Αποσπάσματα από το Μέγα Γεροντικόν - Τόμος Δ

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
pavmaria
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 830
Εγγραφή: Τετ Οκτ 05, 2005 5:00 am
Επικοινωνία:

Αποσπάσματα από το Μέγα Γεροντικόν - Τόμος Δ

Δημοσίευση από pavmaria »

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ
ΤΟΜΟΣ Δ΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ΄
Περί ταπεινοφροσύνης

1. Ο αββάς Αντώνιος βυθίζοντας κάποια φορά βαθιά τη σκέψη του στου Θεού τα κρίματα ζήτησε να μάθει:
«Κύριε, είπε, πώς μερικοί ζούν λίγα χρόνια και πεθαίνουν, ενώ άλλοι φτάνουν στα βαθιά γεράματα;
Γιατί κάποιοι ζουν μέσα στη φτώχεια και άλλοι πλουτίζουν;
Και πώς συμβαίνει άδικοι να πλουτίζουν και δίκαιοι άνθρωποι να ΄ναι φτωχοί;»
Άκουσε τότε μια φωνή να του λέει:
«Αντώνιε, τον εαυτό σου πρόσεχε. Αυτά είναι κρίματα Θεού και δεν σου συμφέρει να τα μάθεις».


* * *


2. Είπε ο αββάς Αντώνιος στον αββά Ποιμένα ότι η σπουδαιότερη εργασία που έχει να κάνει ο άνθρωπος είναι να αναλαμβάνει την ευθύνη των σφαλμάτων του ενώπιον του Θεού και να αναμένει πειρασμό μέχρι τελευταίας του πνοής.


* * *


3. Είπε επίσης:
«Είδα όλες τις παγίδες του διαβόλου απλωμένες πάνω στη γη και στενάζοντας είπα:
Ποιος άραγε μπορεί να τις προσπεράσει αυτές;
Και άκουσα μια φωνή να μου λέει: Η ταπεινοφροσύνη».


* * *


4. Όποιος δεν δοκιμάσθηκε σε πειρασμούς -είπε άλλη φορά- δεν θα μπορέσει να μπει στη Βασιλεία του Θεού.


* * *


5. Επισκέφθηκαν κάποτε Γέροντες τον αββά Αντώνιο, μαζί τους ήταν και ο αββάς Ιωσήφ.
Θέλοντας ο Γέροντας να τους δοκιμάσει, τους είπε ένα ρητό από την αγία Γραφή και άρχισε από τους νεώτερους να τους ρωτάει ποιο είναι το νόημά του.
Ο καθένας έλεγε όπως το καταλάβαινε, και ο Γέροντας του απαντούσε:
«Δεν το βρήκες».
Τελευταίο απ΄όλους ρώτησε τον αββά Ιωσήφ:
«Εσύ τι νομίζεις ότι σημαίνει ο λόγος αυτός;»
«Δεν γνωρίζω» απάντησε εκείνος.
Λέει τότε ο αββάς Αντώνιος:
«Οπωσδήποτε ο αββάς Ιωσήφ βρήκε τον δρόμο, γιατί είπε: δεν γνωρίζω».


* * *


7. Έκαναν έφοδο κάποτε οι δαίμονες στον αββά Αρσένιο μέσα στο κελί του και τον ταλαιπωρούσαν.
Έφθασαν κάποια στιγμή οι διακονητές του και καθώς ήσαν έξω από το κελί, τον άκουσαν να κραυγάζει προς τον Θεό και να λέει:
«Θεέ μου, μη με εγκαταλείψεις. Δεν έκανα τίποτε το καλό ενώπιόν σου αλλά βοήθησέ με κατά την αγαθότητά σου να βάλω αρχή».


* * *


23. Ρωτήθηκε ο αββάς Αμμωνάς τι είναι «η στενή και τεθλιμμένη οδός». Και αποκρίθηκε:
«Η στενή και τεθλιμμένη οδός είναι να πολεμάει ο άνθρωπος τους λογισμούς του και να κόβει τα δικά του θελήματα από αγάπη για τον Θεό. Και αυτό σημαίνει το ρητό: Εγκαταλείψαμε εμείς τα πάντα και σε ακολουθήσαμε».


* * *


28. Έλεγε ο μακαριστός Γρηγόριος ο Θεολόγος:
«Πώς θα κατέβουμε προς την σωτήρια ταπεινοφροσύνη, χωρίς να εγκαταλείψουμε τον ολέθριο όγκο της υπερηφανείας; Εάν παντοτνά επιδιώκουμε την ταπεινοφροσύνη και δεν αδιαφορούμε σε καμιά περίπτωση, με την ιδέα ότι τάχα δεν βλαπτόμαστε από αυτό. Διότι η ψυχή εξομοιώνεται προς το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται και διαπλάθεται σύμφωνα μ΄αυτά που πράττει και παίρνει το ανάλογο σχήμα μ΄αυτά.

Για σένα λοιπόν και η εμφάνιση και το ένδυμα, το βάδισμα όσο και το κάθισμα, η τροφή και η όλη εικόνα της ζωής σου, ακόμη και το στρώσιμο του κρεβατιού και το σπίτι και τα αντικείμενα που υπάρχουν μέσα σ΄αυτό, όλα ας είναι προσαρμοσμένα για λιτή ζωη. Αλλά και η ψαλμωδία και το άσμα και η καλή συμπεριφορά προς τον πλησίον, και αυτά ας κλίνουν προς τη λιτότητα περισσότερο παρά στην υπερβολή.

Μην κομπάζεις, σε παρακαλώ, με λόγους επιδεικτικούς, ούτε με άσματα υπερβολικά καλλίφωνα, ούτε με συζητήσεις υπερήφανες και δυσνόητες, αλλά σε όλα να αφαιρείς από το μέγεθος.

Καλοσυνάτος μεταξύ των φίλων, ήπιος στον υπηρέτη, ανεξίκακος στους θρασείς, φιλάνθρωπος στους ανήμπορους, η παρηγοριά σ΄όσους υποφέρουν, παρών σ΄όσους θλίβονται, μ΄ένα λόγο μη παραβλέποντας κανέναν, γλυκύς όταν απευθύνεσαι σε κάποιον, ανοιχτόκαρδος στην εξυπηρέτηση, πρόθυμος και καταδεκτικός προς όλους.


* * *


30. Έλεγε ο αββάς Επιφάνιος:
«Η Χαναναία κραυγάζει και εισακούεται, η αιμορροούσα σωπαίνει και καλοτυχίζεται, ο Φαρισαίος μιλάει δυνατά και καταδικάζεται, ο Τελώνης ούτε ανοίγει το στόμα και δικαιώνεται».


* * *


31. Είπε ο αββάς Ευάγριος: Αρχή σωτηρίας είναι το να καταδικάζεις τον εαυτό σου.


* * *


40. Είπε επίσης ότι αυτός που έχει ταπείνωση δεν έχει γλώσσα να πει σε κάποιον ότι είναι αμελής ή να αντιμιλήσει σ΄εκείνον ο οποίος τον ταλαιπωρεί, ούτε έχει μάτια να δει ή να αντιληφθεί άλλου ανθρώπου ελαττώματα, ούτε αυτιά ν΄ακούσει πράγματα που δεν ωφελούν την ψυχή του. Στόμα δεν έχει να φανερώσει ελαττώματα κάποιου ή να θλίψει κάποιον με τα λόγια του ούτε έχει ενδιαφέροντα με κάποιον εκτός των δικών του αμαρτημάτων. Αντίθετα, είναι ειρηνικός προς όλους τους ανθρώπους, γιατί αυτό είναι εντολή του Κυρίου και όχι γιατί χαρίζεται κάποια άλλη αδυναμία.
Γιατί κι αν νηστεύει κανείς όλη την εβδομάδα και κάνει πολλούς κόπους έξω από την πορεία αυτή, πάνε χαμένοι όλοι
οι κόποι του.


* * *


41. Είπε ο αββάς Ησαίας:
«Η συνειδητή παράδοση του εαυτού μας στον Θεό, και η υπακοή στις εντολές του με ταπείνωση, φέρνουν την αγάπη και η αγάπη φέρνει την απάθεια».


* * *


43. Ρώτησαν τον αββά Ησαία τι είναι ταπείνωση, κι εκείνος είπε:
«Ταπείνωση είναι να θεωρούμε τον εαυτό μας πιο αμαρτωλό απ΄όλους τους ανθρώπους και να εξουθενώνουμε τον εαυτό μας ότι τίποτε καλό δεν κάναμε ενώπιον του Θεού.

Και η εργασία της ταπείνωσης είναι η εξής: Να σιωπούμε, να μη ψηφίζουμε τον εαυτό μας σε καμιά περίπτωση, να μην είμαστε φιλόνικοι, να είμαστε έτοιμοι για υποταγή, με το βλέμμα χαμηλωμένο, τον θάνατο να έχουμε πρό οφθαλμών, να μην χρησιμοποιούμε το ψέμα και τον αργό λόγο. Να μην αντιμιλούμε στον μεγαλύτερο, να μη θέλουμε να περάσει ο λόγος μας, να υπομένουμε τις περιφρονήσεις, να μισήσουμε την ανάπαυση, να βιάζουμε τον εαυτό μας σε κάθε περίπτωση, να είμαστε νηφάλιοι, να κόψουμε το θέλημά μας, να μην προκαλούμε κανέναν και να μη φθονούμε κανένα».


* * *


46. «Ας μη μιλάει η γλώσσα σου -είπε άλλη φορά- αλλά η πράξη. Ο λόγος σου να΄ναι ταπεινός περισσότερο απ΄ό,τι η πράξη.
Μην μιλήσεις ερήμην της συνειδήσεώς σου και μη διδάξεις χωρίς ταπείνωση, για να δεχθεί η γη τον σπόρο σου».


* * *


49. Βρέθηκε κάποτε ο αββάς Θεόδωρος με αδελφούς και την ώρα που έτρωγαν, ευλαβικά έπαιρναν τα ποτήρια, αμίλητοι, αλλά δεν έλεγαν το «συγχώρησον». Είπε τότε ο αββάς Θεόδωρος: «Έχασαν οι μοναχοί την ευγένειά τους, να λένε: συγχώρησον».


* * *


50. Ο ίδιος είπε:
«Καμιά αρετή δεν μπορεί να συγκριθεί με το να μην εξουθενώνουμε τους άλλους».


* * *


59. Έλεγε ο αββάς Ιωάννης:
«Η πόρτα του ουρανού είναι η ταπείνωση.
Και οι Πατέρες μας, περνώντας με χαρά μέσα από πολλές καταφρονήσεις, μπήκαν στην πόλη του Θεού».


* * *


60. Είπε επίσης: «Η ταπεινοφροσύνη και ο φόβος του Θεού είναι πάνω απ΄όλες τις αρετές».


* * *


61. Ρώτησε κάποια φορά:
- «Ποιος πούλησε τον Ιωσήφ;»
- «Οι αδελφοί του» αποκρίθηκε ένας αδελφός.
- «Όχι» του λέει ο Γέροντας, «η ταπείνωσή του τον πούλησε, γιατί μπορούσε να πεί «είμαι αδελφός τους» και να αντιδράσει, αλλά σώπασε και χάρη στην ταπείνωση πούλησε τον εαυτό του. Και η ταπείνωσή του τον κατέστησε άρχοντα στην Αίγυπτο».


* * *


62. Είπε ο αββάς Ιωάννης:
«Αφήσαμε το ελαφρύ φορτίο, δηλαδή το να μεμφόμαστε τον εαυτό μας και κουβαλάμε το βαρύ, δηλαδή το να δικαιώνουμε τον εαυτό μας».


* * *


63. Ο ίδιος καθόταν στη σύναξη και στέναξε μη γνωρίζοντας ότι κάποιος είναι πίσω του.
Όταν το κατάλαβε, έβαλε μετάνοια λέγοντας: «Συγχώρεσέ με, αββά, είμαι ακόμη ακατήχητος».


* * *


76. Ρώτησε αδελφός τον αββά Κρόνιο:
- «Με ποιόν τρόπο φθάνει ο άνθρωπος στην ταπεινοφροσύνη;»
- «Με τον φόβο του Θεού» απαντά ο Γέροντας.
- «Και τι κάνοντας -ρωτάει πάλι ο αδελφός- φθάνει στον φόβο του Θεού;»
- «Όπως τα βλέπω εγώ -λέει ο Γέροντας- με το να περιμαζεύει τον εαυτό του από κάθε τι και να τον δίνει σε κόπο σωματικό με όση δύναμη έχει, και να θυμάται την έξοδό του από τον κόσμο αυτό και την κρίση του Θεού».


* * *


81. Ρώτησαν τον αββά Λογγίνο:
- «Ποια απ΄όλες τις αρετές είναι μεγαλύτερη, πάτερ;»
Και ο Γέροντας είπε:
- «Σκέφτομαι ότι όπως η υπερηφάνεια είναι η χειρότερη απ΄όλες τις αμαρτίες, αφού κι από τον ουρανό έριξε κάποιους, αντίστοιχα και η ταπεινοφροσύνη έχει τη δύναμη και απ΄αυτά τα απύθμενα βάθη να ανεβάσει πάνω τον άνθρωπο, έστω κι αν έχει αμαρτήσει όσο και ο διάβολος. Γι΄αυτό και ο Κύριος μακαρίζει αυτούς που έχουν ταπεινό φρόνημα».


* * *


84. Πήγαινε κάποτε ο αββάς Μακάριος από το Έλος στο κελί του κρατώντας βλαστούς.
Και ξαφνικά τον συναντάει ο διάβολος πάνω στον δρόμο μ΄ένα δρεπάνι στο χέρι.
Έκανε να τον χτυπήσει αλλά δεν το κατόρθωσε και του λέει:
- «Πολλή αντίσταση υπάρχει σε σένα, Μακάριε, γιατί η δύναμή μου δεν ενεργεί επάνω σου.
Ό,τι κάνεις, κάνω κι εγώ, εσύ νηστεύεις, νηστεύω κι εγώ, εσύ αγρυπνείς, εγώ δεν κοιμάμαι καθόλου.
Ένα πράγμα μόνο είναι στο οποίο με νικάς».
- «Και ποιο είναι αυτό;» τον ρωτάει ο αββάς Μακάριος.
- «Η ταπείνωσή σου -απαντά- και γι΄αυτό δεν μπορώ να σε νικήσω».


* * *


93. Είπε ο αββάς Μωυσής:
- «Εάν ο άνθρωπος δεν κρατά μέσα στην καρδιά του ότι είναι αμαρτωλός, ο Θεός δεν τον εισακούει».
- «Και τι σημαίνει -ρωτάει ο αδελφός- να κρατάς στην καρδιά σου ότι είσαι αμαρτωλός;»
Και απαντά ο Γέροντας:
- «Εκείνος που σηκώνει συνειδητά τις αμαρτίες του, δεν βλέπει τις αμαρτίες του πλησίον».


* * *


94. Αδελφός ρώτησε τον αββά Μωυσή:
- «Σε κάθε κόπο που κάνει ο άνθρωπος, τι είναι αυτό που θα τον βοηθήσει;»
- «Ο Θεός, -του απαντά ο Γέροντας- είναι αυτός πού βοηθάει, διότι είναι γραμμένο στη Γραφή:
Ο Θεός είναι καταφυγή και δύναμή μας και βοηθός πανίσχυρος στις θλίψεις πού μας βρίσκουν».
- «Και οι νηστείες -ξαναρωτά ο αδελφός- και οι αγρυπνίες που κάνει ο άνθρωπος, τι σκοπό έχουν;»
- «Αυτές -του λέει ο Γέροντας- ταπεινώνουν την ψυχή. Και η Γραφή λέει:
Δές την ταπείνωσή μου και τον κόπο μου και συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες μου.
Και εάν η ψυχή θα φέρει τους καρπούς αυτούς, θα την σπλαχνιστεί ο Θεός χάρη σ΄αυτά».


* * *


96. Είπε ο αββάς Ματώης:
«Όσο περισσότερο προσεγγίζει ο άνθρωπος τον Θεό, τόσο πιο πολύ αμαρτωλό χαρακτηρίζει τον εαυτό του.
Ο προφήτης Ησαϊας όταν είδε τον Θεό αποκαλούσε τον εαυτό του ταλαίπωρο και βρωμερό».


* * *


97. Έλεγε επίσης:
«Όταν ήμουν νέος, είχα τον λογισμό ότι ίσως κάποια καλή εργασία κάνω.
Τώρα όμως που γέρασα, βλέπω ότι καμιά καλή εργασία δεν έχω κάνει».


* * *


98. Αδελφός επισκέφθηκε τον αββά Ματώη και του λέει:
- «Πώς οι Σκητιώτες έκαναν περισσότερα απ΄αυτά πού λέει η Γραφή αγαπώντας τους εχθρούς τους παραπάνω από τον εαυτό τους;»
Και ο αββάς Ματώης του είπε:
- «Εγώ μέχρι τώρα ακόμη δεν έχω καταφέρει να αγαπώ σαν τον εαυτό μου εκείνον που με αγαπά».


* * *


102. Αδελφός ρώτησε τον αββά Ματώη:
- «Τι να κάνω πού με στενοχωρεί η γλώσσα μου, γιατί σαν βρεθώ ανάμεσα σε ανθρώπους, δεν μπορώ να την συγκρατήσω και τους κατακρίνω για κάθε καλή πράξη αλλά και τους ελέγχω. Τι να κάνω λοιπόν;»
Και ο Γέροντας αποκρίθηκε:
- «Εάν δεν μπορείς να κυριαρχήσεις στη γλώσσα σου, πάνε να ζήσεις μόνος, γιατί αυτό είναι αδυναμία σου.
Αυτός που μένει μαζί με αδελφούς, δεν πρέπει να είναι τετράγωνος, αλλά στρογγυλός για να κυλάει προς όλους».
Και πρόσθεσε ο Γέροντας:
- «Το ότι ζω μόνος δεν είναι από αρετή αλλά από αδυναμία. Δυνατοί είναι αυτοί που βάζουν τον εαυτό τους ανάμεσα σε ανθρώπους».


* * *


107. Είπε ο αββάς Ξάνθιος:
«Το σκυλί είναι σε καλύτερη μοίρα από μένα, διότι και αγάπη έχει και δεν θα κριθεί».


* * *


112. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
«Έχουμε πολλούς πειρασμούς, γιατί δεν αποδεχόμαστε την τάξη στην οποία είμαστε, καθώς και το όνομά μας, όπως μας λέει η Γραφή. Δεν βλέπουμε τη γυναίκα τη Χαναναία που αποδέχθηκε τον χαρακτηρισμό που της έκανε ο Κύριος και γι΄αυτό την ανέπαυσε;
Επίσης την Αβιγαία που είπε στον Δαβίδ: Εγώ έφταιξα, κι εκείνος την άκουσε και την αγάπησε;
Η Αβιγαία εκπροσωπεί την ψυχή και ο Δαβίδ την Θεότητα.
Εάν λοιπόν η ψυχή μεμφθεί τον εαυτό της ενώπιον του Κυρίου, ο Κύριος την αγαπά».


* * *


113. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
«Μην έχεις περί πολλού τον εαυτό σου, αλλά να προσκολληθείς σε άνθρωπο που η ζωή του είναι σωστή».


* * *


114. Αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:
- «Το υψηλό φρόνημα τι είναι;»
Και ο Γέροντας του είπε:
- «Το να υπεραμύνεσαι το δίκιο σου».


* * *


121. Αδελφός είπε στον αββά Ποιμένα:
- «Εάν πέσω σε ελεεινό παράπτωμα, με κατατρώει ο λογισμός μου κατηγορώντας με «πώς έγινε και έπεσες;»
Και ο Γέροντας του λέει:
- «Όποια ώρα πέσει ο άνθρωπος σε κάποιο σφάλμα και πεί «ήμαρτον», αμέσως παύει ο λογισμός».


* * *


125. Είπε ο αββάς Ποιμήν:
«Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη και τον φόβο του Θεού όλη την ώρα, όπως συμβαίνει με την αναπνοή από τη μύτη του».


* * *


127. Είπε επίσης:
«Το να είναι παραδομένος κανείς στον Θεό με απόλυτη εμπιστοσύνη, το να μην έχει περί πολλού τον εαυτό του και το να παραιτείται από το θέλημά του, αυτά είναι εργαλεία της ψυχής».


* * *


129. Είπε ο αββάς Ποιμήν ότι ο μακάριος αββάς Αντώνιος έλεγε:
«Η μεγάλη δύναμη του ανθρώπου είναι το να αναλαμβάνει την ευθύνη των σφαλμάτων του ενώπιον του Κυρίου και να αναμένει πειρασμό μέχρι τελευταίας του αναπνοής».


* * *


133. Είπε πάλι:
«Να μην κάνεις το θέλημά σου. Ανάγκη είναι να ταπεινώνεις τον εαυτό σου για χάρη του αδελφού σου».


* * *


135. Είπε επίσης:
«Αυτό που γνωρίζει ένας άνθρωπος και πού δεν το τήρησε πώς μπορεί να το διδάξει στον άλλον;»


* * *


163. Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Σισόη:
- «Ποια είναι η οδός που οδηγεί στην ταπείνωση;»
Και του απαντά ο Γέροντας:
- «Η οδός που οδηγεί στην ταπεινοφροσύνη είναι:
η εγκράτεια, η προσευχή στον Θεό και ο αγώνας να έχει κανείς τον εαυτό του κατώτερο από οποιονδήποτε άνθρωπο».


* * *


165. Είπε ο αββάς Σαρματάς:
«Προτιμώ άνθρωπο πού αμάρτησε, εάν κατάλαβε ότι αμάρτησε και μετανοεί, παρά άνθρωπο πού δεν αμάρτησε και έχει τον εαυτό του για ενάρετο».


* * *


172. Είπε κάποιος Γέροντας:
«Μη λές μόνο λόγια ταπείνωσης, αλλά να έχεις φρόνημα ταπεινό, γιατί χωρίς ταπεινοφροσύνη είανι αδύνατον να υψωθείς στην κατά Θεόν εργασία».


* * *


177. Ρώτησαν κάποιον Γέροντα πώς αποκτά η ψυχή ταπείνωση.
Και απάντησε:
«Όταν νοιάζεται μόνον για τα δικά της σφάλματα».


* * *


179. Είπε Γέροντας:
«Η ταπείνωση δεν οργίζεται, ούτε κάνει κάποιον να οργιστεί».


* * *


182. Είπε Γέροντας:
«Αυτόν που τον τιμούν ή τον επαινούν περισσότερο απ΄ότι αξίζει, πολύ ζημιώνεται, ενώ εκείνος που δεν τιμάται καθόλου από τους ανθρώπους, θα δοξασθεί από τον Θεό».


* * *


187. Είπε Γέροντας:
«Σε κάθε πειρασμό μην κατηγορείς τους ανθρώπους αλλά μόνο τον εαυτό σου λέγοντας: εξαιτίας των αμαρτιών μου μου συμβαίνουν αυτά».


* * *


193. Είπε Γέροντας:
«Μην πιστέψεις μέσα σου πώς επαγρυπνείς για την σωτηρία σου πιο πολύ απ΄τον αδελφό σου και πώς είσαι πιο ασκητικός απ΄αυτόν, αλλά μ΄ένα πνεύμα πτωχείας εν Χριστώ και με αγάπη ανυπόκριτη, να είσαι υποταγμένος στη χάρη του Χριστού για να μην σε βρει πνεύμα υπερηφάνειας και χάσεις τον κόπο σου. Γιατί έχει γραφεί: Αυτός που νομίζει ότι στέκεται καλά στα πόδια του, ας προσέξει μην πέσει. Να είναι αρτυμένη η ζωή σου με αλάτι μέσα στο πνεύμα του Κυρίου».


* * *


194. Είπε Γέροντας:
«Ουδέποτε ξέφυγα απ΄τα μέτρα μου για ν΄ανεβώ ψηλότερα, ούτε πάλι ταράχθηκα, γιατί αναγκάστηκα να ταπεινωθώ.
Η όλη φροντίδα μου είναι να παρακαλώ τον Θεό, ώσπου να με απαλλάξει απ΄τον παλαιό άνθρωπο».


* * *


197. Σε κάποιον απ΄τους αδελφούς παρουσιάστηκε ο διάβολος μετασχηματισμένος σε άγγελο φωτός και του ΄πε:
«Εγώ είμαι ο Γαβριήλ και στάλθηκα σε σένα».
Κι εκείνος απάντησε:
«Πρόσεξε μήπως στάλθηκες για κάποιον άλλον, γιατί εγώ δεν είμαι άξιος».
Κι εκείνος αμέσως έγινε άφαντος.


* * *


198. Έλεγαν οι Γέροντες ότι κι αν ακόμη σου παρουσιαστεί πραγματικός άγγελος, μην το πιστέψεις, αλλά ταπεινώσου λέγοντας:
«Δεν είμαι άξιος να δω άγγελο, μια που ζω μέσα στην αμαρτία».


* * *


199. Έλεγαν για κάποιο Γέροντα ότι εκεί που καθόταν στο κελί του κι έκανε τον αγώνα του, έβλεπε φανερά μπροστά του τους δαίμονες και τους εξευτέλιζε. Βλέποντας ο διάβολος τον εαυτό του να νικιέται απ΄τον Γέροντα, πήγε και παρουσιάστηκε λέγοντας:
«Εγώ είμαι ο Χριστός».
Μόλις τον είδε ο Γέροντας έκλεισε τα μάτια του. Του λέει τότε ο διάβολος:
«Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Εγώ είμαι, ο Χριστός».
Του αποκρίθηκε ο Γέροντας:
«Εγώ δεν θέλω να δω εδώ τον Χριστό».
Και μόλις τ΄άκουσε ο διάβολος έγινε άφαντος.


* * *


200. Σ΄άλλο Γέροντα έλεγαν οι δαίμονες:
«Θέλεις να δείς τον Χριστό;»
Κι εκείνος τους είπε:
«Να χαθείτε και σεις και αυτά που λέτε. Εγώ πιστεύω στον Χριστό μου πού είπε:
Εάν σας πει κάποιος, να, εδώ ο Χριστός, να, εκεί ο Χριστός, να μην πιστέψετε». Κι αμέσως εξαφανίστηκαν.


* * *


208. Κάποιος αδελφός ρώτησε ένα Γέροντα:
- «Ποια είναι η προκοπή του ανθρώπου που τη θέλει κι ο Θεός;»
Κι απάντησε ο Γέροντας:
- «Η προκοπή του ανθρώπου είναι η ταπείνωση, γιατί όσο κάποιος κατεβαίνει προς την ταπείνωση, τόσο ανεβαίνει σε προκοπή».


* * *

210. Είπε Γέροντας:

«Εάν πεις σε κάποιον, συγχώρησέ με, ταπεινώνοντας τον εαυτό σου, καίς τους δαίμονες».


* * *


213. Ρωτήθηκε κάποιος Γέροντας τι είναι ταπείνωση.
Κι απάντησε:
«Η ταπείνωση είναι μεγάλο και Θεϊκό έργο, ο δρόμος που οδηγεί στην ταπείνωση είναι οι σωματικοί κόποι και το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του πιο αμαρτωλό απ΄όλους και κατώτερο όλων».
Και είπε ο Γέροντας:
«Αυτό στην πράξη σημαίνει να μην προσέχει κανείς ξένες αμαρτίες, αλλά πάντοτε τις δικές του και διαρκώς να παρακαλεί τον Θεό».


* * *


214. Παρακάλεσε κάποιος αδελφός ένα Γέροντα:
«Πές μου -του είπε- κάτι που να το τηρήσω και να σωθώ μ΄αυτό».
Και του λέει ο Γέροντας:
«Εάν μπορείς να βαστάξεις όταν σε βρίσουν, αυτό είναι το μεγαλύτερο απ΄όλες τις αρετές».


* * *


215. Είπε Γέροντας:
«Σώζεται εκείνος που μπορεί να σηκώσει εξουθένωση και βρισιές και ζημία».


* * *


220. Είπε Γέροντας:
«Μην κατηγορήσεις μέσα σου τον αδελφό σου για οποιοδήποτε πράγμα».


* * *


224. Είπε λοιπόν ο Γέροντας:
«Αυτό είναι που θεραπεύει τον άνθρωπο και αυτό θέλει ο Θεός, να αναλάβει δηλαδή ο άνθρωπος την ευθύνη των σφαλμάτων του ενώπιον του Θεού».


* * *


236. Κάποιος ρώτησε έναν Γέροντα:
- «Τι να κάνω πού η κενοδοξία μου με θλίβει;»
Και του απαντά ο Γέροντας:
- «Καλά κάνεις, μια και σύ έκανες τον ουρανό και τη γη».
Και απ΄αυτό κατανύχθηκε ο αδελφός και έβαλε μετάνοια λέγοντας:
- «Συγχώρεσέ με, γιατί τίποτε τέτοιο δεν έκανα».
Και του είπε ο Γέροντας:
- «Αν αυτός που τα εδημιούργησε αυτά, ήρθε μέσα σε ταπεινοφροσύνη, εσύ που είσαι πηλός, γιατί κενοδοξείς;
Ποιο είναι, λοιπόν, το έργο σου, δυστυχισμένε;»


* * *


254. Είπε κάποιος Γέροντας:
«Αν μπροστά σου κατηγορήσει κάποιος αδελφός έναν άλλο αδελφό, πρόσεξε μην τον ντραπείς και πείς:
«Ναι, έτσι είναι», αλλά ή σιώπα ή πές του: «Εγώ αδελφέ, είμαι καταδικασμένος και δεν μπορώ να κρίνω άλλον».
Και έτσι σώζεις και τον εαυτό σου και εκείνον».


* * *
pavmaria
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 830
Εγγραφή: Τετ Οκτ 05, 2005 5:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από pavmaria »

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ



ΤΟΜΟΣ Δ΄



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙC΄



Περί ανεξικακίας



4. Είπε ο αββάς Ζήνων:

«Εκείνος που θέλει ν΄ακούσει γρήγορα ο Θεός την προσευχή του, μόλις σταθεί όρθιος και υψώσει τα χέρια του για να προσευχηθεί προς το Θεό, πρίν απ΄όλα και προτού ακόμα ευχηθεί για τη δική του ψυχή, ας προσευχηθεί από τα κατάβαθα της ψυχής του για τους εχθρούς του. Και μ΄αυτή του την πράξη, για ότι κι αν παρακαλέσει το Θεό, θα εισακουστεί».



* * *



6. Ενώ καθόταν κάποτε ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός μπροστά από την εκκλησία, τον περιτριγύρισαν οι αδελφοί και του εμπιστεύονταν τους λογισμούς τους. Τον είδε κάποιος απ΄τους Γέροντες και επειδή πολεμήθηκε από φθόνο, του είπε:

- «Το κανάτι σου, Ιωάννη, είναι γεμάτο δηλητήριο».

Και ο αββάς Ιωάννης του είπε:

- «Έτσι είναι, αββά. Και αυτό το είπες, γιατί βλέπεις μόνο τα έξω. Και τι δεν θα είχες ακόμη να πεις, αν έβλεπες και τα μέσα;»



* * *



8. Είπε ο αββάς Ποιμήν για τον αββά Ισίδωρο ότι, όταν μιλούσε στους αδελφούς στην εκκλησία, αυτόν τον λόγο μόνο έλεγε:

«Αδελφοί, συγχωρήστε και θα συγχωρηθούν και οι δικές σας αμαρτίες».



* * *



17. Είπε ο αββάς Ποιμήν:

«Οποιαδήποτε ταλαιπωρία κι αν πέσει επάνω σου, θα τη νικήσεις με τη σιωπή».



* * *



18. Ακόμα είπε:

«Η πονηρία δεν εξουδετερώνει καθόλου την πονηρία, αλλά, εάν κάποιος σου κάνει κακό, εσύ ευεργέτησέ τον, για να εξαφανίσεις την κακία με τα καλά έργα».



* * *



19. Άκουσε ο αββάς Ποιμήν για κάποιον που έτρωγε κάθε έξι ημέρες, διότι οργιζόταν.

Και είπε ο Γέροντας:

«Έμαθε να σηκώνει το βάρος της νηστείας των έξ ημερών και δεν έμαθε να διώχνει την οργή του».



* * *



22. Κάποιος αδελφός, που αδικήθηκε από άλλον αδελφό, ήλθε στον αββά Σισώη και του είπε:

- «Αδικήθηκα από κάποιον αδελφό και θέλω να πάρω πίσω το δίκιο μου».

Ο Γέροντας όμως τον παρακαλούσε λέγοντας:

- «Μη, τέκνον, καλύτερα άφησέ το στο Θεό το θέμα του δίκιου σου».

Κι εκείνος επέμεινε:

- «Δεν θα σταματήσω την υπόθεση, ώσπου να πάρω το δίκιο μου πίσω».

Τότε ο Γέροντας του είπε:

- «Ας σηκωθούμε για προσευχή, αδελφέ».

Και, αφού σηκώθηκε, είπε ο Γέροντας:

- «Θεέ δεν σ΄έχουμε πλέον ανάγκη να φροντίζεις για μας, γιατί εμείς οι ίδιοι παίρνουμε πίσω το δίκιο μας».

Μόλις λοιπόν το άκουσε αυτό ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του Γέροντα λέγοντας:

- «Συγχώρεσέ με, αββά, δεν θα ζητήσω πλέον το δίκιο μου από τον αδελφό».



* * *



29. Πήγαν κάποτε στο ασκητήριο ενός Γέροντα ληστές και του είπαν:

- «Έχουμε έλθει να σου πάρουμε όσα έχεις στο κελί σου».

Κι εκείνος είπε:

- «Πάρτε όσα νομίζετε, παιδιά μου».

Πήραν λοιπόν όσα βρήκαν στο κελί, ξέχασαν όμως ένα σακούλι που ήταν εκεί κρεμασμένο.

Το πήρε λοιπόν ο Γέροντας κι έτρεχε από πίσω τους φωνάζοντάς τους και λέγοντας:

- «Παιδιά, πάρτε αυτό που ξεχάσατε στο κελί σας».

Κι εκείνοι, επειδή θαύμασαν την αγαθότητα του Γέροντα, έβαλαν στη θέση τους όλα τα πράγματα του κελιού και μετανιωμένοι έλεγαν μεταξύ τους:

- «Πραγματικά αυτός είναι άνθρωπος του Θεού».



* * *



40. Είπε ένας από τους Πατέρες:

- «Εάν κάποιος σε κακολογήσει, εσύ πές του καλά λόγια. Εάν τα δεχθεί, θα είναι καλό και για τους δύο.

Εάν πάλι δεν τα δεχθεί, αυτός θα λάβει από τον Θεό για τα υβριστικά του λόγια κι εσύ για τα καλά σου λόγια».



* * *



41. Είπε Γέροντας:

«Εάν κάποιος θυμηθεί αυτόν που τον έθλιψε ή τον περιφρόνησε ή τον κακολόγησε ή τον έβλαψε, οφείλει να τον φέρνει στη μνήμη του σαν γιατρό σταλμένο απ΄τον Χριστό. Και έχει χρέος να τον θεωρεί ευεργέτη του.

Διότι το ότι στενοχωρείσαι, είναι χαρακτηριστικό άρρωστης ψυχής, αν δεν ήσουν άρρωστος, δεν θα σε πείραζε. Οφείλεις να χαίρεσαι με τον αδελφό, διότι αυτός σου φανέρωσε την αρρώστια σου, και να εύχεσαι γι΄αυτόν ωσάν να πρόκειται για ένα θεραπευτικό φάρμακο που σου το ΄στειλε ο ίδιος ο Χριστός. Αν όμως νιώθεις μίσος γι΄αυτόν, είναι σαν να λές μέσα σου κατά του Χριστού:

Δεν θέλω να δεχτώ τα φάρμακά σου, θέλω να σαπίσω μέσα στα τραύματά μου».



* * *



42. Είπε άλλη φορά:

«Αυτός που θέλει να γιατρευθεί απ΄τα φοβερά τραύματα της ψυχής, προκειμένου ν΄απαλλαγεί απ΄την αρρώστια, οφείλει να υπομένει όσα θα του κάνει ο γιατρός. Γιατί ούτε κι αυτός που πάσχει σωματικά δέχεται ευχαρίστως να τον κόβουν ή να τον καυτηριάζουν ή να πάρει καθαρτικό, αλλά και μόνο πού τα θυμάται αηδιάζει. Όμως πείθει τον εαυτό του πώς χωρίς αυτό του είναι αδύνατον ν΄απαλλαγεί απ΄την αρρώστια. Και υπομένει όσα του κάνει ο γιατρός, γιατί γνωρίζει πώς δοκιμάζοντας προσωρινά κάτι όχι ευχάριστο, θα απαλλαγεί απ΄την μακροχρόνια ασθένεια.

Όργανο του Χριστού που καυτηριάζει είναι αυτός πού σε προσβάλλει ή σε κακολογεί και σε απαλλάσσει απ΄την κενοδοξία.

Καθαρτικό που σου στέλνει ο Χριστός είναι αυτός που σου προκαλεί υλική ζημία, γιατί σε απαλλάσσει απ΄την πλεονεξία.

Και αυτός που αποφεύγει έναν πειρασμό απ΄τον οποίο θα έχει ωφέλεια, αποφεύγει ζωή αιώνια.

Και ποιος άλλος χάρισε στον Άγιο Στέφανο τέτοια δόξα, σαν αυτή που απέκτησε απ΄αυτούς που τον λιθοβόλησαν;»



* * *



43. Άλλη φορά είπε:

«Εγώ δεν κατακρίνω αυτούς που με κατηγορούν, αλλά τους αποκαλώ ευεργέτες μου.

Κι ούτε πάλι κάνω πέρα τον γιατρό των ψυχών την ώρα που προσφέρει το φάρμακο της ατιμίας στην κενόδοξη ψυχή μου».



* * *



44. Είπε ένας Γέροντας:

«Βλέπουμε τον σταυρό του Χριστού, διαβάζουμε για τα πάθη του, κι όμως εμείς δεν σηκώνουμε καμία προσβολή».



* * *
pavmaria
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 830
Εγγραφή: Τετ Οκτ 05, 2005 5:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από pavmaria »

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ



ΤΟΜΟΣ Δ΄



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ΄



Περί αγάπης



1. Είπε ο αββάς Αντώνιος:

«Εγώ δεν φοβάμαι πιά τον Θεό, αλλά τον αγαπώ, γιατί η αγάπη διώχνει πέρα τον φόβο».



* * *



2. Είπε πάλι:

«Η ζωή και ο θάνατος της ψυχής εξαρτάται από τον πλησίον. Αν κερδίσουμε τον αδελφό, τον θεό κερδίζουμε, ενώ αν σκανδαλίσουμε τον αδελφό, στον Χριστό αμαρτάνουμε».



* * *



4. Ο αββάς Αγάθων είπε:

«Ποτέ δεν πλάγιασα να κοιμηθώ, έχοντας δυσαρεστηθεί με κάποιον, αλλά ούτε και άφησα -όσο μπορούσα- άλλον να κοιμηθεί, έχοντας κάτι με μένα».



* * *



7. Έλεγε ο αββάς Αγάθων:

«Αν γινόταν να βρω ένα λεπρό και να του δώσω το δικό μου σώμα και να πάρω το δικό του, ευχαρίστως θα το έκαμνα.

Γιατί αυτή είναι η τέλεια αγάπη».



* * *



16. Έλεγε ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός:

«Δεν γίνεται να χτίσει κανείς το σπίτι, αρχίζοντας από πάνω και προχωρώντας προς τα κάτω.

Από τα θεμέλια θα αρχίσει και θα προχωρήσει προς τα πάνω».

Τον ρωτούν:

«Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια;»

«Το θεμέλιο, απαντά, είναι ο πλησίον, προκειμένου να τον σώσεις, και πρώτος εσύ ωφελείσαι, γιατί απ΄αυτόν κρέμονται όλες οι εντολές του Χριστού».



* * *



18. Ο αββάς Ιωάννης είπε:

«Ο πατέρας μας, ο αββάς Αντώνιος, είπε: Ποτέ δεν έβαλα το δικό μου συμφέρον πιο πάνω από την ωφέλεια του αδελφού μου».



* * *



32. Είπε ο αββάς Υπερέχιος:

«Προσπάθησε να γλυτώσεις -όσο μπορείς- τον πλησίον από τις αμαρτίες χωρίς να τον προσβάλεις, διότι και ο Θεός δεν αποστρέφεται όσους μετανοούν. Επίσης, λόγος κακίας ή πονηρίας εναντίον του αδελφού σου ας μην παραμένει στην καρδιά σου, για να μπορείς να λές: Συγχώρεσέ μας τα παραπτώματά μας, όπως και εμείς συγχωρούμε εκείνους που μας έφταιξαν».



* * *



38. Ένας Γέροντας είπε:

«Αν κάποιος σου ζητήσει ένα πράγμα και σύ βιάζοντας τον εαυτό σου το προσφέρεις, φρόντισε και ο λογισμός σου να ευαρεστηθεί με αυτό πού δίνεις, καθώς είναι γραμμένο: Αν κάποιος σε αγγαρεύσει να πάς μαζί του ένα μίλι, πήγαινε δυό. Δηλαδή αν κάποιος σου ζητήσει κάτι, να του το δώσεις με όλο σου το είναι».



* * *



45. Δυό Γέροντες ζούσαν ως μοναχοί πολλά χρόνια μαζί και ποτέ δεν μάλωσαν. Είπε ο ένας στον άλλον:

«Ας φιλονικήσουμε κι εμείς μια φορά όπως όλοι οι άνθρωποι».

Ο άλλος αποκρίθηκε:

«Δεν ξέρω πώς γίνεται η φιλονικία».

Και του λέει ο αδελφός:

«Να, θα βάλω στη μέση ένα τούβλο. Εγώ θα λέω ότι είναι δικό μου κι εσύ να λές, όχι, δικό μου είναι, και από δω γίνεται η αρχή».

Έβαλαν πράγματι στη μέση ένα τούβλο. Λέει ο ένας:

«Αυτό είναι δικό μου».

Ο άλλος είπε: «Όχι, είναι δικό».

Είπε ο πρώτος:

«Έ, αν είναι δικό σου, πάρ΄το και πήγαινε».

Και έφυγαν, χωρίς να βρουν αιτία για φιλονικία.



* * *



46. Ένας Γέροντας είπε:

«Ποτέ δεν επεθύμησα ένα έργο πού να ωφελεί εμένα και να βλάπτει τον διπλανό, γιατί πίστευα ότι το κέρδος του αδελφού μου είναι καρποφορία για μένα».



* * *



51. Κάποιος από τους Πατέρες πήγε στην πόλη να πουλήσει το εργόχειρό του. Εκεί είδε έναν φτωχό που ήταν γυμνός, και επειδή τον σπλαχνίστηκε, του χάρισε το επανωφόρι του. Ο φτωχός όμως πήγε και το πούλησε. Όταν το έμαθε αυτό ο Γέροντας, λυπήθηκε και μετάνιωσε που του έδωσε το ένδυμα.

Εκείνη τη νύχτα παρουσιάστηκε στον Γέροντα -σε όνειρο- ο Χριστός, φορώντας το επανωφόρι. Του λέει:

«Μη λυπάσαι, να, φορώ αυτό που μου έχεις δώσει».



* * *



52. Οι Γέροντες έλεγαν:

«Ο καθένας οφείλει τα προβλήματα του πλησίον να τα κάνει δικά του και σε όλα να συμπάσχει με αυτόν. Και να χαίρεται και να κλαίει μαζί μ΄αυτόν, και με τέτοια διάθεση να στέκεται απέναντί του, σαν να φοράει το σώμα του πλησίον και σαν να πρόκειται για τον εαυτό του, αν ποτέ συμβεί κάτι κακό σ΄εκείνον.

Αυτά είναι σύμφωνα με τη Γραφή πού λέει: Χάρη στον Χριστό όλοι είμαστε ένα σώμα.

Και: Όλοι όσοι πίστευσαν στον Χριστό είχαν μια καρδιά και μια ψυχή».



* * *



58. Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον Γέροντα:

«Γιατί, όταν κάνω τις μικρές μου προσευχές (τον κανόνα μου), προσέχω ότι άλλοτε δεν υπάρχει ευφορία στην καρδιά μου και άλλοτε προθυμία;»

Απαντά ο Γέροντας:

«Πώς λοιπόν θα φανεί ότι ο άνθρωπος αγαπά τον Θεό;»

Και συμπλήρωσε:

«Εμένα το σώμα μου μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στην προαίρεσή μου».



* * *



61. Ένας Γέροντας είπε:

«Μην απαιτείς αγάπη από τον πλησίον, γιατί εκείνος που αγαπά κάποιον και δεν βρίσκει ανταπόκριση ταράζεται.

Καλύτερα, εσύ δείξε την αγάπη στον πλησίον, έτσι κι εσύ νιώθεις ανάπαυση, αλλά με τον τρόπο αυτό οδηγείς σε αγάπη και τον πλησίον».



* * *



62. Είπε πάλι:

«Το να υστερείς στο θέμα της αγάπης απέναντι των αδελφών προέρχεται από το ότι δέχεσαι τους λογισμούς που ξεκινούν από υποψία και εμπιστεύεσαι στα αισθήματά σου. Επιπλέον και από το ότι δεν θέλεις να παθαίνεις αντίθετα από ό,τι επιθυμείς. Εκείνο λοιπόν που σου χρειάζεται είναι με τη βοήθεια του Θεού, πρώτα πρώτα να μη δίνεις εμπιστοσύνη στις υπόνοιές σου και ύστερα με όλη σου την προθυμία και τη δύναμη να ταπεινώνεσαι ενώπιον των αδελφών, και να κόβεις για χάρη τους το θέλημά σου».



* * *



63. Έλεγε επίσης ότι η αγάπη που έχει αφετηρία τον Θεό είναι πιο δυνατή και από την αγάπη που την έχει κανείς εκ φύσεως.



* * *
pavmaria
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 830
Εγγραφή: Τετ Οκτ 05, 2005 5:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από pavmaria »

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ



ΤΟΜΟΣ Δ΄



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΗ΄



Περί διορατικών



4. Ο αββάς Δανιήλ είπε: Μας διηγήθηκε ο αββάς Αρσένιος -τάχα για κάποιον άλλον, ενώ ο ίδιος ήταν- τα εξής:

Ένας Γέροντας καθώς καθόταν στο κελί του, άκουσε φωνή που έλεγε:

«Έλα, θα σου δείξω τα έργα των ανθρώπων».

Σηκώθηκε και βγήκε. Τον έφερε σε κάποιο τόπο και του έδειξε έναν Αιθίοπα να κόβει ξύλα και να κάνει απ΄αυτά ένα μεγάλο φορτίο, που προσπαθούσε να το φορτωθεί, αλλά δεν μπορούσε. Και αντί να αφαιρέσει ξύλα από αυτό, έκοβε κι άλλα και τα στοίβαζε στο φορτίο. Αυτό το έκαμνε για πολλή ώρα.

Προχώρησε λίγο παρά πέρα. Του δείχνει έναν άνθρωπο να στέκεται πάνω σε λάκκο, να βγάζει νερό απ΄αυτόν και να το ρίχνει σε μια δεξαμενή που ήταν όλο τρύπες και έπεφτε το ίδιο το νερό πάλι στον λάκκο.

Ξανά του λέει:

«Έλα, θα σου δείξω άλλο».

Και βλέπει έναν ναό και δύο άνδρες καθισμένους σε άλογα που κρατούσαν οι δυο τους ένα ξύλο σε πλάγια θέση ο ένας δίπλα στον άλλο. Ήθελαν να περάσουν από τη θύρα, αλλά δεν μπορούσαν, γιατί το ξύλο ήταν πλαγιαστό. Και δεν πήρε την ταπεινή θέση ο ένας πίσω από τον άλλο, ώστε να μεταφέρουν το ξύλο κρατώντας το προς την ευθεία που πήγαιναν, και γι΄αυτό έμειναν έξω από την πόρτα.

Αυτοί είναι, εξήγησε, εκείνοι που βαστούν τον ζυγό της δικαιοσύνης με υπερηφάνεια, και δεν ταπεινώθηκαν να διορθώσουν τον εαυτό τους και να βαδίσουν την ταπεινή οδό του Χριστού. Γι΄αυτό και μένουν έξω από τη Βασιλεία του Θεού. Εκείνος που κόβει τα ξύλα, είναι ο άνθρωπος ο πεσμένος σε πολλές αμαρτίες και αντί να μετανοήσει, βάζει κι άλλες πάνω στις αμαρτίες του. Τέλος, εκείνος που τραβά το νερό είναι ο άνθρωπος πού, ναι μέν κάνει καλά έργα, αλλά επειδή σ΄αυτά είχε αναμείξει όχι καλό σκοπό, έχασε εξαιτίας αυτού και τα καλά έργα.

Κάθε άνθρωπος λοιπόν πρέπει να είναι προσεκτικός στα έργα του, για να μην κοπιάσει άδικα.



* * *



30. Έλεγαν για τον αββά Παχώμιο ότι κάποτε κηδευόταν το σκήνωμα ενός νεκρού και ότι το συνάντησε ο αββάς στον δρόμο.

Βλέπει δύο αγγέλους να ακολουθούν τον νεκρό πίσω από το νεκροκρέββατο.

Απόρησε γι΄αυτούς και παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει το γεγονός.

Τον πλησιάζουν οι δύο άγγελοι. Τους ρωτάει:

«Γιατί εσείς που είστε άγγελοι ακολουθείτε τον νεκρό;»

Και του λένε οι άγγελοι:

«Ο ένας από μας είναι της Τετάρτης κι ο άλλος της Παρασκευής. Αυτός ως τη μέρα που πέθαν δεν παρέλειπε να νηστεύει Τετάρτη και Παρασκευή, γι΄αυτόν τον λόγο ακολουθήσαμε πίσω από το σκήνωμά του. Επειδή λοιπόν μέχρι τον θάνατό του τήρησε τη νηστεία, κι εμείς μ΄αυτόν τον τρόπο δοξάσαμε αυτόν που έκανε αγώνα ενώπιον του Κυρίου».



* * *



31. Ο μακάριος Παύλος ο απλός, ο μαθητής του αγίου Αντωνίου, διηγήθηκε στους Πατέρες ότι κάποτε επισκέφθηκε ένα μοναστήρι για ωφέλεια των αδελφών. Μετά τη συνηθισμένη συνομιλία μεταξύ τους, μπήκαν στην αγία του Θεού εκκλησία να κάνουν την καθιερωμένη ακολουθία. Ο μακάριος Παύλος -λέει- πρόσεχε τον καθένα που έμπαινε στην εκκλησία, άραγε με ποια ψυχική διάθεση ερχόταν στην ακολουθία. Γιατί ο Θεός και αυτό το χάρισμα του είχε δώσει, να βλέπει ποιός είναι ο καθένας στην ψυχή, όπως εμείς βλέπουμε ο ένας τον άλλο.

Όλοι έμπαιναν με λαμπρή την ψυχή και το πρόσωπο χαρωπό και ο άγγελος του καθενός χαιρόταν μαζί του. Έναν -λέει- τον βλέπει μαύρο και σκοτεινό σ΄όλο του το σώμα. Δαίμονες τον περιτριγύριζαν κι απ΄τα δύο μέρη, τον τραβούσαν και του περνούσαν χαλινάρι στη μύτη, ενώ ο άγγελός του ακολουθούσε από μακριά, σκυθρωπός και θλιμμένος.

Ο Παύλος κλαίγοντας και χτυπώντας με το χέρι το στήθος, καθόταν έξω από την εκκλησία και θρηνούσε αυτόν που τον είδε σε τέτοια κατάσταση. Οι Πατέρες μπροστά στην παράξενη στάση του αββά και στην απρόοπτη μεταβολή του σε δάκρυα και πένθος, άρχισαν και οι ίδιοι να θρηνούν, και τον ρωτούσαν και τον παρακαλούσαν να τους πει τί είδε, φοβούμενοι μήπως το έκανε γιατί είχε κάποιο παράπονο από όλους. Τον παρακαλούσαν ακόμη να μπει στην ακολουθία.

Ο Παύλος όμως τους απομάκρυνε και καθόταν έξω, θρηνώντας με την ψυχή του αυτόν που τον είδε έτσι.

Ύστερα από λίγο η ακολουθία τελείωσε και όλοι έβγαιναν. Ο Παύλος πάλι παρατηρούσε τον καθένα, θέλοντας να δει σε τί κατάσταση ήσαν αυτοί που έβγαιναν. Βλέπει λοιπόν εκείνον τον άνδρα, τον μαύρο και ζοφερό, να βγαίνει από την εκκλησία λαμπρός στο σώμα, τους δαίμονες να ακολουθούν κάπου μακριά και τον άγιο άγγελο κοντά του να τον συνοδεύει και να χαίρεται πολύ γι΄αυτόν. Ο Παύλος αναπήδησε με χαρά και φώναζε ευλογώντας τον Θεό:

«Ώ ανέκφραστη φιλανθρωπία του Θεού και αγαθότητα! Ώ, δόξα στους θείους οικτιρμούς Του και στην άμετρη φιλανθρωπία Του!»

Τρέχοντας αμέσως ανέβηκε σε ψηλό σκαλοπάτι και έλεγε με μεγάλη φωνή:

«Ελάτε να δείτε τα έργα του Θεού τί καταπληκτικά και αξιοθαύμαστα είναι. Ελάτε να δείτε αυτόν που θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να γνωρίσουν την αλήθεια. Ελάτε να τον προσκυνήσουμε, να πέσουμε στα πόδια του και να του πούμε: Σύ μόνος μπορείς να απαλλάσσεις από τις αμαρτίες».

Έτρεχαν όλοι μαζί με ενδιαφέρον να ακούσουν τα λεγόμενα. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι, ο Παύλος περιέγραψε τί είχε αποκαλυφθεί σ΄αυτόν, πρίν μπουν στην εκκλησία. Ύστερα ζήτησε επίμονα από κείνον τον άνδρα να φανερώσει για ποια αιτία ο Θεός του χάρισε ξαφνικά μια τέτοια αλλαγή.

Ο αδελφός, αφού εξετέθη από τον Παύλο μπροστά σε όλους, χωρίς δισταγμό άρχισε να λέει τα σχετικά με τον εαυτό του.
«Εγώ -είπε- είμαι άνθρωπος αμαρτωλός. Από πολύ καιρό και μέχρι τώρα ζούσα μέσ΄στα σαρκικά αμαρτήματα. Όταν όμως μπήκα στην αγία του Θεού εκκλησία, αυτή την ώρα άκουσα από τον προφήτη Ησαϊα -μάλλον ο Θεός μιλούσε μέσω αυτού- να λέει: Να λουσθείτε, να καθαρισθείτε. Να αφαιρέσετε τις πονηρίες και τα αμαρτωλά πάθη από τις καρδιές σας, ώστε να είσθε καθαροί ενώπιόν μου. Να μάθετε να κάνετε το καλό. Και αν οι ψυχές σας είναι κόκκινες, θα τις λευκάνω σαν το χιόνι. Κι αν θελήσετε να με ακούσετε, θα απολαύσετε τα αγαθά της γης. Και εγώ ο πόρνος -λέει- με τα λόγια αυτά του προφήτη ένιωσα κατάνυξη στην ψυχή. Στέναξα μέσα μου και είπα στον Θεό: Σύ είσαι ο Θεός, που ήρθες στον κόσμο να σώσεις τους αμαρτωλούς. Αυτά που τώρα υποσχέθηκες με τον προφήτη σου, αυτά πραγματοποίησέ τα σε μένα τον αμαρτωλό και ανάξιο. Νά, από τώρα σου δίνω τον λόγο μου κι έρχομαι σε συμφωνία μαζί σου, και με την καρδιά μου σου υπόσχομαι ότι δεν θα κάνω πλέον κάτι από αυτά τα κακά. Εγκαταλείπω κάθε παρανομία και από τώρα υπηρετώ εσένα με καθαρή συνείδηση. Σήμερα, Κύριέ μου, καί απ΄αυτή την ώρα δέξαι με μετανοημένο, πεσμένο στα πόδια σου και αποφασισμένο από δω και πέρα να απέχω από κάθε αμαρτία. Με αυτές τις συμφωνίες -λέει- έφυγα από την εκκλησία παίρνοντας μέσα στην ψυχή μου την απόφαση να μήν πράξω πια τίποτε το κακό απέναντι στον Θεό».

Όλοι όσοι τα άκουσαν αυτά, με μια φωνή έψαλλαν δυνατά στον Θεό:

«Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας».

Λοιπόν, χριστιανοί, καθώς ξέρουμε από τις θείες Γραφές και τις αποκαλύψεις πόση αγαθότητα έχει ο Θεός σε όσους καταφεύγουν με ειλικρίνεια σ΄Εκείνον και διορθώνουν με μετάνοια τα προηγούμενα αμαρτήματα, καί ότι δίνει πάλι τα αγαθά που έχει υποσχεθεί, χωρίς να τιμωρεί τις προηγούμενες αμαρτίες, εμείς ας μήν απελπιστούμε για τη σωτηρία μας. Όπως δηλαδή υποσχέθηκε με τον προφήτη Ησαϊα ότι θα πλύνει όσους έχουν βρεθεί στον βούρκο της αμαρτίας και ότι θα τους λευκάνει σαν μαλλί και χιόνι, και ότι θα τους κάνει άξιους για τα αγαθά της άνω Ιερουσαλήμ, έτσι πάλι με τον άγιο προφήτη Ιεζεκιήλ ορκίζεται ότι δεν θα μας καταστρέψει. Γιατί, λέει η προφητεία:

«Ζω εγώ -διαβεβαιώνει ο Κύριος- και δεν θέλω τον θάνατο του αμαρτωλού, ώσπου να επιστρέψει και να έχει ζωή».



* * *



33. Κάποτε ο Ζαχαρίας, μαθητής του αββά Σιλουανού, μπήκε στο κελί και βρήκε τον αββά σε έκσταση, και τα χέρια του υψωμένα στον ουρανό. Έκλεισε την πόρτα και βγήκε. Ξανά πήγε στις δώδεκα και στις τρεις το μεσημέρι και τον βρήκε στην ίδια στάση.

Κατά τις τέσσερις χτύπησε την πόρτα και μπήκε. Τον βρήκε να
ησυχάζει. Τον ρωτά:

«Πάτερ, τι έχεις σήμερα;»

«Αδιαθέτησα σήμερα, παιδί μου» απάντησε.

Εκείνος όμως αγκάλιασε τα πόδια του και του είπε;

«Δεν θα σ΄αφήσω, αν δεν μου πεις τι είδες».

Κι ο Γέροντας του λέει:

«Εγώ αρπάχτηκα στον ουρανό και είδα τη δόξα του Θεού. Εκεί στεκόμουν ως πρίν από λίγο, και τώρα γύρισα».



* * *



38. Κάποιος από τους Πατέρες είπε ότι οι μοναχοί τρία πράγματα τιμούν ιδιαίτερα, πού κι εμείς πρέπει να τα πλησιάζουμε με φόβο και τρόμο και χαρά πνευματική. Αυτά είναι η κοινωνία των αγίων μυστηρίων, η τράπεζα των αδελφών και ο νιπτήρας τους.

Έφερε και ανάλογο παράδειγμα:

Ένας Γέροντας, μεγάλος διορατικός, μια μέρα ήταν μαζί με πολλούς αδελφούς. Την ώρα που αυτοί έτρωγαν, ο Γέροντας καθισμένος στο τραπέζι πρόσεχε με το πνεύμα του, κι έβλεπε άλλους να τρώνε μέλι, άλλους ψωμί, άλλους κόπρο. Απορούσε μέσα του, και παρακαλούσε τον Θεό:

«Κύριε, φανέρωσέ μου αυτό το μυστηριώδες πράγμα, ότι οι ίδιες τροφές είναι μπροστά σε όλους πάνω στο τραπέζι, όμως την ώρα που τρώνε φαίνονται τόσο αλλαγμένες, ώστε άλλοι τρώνε μέλι, άλλοι ψωμί και άλλοι κόπρο».

Ήρθε φωνή από ψηλά που έλεγε:

«Αυτοί που τρώνε το μέλι είναι όσοι με φόβο και τρόμο και πνευματική χαρά κάθονται στο τραπέζι, και η προσευχή τους είναι ακατάπαυστη, έτσι η ευχή τους σαν θυμίαμα ανεβαίνει στον Θεό, γι΄αυτό και τρώνε μέλι. Αυτοί που τρώνε το ψωμί είναι εκείνοι που ευχαριστούν για το ότι τρώνε αυτά που δωρίζει ο Θεός. Αυτοί που τρώνε την κόπρο είναι όσοι γογγύζουν και λένε: Αυτό είναι καλό και κείνο σάπιο.

Δεν πρέπει έτσι να σκέφτεται κανείς, αλλά μάλλον να δοξολογεί τον Θεό και να τον υμνολογεί, για να εκπληρωθεί το ρητό:

«Είτε τρώτε είτε πίνετε είτε κάτι άλλο κάνετε, όλα να τα κάνετε για τη δόξα του Θεού».



* * *



41. Ένας Γέροντας είπε:

Αυτό λέει η Γραφή για τις δύο και τρεις αμαρτίες της Τύρου, αλλά και για τις τέσσερις δεν θα στρέψω αλλού το πρόσωπό μου.

Δηλαδή τέσσερα είναι τα στάδια της αμαρτίας:

το να έρθει το κακό στον νού,

το να δώσεις τη συγκατάθεση στον λογισμό και

το να συζητάς μαζί του,

το τέταρτο είναι το να εκτελέσεις την αμαρτία.

Αλλά και για όλα αυτά δεν θα αποστραφώ εκείνον που μετανοεί, λέει ο Κύριος.



* * *



47. Ένας Γέροντας κάποτε πήρε το χάρισμα να βλέπει όσα γίνονται. Έλεγε:

«Είδα αδελφό να μελετάει στο κελί του, και να, ένας δαίμονας ήρθε και στεκόταν έξω από το κελί.

Όσο ο αδελφός μελετούσε, δεν μπορούσε να μπει μέσα.

Μόλις όμως σταματούσε τη μελέτη, τότε ο δαίμονας έμπαινε στο κελί του και του έφερνε πόλεμο».



* * *
pavmaria
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 830
Εγγραφή: Τετ Οκτ 05, 2005 5:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από pavmaria »

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ


ΤΟΜΟΣ Δ΄


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΗ΄


Περί σημειοφόρων


4. Έλεγε ο αββάς Δουλάς, ο μαθητής του αββά Βησαρίωνα:

Καθώς βαδίζαμε κάποτε στα αμμώδη υψώματα δίπλα από τη θάλασσα, δίψασα και είπα στον αββά Βησαρίωνα:

«Αββά, διψώ πολύ».

Και ο Γέροντας, αφού έκαμε ευχή, μου είπε:

«Πιές απ΄τη θάλασσα».

Κι έγινε γλυκό το νερό και ήπια. Ωστόσο όμως εγώ γέμισα και το δοχείο μου, μη τυχόν διψάσω παρακάτω.

Και μόλις με είδε ο Γέροντας μου είπε:

«Γιατί γέμισες νερό;»

«Συγχώρησέ με, του απάντησα, μη τυχόν διψάσω παραπέρα».

Και η απάντηση του Γέροντα:

«Ο Θεός είναι εδώ αλλά και παντού είναι ο Θεός».


* * *


6. Κάποια άλλη φορά πάλι, καθώς πηγαίναμε σε κάποιον Γέροντα, πήγε ο ήλιος να βασιλέψει.

Προσευχήθηκε τότε ο Γέροντας και είπε:

«Σε παρακαλώ, Κύριε, ας σταθεί ο ήλιος ώσπου να φτάσω στον δούλο σου».

Κι έγινε έτσι.


* * *


11. Κάποια γυναίκα που έπασχε από καρκίνο του μαστού, καθώς άκουσε σχετικά με τον αββά Λογγίνο, ζήτησε να τον συναντήσει.

Ασκήτευε εκείνος στο Ένατο της Αλεξάνδρειας.

Καθώς τον αναζητούσε η γυναίκα, συμπτωματικά ο μακαριστός εκείνος μάζευε ξύλα στην ακροθαλασσιά.

Μόλις τον συνάντησε του είπε:

«Αββά, που μένει ο αββάς Λογγίνος, ο δούλος του Θεού;» χωρίς να βάλει με το νου της ότι είναι ο ίδιος.

Κι εκείνος της είπε: «Τι τον θέλεις εκείνον τον απατεώνα; Καθόλου μην πας σ΄αυτόν, γιατί είναι κατεργάρης.

Και τι είναι αυτό που έχεις;»

Η γυναίκα τότε έδειξε το πάθος της κι εκείνος, αφού έκαμε το σημείον του σταυρού στο μέρος που έπασχε, την άφησε να φύγει λέγοντάς της:

«Πήγαινε και θα σε θεραπεύσει ο Θεός, γιατί ο Λογγίνος σε τίπτοε δεν μπορεί να σε ωφελήσει».

Έφυγε η γυναίκα, αφού πίστεψε στον λόγο του και θεραπεύτηκε αμέσως. Μετά από αυτά, αφού διηγήθηκε σε κάποιος την υπόθεση και ανέφερε τα χαρακτηριστικά του Γέροντα, διαπίστωσε ότι αυτός ο ίδιος ήταν ο αββάς Λογγίνος.


* * *


12. Άλλοτε πάλι του΄φεραν κάποιο έναν δαιμονισμένο κι εκείνος τους είπε:

«Σαν τι θα μπορούσα να σας κάνω, πάτε καλύτερα στον αββά Ζήνωνα».

Αργότερα ο αββάς Ζήνων άρχισε να επιπλήττει τον δαίμονα προσπαθώντας να τον διώξει.

Κι άρχισε να φωνάζει το δαιμόνιο:

«Και τι νομίζεις, αββά Ζήνων, ότι εξαιτίας σου φεύγω; Να, εκεί προσεύχεται ο αββάς Λογγίνος, παρακαλώντας τον Θεό εναντίον μου και επειδή φοβάμαι τις προσευχές του βγαίνω, εσένα ούτε που σου έδινα σημασία».


* * *


13. Άλλοτε πάλι μια γυναίκα πού είχε στο χέρι της αρρώστια πού δεν θεραπευόταν, πήγε μαζί με μια άλλη γυναίκα έξω απ΄το κελί του, προς το βορεινό παράθυρο και τον έβλεπε εκεί που καθόταν και εργαζόταν. Και τη μάλωνε λέγοντας:

«Φύγε από δω, γυναίκα».

Αλλ΄αυτή έμενε εκεί κοιτάζοντάς τον δίχως να μιλάει, γιατί φοβόταν.

Κατάλαβε όμως ο Γέροντας τι είχε, από πληροφορία πού του΄δωσε ο Θεός.

Σηκώνεται λοιπόν και κλείνοντας το παράθυρο μπροστά της της είπε:

«Φύγε, δεν έχεις τίποτε το κακό».

Και από εκείνη τη στιγμή θεραπεύτηκε η γυναίκα.


* * *


14. Άλλοτε πάλι πήγε σ΄αυτόν κάποιος με σκοπό να τον συναντήσει. Και πήρε το κουκούλι του Γέροντα και καθώς πήγε σε κάποιον που έπασχε από δαιμόνιο, μόλις ακούμπησε την πόρτα για να μπει, έβγαλε κραυγή ο δαιμονισμένος λέγοντας:

«Τι μου έφερες εδώ τον Λογγίνο για να με διώξει;»

Και αμέσως, την ίδια στιγμή, βγήκε το δαιμόνιο απ΄αυτόν.


* * *


24. Έλεγαν για τον άγιο Σπυρίδωνα ότι είχε μια θυγατέρα παρθένο, ευλαβή σαν τον πατέρα της, με το όνομα Ειρήνη. Ένας γνωστός αυτής της έδωσε ένα πολύτιμο κόσμημα να του το φυλάξει. Κι αυτή για να το ασφαλίσει καλύτερα, έκρυψε το θησαυρό στη γη. Μετά όμως από λίγο καιρό έφυγε από τον κόσμο αυτό η παρθένος.

Πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα και παρουσιάζεται αυτός που είχε δώσε τον θησαυρό. Μη βρίσκοντας την θυγατέρα του, τα έβαλε με τον πατέρα της, τον αββά Σπυρίδωνα, άλλοτε απειλώντας τον και άλλοτε παρακαλώντας τον.

Και επειδή ο Γέροντας θεωρούσε ως συμφορά τη ζημιά που έπαθε αυτός που έδωσε τον θησαυρό, ήρθε στον τάφο της θυγατέρας του και ζητούσε απ΄τον Θεό να του δείξει πρόωρα την ανάσταση που έχει υποσχεθεί. Και να πού δεν διαψεύδεται, γιατί εμφανίζεται αμέσως ζωντανή η παρθένος στον πατέρα της και αφού του έδειξε τον τόπο, όπου βρισκόταν το κόσμημα, έφυγε πίσω πάλι. Έτσι πήρε ο Γέροντας τον θησαυρό και τον έδωσε.


* * *


31. Έλεγαν για κάποιον Γέροντα ότι το κελί του ήταν φωτεινό σαν την ημέρα.

Και όπως διάβαζε και εργαζόταν την ημέρα, έτσι γινόταν και τη νύχτα.


* * *
pavmaria
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 830
Εγγραφή: Τετ Οκτ 05, 2005 5:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από pavmaria »

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ


ΤΟΜΟΣ Δ΄



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ΄



Σχετικά με την ενάρετη ζωή



1. Κάποια φορά την ώρα που ο άγιος Αντώνιος προσευχόταν στο κελί του, άκουσε μια φωνή που του έλεγε:

«Αντώνιε, δεν έφθασες ακόμη στο μέτρο του τάδε τσαγκάρη που ζει στην Αλεξάνδρεια».

Σηκώθηκε το πρωί, πήρε το βαϊτικο ραβδί του και πήγε να τον βρει. Έφθασε σε κείνο το μέρος και μπήκε στο εργαστήριό του.

Εκείνος όταν τον είδε ταράχτηκε. Του λέει λοιπόν ο Γέροντας:

«Μίλησέ μου για τις πράξεις σου».

Ο τσαγκάρης είπε:

«Δεν ξέρω να έχω κάνει ποτέ κάτι καλό, παρά μόνο, μόλις σηκωθώ το πρωί να καθήσω στο εργόχειρό μου, λέω ότι ολόκληρη η πόλη αυτή, από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο, μπαίνουν στη Βασιλεία του Θεού για τις ενάρετες πράξεις τους και ότι μόνο εγώ κληρονομώ την κόλαση για τις αμαρτίες μου. Το βράδυ πάλι λέω τα ίδια λόγια, πρίν κοιμηθώ».

Τ΄άκουσε αυτά ο αββάς Αντώνιος και είπε:

«Αληθινά, σαν καλός χρυσοχόος, ενώ κάθεσαι στο σπίτι, αναπαυτικά κληρονόμησες τη Βασιλεία των Ουρανών. Εγώ όλο μου τον χρόνο τον περνώ στην έρημο, όμως, καθώς δεν έχω διάκριση, δεν σε έφθασα».



* * *



5. Κάποτε την ώρα που προσευχόταν ο αββάς Μακάριος στο κελί του, άκουσε μια φωνή που έλεγε:

«Μακάριε, δεν έφθασες ακόμη στα μέτρα των τάδε γυναικών αυτής εδώ της πόλης».

Το πρωί ο Γέροντας σηκώθηκε, πήρε το βαϊτικο ραβδί του κι άρχισε να οδοιπορεί για την πόλη.

Όταν έφτασε στην πόλη και βρήκε το σπίτι, χτύπησε την πόρτα. Βγήκε η μία και τον υποδέχτηκε στο σπίτι. Αφού κάθισε για λίγο, ήρθε και η άλλη. Τις κάλεσε, κι εκείνες ήρθαν και κάθισαν μαζί του. Τις λέει ο Γέροντας:

«Για σας έκανα τόση πορεία και υπέμεινα τόσο κόπο, ώσπου να φτάσω από την έρημο. Πέστε μου λοιπόν την εργασία σας, ποια είναι;»

«Πάτερ -του λένε- πίστεψέ μας, δεν είμαστε η καθεμιά μας έξω από την κλίνη του άνδρα της μέχρι σήμερα. Ποια εργασία λοιπόν ζητάς από μας;»

Ο Γέροντας έβαλε μετάνοια και τις παρακαλούσε:

«Φανερώστε μου το έργο σας».

Τότε του λένε:

«Εμείς κατά κόσμον είμαστε ξένες μεταξύ μας. Έτυχε όμως να παντρευτούμε δύο αδελφούς κατά σάρκα. Και να, εδώ και δεκαπέντε χρόνια ως σήμερα κατοικούμε σ΄αυτό το σπίτι και δεν ξέρουμε να φιλονικήσαμε ποτέ ή να αναφερθήκαμε σε αισχρά πράγματα. Μάλιστα, ήρθε στο λογισμό μας να αφήσουμε τους άνδρες μας και να μπούμε στο τάγμα των μοναχών. Πολύ παρακαλέσαμε τους άνδρες μας να μας επιτρέψουν να φύγουμε, αλλά δεν τους πείσαμε. Έτσι, αφού δεν πετύχαμε αυτόν τον σκοπό, κάναμε συμφωνία μεταξύ μας και με τον Θεό, μέχρι τον θάνατό μας να μη βγει από το στόμα μας κανένας κοσμικός λόγος».

Όταν τ΄άκουσε αυτά ο αββάς Μακάριος, είπε:

«Αληθινά, δεν υπάρχει παρθένα ή παντρεμένη ή μοναχός ή κοσμικός, ο Θεός την πρόθεση ζητάει και δίνει το Άγιο Πνεύμα σε όλους».



* * *



6. Ο αββάς Ποιμήν είπε ότι ο αββάς Αντώνιος είχε πει για τον αββά Παμβώ ότι από τον φόβο του Θεού, που είχε, έκανε το Πνεύμα του Θεού να κατοικεί μέσα του.



* * *



7. Είπε ο αββάς Ποιμήν:

«Πολλοί από τους Πατέρες μας έγιναν ανδρείοι στην άσκηση, αλλά στη λεπτότητα των λογισμών ελάχιστοι».



* * *



8. Ο ίδιος είπε:

«Τρεις σωματικές πράξεις είδαμε στον αββά Παμβώ: Ασιτία κάθε μέρα ως το βράδυ, σιωπή και εργόχειρο».



* * *



9. Έλεγαν για τον αββά Ποιμένα ότι αν κάθονταν μπροστά του κάποιοι Γέροντες και μιλούσαν για αββάδε ή ανέφεραν το όνομα του αββά Σισόη, τους έλεγε: «Αφήστε τον αββά Σισόη, τα σχετικά μ΄αυτόν ξεπερνούν κάθε διήγηση».



* * *



16. Έλεγαν για τον αββά Σαρματά ότι πολλές φορές έκανε άσκηση επί σαράντα ημέρες σύμφωνα με τη γνώμη του αββά Ποιμένα, και περνούσαν οι μέρες σαν ένα τίποτε γι΄αυτόν. Ήρθε ο αββάς Ποιμήν και του λέει:

«Πές μου τι έχεις κερδίσει κάνοντας τόσο κόπο».

Εκείνος έλεγε: «Τίποτε περισσότερο».

Του λέει πάλι ο αββάς: «Δεν θα σ΄αφήσω, αν δεν μου πεις».

Εκείνος είπε: «Ένα μόνο είδα, ότι αν πω στον ύπνο «πήγαινε», πηγαίνει. Και αν πώ «έλα», έρχεται».



* * *



20. Έλεγαν για τον αββά Ωρ ότι ούτε ποτέ είπε ψέματα ούτε ορκίστηκε ούτε έδωσε κατάρα σε άνθρωπο ούτε μίλησε χωρίς να υπάρχει ανάγκη.



* * *



21. Ο ίδιος ο αββάς Ωρ έλεγε στον μαθητή του Παύλο:

«Πρόσεχε να μη φέρεις ποτέ σ΄αυτό το κελί ανάρμοστα λόγια».



* * *



22. Έλεγαν για τον αββά Ωρ και τον αββά Θεόδωρο ότι συνήθιζαν αδιάκοπα να βάζουν αρχή για κάθε καλό και να ευχαριστούν τον Θεό.



* * *



31. Δύο άνθρωποι συμφώνησαν και έγιναν ασκητές. Έκαναν μεγάλη άσκηση κι έζησαν ενάρετη ζωή. Ο ένας συνέβη να γίνει ηγούμενος κοινοβίου. Ο άλλος παρέμεινε αναχωρητής και φτάνοντας στην τελειότητα της ασκήσεως, έκαμνε μεγάλα θαύματα: γιάτρευε δαιμονισμένους, έλαβε το προορατικό χάρισμα, και αρρώστους θεράπευε. Εκείνος πού από ασκητής έγινε κοινοβιάρχης, όταν άκουσε ότι τόσα χαρίσματα αξιώθηκε να πάρει ο συνασκητής του, απομονώθηκε για τρεις βδομάδες από τους ανθρώπους και προσευχήθηκε εκτενώς στον θεό να του φανερώσει «πώς εκείνος κάνει θαύματα κι έχει γίνει περιβόητος σ΄όλους, εγώ όμως σε τίποτε απ΄αυτά δεν μετέχω».

Παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου σ΄αυτόν και του λέει:

«Εκείνος την πνευματική εργασία του μέσα στο κελί την κάνει με στεναγμούς και δάκρυα στον Θεό μέρα και νύχτα, πεινώντας και διψώντας για χάρη του Κυρίου. Εσύ καθώς μεριμνάς για πολλά, έχεις την επικοινωνία με τους πολλούς, έ, σου φτάνει η παρηγοριά των ανθρώπων».



* * *
pavmaria
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 830
Εγγραφή: Τετ Οκτ 05, 2005 5:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από pavmaria »

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ



ΤΟΜΟΣ Δ΄



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ΄




Διάλογος αγίων Γερόντων με ερωτήσεις και αποκρίσεις




1. Πώς πρέπει να είναι ο μοναχός στο κελί;



Απόκριση: Να απέχει από τη γνώση των πολλών πραγμάτων, ώστε, καθώς ο λογισμός μένει ελεύθερος από τα διάφορα, να κατοικήσει η γνώση του Κυρίου.



* * *



2. Ερώτηση: Τι είναι ο μοναχός;



Απόκριση: Ο μοναχός είναι σαν την περιστερά. Όπως η περιστερά βγαίνει στον αέρα την κατάλληλη στιγμή να τινάξει τα φτερά της, κι αν καθυστερήσει έξω από τη φωλιά, δέχεται χτυπήματα από τα άγρια πουλιά και χάνει την ομορφιά της, έτσι και ο μοναχός, βγαίνει την ώρα της σύναξης να ξετινάξει τους λογισμούς του, κι αν αργοπορήσει έξω απ΄το κελί, ραπίζεται από τους δαίμονες και σκοτεινιάζουν οι λογισμοί του.



* * *



3. Ερ.: Με ποιο λογισμό ο διάβολος βγάζει έξω από το κελί τον μοναχό;



Απ.: Ο διάβολος είναι σαν τον γητευτή των φιδιών. Όπως ο γητευτής με μαγευτικά λόγια κάνει το φίδι να βγει από τη φωλιά και αφού το πιάσει, το πάει και το ρίχνει στις πλατείες της πόλης και το αφήνει εκεί να το περιπαίζουν οι άνθρωποι, κι όταν γεράσει πολύ μαζί του, ύστερα ή το θανατώνει στη φωτιά ή το πνίγει στη θάλασσα, έτσι και ο μοναχός τα ίδια παθαίνει, όταν παρασύρεται απ΄τους λογισμούς και εγκαταλείπει το κελί του.



* * *



7. Ερ.: Πώς πρέπει να γίνεται το έργο της ψαλμωδίας και ποιο να είναι το μέτρο της νηστείας;



Απ.: Τίποτε παραπάνω απ΄αυτό που έχει ορισθεί. Γιατί πολλοί θέλοντας το παραπάνω, ύστερα ούτε το λίγο μπόρεσαν να εκτελέσουν.



* * *



9. Ερ.: Αν με σκανδαλίσει ο αδελφός, με συμβουλεύεις να του βάλω μετάνοια;



Απ.: Βάλε του μετάνοια και ξέκοψε απ΄αυτόν. Έχουμε τον αββά Αρσένιο πού λέει: Με όλους να έχεις αγάπη κι απ΄όλους να βρίσκεσαι σε απόσταση.



* * *



10. Ερ.: Τι σημασία έχει για τον άνθρωπο το να προσφέρει ευχαριστήριο δώρο στην εκκλησία;



Απ.: Αυτό το πράγμα είναι θησαυρός φυλαγμένος μπροστά στον Θεό. Ό,τι βάζεις εδώ, αμέσως πηγαίνει επάνω.



* * *



11. Ερ.: Έχω επιθυμία να μαρτυρήσω για τον Θεό.



Απ.: Αν σε ώρα δύσκολη υπομείνει κανείς τον πλησίον, αυτό είναι ίσο με το καμίνι των τρίων Παίδων.



* * *



12. Ερ.: Γιατί η πορνεία ενοχλεί τον άνθρωπο;



Απ.: Επειδή ο διάβολος γνωρίζει ότι η πορνεία μας αποξενώνει από το Πνεύμα το Άγιο, καθώς ακούει τον Κύριο που λέει:

«Δεν θα παραμείνει το Πνεύμα μου σ΄αυτούς τους ανθρώπους, γιατί αυτοί είναι σάρκες».



* * *



(Ερώτηση ενός νέου σε κάποιο Θηβαίο Γέροντα για το πώς πρέπει να κάνει την πνευματική εργασία στο κελί).



13. Ερ.: Πώς πρέπει να «ησυχάζει» κανείς στο κελί;



Απ.: Όταν κάνει την άσκηση στο κελί, διόλου να μη θυμάται άνθρωπο.



* * *



14. Ερ.: Ποια εργασία οφείλει η καρδιά να κάνει, για να είναι στραμμένος ο μοναχός στον εαυτό του;



Απ.: Αυτή είναι η τέλεια εργασία του μοναχού, το να έχει πάντοτε στραμμένη την προσοχή στον Θεό χωρίς να περισπάται ο νους.



* * *



15. Ερ.: Πώς οφείλει να διώχνει ο νους τους πονηρούς λογισμούς;



Απ.: Είναι εντελώς αδύνατον από μόνος του να το κάνει αυτό ούτε έχει τέτοια δύναμη. Αλλά κι αν η ψυχή πέσει σε λογισμούς, αμέσως οφείλει να καταφύγει σ΄αυτόν πού την έπλασε ικετεύοντας τον, και κείνος τους διαλύει σαν κερί. Γιατί ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει.



* * *



18. Ερ.: Λοιπόν, με ποια τέχνη καταφεύγει ο λογισμός στον Θεό;



Απ.: Αν σου έρθει λογισμός πορνείας, αμέσως τράβηξε από κει τον νου και φέρτον ψηλά με βιασύνη.

Μην αργοπορήσεις, γιατί η αργοπορία ισοδυναμεί με συγκατάθεση.



* * *



19. Ερ.: Αν έρθει λογισμός κενοδοξίας ότι κατόρθωσες αρετή, δεν οφείλει να τον αντικρούσει ο λογισμός;


Απ.: Οποιαδήποτε ώρα κανείς αντιλέγει στον λογισμό, αμέσως ο λογισμός γίνεται πιο ισχυρός και πιο ορμητικός, εκείνος με την αντιλογία του βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από σένα. Επιπλέον το Πνεύμα το Άγιο δεν σε βοηθάει και τόσο, γιατί παρουσιάζεσαι σαν να καυχιέσαι, ότι δηλαδή μπορώ εγώ να τα βγάλω πέρα με τα πάθη.

Όπως εκείνος που έχει πνευματικό πατέρα, στον πατέρα τα αναθέτει και είναι αμέριμνος για όλα και ούτε νοιάζεται πια τί λόγο θα δώσει και στον Θεό, έτσι κι εκείνος που παρέδωσε τον εαυτό του στον Θεό δεν πρέπει να έχει καθόλου φροντίδα για τον λογισμό ή να αντιπαραταχθεί στον λογισμό ή γενικά να μήν τον αφήσει να μπει μέσα του.

Αν γίνει και μπει, σύρε τον πάνω στον Πατέρα σου και πές στο λογισμό: «Εγώ δεν έχω τίποτε με σένα, νά ο Πατέρας μου, αυτός ξέρει». Κι επίμονα τράβα τον επάνω, οπότε σ΄αφήνει στα μισά του δρόμου και φεύγει, γιατί δεν μπορεί να΄ρθει μαζί σου σε Εκείνον ούτε να σταθεί μπροστά Του. Απ΄αυτή την εργασία ανώτερη και πιο αμέριμνη δεν υπάρχει σ΄όλη την Εκκλησία.



* * *



28. Ερ.: Πώς μπορεί κανείς πάντοτε να προσεύχεται; Γιατί το σώμα παρουσιάζει αδυναμία προκειμένου να προσευχηθεί.



Απ.: Προσευχή δεν λέγεται μόνο το να στέκεται κανείς την συγκεκριμένη ώρα προσευχής και να προσεύχεται, αλλά το να προσεύχεται πάντοτε.



* * *



29. Ερ.: Πώς πάντοτε;



Απ.: Είτε τρως είτε πίνεις είτε περπατάς σε δρόμο είτε κάποιο έργο κάνεις, να μην αφήνεις την προσευχή.



* * *



30. Ερ.: Αν ένας συνομιλεί με κάποιον, πώς μπορεί να πραγματοποιήσει το να προσεύχεται πάντοτε;



Απ.: Γι΄αυτό είπε ο απόστολος, με κάθε προσευχή και δέηση.

Έτσι, όταν δεν είσαι ελεύθερος να προσευχηθείς, καθώς συναναστρέφεσαι με άλλον, να προσεύχεσαι με δέηση.



* * *



31. Ερ.: Με ποια προσευχή οφείλει να προσεύχεται κανείς;



Απ.: Να λέει το Πάτερ ημών ο έν τοίς ουρανοίς κ.λ.π.



* * *



32. Ερ.: Πόσο μέτρο οφείλει να έχει η προσευχή;



Απ.: Δεν όρισε μέτρο. Εφόσον είπε πάντοτε και χωρίς διακοπή να προσεύχεστε, δεν έχει μέτρο.



Έλεγε ακόμη κι αυτό, ότι εκείνος που θέλει να τα κατορθώσει αυτά, οφείλει όλους τους ανθρώπους να τους βλέπει ως έναν και να μην καταλαλεί.



* * *







Αποφθέγματα αυτών που γήρασαν στην άσκηση,

αποφθέγματα που δηλώνουν σε περιληπτική έκθεση

την τελειότητα της αρετής τους



36. Έλεγε (ο αββάς Ησαϊας) πάλι ότι, αν θέλει ο Θεός να δείξει το έλεός Του σε μια ψυχή κι αυτή ξεφεύγει από την κανονική πορεία και δεν δέχεται, αλλά κάνει το θέλημά της, επιτρέπει ο Θεός να πάθει εκείνα πού δεν θέλει, ώστε μ΄αυτόν τον τρόπο να Τον επιζητήσει.



* * *



38. Τον ίδιον τον ρώτησαν τι είναι φιλαργυρία και απάντησε:

«Το να μην εμπιστεύεσαι στον Θεό ότι έχει τη φροντίδα σου, να μην ελπίζεις υποσχέσεις του Θεού και να θέλεις να φαίνεσαι σπουδαίος».



* * *



39. Ρωτήθηκε πάλι τι είναι καταλαλιά κι αποκρίθηκε:

«Το να αγνοεί κανείς τη δόξα του Θεού και να φθονεί τον πλησίον του».



* * *



40. Ρωτήθηκε πάλι τι είναι η οργή και απάντησε:

«Φιλονικία, ψέμα και έλλειψη γνώσης».



* * *



41. Είπε ο αββάς Ηλίας, ο διακονητής:

«Τι δύναμη έχει η αμαρτία, όπου υπάρχει μετάνοια; Και τι ωφελεί η αγάπη εκεί που υπάρχει υπερηφάνεια;»



* * *



42. Είπε πάλι:

«Οι άνθρωποι έχουν τον νου τους στραμμένο ής τις αμαρτίες ή στον Ιησού ή προς τους ανθρώπους».



* * *



43. Είπε ο αββάς Θεόδωρος:

«Πολλοί στην εποχή μας διάλεξαν την ανάπαυση, προτού τους την δώσει ο Θεός».



* * *



47. Ο αββάς Ιάκωβος είπε:

«Δεν θέλησα ποτέ να πω ή να ακούσω λόγο κοσμικό».



*
* *



48. Ο αββάς Λογγίνος είπε στον αββά Ακάκιο:

«Η γυναίκα τότε καταλαβαίνει ότι έχει συλλάβει, όταν σταματήσει το αίμα της. Έτσι και η ψυχή τότε ξέρει ότι έχει συλλάβει Πνεύμα Άγιο, όταν σταματήσουν τα πάθη τα χαμηλά που ρέουν απ΄αυτήν. Όσο καιρό περιπλέκεται σ΄αυτά, πώς μπορεί να υπερηφανεύεται σαν να είναι τάχα απαθής; Δώσε αίμα και πάρε Πνεύμα».



* * *



49. Ο αββάς Ποιμήν είπε ότι το θέλημα και η ανάπαυση και, προπαντός, η συνήθεια σ΄αυτά, οδηγούν τον άνθρωπο στην πτώση.



* * *



55. Ο αββάς Παύλος είπε: «Ας πηγαίνουμε πίσω από τον Ιησού».



* * *



58. Είπε πάλι ότι πολλές φορές η απουσία της ντροπής και του φόβου φέρνουν την αμαρτία.



* * *



59. Κάποιος Γέροντας είπε:

«Άνθρωπε, αν θέλεις να ζήσεις σύμφωνα με τον νόμο του Θεού, θα βρεις βοηθό τον Νομοθέτη».



* * *



60. Είπε πάλι: «Αν εκούσια θελήσεις να παρακούσεις τις εντολές του Θεού, θα βρεις τον διάβολο να σε βοηθάει στην πτώση».



* * *



61. Είπε Γέροντας: «Η αμεριμνησία, η σιωπή και η μυστική εσωτερική μελέτη γεννούν την αγνότητα».



* * *



62. Είπε Γέροντας: «Η μέλισσα όπου πηγαίνει, κάνει μέλι. Έτσι κι ο μοναχός όπου πηγαίνει, το έργο του Θεού εργάζεται».



* * *



63. Είπε πάλι ότι ο Σατανάς πλέκει σχοινιά, όσο εσύ του δίνεις λουρίδες αυτός πλέκει. Αυτό το είπε για τους λογισμούς.



* * *



64. Είπε Γέροντας: «Όταν κάποιος αδελφός θέλει να πάει να συναντήσει έναν αδελφό, ο δαίμονας της κατακρίσεως ή πηγαίνει πιο μπροστά απ΄αυτόν εκεί ή έρχεται μαζί του στον αδελφό».



* * *



65. Είπε Γέροντας: «Τον τεμπέλη και τον ακαμάτη δεν τους θέλει ο Θεός».



* * *



66. Άλλος Γέροντας είπε: «Δώσε διάθεση και θα πάρεις δύναμη».



* * *



67. Άλλος είπε: «Η αχαριστία μεσιτεύει για χάρη της αδυναμίας ενώπιον του Θεού».



* * *



68. Ένας Γέροντας είπε:

«Όπως ο κασσίτερος αφού μαυρίσει, πάλι γίνεται λαμπερός, έτσι και αυτοί που πιστεύουν, κι αν μαυρίζουν, καθώς αμαρτάνουν, πάλι λαμπρύνονται, όταν μετανοούν, γι΄αυτόν τον λόγο ίσως η πίστη παρομοιάστηκε με κασσίτερο».



* * *
pavmaria
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 830
Εγγραφή: Τετ Οκτ 05, 2005 5:00 am
Επικοινωνία:

Δημοσίευση από pavmaria »

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ


ΤΟΜΟΣ Δ΄


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΒ΄


Για τους δώδεκα αναχωρητές


1. Δώδεκα αναχωρητές άγιοι, σοφοί και πνευματικοί άνθρωποι, συγκεντρώθηκαν κάποτε και ζήτησαν να ομολογήσει ο καθένας όσα κατόρθωσε στο κελί του και ποια ήταν η πνευματική του άσκηση.

Ο πρώτος, ο μεγαλύτερος στην ηλικία, είπε>

«Αδελφοί, εγώ από τη στιγμή που άρχισα να ζω ησυχαστική ζωή σταύρωσα όλο τον εαυτό μου απέναντι στα εξωτερικά πράγματα, έχοντας στον νου μου αυτό που είναι γραμμένο: Να σπάσουμε τους δεσμούς που μας συνδέουν μαζί τους και να ρίξουμε από πάνω μας τον ζυγό τους. Έτσι, έκανα ένα τείχος ανάμεσα στην ψυχή μου και στα σωματικά πράγματα και αναλογίσθηκα ότι, όπως αυτός που είναι μέσα από το τείχος δεν βλέπει αυτόν που στέκεται έξω, με τον ίδιο τρόπο και σύ μη θελήσεις να βλέπεις τα πράγματα πού έχουν σχέση με τα έξω. Αλλά να έχεις στραμμένη την προσοχή σου στον εαυτό σου, αναμένοντας κάθε μέρα με ελπίδα τον Θεό.

Έτσι θεωρώ τις πονηρές επιθυμίες φίδια και απόγονους από οχιές, και όταν τις αισθάνομαι να ξεφυτρώνουν στο νου μου, τις ξηραίνω με φοβέρες και οργή. Ακόμη, δεν σταμάτησα ποτέ να τα βάζω με το σώμα μου και με την ψυχή μου, για να μην εκτραπούν σε τίποτε ανάρμοστο».



Ο δεύτερος είπε:

«Εγώ από τότε που αρνήθηκα τον κόσμο, είπα στον εαυτό μου: Σήμερα αναγεννήθηκες, σήμερα άρχισες να δουλεύεις στον Θεό, σήμερα άρχισες να κατοικείς εδώ σαν ξένος. Έτσι κάθε μέρα να αισθάνεσαι, σαν ένας ξένος και ότι αύριο θα φύγεις».



Ο τρίτος είπε:

«Εγώ από το πρωί ανεβαίνω στον Κύριό μου, και αφού τον προσκυνήσω, πέφτω με το πρόσωπο κάτω και εξομολογούμαι τα αμαρτήματά μου. Έπειτα κατεβαίνοντας προσκυνώ τους αγγέλους του και τους παρακαλώ να ικετέψουν τον Θεό για μένα και για ολόκληρη την κτίση. Αφού το κάνω αυτό, κατεβαίνω στην άβυσσο και ό,τι κάνουν οι Ιουδαίοι, όταν πηγαίνουν στα Ιεροσόλυμα, πού σχίζουν τα ενδύματά τους και κλαίνε και πενθούν για τη συμφορά που βρήκε τους πατέρες τους, αυτό κάνω κι εγώ. Περιπλανιέμαι στους τόπους της κόλασης, βλέπω τα δικά μου μέλη (δηλαδή τους εκεί άλλους χριστιανούς) να βασανίζονται και κλαίω μ΄αυτούς που κλαίνε».



Ο τέταρτος είπε:

«Εγώ έτσι νιώθω, σαν να κάθομαι με τον Κύριο και τους Αποστόλους του στο όρος των Ελαιών. Είπα στον εαυτό μου: από δω και πέρα κανέναν συγγενή να μην ξέρεις, αλλά πάντοτε να βρίσκεσαι μ΄αυτούς, να τους αναζητάς και να μιμείσαι τον καλό τρόπο της ζωής τους, όπως η Μαρία που καθόταν κοντά στα πόδια του Κυρίου και άκουγε τα λόγια του:

«Να γίνετε άγιοι, γιατί εγώ είμαι άγιος. Να γίνετε σπλαχνικοί και τέλειοι, όπως ο Πατέρας σας είναι τέλειος. Να διδαχτείτε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».


Ο πέμπτος είπε:

«Εγώ κάθε φορά βλέπω αγγέλους να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν για την πρόσκληση των ψυχών. Και πάντοτε, περιμένοντας το τέλος μου, λέω: Είναι έτοιμη η καρδιά μου, Θεέ μου».



Ο έκτος είπε:

«Εγώ καθώς κάνω την πνευματική μου εργασία στο κελί, νομίζω ότι ακούω από τον Κύριο αυτά τα λόγια: Να κοπιάστε για μένα κι εγώ θα σας αναπαύσω, ακόμη λίγο να αγωνιστείτε και θα σας δείξω τη σωτηρία και τη δόξα μου. Αν με αγαπάτε, αν είσαστε παιδιά μου, σαν Πατέρα που παρακαλάει, να αισθανθείτε για μένα σεβασμό, αν είστε αδελφοί μου, να με σεβαστείτε όπως εκείνον που υπέμεινε πολλά για σας. Αν είσαστε πρόβατά μου, να ακούστε τη φωνή του ποιμένα, αν είστε δούλοι μου, να ακολουθήσετε τα παθήματα του δεσπότη σας».



Ο έβδομος είπε:

«Εγώ αυτά τα τρία μελετώ συνεχώς και λέω αδιάκοπα στον εαυτό μου: πίστη, ελπίδα, αγάπη, για να χαίρομαι με την ελπίδα, να στηρίζομαι με την πίστη, και με την αγάπη να μη λυπήσω ποτέ κανένα».



Ο όγδοος είπε:

«Εγώ βλέπω τον διάβολο να πετάει ζητώντας ποιον να καταπιεί. Όπου κι αν πάει, βλέπω με τα εσωτερικά μάτια, και αναφέρομαι ικετευτικά στον Δεσπότη μου Χριστό εναντίον του, ώστε να μείνει άπρακτος και να μην μπορέσει να κάνει τίποτε σε κανέναν, ιδίως σ΄αυτούς που φοβούνται τον Θεό».



Ο ένατος είπε:

«Εγώ όταν κάνω την πνευματική μου εργασία, βλέπω την εκκλησία των νοερών δυνάμεων κι ανάμεσά τους τον Κύριο της δόξας να λάμπει περισσότερο απ΄όλους. Όταν με βρει ακηδία, ανεβαίνω στους ουρανούς και βλέπω την έξοχη ωραιότητα των αγγέλων κι ακούω τους ύμνους που ανυψώνουν ακατάπαυστα στον Θεό, καθώς και τη μελωδία τους. Υψώνομαι με τους ήχους και τη φωνή και τη μουσικότητά τους, ώστε να νιώσω αυτό που είναι γραμμένο:

«Οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού» και όλα τα επίγεια τα θεωρώ στάχτη και σκουπίδια».



Ο δέκατος είπε:

«Εγώ πάντοτε βλέπω κοντά μου τον φύλακα άγγελό μου και προσέχω τον εαυτό μου, έχοντας στο μυαλό μου αυτό που έχει γραφεί:

«Έβλεπα μπροστά μου τον Κύριο πάντοτε, ότι στέκεται στα δεξιά μου, για να μην κλονισθώ από τη θέση μου».

Φοβούμαι λοιπόν αυτόν που παρακολουθεί την πορεία μου. Διότι τον βλέπω κάθε μέρα να ανεβαίνει στον Θεό και να παρουσιάζει τα έργα και τα λόγια μου».



Ο ενδέκατος είπε:

«Εγώ προσωποποίησα τις αρετές, όπως π.χ. την εγκράτεια, τη σωφροσύνη, τη μακροθυμία, την αγάπη κι έστησα τον εαυτό μου ανάμεσά τους ώστε να με περικυκλώσουν αυτές. Κι όπου κι αν πάω, λέω στον εαυτό μου: «Πού είναι οι παιδαγωγοί σου; Μην αδιαφορήσεις, μην ακηδιάσεις, αφού παντοτινά αυτές τις έχεις δίπλα σου, όποια αρετή θέλεις κοντά σου είναι, και καλά λόγια θα πουν στον Θεό για σένα, ότι δηλαδή βρήκαν σε σένα ανάπαυση».



Ο δωδέκατος είπε:

«Εσείς, Πατέρες, έχοντας φτερούγες από τον ουρανό, αποκτήσατε ουράνια ζωή. Κι αυτό καθόλου παράξενο δεν είναι, σας βλέπω να στέκεστε ψηλά λόγω των έργων σας και να επιδιώκετε τα ουράνια. Με δύναμη μάλιστα μετακινείστε απ΄τη γη εσείς που αποξενωθήκατε εντελώς απ΄αυτήν. Πώς να σας ονομάσω; Επίγειους αγγέλους ή ουράνιους ανθρώπους; Εγώ κρίνοντας τον εαυτό μου τόσο ανάξιο ακόμη και να ζει, βλέπω μπροστά μου τις αμαρτίες μου. Όπου κι αν πάω, όπου κι αν στραφώ τις βλέπω να προχωρούν πρίν από μένα.

Στα καταχθόνια καταδίκασα τον εαυτό μου. Λέω «Θα είμαι μαζί μ΄αυτούς που μου αξίζει. Μ΄αυτούς ύστερα από λίγο θα με κατατάξουν». Βλέπω εκεί θρηνητικές κραυγές και δάκρυα, που δεν σταματούν ποτέ και είναι ανεκδιήγητα. Βλέπω κάποιους να τρίζουν τα δόντια και να πηδούν μ΄όλο τους το σώμα και να τρέμουν απ΄το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Πέφτω με το πρόσωπο κάτω και ρίχνοντας στάχτη στο κεφάλι μου ικετεύω τον Θεό να μη δοκιμάσω εκείνες τις συμφορές. Βλέπω και μια θάλασσα από φωτιά να παφλάζει και να φυσομανάει εδώ κι εκεί και να βρυχιέται, σε σημείο πού να νομίζει κανείς ότι τα κύματα της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό. Και μέσ΄στη φοβερή αυτή θάλασσα αμέτρητους ανθρώπους ριγμένους από άγριους αγγέλους, και όλοι μαζί εκείνοι οι άνθρωποι με μια φωνή να βγάζουν δυνατές κραυγές και να κράζουν με ισχυρούς θρήνους και φωνές τέτοιες, πού κανείς δεν έχει ακούσει. Σαν ξερά χόρτα όλοι να καίγονται, και οι οικτιρμοί του Θεού να φεύγουν μακριά απ΄αυτούς, για τις αμαρτίες τους.

Τότε θρηνώ το γένος των ανθρώπων, πώς τολμά να μιλήσει ή να δίνει την προσοχή του σε κάτι εφήμερο, αφού τόσο μεγάλα κακά περιμένουν τον κόσμο. Με τέτοιους λογισμούς κρατώ το πένθος στην καρδιά μου, κρίνοντας τον εαυτό μου ανάξιο για τον ουρανό και τη γη, και πραγματοποιείται σε μένα ο λόγος της Γραφής: Τα δάκρυά μου έγιναν για μένα ψωμί μέρα και νύχτα».

Αυτά είναι τα κατορθώματα των σοφών και πνευματικών Πατέρων. Μακάρι κι εμείς να δείξουμε στους άλλους μια ζωή άξια να την θυμούνται, για να ευχαριστήσουμε τον Δεσπότη μας Χριστό, αφού γίνουμε τέλειοι και αψεγάδιαστοι.



* * *



2. Ένας Γέροντας είπε ότι υπήρχε κάποιος αναχωρητής, που κατοικούσε στην πιο βαθιά έρημο από αρκετά χρόνια κι είχε αποκτήσει χάρισμα διορατικό, ώστε να συναναστρέφεται με τους αγγέλους. Και συνέβη το εξής: Δύο αδελφοί μοναχοί άκουσαν τα σχετικά μ΄αυτόν και είχαν την επιθυμία να τον γνωρίσουν και να ωφεληθούν. Βγήκαν από τα κελιά τους και πήγαιναν προς αυτόν με εμπιστοσύνη στην καρδιά. Και αναζητούσαν τον δούλο του Θεού στην έρημο.

nΎστερα από μερικές μέρες πλησίασαν στη σπηλιά του Γέροντα. Από μακριά βλέπουν κάποιον σαν άνθρωπο ντυμένο στα λευκά να στέκεται πάνω σε έναν από τους λόφους που ήταν κοντά στον όσιο σε απόσταση περίπου τριών σημείων.

Τους φώναξε:

«Αδελφοί, αδελφοί».

Αυτοί τον ρώτησαν:

«Ποιος είσαι και τι θέλεις?»

«Να πείτε, τους αποκρίθηκε, στον αββά εκείνον που θα συναντήσετε: θυμήσου αυτό που σε παρακάλεσα».

Οι αδελφοί ήρθαν, βρήκαν τον Γέροντα, τον χαιρέτισαν και πέφτοντας στα πόδια του παρακαλούσαν να ακούσουν από το στόμα του λόγο σωτηρίας. Πράγματι, διδάχτηκαν απ΄αυτόν και ωφελήθηκαν πολύ.

Του μίλησαν και για τον άνθρωπο που είδαν καθώς έρχονταν, και την παράκλησή του. Ο Γέροντας κατάλαβε ποιος ήταν, αλλά προσποιούνταν ότι δεν τον ήξερε. Μάλιστα έλεγε: «Κανένας άλλος άνθρωπος δεν κατοικεί εδώ». Οι αδελφοί όμως βάζοντας συνέχεια μετάνοιες και αγκαλιάζοντας τα πόδια του τον υποχρέωναν να πει ποιος ήταν αυτός που είδαν.

Ο Γέροντας τους σήκωσε όρθιους και τους είπε:

«Δώστε μου τον λόγο σας ότι δεν θα μιλήσετε επαινετικά σε κανέναν για μένα σαν για κάποιον άγιο, μέχρι να φύγω στον Κύριο, και τότε θα σας μιλήσω καθαρά για την υπόθεση». Εκείνοι έκαναν όπως τους ζήτησε. Τους λέει λοιπόν:

«Αυτός που έχετε δει ντυμένο στα λευκά είναι άγγελος Κυρίου, που ήρθε εδώ και παρακαλεί εμένα τον αδύναμο και μου λέει: «Ικέτευσε τον Κύριο για μένα, να ξαναγυρίσω στον τόπο μου, γιατί έχει πια συμπληρωθεί η προθεσμία που ορίσθηκε σε βάρος μου από τον Θεό». Στην ερώτησή μου «ποια είναι η αιτία της ποινής σου?» απάντησε:

«Συνέβη σε μια επαρχιακή πόλη πολλοί άνθρωποι να παροργίζουν τον Θεό με τις αμαρτίες τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, και μ΄έστειλε να τους παιδεύσω με ευσπλαχνία. Εγώ όμως όταν τους είδα πολύ να ασεβούν, τους επέβαλα μεγαλύτερο παιδεμό, με αποτέλεσμα πολλοί να εξοντωθούν. Γι΄αυτό μου επεβλήθη η απομάκρυνσή μου από προσώπου του Θεού πού μου είχε αναθέσει την αποστολή».

Όταν του είπα «και πώς είμαι άξιος να παρακαλέσω τον Θεό για έναν άγγελο?», εκείνος είπε:

«Αν δεν ήξερα ότι ο Θεός δέχεται την προσευχή των γνήσιων δούλων του, δεν θα ερχόμουν και δεν θα σε ενοχλούσα».

Εγώ αναλογίσθηκα εκείνη τη στιγμή το αμέτρητο έλεος του Κυρίου και την άπειρη αγάπη του προς τον άνθρωπο, που τον έκανε άξιο να μιλάει μαζί του και να τον βλέπει, επίσης οι άγγελοί του να υπηρετούν τους ανθρώπους και να έχουν επαφή μαζί τους, όπως έχει γίνει με τους μακάριους δούλους του Ζαχαρία και Κορνήλιο και τον προφήτη Ηλία και τους άλλους αγίους. Ένιωσα κατάπληξη μ΄αυτά και δόξασα την ευσπλαχνία του».

Μετά απ΄το περιστατικό αυτό ο τρισμακαριστός πατέρας μας αναπαύτηκε. Οι αδελφοί τον έθαψαν τιμητικά με ύμνους και προσευχές. Κι εμείς ας επιδιώξουμε να μιμηθούμε τις αρετές αυτού του Γέροντα με τη δύναμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να φτάσουν στην επίγνωση της αλήθειάς του».



* * *



8. Ένας Γέροντας έλεγε ότι δεν πρέπει κανείς να μεριμνά για τίποτε παρά μόνο για τον φόβο του Θεού. Και πρόσθετε:

«Κι αν αναγκασθώ να φροντίσω για γήινη ανάγκη, ποτέ δεν την σκέφτομαι πρίν από την ώρα της».



* * *



9. Έλεγαν οι Γέροντες ότι όπως η φωτιά καίει τα ξύλα, έτσι και το έργο του μοναχού οφείλει να καίει τα πάθη.



* * *



10. Για κάποιο Γέροντα που κατοικούσε σε κοινόβιο έλεγαν οι αδελφοί της ίδιας μονής ότι αυτά τα τρία πλεονεκτήματα απέκτησε περισσότερο από κάθε άλλο μοναχό αυτής της γενιάς: το να νηστεύει πολύ, το να αγρυπνεί πολύ και το να εργάζεται πολύ.



* * *



14. Ο άγιος Γέροντας Θεόδωρος που καταγόταν απ΄τα Άδανα, μας διηγήθηκε ότι όταν ζούσε στα μέρη της Αγίας Πόλεως, στο κοινόβιο του Πενθουκλά, κοντά στον άγιο ποταμό Ιορδάνη, ήρθε κάποιος απ΄τα μέρη της Ασίας θέλοντας να γίνει μοναχός στο μοναστήρι αυτό. Και ο ηγούμενος τον δέχτηκε.

Έμεινε κάποιο χρονικό διάστημα και επειδή ωφελήθηκε πνευματικά απ΄την καλή κατάσταση του μοναστηριού, μια που είχε αρκετό χρυσάφι το φέρνει και το δίνει στον αββά, λέγοντάς του:

«Αββά, επειδή ωφελήθηκα απ΄την ζωή στο κοινόβιο και θέλω εάν και ο Θεός συγκατανεύει, να κάνεις την κουρά μου και να μου δώσεις το άγιο σχήμα, πάρε αυτήν την ευλογία και διαχειρίσου την όπως νομίζεις», και του δείχνει το χρυσάφι.

Ο ηγούμενος όμως που ήταν άνθρωπος ενάρετος και είχε φόβο Θεού, δεν έσπευσε να πάρει το χρυσάφι, αλλά του λέει:

«Αυτά, παιδί μου, εδώ δεν τα χρειαζόμαστε. Όπως γνωρίζεις δεν είμαστε πολυέξοδοι στις ανάγκες μας, αλλ΄όπως τύχει με φτηνά πράγματα περνούμε, καθώς ζούμε εδώ στην έρημο. Αλλά σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, πήγαινε και δώσ΄τα στους φτωχούς και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς». Εκείνος όμως επέμενε να παρακαλεί και να λέει:

«Το έταξα, πάτερ, όπου εγκαταβιώσω, εκεί να τα προσφέρω».

Κι ο Γέροντας του απαντά:

«Εγώ, παιδί μου, εάν τα πάρω, θα τα δώσω στους φτωχούς. Γιατί δεν μάθαμε να συγκεντρώνουμε θησαυρό επάνω στη γη». Εκείνος πάλι επέμενε λέγοντας, «Πάρε τα, Πάτερ, και όπως νομίζεις διαχειρίσου τα». Τότε ο αββάς δέχτηκε τον χρυσό και του έκανε την κουρά και του ΄δωσε το άγιο σχήμα.

Κατ΄οικονομίαν Θεού όμως δεν ξόδεψε ο αββάς τα χρήματα, αλλά περίμενε θέλοντας να δει την προκοπή του. Ωστόσο κανένας δεν γνώριζε, ούτε και ο ίδιος ο αδελφός, ότι υπήρχαν ακόμη τα χρήματα. Στην αρχή λοιπόν, που είχε ακόμη τη θέρμη της αποταγής, εκπλήρωνε κάθε υποταγή και έκανε ακούραστα και το διακόνημα που του ανέθεταν. Μετά όμως από καιρό άρχισε να χαλαρώνει και να μη δείχνει την ίδια προθυμία, αλλά σιγά-σιγά άρχισε κάπως να μουρμουρίζει λέγοντας:

«Εγώ είχα δώσει πολλά λεφτά στο κοινόβιο και δεν τρώω δωρεάν το ψωμί».

Όταν άκουσαν λοιπόν αυτά κάποιοι αδελφοί, άρχισαν να σκανδαλίζονται και προπαντός οι πιο απλοϊκοί. Όταν το΄μαθε αυτό ο αββάς, τον κάλεσε και του είπε:

«Δεν με πίεσες, αδελφέ, σύ ο ίδιος, για να δεχθώ τα χρήματά σου? Δεν τα έχεις δώσει για να τα μοιράσουμε στους φτωχούς? Ή μήπως κάναμε συμφωνία να μην εργάζεσαι και να σκανδαλίζεις τους αδελφούς με τους γογγυσμούς σου? Όχι, έτσι, παιδί μου, γιατί η Γραφή λέει: Προσέξτε να μην σκανδαλίσετε κανέναν απ΄αυτούς τους μικρούς».

Κι ενώ πολλές και διάφορες νουθεσίες του έκαμε ο αββάς, δεν απομακρύνθηκε απ΄τη διαβολική ενέργεια, πού ενισχύθηκε μέσα του απ΄την πονηρή συνήθεια του γογγυσμού. Βλέποντας, λοιπόν, ο αββάς ότι δεν αλλάζει γνώμη, του λέει κάποια μέρα, «Έλα, αδελφέ, να πάμε κάτω στον Ιορδάνη». Όπως είπαμε παραπάνω, το μοναστήρι βρίσκεται σε κοντινή απόσταση απ΄το ποτάμι. Κατέβηκαν, λοιπόν, εντελώς μόνοι οι δυο τους.

Και καθώς περπατούσαν στις όχθες του Ιορδάνη, άρχισε ο αββάς να τον νουθετεί. Βγάζει κάποια στιγμή το χρυσάφι έτσι όπως ήταν σφραγισμένο και του λέει: «Το γνωρίζεις αυτό?» «Ναι, δέσποτα», του απαντά.

Τότε του λέει ο αββάς: «Πάρε, παιδί μου, τον χρυσό και είτε, όπως έταξες, δώσ΄τα στους φτωχούς, είτε κατά την κρίση σου κράτα τα. Γιατί δεν παραβαίνω τον κανόνα του κοινοβίου εξαιτίας αυτών των χρημάτων, ούτε πάλι σκανδαλίζω τους αδλεφούς, ώστε να παροργίζω και τον Θεό. Είναι αδύνατο να μένεις μαζί μας χωρίς να κάνεις διακόνημα, όπως ακριβώς κάνουν και οι άλλοι αδελφοί. Και εγώ όταν ήμουν νέος έκανα το ίδιο και μέχρι τώρα πιέζω τον εαυτό μου να κάνω όσο μπορώ, όπως και σύ ο ίδιος το γνωρίζεις».

Ο αδελφός μόλις είδε τον χρυσό και άκουσε αυτά απ΄τον αββά, πέφτει στα πόδια του λέγοντας:

«Συγχώρεσέ με, πάτερ, αυτά τα έχω δώσει στον Θεό και σε σας, και δεν τα παίρνω πίσω».

Κι ο Γέροντας του λέει:

«Παιδί μου, ο Θεός δεν έχει ανάγκη απ΄αυτά, διότι όλα είναι δικά του δημιουργήματα. Ζητάει όμως την ψυχική μας σωτηρία. Αποκλείεται να τα κρατήσω αυτά από δω και πέρα». Εκείνος πάλι επέμενε πέφτοντας στα πόδια του και λέγοντας: «Δεν σηκώνομαι απ΄τα πόδια σου, εάν δεν μου δώσεις τον λόγο σου ότι δεν θα με αναγκάσεις να τα πάρω».

Βλέποντας, λοιπόν, ο Γέροντας να τον παρακαλεί με πόνο ψυχής, του λέει:

«Σύμφωνοι, παιδί μου, ούτε κι εγώ στο εξής σε αναγκάζω να τα πάρεις, αλλ΄ούτε κι εγώ τα κρατώ».

Και μόλις, λοιπόν, σηκώθηκε ο αδελφός, λύνει ο αββάς το κομπόδεμα και του λέει:

«Αυτά είναι, παιδί μου, τα
νομίσματα».

Κι εκείνος είπε: «Όπως μου ΄κανες τη χάρη να συμφωνήσεις μαζί μου, πάτερ, μη μου ξαναμιλήσεις γι΄αυτά».

Κι ο Γέροντας χαμογέλασε ήρεμα και είπε, «Όχι, παιδί μου».

Και μόλις είπε αυτά, μπροστά στα μάτια του αδελφού, τα εκσφενδονίζει στον βυθό του ποταμού. Και λέει στον αδελφό: «Όλα αυτά, παιδί μου, διδαχτήκαμε από τον Κύριο να τα περιφρονούμε, ο οποίος είπε:

«Ποιο το όφελος αν κάποιος κερδίσει όλο τον κόσμο, χάσει όμως την ψυχή του?»

Και «πόσο δύσκολα θα μπουν στη Βασιλεία των ουρανών αυτοί που έχουν χρήματα!»

Κι ο Μωυσής, πάλι, όταν είδε τους Ισραηλίτες να έχουν ξεπέσει στην ειδωλολατρία, το ίδιο το χρυσό αυτό είδωλο, αφού το έσπασε σε πολύ μικρά κομμάτια, το διασκόρπισε μέσα στα νερά, δείχνοντας πώς απ΄όλα τα πράγματα προτιμότερη είναι η ευσέβεια.

Έλα, λοιπόν, παιδί μου, στο κοινόβιο και μαζί με τους αδελφούς αγωνίσου χωρίς ντροπή σε κάθε διακόνημα για τον Κύριο, φέροντας στη μνήμη σου τον ίδιο τον Κύριο, πού έλεγε:

«Δεν ήρθε ο Υιός του Θεού για να τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει και να δώσει την ψυχή του λύτρο για πολλούς».

Βλέποντας ο αδελφός την θεοφιλή πρόθεση του αββά και την περιφρόνησή του προς τα χρήματα, ένιωσε κατάνυξη με τον φόβο του Θεού και επέστρεψε μαζί του στο κοινόβιο. Απέκτησε μεγάλη ταπείνωση και υποταγή σε όλους. Και με τη χάρη του Θεού έγινε σκεύος εκλογής και εκοιμήθη σ΄αυτή τη μονή.



* * *
Domna
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 6151
Εγγραφή: Τετ Μαρ 29, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Γερμανία
Επικοινωνία:

Ο τιμωρημένος Άγγελος

Δημοσίευση από Domna »

Ένας Γέροντας είπε ότι υπήρχε κάποιος αναχωρητής, που κατοικούσε στην πιο βαθιά έρημο από αρκετά χρόνια κι είχε αποκτήσει χάρισμα διορατικό, ώστε να συναναστρέφεται με τους αγγέλους. Και συνέβη το εξής: Δυό αδελφοί μοναχοί άκουσαν τα σχετικά μ' αυτόν και είχαν την επιθυμία να τον γνωρίσουν και να ωφεληθούν. Βγήκαν από τα κελιά τους και πήγαιναν προς αυτόν με εμπιστοσύνη στη καρδιά. Και αναζητούσαν το δούλο του Θεού στην έρημο.
Ύστερα από μερικές μέρες πλησίασαν στη σπηλιά του Γέροντα. Από μακριά βλέπουν κάποιον σαν άνθρωπο ντυμένο στα λευκά να στέκεται πάνω σε έναν από τους λόφους που ήταν κοντά στον όσιο σε απόσταση περίπου τριών σημείων,

Τους φώναξε:

«Αδελφοί, αδελφοί».

Αυτοί τον ρώτησαν:

«Ποιός είσαι και τί θέλεις;»

«Να πείτε, τους αποκρίθηκε, στον αββά εκείνον που θα συναντήσετε: θυμήσου αυτό που σε παρακάλεσα».

Οι αδελφοί ήρθαν, βρήκαν τον Γέροντα, τον χαιρέτισαν και πέφτοντας στα πόδια του παρακαλούσαν να ακούσουν από το στόμα του λόγο σωτηρίας. Πράγματι, διδάχτηκαν απ' αυτόν και ωφελήθηκαν πολύ.

Του μίλησαν και για τον άνθρωπο που είδαν καθώς έρχονταν, και την παράκληση του. Ό Γέροντας κατάλαβε ποιός ήταν, αλλά προσποιούνταν ότι δεν τον ήξερε. Μάλιστα έλεγε: «Κανένας άλλος άνθρωπος δεν κατοικεί εδώ». Οι αδελφοί όμως βάζοντας συνέχεια μετάνοιες και αγκαλιάζοντας τα πόδια του τον υποχρέωναν να πει ποιός ήταν αυτός που είδαν.

Ο Γέροντας τους σήκωσε όρθιους και τους είπε:

«Δώστε μου το λόγο σας ότι δεν θα μιλήσετε επαινετικά σε κανένα για μένα σαν για κάποιον άγιο, μέχρι να φύγω στον Κύριο, και τότε θα σας μιλήσω καθαρά για την υπόθεση». Εκείνοι έκαναν όπως τους ζήτησε. Τους λέει λοιπόν:

«Αυτός που έχετε δει ντυμένο στα λευκά είναι άγγελος Κυρίου, που ήρθε εδώ και παρακαλεί εμένα τον αδύναμο και μου λέει: Ικέτευσε τον Κύριο για μένα, να ξαναγυρίσω στον τόπο μου, γιατί έχει πια συμπληρωθεί η προθεσμία που ορίσθηκε σε βάρος μου από το Θεό». Στην ερώτηση μου «ποιά είναι η αιτία της ποινής σου;» απάντησε:

«Συνέβη σε μία επαρχιακή πόλη πολλοί άνθρωποι να παροργίζουν το Θεό με τις αμαρτίες τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, και μ' έστειλε να τους παιδεύσω με ευσπλαχνία. Εγώ όμως όταν τους είδα πολύ να ασεβούν, τους επέβαλα μεγαλύτερο παιδεμό, με αποτέλεσμα πολλοί να εξοντωθούν. Γι' αυτό μου επεβλήθη η απομάκρυνσή μου από προσώπου του Θεού που μου είχε αναθέσει την αποστολή».

Όταν του είπα «και πώς είμαι άξιος να παρακαλέσω το Θεό για έναν άγγελο;», εκείνος είπε:

«Αν δεν ήξερα ότι ο Θεός δέχεται την προσευχή των γνήσιων δούλων του, δεν θα ερχόμουν και δεν θα σε ενοχλούσα».

Εγώ αναλογίσθηκα εκείνη τη στιγμή το αμέτρητο έλεος του Κυρίου και την άπειρη αγάπη του προς τον άνθρωπο, που τον έκανε άξιο να μιλάει μαζί του και να τον βλέπει, επίσης οι άγγελοί του να υπηρετούν τους ανθρώπους και να έχουν επαφή μαζί τους, όπως έχει γίνει με τους μακάριους δούλους του Ζαχαρία και Κορνήλιο και τον προφήτη Ηλία και τους άλλους αγίους. Ένιωσα κατάπληξη μ' αυτά και δόξασα την ευσπλαχνία του».

Μετά απ' το περιστατικό αυτό ο τρισμακάριστος πατέρας μας αναπαύτηκε. Οι αδελφοί τον έθαψαν τιμητικά με ύμνους και προσευχές. Κι εμείς ας επιδιώξουμε να μιμηθούμε τις αρετές αυτού του Γέροντα με τη δύναμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να φτάσουν στην επίγνωση της αληθείας του».

(Από το Μεγάλο Γεροντικό)


http://agioritis.pblogs.gr/2010/07/o-ti ... gelos.html
Ο αληθινός χριστιανός έχει τρία γνωρίσματα:
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”