε και ολίγα σύκα, φοινίκια και φακήν βεβρεγμένην εις το ύδωρ και ήλθε πλησίον του ποταμού. Εν ω δε ανέμενε να ίδη την Αγίαν, έκλαιε, διότι η ώρα παρήρχετο και η Αγία δεν εφαίνετο να έρχεται. Τότε του ήλθε λογισμός και εσκέπτετο πως θα περάση η Αγία τον Ιορδάνην, όταν έλθη, αφού πλοίον δεν υπήρχεν εκεί; Εν ω δε ταύτα εσκέπτετο, βλέπει την Αγίαν ερχομένην και ευθύς ως την είδεν εστάθη πάλιν και εσκέπτετο πως θα περάση τον ποταμόν. Αν δε και ήτο νύκτα, όμως επειδή η σελήνη έφεγγε πολύ καθαρά, είδεν την Αγίαν να κάμνη τον Σταυρόν της και παρευθύς ευρέθη εις το άλλο μέρος του ποταμού. Ταύτα ιδών ο Ζωσιμάς ητοιμάζετο να προσκυνήση και η Αγία του λέγει· «Αββά Ζωσιμά, τι θέλεις να κάμης; Τα Άγια Μυστήρια βαστάζεις και θέλεις να βάλης μετάνοιαν;» Ειπούσα δε τον λόγον αυτόν η Αγία, έφθασε πλησίον του Γέροντος και του λέγει· «Ευλόγησόν με Αββά, ευλόγησόν με». Έπειτα παρεκάλεσε τον Γέροντα και είπε το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω», κατόπιν τον ησπάσθη, κατά την συνήθειαν της αγάπης και ούτως εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Κατόπιν προσηυχήθη λέγουσα· «Νυν απολύεις την δούλην σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου». Έπειτα εστράφη προς τον Γέροντα και του λέγει· «Συγχώρησόν με, Αββά Ζωσιμά, και σε παρακαλώ, αν είναι ευλογημένον, να μου κάμης άλλο ένα θέλημα, πήγαινε εις το Μοναστήριόν σου με την βοήθειαν του Θεού και κατά τον επόμενον χρόνον όπου έρχεται, να έλθης πάλιν εις τον τόπον όπου με συνήντησες την πρώτην φοράν και θέλεις με ίδει, καθώς θέλει ο Θεός». Ο δε Γέρων απεκρίθη· «Δούλη του αληθινού Θεού, είθε να ήμην άξιος να σε ακολουθήσω· αλλά τουλάχιστον λάβε από ταύτα τα φαγητά, όπου σου έφερα». Ήπλωσε τότε η Αγία την χείρα της και επήρε τρία μόνον σπειρία από την φακήν και πάλιν έκαμε τον Σταυρόν της και επέρασε τον Ιορδάνην ποταμόν επί των υδάτων, όπως την πρώτην φοράν. Ο δε Γέρων επέστρεψεν εις το Μοναστήριόν του, δοξάζων τον Θεόν. Όμως πολύ επικραίνετο, διότι δεν έμαθε το όνομα της Αγίας, αλλ’ ήλπιζεν, ότι θα την ερωτήση κατά το επόμενον έτος. Όταν λοιπόν έφθασεν ο νέος χρόνος και ήλθεν η Κυριακή της Τυρινής, εξήλθεν από το Μοναστήριον, κατά την συνήθειάν του, και περιεπάτει εις την έρημον παρατηρών εδώ και εκεί μήπως ίδη την Αγίαν. Επειδή όμως δεν την έβλεπεν, ήρχισε να κλαίη και με δάκρυα πολλά έλεγε προς τον Θεόν· «Θεέ μου Μεγαλοδύναμε, Συ όστις με κατηξίωσες να ίδω τοιούτον μυστήριον, μη με υστερήσης έως τέλους, ίνα το συμπληρώσω· καταξίωσέ με, Χριστέ μου, να απολαύσω και πάλιν την ευχήν της δούλης σου». Εν ω δε με τους λόγους τούτους παρεκάλει τον Θεόν, παρετήρει δεξιά και αριστερά, μήπως την ίδη. Και πράγματι την είδεν, νεκράν όμως με εσταυρωμένας τας χείρας και την κεφαλήν εστραμμένην προς την δύσιν. Τότε έδραμε κλαίων και εγγίσας τας πόδας της Αγίας, τους έβρεχε με τα δάκρυά του. Όσον λοιπόν ηδύνατο έκλαυσε, έπειτα δε ανέγνωσεν από το Ψαλτήριον τον Άμωμον. Αφού λοιπόν ο Ζωσιμάς ετελείωσε την ανάγνωσιν, ευρίσκετο εις απορίαν τι να πράξη· και ευθύς βλέπει άνωθεν της κεφαλής της Αγίας γράμματα χαραγμένα εις την γην, τα οποία έλεγον· «Αββά Ζωσιμά, θάψε το σώμα της ταπεινής Μαρίας εδώ όπου το εύρες και παρακάλει τον Θεόν δι’ εμέ. Ετελειώθην δε κατά τον μήνα Φαρμουθί, δηλαδή τον Απρίλιον, την νύκτα εκείνην κατά την οποίαν μετέλαβα». Ως είδεν ο Ζωσιμάς την φραφήν αυτήν, ηπόρησε τις να την έγραψε· διότι η Αγία του είχεν είπει, ότι δεν εγνώριζε γράμματα. Απορούσε ακόμη και δια το πως η Αγία επεριπάτησεν είκοσι ημερών δρόμον εις μίαν ώραν. Και πάλιν ευρίσκετο εις απορίαν με τι να σκάψη την γην. Βλέπει τότε εκεί μικρόν ξύλον ερριμμένον κάτω εις την γην και με εκείνο ήρχισε να σκάπτη. Αλλά δεν ηδύνατο, διότι ήτο γέρων και ο τόπος πολύ ξηρός. Αίφνης βλέπει λέοντα τινά, όστις ελθών έλειχε τους πόδας της Αγίας και πολύ εφοβήθη· διότι ενεθυμήθη τον λόγον τον οποίον του είχεν είπει η Αγία, ότι θηρίον δεν είδε κατά τους τεσσαράκοντα χρόνους· έκαμεν όμως τον Σταυρόν του και ήλπιζε να μη βλαβή, είπε δε προς τον λέοντα· «Ω θηρίον ανήμερον, επειδή η δύναμις του Θεού σε έφερεν εδώ να με βοηθήσης, σκάψε την γην δια να θάψωμεν το Λείψανον της Αγίας, διότι εγώ είμαι γέρων και δεν δύναμαι ούτε να σκάψω, ούτε να υπάγω να φέρω σκαπτικά εργαλεία· δια τούτο κάμε συ τον τάφον της Αγίας». Ούτως είπεν ο Γέρων και παρευθύς ο λέων ήρχισε με τους εμπροσθίους του πόδας να σκάπτη την γην, έσκαψε δε τόσον, όσον εχρειάζετο δια να σκεπασθή το σώμα της Αγίας· αφού δε ετελείωσεν, έβαλε μετάνοιαν εις τον Γέροντα και έφυγεν εις την έρημον. Έθαψε τότε ο Γέρων το Λείψανον της Αγίας εις την θέσιν όπου το εύρε και επέστρεψεν εις το Μοναστήριον δοξάζων και υμνών τον Θεόν. Κατά την παραγγελίαν δε της Αγίας και ο Ηγούμενος Ιωάννης ερευνήσας εύρε πολλά σφάλματα εις το Μοναστήριον, τα οποία και ηγωνίσθη να διορθώση. Εις το Μοναστήριον αυτό απέθανεν ο Γέρων Ζωσιμάς εις ηλικίαν εκατόν ετών. Αυτά είναι τα έργα της πόρνης, ευλογημένοι Χριστιανοί· αυταί είναι αι αρεταί της απεγνωσμένης γυναικός· πόρνη αληθώς ήτο, αλλά αι μεγάλαι της αρεταί την ηξίωσαν της Βασιλείας των ουρανών· αμαρτωλή ήτο, αλλά η μετάνοιά της την έσωσεν. Ας ίδωμεν πως ησκήτευσεν, ας ίδωμεν πως ηγωνίσθη. Δεν ήτο και αυτή αμαρτωλή; Δεν ήτο και αυτή απεγνωσμένη; Τοιουτοτρόπως λοιπόν και ημείς ας μετανοήσωμεν δια τας αμαρτίας ημών και ας μη περιπίπτωμεν εις απόγνωσιν. Ακόμη δε και αν αι αμαρτίαι μας είναι ως την άμμον της θαλάσσης, ας μη απελπιζώμεθα, διότι καμμία αμαρτία δεν είναι ικανή να αποκλείση το έλεος του Θεού, ούτε υπάρχει κανέν σφάλμα, το οποίον να μη διορθώνεται με την μετάνοιαν. Διότι ο πανάγαθος Θεός δέχεται ενός εκάστου την μετάνοιαν· μόνον ας επιστραφώμεν προθύμως με όλην μας την καρδίαν, ας μετανοήσωμεν και ο Θεός μάς δέχεται, διότι είναι εύσπλαγχνος και πολυέλεος. Ας μη λέγωμεν δε ότι θα κάμωμεν αμαρτίας πολλάς και ύστερον θέλομεν μετανοήσει, διότι όποιος πραγματεύεται ούτω την σωτηρίαν του, δεν τον αξιώνει ο Θεός της μετανοίας. Μήπως γνωρίζομεν εάν μέλλη να αποθάνωμεν απόψε; Ή γνωρίζομεν την ώραν του θανάτου μας; Δια τούτο ο Κύριος ημών ορίζει εις το άγιον Ευαγγέλιον· «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται» (Ματθ. κδ:42). Επειδή λοιπόν δεν γνωρίζομεν την ημέραν του θανάτου μας, ας μη οκνούμεν δια την σωτηρίαν μας, ας με αμελούμεν δια το καλόν της ψυχής μας, διότι η αμέλεια ποτέ καλόν δεν επέτυχε, ποτέ αγαθόν δεν συνεπλήρωσε, ούτε σωματικόν ούτε ψυχικόν. Και όπως όταν αμελήση κανείς τον αγρόν του, ή την άμπελόν του και δεν τα καλλιεργήση, καταστρέφονται από τας ακάνθας και τα βότανα, ούτω συμβαίνει και εις την ψυχήν εκάστου Χριστιανού. Όταν παραμελήση ο άνθρωπος το έργον του Θεού και το συμφέρον της ψυχής του, απόλλυται η ψυχή του ανθρώπου εκείνου από λογισμούς κακούς, από νοήματα δαιμονικά και από άλλας ενεργείας του πονηρού. Δια τούτο πρέπει να μη αμελούμεν το καλόν της ψυχής μας και να μη λέγωμεν· «Σήμερον ας αμαρτήσωμεν και αύριον θέλομεν μετανοήσει· εις την νεότητά μας ας κάμνωμεν αμαρτίας και εις το γήρας μας θέλομεν μετανοήσει». Διότι ο τοιούτος λογισμός είναι του διαβόλου, όστις ποτέ δεν θέλει το καλόν της ψυχής μας· εάν εις την νεότητά μας δεν θέλωμεν να μετανοήσωμεν, οπότε δυνάμεθα να τελέσωμεν τον κανόνα του Πνευματικού μας, πως θα μετανοήσωμεν εις το γήρας, οπότε αδυνατεί το σώμα μας; Τότε όπου δεν δυνάμεθα ούτε να μετανοήσωμεν, ούτε να νηστεύσωμεν, ούτε να αγρυπνήσωμεν, ούτε άλλον τινά κόπον να κάμωμεν δια τας αμαρτίας μας; Τώρα, ότε έχομεν τον καιρόν, ας μετανοήσωμεν· μάλιστα σήμερον όπου εκάμαμεν την αμαρτίαν, σήμερον ας την εξομολογηθώμεν· διότι, ως λέγει ο σοφός Σολομών· «Ου γαρ γινώσκεις τι τέξεται η επιούσα» (Παροιμ. κζ:1). Δηλαδή, δεν γνωρίζομεν τι θέλει μας συμβή έως αύριον. Επειδή λοιπόν δεν γνωρίζομεν τι θέλει μας συμβή έως αύριον, ας μη συμπεριφερώμεθα ως αθάνατοι, ας μη αμαρτάνωμεν, ως να μη ηθέλομεν αποθάνει ποτέ, Αλλά, ως γνωρίζοντες, ότι ολίγη και πρόσκαιρος είναι η παρούσα ζωή μας, ας διορθώσωμεν τον εαυτόν μας· ας επιστρέψωμεν με την θέλησίν μας εις το αγαθόν· ας μεταστρέψωμεν την φροντίδα μας εις το συμφέρον της ψυχής μας. Μη ενδιαφερώμεθα μόνον πως να πλουτίσωμεν, ή πως να ενδυθώμεν, ή πως να τραφώμεν, αλλά μάλλον να συλλογιζώμεθα πως να αρέσκωμεν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πως να τελειοποιήσωμεν τας αρετάς, πως να επιτύχωμεν την Βασιλείαν των ουρανών. Διότι και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εις το άγιον Ευαγγέλιον, μάς παραγγέλλει λέγων: «Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε· ουχί η ψυχή πλείον έστι της τροφής και το σώμα του ενδύματος;» (Ματθ, στ:25). Δηλαδή, μη συλλογίζεσθε μέσα εις την ψυχήν σας τι θα φάγετε ή τι να πίετε, ούτε να φροντίζετε με τι να ενδύσετε το σώμα σας. Δεν είναι η ψυχή σας ανωτέρα από το φαγητόν; Δεν είναι το σώμα σας καλλίτερον από το ένδυμα; Δηλονότι εφ’ όσον συλλογίζεσθε δια το φαγητόν όπου δεν είναι τίποτε, πως δεν φροντίζετε και δια την ψυχήν σας, ήτις είναι πράγμα πολυτιμότερον του κόσμου όλου; Και πάλιν ορίζει ο Κύριος· «Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν, ουδέ θερίζουσιν, ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας και ο Πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά· ουχ υμείς μάλλον διαφέρετε αυτών; Τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθήναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;» (Αυτ. 26-27). Τουτέστιν, ίδετε τα πτηνά όπου πετούν εις τον αέρα, ότι ούτε σπείρουν ούτε θερίζουν, ούτε συναθροίζουν εις αποθήκας και ο Θεός, ο Πατήρ όλων, τρέφει αυτά. Σεις δε οι άνθρωποι, δεν διαφέρετε περισσότερον από αυτά; Ποίος δε, αν θελήση, δύναται να προσθέση εις το σώμα του έστω και μίαν πήχυν; Ορίζει δε πάλιν ο Κύριος· «Και περί ενδύματος τι μεριμνάτε; Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού, πως αυξάνει· ου κοπιά ουδέ νήθει· λέγω δε υμίν, ότι ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως εν τούτων. Ει δε τον χόρτον του αγρού σήμερον όντα και αύριον εις κλίβανον βαλλόμενον ο Θεός ούτως αμφιέννυσιν, ου πολλώ μάλλον υμάς, ολιγόπιστοι»; (Ματθ. στ: 28-30). Δηλαδή διατί μεριμνάτε δια το ένδυμα; Παρατηρήσατε τα λουλούδια του κάμπου, πως αυξάνουν, ενώ καθόλου δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν· σας λέγω, ότι ούτε ο Σολομών, παρ’ όλην του την μεγαλοπρέπειαν και την τιμήν, όπου είχε, δεν ενεδύθη ως εν από αυτά. Δεν ηδυνήθη δηλαδή να στολισθή τόσον ωραία, ως είναι εστολισμένα τα λουλούδια. Αν δε τον χόρτον του κάμπου, όπου σήμερον υπάρχει, αύριον δε τον ρίπτουν εις φούρνον και καίεται, ο Θεός τον ενδύει και τον στολίζει, πόσω μάλλον σάς, ολιγόπιστοι, δεν θα ενδύση; «Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν, ή τι πίωμεν, ή τι περιβαλώμεθα· πάντα γαρ ταύτα, τα έθνη επιζητεί· οίδε γαρ ο Πατήρ ημών ο ουράνιος, ότι χρήζετε τούτων απάντων· ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Αυτ. 31-33). Δηλαδή μη μεριμνάτε, λέγοντες τι να φάγωμεν, ή τι να πίωμεν, ή τι να ενδυθώμεν, διότι όλα ταύτα τα ζητούν τα έθνη· ο Θεός, όμως, ο Πατήρ σας, όστις είναι εις τους ουρανούς, γνωρίζει ό,τι τα χρειάζεσθε και θα σας τα δώση. Δια τούτο, σεις ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Του και αυτά όλα θα σας δοθούν. Και ημείς λοιπόν, ευλογημένοι Χριστιανοί, ας μη καταπονούμεθα δια τα τοιαύτα, αλλ’ ας συλλογιζώμεθα το συμφέρον της ψυχής μας, ας επιμελούμεθα την σωτηρίαν μας, ας φροντίζωμεν πως να θρέψωμεν την ψυχήν μας με λόγον Θεού· ας αγωνισθώμεν πως να ποτίσωμεν την ψυχήν μας με διδαχήν θεάρεστον· ας ενδιαφερθώμεν πως να ενδύσωμεν με αρετάς την ψυχήν μας, δια να μας αξιώση ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εδώ μεν να διέλθωμεν υγιείς, εν ευτυχία και γαλήνη, ασκανδάλιστοι, από εχθρούς ψυχικούς και σωματικούς, εκεί δε της αιωνίου Του Βασιλείας· ότι Αυτώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Μαρία η Οσία Μήτηρ ημών ήτο εκ της Αιγύπτου, ακμάσασα κατά τους χρόνους του μεγάλου Ιουστινιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη φκζ΄ - φξε΄ (527 – 565). Έζησε δε πρότερον αύτη ακολάστως και προκαλούσα εις όλεθρον ψυχικόν πολλούς ανθρώπους δια της αισχράς ηδονής, επί δεκαεπτά έτη, διότι παιδιόθεν εκρημνίσθη εις τας πονηράς πράξεις της σαρκός και έμεινεν εις αυτάς καθ’ όλον αυτό το διάστημα. Ύστερον επεδόθη η μακαρία εις άσκησιν και αρετήν, και τοσούτον υψώθη δια της απαθείας, ώστε περιεπάτει επί των υδάτων και των ποταμών, χωρίς να καταβυθίζηται και όταν προσηύχετο, ίστατο υπεράνω της γης, μετέωρος εις τον αέρα. Η δε αιτία της μεταβολής αυτής και μετανοίας είναι η εξής: Κατά την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου μηνός, όταν εις την Ιερουσαλήμ εγίνετο η Ύψωσις του Τιμίου Ξύλου του ζωοποιού Σταυρού, πολλοί Χριστιανοί συνέρρεον πανταχόθεν εις τα Ιεροσόλυμα, όπως ίδωσι το Τίμιον Ξύλον του Σταυρού. Τότε επήγεν εκεί και η Οσία αύτη, ομού με ακολάστους και ασελγείς νέους, ζητούσα δε να εισέλθη εις τον Ναόν της Αγίας Αναστάσεως όπως ίδη τον ζωοποιόν Σταυρόν, ημποδίζετο αοράτως και δεν ηδύνατο ούτε να εισέλθη, ούτε να ίδη. Κατέστησε λοιπόν την Κυρίαν Θεοτόκον εγγυήτριαν, ότι εάν αφεθή να εισέλθη, και ίδη τον Σταυρόν του Κυρίου, θα φυλάξη εις το εξής σωφροσύνην και άλλην φοράν δεν θα μολύνη το σώμα της με επιθυμίας και ηδονάς. Όθεν, επιτυχούσα του ποθουμένου, δεν εψεύσθη εις την δοθείσαν υπόσχεσίν της, αλλά διελθούσα τον Ιορδάνην ποταμόν, μετέβη εις την έρημον και εκεί έζησεν η τρισολβία τεσσαράκοντα έτη χωρίς να ίδη άνθρωπον, μόνον δε τον Θεόν είχε θεατήν της· και τοσούτον ηγωνίσθη, ώστε ανέβη μεν υπεράνω της ανθρωπίνης φύσεως, απέκτησε δε ζωήν επί γης αγγελικήν τε και υπεράνθρωπον και ούτως εν ειρήνη απήλθε προς Κύριον.
Ο κατά πλάτος Βίος και Πολιτεία της Οσίας Μητρός ημών ΜΑΡΙΑΣ της Αιγυπτίας μεταφρασθείς εις την κοινήν γλώσσαν παρά του εν Μοναχοίς ελαχίστου Δαμασκηνού του Υποδιακόνου και Στουδίτου.
Μέγα καλόν, ευλογημένοι Χριστιανοί, είναι η μετάνοια· και είναι αύτη μέγα καλόν, διότι πάντα άνθρωπον σώζει, όλας τας αμαρτίας τας εξαλείφει, όλα τα παραπτώματα τα αφανίζει. Δεν υπάρχει αμαρτία, την οποίαν να μη συγχωρήση ο Θεός, όταν μετανοήση ο άνθρωπος. Η μετάνοια φέρει χαράν μεγάλην εις τους ουρανούς, και εις τους Αγγέλους, καθώς το ορίζει και ο Κύριος εις το άγιον Ευαγγέλιον· «Χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. ιε:7). Η μετάνοια είναι καθαρμός της ψυχής του ανθρώπου και δεύτερον Βάπτισμα. Βάπτισμα δε είναι, διότι, όστις εμόλυνε το πρώτον Βάπτισμα με αμαρτίας, το αποκαθιστά με την μετάνοιαν εις την πρώτην αυτού καθαρότητα. Η μετάνοια είναι μέγα όφελος εις τον αμαρτωλόν άνθρωπον, καθώς το μαρτυρούν τα βιβλία της Εκκλησίας μας· από αυτήν την μετάνοιαν εσώθησαν πολλοί αμαρτωλοί άνθρωποι και όχι μόνον εσώθησαν, αλλά και Άγιοι έγιναν και τους προσκυνούμεν ημείς έως την σήμερον, ως την Οσίαν Μαρίαν την Αιγυπτίαν, η οποία ήτο πρότερον γυνή πόρνη και αμαρτωλή, επειδή όμως μετενόησε και ησκήτευσεν, ηγίασεν και ετιμήθη υπό Θεού και ανθρώπων. Αυτης της Αγίας τας αμαρτίας και την μετάνοιαν θέλω διηγηθή σήμερον, ευλογημένοι Χριστιανοί. Δια τούτο, σας παρακαλώ, ακούσατε τους λόγους μου μετά πάσης προθυμίας, ίνα εννοήσητε και μάθετε, πόσον ισχύει η μετάνοια δια τον άνθρωπον. Εις τα μέρη της Παλαιστίνης ήτο Ιερομόναχος τις Ζωσιμάς ονόματι, ήτο δε ούτος γέρων κατά πολύ ενάρετος και τόσον φημισμένος δια την αρετήν του, ώστε πολλοί Μοναχοί από τα πέριξ Μοναστήρια επήγαιναν πολλάκις δια να ακούσουν λόγον από το στόμα του Γέροντος αυτού. Έκαμε λοιπόν εις εκείνο το Μοναστήριον, όπου ήτο, χρόνους πεντήκοντα τρεις· έπειτα του ήλθε λογισμός, όστις του έλεγεν· «Άραγε υπάρχει κανείς, όστις να γνωρίζη να με διδάξη έργον μοναχικής ζωής; Υπάρχει κανείς, όστις δεν σφάλει εις τίποτε, αλλά εις όλα είναι πλήρης; Άραγε υπάρχει κανείς εις την έρημον, όστις να υπερβάλλη ημάς τους Κοινοβιάτας εις την αρετήν»; Εν ω λοιπόν διελογίζετο ταύτα ο Γέρων, Άγγελος Κυρίου εφάνη εις αυτόν και του λέγει· «Ζωσιμά, αν και μεγάλη είναι η ιδική σου αρετή, αλλ’ όμως πήγαινε εις τον Ιορδάνην ποταμόν, εις το Μοναστήριον το οποίον είναι εκεί πλησίον, να ίδης άλλους μεγαλυτέρους από σε εις την αρετήν». Εσηκώθη τότε παρευθύς ο Γέρων και επήγεν εις εκείνο το Μοναστήριον και αφού έβαλε μετάνοιαν, έμεινεν εκεί. Είχον δε οι Μοναχοί εκείνοι συνήθειαν να εξέρχωνται την Καθαράν Δευτέραν όλοι από το Μοναστήριον και να πηγαίνουν εις την έρημον, ο καθείς χωριστά, έμεναν δε εκεί μέχρι της Κυριακής των Βαϊων. Κατά την συνήθειαν λοιπόν του Μοναστηρίου εξήλθε και ο Γέρων Ζωσιμάς και διήλθε τον Ιορδάνην ποταμόν με άλλους Μοναχούς. Αφού δε εχωρίσθη από τους άλλους, του ήλθε λογισμός να προχωρήση εις την ενδοτέραν έρημον, μήπως εύρη άλλον τινά Γέροντα Ασκητήν, ίνα ακούση λόγον Θεού από εκείνον. Ενώ δε εβάδιζεν, έφθασεν η ώρα να αναγνώση την Ακολουθίαν του και σταθείς προς Ανατολάς προσηύχετο. Εκεί δε όπου εστέκετο, είδε να εμφανίζεται σκιά τις ανθρωπίνου σώματος, νομίσας δε ότι ήτο φαντασία δαιμονική, έκαμε παρευθύς τον Σταυρόν του. Όταν ετελείωσε την Ακολουθίαν του, βλέπει φανερά, ότι περιεπάτει άνθρωπος τις προς το δεξιόν αυτού μέρος, το σώμα του οποίου ήτο μαύρον κατά πολύ, διότι τα μαλλιά του ήσαν άσπρα ωσάν βαμβάκι, πλην ήσαν μικρά και μόνον έως τον ώμον έφθαναν. Ευθύς ως είδε τούτον ο Γέρων εχάρη κατά πολύ, διότι επί τέλους εύρεν εκείνον όπου εζήτει και παρευθύς ήρχισε να τρέχη οπίσω του. Εκείνος όμως, ως είδε τον Ζωσιμάν ότι τρέχει προς αυτόν, έφευγε περισσότερον· αλλ’ ο Ζωσιμάς, αν και ήτο γέρων, πλην έτρεχε ταχύτερον και όταν τον επλησίασε τόσον, ώστε να ακούεται φωνή, έκλαυσεν ο Γέρων και λέγει προς εκείνον όπου εφαίνετο· «Διατί με αποφεύγεις τον αμαρτωλόν, δούλε του Θεού; Τι με απεχθάνεσαι τον γέροντα και δεν στέκεσαι να με ευλογήσης; Στάσου δια την αγάπην του Χριστού, διότι είμαι γέρων και δεν δύναμαι να σε ακολουθώ». Αυτά λέγων ο Γέρων και τρέχων έφθασεν εις τόπον τινά, όστις ήτο ως μικρός ξηροπόταμος, και τότε εκείνος ο οποίος εφαίνετο κατήλθε και πάλιν ανήλθεν, ο δε Γέρων εστάθη, μη δυνάμενος να περάση και έκλαιε περισσότερον. Τότε εκείνος, όστις εφαίνετο, απελογήθη και λέγει προς τον Ζωσιμάν· «Συγχώρησόν μοι, Αββά Ζωσιμά, δια τον Ιησούν Χριστόν· δεν δύναμαι να σταθώ να με ίδης, διότι είμαι γυνή γυμνή, ως με βλέπεις· πλην, εάν θέλης να σταθώ, ρίψε μου το ράσον σου, ίνα ενδυθώ και τότε με βλέπεις και μου δίδεις την ευχήν σου». Ως ο Αββάς Ζωσιμάς ήκουσεν ότι τον εκάλεσεν εξ ονόματος, εθαύμασεν, εννοήσας ότι πρόκειται περί ανθρώπου προορατικού. Του έρριψε λοιπόν ο Ζωσιμάς το εξώρασόν του και τότε επήγε προς εκείνον και του έβαλε μετάνοιαν· ομοίως δε και ο φαινόμενος έβαλε μετάνοιαν και πολλήν ώραν έμειναν πρηνείς και οι δύο και ο ένας έλεγε προς τον άλλον· «Ευλόγησόν με, δούλε του Θεού». Αφού δε παρήλθεν αρκετή ώρα, λέγει η γυνή εκείνη· «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να με ευλογήσης, διότι είσαι Ιερεύς του Θεού του Υψίστου και τακτικώς ίστασαι εις το Άγιον Βήμα παρακαλών τον Θεόν δια τας αμαρτίας των άλλων· δια τούτο συ ευλογησόν με». Λέγει τότε ο Ζωσιμάς· «Αγία του Θεού, το χάρισμά σου φαίνεται περισσότερον από το ιδικόν μου, διότι είσαι προορατική και γνωρίζεις όχι μόνον το όνομά μου, αλλά και ότι είμαι Ιερεύς· δια τούτο, σε παρακαλώ πολύ, συ να με ευλογήσης!» Ως λοιπόν είδεν η γυνή εκείνη, ήτις εφαίνετο, ότι πλέον δεν την ευλογεί, εσηκώθη μόνη της και λέγει· «Ο Θεός ο Άγιος, ο αγαπών την σωτηρίαν των αμαρτωλών, Εκείνος να σε ευλογήση». Εσηκώθη τότε και ο Γέρων Ζωσιμάς. Είπε δε η Αγία προς τον Ζωσιμάν· «Αββά Ζωσιμά, διατί εκοπίασες και ήλθες έως εδώ, να ίδης μίαν γυναίκα αμαρτωλήν; Επειδή όμως σε έφερεν ο Θεός έως εδώ, ειπέ μοι, πως είναι οι Χριστιανοί; Πως είναι ο κόσμος; Πως είναι οι βασιλείς; Πως είναι η Εκκλησία του Χριστού»; Και ο Γέρων απήντησεν· «Όλοι καλά είναι με την ευχήν σου, Μήτερ Οσία, αλλά παρακάλεσε τον Θεόν και δι’ εκείνους και δι’ εμέ, διότι δια τούτο εκοπίασα εις τόσην οδοιπορίαν, ο αμαρτωλός». Τότε του λέγει η γυνή εκείνη· «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να παρακαλέσης τον Θεόν δι’ εμέ· πλην, αφού με προστάζεις, θα κάμω υπακοήν». Τότε εστάθη η Αγία επί πολλήν ώραν και προσηύχετο, αλλά φωνή από το στόμα της δεν ηκούετο· ο δε Γέρων έπεσε πρηνής εις την γην και έλεγε το «Κύριε, ελέησον». Μετά πολλήν ώραν εσήκωσε τους οφθαλμούς του και βλέπει την γυναίκα εκείνην ισταμένην μίαν πήχην υψηλότερα από την γην, ως δε είδε τούτο εσκέφθη, ότι ίσως είναι φάντασμα δαιμονικόν και προσποιείται, ότι προσεύχεται. Τότε είπε η γυνή· «Τίνες οι λογισμοί σου, Αββά Ζωσιμά, και σκέπτεσαι ότι είμαι φάντασμα; Γυνή είμαι αμαρτωλότερη από όλον τον κόσμον». Ποιήσασα δε το σημείον του Σταυρού εις όλον της το σώμα, λέγει προς τον Γέροντα· «Ο Θεός, Αββά Ζωσιμά, να μας ελευθερώση απότας τέχνας του διαβόλου». Τότε ο Ζωσιμάς έπεσε κάτω εις την γην και με δάκρυα πολλά ήγγισε τους πόδας της Αγίας και είπε προς αυτήν· «Σε ορκίζω, δούλη του αληθινού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ειπέ μοι πως ευρέθης εδώ εις την έρημον; Πόθεν είσαι και πως ησκήτευσες; Και πόσον καιρόν έχεις όπου ευρίσκεσαι εδώ; Ταύτα ειπέ μου δια την αγάπην του Θεού και μη μου κρύψης τίποτε, διότι δι’ αυτό ηυδόκησεν ο Θεός και σε είδα· ίνα ακούσω και εγώ και ωφεληθώ από τους λόγους σου· διότι αν δεν ήθελεν ο Θεός να σε ίδω, δεν ήθελον περιπατήσει τόσον δρόμον εγώο γέρων και αδύνατος, όστις ποτέ δεν ηδυνήθην να εξέλθω από το κελλίον μου». Ότε λοιπόν ήκουσεν η Αγία τους λόγους και είδε τα δάκρυά του, λέγει προς τον Ζωσιμάν· «Αββά Ζωσιμά, εντρέπομαι, η αμαρτωλή, να διηγηθώ τα έργα μου, διότι είναι γεμάτα εντροπήν, αλλά θα τα εξομολογηθώ σήμερον όλα προς την αγιωσύνην σου. Εγώ, τίμιε Γέρων, είμαι από την Αίγυπτον· όταν έζων οι γονείς μου και εγώ ήμουν εις ηλικίαν δώδεκα ετών, άφησα τους γονείς μου και μετέβην εις την Αλεξάνδρειαν, εκεί δε ήμουν πολιτική δεκαεπτά χρόνους· και τόσον εκυλιόμην εις την αμαρτίαν, ώστε μόνον δια να έρχωνται πολλοί προς εμέ, δεν τους έπαιρνα τίποτε· και τόσον ήμην πτωχή, ώστε έζων με την εργασίαν των χειρών μου, άλλοτε με την ρόκαν, και άλλοτε με άλλην εργασίαν. Μίαν ημέραν λοιπόν εξήλθον έξω εις τον αιγιαλόν και βλέπω πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι εισήρχοντο εις πλοίον τι μεγάλο και ως το είδα ηρώτησα ένα από εκείνους, που πηγαίνουν οι άνθρωποι αυτοί. Αυτός δε μου απήντησεν· «Εις την Ιερουσαλήμ πηγαίνομεν, διότι πλησιάζει η ημέρα της Υψώσεως του Σταυρού». Τότε λέγω προς εκείνον· «Άρα γε θέλουν να υπάγω και εγώ μαζί των»; Λέγει εκείνος· «Εάν έχης να δώσης τον ναύλον, κανείς δεν σε εμποδίζει». Εγώ δε είπον· «Δεν έχω τον ναύλον, αλλ’ έχω το σώμα μου, δια να τραφώ και να υπάγω έως τα Ιεροσόλυμα χωρίς αγώγιον». Εκείνος, ως ήκουσε τους λόγους μου, έφυγε γελών. Εγώ δε, Αββά Ζωσιμά, όχι ότι είχον καλόν σκοπόν να υπάγω εις τα Ιεροσόλυμα, αλλ’ επεθύμουν να σύρω και άλλους πλησίον μου. Σου είπον, Αββά Ζωσιμά μου, μη με αναγκάζης να είπω περισσότερα, διότι μιαίνω την γην και τον αέρα με τους λόγους μου». Αυτά ειπούσα η Αγία εσιώπησε. Λέγει τότε ο Ζωσιμάς· «Ειπέ μου, Μήτερ Οσία, έως το τέλος και μη αποκρύψης τίποτε από εμέ». Πάλιν δε απεκρίθη η Αγία και είπεν· «Αββά Ζωσιμά, επειδή με αναγκάζεις, θα σου τα ειπώ όλα. Παρευθύς λοιπόν έρριψα κάτω την ρόκαν μου και τρέχω εις ένα από τα πλοία εκείνα, όπου ήσαν έτοιμα να φύγουν, διότι ήσαν και άλλα πολλά πλοία έτοιμα να ξεκινήσουν και βλέπω εκεί δέκα νέους ωραίους, οίτινες εισήρχοντο εις το πλοίον και τους λέγω· «Πάρετε και εμέ μαζί σας και δώσατε τον ναύλον δι’ εμέ και εγώ θέλω τον εξαγοράσει». Εκείνοι, ως ήκουσαν τούτο, με επήραν εις το πλοίον και όσας αμαρτίας έκαμα εκεί, Αββά, εντρέπομαι να σου τας διηγηθώ. Αυτό δε μόνον θαυμάζω, πως δεν εσχίσθη η θάλασσα να μας καταπίη όλους, όσοι είμεθα μέσα εις το πλοίον, αλλά ο Θεός ανέμενε την μετάνοιάν μου. Όταν δε εξήλθον από το πλοίον, δεν με έφθασαν αι πρώται μου αμαρτίαι, αλλ’ εζήτουν και άλλους περισσοτέρους εραστάς. Τέλος έφθασε και η ημέρα της Υψώσεως και εγώ συνέχιζα, όπως και πρώτα, την αμαρτίαν. Έβλεπα δε τους ανθρώπους, οίτινες μετέβαινον την νύκτα εις την Εκκλησίαν και τους ηκολούθουν και εγώ, μόνον και μόνον δια να βλέπω τους νέους. Όταν δε έφθασα εις την Εκκλησίαν προσεπάθουν να εισέλθω και εγώ από την θύραν, με απώθουν όμως άλλοι και δεν με άφηναν να εισέλθω». Τοιουτοτρόπως λοιπόν εισήλθον όλοι εις την Εκκλησίαν, εις εμέ δε εστάθη αδύνατον να προχωρήσω και έμενον έξω· τρεις και τέσσαρας φοράς προσεπάθησα, αλλά δεν ημπόρεσα. Τότε εστάθην εις μίαν εξωτερικήν γωνίαν του Ναού· ισταμένη δε εκεί ενεθυμήθην ότι από τας αμαρτίας μου δεν δύναμαι να εισέλθω· και εν ω έκλαια δια τας αμαρτίας μου, βλέπω άνωθέν μου, ότι ήτο Εικών τις της Παναγίας και ως την είδα εδάκρυσα και είπα· «Παρθένε Δέσποινα Θεοτόκε, η γεννήσασα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, γνωρίζω ότι δεν είμαι αξία να βλέπω την αγίαν Σου Εικόνα εξ αιτίας των πολλών μου αμαρτιών· αλλά επειδή δια τούτο έγινεν ο Θεός άνθρωπος, δια να καλέση τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν, βοήθησόν με και εμέ να εισέλθω εις την Εκκλησίαν, ίνα ίδω το άγιον Ξύλον όπου εσταυρώθη ο Υιός Σου δια τας ιδικάς μου αμαρτίας και έχυσε το άγιόν Του Αίμα, δια να σώση τους αμαρτωλούς· και εάν καταξιωθώ να το ίδω, σε παρακαλώ να γίνης εγγυήτρια προς τον Υιόν Σου, ότι πλέον δεν θα μιάνω το σώμα μου, αλλ’ όταν εξέλθω από την Εκκλησίαν, θα υπάγω όπου με οδηγήσης. Αυτά είπα και έλαβα ολίγην άνεσιν· έπειτα ανεμίχθην με άλλους ανθρώπους και εισήλθον εις την Εκκλησίαν, κανείς δε πλέον δεν με ημπόδισεν, όπως την πρώτην φοράν. Όταν δε είδον το πανάγιον Ξύλον του Τιμίου Σταυρού, φόβος και τρόμος με κατέλαβεν· έπεσα λοιπόν κάτω εις την γην και το προσεκύνησα με δάκρυα και ως το προσεκύνησα, έδραμον πάλιν εις τον τόπον όπου ήτο ιστορημένη η Θεοτόκος και κλαίουσα έλεγα· «Συ, Παναγία Παρθένε, δεν με περιεφρόνησες την αμαρτωλήν και αναξίαν δούλην σου, αλλά με κατηξίωσες να ίδω εκείνο, το οποίον ηγάπων και επεθύμουν· δια τούτο, Δέσποινα Θεοτόκε, δείξε μου τον δρόμον, πως να σωθώ· Συ γενού οδηγία της σωτηρίας μου· Συ η οποία έγινεςεγγυήτρια, Συ καθοδήγησέ με, πως να είμαι αρεστή εις τον Υιόν Σου». Εν ω δε εγώ έλεγον ταύτα, ήκουσα φωνήν, ήτις μου είπεν· «Αν περάσης τον Ιορδάνην, θέλεις εύρει μεγάλην ανάπαυσιν». Ως δε ήκουσα τούτο, εβόησα μεγαλοφώνως· «Δέσποινα, Δέσποινα, μη εγκαταλείπης με». Αυτό είπα και εξήλθον, ίναυπάγω προς τον Ιορδάνην. Εις τον δρόμον με είδε Χριστιανός τις και μου έδωσε τρία νομίσματα δια το όνομα του Χριστού. Τα επήρα λοιπόν και ηγόρασα με αυτά τρεις άρτους. Εκεί ηρώτησα τινά, ποίος δρόμος οδηγεί εις τον Ιορδάνην. Εκείνος δε μου έδειξε τον δρόμον και ήρχισα κλαίουσα να περιπατώ. Αργά προς το εσπέρας έφθασα εις τον Ναόν του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, πλησίον του Ιορδάνου και την ημέραν εκείνην μετέλαβα εις το Μοναστήριον, έφαγον μισόν άρτον και έπιον από το ύδωρ του Ιορδάνου· έπειτα έπεσα και εκοιμήθην εκεί. Το πρωϊ, όταν εξημέρωσε, κατήλθον εις τον ποταμόν και ευρούσα πλοιάριον, επέρασα με αυτό τον ποταμόν και ήλθον έως εδώ όπου βλέπεις, Αββά Ζωσιμά». Ηρώτησε τότε ο Γέρων· «Πόσους χρόνους έχεις, Αγία, όπου είσαι εδώ εις την έρημον»; Απεκρίθη η Αγία· «Τεσσαράκοντα χρόνους έχω εδώ, Αββά Ζωσιμά». Ηρώτησε δε πάλιν την Αγίαν ο Ζωσιμάς· «Και πόθεν εύρισκες την τροφήν σου μέχρι σήμερον; Πως επέρασες τόσους χρόνους»; Απεκρίθη η Αγία· «Δύο και ήμισυν άρτους είχον όταν επέρασα τον Ιορδάνην και τόσον εξηράνθησαν, ώστε έγιναν ως πέτραι· όμως με αυτούς, τρώγουσα από ολίγον, και με τα χορτάρια αυτής της ερήμου επέρασα». Κατόπιν ηρώτησε πάλιν ο Γέρων· «Πως επέρασες τόσον καιρόν; Είχες κανένα πειρασμόν ή όχι»; Η Αγία απεκρίθη· «Αββά Ζωσιμά, με ηρώτησες πράγμα δια το οποίον φρίττω και να το ενθυμούμαι, διότι εάν σου είπω τους όσους πειρασμούς υπέμεινα και έπαθα, φοβούμαι μήπως τους πάθω και πάλιν». Αλλ’ ο Γέρων της λέγει· «Παρακαλώ σε, δούλη του αληθινού Θεού, μη μου κρύψης τίποτε, αλλά διηγήσου μου όλα δια την αγάπην του Χριστού». Απεκρίθη η Αγία· «Πίστευσέ με, Αββά Ζωσιμά, δεκαεπτά χρόνους έκαμα εις την έρημον αυτήν, όπου είχα πολλούς πειρασμούς από τον δαίμονα· διότι όταν ήρχιζα να φάγω, ενεθυμούμην το κρέας και τα οψάρια της Αιγύπτου, ενεθυμούμην τον οίνον τον πολύν, όπου έπινα εκεί και κατεκαίετο η καρδία μου, διότι εδώ ουδέ καν νερόν δεν είχον να πίω. Ενεθυμούμην πάλιν τα άσματα όπου ήξευρα και ήρχιζα να τραγουδώ και παρευθύς ενεθυμούμην τας αμαρτίας μου και την Παναγίαν Παρθένον, την οποίαν έβαλα εγγυήτριαν, και μου ήρχοντο δάκρυα και έκλαιον, η ταλαίπωρος. Ευθύς τότε επεκαλούμην την Θεοτόκον και αμέσως έλαμπεν έμπροσθέν μου φως περισσόν και εχάνοντο οι κακοί λογισμοί. Πως να διηγηθώ, Αββά Ζωσιμά, την φλόγα όπου έκαιε την καρδίαν μου δια την πορνείαν; Όταν όμως μου ήρχετο τοιούτος λογισμός, έπιπτα κάτω εις την γην με δάκρυα και δεν εσηκωνόμην, εάν δεν ήθελα ίδει εκείνο το φως να σκορπίση τους λογισμούς μου. Λοιπόν με τοιούτους πειρασμούς, Αββά Ζωσιμά, ηνωχλούμην κατά τους δεκαεπτά εκείνους χρόνους· από τότε δε έως σήμερον, με την βοήθειαν της Παναγίας μου, δεν έχω κανένα πειρασμόν». Ηρώτησε πάλιν ο Αββάς Ζωσιμάς· «Και πλέον δεν επεθύμησες να έχης τροφήν ή ένδυμα;» Η δε Αγία απεκρίθη· «Τους άρτους, όπως σου είπον, έφαγον εις τους δεκαεπτά χρόνους και από τότε τρέφομαι με τα χόρτα της γης ταύτης· το ένδυμά μου δε, το πρώτον όπου είχα, κατεστράφη και έπεσε και ησθανόμην ψύχραν πολλήν την νύκτα και πάλιν την ημέραν είχον περισσόν καύσωνα, τόσον ώστε πολλάς φοράς έπιπτα κάτω ως αποθαμένη άλλοτε από το πολύ ψύχος (δια τούτο και ο τόπος εκείνος είναι έρημος, διότι η διαφορά της θερμοκρασίας μεταξύ της ημέρας και της νυκτός είναι τόσον μεγάλη, ώστε καταστρέφει πάσαν ικμάδα ζωής) και άλλοτε από τον πολύν καύσωνα, αλλ’ ο Θεός όστις είπεν, ότι «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. δ:4, Λουκ. δ:4), αυτός με έθρεψε και με εσκέπαζε, διότι Αυτός περιβάλλει τον ουρανόν εν νεφέλαις». Όταν ο Ζωσιμάς ήκουσεν, ότι του ωμίλησε περί θείων Γραμμάτων, την ηρώτησε· «Γνωρίζεις, Αγία, γράμματα; Ή σου τα έδειξε κανείς;» Απεκρίθη η Αγία· «Αββά Ζωσιμά, εγώ άνθρωπον ακόμη δεν είδα τόσον καιρόν· ούτε γράμματα γνωρίζω, Αββά μου· αλλά ο Θεός, όστις δίδει την γνώσιν εις τους ανθρώπους, Εκείνος μου διδάσκει τους λόγους τούτους· παρακάλει λοιπόν τον Θεόν, Αββά Ζωσιμά, δι’ εμέ την αμαρτωλήν». Ως ήκουσεν ο Ζωσιμάς τους λόγους τούτους, ηθέλησε να βάλη μετάνοιαν· η Αγία όμως δεν τον άφησε να βάλη μετάνοιαν, μόνον του είπεν· «Αββά Ζωσιμά, αυτά όπου σου είπα και ήκουσες, πρόσεχε να μη τα είπης εις κανένα, έως ότου αποθάνω· τώρα πήγαινε εις το καλόν και τον ερχόμενον χρόνον θέλεις με ίδει πάλιν· μόνον, σε παρακαλώ, να κάμης αυτό το οποίον θέλω σου είπει· τον ερχόμενον χρόνον να μη περάσης τον Ιορδάνην, όπως έχετε συνήθειαν, αλλά απόμεινε εις το Μοναστήριον, διότι αν θελήσης να εξέλθης, δεν θέλεις δυνηθή· κατά δε την Μεγάλην Πέμπτην αργά, πάρε τα Άγια Μυστήρια και έλα εις τον Ιορδάνην, περίμενέ με δε εκεί, διότι αφ’ ότου ήλθον εδώ, ακόμη δεν μετέλαβα· δια τούτο, σε παρακαλώ, να μου φέρης την Αγίαν Κοινωνίαν να μεταλάβω· να ειπής δε εις τον Αββάν Ιωάννην, τον Ηγούμενον του Μοναστηρίου σας, να προσέχη καλώς, διότι πολλά κακά υπάρχουν μέσα εις το Μοναστήριον και είναι ανάγκη να διορθωθούν». Αυτά είπεν η Αγία και ευθύς έφυγε προς την έρημον. Ο δε Γέρων εθαύμαζε, πως του είπε τας συνηθείας του Μοναστηρίου και πως εγνώριζε τα σφάλματα των Μοναχών, πεσών δε κάτω εις την γην ησπάσθη τον τόπον, εις τον οποίον είχε σταθή η Αγία. Ευχαριστήσας δε τον Θεόν επέστρεψεν εις το Μοναστήριον. Το επόμενον έτος, κατά την συνήθειαν του Μοναστηρίου, ηθέλησεν ο Ζωσιμάς να εξέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη, διότι επειράχθη από πυρετόν και τότε ενεθυμήθη, ότι του είπεν η Αγία να μη εξέλθη από το Μοναστήριον. Αφού λοιπόν έμεινεν επ’ ολίγας ημέρας πυρέσσων, εθεραπεύθη. Ότε δε ήλθεν η Μεγάλη Πέμπτη, έλαβε την Αγίαν Κοινωνίαν, καθώς του είπεν η Αγία, έλαβε και ολίγα σύκα, φοινίκια και φακήν βεβρεγμένην εις το ύδωρ και ήλθε πλησίον του ποταμού. Εν ω δε ανέμενε να ίδη την Αγίαν, έκλαιε, διότι η ώρα παρήρχετο και η Αγία δεν εφαίνετο να έρχεται. Τότε του ήλθε λογισμός και εσκέπτετο πως θα περάση η Αγία τον Ιορδάνην, όταν έλθη, αφού πλοίον δεν υπήρχεν εκεί; Εν ω δε ταύτα εσκέπτετο, βλέπει την Αγίαν ερχομένην και ευθύς ως την είδεν εστάθη πάλιν και εσκέπτετο πως θα περάση τον ποταμόν. Αν δε και ήτο νύκτα, όμως επειδή η σελήνη έφεγγε πολύ καθαρά, είδεν την Αγίαν να κάμνη τον Σταυρόν της και παρευθύς ευρέθη εις το άλλο μέρος του ποταμού. Ταύτα ιδών ο Ζωσιμάς ητοιμάζετο να προσκυνήση και η Αγία του λέγει· «Αββά Ζωσιμά, τι θέλεις να κάμης; Τα Άγια Μυστήρια βαστάζεις και θέλεις να βάλης μετάνοιαν;» Ειπούσα δε τον λόγον αυτόν η Αγία, έφθασε πλησίον του Γέροντος και του λέγει· «Ευλόγησόν με Αββά, ευλόγησόν με». Έπειτα παρεκάλεσε τον Γέροντα και είπε το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω», κατόπιν τον ησπάσθη, κατά την συνήθειαν της αγάπης και ούτως εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Κατόπιν προσηυχήθη λέγουσα· «Νυν απολύεις την δούλην σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου». Έπειτα εστράφη προς τον Γέροντα και του λέγει· «Συγχώρησόν με, Αββά Ζωσιμά, και σε παρακαλώ, αν είναι ευλογημένον, να μου κάμης άλλο ένα θέλημα, πήγαινε εις το Μοναστήριόν σου με την βοήθειαν του Θεού και κατά τον επόμενον χρόνον όπου έρχεται, να έλθης πάλιν εις τον τόπον όπου με συνήντησες την πρώτην φοράν και θέλεις με ίδει, καθώς θέλει ο Θεός». Ο δε Γέρων απεκρίθη· «Δούλη του αληθινού Θεού, είθε να ήμην άξιος να σε ακολουθήσω· αλλά τουλάχιστον λάβε από ταύτα τα φαγητά, όπου σου έφερα». Ήπλωσε τότε η Αγία την χείρα της και επήρε τρία μόνον σπειρία από την φακήν και πάλιν έκαμε τον Σταυρόν της και επέρασε τον Ιορδάνην ποταμόν επί των υδάτων, όπως την πρώτην φοράν. Ο δε Γέρων επέστρεψεν εις το Μοναστήριόν του, δοξάζων τον Θεόν. Όμως πολύ επικραίνετο, διότι δεν έμαθε το όνομα της Αγίας, αλλ’ ήλπιζεν, ότι θα την ερωτήση κατά το επόμενον έτος. Όταν λοιπόν έφθασεν ο νέος χρόνος και ήλθεν η Κυριακή της Τυρινής, εξήλθεν από το Μοναστήριον, κατά την συνήθειάν του, και περιεπάτει εις την έρημον παρατηρών εδώ και εκεί μήπως ίδη την Αγίαν. Επειδή όμως δεν την έβλεπεν, ήρχισε να κλαίη και με δάκρυα πολλά έλεγε προς τον Θεόν· «Θεέ μου Μεγαλοδύναμε, Συ όστις με κατηξίωσες να ίδω τοιούτον μυστήριον, μη με υστερήσης έως τέλους, ίνα το συμπληρώσω· καταξίωσέ με, Χριστέ μου, να απολαύσω και πάλιν την ευχήν της δούλης σου». Εν ω δε με τους λόγους τούτους παρεκάλει τον Θεόν, παρετήρει δεξιά και αριστερά, μήπως την ίδη. Και πράγματι την είδεν, νεκράν όμως με εσταυρωμένας τας χείρας και την κεφαλήν εστραμμένην προς την δύσιν. Τότε έδραμε κλαίων και εγγίσας τας πόδας της Αγίας, τους έβρεχε με τα δάκρυά του. Όσον λοιπόν ηδύνατο έκλαυσε, έπειτα δε ανέγνωσεν από το Ψαλτήριον τον Άμωμον. Αφού λοιπόν ο Ζωσιμάς ετελείωσε την ανάγνωσιν, ευρίσκετο εις απορίαν τι να πράξη· και ευθύς βλέπει άνωθεν της κεφαλής της Αγίας γράμματα χαραγμένα εις την γην, τα οποία έλεγον· «Αββά Ζωσιμά, θάψε το σώμα της ταπεινής Μαρίας εδώ όπου το εύρες και παρακάλει τον Θεόν δι’ εμέ. Ετελειώθην δε κατά τον μήνα Φαρμουθί, δηλαδή τον Απρίλιον, την νύκτα εκείνην κατά την οποίαν μετέλαβα». Ως είδεν ο Ζωσιμάς την φραφήν αυτήν, ηπόρησε τις να την έγραψε· διότι η Αγία του είχεν είπει, ότι δεν εγνώριζε γράμματα. Απορούσε ακόμη και δια το πως η Αγία επεριπάτησεν είκοσι ημερών δρόμον εις μίαν ώραν. Και πάλιν ευρίσκετο εις απορίαν με τι να σκάψη την γην. Βλέπει τότε εκεί μικρόν ξύλον ερριμμένον κάτω εις την γην και με εκείνο ήρχισε να σκάπτη. Αλλά δεν ηδύνατο, διότι ήτο γέρων και ο τόπος πολύ ξηρός. Αίφνης βλέπει λέοντα τινά, όστις ελθών έλειχε τους πόδας της Αγίας και πολύ εφοβήθη· διότι ενεθυμήθη τον λόγον τον οποίον του είχεν είπει η Αγία, ότι θηρίον δεν είδε κατά τους τεσσαράκοντα χρόνους· έκαμεν όμως τον Σταυρόν του και ήλπιζε να μη βλαβή, είπε δε προς τον λέοντα· «Ω θηρίον ανήμερον, επειδή η δύναμις του Θεού σε έφερεν εδώ να με βοηθήσης, σκάψε την γην δια να θάψωμεν το Λείψανον της Αγίας, διότι εγώ είμαι γέρων και δεν δύναμαι ούτε να σκάψω, ούτε να υπάγω να φέρω σκαπτικά εργαλεία· δια τούτο κάμε συ τον τάφον της Αγίας». Ούτως είπεν ο Γέρων και παρευθύς ο λέων ήρχισε με τους εμπροσθίους του πόδας να σκάπτη την γην, έσκαψε δε τόσον, όσον εχρειάζετο δια να σκεπασθή το σώμα της Αγίας· αφού δε ετελείωσεν, έβαλε μετάνοιαν εις τον Γέροντα και έφυγεν εις την έρημον. Έθαψε τότε ο Γέρων το Λείψανον της Αγίας εις την θέσιν όπου το εύρε και επέστρεψεν εις το Μοναστήριον δοξάζων και υμνών τον Θεόν. Κατά την παραγγελίαν δε της Αγίας και ο Ηγούμενος Ιωάννης ερευνήσας εύρε πολλά σφάλματα εις το Μοναστήριον, τα οποία και ηγωνίσθη να διορθώση. Εις το Μοναστήριον αυτό απέθανεν ο Γέρων Ζωσιμάς εις ηλικίαν εκατόν ετών. Αυτά είναι τα έργα της πόρνης, ευλογημένοι Χριστιανοί· αυταί είναι αι αρεταί της απεγνωσμένης γυναικός· πόρνη αληθώς ήτο, αλλά αι μεγάλαι της αρεταί την ηξίωσαν της Βασιλείας των ουρανών· αμαρτωλή ήτο, αλλά η μετάνοιά της την έσωσεν. Ας ίδωμεν πως ησκήτευσεν, ας ίδωμεν πως ηγωνίσθη. Δεν ήτο και αυτή αμαρτωλή; Δεν ήτο και αυτή απεγνωσμένη; Τοιουτοτρόπως λοιπόν και ημείς ας μετανοήσωμεν δια τας αμαρτίας ημών και ας μη περιπίπτωμεν εις απόγνωσιν. Ακόμη δε και αν αι αμαρτίαι μας είναι ως την άμμον της θαλάσσης, ας μη απελπιζώμεθα, διότι καμμία αμαρτία δεν είναι ικανή να αποκλείση το έλεος του Θεού, ούτε υπάρχει κανέν σφάλμα, το οποίον να μη διορθώνεται με την μετάνοιαν. Διότι ο πανάγαθος Θεός δέχεται ενός εκάστου την μετάνοιαν· μόνον ας επιστραφώμεν προθύμως με όλην μας την καρδίαν, ας μετανοήσωμεν και ο Θεός μάς δέχεται, διότι είναι εύσπλαγχνος και πολυέλεος. Ας μη λέγωμεν δε ότι θα κάμωμεν αμαρτίας πολλάς και ύστερον θέλομεν μετανοήσει, διότι όποιος πραγματεύεται ούτω την σωτηρίαν του, δεν τον αξιώνει ο Θεός της μετανοίας. Μήπως γνωρίζομεν εάν μέλλη να αποθάνωμεν απόψε; Ή γνωρίζομεν την ώραν του θανάτου μας; Δια τούτο ο Κύριος ημών ορίζει εις το άγιον Ευαγγέλιον· «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται» (Ματθ. κδ:42). Επειδή λοιπόν δεν γνωρίζομεν την ημέραν του θανάτου μας, ας μη οκνούμεν δια την σωτηρίαν μας, ας με αμελούμεν δια το καλόν της ψυχής μας, διότι η αμέλεια ποτέ καλόν δεν επέτυχε, ποτέ αγαθόν δεν συνεπλήρωσε, ούτε σωματικόν ούτε ψυχικόν. Και όπως όταν αμελήση κανείς τον αγρόν του, ή την άμπελόν του και δεν τα καλλιεργήση, καταστρέφονται από τας ακάνθας και τα βότανα, ούτω συμβαίνει και εις την ψυχήν εκάστου Χριστιανού. Όταν παραμελήση ο άνθρωπος το έργον του Θεού και το συμφέρον της ψυχής του, απόλλυται η ψυχή του ανθρώπου εκείνου από λογισμούς κακούς, από νοήματα δαιμονικά και από άλλας ενεργείας του πονηρού. Δια τούτο πρέπει να μη αμελούμεν το καλόν της ψυχής μας και να μη λέγωμεν· «Σήμερον ας αμαρτήσωμεν και αύριον θέλομεν μετανοήσει· εις την νεότητά μας ας κάμνωμεν αμαρτίας και εις το γήρας μας θέλομεν μετανοήσει». Διότι ο τοιούτος λογισμός είναι του διαβόλου, όστις ποτέ δεν θέλει το καλόν της ψυχής μας· εάν εις την νεότητά μας δεν θέλωμεν να μετανοήσωμεν, οπότε δυνάμεθα να τελέσωμεν τον κανόνα του Πνευματικού μας, πως θα μετανοήσωμεν εις το γήρας, οπότε αδυνατεί το σώμα μας; Τότε όπου δεν δυνάμεθα ούτε να μετανοήσωμεν, ούτε να νηστεύσωμεν, ούτε να αγρυπνήσωμεν, ούτε άλλον τινά κόπον να κάμωμεν δια τας αμαρτίας μας; Τώρα, ότε έχομεν τον καιρόν, ας μετανοήσωμεν· μάλιστα σήμερον όπου εκάμαμεν την αμαρτίαν, σήμερον ας την εξομολογηθώμεν· διότι, ως λέγει ο σοφός Σολομών· «Ου γαρ γινώσκεις τι τέξεται η επιούσα» (Παροιμ. κζ:1). Δηλαδή, δεν γνωρίζομεν τι θέλει μας συμβή έως αύριον. Επειδή λοιπόν δεν γνωρίζομεν τι θέλει μας συμβή έως αύριον, ας μη συμπεριφερώμεθα ως αθάνατοι, ας μη αμαρτάνωμεν, ως να μη ηθέλομεν αποθάνει ποτέ, Αλλά, ως γνωρίζοντες, ότι ολίγη και πρόσκαιρος είναι η παρούσα ζωή μας, ας διορθώσωμεν τον εαυτόν μας· ας επιστρέψωμεν με την θέλησίν μας εις το αγαθόν· ας μεταστρέψωμεν την φροντίδα μας εις το συμφέρον της ψυχής μας. Μη ενδιαφερώμεθα μόνον πως να πλουτίσωμεν, ή πως να ενδυθώμεν, ή πως να τραφώμεν, αλλά μάλλον να συλλογιζώμεθα πως να αρέσκωμεν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πως να τελειοποιήσωμεν τας αρετάς, πως να επιτύχωμεν την Βασιλείαν των ουρανών. Διότι και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εις το άγιον Ευαγγέλιον, μάς παραγγέλλει λέγων: «Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε· ουχί η ψυχή πλείον έστι της τροφής και το σώμα του ενδύματος;» (Ματθ, στ:25). Δηλαδή, μη συλλογίζεσθε μέσα εις την ψυχήν σας τι θα φάγετε ή τι να πίετε, ούτε να φροντίζετε με τι να ενδύσετε το σώμα σας. Δεν είναι η ψυχή σας ανωτέρα από το φαγητόν; Δεν είναι το σώμα σας καλλίτερον από το ένδυμα; Δηλονότι εφ’ όσον συλλογίζεσθε δια το φαγητόν όπου δεν είναι τίποτε, πως δεν φροντίζετε και δια την ψυχήν σας, ήτις είναι πράγμα πολυτιμότερον του κόσμου όλου; Και πάλιν ορίζει ο Κύριος· «Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν, ουδέ θερίζουσιν, ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας και ο Πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά· ουχ υμείς μάλλον διαφέρετε αυτών; Τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθήναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;» (Αυτ. 26-27). Τουτέστιν, ίδετε τα πτηνά όπου πετούν εις τον αέρα, ότι ούτε σπείρουν ούτε θερίζουν, ούτε συναθροίζουν εις αποθήκας και ο Θεός, ο Πατήρ όλων, τρέφει αυτά. Σεις δε οι άνθρωποι, δεν διαφέρετε περισσότερον από αυτά; Ποίος δε, αν θελήση, δύναται να προσθέση εις το σώμα του έστω και μίαν πήχυν; Ορίζει δε πάλιν ο Κύριος· «Και περί ενδύματος τι μεριμνάτε; Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού, πως αυξάνει· ου κοπιά ουδέ νήθει· λέγω δε υμίν, ότι ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως εν τούτων. Ει δε τον χόρτον του αγρού σήμερον όντα και αύριον εις κλίβανον βαλλόμενον ο Θεός ούτως αμφιέννυσιν, ου πολλώ μάλλον υμάς, ολιγόπιστοι»; (Ματθ. στ: 28-30). Δηλαδή διατί μεριμνάτε δια το ένδυμα; Παρατηρήσατε τα λουλούδια του κάμπου, πως αυξάνουν, ενώ καθόλου δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν· σας λέγω, ότι ούτε ο Σολομών, παρ’ όλην του την μεγαλοπρέπειαν και την τιμήν, όπου είχε, δεν ενεδύθη ως εν από αυτά. Δεν ηδυνήθη δηλαδή να στολισθή τόσον ωραία, ως είναι εστολισμένα τα λουλούδια. Αν δε τον χόρτον του κάμπου, όπου σήμερον υπάρχει, αύριον δε τον ρίπτουν εις φούρνον και καίεται, ο Θεός τον ενδύει και τον στολίζει, πόσω μάλλον σάς, ολιγόπιστοι, δεν θα ενδύση; «Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν, ή τι πίωμεν, ή τι περιβαλώμεθα· πάντα γαρ ταύτα, τα έθνη επιζητεί· οίδε γαρ ο Πατήρ ημών ο ουράνιος, ότι χρήζετε τούτων απάντων· ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Αυτ. 31-33). Δηλαδή μη μεριμνάτε, λέγοντες τι να φάγωμεν, ή τι να πίωμεν, ή τι να ενδυθώμεν, διότι όλα ταύτα τα ζητούν τα έθνη· ο Θεός, όμως, ο Πατήρ σας, όστις είναι εις τους ουρανούς, γνωρίζει ό,τι τα χρειάζεσθε και θα σας τα δώση. Δια τούτο, σεις ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Του και αυτά όλα θα σας δοθούν. Και ημείς λοιπόν, ευλογημένοι Χριστιανοί, ας μη καταπονούμεθα δια τα τοιαύτα, αλλ’ ας συλλογιζώμεθα το συμφέρον της ψυχής μας, ας επιμελούμεθα την σωτηρίαν μας, ας φροντίζωμεν πως να θρέψωμεν την ψυχήν μας με λόγον Θεού· ας αγωνισθώμεν πως να ποτίσωμεν την ψυχήν μας με διδαχήν θεάρεστον· ας ενδιαφερθώμεν πως να ενδύσωμεν με αρετάς την ψυχήν μας, δια να μας αξιώση ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εδώ μεν να διέλθωμεν υγιείς, εν ευτυχία και γαλήνη, ασκανδάλιστοι, από εχθρούς ψυχικούς και σωματικούς, εκεί δε της αιωνίου Του Βασιλείας· ότι Αυτώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.