Re: Ο Γέροντας και η υπακοή
Δημοσιεύτηκε: Πέμ Φεβ 25, 2010 12:56 pm
Ἡ ἀξία τῆς ὑπακοῆς
Μαρτύριο – ἐλευθερία – ἀνάσταση
Ἔρχομαι τώρα στήν ἀντίστοιχη πρός τήν παραπάνω παράγραφο: Πῶς πρέπει νά εἶναι τά τέκνα πρός τόν Γέροντα; Πρέπει νά εἶναι ὑπάκουα. Εἴπαμε ὅτι τό κακό τῆς πτώσης ἔγκειται στήν ἀνυπακοή. Ἡ ὑπακοή λοιπόν εἶναι πορεία πρός τήν προπτωτική, τήν ἐδεμική κατάσταση. Ἡ μεγαλύτερη θυσία στόν Θεό πού μπορεῖ νά κάνει ἕνας πιστός εἶναι ἡ ὑπακοή στόν Γέροντά του. Καί θά ἐξηγήσω τό «Γιατί».
Ἡ καλύτερη προσφορά στόν Θεό εἶναι νά προσφέρω τό μεγαλύτερο, τό καλύτερο πού ἔχω· καί τό μεγαλύτερο δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἐλευθερία. Αὐτή τήν ἐλευθερία, πού δέν τῆς κάναμε καλή χρήση καί μᾶς παρέσυρε στήν θλιβερή πτώση, μέ τόν φόβο μάλιστα ὅτι θά μᾶς παρασύρει σέ συνεχεῖς πτώσεις, αὐτή τήν ἐλευθερία προσφέρουμε στόν Γέροντα καί ὑποτασσόμαστε μέ ὑπακοή σ᾽ αὐτόν.
Εἶναι δέ ἡ ὑπακοή σέ Γέροντα καί ἡ ἄσκηση γενικά, εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ μαρτυρίου τῆς Ἐκκλησίας τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων. «Οἱ χριστιανοί πάντοτε μαρτυροῦν», λέγει κάπου ὁ Χρυσόστομος. Ὅταν ἔπαυσαν οἱ διωγμοί, ἡ Ἐκκλησία βρῆκε ἄλλον τρόπο μαρτυρίου: Τήν ἄσκηση· καί ἡ ἄσκηση τῆς ὑπακοῆς εἶναι μαρτύριο. «Μαρτύριον ἡ ὑπακοή», λέγουν τά Γεροντικά ἀποφθέγματα.(*13) Εἶναι «μνῆμα θελήσεως», λέγει γι᾽ αὐτήν ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος (Λόγος δ΄, γ΄).
Ἀλλά θά πῶ τώρα τό ἀντίθετο καί θά ἀποδείξω πῶς συμβιβάζεται μέ τό προηγούμενο: Δέν εἶναι καταδούλωση ἡ ὑπακοή· εἶναι ἐλευθερία. Δέν εἶναι «μνῆμα», δηλαδή ταφή· εἶναι ἀνάσταση.
Ὡς ἑξῆς περιγράφει ὁ Ντοστογιέφσκυ, μέ τό στόμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ, στούς Ἀδελφούς Καραμάζωφ, τήν ἐλευθερία τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του:
«Ζοῦν μόνο γιά νά ζηλεύουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, γιά χλιδή κι ἐπίδειξη. Θεωροῦν τόσο ἀπαραίτητα τά γεύματα, τ᾽ ἁμάξια, τ᾽ ἀξιώματα καί τούς δούλους, γιά νά τούς ὑπηρετοῦν, πού εἶναι ἕτοιμοι νά θυσιάσουν γιά ὅλ᾽ αὐτά ἀκόμα καί τήν ζωή τους, τήν τιμή τους, τ᾽ ἀνθρώπινα αἰσθήματά τους. Φτάνουν μάλιστα νά καταλήξουν καί στήν αὐτοκτονία, ὅταν δέν μποροῦν νά κορέσουν τίς ἐπιθυμίες τους. Τό ἴδιο κάνουν κι ὅσοι δέν εἶναι πλούσιοι. Γιατί οἱ φτωχοί τό ρίχνουν στό κρασί, γιά νά ξεχάσουν τό ἀνικανοποίητο καί τήν ζήλεια τους. Μά σύντομα θά πιοῦν αἷμα ἀντί γιά κρασί.
Καί σᾶς ρωτῶ: Εἶναι ἐλεύθερος ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος;»
(Ἀδελφοί Καραμάζωφ, Μέρ. Β΄ βιβλ. ΣΤ΄ κ. 3).
Αὐτό δέν εἶναι ἐλευθερία· αὐτό εἶναι δουλεία στά πάθη. Ὅποιος ὅμως ὑπακούει σέ Γέροντα, πού εἶναι ὁ νοητός Μωυσῆς, ὁ ὁποῖος τόν βγάζει ἀπό τήν Αἴγυπτο τῶν παθῶν, ἐλευθερώνεται ἀπό τά πάθη, δέν κυριαρχεῖται ἀπό αὐτά, τά πατάει, τά βάζει σέ μνῆμα, καί αὐτός ἐγείρεται ἀναστημένος ἀπό τήν σπηλιά τους, ὅπου ἦταν πρῶτα θαμμένος. Ἡ ὑπακοή στόν Γέροντα εἶναι ἀνυπακοή στόν διάβολο, εἶναι ταφή τῶν παθῶν καί ἀνάσταση ἀρετῶν. Γι᾽ αὐτό, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει ὅτι ἡ ὑπακοή εἶναι «μνῆμα θελήσεως», ἀμέσως παρακάτω λέγει ὅτι αὐτή εἶναι «ἔγερσις ταπεινώσεως».
Στούς Ἀδελφούς Καραμάζωφ ὁ Ντοστογιέφσκυ μιλάει πάλι γιά τόν μοναχό Ἀλιόσα, πού πῆγε καί βρῆκε τόν στάρετς Ζωσιμᾶ κι ἀφοσιώθηκε σ᾽ αὐτόν, μένοντας μαζί του στό ἴδιο κελλί. Ὑπέταξε τήν θέλησή του στήν θέληση τοῦ Γέροντά του. Ἔγινε δοῦλος του, γιά ν᾽ ἀποκτήσει τήν ἀπόλυτη ἐλευθερία, τήν ἐλευθερία ἀπό τόν ἑαυτό του (Μερ. Α΄ βιβλ. 1 κ. 5).
Ἄν τώρα ἡ ὑπακοή στόν Γέροντα φαίνεται «μαρτύριο», αὐτό συμβαίνει στόν ἀρχάριο, πού ζεῖ ἀκόμα στά πάθη του καί πόθησε μέν νά ζήσει τήν ζωή τοῦ Πνεύματος, δέν τοῦ εἶναι ὅμως εὔκολη, στήν ἀρχή τοὐλάχιστον, ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τά «ἀγαπητά» του πάθη, πού καλεῖται τώρα νά τά σφάξει στό βωμό τῆς
ὑπακοῆς. Ὅταν ὅμως σιγά-σιγά παίρνει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ ψυχή του καί γνωρίζει τήν νέα ζωή πόσο γλυκειά εἶναι, τότε ἀλλάζουν τά «γοῦστα» του – ἄς τό πῶ ἔτσι –· καί ἐκεῖνο πού φαινόταν δύσκολο στήν ἀρχή, τώρα ἔγινε εὔκολο· καί ὄχι μόνον εὔκολο, ἀλλά καί ἐπιθυμητό.(*14)
---------------------------------------------------------------------------------------------------
(*13). Ἡ νέκρωση τοῦ ἰδίου θελήματος ἀποτελεῖ τήν νέα μορφή σταυροῦ καί μαρτυρίου κατά τήν περίοδο τῆς εἰρήνης: «Ἐν καιρῷ βαθείας καί τελείας εἰρήνης οὐδέν ἕτερον ἐπληροφορήθημεν εἶναι σταυρόν καί θάνατον, εἰ μή τήν παντελῆ τοῦ ἰδίου θελήματος νέκρωσιν» (Συμεών ὁ νέος Θεολόγος Κατ. 20). Ἡ ὁλοκληρωτική ἀπάρνηση τοῦ οἰκείου θελήματος, βασιζόμενη στήν ταπείνωση, λογίζεται ὑπό τοῦ Κυρίου ὡς «μαρτύριο» (Συμεών ὁ νέος Θεολόγος Ὕμν. 55).
(*14). «Ἀρχή μέν νεκρώσεως καί μέλους σώματος καί ψυχῆς θελήματος πόνος· μεσότης δέ, ποτέ μέν πόνος, ποτέ δέ ἀπονία· τέλος δέ, ἀκινησία λοιπόν καί ἀναισθησία πόνου» (Κλῖμαξ Ἰωάννου, περί ὑπακοῆς ε΄).
Μιά ψυχή στήν ἀρχή, πού ἔνιωθε ἐμπαθής, ἔλεγε στόν Χριστό: «Ὅλα γιά τό “ἐγώ” μου καί τίποτε
δικό Σου». Ἀργότερα ὅμως προόδευσε λίγο πνευματικά καί εἶπε: «Τά πιό πολλά γιά τό “ἐγώ” μου καί
λίγα δικά Σου». Προόδευσε ἀκόμη περισσότερο καί εἶπε: «Μισά γιά τό “ἐγώ” μου καί μισά δικά Σου». Ἀργότερα εἶπε: «Λιγώτερα γιά τό “ἐγώ” μου καί τά πιό πολλά δικά Σου». Καί, τέλος, ἔφτασε νά πεῖ: «Τίποτα γιά τό “ἐγώ” μου καί ὅλα δικά Σου».
Μαρτύριο – ἐλευθερία – ἀνάσταση
Ἔρχομαι τώρα στήν ἀντίστοιχη πρός τήν παραπάνω παράγραφο: Πῶς πρέπει νά εἶναι τά τέκνα πρός τόν Γέροντα; Πρέπει νά εἶναι ὑπάκουα. Εἴπαμε ὅτι τό κακό τῆς πτώσης ἔγκειται στήν ἀνυπακοή. Ἡ ὑπακοή λοιπόν εἶναι πορεία πρός τήν προπτωτική, τήν ἐδεμική κατάσταση. Ἡ μεγαλύτερη θυσία στόν Θεό πού μπορεῖ νά κάνει ἕνας πιστός εἶναι ἡ ὑπακοή στόν Γέροντά του. Καί θά ἐξηγήσω τό «Γιατί».
Ἡ καλύτερη προσφορά στόν Θεό εἶναι νά προσφέρω τό μεγαλύτερο, τό καλύτερο πού ἔχω· καί τό μεγαλύτερο δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἐλευθερία. Αὐτή τήν ἐλευθερία, πού δέν τῆς κάναμε καλή χρήση καί μᾶς παρέσυρε στήν θλιβερή πτώση, μέ τόν φόβο μάλιστα ὅτι θά μᾶς παρασύρει σέ συνεχεῖς πτώσεις, αὐτή τήν ἐλευθερία προσφέρουμε στόν Γέροντα καί ὑποτασσόμαστε μέ ὑπακοή σ᾽ αὐτόν.
Εἶναι δέ ἡ ὑπακοή σέ Γέροντα καί ἡ ἄσκηση γενικά, εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ μαρτυρίου τῆς Ἐκκλησίας τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων. «Οἱ χριστιανοί πάντοτε μαρτυροῦν», λέγει κάπου ὁ Χρυσόστομος. Ὅταν ἔπαυσαν οἱ διωγμοί, ἡ Ἐκκλησία βρῆκε ἄλλον τρόπο μαρτυρίου: Τήν ἄσκηση· καί ἡ ἄσκηση τῆς ὑπακοῆς εἶναι μαρτύριο. «Μαρτύριον ἡ ὑπακοή», λέγουν τά Γεροντικά ἀποφθέγματα.(*13) Εἶναι «μνῆμα θελήσεως», λέγει γι᾽ αὐτήν ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος (Λόγος δ΄, γ΄).
Ἀλλά θά πῶ τώρα τό ἀντίθετο καί θά ἀποδείξω πῶς συμβιβάζεται μέ τό προηγούμενο: Δέν εἶναι καταδούλωση ἡ ὑπακοή· εἶναι ἐλευθερία. Δέν εἶναι «μνῆμα», δηλαδή ταφή· εἶναι ἀνάσταση.
Ὡς ἑξῆς περιγράφει ὁ Ντοστογιέφσκυ, μέ τό στόμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ, στούς Ἀδελφούς Καραμάζωφ, τήν ἐλευθερία τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του:
«Ζοῦν μόνο γιά νά ζηλεύουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, γιά χλιδή κι ἐπίδειξη. Θεωροῦν τόσο ἀπαραίτητα τά γεύματα, τ᾽ ἁμάξια, τ᾽ ἀξιώματα καί τούς δούλους, γιά νά τούς ὑπηρετοῦν, πού εἶναι ἕτοιμοι νά θυσιάσουν γιά ὅλ᾽ αὐτά ἀκόμα καί τήν ζωή τους, τήν τιμή τους, τ᾽ ἀνθρώπινα αἰσθήματά τους. Φτάνουν μάλιστα νά καταλήξουν καί στήν αὐτοκτονία, ὅταν δέν μποροῦν νά κορέσουν τίς ἐπιθυμίες τους. Τό ἴδιο κάνουν κι ὅσοι δέν εἶναι πλούσιοι. Γιατί οἱ φτωχοί τό ρίχνουν στό κρασί, γιά νά ξεχάσουν τό ἀνικανοποίητο καί τήν ζήλεια τους. Μά σύντομα θά πιοῦν αἷμα ἀντί γιά κρασί.
Καί σᾶς ρωτῶ: Εἶναι ἐλεύθερος ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος;»
(Ἀδελφοί Καραμάζωφ, Μέρ. Β΄ βιβλ. ΣΤ΄ κ. 3).
Αὐτό δέν εἶναι ἐλευθερία· αὐτό εἶναι δουλεία στά πάθη. Ὅποιος ὅμως ὑπακούει σέ Γέροντα, πού εἶναι ὁ νοητός Μωυσῆς, ὁ ὁποῖος τόν βγάζει ἀπό τήν Αἴγυπτο τῶν παθῶν, ἐλευθερώνεται ἀπό τά πάθη, δέν κυριαρχεῖται ἀπό αὐτά, τά πατάει, τά βάζει σέ μνῆμα, καί αὐτός ἐγείρεται ἀναστημένος ἀπό τήν σπηλιά τους, ὅπου ἦταν πρῶτα θαμμένος. Ἡ ὑπακοή στόν Γέροντα εἶναι ἀνυπακοή στόν διάβολο, εἶναι ταφή τῶν παθῶν καί ἀνάσταση ἀρετῶν. Γι᾽ αὐτό, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει ὅτι ἡ ὑπακοή εἶναι «μνῆμα θελήσεως», ἀμέσως παρακάτω λέγει ὅτι αὐτή εἶναι «ἔγερσις ταπεινώσεως».
Στούς Ἀδελφούς Καραμάζωφ ὁ Ντοστογιέφσκυ μιλάει πάλι γιά τόν μοναχό Ἀλιόσα, πού πῆγε καί βρῆκε τόν στάρετς Ζωσιμᾶ κι ἀφοσιώθηκε σ᾽ αὐτόν, μένοντας μαζί του στό ἴδιο κελλί. Ὑπέταξε τήν θέλησή του στήν θέληση τοῦ Γέροντά του. Ἔγινε δοῦλος του, γιά ν᾽ ἀποκτήσει τήν ἀπόλυτη ἐλευθερία, τήν ἐλευθερία ἀπό τόν ἑαυτό του (Μερ. Α΄ βιβλ. 1 κ. 5).
Ἄν τώρα ἡ ὑπακοή στόν Γέροντα φαίνεται «μαρτύριο», αὐτό συμβαίνει στόν ἀρχάριο, πού ζεῖ ἀκόμα στά πάθη του καί πόθησε μέν νά ζήσει τήν ζωή τοῦ Πνεύματος, δέν τοῦ εἶναι ὅμως εὔκολη, στήν ἀρχή τοὐλάχιστον, ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τά «ἀγαπητά» του πάθη, πού καλεῖται τώρα νά τά σφάξει στό βωμό τῆς
ὑπακοῆς. Ὅταν ὅμως σιγά-σιγά παίρνει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ ψυχή του καί γνωρίζει τήν νέα ζωή πόσο γλυκειά εἶναι, τότε ἀλλάζουν τά «γοῦστα» του – ἄς τό πῶ ἔτσι –· καί ἐκεῖνο πού φαινόταν δύσκολο στήν ἀρχή, τώρα ἔγινε εὔκολο· καί ὄχι μόνον εὔκολο, ἀλλά καί ἐπιθυμητό.(*14)
---------------------------------------------------------------------------------------------------
(*13). Ἡ νέκρωση τοῦ ἰδίου θελήματος ἀποτελεῖ τήν νέα μορφή σταυροῦ καί μαρτυρίου κατά τήν περίοδο τῆς εἰρήνης: «Ἐν καιρῷ βαθείας καί τελείας εἰρήνης οὐδέν ἕτερον ἐπληροφορήθημεν εἶναι σταυρόν καί θάνατον, εἰ μή τήν παντελῆ τοῦ ἰδίου θελήματος νέκρωσιν» (Συμεών ὁ νέος Θεολόγος Κατ. 20). Ἡ ὁλοκληρωτική ἀπάρνηση τοῦ οἰκείου θελήματος, βασιζόμενη στήν ταπείνωση, λογίζεται ὑπό τοῦ Κυρίου ὡς «μαρτύριο» (Συμεών ὁ νέος Θεολόγος Ὕμν. 55).
(*14). «Ἀρχή μέν νεκρώσεως καί μέλους σώματος καί ψυχῆς θελήματος πόνος· μεσότης δέ, ποτέ μέν πόνος, ποτέ δέ ἀπονία· τέλος δέ, ἀκινησία λοιπόν καί ἀναισθησία πόνου» (Κλῖμαξ Ἰωάννου, περί ὑπακοῆς ε΄).
Μιά ψυχή στήν ἀρχή, πού ἔνιωθε ἐμπαθής, ἔλεγε στόν Χριστό: «Ὅλα γιά τό “ἐγώ” μου καί τίποτε
δικό Σου». Ἀργότερα ὅμως προόδευσε λίγο πνευματικά καί εἶπε: «Τά πιό πολλά γιά τό “ἐγώ” μου καί
λίγα δικά Σου». Προόδευσε ἀκόμη περισσότερο καί εἶπε: «Μισά γιά τό “ἐγώ” μου καί μισά δικά Σου». Ἀργότερα εἶπε: «Λιγώτερα γιά τό “ἐγώ” μου καί τά πιό πολλά δικά Σου». Καί, τέλος, ἔφτασε νά πεῖ: «Τίποτα γιά τό “ἐγώ” μου καί ὅλα δικά Σου».