Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης
Συντονιστής: Συντονιστές
-
konstantinoupolitis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1080
- Εγγραφή: Τετ Ιαν 17, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: Μακεδονία
Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης
Μιας και ήταν Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης προσκαλώ τους διαδικτυακούς συνδαιτημόνες του site να γράψουν ή απλώς να δημοσιεύσουν κάποιο ποίημα, δικό τους ή κάποιου τρίτου, που κατα την γνώμη τους αξίζει ή έστω υπάρχει κάποιος λόγος για να "ανεβεί" εδώ.
Κωνσταντίνος
Κωνσταντίνος
-
konstantinoupolitis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1080
- Εγγραφή: Τετ Ιαν 17, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: Μακεδονία
Κώστα Τριπολίτη
Επιβάτης
Επιβάτης στην εξουσία αυτού του κράτους
που τα κάγκελά του χτίζει
υπογράφοντας θανάτους.
Επιβάτης στην υστερία αυτού του τόπου
που τα κόκαλα τσακίζει
και τα όνειρα του ανθρώπου.
Έβγαλα εισιτήριο
στο γήπεδο και στο νοσοκομείο
έβγαλα εισιτήριο στο κρατητήριο.
Έβγαλα εισιτήριο
σαν επιβάτης…
στη χώρα αυτή που τρώει τα παιδιά της.
Επιβάτης στην υποψία αυτή του πλήθους
που ζωές υποστηρίζει
ανατρέποντας τους μύθους.
Επιβάτης στη γεωγραφία αυτού του τόπου
που νεκρούς υπερασπίζει
στις φωτιές της λεωφόρου.
Επιβάτης
Επιβάτης στην εξουσία αυτού του κράτους
που τα κάγκελά του χτίζει
υπογράφοντας θανάτους.
Επιβάτης στην υστερία αυτού του τόπου
που τα κόκαλα τσακίζει
και τα όνειρα του ανθρώπου.
Έβγαλα εισιτήριο
στο γήπεδο και στο νοσοκομείο
έβγαλα εισιτήριο στο κρατητήριο.
Έβγαλα εισιτήριο
σαν επιβάτης…
στη χώρα αυτή που τρώει τα παιδιά της.
Επιβάτης στην υποψία αυτή του πλήθους
που ζωές υποστηρίζει
ανατρέποντας τους μύθους.
Επιβάτης στη γεωγραφία αυτού του τόπου
που νεκρούς υπερασπίζει
στις φωτιές της λεωφόρου.
-
konstantinoupolitis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1080
- Εγγραφή: Τετ Ιαν 17, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: Μακεδονία
ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ(1995)
(γραμμένο με αφορμή τους βομβαρδισμούς στη Βοσνία και γενικά την Γιουγκοσλαβία)
Πάλι θα δεις,
ταπεινωμένα τα μπουλούκια των ανθρώπων,
να χαιρετάνε πια στερνά
τις γειτονιές που ζήσανε μαζί για χρόνια αμέτρητα.
Μέσα στις λάσπες και το θάνατο γυρίζουν,
κι ο αγέρας γύρω τους βαρύς και ακατέβατος,
της προσφυγιάς το χώμα, γράμμα από τον ίδιο κουρελόχαρτο.
Ο ήχος του Καλάσνικωφ
Φαντάζει στους νεκρούς σαν Κυριακάτικη καμπάνα.
Αλίμονο στους ζωντανούς που θα πεθάνουν,
τους πρέπει μια Σταύρωση χωρίς Κρανίου Τόπο.
«Κι΄ο σπόρος του πολέμου μην ξεχνάς πως δεν γνωρίζεις που χτυπά και που θερίζεται.(Δόξης Άγγελος «Χαϊδάρι»)»
Και ο καθένας από μας
ανήμπορος σε μια γωνιά,
θα περιμένει τη σειρά του ξορκίζοντας της μοίρας του το κάλεσμα.
Τα νέα που μας έρχονται το λένε καθαρά.
Η φλόγα ξεπηδά από πατρίδα σε πατρίδα σα μετάσταση.
Με εγώ τα μάτια σου κοιτώ που μ΄αναστένουν !
Και όλοι θαρρώ πως κάπως έτσι λησμονιούνται,
κι΄όλο λένε: «Ποιος το ξέρει, του καθενός το ριζικό στ΄αλήθεια ποιος το ξέρει.»
(γραμμένο με αφορμή τους βομβαρδισμούς στη Βοσνία και γενικά την Γιουγκοσλαβία)
Πάλι θα δεις,
ταπεινωμένα τα μπουλούκια των ανθρώπων,
να χαιρετάνε πια στερνά
τις γειτονιές που ζήσανε μαζί για χρόνια αμέτρητα.
Μέσα στις λάσπες και το θάνατο γυρίζουν,
κι ο αγέρας γύρω τους βαρύς και ακατέβατος,
της προσφυγιάς το χώμα, γράμμα από τον ίδιο κουρελόχαρτο.
Ο ήχος του Καλάσνικωφ
Φαντάζει στους νεκρούς σαν Κυριακάτικη καμπάνα.
Αλίμονο στους ζωντανούς που θα πεθάνουν,
τους πρέπει μια Σταύρωση χωρίς Κρανίου Τόπο.
«Κι΄ο σπόρος του πολέμου μην ξεχνάς πως δεν γνωρίζεις που χτυπά και που θερίζεται.(Δόξης Άγγελος «Χαϊδάρι»)»
Και ο καθένας από μας
ανήμπορος σε μια γωνιά,
θα περιμένει τη σειρά του ξορκίζοντας της μοίρας του το κάλεσμα.
Τα νέα που μας έρχονται το λένε καθαρά.
Η φλόγα ξεπηδά από πατρίδα σε πατρίδα σα μετάσταση.
Με εγώ τα μάτια σου κοιτώ που μ΄αναστένουν !
Και όλοι θαρρώ πως κάπως έτσι λησμονιούνται,
κι΄όλο λένε: «Ποιος το ξέρει, του καθενός το ριζικό στ΄αλήθεια ποιος το ξέρει.»
-
konstantinoupolitis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1080
- Εγγραφή: Τετ Ιαν 17, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: Μακεδονία
Άλκη Αλκαίου
ΠΙΡΟΓΑ
Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις
Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου 'φερα απ' τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρεις να σ' αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου
Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ' ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαν Αντιγόνη
Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι
ΠΙΡΟΓΑ
Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις
Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου 'φερα απ' τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρεις να σ' αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου
Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ' ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαν Αντιγόνη
Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι
-
konstantinoupolitis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1080
- Εγγραφή: Τετ Ιαν 17, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: Μακεδονία
Νίκου Καββαδία
Εσμεράλδα
Στον Γιώργο Σεφέρη
Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Cabes.
Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κ' ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ' το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.
Ο παπαγάλος σου 'στειλε στερνή φορά το «γεια σου»
κι απάντησε απ' το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.
Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «Σε προδίνω»,
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το 'πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;
Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε εκείνα τα σπαθιά του λόγου που μ' αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.
Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.
Εσμεράλδα
Στον Γιώργο Σεφέρη
Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Cabes.
Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κ' ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ' το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.
Ο παπαγάλος σου 'στειλε στερνή φορά το «γεια σου»
κι απάντησε απ' το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.
Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «Σε προδίνω»,
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το 'πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;
Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε εκείνα τα σπαθιά του λόγου που μ' αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.
Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.
-
konstantinoupolitis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1080
- Εγγραφή: Τετ Ιαν 17, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: Μακεδονία
Οδυσσέα Ελύτη
ΣΠΟΡΑΔΕΣ
ΕΛΕΝΗ
Απο τους "Προσανατολισμούς"
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια
ο καιρός
Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές
ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε - σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη -
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.
Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
Μια που υπάρχει άλλου ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ' αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ένα θολό συναίσθημα
Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν
κι απομακρύνονται
Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως
Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα
του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα
και λόγια
Λόγια όχι σαν τ' αλλά μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους προορισμόν:
Εσένα!
ΣΠΟΡΑΔΕΣ
ΕΛΕΝΗ
Απο τους "Προσανατολισμούς"
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια
ο καιρός
Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές
ναυάγησαν στα σύννεφα
Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε - σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη -
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.
Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη
Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις
Μια που υπάρχει άλλου ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη
Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας
Μια που υπάρχει αλλού
Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο
Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ' αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής
Ένα θολό συναίσθημα
Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν
κι απομακρύνονται
Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας
Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου
Το φως στον άσπιλο ουρανό
Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική
Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα
Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός
Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση
Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως
Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη
Που δε βλέπει τίποτε
Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα
του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα
και λόγια
Λόγια όχι σαν τ' αλλά μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους προορισμόν:
Εσένα!
-
konstantinoupolitis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1080
- Εγγραφή: Τετ Ιαν 17, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: Μακεδονία
ΔΕΥΤΕΡΑ ΒΡΑΔΥ
Την λάμψη του ήλιου καθρεφτίζεις στο βλέμμα σου,
την μέρα σαν παιδί που τον προσμένει για να τρέξει στους δρόμους
την νύχτα αντλώντας τον αντικατοπτρισμό του φεγγαριού
κι΄όταν ασέληνο είναι το στερέωμα, σαν ορφανό,
φωτίζεις απ΄τους πόθους σου καθάριο λευκό
Ανάσταση ζητάς μα κι΄ανάσταση είσαι
σαν και χθες σε θυμάμαι μέρα Μαγιού
λουσμένη στις ακτίνες, Πλατεία Αριστοτέλους, Ιανός
με το μαύρο των μαλλιών σου αντίθεση και χάρη
με την σκέψη σου στεφάνι μα και πρόσκληση μαζί
Σήμερα το βράδυ της Δευτέρας σου γράφω
με τα ίδια τα χέρια που δειλά σε ζυγώνουν
τυλιγμένα τα δάχτυλα αγγίζουν τις ψυχές
χαρίζοντας την γαλήνη, μα και μεταδίδοντας την αμηχανία
αίνιγμα ακόμα ο κόσμος σου που ζητώ να ανακαλύψω
Ιχνηλάτες στον κόσμο οι άνθρωποι γυρεύουν την αγάπη
οι περισσότεροι χαμένοι στους λαβύρινθους της πόλης
γυρεύοντας το όνειρο κι΄ας κόπηκε ο μίτος
κυριευμένοι στην αρχή που ποθούν να κατακτήσουν
ιχνηλάτης και΄γω στην ψυχή σου που μ΄ έλκει
Αν ήσουν αέρας θα γινόμουν πουλί
ήδη έγινα σύννεφο για να μου αλλάζεις το χρώμα
κόκκινο το χρώμα της φωτιάς που σου ταιριάζει
γαλάζιο το απέραντο στη Σάνη που αντικρύσαμε
είναι στιγμές που τίποτε δεν θέλω να σκέφτομαι
παρά μόνο το πώς θα σε προσέχω
Την λάμψη του ήλιου καθρεφτίζεις στο βλέμμα σου,
την μέρα σαν παιδί που τον προσμένει για να τρέξει στους δρόμους
την νύχτα αντλώντας τον αντικατοπτρισμό του φεγγαριού
κι΄όταν ασέληνο είναι το στερέωμα, σαν ορφανό,
φωτίζεις απ΄τους πόθους σου καθάριο λευκό
Ανάσταση ζητάς μα κι΄ανάσταση είσαι
σαν και χθες σε θυμάμαι μέρα Μαγιού
λουσμένη στις ακτίνες, Πλατεία Αριστοτέλους, Ιανός
με το μαύρο των μαλλιών σου αντίθεση και χάρη
με την σκέψη σου στεφάνι μα και πρόσκληση μαζί
Σήμερα το βράδυ της Δευτέρας σου γράφω
με τα ίδια τα χέρια που δειλά σε ζυγώνουν
τυλιγμένα τα δάχτυλα αγγίζουν τις ψυχές
χαρίζοντας την γαλήνη, μα και μεταδίδοντας την αμηχανία
αίνιγμα ακόμα ο κόσμος σου που ζητώ να ανακαλύψω
Ιχνηλάτες στον κόσμο οι άνθρωποι γυρεύουν την αγάπη
οι περισσότεροι χαμένοι στους λαβύρινθους της πόλης
γυρεύοντας το όνειρο κι΄ας κόπηκε ο μίτος
κυριευμένοι στην αρχή που ποθούν να κατακτήσουν
ιχνηλάτης και΄γω στην ψυχή σου που μ΄ έλκει
Αν ήσουν αέρας θα γινόμουν πουλί
ήδη έγινα σύννεφο για να μου αλλάζεις το χρώμα
κόκκινο το χρώμα της φωτιάς που σου ταιριάζει
γαλάζιο το απέραντο στη Σάνη που αντικρύσαμε
είναι στιγμές που τίποτε δεν θέλω να σκέφτομαι
παρά μόνο το πώς θα σε προσέχω
-
konstantinoupolitis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1080
- Εγγραφή: Τετ Ιαν 17, 2007 6:00 am
- Τοποθεσία: Μακεδονία
Κωνσταντίνος Καβάφης
Δεκέμβρης 1903
Κι αν για τον έρωτα μου δεν μπορώ να πω
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια
Όμως το πρόσωπο σου που κρατάω μες την ψυχή μου
ο ήχος της φωνής σου που κρατάω μες το μυαλό μου
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρα μου
ταις λέξεις και ταις πράξεις πλάθουν και χρωματίζουν
σ’ όποιο θέμα κι αν περνώ, όποια ιδέα κι αν λέγω
Δεκέμβρης 1903
Κι αν για τον έρωτα μου δεν μπορώ να πω
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια
Όμως το πρόσωπο σου που κρατάω μες την ψυχή μου
ο ήχος της φωνής σου που κρατάω μες το μυαλό μου
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρα μου
ταις λέξεις και ταις πράξεις πλάθουν και χρωματίζουν
σ’ όποιο θέμα κι αν περνώ, όποια ιδέα κι αν λέγω