Ο Ανδρέας της Ανδρούλας (σελ. 76 – 82)
Το φθινόπωρο του 1987 βρισκόμουν στην Αμερική. Εντελώς συμπτωματικά πληροφορήθηκα ότι σε κάποιο νοσοκομείο εγκαυμάτων και δερματικών παθήσεων, κοντά σ’ αυτό που εγώ εργαζόμουν, νοσηλεύεται ένα παιδάκι από την Κύπρο. Ο μικρός Ανδρέας γεννήθηκε με σπίλο, με κρεατοελιά, η οποία κάλυπτε περίπου τα δύο τρίτα του σώματός του. ολόκληρη την πλάτη, το μισό στήθος και την κοιλιά το ένα χέρι από τον αγκώνα και πάνω τη μεγαλύτερη επιφάνεια των ποδιών και μέρος του προσώπου. Η μόνη λύση ήταν να επιχειρηθεί συστηματική μεταμόσχευση υγιούς ιστού σε στάδια. Η ιατρική ομάδα αφαιρούσε μέρος του υγιούς δέρματος, το καλλιεργούσε στο εργαστήριο,. Προέκυπτε ένα πολλαπλάσιο σε μέγεθος τεμάχιο και το μεταμόσχευε ύστερα από κατάλληλη προεργασία στο άρρωστο τμήμα του τρυφερού παιδικού σώματος. Πριν συμπληρώσει το πρώτο έτος της ηλικίας του, ο Ανδρέας υποχρεώθηκε να υποβληθεί σε δέκα τρεις εγχειρήσεις μεταμοσχεύσεως δέρματος και να δεχθεί ισάριθμες ναρκώσεις. Η ταλαιπωρία του μικρού παιδιού απροσμέτρητη, η εγκαρτέρηση και υπομονή του απαράμιλλη, η αγωνία των γονέων και ο ψυχικός πόνος ανέκφραστος.
Είχαν καθυστερήσει να αποκτήσουν παιδί. Με πόση χαρά δεν διαπίστωσαν την εγκυμοσύνη! Μήνες φροντίδας και προσδοκίας. Πρακτικές και ψυχικές προετοιμασίες. Πλησιάζει η ώρα του τοκετού. Βγαίνει το κεφαλάκι του. Ακολουθεί το σώμα του…μαύρο και τραχύ, κατάστικτο από σπιλώματα. Φαντάζεται κανείς την αιφνίδια αναστροφή του όλου τους κόσμου! Να ετοιμάζεσαι για πανηγύρι και να διαπιστώνεις τις πρώτες ενδείξεις ενός συνεχιζόμενου και ασύλληπτου στις προεκτάσεις του και το μέγεθος δράματος. Τα διλήμματα, τα εμπόδια, η ανατροπή των αποφάσεων ξεπερνούν τον κάθε άνθρωπο και όλους μαζί.
Πήραν το παιδάκι του και ήλθαν στη Βοστώνη. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Άγνωστη και η έκβαση της προσπάθειας. Απροσδιόριστο το διάστημα της παραμονής. Θολό το μέλλον του παιδιού και της οικογένειας. Γράφει κάπου ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «έρρει τα καλά, γυμνά τα κακά, ο πλους εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει» (Επιστολή Π΄ Ευδοξίω Ρήτορι). Δεν υπάρχει τίποτε καλό, μόνο δεινά, η πορεία στο σκοτάδι, φως πουθενά, ο Χριστός κοιμάται. Αυτή ήταν η κατάσταση των γονέων όταν τους γνώρισα.
Γιατί να γεννηθεί αυτό το παιδί; Γιατί να ταλαιπωρείται και να βασανίζεται τόσο; Γιατί να πονάει το ίδιο και να πληγώνει αφόρητα τους γονείς του; Γιατί, αντί να κάνουν όραμα και όνειρα γι’ αυτό, αυτοί τρομάζουν και να φανταστούν το μέλλον τους; Η πιθανότητα, αν εγνώριζαν κατά την εγκυμοσύνη το αποτέλεσμα, να διακόψουν την κύηση εγγίζει τα όρια της βεβαιότητος. Η κοσμική λογική λέει ότι καλά θα έκαναν. Ίσως να το υποστηρίζει και η κοσμική ηθική.
Με τέτοιου τύπου συζητήσεις περάσαμε οκτώ περίπου μήνες μαζί. Στα παραπάνω ερωτήματα δεν έδωσα ποτέ άμεση φραστική απάντηση. Δεν μπορούσα και μέσα μου να απαντήσω ψυχρά. Απλά μοιραζόμουν την αγάπη, τη συμπαράσταση και τη συμπόνια. Όσο μπορούσα. Οι ίδιοι, άνθρωποι με αξιοθαύμαστη εγκαρτέρηση. Τέλεια μάνα η μητέρα, γεμάτη με πλούσιο συναίσθημα και εκδηλωτικότητα, με διακυμάνσεις πίστεως και δικαιολογημένου παραπόνου. Λεβέντης και αξιοπρεπής ο πατέρας. Δύο νέα παιδιά οι γονείς, που ωρίμασαν σε ένα χρόνο όσο δεν πρόκειται να ωριμάσουν μαζί στη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής τους. Άνθρωποι με απλή πίστη και συνήθη λογική. Όχι και πολύ της Εκκλησίας. Κανονικοί άνθρωποι…
Μόνη παρηγοριά ο πλούσιος Κύπριος που ανέλαβε τα τεράστια έξοδα θεραπείας του παιδιού. Και οι άγνωστοι που έγιναν στενοί φίλοι στο νοσοκομείο. Μπορεί να φαινόταν ο Θεός δύσκολος στην αγάπη Του σ’ αυτούς, ίσως άδικος, αλλά οι άνθρωποι τους φέρθηκαν μάλλον καλύτερα.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
-
aposal
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 26268
- Εγγραφή: Παρ Απρ 13, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Απόστολος @ Άγιος Δημήτριος (Μπραχάμι)
Re: Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός
Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων.
-
aposal
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 26268
- Εγγραφή: Παρ Απρ 13, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Απόστολος @ Άγιος Δημήτριος (Μπραχάμι)
Re: Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός
ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Πέρασαν δώδεκα περίπου χρόνια. Εγώ γύρισα στην Ελλάδα, πήγα στο Άγιον Όρος, έγινα ιερέας. Αυτοί πρέπει να βρίσκονταν στην Κύπρο. Η πιθανότητα να ζει ο μικρός Ανδρέας ήταν πολύ μικρή. Έτσι τουλάχιστον εκτιμούσαν οι γιατροί βασιζόμενοι σε γνώσεις και στατιστικές. Κι εγώ τους πίστευα. Οι δρόμοι μας χώρισαν.
Έτος 1999. βρισκόμουν στη Λευκωσία. Μου ζήτησαν μια τηλεοπτική συνέντευξη με τον τότε Υπουργό Υγείας. Επρόκειτο να απαντήσουμε και σε ερωτήσεις που υποβάλλονταν τηλεφωνικά. Με ειδοποιούν στο στούντιο ότι κάποιος παλιός γνωστός μου από την Αμερική είναι στην Αμερική και ζητεί να βγει στον αέρα. Ήταν ο πατέρας του Ανδρέα. Μου ζητάει να βρεθούμε. Σε λίγη ώρα τελειώνει η εκπομπή. Βγαίνω και τον συναντώ. Πρώτη μου ερώτηση τι γίνεται ο Ανδρέας.
-Είναι σε άλλο κόσμο, μου απαντά.
-Πέθανε; Ρωτώ.
-Δεν είπα στον άλλο κόσμο. Είπα σε άλλο κόσμο.
-Εσείς που βρίσκεστε; Τολμώ να συνεχίσω.
-Εμείς πάντα μαζί του, στον δικό του κόσμο.
Δεν κατάλαβα πολλά. Δεν μου είπε και περισσότερα. Με πολλή εγκαρδιότητα και αξιοπρέπεια με κάλεσε να πάω σπίτι να δω το παιδί. Πηγαίνουμε σπίτι κατ’ ευθείαν.
Ο Ανδρέας τώρα δεκατριών ετών. Τον αντικρίζω. Ένα ψηλό παλικαράκι περίπου ένα και εβδομήντα. Η μορφή του, η εξωτερική του όψη μάλλον ικανοποιητική. Σκόρπιες κρεατοελιές στο πρόσωπο και τα χέρια, αλλά όχι τίποτε αποκρουστικό. Τελικά όμως το πρόβλημά του δεν βρίσκεται στο σώμα, αλλά στην όλη του έκφραση. Ο Ανδρέας πάσχει από προχωρημένο αυτισμό. Δεν εξυπηρετείται σε τίποτα μόνος. Δεν μιλάει καθόλου. Δεν αντιδρά σε κανένα ακουστικό ερέθισμα. Δεν συζητεί. Δεν θέλει καθόλου τη μουσική. Δεν μπορούσαν με τίποτα να τον ανακουφίσουν. Με τίποτα απολύτως, έως ότου έγινε περίπου δέκα χρονών.
Μια μέρα τον παίρνει η νονά του στο καινούριο της σπίτι, δίπλα σε μια εκκλησία. Χτυπάει η καμπάνα. Ο Ανδρέας χαμογελάει για πρώτη φορά. Ενθουσιάζεται. Αντιδράει δυναμικά. Ζητάει να πάει προς το ακουστικό ερέθισμα. Η καμπάνα σταματά. Ο Ανδρέας επιμένει. Πηγαίνουν στον Εσπερινό. Ο Ανδρέας μουρμουρίζει, κάπως συνοδεύει. Γυρίζουν στο σπίτι. Η νονά ανοίγει το ραδιόφωνο. Ο Ανδρέας ζητάει να το κλείσει. Του βάζει σε κασέτα βυζαντινούς ύμνους. Ο Ανδρέας ξαναζωντανεύει.
Σήμερα, είκοσι και πλέον χρόνια αργότερα, ο Ανδρέας πηγαίνει μόνον στην Εκκλησία, γνωρίζει μόνο το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών», όλο απ’ έξω, και από τραγούδια μόνο το «Αγνή Παρθένε, Δέσποινα». Αρνείται να πάει οπουδήποτε αλλού. Κάνει πολύ σωστά τον σταυρό του και χαίρεται να χαϊδεύει τα γένια των ιερέων και να κοινωνεί. Αυτή είναι η ζωή του. Μόνον αυτή. Τίποτε απολύτως άλλο. Έχει κάνει και τους γονείς του να ζουν πλέον δοξάζοντας τον Θεό στον «άλλο» δικό του κόσμο.
Ένα παιδί άρρωστο, ταλαιπωρημένο, κατεστραμμένο, αυτιστικό, άχρηστο γι’ αυτόν τον κόσμο, με καμία σχέση μαζί του. Ένα παιδί ευλογημένο, με ανεξήγητη, μυστική επικοινωνία μόνο με τον Θεό, ένα πολύτιμο πνευματικό διαμάντι γι’ αυτόν τον κόσμο.
«Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη και τα ασθενή και τα εξουθενωμένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση» (Α΄ Κορ. α΄, 27,28).
Ο Ανδρέας αν προγνωρίζαμε την κατάστασή του δεν θα υπήρχε. Δεν θα του επιτρέπαμε να υπάρχει. Θα ήταν «μη ον». Μας ξεγέλασε όμως ο Θεός και τον επέλεξε. Αυτό το παιδί αποτελεί το κόσμημα του Θεού σε αυτόν τον κόσμο. «Το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων» (Α΄ Κορ. α΄, 25).
Πέρασαν δώδεκα περίπου χρόνια. Εγώ γύρισα στην Ελλάδα, πήγα στο Άγιον Όρος, έγινα ιερέας. Αυτοί πρέπει να βρίσκονταν στην Κύπρο. Η πιθανότητα να ζει ο μικρός Ανδρέας ήταν πολύ μικρή. Έτσι τουλάχιστον εκτιμούσαν οι γιατροί βασιζόμενοι σε γνώσεις και στατιστικές. Κι εγώ τους πίστευα. Οι δρόμοι μας χώρισαν.
Έτος 1999. βρισκόμουν στη Λευκωσία. Μου ζήτησαν μια τηλεοπτική συνέντευξη με τον τότε Υπουργό Υγείας. Επρόκειτο να απαντήσουμε και σε ερωτήσεις που υποβάλλονταν τηλεφωνικά. Με ειδοποιούν στο στούντιο ότι κάποιος παλιός γνωστός μου από την Αμερική είναι στην Αμερική και ζητεί να βγει στον αέρα. Ήταν ο πατέρας του Ανδρέα. Μου ζητάει να βρεθούμε. Σε λίγη ώρα τελειώνει η εκπομπή. Βγαίνω και τον συναντώ. Πρώτη μου ερώτηση τι γίνεται ο Ανδρέας.
-Είναι σε άλλο κόσμο, μου απαντά.
-Πέθανε; Ρωτώ.
-Δεν είπα στον άλλο κόσμο. Είπα σε άλλο κόσμο.
-Εσείς που βρίσκεστε; Τολμώ να συνεχίσω.
-Εμείς πάντα μαζί του, στον δικό του κόσμο.
Δεν κατάλαβα πολλά. Δεν μου είπε και περισσότερα. Με πολλή εγκαρδιότητα και αξιοπρέπεια με κάλεσε να πάω σπίτι να δω το παιδί. Πηγαίνουμε σπίτι κατ’ ευθείαν.
Ο Ανδρέας τώρα δεκατριών ετών. Τον αντικρίζω. Ένα ψηλό παλικαράκι περίπου ένα και εβδομήντα. Η μορφή του, η εξωτερική του όψη μάλλον ικανοποιητική. Σκόρπιες κρεατοελιές στο πρόσωπο και τα χέρια, αλλά όχι τίποτε αποκρουστικό. Τελικά όμως το πρόβλημά του δεν βρίσκεται στο σώμα, αλλά στην όλη του έκφραση. Ο Ανδρέας πάσχει από προχωρημένο αυτισμό. Δεν εξυπηρετείται σε τίποτα μόνος. Δεν μιλάει καθόλου. Δεν αντιδρά σε κανένα ακουστικό ερέθισμα. Δεν συζητεί. Δεν θέλει καθόλου τη μουσική. Δεν μπορούσαν με τίποτα να τον ανακουφίσουν. Με τίποτα απολύτως, έως ότου έγινε περίπου δέκα χρονών.
Μια μέρα τον παίρνει η νονά του στο καινούριο της σπίτι, δίπλα σε μια εκκλησία. Χτυπάει η καμπάνα. Ο Ανδρέας χαμογελάει για πρώτη φορά. Ενθουσιάζεται. Αντιδράει δυναμικά. Ζητάει να πάει προς το ακουστικό ερέθισμα. Η καμπάνα σταματά. Ο Ανδρέας επιμένει. Πηγαίνουν στον Εσπερινό. Ο Ανδρέας μουρμουρίζει, κάπως συνοδεύει. Γυρίζουν στο σπίτι. Η νονά ανοίγει το ραδιόφωνο. Ο Ανδρέας ζητάει να το κλείσει. Του βάζει σε κασέτα βυζαντινούς ύμνους. Ο Ανδρέας ξαναζωντανεύει.
Σήμερα, είκοσι και πλέον χρόνια αργότερα, ο Ανδρέας πηγαίνει μόνον στην Εκκλησία, γνωρίζει μόνο το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών», όλο απ’ έξω, και από τραγούδια μόνο το «Αγνή Παρθένε, Δέσποινα». Αρνείται να πάει οπουδήποτε αλλού. Κάνει πολύ σωστά τον σταυρό του και χαίρεται να χαϊδεύει τα γένια των ιερέων και να κοινωνεί. Αυτή είναι η ζωή του. Μόνον αυτή. Τίποτε απολύτως άλλο. Έχει κάνει και τους γονείς του να ζουν πλέον δοξάζοντας τον Θεό στον «άλλο» δικό του κόσμο.
Ένα παιδί άρρωστο, ταλαιπωρημένο, κατεστραμμένο, αυτιστικό, άχρηστο γι’ αυτόν τον κόσμο, με καμία σχέση μαζί του. Ένα παιδί ευλογημένο, με ανεξήγητη, μυστική επικοινωνία μόνο με τον Θεό, ένα πολύτιμο πνευματικό διαμάντι γι’ αυτόν τον κόσμο.
«Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη και τα ασθενή και τα εξουθενωμένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση» (Α΄ Κορ. α΄, 27,28).
Ο Ανδρέας αν προγνωρίζαμε την κατάστασή του δεν θα υπήρχε. Δεν θα του επιτρέπαμε να υπάρχει. Θα ήταν «μη ον». Μας ξεγέλασε όμως ο Θεός και τον επέλεξε. Αυτό το παιδί αποτελεί το κόσμημα του Θεού σε αυτόν τον κόσμο. «Το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί και το ασθενές του Θεού ισχυρότερον των ανθρώπων» (Α΄ Κορ. α΄, 25).
Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων.
-
aposal
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 26268
- Εγγραφή: Παρ Απρ 13, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Απόστολος @ Άγιος Δημήτριος (Μπραχάμι)
Re: Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός
Η Αλεξάνδρα με νοητική υστέρηση (σελ. 82 – 87)
Προ ετών γνώρισα ένα μικρό κοριτσάκι, την Αλεξάνδρα, με κάποιας μορφής αυτισμό και εμφανή δυσκολία στην επικοινωνία. Οι ψυχολόγοι ήταν αποκαρδιωτικοί για την εξέλιξη του παιδιού. Οι γονείς δεν το άντεχαν, ιδίως η μητέρα. Τρελαινόταν στη σκέψη και μόνο. Περιήλθαν διάφορους ειδικούς. Όλοι το ίδιο. Το παιδί έδειχνε να δυσκολεύεται πολύ στην επικοινωνία και την αντίληψη. Ήταν κλεισμένο στον εαυτό του. Έγινε οκτώ χρονών. Δεν το δεχόταν κανένα σχολείο. Έχασε δύο τάξεις.
Οι γονείς δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία. Ήταν κάπως αδιάφοροι, ίσως ορθολογιζόμενοι άθεοι. Δεν είχαν σχέσεις με εικόνες και καντήλια. Δήλωναν αγνωστικιστές. Κάποιοι φίλοι τους, τους έπεισαν να πάνε σε έναν πνευματικό, γλυκό άνθρωπο, αληθινό ψυχολόγο. Μέσα στην απόγνωσή τους πήγαν και τον συνάντησαν. Ο άνθρωπος με πολλή αγάπη και γλυκύτητα τους ειρήνευσε κάπως.
-Τη λύση, τους είπε, θα τη δώσει μόνη της η Αλεξάνδρα. Αυτά τα παιδιά προσελκύουν τη χάρη του Θεού με ιδιάζοντα και ασυνήθη τρόπο. Την «αδικία» που σας έκανε ο Θεός θα βρει τρόπο να την αποκαταστήσει ο Ίδιος.
-Μα, πάτερ, πήγαμε στους πιο ειδικούς και όχι μόνο σε έναν και δύο. Κανείς δεν μας δίνει κάποια ελπίδα. Το εξέτασαν το παιδί, το είδαν και το ξαναείδαν, όλοι μας τονίζουν ότι πρέπει να συμφιλιωθούμε με την πραγματικότητα μια ώρα γρηγορότερα για να ηρεμήσουμε κάπως. Αλλά εγώ δεν το αντέχω, λέει η μητέρα. Δηλαδή δεν θα πάει στο σχολείο με τα άλλα παιδιά; Θα γίνει τριάντα χρονών και θα περιφέρεται σαν μια ανέκφραστη μάζα μέσα στο σπίτι;
-Πολύ κάνατε και πήγατε στους επιστήμονες. Ο Θεός όμως ξέρει να διαψεύδει και τους κορυφαίους της γνώσης. Αυτοί ξέρουν τα φαινόμενα. Εκείνος παρεμβαίνει στα μυστικά. Η Αλεξάνδρα, να ξέρετε, κρύβει μέσα της ένα πλούτο που μόλις βρει τον τρόπο και τον φανερώσει θα θαυμάσετε όχι μόνο το παιδί, αλλά και τον Θεό. Αυτά τα παιδιά τα αγαπάει διπλά ο Θεός, απάντησε ο ιερέας και σιώπησε. Εσείς επιμένετε να βρείτε σχολείο για να πάει. Ρωτήστε, πιέστε, διαμαρτυρηθείτε με ευγένεια. Κάτι τελικά θα γίνει.
Πράγματι, ύστερα από πολλές απογοητεύσεις και απορρίψεις, συναντούν μια νεαρή ψυχολόγο, η οποία δείχνει ενδιαφέρον για την περίπτωση όσο κανείς άλλος. Μέσα στο γραφεί υπάρχουν βιβλία, μολύβια, ένας σωρός αντικείμενα. Υπάρχει και μία εικόνα της Παναγίας το κορίτσι περιφρονεί τα πάντα και πλησιάζει την εικόνα προσπαθώντας να την χαϊδέψει. Είναι κοντό και δεν φτάνει. Επιμένει. Πλησιάζει η ψυχολόγος και το σηκώνει στα χέρια της. Αυτό απλώνει το χεράκι του και με χαρακτηριστική τρυφερότητα θωπεύει την εικόνα. Σε λίγο, κατά τη διάρκεια της συζητήσεως, η μικρή Αλεξάνδρα προσέχει το σταυρό στο στήθος της κοπέλας, που την κρατάει στην αγκαλιά και θέλει να παίξει μ’ αυτόν. Σκύβει και τον φιλάει. Ποτέ δεν είχε δει στο σπίτι της εικόνα και φυσικά δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένη με ασπασμούς σταυρών και εκκλησιαστικών αντικειμένων. Όλο αυτό αιφνιδιάζει τους γονείς οι οποίοι εκφράζουν την απορία τους. Η ψυχολόγος υποδουλώθηκε στην αγάπη της Αλεξάνδρας. Την κατέκτησε.
Με την βοήθειά της, ύστερα από δύο χρόνια, βρίσκεται ειδικό σχολείο που την δέχεται δοκιμαστικά. Με την πολλή της αγάπη η ψυχολόγος αναδεικνύει τα κρυμμένα χαρίσματά της. Η Αλεξάνδρα ξαφνιάζει με τις ικανότητές της. Κερδίζει τη συμπάθεια όλων ανεξαιρέτως. Οι γονείς ζητούν να περάσει από tests, μήπως και κερδίσει καμιά τάξη. Δίνει εξετάσεις και πράγματι εντυπωσιάζει. Σε τρεις μήνες είναι σαφώς καλύτερη από όλους ους συμμαθητές της. Είναι από τους πρώτους. Μεταπηδάει σε κανονικό σχολείο. Έχει τρομακτική μνήμη. Θυμάται τις πρωτεύουσες όλων των χωρών. Μαθαίνει Αγγλικά και Γαλλικά, που όλοι τρίβουν τα μάτια τους! Δυσκολεύεται στα Μαθηματικά. Είναι όμως καταπληκτική στην ανάγνωση και την ορθογραφία. Δεν κάνει λάθη. Ζωγραφίζει εξαιρετικά και επινοητικά. Δεν αντιγράφει. Και κυρίως είναι ένα εξαίρετο και ταπεινό παιδάκι. Όλοι τη λατρεύουν και παίζουν μαζί της. Μερικά παιδιά βλέπουν τη διαφορετικότητά την και την προκαλούν. Αυτή μπερδεύεται, αλλά δείχνει να συγχωρεί αμέσως. Το χόμπυ της η Εκκλησία και τα τροπάρια. Κανείς δεν καταλαβαίνει τι νιώθει μέσα της.
Ο ευλαβής ιερέας μου εξομολογείται:
-Αυτό το παιδάκι έχει κάτι το μοναδικό. Εγώ όποτε έχω πρόβλημα αξεπέραστο, όποτε οι πιστοί μου ζητούν κάτι για κάτι μεγάλο να προσευχηθώ, ζητώ από την Αλεξάνδρα να κάνει την προσευχούλα της. Και μην ξενίζεσαι, την ακούει ο Θεός, όπως ακούει τους αγίους. Υπάρχουν άρρωστοι για τους οποίους προσεύχεται, για ζευγάρια που δεν έχουν παιδιά, για ανθρώπους που ταλαιπωρούνται ψυχολογικά. Της δίνω τα ονόματα, της εξηγώ απλά το περιστατικό για να μην στενοχωρηθεί πολύ – είναι πολύ συμπονετική – αυτή προσεύχεται και ο Θεός απαντά.
Αυτό ο θησαυρός, αν υπήρχε η διαγνωστική δυνατότητα και είχε προηγηθεί κάποιος προγεννητικός έλεγχος, δεν θα υπήρχε. Ο κόσμος μας σίγουρα θα ήταν πιο φτωχός σε πόνο και φαινομενικές ατέλειες θα ήταν πιο φτωχός σε αποδείξεις της πτώσεώς του. θα ήταν όμως και πολύ πιο φτωχός σε φανερώσεις της χάριτος του Θεού.
Η παρουσία της μικρής Αλεξάνδρας δίνει πόνο, αλλά προσφέρει τόση χάρη, στον πονεμένο κόσμο μας! Και κυρίως παρουσιάζει την υποψία κάποιου Θεού, αρκετά διαφορετικού από τον ανθρώπινο, που φανταζόμαστε και φυσικά δεν υπάρχει.
Κάθε τέτοιο άρρωστο παιδάκι δεν έρχεται στον κόσμο για να αγανακτούμε και για να ταλαιπωρούμαστε. Το καθένα έχει το λόγο του και τη μυστική φωνή του. Σε μας μένει η προσφορά της αγάπης, το «αλλήλων τα βάρη βαστάζειν», η εμπειρία της κοινής ταπείνωσης – ότι δεν είμαστε και τόσο δυνατοί και σπουδαίοι όσο νομίζουμε – και η προσπάθεια να απαλύνουμε το βάρος του και να κατανοήσουμε τη γλώσσα του. Τα παιδιά αυτά μιλούν καλύτερα τη γλώσσα του Θεού.
Προ ετών γνώρισα ένα μικρό κοριτσάκι, την Αλεξάνδρα, με κάποιας μορφής αυτισμό και εμφανή δυσκολία στην επικοινωνία. Οι ψυχολόγοι ήταν αποκαρδιωτικοί για την εξέλιξη του παιδιού. Οι γονείς δεν το άντεχαν, ιδίως η μητέρα. Τρελαινόταν στη σκέψη και μόνο. Περιήλθαν διάφορους ειδικούς. Όλοι το ίδιο. Το παιδί έδειχνε να δυσκολεύεται πολύ στην επικοινωνία και την αντίληψη. Ήταν κλεισμένο στον εαυτό του. Έγινε οκτώ χρονών. Δεν το δεχόταν κανένα σχολείο. Έχασε δύο τάξεις.
Οι γονείς δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία. Ήταν κάπως αδιάφοροι, ίσως ορθολογιζόμενοι άθεοι. Δεν είχαν σχέσεις με εικόνες και καντήλια. Δήλωναν αγνωστικιστές. Κάποιοι φίλοι τους, τους έπεισαν να πάνε σε έναν πνευματικό, γλυκό άνθρωπο, αληθινό ψυχολόγο. Μέσα στην απόγνωσή τους πήγαν και τον συνάντησαν. Ο άνθρωπος με πολλή αγάπη και γλυκύτητα τους ειρήνευσε κάπως.
-Τη λύση, τους είπε, θα τη δώσει μόνη της η Αλεξάνδρα. Αυτά τα παιδιά προσελκύουν τη χάρη του Θεού με ιδιάζοντα και ασυνήθη τρόπο. Την «αδικία» που σας έκανε ο Θεός θα βρει τρόπο να την αποκαταστήσει ο Ίδιος.
-Μα, πάτερ, πήγαμε στους πιο ειδικούς και όχι μόνο σε έναν και δύο. Κανείς δεν μας δίνει κάποια ελπίδα. Το εξέτασαν το παιδί, το είδαν και το ξαναείδαν, όλοι μας τονίζουν ότι πρέπει να συμφιλιωθούμε με την πραγματικότητα μια ώρα γρηγορότερα για να ηρεμήσουμε κάπως. Αλλά εγώ δεν το αντέχω, λέει η μητέρα. Δηλαδή δεν θα πάει στο σχολείο με τα άλλα παιδιά; Θα γίνει τριάντα χρονών και θα περιφέρεται σαν μια ανέκφραστη μάζα μέσα στο σπίτι;
-Πολύ κάνατε και πήγατε στους επιστήμονες. Ο Θεός όμως ξέρει να διαψεύδει και τους κορυφαίους της γνώσης. Αυτοί ξέρουν τα φαινόμενα. Εκείνος παρεμβαίνει στα μυστικά. Η Αλεξάνδρα, να ξέρετε, κρύβει μέσα της ένα πλούτο που μόλις βρει τον τρόπο και τον φανερώσει θα θαυμάσετε όχι μόνο το παιδί, αλλά και τον Θεό. Αυτά τα παιδιά τα αγαπάει διπλά ο Θεός, απάντησε ο ιερέας και σιώπησε. Εσείς επιμένετε να βρείτε σχολείο για να πάει. Ρωτήστε, πιέστε, διαμαρτυρηθείτε με ευγένεια. Κάτι τελικά θα γίνει.
Πράγματι, ύστερα από πολλές απογοητεύσεις και απορρίψεις, συναντούν μια νεαρή ψυχολόγο, η οποία δείχνει ενδιαφέρον για την περίπτωση όσο κανείς άλλος. Μέσα στο γραφεί υπάρχουν βιβλία, μολύβια, ένας σωρός αντικείμενα. Υπάρχει και μία εικόνα της Παναγίας το κορίτσι περιφρονεί τα πάντα και πλησιάζει την εικόνα προσπαθώντας να την χαϊδέψει. Είναι κοντό και δεν φτάνει. Επιμένει. Πλησιάζει η ψυχολόγος και το σηκώνει στα χέρια της. Αυτό απλώνει το χεράκι του και με χαρακτηριστική τρυφερότητα θωπεύει την εικόνα. Σε λίγο, κατά τη διάρκεια της συζητήσεως, η μικρή Αλεξάνδρα προσέχει το σταυρό στο στήθος της κοπέλας, που την κρατάει στην αγκαλιά και θέλει να παίξει μ’ αυτόν. Σκύβει και τον φιλάει. Ποτέ δεν είχε δει στο σπίτι της εικόνα και φυσικά δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένη με ασπασμούς σταυρών και εκκλησιαστικών αντικειμένων. Όλο αυτό αιφνιδιάζει τους γονείς οι οποίοι εκφράζουν την απορία τους. Η ψυχολόγος υποδουλώθηκε στην αγάπη της Αλεξάνδρας. Την κατέκτησε.
Με την βοήθειά της, ύστερα από δύο χρόνια, βρίσκεται ειδικό σχολείο που την δέχεται δοκιμαστικά. Με την πολλή της αγάπη η ψυχολόγος αναδεικνύει τα κρυμμένα χαρίσματά της. Η Αλεξάνδρα ξαφνιάζει με τις ικανότητές της. Κερδίζει τη συμπάθεια όλων ανεξαιρέτως. Οι γονείς ζητούν να περάσει από tests, μήπως και κερδίσει καμιά τάξη. Δίνει εξετάσεις και πράγματι εντυπωσιάζει. Σε τρεις μήνες είναι σαφώς καλύτερη από όλους ους συμμαθητές της. Είναι από τους πρώτους. Μεταπηδάει σε κανονικό σχολείο. Έχει τρομακτική μνήμη. Θυμάται τις πρωτεύουσες όλων των χωρών. Μαθαίνει Αγγλικά και Γαλλικά, που όλοι τρίβουν τα μάτια τους! Δυσκολεύεται στα Μαθηματικά. Είναι όμως καταπληκτική στην ανάγνωση και την ορθογραφία. Δεν κάνει λάθη. Ζωγραφίζει εξαιρετικά και επινοητικά. Δεν αντιγράφει. Και κυρίως είναι ένα εξαίρετο και ταπεινό παιδάκι. Όλοι τη λατρεύουν και παίζουν μαζί της. Μερικά παιδιά βλέπουν τη διαφορετικότητά την και την προκαλούν. Αυτή μπερδεύεται, αλλά δείχνει να συγχωρεί αμέσως. Το χόμπυ της η Εκκλησία και τα τροπάρια. Κανείς δεν καταλαβαίνει τι νιώθει μέσα της.
Ο ευλαβής ιερέας μου εξομολογείται:
-Αυτό το παιδάκι έχει κάτι το μοναδικό. Εγώ όποτε έχω πρόβλημα αξεπέραστο, όποτε οι πιστοί μου ζητούν κάτι για κάτι μεγάλο να προσευχηθώ, ζητώ από την Αλεξάνδρα να κάνει την προσευχούλα της. Και μην ξενίζεσαι, την ακούει ο Θεός, όπως ακούει τους αγίους. Υπάρχουν άρρωστοι για τους οποίους προσεύχεται, για ζευγάρια που δεν έχουν παιδιά, για ανθρώπους που ταλαιπωρούνται ψυχολογικά. Της δίνω τα ονόματα, της εξηγώ απλά το περιστατικό για να μην στενοχωρηθεί πολύ – είναι πολύ συμπονετική – αυτή προσεύχεται και ο Θεός απαντά.
Αυτό ο θησαυρός, αν υπήρχε η διαγνωστική δυνατότητα και είχε προηγηθεί κάποιος προγεννητικός έλεγχος, δεν θα υπήρχε. Ο κόσμος μας σίγουρα θα ήταν πιο φτωχός σε πόνο και φαινομενικές ατέλειες θα ήταν πιο φτωχός σε αποδείξεις της πτώσεώς του. θα ήταν όμως και πολύ πιο φτωχός σε φανερώσεις της χάριτος του Θεού.
Η παρουσία της μικρής Αλεξάνδρας δίνει πόνο, αλλά προσφέρει τόση χάρη, στον πονεμένο κόσμο μας! Και κυρίως παρουσιάζει την υποψία κάποιου Θεού, αρκετά διαφορετικού από τον ανθρώπινο, που φανταζόμαστε και φυσικά δεν υπάρχει.
Κάθε τέτοιο άρρωστο παιδάκι δεν έρχεται στον κόσμο για να αγανακτούμε και για να ταλαιπωρούμαστε. Το καθένα έχει το λόγο του και τη μυστική φωνή του. Σε μας μένει η προσφορά της αγάπης, το «αλλήλων τα βάρη βαστάζειν», η εμπειρία της κοινής ταπείνωσης – ότι δεν είμαστε και τόσο δυνατοί και σπουδαίοι όσο νομίζουμε – και η προσπάθεια να απαλύνουμε το βάρος του και να κατανοήσουμε τη γλώσσα του. Τα παιδιά αυτά μιλούν καλύτερα τη γλώσσα του Θεού.
Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων.
-
gkou
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 2629
- Εγγραφή: Τρί Μαρ 21, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γεωργία@Κόρινθος
Re: Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός
Κοντά σε αυτόν που φεύγει
«Θάνατος ουκέτι κυριεύει»
Ο καρκίνος είναι μια πολύ δύσκολη ασθένεια, που κυριολεκτικά ξεσχίζει το σώμα και κουρελιάζει την ψυχή του ασθενούς, των οικείων και φίλων του, και πραγματικά ταλαιπωρεί γιατρούς και νοσηλευτές, την κοινωνία ολόκληρη. Όσοι εργάζονται στα ογκολογικά κέντρα βλέπουν , καθημερινά και από κοντά , να μάχονται η ζωή με τον θάνατο στήθος προς στήθος, κάθε στιγμή, σε κάθε θάλαμο, με πλείστες μορφές. Αντικρύζουν την ανθρώπινη φύση σε έσχατο πόνο, μέγιστη αγωνία και απόλυτη αδυναμία, τον άνθρωπο στις πιο ακραίες καταστάσεις, στις πιο οριακές του στιγμές.
Η φρικτότητα του θανάτου
Ο θάνατος είναι φοβερός ως κατάσταση. Κατανοητός στο αποτέλεσμά του αλλά ασύλληπτος στην ουσία, στην αιτία, στους τρόπους και στο μέγεθος των συνεπειών του. Κατά τη διάρκεια της ζωής μας, όταν κάποιος πεθαίνει, λέμε ότι «τον χάσαμε». Στην καθημερινή διάλεκτο, όταν κάποιος δικός μας φύγει για πάντα από αυτό τον κόσμο μιλάμε για «απώλεια» . Ο θάνατος βιώνεται ως αμετάκλητο «τέλος», «χωρισμός» οριστικός. Το χρώμα του είναι μαύρο. Η έκφρασή του έχει πόνο, δάκρυα, θλίψη, απορία. Η πορεία του είναι ή προς το τίποτα, ή στην καλύτερη περίπτωση, προς το άγνωστο. Μόνον οι θρησκείες μιλούν για συνέχεια. Μόνον ο Χριστιανισμός μιλάει για Ανάσταση. Μόνον η Εκκλησία μιλάει για μεταθανάτια δόξα, για μακαριότητα και ανάπαυση˙ το γιορτάζει , το διαλαλεί. Το ερώτημα είναι αν και πώς ο καθένας μας το ζει.
Μέσα σ’ όλην αυτήν την κατάσταση υπάρχει κάτι το πολύ τραγικό. Αν ο θάνατος δεν οδηγεί στην όντως ζωή, τότε όσο περισσότερη είναι η αγάπη τόσο μεγαλύτερο είναι το τραύμα του χωρισμού. Δεν είναι το ίδιο να χωρίζουν δυο διαρκώς διαφωνούντες ή και αντίπαλοι ή αμοιβαίως μισούμενοι από τη μία μεριά και δύο πολύ αγαπημένοι από την άλλη. Η βεβαία παρουσία του θανάτου στη ζωή μας κάνει να φοβόμαστε την αγάπη μας, να δυσκολευόμαστε να δοθούμε.
Πεθαίνει ένας νέος και μας πνίγει αφ’ ενός μεν το ασύνηθες του γεγονότος , αφ’ ετέρου δε η απώλεια των ωραίων οραμάτων μας γι’ αυτόν, για το μέλλον του. Πεθαίνει ένας γέροντας και μας συντρίβει το σβήσιμο μιας ζωής γεμάτης αναμνήσεις, εμπειρίες, στιγμές κοινής πορείας, το παρελθόν του. Ο μακροχρόνιος θάνατος ταλαιπωρεί, ο ξαφνικός αιφνιδιάζει. Ο μεμονωμένος επικεντρώνει τον πόνο, ο ομαδικός συγκλονίζει την κοινωνία. Όποια και να είναι η μορφή του θανάτου, η γεύση του είναι ό,τι πιο πικρό υπάρχει.
Η αίσθηση του οριστικού χωρισμού από τον αγαπημένο μας, η πορεία του προς το άγνωστο, η απειλή του τέλους πραγματικά συντρίβουν αμφότερους. Η αντικατάσταση της εικόνας, της φωνής, της φυσικής επαφής, της ζωντανής επικοινωνίας του διαλόγου με την ανάμνηση μόνο και τη φαντασία, αντί να παρηγορούν, βαθαίνουν το τραύμα του χωρισμού και δίνουν στην πληγή υπαρξιακό διαμέτρημα.
Ο ερχομός του είναι καθολικός και δεν έχει ούτε μια εξαίρεση. Είναι και αδυσώπητος. Δεν τον αναχαιτίζει ούτε η γνώση ούτε η τεχνολογία ούτε η κοσμική δύναμη ούτε η οικονομική παντοδυναμία ούτε και το θαύμα. Όλα αυτά ίσως λίγο τον μεταμορφώνουν και κάποιες φορές μπορούν λίγο να τον αναβάλλουν, αδυνατούν όμως να αντισταθούν στην παντοδυναμία του.
Η τραγικότητα της μοναξιάς.
«Ο άνθρωπος ζωόν εστι πολιτικόν», έλεγε ο Αριστοτέλης. Είμαστε κοινωνικά όντα. Έχουμε ανάγκη ο ένας από τον άλλον. Θέλουμε να ζούμε ο ένας με τον άλλον. Γι αυτό και η αγάπη και η αλληλεγγύη είναι μεγάλες αρετές, γιατί ενισχύουν την αμοιβαιότητα την κοινωνία, την αδελφοσύνη. Η Εκκλησία μας αποκαλεί αδελφούς, διότι προερχόμαστε από την «ιδίαν δελφύν» , την ίδια μήτρα. Κάθε τι που διασπά την ενότητά μας είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί. Η μοναξιά, η απουσία κοινωνίας είναι βασανιστήριο, κόλαση και δράμα. Είναι σαν δεύτερος, αργός θάνατος. Είναι τόσο διαπεραστική όσο και ο θάνατος. Η μόνη της διαφορά έγκειται στο ότι μπορεί να συνοδεύεται από ανθρώπινη ελπίδα, ενώ η σκέψη του θανάτου όχι.
Όταν τη βιώνεις νοιώθεις σαν να γκρεμοτσακίζεσαι και να μην μπορείς από κάπου να πιαστείς. Σαν να ασφυκτιάς και να μη βρίσκεις λίγο αέρα να αναπνεύσεις. Σαν να τρελαίνεσαι μέσα στο σκοτάδι και να μη βρίσκεις ένα σπίρτο να ανάψεις. Και η μοναξιά χρωματικά εκφράζεται με το μαύρο.
Η μοναξιά λοιπόν κατά τη διαδικασία του επερχόμενου θανάτου αποτελεί μια από τις πλέον επώδυνες καταστάσεις. Και μάλιστα, όταν συνοδεύεται από αίσθημα έντονου σωματικού πόνου και ψυχική αγωνία. Όλα αυτά μαζί, συνθλίβουν κυριολεκτικά την ανθρώπινη υπόσταση.
Από το βιβλίο: «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός»
ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
«Θάνατος ουκέτι κυριεύει»
Ο καρκίνος είναι μια πολύ δύσκολη ασθένεια, που κυριολεκτικά ξεσχίζει το σώμα και κουρελιάζει την ψυχή του ασθενούς, των οικείων και φίλων του, και πραγματικά ταλαιπωρεί γιατρούς και νοσηλευτές, την κοινωνία ολόκληρη. Όσοι εργάζονται στα ογκολογικά κέντρα βλέπουν , καθημερινά και από κοντά , να μάχονται η ζωή με τον θάνατο στήθος προς στήθος, κάθε στιγμή, σε κάθε θάλαμο, με πλείστες μορφές. Αντικρύζουν την ανθρώπινη φύση σε έσχατο πόνο, μέγιστη αγωνία και απόλυτη αδυναμία, τον άνθρωπο στις πιο ακραίες καταστάσεις, στις πιο οριακές του στιγμές.
Η φρικτότητα του θανάτου
Ο θάνατος είναι φοβερός ως κατάσταση. Κατανοητός στο αποτέλεσμά του αλλά ασύλληπτος στην ουσία, στην αιτία, στους τρόπους και στο μέγεθος των συνεπειών του. Κατά τη διάρκεια της ζωής μας, όταν κάποιος πεθαίνει, λέμε ότι «τον χάσαμε». Στην καθημερινή διάλεκτο, όταν κάποιος δικός μας φύγει για πάντα από αυτό τον κόσμο μιλάμε για «απώλεια» . Ο θάνατος βιώνεται ως αμετάκλητο «τέλος», «χωρισμός» οριστικός. Το χρώμα του είναι μαύρο. Η έκφρασή του έχει πόνο, δάκρυα, θλίψη, απορία. Η πορεία του είναι ή προς το τίποτα, ή στην καλύτερη περίπτωση, προς το άγνωστο. Μόνον οι θρησκείες μιλούν για συνέχεια. Μόνον ο Χριστιανισμός μιλάει για Ανάσταση. Μόνον η Εκκλησία μιλάει για μεταθανάτια δόξα, για μακαριότητα και ανάπαυση˙ το γιορτάζει , το διαλαλεί. Το ερώτημα είναι αν και πώς ο καθένας μας το ζει.
Μέσα σ’ όλην αυτήν την κατάσταση υπάρχει κάτι το πολύ τραγικό. Αν ο θάνατος δεν οδηγεί στην όντως ζωή, τότε όσο περισσότερη είναι η αγάπη τόσο μεγαλύτερο είναι το τραύμα του χωρισμού. Δεν είναι το ίδιο να χωρίζουν δυο διαρκώς διαφωνούντες ή και αντίπαλοι ή αμοιβαίως μισούμενοι από τη μία μεριά και δύο πολύ αγαπημένοι από την άλλη. Η βεβαία παρουσία του θανάτου στη ζωή μας κάνει να φοβόμαστε την αγάπη μας, να δυσκολευόμαστε να δοθούμε.
Πεθαίνει ένας νέος και μας πνίγει αφ’ ενός μεν το ασύνηθες του γεγονότος , αφ’ ετέρου δε η απώλεια των ωραίων οραμάτων μας γι’ αυτόν, για το μέλλον του. Πεθαίνει ένας γέροντας και μας συντρίβει το σβήσιμο μιας ζωής γεμάτης αναμνήσεις, εμπειρίες, στιγμές κοινής πορείας, το παρελθόν του. Ο μακροχρόνιος θάνατος ταλαιπωρεί, ο ξαφνικός αιφνιδιάζει. Ο μεμονωμένος επικεντρώνει τον πόνο, ο ομαδικός συγκλονίζει την κοινωνία. Όποια και να είναι η μορφή του θανάτου, η γεύση του είναι ό,τι πιο πικρό υπάρχει.
Η αίσθηση του οριστικού χωρισμού από τον αγαπημένο μας, η πορεία του προς το άγνωστο, η απειλή του τέλους πραγματικά συντρίβουν αμφότερους. Η αντικατάσταση της εικόνας, της φωνής, της φυσικής επαφής, της ζωντανής επικοινωνίας του διαλόγου με την ανάμνηση μόνο και τη φαντασία, αντί να παρηγορούν, βαθαίνουν το τραύμα του χωρισμού και δίνουν στην πληγή υπαρξιακό διαμέτρημα.
Ο ερχομός του είναι καθολικός και δεν έχει ούτε μια εξαίρεση. Είναι και αδυσώπητος. Δεν τον αναχαιτίζει ούτε η γνώση ούτε η τεχνολογία ούτε η κοσμική δύναμη ούτε η οικονομική παντοδυναμία ούτε και το θαύμα. Όλα αυτά ίσως λίγο τον μεταμορφώνουν και κάποιες φορές μπορούν λίγο να τον αναβάλλουν, αδυνατούν όμως να αντισταθούν στην παντοδυναμία του.
Η τραγικότητα της μοναξιάς.
«Ο άνθρωπος ζωόν εστι πολιτικόν», έλεγε ο Αριστοτέλης. Είμαστε κοινωνικά όντα. Έχουμε ανάγκη ο ένας από τον άλλον. Θέλουμε να ζούμε ο ένας με τον άλλον. Γι αυτό και η αγάπη και η αλληλεγγύη είναι μεγάλες αρετές, γιατί ενισχύουν την αμοιβαιότητα την κοινωνία, την αδελφοσύνη. Η Εκκλησία μας αποκαλεί αδελφούς, διότι προερχόμαστε από την «ιδίαν δελφύν» , την ίδια μήτρα. Κάθε τι που διασπά την ενότητά μας είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί. Η μοναξιά, η απουσία κοινωνίας είναι βασανιστήριο, κόλαση και δράμα. Είναι σαν δεύτερος, αργός θάνατος. Είναι τόσο διαπεραστική όσο και ο θάνατος. Η μόνη της διαφορά έγκειται στο ότι μπορεί να συνοδεύεται από ανθρώπινη ελπίδα, ενώ η σκέψη του θανάτου όχι.
Όταν τη βιώνεις νοιώθεις σαν να γκρεμοτσακίζεσαι και να μην μπορείς από κάπου να πιαστείς. Σαν να ασφυκτιάς και να μη βρίσκεις λίγο αέρα να αναπνεύσεις. Σαν να τρελαίνεσαι μέσα στο σκοτάδι και να μη βρίσκεις ένα σπίρτο να ανάψεις. Και η μοναξιά χρωματικά εκφράζεται με το μαύρο.
Η μοναξιά λοιπόν κατά τη διαδικασία του επερχόμενου θανάτου αποτελεί μια από τις πλέον επώδυνες καταστάσεις. Και μάλιστα, όταν συνοδεύεται από αίσθημα έντονου σωματικού πόνου και ψυχική αγωνία. Όλα αυτά μαζί, συνθλίβουν κυριολεκτικά την ανθρώπινη υπόσταση.
Από το βιβλίο: «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός»
ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
-
aposal
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 26268
- Εγγραφή: Παρ Απρ 13, 2007 5:00 am
- Τοποθεσία: Απόστολος @ Άγιος Δημήτριος (Μπραχάμι)
Re: Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός
Σ' ευχαριστώ Γεωργία!
Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων.
- stathis73
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 6472
- Εγγραφή: Δευ Απρ 19, 2010 8:44 am
- Τοποθεσία: Ευστάθιος-Λευκός Πύργος της Μακεδονίας.
Re: Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός
Η "ευλογία" του πόνου
Ευλογημένα "γιατί"!
Τα καθαγίασε ο Ιδιος ο Χριστός στον Σταυρό "Θεέ μου, Θεέ μου, ινα τί με εγκατέλιπες;" Θεέ μου, γιατί μου το κανες αυτό; Τί σου έκανα; Δεν ειμαι ο Υιός σου; Το ίδιο ακριβώς ερώτημα με το δικό μου το το οποίο έμεινε και αυτό αναπάντητο. Εμεινε αναπάντητο στα φαινόμενα. Τα γεγονότα όμως φανέρωσαν την απάντηση.
Τέτοια πολλά "γιατί" βγήκαν και απο το στόμα του πολύαθλου Ιώβ ή τη γραφίδα του τραυματισμένου Δαυΐδ, δύο ανθρώπων που οι τραγικοί θάνατοι των παιδιών τους σφράγισαν το πέρασμα τους απο την ιστορία και που μας παρουσιάζονται συχνά ως μοναδικά πρότυπα πίστης, εγκαρτέρησης και υπομονής.
Το ερώτημα αυτό το απευθύνουμε στον Θεό, το λέμε στον εαυτό μας, το επαναλαμβάνουμε στους ανθρώπους που νιώθουμε οτι ιδιαίτερα μας αγαπούν.
Το λέμε κυρίως για να εκφράσουμε το μέσα μας, το λέμε όμως προσδοκώντας το χάδι μιάς απάντησης. Ποιος όμως μπορεί να δώσει μια απάντηση;
Ακόμη κι αν την ξέρει, ποιός μπορεί να την πεί;
Λέγει ο Μέγας Βασίλειος προς τον πενθούντα πατέρα οτι ο πόνος κάνει τον ανθρωπο τόσο ευαίσθητο, ωστε μοιάζει με το μάτι που δέν ανέχεται ούτε το πούπουλο. Και η πιό τρυφερή κίνηση αυξάνει τον πόνο του πονεμένου. Και η πιό διακριτικη αναλογία δέν αντέχεται. Ο λόγος που εξφέρεται ως λογικό επιχείρημα ενοχλεί αβάσταχτα. Μόνο το δάκρυ, η κοινωνία της απορίας, η σιωπή, εσωτερική προσευχή θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τον πόνο, να φωτίσουν το σκοτάδι ή να γεννήσουν μια μικρή ελπίδα.
Ευλογημένα "γιατί"!
Τα καθαγίασε ο Ιδιος ο Χριστός στον Σταυρό "Θεέ μου, Θεέ μου, ινα τί με εγκατέλιπες;" Θεέ μου, γιατί μου το κανες αυτό; Τί σου έκανα; Δεν ειμαι ο Υιός σου; Το ίδιο ακριβώς ερώτημα με το δικό μου το το οποίο έμεινε και αυτό αναπάντητο. Εμεινε αναπάντητο στα φαινόμενα. Τα γεγονότα όμως φανέρωσαν την απάντηση.
Τέτοια πολλά "γιατί" βγήκαν και απο το στόμα του πολύαθλου Ιώβ ή τη γραφίδα του τραυματισμένου Δαυΐδ, δύο ανθρώπων που οι τραγικοί θάνατοι των παιδιών τους σφράγισαν το πέρασμα τους απο την ιστορία και που μας παρουσιάζονται συχνά ως μοναδικά πρότυπα πίστης, εγκαρτέρησης και υπομονής.
Το ερώτημα αυτό το απευθύνουμε στον Θεό, το λέμε στον εαυτό μας, το επαναλαμβάνουμε στους ανθρώπους που νιώθουμε οτι ιδιαίτερα μας αγαπούν.
Το λέμε κυρίως για να εκφράσουμε το μέσα μας, το λέμε όμως προσδοκώντας το χάδι μιάς απάντησης. Ποιος όμως μπορεί να δώσει μια απάντηση;
Ακόμη κι αν την ξέρει, ποιός μπορεί να την πεί;
Λέγει ο Μέγας Βασίλειος προς τον πενθούντα πατέρα οτι ο πόνος κάνει τον ανθρωπο τόσο ευαίσθητο, ωστε μοιάζει με το μάτι που δέν ανέχεται ούτε το πούπουλο. Και η πιό τρυφερή κίνηση αυξάνει τον πόνο του πονεμένου. Και η πιό διακριτικη αναλογία δέν αντέχεται. Ο λόγος που εξφέρεται ως λογικό επιχείρημα ενοχλεί αβάσταχτα. Μόνο το δάκρυ, η κοινωνία της απορίας, η σιωπή, εσωτερική προσευχή θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τον πόνο, να φωτίσουν το σκοτάδι ή να γεννήσουν μια μικρή ελπίδα.
Τις θεός Μέγας ως ο Θεός ημών.
- stathis73
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 6472
- Εγγραφή: Δευ Απρ 19, 2010 8:44 am
- Τοποθεσία: Ευστάθιος-Λευκός Πύργος της Μακεδονίας.
Re: Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός
O πόνος γεννά αλήθεια, συμπόνια, κοινωνία
Ο πόνος δεν ξυπνάει μόνο εμάς, αλλα γεννάει και την αγάπη στους γύρω μας. Προσπαθούν να μπούν στη θέση μας. Αγωνίζονται στον καιρό της ασφάλειας τους να μοιραστούν τα πιό ανεπιθύμητα γι αυτούς δικά μας αισθήματα. Και το κάνουν. Ο πόνος γεννά την υπομονή μας, ταυτόχρονα όμως γεννά και τον εξ αγάπης σύνδεσμο με τους αδελφούς μας. Ο πόνος γεννά την αλήθεια. Η συμπόνοια των άλλων τη φυτευει στη δική μας καρδιά. Εκει διακρτιτικά κρύβεται και η απάντηση.
Ετσι γεννιέται στην καρδιά η παρηγοριά, η γλύκα και η ανακούφιση της οποίας ειναι πολύ εντονότερες ως εμπειρίες απο το βάρος του πόνου.
Η απάντηση γεννιέται μέσα μας
Δυό γονείς, μας λέγουν οι επιστήμονες, μπορούν να κάνουν άπειρα διαφοριτικά παιδιά ( νομίζω ο Σεβασμιότατος καπου αναφέρει 10 στην 40, που αυτό σημαίνει 10επι 10 =100 , επι 10.........βγαινει ενα απιστευτα μεγάλο νουμερο) . Οσο διαφέρουν οι φυσιογνωμίες μας, αλλο τόσο και παραπάνω ποικίλλουν οι εκφράσεις του εσωτερικού κόσμου μας.
Το ιδιο και οι απαντήσεις στα μεγάλα αυτά ερωτήματα. Αν ενας τρίτος μας δώσει τη μία "σωστή" δήθεν απάντησή του, θα καταστρέψει την ποικιλότητα και την προσωπικότητα των δικών μας απαντήσεων' των ιερών απαντήσεων που για τον καθένα μας επιφυλάσσει ο Θεός. Η υποτιθέμενη σοφία του όποιου σοφού θα συντρίψει την αλήθεια και την ελευθερία του Θεού μέσα μας.
Το μεγάλο λάθος ειναι να περιμένουμε την απάντηση απ έξω μας, απο τους άλλους. Ποιός σοφός; Ποιός φωτισμένος; Ποιός φιλόσοφος; Ποιός ασφαλισμένος στην ορθότητα των επιχειρημάτων του ιερέας γνωρίζει την απάντηση των τόσο προσωπικών μας "γιατί";
Η απάντηση μπορεί να ανιχνευθεί μόνο μέσα μας.
Ουτε στις ανάλογες δήθεν περιπτώσεις. Ουτε σε βαρύγδουπα βιβλία. Ουτε σε συνταγές παρηγοριάς και σοφίας. Η απάντηση δεν υπάρχει κάπου, δέν την ξέρει κάποιος. Η απάντηση γεννιέται μέσα μας. Η δική μας απάντηση ειναι το δώρο του Θεού.
Από το βιβλίο: «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός»
ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
Ο πόνος δεν ξυπνάει μόνο εμάς, αλλα γεννάει και την αγάπη στους γύρω μας. Προσπαθούν να μπούν στη θέση μας. Αγωνίζονται στον καιρό της ασφάλειας τους να μοιραστούν τα πιό ανεπιθύμητα γι αυτούς δικά μας αισθήματα. Και το κάνουν. Ο πόνος γεννά την υπομονή μας, ταυτόχρονα όμως γεννά και τον εξ αγάπης σύνδεσμο με τους αδελφούς μας. Ο πόνος γεννά την αλήθεια. Η συμπόνοια των άλλων τη φυτευει στη δική μας καρδιά. Εκει διακρτιτικά κρύβεται και η απάντηση.
Ετσι γεννιέται στην καρδιά η παρηγοριά, η γλύκα και η ανακούφιση της οποίας ειναι πολύ εντονότερες ως εμπειρίες απο το βάρος του πόνου.
Η απάντηση γεννιέται μέσα μας
Δυό γονείς, μας λέγουν οι επιστήμονες, μπορούν να κάνουν άπειρα διαφοριτικά παιδιά ( νομίζω ο Σεβασμιότατος καπου αναφέρει 10 στην 40, που αυτό σημαίνει 10επι 10 =100 , επι 10.........βγαινει ενα απιστευτα μεγάλο νουμερο) . Οσο διαφέρουν οι φυσιογνωμίες μας, αλλο τόσο και παραπάνω ποικίλλουν οι εκφράσεις του εσωτερικού κόσμου μας.
Το ιδιο και οι απαντήσεις στα μεγάλα αυτά ερωτήματα. Αν ενας τρίτος μας δώσει τη μία "σωστή" δήθεν απάντησή του, θα καταστρέψει την ποικιλότητα και την προσωπικότητα των δικών μας απαντήσεων' των ιερών απαντήσεων που για τον καθένα μας επιφυλάσσει ο Θεός. Η υποτιθέμενη σοφία του όποιου σοφού θα συντρίψει την αλήθεια και την ελευθερία του Θεού μέσα μας.
Το μεγάλο λάθος ειναι να περιμένουμε την απάντηση απ έξω μας, απο τους άλλους. Ποιός σοφός; Ποιός φωτισμένος; Ποιός φιλόσοφος; Ποιός ασφαλισμένος στην ορθότητα των επιχειρημάτων του ιερέας γνωρίζει την απάντηση των τόσο προσωπικών μας "γιατί";
Η απάντηση μπορεί να ανιχνευθεί μόνο μέσα μας.
Ουτε στις ανάλογες δήθεν περιπτώσεις. Ουτε σε βαρύγδουπα βιβλία. Ουτε σε συνταγές παρηγοριάς και σοφίας. Η απάντηση δεν υπάρχει κάπου, δέν την ξέρει κάποιος. Η απάντηση γεννιέται μέσα μας. Η δική μας απάντηση ειναι το δώρο του Θεού.
Από το βιβλίο: «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός»
ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
Τις θεός Μέγας ως ο Θεός ημών.