Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα

Καθημερινά πνευματικά μηνύματα.

Συντονιστής: Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα

Δημοσίευση από fotis »

Να μην κρίνουμε τους άλλους από αυτό που βλέπουμε. Γέροντας Κλεόπα Ηλίε


Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα Α’

Να μην κρίνουμε τους άλλους από αυτό που βλέπουμε

Την ημέρα της Κρίσεως, όταν ο Θεός θα κρίνει τους ανθρώπους, δε θα κοιτάξει ούτε τα βασιλικά στέμματα, ούτε τα υψηλά αξιώματα. Θα ζητήσει να εξετάσει τις καρδιές μας. Και τότε, οι πιο ταπεινοί άνθρωποι, ο φτωχός χωριάτης, ο «καραβοτσακισμένος» από τα βάσανα της ζωής άνθρωπος, ο αγράμματος τσοπάνης, ο φυλακισμένος, ο ξενιτεμένος, ο ασθενής, η δυστυχισμένη χήρα, που κάθεται μαζί με τα παιδιά της μέσα στη φτώχια και τη δυστυχία, γιατί κανείς δεν τους ανοίγει την πόρτα, όλοι αυτοί, αν σήμερα προσεύχονται με δάκρυα στο Θεό, κατά την ημέρα της Κρίσεως θα είναι ανώτεροι από όλους τους ηγεμόνες του κόσμου, τους σημερινούς και τους αυριανούς.
Κάποια μέρα λοιπόν ένας μεγάλος και ένδοξος βασιλιάς έτρεχε στο δρόμο μέσα στη χρυσή του άμαξα, περιστοιχισμένος από τους αυλικούς του. Κι εκεί που πήγαιναν όλοι μαζί, συνάντησαν σε μια γωνιά του δρόμου δύο άνδρες με σκισμένα, βρόμικα ρούχα και πρόσωπα μαραμένα από την άσκηση. Ο βασιλιάς κατάλαβε αμέσως πως επρόκειτο για αγίους ανθρώπους του Θεού, που το σώμα τους είχε λιώσει από τη νηστεία, τους ασκητικούς αγώνες και την αϋπνία, ενώ η ψυχή τους έλαμπε από το φως του Θεού. Σταμάτησε λοιπόν αμέσως, κατέβηκε από την άμαξα και έπεσε γονατιστός στα πόδια τους, κάνοντας μετάνοιες. Στη συνέχεια σηκώθηκε και ασπάστηκε το χέρι τους με σεβασμό.
Οι αυλικοί του όμως, δε χάρηκαν καθόλου με αυτό που είδαν. Όλη την ώρα μουρμούριζαν:
-Δες εδώ… Είναι σωστό τώρα αυτό; Ένας ολόκληρος βασιλιάς, και τόσο ένδοξος μάλιστα, να φέρεται έτσι;
-Άκουσον, άκουσον. Να πέσει στα πόδια των ζητιάνων! Πώ πώ ντροπή…
Δεν τολμούσαν όμως να πουν τίποτα στον ίδιο, αλλά πήγαν στον αδελφό του:
-Θα σε παρακαλέσουμε να πεις στο βασιλιά μας, άλλη φορά να μην εξευτελίσει έτσι τη φήμη και το βασιλικό του στέμμα! Αυτό κι αυτό έκανε στο δρόμο που πηγαίναμε…
Κι εκείνος ο καημένος κάποια στιγμή το μετέφερε στον αδελφό του, ο οποίος όμως τον κατσάδιασε για την απερισκεψία και την ανοησία του και τον έδιωξε κακήν κακώς από κοντά του.
Ξέχασα να σας πω ότι ο βασιλιάς αυτός είχε τη συνήθεια, όταν επρόκειτο να τιμωρήσει κάποιον με θάνατο, να στέλνει έξω από το σπίτι του έναν αγγελιαφόρο, για να τον ειδοποιεί με τη σάλπιγγα. Έτσι όποιος άκουγε τον ήχο της σάλπιγγας έξω από την πόρτα του γνώριζε ότι την επόμενη μέρα δε θα ζούσε.
Όταν λοιπόν βράδιασε, ο βασιλιάς έστειλε τον αγγελιαφόρο με τη σάλπιγγα να σαλπίσει έξω από την πόρτα του αδελφού του. Μόλις εκείνος άκουσε τη σάλπιγγα του θανάτου, τρομοκρατήθηκε. Όλη τη νύχτα την πέρασε ξάγρυπνος, μέσα στην αγωνία και την απελπισία! Και ταυτόχρονα, προσπάθησε όπως όπως να τακτοποιήσει όλα τα θέματα του σπιτιού του, ώστε να είναι έτοιμος για ό,τι θα ακολουθούσε.
Όταν ξημέρωσε, φόρεσε όπως και όλα τα μέλη της οικογένειάς του – η γυναίκα και τα παιδιά του – μαύρα, πένθιμα ρούχα κι αμέσως μετά πήγε στον αδελφό του το βασιλιά, κλαίγοντας και στενάζοντας για το τρομερό κακό που τον περίμενε.
Μόλις τον είδε ο βασιλιάς να κλαίει έτσι, τον κάλεσε ιδιαιτέρως, σε κάποιο δωμάτιο.
-Βρε άνθρωπε ανόητε και απερίσκεπτε! του είπε. Εάν εσύ φοβήθηκες τόσο πολύ από τη σάλπιγγα του θανάτου και τον αδελφό σου, που είναι άνθρωπος σαν και σένα και που απέναντί του σε τίποτα δεν έσφαλες ούτε είσαι ένοχος για κάτι, πώς μπόρεσες να κατηγορήσεις εμένα, που ασπάστηκα με ταπείνωση τους αγγελιαφόρους του Θεού μου; Εκείνοι, βρε, μου υπενθυμίζουν τον θάνατο και τη φοβερή κρίση του Θεού, πολύ περισσότερο από όσο η σάλπιγγα αυτή! Διότι άνθρωπος είμαι κι εγώ κι έχω κάνει πολλά λάθη στη ζωή μου και μεγάλες αμαρτίες ενώπιον του Θεού. Ησύχασε λοιπόν. Μόνο την ανοησία σου ήθελα να σου δείξω και γι’ αυτό σε τρόμαξα με τη σάλπιγγα.
-Συγχώρεσε σε με, αδελφέ μου, που τόσο απερίσκεπτα σε κατέκρινα, του απάντησε ανακουφισμένος εκείνος.
-Εντάξει, αδελφέ μου, σε συγχωρώ. Αλλά σε λίγο θα διαπιστώσεις και μόνος σου την ανοησία εκείνων που σε παρακίνησαν να έρθεις και να μου πεις αυτά τα πράγματα.
Και αφού με τον τρόπο αυτό τον καθησύχασε και τον συνέτισε, τον άφησε να πάει στο σπίτι του. Κατόπιν πρόσταξε τους τεχνίτες του να φτιάξουν τέσσερα ξύλινα κιβώτια. Τα δύο από αυτά τους είπε και τα κάλυψαν ολόκληρα με φύλλα χρυσού, τα γέμισαν με δυσώδη οστά και τα σκέπασαν με επίχρυσο καπάκι.
Τα άλλα δύο τα άλειψαν εξωτερικά με πίσσα, τα γέμισαν με πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια και άλλα πολύτιμα αντικείμενα και αρώματα και τα τύλιξαν με ένα τρίχινο πλεκτό από μαλλί γίδας.
Ύστερα κάλεσε τους άρχοντες και τους φίλους τους, εκείνους δηλαδή που τον είχαν κατακρίνει, επειδή γονάτισε μπροστά στους ανθρώπους του Θεού. Έβαλε λοιπόν μπροστά τους όλα τα κιβώτια και τους ζήτησε να εκτιμήσουν την αξία αυτών που ήταν επικαλυμμένα με φύλλα χρυσού και των άλλων, που είχαν την επίστρωση πίσσας.
Εκείνοι βέβαια του απάντησαν ότι τη μεγαλύτερη αξία την έχουν τα κιβώτια που ήταν επενδυμένα εξωτερικά με φύλλα χρυσού, πιστεύοντας ότι μέσα τους κρύβονταν θησαυροί, πολύτιμα πράγματα και πολυτελή υφάσματα, ενώ για τα άλλα, που ήταν αλειμμένα με πίσσα, είπαν ότι δεν είχαν καμμία αξία.
-Ήξερα πολύ καλά τι θα λέγατε! τους απάντησε ο βασιλιάς. Μόνο που κάνατε λάθος… Διότι ποτέ δεν πρέπει να κρίνουμε ένα πράγμα ή άνθρωπο από αυτό που εκ πρώτης όψεως βλέπουμε, αλλά πρέπει προηγουμένως να εξετάζουμε το εσωτερικό του, εάν είναι άξιο τιμής ή περιφρόνησης.
Οι άρχοντες τον άκουγαν με απορία: «Τί να εννοούσε, άραγε;».
-Ανοίξτε τα χρυσά κιβώτια! πρόσταξε τους υπηρέτες του.
Και μόλις εκείνοι άνοιξαν τα κιβώτια, ξεχύθηκε από μέσα τους μια ανυπόφορη δυσωδία. Παραξενεμένοι οι αυλικοί πλησίασαν κοντά και διαπίστωσαν πως το περιεχόμενο ήταν πράγματι απωθητικό και αξιοκαταφρόνητο.
-Έτσι ακριβώς μοιάζουν κι εκείνοι που είναι ντυμένοι με ωραία και ακριβά ρούχα και υπερηφανεύονται για τη μεγάλη τους περιουσία και για τη δόξα τους, ενώ η καρδιά τους είναι γεμάτη από έργα πονηρά, αμαρτωλά και βρόμικα, είπε με νόημα ο βασιλιάς.
Αμέσως μετά πρόσταξε ν’ ανοίξουν και τα κιβώτια που ήταν αλειμμένα με πίσσα. Όταν τα άνοιξαν, μία εξαίσια ευωδία πλημμύρισε το δωμάτιο και, πλησιάζοντας οι αυλικοί του, διαπίστωσαν ότι περιείχαν πολύτιμα πράγματα, ακριβά και σπάνια.
-Ξέρετε με τι μοιάζουν αυτά τα κιβώτια; συνέχισε ο βασιλιάς. Με εκείνους τους δύο ταπεινούς ανθρώπους, που ήταν ντυμένοι προχθές με σκισμένα ρούχα, που τα μάγουλά τους ήταν ζαρωμένα και τα πρόσωπά τους χλωμά από την άσκηση και τους κόπους. Κι εσείς τους είδατε και αμέσως με κατακρίνατε, επειδή τους έβαλα μετάνοια. Όμως εγώ, αντιλαμβανόμενος με τα μάτια της ψυχής την καθαρότητα και τη λαμπρότητα των ψυχών τους, που ήταν άγιες και γι’ αυτό πολυτιμότερες και από το στέμμα μου και από τη βασιλική μου δόξα, ώστε όλα μου τα μεγαλεία να είναι μπροστά τους ένα μηδενικό, τους πλησίασα ταπεινά ζητώντας την ευλογία τους.
Μ’ αυτό τον τρόπο τους δίδαξε ο σοφός βασιλιάς ότι δεν πρέπει ποτέ να κρίνουν την αξία του κάθε πράγματος και του κάθε ανθρώπου από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, αλλά μονάχα από τα εσωτερικά του γνωρίσματα.

Παρόμοια να κάνουμε λοιπόν κι εμείς και να τιμούμε τους δούλους του Θεού, διότι όλοι είναι αδελφοί Του. Και να μην ξεχνάμε ποτέ πως ο Θεός την Ημέρα της Κρίσεως δεν θα εξετάσει κανενός την όψη, όπως είπε και ο προφήτης Σαμουήλ, όταν εξέλεξε για βασιλιά τον Δαβίδ.
Ο Θεός, όπως και τώρα, έτσι και τότε θα ερευνήσει την καρδιά του ανθρώπου. Και τότε θα δοξασθούν οι ταπεινοί, οι περιφρονημένοι, οι περιγελόμενοι, οι διωγμένοι για τη θεία δικαιοσύνη, οι πτωχοί στο πνεύμα, εκείνοι δηλαδή που πιστεύουν ότι τα έργα τους είναι ελεεινά και άχρηστα, εκείνοι που επιθυμούν να εφαρμόζεται στον κόσμο η θεία δικαιοσύνη καθώς και όλοι όσους εμακάρισε ο Κύριος. Τότε θα λάμψουν όλοι οι περιφρονημένοι, αυτοί για τους οποίους πίστευαν πως ήταν το σκουπίδι της κοινωνίας.
Τα ανόητα και περιφρονημένα του κόσμου θα ντροπιάσουν τα σοφά. Τα μικρά και αδύνατα θα ντροπιάσουν τα δήθεν ισχυρά. Γι’ αυτό λέει ο Σωτήρας μας πως οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι.
Εκείνοι οι οποίοι θεωρούνται από εμάς ασήμαντοι και αποτυχημένοι, εάν σ’ αυτή τη ζωή προσεύχονται στον Θεό με όλη την καρδιά τους, στη βασιλεία των ουρανών θα λάμπουν περισσότερο και από τον ήλιο! Ενώ οι βασιλείς του κόσμου και οι δυνατοί της γης, εάν δεν πιστέψουν στο Θεό, θα παρουσιαστούν ενώπιόν Του γυμνοί από αρετές και τελευταίοι απ’ όλους. Και αυτή την αντιστροφή των πραγμάτων μαζί με όλα αυτά τα εκπληκτικά γεγονότα θα τα δούμε όλοι μας να συμβαίνουν, διότι ο Θεός είναι δίκαιος και η δικαιοσύνη Του μένει στον αιώνα.

Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
σελ, 76-82
Εκδόσεις Άθως

Ευχαριστούμε τον πατέρα Δαμασκηνό Γρηγοριάτη και τον γέροντα της Μονής Οσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη για την ευλογία και την άδεια δημοσίευσης.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!

Δημοσίευση από fotis »

Πως είναι δυνατόν να περάσουν χίλια χρόνια σαν μία ημέρα;
Ἱστορίες Γέροντος Κλεόπα - Βιβλίο Α΄


Ζούσε πολύ παλιά σε ένα μοναστήρι κάποιος μοναχός, ο οποίος συνεχώς αναρωτιόταν: «Στον Παράδεισο, πως είναι δυνατόν να περνούν χίλια ολόκληρα χρόνια και όμως να φαίνονται σαν μία ημέρα; Τοσο ωραία είναι εκεί και τέτοια μακαριότητα επικρατεί; Αλλά πάλι… χίλια χρόνια σαν μία μέρα; Πώς γίνεται;».
Ο μοναχός αυτός, ο οποίος είχε το διακόνημα του νεωκόρου και ήταν αρκετά προχωρημένος στην πνευματική ζωή, προσευχόταν στην κυρία Θεοτόκο με αυτά τα λόγια: «Παναγία Μητέρα μας, παρακάλεσε τον Υιό Σου και Σωτήρα μας να μου δείξει πως είναι δυνατόν τα χίλια χρόνια να φαίνονται σαν μία ημέρα.
Διότι είμαι βέβαιος ότι τα λόγια του Αγίου Πνεύματος είναι αληθινά». Έτσι προσευχόταν ο μοναχός για τρία χρόνια και τελικά ο Θεός του έδειξε.

Κάποιο απόγευμα λοιπόν ο μοναχός, μετά τη νυχτερινή ακολουθία, έμεινε μόνος του στο ναό, για να διαβάσει τους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου. Ακούμπησε τον σκούφο του στο αναλόγιο και, κρατώντας στο χέρι του το κλειδί της εκκλησίας, διάβαζε.
Ξαφνικά, μπαίνει μέσα στην εκκλησία ένας αετός και κάθεται επάνω στο τέμπλο. Και ήταν μάλιστα τόσο ωραίος αυτός ο αετός, που ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει άλλον σαν κι αυτόν.
Τα φτερά του είχαν πολλά και πανέμορφα χρώματα και στο καθένα από αυτά υπήρχε και από μία πολύτιμη πέτρα, ενώ στο κεφάλι του είχε κάτι που έμοιαζε με κότσο. Στάθηκε λοιπόν στο τέμπλο και κοιτούσε γύρω-γύρω με τα κατάμαυρα μάτια του.
Βλέποντας ο μοναχός τον αετό στο εικονοστάσιο, σταματά την προσευχή του και, πέφτοντας σε πειρασμό, προσπαθεί να βρεί κάποιον τρόπο για να τον αιχμαλωτίσει: «Αν τα καταφέρω, δεν χρειάζεται να αποκτήσω άλλη περιουσία στη ζωή μου. Ακόμη κι ένα φτερό του να αποκτήσω, θα είμαι ευχαριστημένος!».
Αρχίζει λοιπόν να τρέχει προς τον αετό, αλλά εκείνος, με κάποια δυσκολία στο πέταγμα, απομακρύνεται προς το μέσον της εκκλησίας. Ο μοναχός από πίσω του. Δοκιμάζει και πάλι να τον πιάσει, αλλά ο αετός πετάει προς το προαύλιο. «Πώ πώ! Θα τον χάσω. Κύριε βοήθησέ με να τον πιάσω!»… Φτάνει κοντά του, απλώνει τα χέρια του να τον αγγίξει, κι εκείνος ανοίγει τα φτερά του και φεύγει, πετώντας όμως σε χαμηλό ύψος. Βγαίνουν και οι δύο έξω από την εκκλησία, στην αυλή του μοναστηριού. Ο αετός απομακρύνεται λίγο, πετάει προς τους κήπους της μονής και προσγειώνεται επάνω στον ξύλινο φράχτη. Μόλις ο νεωκόρος τον πλησιάζει, ο αετός ανοίγει ξανά τα φτερά του και μπάινει στο δάσος. Ο μοναχός από πίσω… Πηδάει τον φράχτη και συνεχίζει να τρέχει φωνάζοντας: «Κύριε, βοήθησέ με να τον πιάσω! Σε παρακαλώ, Κύριε, βοήθησέ με».
Τον πλησιάζει ξανά, μα μόλις κάνει να τον πιάσει, ο αετός και πάλι του ξεφεύγει και μπαίνει σ΄ ένα μεγάλο ξέφωτο. «Κύριε, μη με εγκαταλείπεις. Βοήθησέ με να τον πιάσω!». Φτάνει πάλι κοντά, απλώνει τα χέρια του, αλλά το πουλί ανοίγει ξανά τα φτερά, πετάει για λίγο και κάθεται πάνω σ’ ένα έλατο. Ο μοναχός τότε, από τη στενοχώρια του, αρχίζει να κλαψουρίζει: «Κύριε, ούτε ένα φτερό του δεν είμαι άξιος να αποκτήσω…». Στρέφει πάλι το βλέμμα στον αετό του δεν είμαι άξιος να αποκτήσω…». Στρέφει πάλι το βλέμμα στον αετό και καθηλώνεται από την ομορφιά του: «Ω Θεέ μου, τι όμορφο πουλί! Ποτέ στη ζωή μου δεν ξαναείδα παρόμοιο!».

Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο αετός αρχίζει να ψάλλει! Η ψαλμωδία που φτάνει στα αυτιά του μοναχού είναι τόσο γλυκιά, που τον αφήνει εκστατικό. Μόνο που ο αετός δεν ήταν αετός˙ ήταν άγγελος με τη μορφή αετού, αλλά ο μοναχός βέβαια δεν το ήξερε. Κι έτσι έμεινε εκεί, ακίνητος, για τριακόσια πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια ν’ ακούει την ουράνια ψαλμωδία. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε ξανακούσει κάτι ανάλογο.
Όταν λοιπόν πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια, ο μοναχός είχε την εντύπωση πως είχε περάσει μόνο μία ώρα. Και σε όλο αυτό το διάστημα ούτε κουράστηκε ούτε πείνασε ούτε δίψασε ούτε γέρασε! Μα και κανείς δεν τον είχε δει˙ ούτε εκείνον ούτε και τον αετό.
Τελικά, ο αετόμορφος άγγελος πέταξε μακριά, αφήνοντας τον μοναχό ολομόναχο και με το κλειδί της εκκλησίας στο χέρι ακόμη, να μονολογεί: «Πώ πώ τι έπαθα…Αλίμονό μου! Έφυγα τόσο βιαστικά, που ούτε τον σκούφο μου δεν πήρα. Και άφησα και την εκκλησία ξεκλείδωτη για μία ολόκληρη ώρα… Τρέχω να την κλειδώσω!».
Επέστρεψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, για να την κλειδώσει, αλλά όμως το μοναστήρι του ήταν αγνώριστο! Η εκκλησία ήταν σκεπασμένη με διαφορετικά υλικά, τα κελλιά ήταν αλλοιώτικα. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. «Κύριε», αρχίζει να μονολογεί σαστισμένος, « ή εγώ έχασα τα μυαλά μου ή… τι να πω, δεν ξέρω. Μια ώρα μόνο έλειψα και γυρίζοντας αντικρύζω ένα άγνωστο μοναστήρι…». Και τρέχει γρήγορα στον πορτάρη (τον θυρωρό) της μονής.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!

Δημοσίευση από fotis »

Πως είναι δυνατόν να περάσουν χίλια χρόνια σαν μία ημέρα;
Ἱστορίες Γέροντος Κλεόπα - Βιβλίο Α΄
Μέρος Β΄ (Τελευταίο)

Ο πορτάρης βλέπει ξαφνικά έναν άγνωστο γέροντα με κάτασπρη γενειάδα και πρόσωπο που λάμπει, να κατευθύνεται προς το μέρος του και, ασφαλώς, παραξενεύεται:

- Ευλόγησον, πάτερ! Ποιος δρόμος σε φέρνει εδώ;
- Πηγαίνω να κλείσω την εκκλησία, παιδί μου.
- Από πού είσαι, πάτερ; τον ξαναρωτάει ο πορτάρης.
- Από αυτό εδώ το μοναστήρι.
- Από αυτό εδώ το μοναστήρι; Και πού ήσουν πριν έρθεις εδώ;
- Εδώ κοντά. Είχα πάει για λίγο στο δάσος.
- Μα, πάτερ, εσύ δεν είσαι από το μοναστήρι μας!
- Δεν με γνωρίζεις, αδελφέ μου; Είμαι ο π. τάδε, ο νεωκόρος, και πηγαίνω να κλείσω την εκκλησία!
- Για στάσου πάτερ μου. Ειλικρινά, δεν σε καταλαβαίνω. Περίμενε λίγο, να πάω να ειδοποιήσω τον ηγούμενο.

Εκείνη τη βραδιά όμως ο ηγούμενος είχε μία ουράνια αποκάλυψη. Τρεις φορές είχε ακούσει μία φωνή που του έλεγε: «Ανοίξτε τις πύλες της μονής, να μπει το περιστέρι του Κυρίου!»
- Πάτερ, έχει έρθει και περιμένει έξω ένας γέροντας μοναχός, πολύ φωτεινός στο πρόσωπο, που θέλει, λέει, να μπει στο μοναστήρι και να κλειδώσει την εκκλησία, διότι είναι ο… νεωκόρος.
- Άνοιξέ του αμέσως και φέρ’ τον γρήγορα! Μεγάλο μυστήριο, ζούμε σήμερα, παιδί μου!

Ο πορτάρης πάει τρέχοντας στον μοναχό, του ανοίγει και τον οδηγεί στον ηγούμενο.
- Με γνωρίζεις, πάτερ; τον ρωτάει ο ηγούμενος, μόλις τον βλέπει.
- Όχι γέροντα.
- Το μοναστήρι αυτό το γνωρίζεις;
- Όχι δεν το γνωρίζω πλέον. Την εκκλησία δηλαδή τη γνωρίζω, αλλά δεν είναι όπως την άφησα φεύγοντας. Η στέγη της είναι αρκετά διαφορετική.
- Πες μου, πάτερ. Πού ήσουν;
- Πριν από μια ώρα περίπου έφυγα από την εκκλησία και καθόμουν λίγο πιο πέρα, στο δάσος.

Ο ηγούμενος δίνει εντολή να χτυπήσουν οι καμπάνες του μοναστηριού και αρχίζουν να καταφθάνουν στην εκκλησία οι πατέρες της Μονής, τριακόσιοι στον αριθμό, για να δουν τι συμβαίνει. Βάζει λοιπόν τον μοναχό ανάμεσά τους, μπροστά από το εικονοστάσιο, για να μπορούν να τον βλέπουν όλοι, και αρχίζει τις ερωτήσεις:

- Πάτερ, κοίταξε, σε παρακαλώ, προσεκτικά όλους τους πατέρες. Γνωρίζεις κάποιον από αυτούς;
- Χριστέ και Κύριε! Δεν γνωρίζω κανέναν, απαντάει εκείνος παραξενεμένος.
- Εσείς τον γνωρίζετε αυτό το μοναχό; ρωτάει στη συνέχεια τους αδελφούς.
- Ούτε εμείς τον γνωρίζουμε, λένε όλοι με μια φωνή.

Ο ηγούμενος συνεχίζει:

- Πάτερ πες μου κάτι, σε παρακαλώ. Λες ότι μόνο μια ώρα λείπεις από εδώ. Ποιος ήταν ηγούμενος όταν έφυγες; Θυμάσαι;

- Ο αββάς Ιλαρίων.
- Εκκλησιαστικός ποιος ήταν;
- Ο αββάς Αμβρόσιος.
- Οικονόμος;
- Ο αββάς Κυριάκος.
- Βηματάρης;
- Ο αββάς Γερόντιος.

- Μεγάλο μυστήριο μας αποκαλύφθηκε σήμερα! αναφωνεί ο ηγούμενος. Φωνάξτε γρήγορα τον αρχειοφύλακα.

Μόλις έφτασε ο αρχειοφύλακας, ο ηγούμενος του ζήτησε να του πάει άμεσα τα βιβλία της μονής. Του είπε μάλιστα να ψάξει πολλά χρόνια πίσω, προκειμένου να βρει τα ονόματα που τους είχε αναφέρει ο νεωκόρος.

Ο αρχειοφύλακας πηγαίνει αμέσως και φέρνει τα αρχεία κι αρχίζει να ψάχνει ενώπιον όλων: πενήντα χρόνια πίσω… τα ονόματα που τους είχε πει ο μοναχός δεν υπήρχαν. Πάει εκατό χρόνια πίσω και πάλι τίποτε. Τα στοιχεία δεν ταίριαζαν. Διακόσια χρόνια, τριακόσια χρόνια, τίποτα! Πριν από τριακόσια πενήντα πέντε χρόνια όμως… Όλοι έμειναν εμβρόντητοι από την έκπληξη! Είδαν όλα τα ονόματα που τους είχε αναφέρει ο γέροντας μοναχός τριακόσια πενήντα πέντε χρόνια πριν!

- Πάτερ, πότε έφυγες από τη μονή;
- Πριν από μία με μιάμιση ώρα περίπου.
- Μήπως είχες ζητήσει κάτι από το Θεό και προσευχόσουν γι’ αυτό;

- Προσευχόμουν για πολύ καιρό –και διάβαζα μάλιστα και προσευχές στην Κυρία Θεοτόκο γι’ αυτό το σκοπό- να μου δείξει ο Σωτήρας πως είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό που είναι γραμμένο στο Ψαλτήριο ότι «χίλια έτη ενώπιόν σου, Κύριε, μοιάζουν σαν την ημέρα τη χθεσινή»!

- Να που ο Πανάγιος και Πανάγαθος Θεός εκπλήρωσε την επιθυμία της καρδιάς σου. Έζησες ένα πολύ μεγάλο μυστήριο, πάτερ! Από τη στιγμή που βγήκες από το μοναστήρι πέρασαν τριακόσια πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια! Και σένα σου φάνηκε ότι είχε περάσει μόνο μια ώρα.

Τη στιγμή εκείνη ο γέροντας έβαλε τα κλάματα.

- Βλέπεις, πάτερ, του λέει ο ηγούμενος, τι μεγάλο μυστήριο σου αποκάλυψε ο Θεός, επειδή προσευχόσουν με πίστη; Εάν τα 355 χρόνια που πέρασαν σου φάνηκαν σαν μια ώρα, το πιστεύεις τώρα ότι τα χίλια χρόνια είναι σαν μία ημέρα ενώπιον του Θεού;

- Το πιστεύω, πάτερ! Απάντησε κατασυγκινημένος εκείνος.

Τότε ο ηγούμενος ζήτησε από έναν ιερέα να βάλει γρήγορα τα ιερά άμφιά του και να κοινωνήσει τον γέροντα μοναχό επί τόπου.

Ο γέροντας κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και με φωνή που έτρεμε από τη συγκίνηση ψέλλισε:

- Πατέρες, συγχωρέστε με. Το θείο αυτό μυστήριο που με αξίωσε ο Θεός να ζήσω έχει συγκλονίσει την ψυχή μου.

Εκείνη τη στιγμή το πρόσωπό του άρχισε να λάμπει σαν ήλιος. Κι αμέσως μετά κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο μέσα στην εκκλησία.

Και σίγουρα μετέβη στον παράδεισο, στα αιώνια αγαθά, που κανείς δεν είδε, ούτε και θα μπορούσε κανείς να περιγράψει, διότι ο Απόστολος Παύλος λέει: «Αυτά τα οποία μάτι ανθρώπου δεν είδε, αυτί κανένα δεν άκουσε και στην καρδιά του ανθρώπου δεν μπήκαν, όλα αυτά τα ετοίμασε ο Θεός για εκείνους που Τον αγαπούν».

Μακάρι να μας αξιώσει και εμάς ο Θεός να απολαύσουμε αυτά τα ουράνια αγαθά, δια των προσευχών της Πανάχραντης Μητρός Του και όλων των Αγίων Του. Αμήν.


Ἀπόσπασμα από τό βιβλίο
Ἱστορίες Γέροντος Κλεόπα - Βιβλίο Α
Ἐκδόσεις Σταμούλη - Ἄθως - παιδικά
σελ.83-90

Επιμέλεια κειμένουΑναβάσεις

Ευχαριστούμε τον πατέρα Δαμασκηνό Γρηγοριάτη και τον γέροντα της Μονής Οσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη για την ευλογία και την άδεια δημοσίευσης.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
ΕΙΡΗΝΗGR
Βασικός Αποστολέας
Βασικός Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 91
Εγγραφή: Πέμ Ιαν 19, 2012 7:41 pm
Τοποθεσία: ΚΡΗΤΗ -ΝΟΜΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ (ΕΙΡΗΝΗ)

Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!

Δημοσίευση από ΕΙΡΗΝΗGR »

ΥΠΕΡΟΧΑ.... ευχαριστούμε..
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!

Δημοσίευση από fotis »

Ο άγιος Προφήτης Δανιήλ
Ἱστορίες Γέροντος Κλεόπα - Βιβλίο Α΄
Μέρος Α΄


Έχετε ακούσει ποτέ για τον προφήτη Δανιήλ και τους τρεις νέους –τον Ανανία, τον Αζαρία και τον Μισαήλ- που βρέθηκαν αιχμάλωτοι στη Βαβυλώνα; Ήταν τρία γενναία παλικάρια, από βασιλικό γένος της Ιερουσαλήμ, που μεγάλωσαν στο παλάτι του βασιλιά Ιωακείμ.
Είχαν μεταφερθεί αιχμάλωτοι στη Βαβυλώνα, αλλά εξαιτίας της βασιλικής καταγωγής τους, της ευφυΐας και της φυσικής ομορφιάς που τους διέκρινε, τους μετέφεραν στην αυλή του βασιλιά, για να διδαχθούν τα γράμματα και τη γλώσσα των Χαλδαίων.
Ο Δανιήλ μάλιστα αξιώθηκε κάποια στιγμή να γίνει μεγάλος σύμβουλος του Ναβουχοδονόσορα.
Ο βασιλιάς Ιωακείμ, ο οποίος ήταν ένθερμος λάτρης των ειδώλων, ήταν σαν ένα μαστίγιο του Θεού για να παιδεύει τους ανθρώπους της επικρατείας του.
Μεγαλύτερος βασιλιάς από αυτόν την εποχή εκείνη δεν υπήρχε. Εκατόν είκοσι επτά έθνη είχε υπό την εξουσία του!
Και στην τράπεζα του βασιλιά εκείνου μπορούσε να βρει κανείς τα πιο πλούσια και εκλεκτά φαγητά και ποτά. Όταν λοιπόν έφεραν αυτούς τους νέους στο παλάτι του, διέταξε να τους δώσουν να φάνε από το τραπέζι του.
Εκείνοι όμως αρνήθηκαν δηλώνοντας ότι θα προτιμούσαν να πεθάνουν, παρά να δοκιμάσουν από τα ειδωλόθυτα, από τα τρόφιμα δηλαδή που είχαν προσφερθεί προηγουμένως ως θυσία στους θεούς, δηλαδή στους δαίμονες.

Ο μεγάλος υπηρέτης της τραπεζαρίας προσπάθησε να τους μεταπείσει:
- Εάν δε φάτε κι εσείς από το τραπέζι του βασιλιά, θα αδυνατίσετε. Ο βασιλιάς τότε θα καταλάβει την αιτία και θα διατάξει να κόψουν και το δικό μου και το δικό σας το κεφάλι!
Οι νέοι του είπαν το εξής:
- Δώσε στους άλλους νέους από τα φαγητά και τα ποτά αυτά, κι άσε εμάς να τρώμε για δέκα μέρες φρούτα και καρπούς. Μετά βάλε μας απέναντί τους και δες εάν εκείνοι φαίνονται υγιέστεροι και δυνατότεροι από εμάς, που –στο μεταξύ- θα τρεφόμαστε μόνο με φρούτα και ξηρούς καρπούς.
Ο υπηρέτης τελικά τους επέτρεψε να τρώνε από αυτά που ήθελαν. Και όταν παρουσιάστηκαν όλοι μαζί ενώπιον του βασιλιά, ο Δανιήλ, ο Ανανίας, ο Αζαρίας και ο Μισαήλ ήταν πράγματι πιο ακμαίοι από τους άλλους νέους, όπως ακούμε και στην ευχή των Κολλύβων, που αναγιγνώσκεται συχνά στην εκκλησία: «Κύριε, Εσύ που έθρεψες τους τρεις νέους και τον Δανιήλ με τους καρπούς των αγαθών Σου και φάνηκαν ωραιότεροι από τους άλλους, οι οποίοι τρέφονταν με πολλές άλλες απολαύσεις…».
Αλλά γιατί ήταν ωραιότεροι; Διότι δεν ενισχύθηκαν από τα φαγητά και τα ποτά, αλλά από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που προσέλκυσαν με την προσευχή και την καθαρότητα της ζωής τους. Έτσι ο Θεός χάρισε σ΄αυτούς τους νέους οξύνοια και σοφία, ενώ στο Δανιήλ έδωσε και το χάρισμα της ερμηνείας των ονείρων.
Ο βασιλιάς λοιπόν τους ζήτησε να μείνουν μαζί του στο παλάτι. Εκείνοι δέχτηκαν και έκαναν μάλιστα και πολλά θαύματα, από τα οποία τώρα θα σας διηγηθώ μερικά.
Κατά το 18ο έτος της βασιλείας του ο Ναβουχοδονόσορας έδωσε εντολή και κατασκεύασαν ένα τεράστιο χρυσό άγαλμα του εαυτού του, με ύψος εξήντα πήχεις, δηλαδή είκοσι εννέα μέτρα σχεδόν, και το τοποθέτησαν στην πεδιάδα Δέιρα, στη χώρα της Βαβυλώνας. Κατόπιν έστειλε αγγελιαφόρους σε όλο το βασίλειο, να ειδοποιήσουν τους ανθρώπους, για να πάνε όλοι να το προσκυνήσουν. Και πράγματι, ηγεμόνες, σύμβουλοι, τύραννοι, άρχοντες και υπηρέτες, πήγαν όλοι εκεί. Εν τω μεταξύ, δίπλα στο πελώριο αυτό κατασκεύασμα, έχτισαν και ένα φούρνο, για να ρίχνουν μέσα όποιον αρνείτο να εκτελέσει την εντολή του βασιλιά.
Οι κήρυκες βροντοφώναζαν:
- Έθνη και λαοί, όταν ακούσετε τον ήχο της σάλπιγγας, της φλογέρας, του λαούτου, του τυμπάνου και κάθε άλλου οργάνου, να πέσετε αμέσως στα γόνατα και να προσκυνήσετε το χρυσό άγαλμα του βασιλιά. Όποιος δεν το κάνει, θα ρίχνεται την ίδια στιγμή στην αναμμένη κάμινο!
Η εντολή ήταν ξεκάθαρη και η τιμωρία που περίμενε τους απείθαρχους φοβερή. Μόλις λοιπόν άκουσαν οι άνθρωποι τον ήχο των μουσικών οργάνων, έπεσαν αμέσως και προσκύνησαν το χρυσό άγαλμα του Ναβουχοδονόσορα. Κάποιοι Χαλδαίοι όμως πλησίασαν τότε το βασιλιά και του κατήγγειλαν ότι ο Ανανίας, ο Αζαρίας και ο Μισαήλ δεν προσκύνησαν το άγαλμά του. Κι εκείνος τότε τους κάλεσε για να τους ρωτήσει εάν αυτό ήταν αλήθεια.
- Ναι, βασιλιά, του απάντησαν οι νέοι. Έτσι ακριβώς είναι. Αγάλματα εμείς δεν προσκυνούμε. Ούτε τα είδωλα των θεών σου ούτε το είδωλο το δικό σου υπάρχει περίπτωση να προσκυνήσουμε ποτέ. Ο Θεός που υπηρετούμε εμείς είναι στους ουρανούς. Κι Αυτός έχει τη δύναμη να μας βγάλει από το καμίνι της φωτιάς και να μας γλιτώσει από τα χέρια σου, αν θέλει.
Τα λόγια των νέων, όπως ήταν φυσικό, εξόργισαν το Ναβουχοδονόσορα.
- Βάλτε αμέσως ξύλα και κάψτε την κάμινο επτά φορές περισσότερο από ό,τι συνήθως, μέχρι να κοκκινίσει ολόκληρη! Διέταξε αμέσως τους υπηρέτες του.
- Κι εσείς, απευθυνόμενος σε κάποιους από τους δυνατούς άνδρες του, πάρτε τους και δέστε τους χειροπόδαρα! Και μόλις ετοιμαστεί η κάμινος, ρίξτε τους μέσα.
Έτσι κι έγινε. Μόλις όμως τους έριξαν μέσα, η φλόγα της φωτιάς πετάχτηκε έξω από την κάμινο και έκαψε αυτούς που τους πρόδωσαν στο βασιλιά, ενώ οι τρεις νέοι στάθηκαν στο μέσον της καμίνου κι άρχισαν, περικυκλωμένοι από τις φλόγες, να δοξολογούν και να υμνούν τον Θεό!
Οι συκοφάντες τους, που ήταν και υπηρέτες του βασιλιά, συνέχισαν να τροφοδοτούν τη φωτιά με ξύλα, πίσσα και κάρβουνα, έτσι που το ύψος της έφτασε τους σαράντα εννέα πήχεις. Φλόγες πετάγονταν πάνω και έξω από τη κάμινο καίγοντας όλους όσοι στέκονταν γύρω της. Ένας Άγγελος του Θεού όμως βρισκόταν στους νέους και σκόρπιζε τις φλόγες, μετατρέποντας τη φωτιά σε δροσιά. Κι έτσι, οι νέοι στέκονταν ολόχαροι στη μέση της καμίνου, ανάμεσα στις τεράστιες φλόγες, και, χωρίς να προβληματίζονται από τίποτε, υμνούσαν και δοξολογούσαν το Θεό:
«Ευλογημένος είσαι, Κύριε και Θεέ των Πατέρων μας, Εσύ ο Υπερένδοξος και Υπερυψούμενος στους αιώνες. Διότι, όλα όσα έκανες, Κύριε, για εμάς, είναι δίκαια. Και τα έργα Σου είναι αληθινά. Και οι δρόμοι Σου αληθινοί…», έψαλλαν οι νέοι. (Όλες αυτές οι δοξολογίες των νέων μαζί με πολλές άλλες μπορείτε να τις βρείτε στην Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο του προφήτη Δανιήλ).
Ακούγοντας ο Ναβουχοδονόσορας τους νέους να ψάλλουν, εξεπλάγη και πήγε πιο κοντά, για να δει καλύτερα.
- Τρεις δεν ήταν οι νέοι που δέσαμε και ρίξαμε μέσα στην κάμινο; ρώτησε τους άρχοντες.
- Ναι, βασιλιά, τρεις.
- Κι εγώ γιατί βλέπω τέσσερις να περπατούν στον μέσον της καμίνου, σώοι και αβλαβείς; Μα… για κοιτάξτε λίγο τη μορφή αυτού του τέταρτου νέου… Είναι τόσο φωτεινός, που μοιάζει με θεό!
Συνειδητοποιώντας ο Ναβουχοδονόσορας ότι αυτό που αντίκριζε ήταν κάτι που ξεπερνούσε τα ανθρώπινα μέτρα, πλησίασε στο στόμιο της καμίνου.
- Δούλοι του Ύψιστου Θεού, βγείτε από τη φωτιά και ελάτε εδώ! φώναξε στους νέους.
Εκείνοι υπάκουσαν και βγήκαν από τις φλόγες. Γύρω τους συγκεντρώθηκαν τοπάρχες και σωματοφύλακες του βασιλιά, που δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς ήταν δυνατό να μην καεί ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά τους. Και επιπλέον, πώς γινόταν να μην έχουν τη χαρακτηριστική μυρωδιά του καμένου αλλά, αντίθετα, να αποπνέουν μια αλλιώτικη ευωδία.
Συγκλονισμένος ο βασιλιάς, έπεσε και προσκύνησε τον Αληθινό Θεό αναπέμποντας δοξολογίες:
- Ευλογημένος ο Θεός! Ο Ύψιστος Θεός! Έστειλε τον άγγελό Του στους δούλους Του, που είχαν όλες τις ελπίδες τους σ΄Αυτόν, και τους έσωσε!
Μετά από λίγο σηκώθηκε και, απευθυνόμενος στο πλήθος του κόσμου που είχε μαζευτεί, ανακοίνωσε το εξής:
- Από σήμερα όλοι εσείς, όλος ο λαός, όλα τα γένη και τα έθνη που βρίσκονται υπό την κυριαρχία μου να γνωρίζετε ότι όποιος τολμήσει να βλασφημήσει το Όνομα του αληθινού Θεού θα τιμωρείται με θάνατο και το σπίτι του θα λεηλατείται. Διότι άλλος Θεός, ο Οποίος να μπορεί πραγματικά να σώζει τους δούλους Του, δεν υπάρχει!
Στη συνέχεια ο Ναβουχοδονόσορας τίμησε εξαιρετικά αυτούς τους τρεις νέους μακαρίζοντάς τους ενώπιον όλων γι΄αυτή την αξιοθαύμαστη και μέχρι θανάτου πίστη τους στον αληθινό Θεό.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!

Δημοσίευση από fotis »

Ο άγιος Προφήτης Δανιήλ.
Ἱστορίες Γέροντος Κλεόπα - Βιβλίο Α΄
Μέρος Β΄


Μετά τον Ναβουχοδονόσορα βασίλευσε ο γυιός του Βαλτάσαρ και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του η Βαβυλώνα κατακτήθηκε από τους Πέρσες.
Ο Δαρείος, που ήταν βασιλιάς των Περσών και των Μήδων, κράτησε τον Δανιήλ κοντά του για πολλά χρόνια.
Αυτός ο βασιλιάς λοιπόν διόρισε στο βασίλειό του εκατόν είκοσι επάρχους, ενώ τον Δανιήλ, τον οποίον επισκίαζε πάντοτε το Άγιο Πνεύμα, τον έκανε ανώτερο από όλους.

Οι άλλοι έπαρχοι όμως, από αντιζηλία, προσπαθούσαν να βρουν κάποιο ψεγάδι στον Δανιήλ για να τον κατηγορήσουν στο βασιλιά, αλλά δεν εύρισκαν τίποτε, διότι ήταν αληθινά πιστός στο Θεό και κατά συνέπεια ήταν δίκαιος σε όλες του τις πράξεις, χωρίς να παρανομεί ποτέ και σε τίποτα.
Σκέφτηκαν λοιπόν οι δόλιοι ότι ο Δανιήλ θα παρανομούσε μόνο εάν κάποια διαταγή τον έφερνε σε σύγκρουση με τα θρησκευτικά του πιστεύω και καθήκοντα.

Πήγαν λοιπόν στο βασιλιά και του είπαν:

- Μεγάλε Δαρείε, χίλια χρόνια να ζήσεις! Όλοι εμείς οι έπαρχοι του απέραντου βασιλείου σου θέλουμε να σου ζητήσουμε κάτι: Να διατάξεις «για τριάντα ημέρες κανείς άλλος εκτός από σένα να μην κάνει προσευχή ή αίτηση σε οποιοδήποτε θεό ή άνθρωπο, διότι αλλιώς, θα ρίχνεται στο λάκκο των λεόντων». Και μάλιστα να βγάλεις επίσημη διαταγή, για να μην μπορεί να την καταπατήσει κανείς.

Μη κατανοώντας τα πονηρά τους κίνητρα ο Δαρείος, τους άκουσε και έκανε αυτό που του ζήτησαν.
Ο Δανιήλ βέβαια, ο οποίος συνήθιζε να προσεύχεται στο Θεό τρεις φορές την ημέρα, καθόλου δε φοβήθηκε. Κλείστηκε στο δωμάτιό του και άρχισε να προσεύχεται γονατιστός στο Θεό. Εκείνοι όμως που τον παρακολουθούσαν, μόλις τον είδαν πεσμένο στα γόνατα να προσεύχεται, έτρεξαν αμέσως στο βασιλιά:
- Ένδοξε βασιλιά, εσύ δεν διέταξες κάθε άνθρωπος που θα κάνει προσευχή να ρίχνεται στο λάκκο των λεόντων;
- Ναι, βεβαίως. Αυτή την εντολή έδωσα.
- Ο Δανιήλ όμως δεν υποτάσσεται στις εντολές σου˙ τρεις φορές την ημέρα τον βλέπουμε που κάνει προσευχή στο Θεό του, του είπαν αυτοί.
Ο βασιλιάς θύμωσε, αλλά, επειδή αγαπούσε πολύ το Δανιήλ, προσπάθησε να βρει κάποιο τρόπο για να τον γλιτώσει από τη θανατική ποινή που συνεπαγόταν η παρακοή του. Εκείνοι, φυσικά, αντέδρασαν αμέσως:
- Να ξέρεις, βασιλιά, ότι δεν είναι καθόλου σωστό να αλλάζεις τις διαταγές που δίνεις!
- Ο Θεός που πάντοτε υπηρετείς, ας σε σώσει τώρα από τα λιοντάρια! είπε τότε απελπισμένος ο Δαρείος στο Δανιήλ.
Κι έτσι ο Δανιήλ, με διαταγή του βασιλιά, ρίχτηκε στο λάκκο με τα λιοντάρια. Οι υπηρέτες τοποθέτησαν στο στόμιο του λάκκου έναν βράχο, τον οποίο στη συνέχεια ο βασιλιάς σφράγισε με το δαχτυλίδι του και με τα δαχτυλίδια των αυλικών του, για να μην μπορέσουν οι συκοφάντες του να του κάνουν περισσότερο κακό. Έδειξε δηλαδή μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα θηρία, παρά στους πονηρούς ανθρώπους…
Στη συνέχεια επέστρεψε στο παλάτι του και ξάπλωσε χωρίς να φάει τίποτε. Ήταν πολύ στενοχωρημένος γι΄αυτό που τον ανάγκασαν να κάνει στο Δανιήλ˙ δε γνώριζε όμως πως ο Θεός σφράγισε τα στόματα των λιονταριών και δεν τον άγγιξαν!
Την επόμενη ημέρα, μόλις σηκώθηκε από το κρεβάτι του, πήγε κατευθείαν στο λάκκο και άρχισε να φωνάζει:
- Δανιήλ, δούλε του Ζώντος Θεού, ο Θεός σου, τον Οποίο πάντοτε υπηρετείς, κατάφερε να σε γλιτώσει από τα άγρια θηρία;
Μέσα από το λάκκο ακούστηκε τότε η φωνή του Δανιήλ:
- Βασιλιά μου, χίλια χρόνια να ζήσεις! Ο Θεός μου έστειλε έναν άγγελό Του, που έκλεισε τα στόματα των λιονταριών, για να μην μπορούν να με πειράξουν. Διότι έζησα με δικαιοσύνη ενώπιόν Του, χωρίς να κάνω αμαρτίες, αλλά ούτε και σφάλματα απέναντι σε σένα ή σε κάποιον άλλον.
Ο βασιλιάς… δεν πίστευε στ΄αυτιά του. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη! Διέταξε να βγάλουν αμέσως το Δανιήλ από το λάκκο με τα θηρία και τότε, έκπληκτοι όλοι, διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε καμία πληγή στο σώμα του˙ η δυνατή του πίστη στο Θεό τον είχε προστατεύσει!
Αμέσως μετά ήρθε η σειρά εκείνων που τον είχαν συκοφαντήσει. Οι στρατιώτες, με εντολή του Δαρείου, τους συνέλαβαν και τους έριξαν όλους στο λάκκο των λεόντων, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Δεν πρόλαβαν όμως να φτάσουν στον πάτο, και τα πεινασμένα θηρία τους κατασπάραξαν, θρυμματίζοντας με τα δόντια τους όλα τους τα κόκκαλα.
Ο Δαρείος έγραψε τότε προς όλο τον πληθυσμό και τα γένη της επικρατείας του:
«Η ειρήνη να είναι πάντοτε ανάμεσά σας. Προστάζω όλους τους υπηκόους μου να φοβούνται και να τρέμουν το Θεό του Δανιήλ! Τον μόνο αληθινό και αιώνιο Θεό, που η βασιλεία Του είναι ατελεύτητη! Εκείνον που κάνει σημεία και θαύματα στον ουρανό και τη γη και πριν από λίγο έσωσε θαυματουργικά τον Δανιήλ από τα στόματα των λεόντων».
Μετά από το θαυμαστό αυτό γεγονός ο βασιλιάς ευλαβείτο και τιμούσε πολύ το Δανιήλ, πολύ περισσότερο από κάθε άνθρωπο, θεωρώντας τον μάλιστα ως τον καλύτερο φίλο του. Τιμούσε όμως και αγαπούσε πολύ και τους τρεις φίλους του Δανιήλ, τον Ανανία, τον Αζαρία και τον Μισαήλ.
Το Δαρείο διαδέχτηκε ο Κύρος ο Πέρσης, που είχε επίσης σε μεγάλη εκτίμηση το Δανιήλ. Τον είχε πάντοτε κοντά του, σύμβουλο και βοηθό του, παραχωρώντας του μάλιστα και το προνόμιο να δίνει ο ίδιος, απευθείας, διαταγές στο λαό. Ιεραρχικά δηλαδή ο Δανιήλ κατείχε την πρώτη θέση ανάμεσα σε όλους τους άλλους φίλους του βασιλιά.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!

Δημοσίευση από fotis »

Ο άγιος Προφήτης Δανιήλ.
Ἱστορίες Γέροντος Κλεόπα - Βιβλίο Α΄
Μέρος Γ΄


Οι βαβυλώνιοι λάτρευαν τότε το θεό Βήλ, στον οποίο πρόσφεραν καθημερινά πολύ σιτάρι, σαράντα πρόβατα και έξι βαρέλια κρασί. Ο Κύρος τιμούσε το Βήλ και πήγαινε συχνά να προσκυνήσει το είδωλό του, ενώ ο Δανιήλ, όπως ξέρουμε, υπηρετούσε μόνο τον αληθινό Θεό.
- Γιατί δεν προσκυνάς το θεό Βηλ; ρώτησε κάποια ημέρα ο Κύρος τον Δανιήλ.
- Βασιλιά μου, εγώ δεν προσκυνώ τα είδωλα. Δεν προσκυνώ τα ψεύτικα αγάλματα, διότι είναι φτιαγμένα από ανθρώπινα χέρια. Προσκυνώ και δοξάζω μονάχα «τον Θεό τον ζώντα», Εκείνον που έκτισε τον ουρανό και τη γη και εξουσιάζει κάθε άνθρωπο!
- Ο Βήλ, δηλαδή, δεν είναι ζωντανός θεός; Μα καλά, δε βλέπεις τι τρώει και πίνει κάθε ημέρα;
Ο Δανιήλ έβαλε τα γέλια.
- Μην απατάσαι, βασιλιά μου, του είπε. Αυτό που προσκυνάς εσύ είναι χώμα με χάλκινη επένδυση. Ποτέ του δεν έφαγε και ποτέ του δεν ήπιε οτιδήποτε.
Οργισμένος ο Κύρος, κάλεσε την ίδια στιγμή τους ιερείς που υπηρετούσαν στο ναό του Βηλ και, ενώπιον του Δανιήλ, τους είπε:
- Πείτε μου αμέσως ποιος τρώει και πίνει τα τρόφιμα που προσφέρουμε στο Βήλ! Εάν δε μου το πείτε, θα πεθάνετε. Εάν όμως μου αποδείξετε ότι πράγματι τα τρώει ο Βήλ, τότε ο Δανιήλ θα τιμωρηθεί με θάνατο, διότι τόλμησε να τον βλασφημήσει.

- Να γίνει κατά το θέλημά σου, βασιλιά μου! είπε ατάραχος ο Δανιήλ.
Ο Κύρος και ο Δανιήλ μετέβησαν άμεσα στο ναό του Βήλ. Εβδομήντα ιερείς υπηρετούσαν εκεί, χωρίς να υπολογίζουμε τις γυναίκες και τα παιδιά τους που τους βοηθούσαν.
- Εμείς όλοι θα βγούμε έξω, είπαν στον Κύρο οι ιερείς. Εσύ, βασιλιά, βάλε μόνος σου τα τρόφιμα και το κρασί στο τραπέζι, κλείδωσε τις πόρτες και σφράγισέ τις με το δαχτυλίδι σου, για να είσαι σίγουρος ότι δε θα μπει κανείς άλλος. Αύριο θα ξανάρθουμε όλοι μαζί. Κι αν διαπιστώσεις ότι δεν είναι ο Βήλ που τα τρώει και τα πίνει όλα, θανάτωσέ μας.
Ο βασιλιάς όμως δεν ήξερε πως οι ιερείς είχαν κατασκευάσει μια μυστική είσοδο κάτω από το τραπέζι των τροφίμων από την οποία έμπαιναν κρυφά τα βράδια στο ναό και έτρωγαν τα πάντα… Όταν λοιπόν έφυγαν όλοι οι ιερείς από το ναό, οι υπηρέτες του βασιλιά τοποθέτησαν, ενώπιόν του, τα τρόφιμα και το κρασί στο «τραπέζι» του Βήλ.
Μόλις όμως τελείωσαν, ο Δανιήλ τους διέταξε να φέρουν στάχτη και να τη σκορπίσουν σε όλο το χώρο. Πράγματι εκείνοι γέμισαν το ναό με στάχτη και στη συνέχεια έκλεισαν τις πόρτες, τις σφράγισαν με το δαχτυλίδι του βασιλιά και αποχώρησαν.
Μόλις νύχτωσε, οι ιερείς μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ανυποψίαστοι για τη στάχτη που υπήρχε παντού, μπήκαν στο ναό από την κρυφή είσοδο, όπως έκαναν πάντα, και τα έφαγαν όλα. Την επόμενη ημέρα ο Δανιήλ, ο βασιλιάς και η συνοδία του ξαναπήγαν στο σημείο των θυσιών.
- Δανιήλ, εξέτασε προσεκτικά τις σφραγίδες που βάλαμε στις πόρτες! Είναι απείραχτες;
- Ναι, βασιλιά μου, του απάντησε εκείνος. Οι πόρτες είναι σφραγισμένες.
Ανοίγουν λοιπόν τις πόρτες, μπαίνει ο βασιλιάς, βλέπει τα άδεια τραπέζια και αναφωνεί:
- Θεέ Βήλ, πόσο μεγάλος είσαι! Καμία πονηρία δεν υπάρχει σε σένα!
Ο Δανιήλ όμως βάζει τα γέλια και του λέει:
- Βασιλιά, μη βιάζεσαι! Ρίξε μια ματιά και στο πάτωμα…
- Έχει παντού πατημασιές! Από άντρες και γυναικόπαιδα…! λέει έκπληκτος ο βασιλιάς και, οργισμένος από την πονηριά των ιερέων, διατάζει να τους συλλάβουν όλους μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους.
Μόλις τους έφεραν ενώπιόν του, έντρομοι εκείνοι, αναγκάστηκαν να του αποκαλύψουν την ύπαρξη της μυστικής εισόδου από την οποία έμπαιναν τα βράδια και έτρωγαν τα τρόφιμα των θυσιών. Και τότε ο Κύρος διέταξε να τους θανατώσουν όλους και επιπλέον να γκρεμίσουν το είδωλο του Βήλ.

Υπήρχε όμως εκεί κοντά κι ένας δράκοντας, τον οποίο οι Βαβυλώνιοι προσκυνούσαν ως θεό.
- Δανιήλ, για το δράκο τι έχεις να πεις; τον ρώτησε ο Κύρος. Εκείνος πράγματι τρώει και πίνει. Δεν φαντάζομαι να πεις και γι΄αυτόν πως είναι χάλκινος… Ορίστε. Ολοζώντανος είναι. Προσκύνησέ τον!
- Καλά βασιλιά. Θα σου πω και για το δράκο. Μόνο σε παρακαλώ, μη βιάζεσαι.
Πάει λοιπόν τότε ο Δανιήλ παίρνει πίσσα, ξύγκι και μαλλιά, τα βράζει όλα μαζί και τα ρίχνει στο στόμα του δράκου. Τα τρώει εκείνος, σκάει και πεθαίνει…
- Βλέπεις τώρα ποιόν προσκυνούσατε τόσον καιρό; φώναξε ο Δανιήλ.
Οι Βαβυλώνιοι όμως, ύστερα από όλα αυτά, ξεσηκώθηκαν εναντίον του Κύρου:
«Ο βασιλιάς ασπάστηκε την πίστη του Δανιήλ, ο οποίος έγινε αιτία να γκρεμίσουν το άγαλμα του θεού Βήλ, σκότωσε το δράκοντα και θανάτωσε τους ιερείς μας και τις οικογένειές τους!», έλεγαν αγανακτισμένοι, ενώ οι πιο τολμηροί απ΄αυτούς πήγαν στον Κύρο με απειλητικές διαθέσεις:
- Βασιλιά, δώσε μας αμέσως το Δανιήλ, γιατί αλλιώς θα σκοτώσουμε κι εσένα και όλη σου την οικογένεια!
Βλέποντας ο Κύρος το λαό να ξεσηκώνεται εναντίον του, αναγκάστηκε να τους παραδώσει το Δανιήλ. Κι εκείνοι τον πήραν και τον πέταξαν αμέσως στο λάκκο των λεόντων, όπου παρέμεινε για έξι ημέρες. Επτά λιοντάρια ζούσαν εκεί μέσα, που έτρωγαν καθημερινά δύο κατάδικους και δύο πρόβατα. Τα είχαν μάλιστα αφήσει επίτηδες νηστικά, για να πεινάσουν πολύ και να τον κατασπαράξουν στο λεπτό. Όμως ο Θεός σφράγισε και πάλι το στόμα τους, όπως είχε κάνει και την προηγούμενη φορά. Πάλι στον λάκκο λοιπόν ο Δανιήλ, και τα λιοντάρια να κάθονται δίπλα του σαν… αρνάκια.
Ο προφήτης Αββακούμ βρισκόταν τότε στην Ιουδαία. Την ημέρα εκείνη είχε ετοιμάσει φαγητό για τους θεριστές και πήγαινε στην πεδιάδα να τους το δώσει. Ένας άγγελος του Κυρίου παρουσιάστηκε μπροστά του και του είπε:
- Να πας φαγητό στο Δανιήλ, που βρίσκεται στη Βαβυλώνα, μέσα στο λάκκο με τα λιοντάρια.
- Κύριε, του απάντησε ο Αββακούμ, δεν έχω πάει ποτέ στη Βαβυλώνα, ούτε που ξέρω που βρίσκεται ο λάκκος με τα λιοντάρια.
Τότε ο άγγελος του Κυρίου τον έπιασε από τα μαλλιά και τον μετέφερε από την κορυφή του βουνού στο λάκκο των λεόντων.
Ο Αββακούμ είδε το Δανιήλ και του φώναξε:
- Δανιήλ, Δανιήλ, πάρε το φαγητό που σου στέλνει ο Θεός!
- Ω Κύριέ μου, θυμήθηκες και μένα, Εσύ που ποτέ δεν εγκαταλείπεις αυτούς που Σε αγαπούν! αναφώνησε συγκινημένος ο Δανιήλ.
Και αμέσως σηκώθηκε και πήρε το φαγητό, ενώ ο άγγελος του Θεού επανέφερε τον Αββακούμ στον τόπο του.
Όταν ο βασιλιάς πήγε την έβδομη ημέρα στο λάκκο, για να θρηνήσει το Δανιήλ, κοίταξε από πάνω και τον είδε να κάθεται αμέριμνος…
- Ο Θεός του Δανιήλ είναι μεγάλος! Δεν υπάρχει άλλος Θεός σαν Αυτόν! Είπε μεγαλόφωνα και διέταξε αμέσως να βγάλουν το Δανιήλ από το λάκκο και να ρίξουν μέσα εκείνους που ήταν υπεύθυνοι για την άδικη ταλαιπωρία του.

Το Δανιήλ λοιπόν τον πέταξαν δύο φορές στα λιοντάρια κι εκείνα δεν τον πείραξαν. Τους τρεις νέους τους έβαλαν μέσα στο καμίνι και η φωτιά δεν άγγιξε ούτε τα μαλλιά τους, παρόλο που το ύψος της φλόγας είχε φτάσει τους σαράντα εννέα πήχεις. Γιατί;
Διότι η πίστη που είχαν, μαζί με τη νηστεία και την προσευχή που έκαναν, τους γλίτωσε από τη φωτιά, ενώ ο Δανιήλ με τη νηστεία και την προσευχή του προσέλκυσε τη Χάρη του Θεού, η οποία τον προστάτευσε μετατρέποντας τα πεινασμένα θηρία σε… άκακα προβατάκια.




Ἀπόσπασμα από τό βιβλίο
Ἱστορίες Γέροντος Κλεόπα - Βιβλίο Α
Ἐκδόσεις Σταμούλη - Ἄθως - παιδικά
σελ 61-75

Επιμέλεια κειμένου Αναβάσεις

Ευχαριστούμε τον πατέρα Δαμασκηνό Γρηγοριάτη και τον γέροντα της Μονής Οσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη για την ευλογία και την άδεια δημοσίευσης.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Μηνύματα”