«Αφρική καλημέρα» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
-
nousgr
- Τακτικό Μέλος

- Δημοσιεύσεις: 67
- Εγγραφή: Τετ Ιουν 01, 2005 5:00 am
- Τοποθεσία: Πάτρα
- Επικοινωνία:
«Αφρική καλημέρα» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
Το βιβλίο «Αφρική καλημέρα» της σπουδαίας συγγραφέως Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη είναι ένα πολύ καλό μυθιστόρημα για την Ορθόδοξη (ιερ)αποστολή στον κόσμο και συγκεκριμένα στην μαύρη ήπειρο.
Ανάμεσα στην πλοκή και την δράση περιέχει αξιόλογα στοιχεία για πνευματικά θέματα. Ακολουθεί ένα απόσπασμα από αυτούς τους διαλόγους. Αν τους βρείτε ενδιαφέροντες, πείτε μου να στείλω κι άλλα. :)
Y.Γ.
Τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου διατίθενται για την ιεραποστολή.
-----------------------------
Γέροντα γιατί χωρίς την πίστη στον Χριστό δεν σώζεται κανείς;
—Ο κόσμος είναι άρρωστος και το χειρότερο είναι που δεν το ξέρει… Ζη μέσα στην απάτη της υγείας… Χωμένος στην κακία, όταν ακούση για τον Θεό ενοχλείται και αηδιάζει.
—Μα, γέροντα, εγώ ρωτώ για τους καλούς του κόσμου. Γιατί έχουν ανάγκη και αυτοι από την πίστη;
Σιωπή. Ό λόγος αναδιπλώθηκε και κουλουριάστηκε στην καρδιά. Δεν είναι πάντα μπορετό στο νου να πιάση τ' άναδέματα της ψυχής. Και δεν είναι πάντα μπορετό στη γλώσσα να δρομολόγηση το φορτίο του νου.
—Την απάντηση, άρχισε να λέη ό αναχωρητής με μια φωνή πού 'μοιαζε να 'ρχεται από μακριά, τη δίνει ή ιστορία του καλού, του κακού, του άγιου και του αμαρτωλού.
Ό Παυλος κάθισε καλύτερα.
—Το λέω ίστορία, αλλά δεν είναι, συνέχισε ό αγιορείτης, σαν ν' άπαντουσε στο ανακάθισμα του νέου. Ήμουν στο Όρος, εδώ και αρκετά χρόνια, όταν ένας μηχανικός επισκέφθηκε το Γέροντα μου. Ήσαν και οι δυο από το ίδιο χωριό. Δεν άργησε ή συζήτηση να 'ρθη σ' αυτό. Μετά τον πόλεμο είχαν γίνει πολλά έργα. Ήρθε ο ηλεκτρισμός. Έγινε Συνεταιρισμός. Κοντολογίς προόδευσαν. Δεν έκλεβαν πια κότες! Και εκεί πού τα' λεγε αυτά έκαμε μια παρατήρηση, πού με ξάφνιασε. Προπολεμικά άρπαζαν το έχει του διπλανού γιατί πείναγαν. Τα επιτίμια του παπα και τα κηρύγματα του άρχιμαντρίτη, πού περιόδευε τον τόπο, πήγαιναν χαμένα. Μετά τον πόλεμο, με το Συνεταιρισμό, όλοι χόρτασαν ψωμί. Και σαν να 'γιναν μάγια, ή κλοπή κόπηκε. Τους ανθρώπους δεν τους έκανε καλούς ή θρησκεία, αλλά ή πρόοδος, ό πολιτισμός.
Ό Παυλος ένιωσε το ίδιο ξάφνιασμα με τον τότε νεαρό δόκιμο.
— Ό Γέροντας μου, συνέχισε ό ερημίτης, δεν άντιμίλησε στο μηχανικό. Ρώτησε μόνο αν τα ήθη στο χωριό εξακολουθούσαν να είναι αυστηρά όπως παλιά.
— Χαλάρωσαν πολύ, ήταν ή απάντηση. Χάθηκε ή απλότητα και ή ειλικρίνεια.
Τότε ό Γέροντας παρατήρησε, ότι ό πολιτισμός δεν καλυτέρεψε τους ανθρώπους. Αν δεν κλέβη κανείς, γιατί δεν έχει πια ανάγκη, μπορεί να έγινε καλός για την Πολιτεία, δεν έγινε όμως πραγματικά καλός, ή, όπως το λέμε εμείς, άγιος. Δηλαδή ένας άνθρωπος μέσα και έξω σωστός. Εκείνο πού μετράει δεν είναι ή καλοσύνη, αλλά ή αγιότητα. Το ίδιο ισχύει και για το κακό. Για μας ζυγίζει ή αμαρτία.
Ό μηχανικός κι εγώ τον κοιτάζαμε γεμάτοι απορία. Σαν να το κατάλαβε, συνέχισε. Αν οι μάρτυρες της πίστης μας ήταν καλοί, θα τους σκότωναν; Κι όμως για μας είναι άγιοι. Μας έριξε μια διαπεραστική ματιά και προχώρησε. Ό Θεός να με συχώρεση, αλλά αν ο Κύριος μας ήταν καλός, θα τον εσταύρωναν; Κι όμως ήταν ο Άγιος των Αγίων.
Τον θωρούσαμε σαν χαμένοι. Με τη στοχαστική του φωνή παρατήρησε: Άλλο καλός κι άλλο άγιος, άλλο κακός κι άλλο αμαρτωλός.
Ένα φως λαμπύρισε. Ήταν μια βιαστική αχτίδα από τη μέρα πού ερχόταν ή αντανάκλαση από το φως της μεταμόρφωσης;
— Παύλο, παιδί μου, δεν σώζονται οι καλοί, αλλά οι άγιοι. Όσοι έσκυψαν στην καρδιά τους και νίκησαν εκεί μέσα τον εαυτό τους. Και αυτό δεν γίνεται παρά μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
…
— Γέροντα μου, στην πρωινή μου προσευχή ζήτησα έντονα από το Θεό πίστη. Κάποτε πνίγομαι στη θάλασσα της αμφιβολίας και μάταια ζήτω κάπου να στερεωθώ.
— Το στερέωμα σου πρέπει να είναι ό ουρανός. Από τη δεύτερη κι όλας μέρα της δημιουργίας το φανέρωσε αυτό ό Θεός, όταν με μόνο το λόγο Του τράβηξε μακριά από τον ουρανό τα νερά του χάους.
Ό Παύλος επέμενε.
— Τι είναι πίστη;
— Εμπιστοσύνη.
— Θέλετε να μου το εξηγήσετε;
— Ή πίστη είναι ένα φαινόμενο πού απαντιέται σε όλους τους ανθρώπους και απλώνεται σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής. Παντρεύεσαι, σπέρνεις, θρησκεύεις, μόνο με την πίστη. Εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο και δένεσαι μαζί του. Εμπιστεύεσαι τη φύση και γι' αυτό την καλλιεργείς. Εμπιστεύεσαι σ' ό,τι είναι πέρα από τη φύση και συμμορφώνεις ανάλογα τη ζωή σου.
Ό ερημίτης σταυροκοπήθηκε. Ασυναίσθητα τον μιμήθηκε κι ο Παύλος.
—Μια όμως είναι ή πίστη πού σώζει. Ή πίστη στο Χριστό.
Σώπασε. Και μετά, σαν να μιλούσε μόνος του, ή πίστη είναι ένα ολοκληρωτικό δόσιμο, μια τέλεια εγκατάλειψη. Ή φωνή του ζωήρεψε. Έχεις δη ποτέ σου ακροβάτες; Ό Παύλος έγνεψε καταφατικά. Ρίχνονται στο πήδημα του θανάτου με μιαν εμπιστοσύνη, πού κανείς δεν την φτάνει. Και ή εμπιστοσύνη αυτή είναι ή ζωή τους. "Αν για μια στιγμή αμφιβάλουν, αν για μια στιγμή διστάσουν, χάνουν τα πάντα!
Μια παρέα από πιθήκους έδινε πάνω στα δέντρα την ίδια παράσταση. Άλλα οι ακροβάτες, σκέφτηκε ό Παύλος, είναι ανώτεροι από τους πιθήκους, γιατί ξεπέρασαν την ίδια τους τη φύση. Ή εμπιστοσύνη γι' αυτούς είναι κατάκτηση.
Ό ασκητής πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Ή πίστη είναι μια περιπέτεια μεγάλη. Δίνεις την παράσταση σου στη γη κρεμασμένος από τον ουρανό. Και αιωρείσαι στο μεγάλο αυτό μεσοδιάστημα. Ή πίστη δεν είναι χαμοζωή. Δίστασε... Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε απ' τα χείλη του. Ή πίστη, όπως μου 'λεγε ένας μικρασιάτης αδελφός, είναι ντέρτι, είναι σεβντάς, είναι ξεφάντωμα. Τα χείλη του με το χαμόγελο ακόμη επάνω τους κινήθηκαν σε προσευχή. «Της νυκτός διελθούσης ήγγικεν ή ήμερα και το φως τω κοσμώ επέλαμψε. δια τούτο υμνεί σε τάγματα Αγγέλων και δοξολογεί σε, Χριστέ ό Θεός».
Ανάμεσα στην πλοκή και την δράση περιέχει αξιόλογα στοιχεία για πνευματικά θέματα. Ακολουθεί ένα απόσπασμα από αυτούς τους διαλόγους. Αν τους βρείτε ενδιαφέροντες, πείτε μου να στείλω κι άλλα. :)
Y.Γ.
Τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου διατίθενται για την ιεραποστολή.
-----------------------------
Γέροντα γιατί χωρίς την πίστη στον Χριστό δεν σώζεται κανείς;
—Ο κόσμος είναι άρρωστος και το χειρότερο είναι που δεν το ξέρει… Ζη μέσα στην απάτη της υγείας… Χωμένος στην κακία, όταν ακούση για τον Θεό ενοχλείται και αηδιάζει.
—Μα, γέροντα, εγώ ρωτώ για τους καλούς του κόσμου. Γιατί έχουν ανάγκη και αυτοι από την πίστη;
Σιωπή. Ό λόγος αναδιπλώθηκε και κουλουριάστηκε στην καρδιά. Δεν είναι πάντα μπορετό στο νου να πιάση τ' άναδέματα της ψυχής. Και δεν είναι πάντα μπορετό στη γλώσσα να δρομολόγηση το φορτίο του νου.
—Την απάντηση, άρχισε να λέη ό αναχωρητής με μια φωνή πού 'μοιαζε να 'ρχεται από μακριά, τη δίνει ή ιστορία του καλού, του κακού, του άγιου και του αμαρτωλού.
Ό Παυλος κάθισε καλύτερα.
—Το λέω ίστορία, αλλά δεν είναι, συνέχισε ό αγιορείτης, σαν ν' άπαντουσε στο ανακάθισμα του νέου. Ήμουν στο Όρος, εδώ και αρκετά χρόνια, όταν ένας μηχανικός επισκέφθηκε το Γέροντα μου. Ήσαν και οι δυο από το ίδιο χωριό. Δεν άργησε ή συζήτηση να 'ρθη σ' αυτό. Μετά τον πόλεμο είχαν γίνει πολλά έργα. Ήρθε ο ηλεκτρισμός. Έγινε Συνεταιρισμός. Κοντολογίς προόδευσαν. Δεν έκλεβαν πια κότες! Και εκεί πού τα' λεγε αυτά έκαμε μια παρατήρηση, πού με ξάφνιασε. Προπολεμικά άρπαζαν το έχει του διπλανού γιατί πείναγαν. Τα επιτίμια του παπα και τα κηρύγματα του άρχιμαντρίτη, πού περιόδευε τον τόπο, πήγαιναν χαμένα. Μετά τον πόλεμο, με το Συνεταιρισμό, όλοι χόρτασαν ψωμί. Και σαν να 'γιναν μάγια, ή κλοπή κόπηκε. Τους ανθρώπους δεν τους έκανε καλούς ή θρησκεία, αλλά ή πρόοδος, ό πολιτισμός.
Ό Παυλος ένιωσε το ίδιο ξάφνιασμα με τον τότε νεαρό δόκιμο.
— Ό Γέροντας μου, συνέχισε ό ερημίτης, δεν άντιμίλησε στο μηχανικό. Ρώτησε μόνο αν τα ήθη στο χωριό εξακολουθούσαν να είναι αυστηρά όπως παλιά.
— Χαλάρωσαν πολύ, ήταν ή απάντηση. Χάθηκε ή απλότητα και ή ειλικρίνεια.
Τότε ό Γέροντας παρατήρησε, ότι ό πολιτισμός δεν καλυτέρεψε τους ανθρώπους. Αν δεν κλέβη κανείς, γιατί δεν έχει πια ανάγκη, μπορεί να έγινε καλός για την Πολιτεία, δεν έγινε όμως πραγματικά καλός, ή, όπως το λέμε εμείς, άγιος. Δηλαδή ένας άνθρωπος μέσα και έξω σωστός. Εκείνο πού μετράει δεν είναι ή καλοσύνη, αλλά ή αγιότητα. Το ίδιο ισχύει και για το κακό. Για μας ζυγίζει ή αμαρτία.
Ό μηχανικός κι εγώ τον κοιτάζαμε γεμάτοι απορία. Σαν να το κατάλαβε, συνέχισε. Αν οι μάρτυρες της πίστης μας ήταν καλοί, θα τους σκότωναν; Κι όμως για μας είναι άγιοι. Μας έριξε μια διαπεραστική ματιά και προχώρησε. Ό Θεός να με συχώρεση, αλλά αν ο Κύριος μας ήταν καλός, θα τον εσταύρωναν; Κι όμως ήταν ο Άγιος των Αγίων.
Τον θωρούσαμε σαν χαμένοι. Με τη στοχαστική του φωνή παρατήρησε: Άλλο καλός κι άλλο άγιος, άλλο κακός κι άλλο αμαρτωλός.
Ένα φως λαμπύρισε. Ήταν μια βιαστική αχτίδα από τη μέρα πού ερχόταν ή αντανάκλαση από το φως της μεταμόρφωσης;
— Παύλο, παιδί μου, δεν σώζονται οι καλοί, αλλά οι άγιοι. Όσοι έσκυψαν στην καρδιά τους και νίκησαν εκεί μέσα τον εαυτό τους. Και αυτό δεν γίνεται παρά μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
…
— Γέροντα μου, στην πρωινή μου προσευχή ζήτησα έντονα από το Θεό πίστη. Κάποτε πνίγομαι στη θάλασσα της αμφιβολίας και μάταια ζήτω κάπου να στερεωθώ.
— Το στερέωμα σου πρέπει να είναι ό ουρανός. Από τη δεύτερη κι όλας μέρα της δημιουργίας το φανέρωσε αυτό ό Θεός, όταν με μόνο το λόγο Του τράβηξε μακριά από τον ουρανό τα νερά του χάους.
Ό Παύλος επέμενε.
— Τι είναι πίστη;
— Εμπιστοσύνη.
— Θέλετε να μου το εξηγήσετε;
— Ή πίστη είναι ένα φαινόμενο πού απαντιέται σε όλους τους ανθρώπους και απλώνεται σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής. Παντρεύεσαι, σπέρνεις, θρησκεύεις, μόνο με την πίστη. Εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο και δένεσαι μαζί του. Εμπιστεύεσαι τη φύση και γι' αυτό την καλλιεργείς. Εμπιστεύεσαι σ' ό,τι είναι πέρα από τη φύση και συμμορφώνεις ανάλογα τη ζωή σου.
Ό ερημίτης σταυροκοπήθηκε. Ασυναίσθητα τον μιμήθηκε κι ο Παύλος.
—Μια όμως είναι ή πίστη πού σώζει. Ή πίστη στο Χριστό.
Σώπασε. Και μετά, σαν να μιλούσε μόνος του, ή πίστη είναι ένα ολοκληρωτικό δόσιμο, μια τέλεια εγκατάλειψη. Ή φωνή του ζωήρεψε. Έχεις δη ποτέ σου ακροβάτες; Ό Παύλος έγνεψε καταφατικά. Ρίχνονται στο πήδημα του θανάτου με μιαν εμπιστοσύνη, πού κανείς δεν την φτάνει. Και ή εμπιστοσύνη αυτή είναι ή ζωή τους. "Αν για μια στιγμή αμφιβάλουν, αν για μια στιγμή διστάσουν, χάνουν τα πάντα!
Μια παρέα από πιθήκους έδινε πάνω στα δέντρα την ίδια παράσταση. Άλλα οι ακροβάτες, σκέφτηκε ό Παύλος, είναι ανώτεροι από τους πιθήκους, γιατί ξεπέρασαν την ίδια τους τη φύση. Ή εμπιστοσύνη γι' αυτούς είναι κατάκτηση.
Ό ασκητής πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Ή πίστη είναι μια περιπέτεια μεγάλη. Δίνεις την παράσταση σου στη γη κρεμασμένος από τον ουρανό. Και αιωρείσαι στο μεγάλο αυτό μεσοδιάστημα. Ή πίστη δεν είναι χαμοζωή. Δίστασε... Ένα αχνό χαμόγελο πέρασε απ' τα χείλη του. Ή πίστη, όπως μου 'λεγε ένας μικρασιάτης αδελφός, είναι ντέρτι, είναι σεβντάς, είναι ξεφάντωμα. Τα χείλη του με το χαμόγελο ακόμη επάνω τους κινήθηκαν σε προσευχή. «Της νυκτός διελθούσης ήγγικεν ή ήμερα και το φως τω κοσμώ επέλαμψε. δια τούτο υμνεί σε τάγματα Αγγέλων και δοξολογεί σε, Χριστέ ό Θεός».
Η ταπείνωση της αμαρτίας είναι προτιμότερη από την αλλαζονεία της αρετής... :)
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: «Αφρική καλημέρα» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
Το "ξεθάβω" :-) για να το συνεχίσουμε από εκεί που έμεινε..........
------------------------------------------------------------------------------------------------------
……πήρε στο χέρι του ένα σβόλο χώμα, τον έσφιξε στην απαλάμη του. Διατηρούσε ακόμα λίγη υγρασία. Τον απίθωσε μέσα σε μια λακκουβίτσα νερό, στερνή σταγόνα στο ποτήρι που ‘πιε μονορούφι η φύση.
- Γέροντά μου, έκανε συλλογισμένα, τι είναι σωτηρία;
- Στο Όρος έχω έναν αδελφό αγιογράφο. Όταν ήμαστε κι οι δυο στον κόσμο είχαμε μεγάλη φιλία. Ζωγράφιζε. Έφτιαχνε πορτραίτα. Κάποτε θέλησε να φτιάξη και το δικό μου. Εκείνο που θυμάμαι, είναι ότι έπρεπε να τον κοιτώ συνέχεια. Όταν κάποτε, αφηρημένος, γύριζα αλλού το κεφάλι μου, άφηνε τα πινέλα και σταματούσε.
Ο σβόλος είχε χαθεί μεσ’ στο νερό.
- Σωτηρία είναι να κοιτάς συνέχεια το Χριστό για να ζωγραφίση επάνω σου το πορτραίτο Του. Και μετά από λίγο. Είναι να ξαναγυρίσης στο κατ’ εικόνα. Είναι δηλαδή να βρής και πάλι τον αληθινό εαυτό σου. Να βρης τη χαμένη σου ταυτότητα. Να λιώσης μέσα στο Χριστό, όπως ο σβόλος που ‘βαλες στο νερό.
Ο καλόγερος σηκώθηκε για να φωνάξη σε λίγο από τη μικρή καλύβα τον Παύλο στη τράπεζα. Μια ονομασία που τα κράταγε από το Όρος.
- Τετάρτη είναι σήμερα, είπε, ενώ ανακάτευε το καλαμποκάλευρο για να φτιάση το ίριο, που είναι το πιο συνηθισμένο γεύμα στην Κένυα. Το τρως Παύλο;
- Δε μ’ αρέσει. Εσείς, όμως γιατί το τρώτε γέροντα; Για άσκηση;
- Ο μοναχός, Παύλο, έχει υποσχεθή πτωχείαν. Και η πτωχεία δεν είναι η ακτημοσύνη. Δεν είναι μια στέρηση. Μια άρνηση. Είναι μια θετική αρετή. Η αληθινή πτωχεία είναι, όπως λέγει ο αβάς Δωρόθεος από τη Γάζα, να μη θέλης να γίνονται τα πράγματα όπως θέλης, αλλά να τα θέλης όπως γίνονται. Πτωχεία είναι να μην έχης δικό σου θέλημα, δική σου συνήθεια, δική σου γεύση.
- Και η σωτηρία, Παύλο, είπε ο αγιορείτης ξαναγυρίζοντας στην πρώτη τους κουβέντα, δεν έχει μόνο μια αρνητική πλευρά, αλλά και μια θετική. Είναι λίγο να πούμε, πως ο Χριστός ήρθε μόνο για να μας σώση. Ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, έλεγε, ότι με το βάπτισμα ο άνθρωπος δεν σώζεται μόνο, αλλά γεμίζει από υπερφυσικά χαρίσματα. Απολυτρώνεται, αγιάζει, υιοθετείται, γίνεται συγκληρονόμος του Χριστού, ενώνεται με Αυτόν, θεώνεται.....
------------------------------------------------------------------------------------------------------
……πήρε στο χέρι του ένα σβόλο χώμα, τον έσφιξε στην απαλάμη του. Διατηρούσε ακόμα λίγη υγρασία. Τον απίθωσε μέσα σε μια λακκουβίτσα νερό, στερνή σταγόνα στο ποτήρι που ‘πιε μονορούφι η φύση.
- Γέροντά μου, έκανε συλλογισμένα, τι είναι σωτηρία;
- Στο Όρος έχω έναν αδελφό αγιογράφο. Όταν ήμαστε κι οι δυο στον κόσμο είχαμε μεγάλη φιλία. Ζωγράφιζε. Έφτιαχνε πορτραίτα. Κάποτε θέλησε να φτιάξη και το δικό μου. Εκείνο που θυμάμαι, είναι ότι έπρεπε να τον κοιτώ συνέχεια. Όταν κάποτε, αφηρημένος, γύριζα αλλού το κεφάλι μου, άφηνε τα πινέλα και σταματούσε.
Ο σβόλος είχε χαθεί μεσ’ στο νερό.
- Σωτηρία είναι να κοιτάς συνέχεια το Χριστό για να ζωγραφίση επάνω σου το πορτραίτο Του. Και μετά από λίγο. Είναι να ξαναγυρίσης στο κατ’ εικόνα. Είναι δηλαδή να βρής και πάλι τον αληθινό εαυτό σου. Να βρης τη χαμένη σου ταυτότητα. Να λιώσης μέσα στο Χριστό, όπως ο σβόλος που ‘βαλες στο νερό.
Ο καλόγερος σηκώθηκε για να φωνάξη σε λίγο από τη μικρή καλύβα τον Παύλο στη τράπεζα. Μια ονομασία που τα κράταγε από το Όρος.
- Τετάρτη είναι σήμερα, είπε, ενώ ανακάτευε το καλαμποκάλευρο για να φτιάση το ίριο, που είναι το πιο συνηθισμένο γεύμα στην Κένυα. Το τρως Παύλο;
- Δε μ’ αρέσει. Εσείς, όμως γιατί το τρώτε γέροντα; Για άσκηση;
- Ο μοναχός, Παύλο, έχει υποσχεθή πτωχείαν. Και η πτωχεία δεν είναι η ακτημοσύνη. Δεν είναι μια στέρηση. Μια άρνηση. Είναι μια θετική αρετή. Η αληθινή πτωχεία είναι, όπως λέγει ο αβάς Δωρόθεος από τη Γάζα, να μη θέλης να γίνονται τα πράγματα όπως θέλης, αλλά να τα θέλης όπως γίνονται. Πτωχεία είναι να μην έχης δικό σου θέλημα, δική σου συνήθεια, δική σου γεύση.
- Και η σωτηρία, Παύλο, είπε ο αγιορείτης ξαναγυρίζοντας στην πρώτη τους κουβέντα, δεν έχει μόνο μια αρνητική πλευρά, αλλά και μια θετική. Είναι λίγο να πούμε, πως ο Χριστός ήρθε μόνο για να μας σώση. Ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, έλεγε, ότι με το βάπτισμα ο άνθρωπος δεν σώζεται μόνο, αλλά γεμίζει από υπερφυσικά χαρίσματα. Απολυτρώνεται, αγιάζει, υιοθετείται, γίνεται συγκληρονόμος του Χριστού, ενώνεται με Αυτόν, θεώνεται.....
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: «Αφρική καλημέρα» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
....Γέροντά μου, γιατί μας παιδεύουν οι πειρασμοί; Άπλωσε τα χέρια του και τα κοίταξε σαν να θεωρούσε όλο του τον εαυτό. Τι είναι αυτό το μυστήριο που γίνεται μέσα μας; Νέος ο Παύλος, τον πάλευε το θέμα. Πήρε θάρρος από την ίδια του την παρατήρηση και συνέχισε. Πως γίνεται να ‘σαι ταυτόχρονα ταυτόχρονα εχθρός και φίλος του εαυτού σου; Πάω να τον δέσω και λύνεται. Πριν τον διχάσω, συμφιλιώνομαι. Πριν τον τιμωρήσω, υποχωρώ. Πώς να τον νικήσω, που τον αγαπώ; Πώς να απελευθερωθώ απ’ αυτόν, που είναι αιώνια μαζί του δεμένος; Πώς να τον καταργήσω, που θα αναστηθή μαζί μου; Ο εαυτός μου είναι συνεργάτης και εχθρός, βοηθός και αντίπαλος. Με φροντίζει και με εχθρεύεται. Σαν αναπαύομαι, ατακτεί. Τον πιέζω, δεν το υποφέρει. Αν τον λυπήσω, κινδυνεύω. Αν τον θανατώσω, ποιος θα με βοηθήση για να σωθώ; Αναστέναξε βαθιά. Τον αγκαλιάζω και τον αποστρέφομαι. Ο Παύλος ένιωθε εξουθενομένος. Σαν να είχε μαζευτή τη στιγμή εκείνη επάνω του η κούραση μιας ολόκληρης ζωής. Κοίταξε τον μοναχό, κατέβασε τα μάτια. Τον ξανακοίταξε. Χαμογέλασε όλος αμηχανία και ντροπή για την τόλμη του να πη τόσα πολλά.
Ο ερημίτης δεν απάντησε. Στεκόταν σκεφτικός. Άφηνε τον Παύλο να καταλαγιάση.
Γιατί οι πειρασμοί; Είπε σαν να ρωτούσε τον εαυτό του. Κοίταξε τον συνομιλητή του κατάματα. Δεν ξέρω. Εδώ αγγίζεις το μεγάλο μυστήριο: γιατί το κακό; Σώπασε. Το βλέμμα του είχε γυρίσει μέσα του. Γύρευε σε τι βάθη πλανιόταν!
- Εκείνο που ξέρω, είπε μετά από λίγο, είναι ότι οι πειρασμοί μας δίνονται για να παλέψουμε, να τους νικήσουμε και να βγούμε σωσμένοι απ’ αυτή την πάλη. Ένα φως άναψε στο πρόσωπό του.
- Ο αβάς Μακάριος ο μεγάλος γράφει κάπου: «Συνεργεί το πονηρόν τω αγαθώ προαιρέσει ου καλή». Το φως κατέβηκε στα χείλη του, και αυτά πλάτυναν σ’ ένα χαμόγελο γεμάτο αγαθότητα. Ναι, Παύλο, το πονηρό μας βοηθεί χωρίς να το θέλη. Σοβάρεψε. Αρκεί να το θέλουμε εμείς…..
Ο ερημίτης δεν απάντησε. Στεκόταν σκεφτικός. Άφηνε τον Παύλο να καταλαγιάση.
Γιατί οι πειρασμοί; Είπε σαν να ρωτούσε τον εαυτό του. Κοίταξε τον συνομιλητή του κατάματα. Δεν ξέρω. Εδώ αγγίζεις το μεγάλο μυστήριο: γιατί το κακό; Σώπασε. Το βλέμμα του είχε γυρίσει μέσα του. Γύρευε σε τι βάθη πλανιόταν!
- Εκείνο που ξέρω, είπε μετά από λίγο, είναι ότι οι πειρασμοί μας δίνονται για να παλέψουμε, να τους νικήσουμε και να βγούμε σωσμένοι απ’ αυτή την πάλη. Ένα φως άναψε στο πρόσωπό του.
- Ο αβάς Μακάριος ο μεγάλος γράφει κάπου: «Συνεργεί το πονηρόν τω αγαθώ προαιρέσει ου καλή». Το φως κατέβηκε στα χείλη του, και αυτά πλάτυναν σ’ ένα χαμόγελο γεμάτο αγαθότητα. Ναι, Παύλο, το πονηρό μας βοηθεί χωρίς να το θέλη. Σοβάρεψε. Αρκεί να το θέλουμε εμείς…..
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: «Αφρική καλημέρα» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
…- Άκουσα, γέροντα, από έναν αναχωρητή, ότι η μετάνοια είναι βάπτισμα μετά το βάπτισμα. Ή ότι είναι «χαροποιόν πένθος» ή «γλυκύς κλαυθμός» ή «μακαρία αλλοίωσις» ή πάλι «ακαταίσχυντος καταδίκη».
- Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας τα λέει όλα αυτά. Και είναι σωστά.
- Άκουσα όμως πάλι, ότι ο άνθρωπος πρέπει να θρηνή, να εξουθενώνεται και να συντρίβεται για τις αμαρτίες του.
- Μέχρι ενός ορίου. Διαφορετικά πέφτει στον πειρασμό της περηφάνιας.
Απορημένα τον κοίταξε ο Παύλος.
- Μετά την ανάσταση του Κυρίου μας, δεν χρειάζονται δάκρυα και στεναγμοί γεμάτοι πόνο. Ο Θεός θέλει η μετάνοια να μη γίνεται από πόνο, αλλά από αγάπη σ’ Αυτόν μέσα στη χαρά.
- Και γιατί ο υπερβολικός πόνος είναι εγωισμός;
- Ο αβάς Αμμωνάς λέγει, πως κι αν ακόμη έκανες πολλά κακά, να μη λυπηθή η καρδιά σου χωρίς μέτρο. Διαφορετικά δίνεις περισσότερη σημασία στον εαυτό σου απ’ ότι έχει. Είναι τότε, σαν να αμφιβάλλης για την δύναμη του Θεού να σε σώση.
Περιμένει κανείς να βρη την έρημο κατάξερη και στυγνή και την ανακαλύπτει γεμάτη ζωντανό νερό και άνθη του παραδείσου….
- Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας τα λέει όλα αυτά. Και είναι σωστά.
- Άκουσα όμως πάλι, ότι ο άνθρωπος πρέπει να θρηνή, να εξουθενώνεται και να συντρίβεται για τις αμαρτίες του.
- Μέχρι ενός ορίου. Διαφορετικά πέφτει στον πειρασμό της περηφάνιας.
Απορημένα τον κοίταξε ο Παύλος.
- Μετά την ανάσταση του Κυρίου μας, δεν χρειάζονται δάκρυα και στεναγμοί γεμάτοι πόνο. Ο Θεός θέλει η μετάνοια να μη γίνεται από πόνο, αλλά από αγάπη σ’ Αυτόν μέσα στη χαρά.
- Και γιατί ο υπερβολικός πόνος είναι εγωισμός;
- Ο αβάς Αμμωνάς λέγει, πως κι αν ακόμη έκανες πολλά κακά, να μη λυπηθή η καρδιά σου χωρίς μέτρο. Διαφορετικά δίνεις περισσότερη σημασία στον εαυτό σου απ’ ότι έχει. Είναι τότε, σαν να αμφιβάλλης για την δύναμη του Θεού να σε σώση.
Περιμένει κανείς να βρη την έρημο κατάξερη και στυγνή και την ανακαλύπτει γεμάτη ζωντανό νερό και άνθη του παραδείσου….
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: «Αφρική καλημέρα» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
…..- Τι είναι ο άγιος, γέροντά μου;
…..- Ο μέγας Παχώμιος λέγει απλά και βαθυστόχαστα, ότι άγιος είναι ο άνθρωπος που ζη. Μόνο ο άγιος ζη αληθινά. Εμείς καμωνόμαστε πως ζούμε.....
….Παύλο, είναι μεγάλος ο δρόμος μέχρις εκεί. Στιγμές – στιγμές, σαν την τωρινή, σου φαίνεται εύκολος. Αυτό νόμιζα και εγώ, όταν έγινα δόκιμος. Στην αρχή της πνευματικής ζωής το άγιο Πνεύμα σου δίνει μια μεγάλη ζεστασιά, σου δείχνει τις ομορφιές του. Μετά σ’ αφήνει να μπης στον πειρασμό. Και τότε αυτά που σου φαίνονταν πρωτύτερα εύκολα και γλυκά, γίνονται τώρα βαριά και δύσκολα. Πολλοί άπειροι ξαφνιάζονται από τον πειρασμό και παρασύρονται από τη βαρύτητα. Σε καμιά ψυχή να μην επιτρέψη αυτό ο Θεός…..
….. ο δρόμος που πάει στον ουρανού είναι σαν τη ρόδα του νερόμυλου, μια πάνω μια κάτω. Κάποτε ο μοναχός, και είπε τη λέξη μοναχός χωρίς να τη σκεφτή, νιώθει τόσο ασφαλισμένος στη χάρη του Θεού! Νιώθει τον εαυτό του να μετεωρίζεται στα θεία και τα επουράνια. Έτσι που να νομίζη, ότι έφτασε στην ατέλεστη τελειότητα. Και ενώ φανταζόταν, ότι μπήκε πια στο λιμάνι, ξεσηκώνονται φουρτούνες, που τον ξαναφέρνουν καταμεσίς στο πέλαγος. Εκεί που η ανταριασμένη θάλασσα, ο γεμάτος κρέπια ουρανός και ο θάνατος παραμονεύουν έτοιμα να τον καταπιούν.
Βαθιά σιωπή ακολούθησε τα λόγια του. Ο Παύλος τρομαγμένος άκουγε την εξομολόγηση του ησυχαστή.
- Ξαφνικά η χάρη του Θεού τον αξιώνει και πάλι. Έτσι, σαν να δέχεται μια ψεκάδα από το βυθό της θάλασσας ξαναζωντανεύει. Και μένει έκθαμβος γι’ αυτό που γίνεται μέσα του. Η θεία χάρη τον φωτίζει, τον οδηγεί, τον ειρηνεύει, τον γεμίζει αγαθά. Τότε συγκρίνει τον εαυτό του με τους μεγάλους και με τους σοφούς και τους νομίζει πολύ μικρούς. Σε λίγο πάλι καιρό τα πράγματα μεταβάλλονται , ώστε να θεωρή τον εαυτό του σαν τον χειρότερο αμαρτωλό. Τότε το μυαλό πέφτει σε αμηχανία. Γιατί έτσι και πάλι έτσι; Σώπασε για μια στιγμή. Γιατί ο σατανάς εχθρεύεται τον άνθρωπο και παλεύει εναντίον του και εναντίον του αγγέλου του…..
…….Παύλο, η πρώτη θέρμη είναι γεμάτη ταραχή, αμφίβολη και ακατάστατη. Η δεύτερη, μετά το πάλεμα, είναι καλύτερη. Καθαρίζει το μάτι, φέρνει την υπομονή, την αταραξία… Φέρνει την πίστη και διώχνει την αμφιβολία…..
…..- Ο μέγας Παχώμιος λέγει απλά και βαθυστόχαστα, ότι άγιος είναι ο άνθρωπος που ζη. Μόνο ο άγιος ζη αληθινά. Εμείς καμωνόμαστε πως ζούμε.....
….Παύλο, είναι μεγάλος ο δρόμος μέχρις εκεί. Στιγμές – στιγμές, σαν την τωρινή, σου φαίνεται εύκολος. Αυτό νόμιζα και εγώ, όταν έγινα δόκιμος. Στην αρχή της πνευματικής ζωής το άγιο Πνεύμα σου δίνει μια μεγάλη ζεστασιά, σου δείχνει τις ομορφιές του. Μετά σ’ αφήνει να μπης στον πειρασμό. Και τότε αυτά που σου φαίνονταν πρωτύτερα εύκολα και γλυκά, γίνονται τώρα βαριά και δύσκολα. Πολλοί άπειροι ξαφνιάζονται από τον πειρασμό και παρασύρονται από τη βαρύτητα. Σε καμιά ψυχή να μην επιτρέψη αυτό ο Θεός…..
….. ο δρόμος που πάει στον ουρανού είναι σαν τη ρόδα του νερόμυλου, μια πάνω μια κάτω. Κάποτε ο μοναχός, και είπε τη λέξη μοναχός χωρίς να τη σκεφτή, νιώθει τόσο ασφαλισμένος στη χάρη του Θεού! Νιώθει τον εαυτό του να μετεωρίζεται στα θεία και τα επουράνια. Έτσι που να νομίζη, ότι έφτασε στην ατέλεστη τελειότητα. Και ενώ φανταζόταν, ότι μπήκε πια στο λιμάνι, ξεσηκώνονται φουρτούνες, που τον ξαναφέρνουν καταμεσίς στο πέλαγος. Εκεί που η ανταριασμένη θάλασσα, ο γεμάτος κρέπια ουρανός και ο θάνατος παραμονεύουν έτοιμα να τον καταπιούν.
Βαθιά σιωπή ακολούθησε τα λόγια του. Ο Παύλος τρομαγμένος άκουγε την εξομολόγηση του ησυχαστή.
- Ξαφνικά η χάρη του Θεού τον αξιώνει και πάλι. Έτσι, σαν να δέχεται μια ψεκάδα από το βυθό της θάλασσας ξαναζωντανεύει. Και μένει έκθαμβος γι’ αυτό που γίνεται μέσα του. Η θεία χάρη τον φωτίζει, τον οδηγεί, τον ειρηνεύει, τον γεμίζει αγαθά. Τότε συγκρίνει τον εαυτό του με τους μεγάλους και με τους σοφούς και τους νομίζει πολύ μικρούς. Σε λίγο πάλι καιρό τα πράγματα μεταβάλλονται , ώστε να θεωρή τον εαυτό του σαν τον χειρότερο αμαρτωλό. Τότε το μυαλό πέφτει σε αμηχανία. Γιατί έτσι και πάλι έτσι; Σώπασε για μια στιγμή. Γιατί ο σατανάς εχθρεύεται τον άνθρωπο και παλεύει εναντίον του και εναντίον του αγγέλου του…..
…….Παύλο, η πρώτη θέρμη είναι γεμάτη ταραχή, αμφίβολη και ακατάστατη. Η δεύτερη, μετά το πάλεμα, είναι καλύτερη. Καθαρίζει το μάτι, φέρνει την υπομονή, την αταραξία… Φέρνει την πίστη και διώχνει την αμφιβολία…..
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: «Αφρική καλημέρα» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
…..- Πάτερ μου, αισθάνομαι πως βρίσκομαι στον Παράδεισο.
- Παιδί μου, ο Παράδεισος είναι μέσα μας.
Σε αυτόν τον Παράδεισο ήρθε μια μέρα που ονομάτισε ο Παύλος τα διάφορα θηρία. Του τα ‘φερνε ο ησυχαστής, του τα περιέγραφε και ο Παύλος με τη χάρη του Θεού τα ους έβαζε ένα όνομα: ειρωνεία, αργολογία, φλυαρία, καταλαλιά, περιέργεια, οργή, θυμός, αγανάκτηση, αυθάδεια, αναίδεια, λοιδορία, κατάκριση, ανυπομονησία, περιφρόνηση, ασπλαχνία, μνησικακία, φθόνος, φιλαργυρία, και άλλα και άλλα πολλά. Θηρία που κάποτε ούτε μπορούσε να τα διακρίνη. Ούτε μπορούσε να φαντασθή. Θηρία που τρώγαν την ψυχή και έπιναν το αίμα της καρδιάς. Τώρα μέσα στον Παράδεισο της γαληνεμένης του ψυχής έστεκα όλα φρόνιμα και τιθασευμένα. Μέχρι που να κάνη το πρώτο του γλίστρημα. Ο Θεός ξέρει το πότε θα το επιτρέψη. Τώρα όμως….
-Πάτερ μου, πως μιλάει ο άνθρωπος με το Θεό;
-Με την προσευχή.
-Δίδαξέ με για την προσεχή.
-Πώς να μιλήση κανείς για το πέλαγος! Ένα πάντως είναι αλήθεια, ότι δίχως τη συνεχή επικοινωνία μας με το Θεό δεν υπάρχει ζωή.
- Εγώ όμως, πάτερ μου, που 'μαι ακόμα στην αρχή πως πρέπει να προσεύχομαι;
- Παύλο, για τους αμάθητους η προσευχή είναι κουραστική. Πρέπει συχνά να βιάζουν τον εαυτό τους και να επιμένουν. Και η επιμονή γεννάει τη χαρά… και ύστερα από λιγο…. Η βία είναι το δικό σου κατόρθωμα. Η χαρά είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος.
- Τώρα που 'σαι στην αρχή, παιδί μου, συνέχισε ο αγιορείτης, χρειάζεται να παίρνης μια ορισμένη στάση κατά την προσευχή. Είναι παράξενο αλλά η εξωτερική στάση του σώματος βοηθάει το μυαλό να συγκεντρωθή. Επίσης να μη προσπαθής να προσεύχεσαι με σοφά λόγια. Την ώρα που ψάχνεις να τα βρης, ξεχνιέσαι και αφαιρήσαι. Τα λίγα λόγια μαζεύουν το μυαλό. Κι αν πάλι αυτό διασπάται, άρχιζε από την αρχή δίχως πολλή στενοχώρια. Πρόσεχε ακόμη την ώρα της προσευχής να μην κάνης θεοφιλείς και πνευματικές σκέψεις. Έτσι χάνεις το σπουδαιότερο. Την ίδια την προσευχή.
- Και πιο είναι το πιο πάνω στάδιο της προσευχής;
- Το να μπορή το μυαλό σου να στέκεται σ’ αυτά που λες και σ’ αυτά που στοχάζεσαι.
- Υπάρχει άραγε κι άλλο στάδιο πιο τέλειο;
Ο ησυχαστής φάνηκε να στενοχωριέται. Αν τη στιγμή εκείνη ήταν παρών ένας έμπειρος στην πνευματική ζωή, θα καταλάβαινε πολλά. Θα διέκρινε, ότι ο ερημίτης είχε ξεπεράσει τα συνηθισμένα μέτρα. Θα διαπίστωνε, ότι η γνώση του δεν είναι από τα βιβλία, αλλά από προσωπικά βιώματα.
- Τι τα θέλεις αυτά να τα μάθης, Παύλο;
- Ετσι ρώτησα, πάτερ μου, έκανε ο νέος, γεμάτος αμηχανία. Αν δεν πρέπη… Συχώρα με.
- Μια και δεν το κάνεις από περιέργεια, θα σου πω μόνο τι λέει ο Μακάριος ο μεγάλος: «Μπαίνει κανείς στο κελί του και γονατίζει και η καρδιά του γεμίζει με θεία ενέργεια. Και ευχαριστιέται η ψυχή που είναι μαζί με τον Κύριο, όπως η νύμφη με το νυμφίο. Και εκεί που ασχολείται ο μοναχός ολημερίς με το Χριστό, έρχεται μια ώρα που δίνεται στην προσευχή και αρπάζεται ο μέσα άνθρωπος από το άπειρο βάθος του Θεού. Τότε νιώθει μιαν απέραντη ευφροσύνη. Ο νους παραξενεύεται που ‘ναι ολόκληρος μετέωρος και αρπαγμένος εκεί. Τη στιγμή εκείνη ξεχνιούνται οι λογισμοί της επίγειας ζωής. Και τούτο γίνεται, γιατί οι λογισμοί, μεστωμένοι από χάρη, αιχμαλωτίζονται στα θεία και επουράνια, σε απέραντα και ακατάληπτα πράγματα, σε πράγματα τόσο θαυμάσια, που δεν είναι δυνατό να τα προφέρη το ανθρώπινο στόμα. Την ώρα εκείνη φτάνεις να ευχηθής να έφευγε μαζί με την προσευχή και η ψυχή σου».
Ο Παύλος δάκρυσε.
Ο ερημίτης αναστέναξε.
Κάθε συνέχιση της συζήτησης θα ήταν βεβήλωση.
- Παιδί μου, ο Παράδεισος είναι μέσα μας.
Σε αυτόν τον Παράδεισο ήρθε μια μέρα που ονομάτισε ο Παύλος τα διάφορα θηρία. Του τα ‘φερνε ο ησυχαστής, του τα περιέγραφε και ο Παύλος με τη χάρη του Θεού τα ους έβαζε ένα όνομα: ειρωνεία, αργολογία, φλυαρία, καταλαλιά, περιέργεια, οργή, θυμός, αγανάκτηση, αυθάδεια, αναίδεια, λοιδορία, κατάκριση, ανυπομονησία, περιφρόνηση, ασπλαχνία, μνησικακία, φθόνος, φιλαργυρία, και άλλα και άλλα πολλά. Θηρία που κάποτε ούτε μπορούσε να τα διακρίνη. Ούτε μπορούσε να φαντασθή. Θηρία που τρώγαν την ψυχή και έπιναν το αίμα της καρδιάς. Τώρα μέσα στον Παράδεισο της γαληνεμένης του ψυχής έστεκα όλα φρόνιμα και τιθασευμένα. Μέχρι που να κάνη το πρώτο του γλίστρημα. Ο Θεός ξέρει το πότε θα το επιτρέψη. Τώρα όμως….
-Πάτερ μου, πως μιλάει ο άνθρωπος με το Θεό;
-Με την προσευχή.
-Δίδαξέ με για την προσεχή.
-Πώς να μιλήση κανείς για το πέλαγος! Ένα πάντως είναι αλήθεια, ότι δίχως τη συνεχή επικοινωνία μας με το Θεό δεν υπάρχει ζωή.
- Εγώ όμως, πάτερ μου, που 'μαι ακόμα στην αρχή πως πρέπει να προσεύχομαι;
- Παύλο, για τους αμάθητους η προσευχή είναι κουραστική. Πρέπει συχνά να βιάζουν τον εαυτό τους και να επιμένουν. Και η επιμονή γεννάει τη χαρά… και ύστερα από λιγο…. Η βία είναι το δικό σου κατόρθωμα. Η χαρά είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος.
- Τώρα που 'σαι στην αρχή, παιδί μου, συνέχισε ο αγιορείτης, χρειάζεται να παίρνης μια ορισμένη στάση κατά την προσευχή. Είναι παράξενο αλλά η εξωτερική στάση του σώματος βοηθάει το μυαλό να συγκεντρωθή. Επίσης να μη προσπαθής να προσεύχεσαι με σοφά λόγια. Την ώρα που ψάχνεις να τα βρης, ξεχνιέσαι και αφαιρήσαι. Τα λίγα λόγια μαζεύουν το μυαλό. Κι αν πάλι αυτό διασπάται, άρχιζε από την αρχή δίχως πολλή στενοχώρια. Πρόσεχε ακόμη την ώρα της προσευχής να μην κάνης θεοφιλείς και πνευματικές σκέψεις. Έτσι χάνεις το σπουδαιότερο. Την ίδια την προσευχή.
- Και πιο είναι το πιο πάνω στάδιο της προσευχής;
- Το να μπορή το μυαλό σου να στέκεται σ’ αυτά που λες και σ’ αυτά που στοχάζεσαι.
- Υπάρχει άραγε κι άλλο στάδιο πιο τέλειο;
Ο ησυχαστής φάνηκε να στενοχωριέται. Αν τη στιγμή εκείνη ήταν παρών ένας έμπειρος στην πνευματική ζωή, θα καταλάβαινε πολλά. Θα διέκρινε, ότι ο ερημίτης είχε ξεπεράσει τα συνηθισμένα μέτρα. Θα διαπίστωνε, ότι η γνώση του δεν είναι από τα βιβλία, αλλά από προσωπικά βιώματα.
- Τι τα θέλεις αυτά να τα μάθης, Παύλο;
- Ετσι ρώτησα, πάτερ μου, έκανε ο νέος, γεμάτος αμηχανία. Αν δεν πρέπη… Συχώρα με.
- Μια και δεν το κάνεις από περιέργεια, θα σου πω μόνο τι λέει ο Μακάριος ο μεγάλος: «Μπαίνει κανείς στο κελί του και γονατίζει και η καρδιά του γεμίζει με θεία ενέργεια. Και ευχαριστιέται η ψυχή που είναι μαζί με τον Κύριο, όπως η νύμφη με το νυμφίο. Και εκεί που ασχολείται ο μοναχός ολημερίς με το Χριστό, έρχεται μια ώρα που δίνεται στην προσευχή και αρπάζεται ο μέσα άνθρωπος από το άπειρο βάθος του Θεού. Τότε νιώθει μιαν απέραντη ευφροσύνη. Ο νους παραξενεύεται που ‘ναι ολόκληρος μετέωρος και αρπαγμένος εκεί. Τη στιγμή εκείνη ξεχνιούνται οι λογισμοί της επίγειας ζωής. Και τούτο γίνεται, γιατί οι λογισμοί, μεστωμένοι από χάρη, αιχμαλωτίζονται στα θεία και επουράνια, σε απέραντα και ακατάληπτα πράγματα, σε πράγματα τόσο θαυμάσια, που δεν είναι δυνατό να τα προφέρη το ανθρώπινο στόμα. Την ώρα εκείνη φτάνεις να ευχηθής να έφευγε μαζί με την προσευχή και η ψυχή σου».
Ο Παύλος δάκρυσε.
Ο ερημίτης αναστέναξε.
Κάθε συνέχιση της συζήτησης θα ήταν βεβήλωση.
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: «Αφρική καλημέρα» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
….ήταν το βαρύ εκείνο απομεσήμερο της Αφρικής, όταν δυο μέρες μετά ο Παύλος πάλι ρωτούσε, κι ο καλόγερος πάλι αποκρινόταν. Και εκεί που άκουγε, τα βλέφαρα κλείσαν. Το κορμί ξάπλωσε κάτω από τον ίσκιο μιας μπανανιάς, αλάφρυνε, και γλίστρησε μαλακά στο όνειρο. Ταξίδευε ο Παύλος. Κι όμως κάτι τον πάλευε. Ήταν ένας ύπνος άυπνος. Ο γέροντας, εκεί δίπλα, σημαδεμένος κι αυτός από την ζέστη, αντιπάλευε στον ύπνο σκαλίζοντας πάνω σ’ ένα κομμάτι ξύλο έναν όμορφο σταυρό. Σε μια στιγμή ο Παύλος γύρισε. Μια σουβλερή πέτρα μπήκε στο αριστερό του πλευρό. Ο πόνος τον ξύπνησε.
- Κοιμήθηκα, είπε σαν να ντρεπόταν, ενώ έφερνε το χέρι του στο πλευρό και το έτριβε. Τα μάτια του ήταν ακόμα συγνεφιασμένα. Το αίμα δεν είχε φύγει ακόμη από πάνω τους.
Συνειδητοποίησε τότε τον πόνο στο πλευρό. Αναπάντεχα του ήρθε στο μυαλό ο Αδάμ, που ο Θεός τον ύπνωσε, και από την πλευρά του έπλασε την γυναίκα.
- Τι περίεργο, συλλογίστηκε, στο υπνάρπαγμά μου είδα, ότι παντρευόμουνα και μόλις ξύπνησα αναθυμήθηκα την Εύα. Κι όμως τη νώρα εκίνη η καρδιά του βρισκόταν τόσο μακριά από τέτοια φαντάσματα! Κι όχι μόνον αυτό. Τη στιγμή εκείνη όλα αυτά του φαίνονταν σα μια βεβήλωση. Θέλησε να φανερώση τις σκέψεις του στο μοναχό. Τι όμως να πη; Πώς να το διατυπώση; Ξαφνικά του φάνηκε πιο σωστό να μιλήση συμβολικά.
- Πατερ μου, ήταν απαραίτητη η Εύα στον Παράδεισο;
- Τι είναι αυτά που λες τώρα, ευλογημένε, απάντησε ζωηρά ο μοναχός. Σταμάτησε απότομα. Έριξε τα μάτια του στον Παύλο. Τον κοίταξε έντονα και βαθιά. Σαν να κατάλαβε τη σκέψη του. Χαλάρωσε. Απροσδόκητα κα ιγια τον ίδιο πρόφερε:
- Σε πειράζει, που ονειρεύτηκες το γάμο σου; Και συνέχισε μιλώντας το ίδιο συμβολικά με τον Παύλο• μη ξεχνάς, ότι η Εύα είναι κι αυτή παιδί του Παραδείσου. Ύστερα με τόνο επίσημο. Η αγαμία είναι κάτι πολύ σπουδαίο• είναι όμως και πειρασμός. Και αναπάντεχα: Παύλο, εσύ πρέπει να παντρευτής.
Ξαφνιάστηκε ο Παύλος. Ο μοναχός απαντούσε στις μύχιες σκέψεις του. Η αγαμία ήταν για τον νέο ένας πειρασμός, που τον παράσερνε να πάρη αποφάσεις πάνω από τα μέτρα του. Ένας πειρασμός το ίδιο επικίνδυνος, όσο και αυτοί, που σε τραβούν προς τα κάτω. Ήταν ένας πειρασμός άγουρης αγιότητας.
- Πάτερ μου, η μοναχική ζωή δεν είναι ανώτερη από το γάμο;
Σαν να περίμενε το ερώτημα, ο αγιορείτης απάντησε.
- Ναι και όχι. Εξαρτάται. Πολλοί πιστεύουν, ότι σαν μοναχός έχει κανείς περισσότερες ευκαιρίες για να σωθή. Σταμάτησε. Πολλοί το πιστεύουν αυτό. Και μετά από στιγμιαία σκέψη είπε. Διατηρώ στη διατύπωση αυτή μια επιφύλαξη.
Ο Παύλος φαινόνταν ξαφνιασμένος από την ομολογία του γέροντά του.
- Δεν πρέπει να ‘ναι έτσι, είπε σαν να στοχαζόταν. Και ο γάμος είναι χάρισμα. Ο Θεός δεν μπορεί σ’ άλλους να δίνη περισσότερες δυνατότητες για σωτηρία και σ’ άλλους λιγότερες. Όλοι είναι μπροστά στη σωτηρία ίσοι.
- Τότε, βιάστηκε ο Παύλος να ρωτήση, γιατί στην αρχή απάντησες με ένα ναι;
- Ναι, πράγματι η μοναχική ζωή είναι ανώτερη από τη ζωή του γάμου. Ο μοναχισμός είανι μια γεύση ή σωστότερα μια πρόγευση των εσχάτων, του Παραδείσου για να το πούμε πιο απλά. Εκεί οι άνθρωποι δεν παντρεύονται ούτε υπάρχουν παντρεμένοι, ούτε φίλοι, είναι όλοι αδελφοί. Είναι η ζωή για την οποία όλοι παλεύουμε να τη φτάσουμε. Σαν ζωή, λοιπόν, που την περιμένουμε, είναι φυσικά ανώτερη. Η ανωτερότητα της μοναχικής ζωής δεν βρίσκεται στις δυνατότητες που έχει, αλλά στο συμβολισμό της ή αν θέλης στην κατάστασή της. Σταμάτησε. Έτσι σκέφτομαι τουλάχιστον εγώ.
Ο ερημίτης χαμογέλασε πλατιά.
- Εσύ Παύλο, πρέπει να παντρευτής.
- Πάτερ μου, οι σημερινές κοπέλες…. Σταμάτησε, διερωτήθηκε αν έπρεπε να προχωρήση μια τέτοια συζήτηση με το μοναχό, σα να πήρε ύστερα από λιγο την απόφασή του, συνέχισε, οι σημερινές κοπέλες μιλάνε όλο για δικαιώματα.
- Να ενώσης τη ζωή σου με μια πιστή κοπέλα.
- Μα και οι Χριστιανές δεν διαφέρουν από τις άλλες στο σημείο αυτό. Η γυναίκα, συνέχισε, πλαστηκε από την πλευρά του Αδάμ και γι’ αυτό πρέπει να είναι υπάκουη στον άντρα.
- Γιατί, Παύλο, το λες αυτό; Μιλάς για τη σύγχρονη γυναίκα, γιατί υποστηρίζει τα δικαιώματά της, από ενδιαφέρον γι’ αυτή ή γιατί δεν θέλεις να χάσης κάτι από τα δικά σου δικαιώματα; Πρόσεξέ το αυτό. Άλλωστε με το Χριστό πολλά πράγματα άλλαξαν. Η γυναίκα έπαψε πια να προέρχεται από την πλευρά του Αδάμ, αλλά και οι δύο, άντρας και γυναίκα, πλάστηκαν ξανά, όπως λέγει ο άγιος Χρυσόστομος, από την πλευρά του Χριστού, που την τρύπησε η λόγχη. Έτσι τώρα και οι δύο είναι ίσοι χωρίς βέβαια να είναι ίδιοι.
Ο Παύλος ανοιγόκλεισε τα μάτια από έκπληξη. Δεν περίμενε από έναν ησυχαστή ν’ ακούση τέτοια λόγια…….
- Κοιμήθηκα, είπε σαν να ντρεπόταν, ενώ έφερνε το χέρι του στο πλευρό και το έτριβε. Τα μάτια του ήταν ακόμα συγνεφιασμένα. Το αίμα δεν είχε φύγει ακόμη από πάνω τους.
Συνειδητοποίησε τότε τον πόνο στο πλευρό. Αναπάντεχα του ήρθε στο μυαλό ο Αδάμ, που ο Θεός τον ύπνωσε, και από την πλευρά του έπλασε την γυναίκα.
- Τι περίεργο, συλλογίστηκε, στο υπνάρπαγμά μου είδα, ότι παντρευόμουνα και μόλις ξύπνησα αναθυμήθηκα την Εύα. Κι όμως τη νώρα εκίνη η καρδιά του βρισκόταν τόσο μακριά από τέτοια φαντάσματα! Κι όχι μόνον αυτό. Τη στιγμή εκείνη όλα αυτά του φαίνονταν σα μια βεβήλωση. Θέλησε να φανερώση τις σκέψεις του στο μοναχό. Τι όμως να πη; Πώς να το διατυπώση; Ξαφνικά του φάνηκε πιο σωστό να μιλήση συμβολικά.
- Πατερ μου, ήταν απαραίτητη η Εύα στον Παράδεισο;
- Τι είναι αυτά που λες τώρα, ευλογημένε, απάντησε ζωηρά ο μοναχός. Σταμάτησε απότομα. Έριξε τα μάτια του στον Παύλο. Τον κοίταξε έντονα και βαθιά. Σαν να κατάλαβε τη σκέψη του. Χαλάρωσε. Απροσδόκητα κα ιγια τον ίδιο πρόφερε:
- Σε πειράζει, που ονειρεύτηκες το γάμο σου; Και συνέχισε μιλώντας το ίδιο συμβολικά με τον Παύλο• μη ξεχνάς, ότι η Εύα είναι κι αυτή παιδί του Παραδείσου. Ύστερα με τόνο επίσημο. Η αγαμία είναι κάτι πολύ σπουδαίο• είναι όμως και πειρασμός. Και αναπάντεχα: Παύλο, εσύ πρέπει να παντρευτής.
Ξαφνιάστηκε ο Παύλος. Ο μοναχός απαντούσε στις μύχιες σκέψεις του. Η αγαμία ήταν για τον νέο ένας πειρασμός, που τον παράσερνε να πάρη αποφάσεις πάνω από τα μέτρα του. Ένας πειρασμός το ίδιο επικίνδυνος, όσο και αυτοί, που σε τραβούν προς τα κάτω. Ήταν ένας πειρασμός άγουρης αγιότητας.
- Πάτερ μου, η μοναχική ζωή δεν είναι ανώτερη από το γάμο;
Σαν να περίμενε το ερώτημα, ο αγιορείτης απάντησε.
- Ναι και όχι. Εξαρτάται. Πολλοί πιστεύουν, ότι σαν μοναχός έχει κανείς περισσότερες ευκαιρίες για να σωθή. Σταμάτησε. Πολλοί το πιστεύουν αυτό. Και μετά από στιγμιαία σκέψη είπε. Διατηρώ στη διατύπωση αυτή μια επιφύλαξη.
Ο Παύλος φαινόνταν ξαφνιασμένος από την ομολογία του γέροντά του.
- Δεν πρέπει να ‘ναι έτσι, είπε σαν να στοχαζόταν. Και ο γάμος είναι χάρισμα. Ο Θεός δεν μπορεί σ’ άλλους να δίνη περισσότερες δυνατότητες για σωτηρία και σ’ άλλους λιγότερες. Όλοι είναι μπροστά στη σωτηρία ίσοι.
- Τότε, βιάστηκε ο Παύλος να ρωτήση, γιατί στην αρχή απάντησες με ένα ναι;
- Ναι, πράγματι η μοναχική ζωή είναι ανώτερη από τη ζωή του γάμου. Ο μοναχισμός είανι μια γεύση ή σωστότερα μια πρόγευση των εσχάτων, του Παραδείσου για να το πούμε πιο απλά. Εκεί οι άνθρωποι δεν παντρεύονται ούτε υπάρχουν παντρεμένοι, ούτε φίλοι, είναι όλοι αδελφοί. Είναι η ζωή για την οποία όλοι παλεύουμε να τη φτάσουμε. Σαν ζωή, λοιπόν, που την περιμένουμε, είναι φυσικά ανώτερη. Η ανωτερότητα της μοναχικής ζωής δεν βρίσκεται στις δυνατότητες που έχει, αλλά στο συμβολισμό της ή αν θέλης στην κατάστασή της. Σταμάτησε. Έτσι σκέφτομαι τουλάχιστον εγώ.
Ο ερημίτης χαμογέλασε πλατιά.
- Εσύ Παύλο, πρέπει να παντρευτής.
- Πάτερ μου, οι σημερινές κοπέλες…. Σταμάτησε, διερωτήθηκε αν έπρεπε να προχωρήση μια τέτοια συζήτηση με το μοναχό, σα να πήρε ύστερα από λιγο την απόφασή του, συνέχισε, οι σημερινές κοπέλες μιλάνε όλο για δικαιώματα.
- Να ενώσης τη ζωή σου με μια πιστή κοπέλα.
- Μα και οι Χριστιανές δεν διαφέρουν από τις άλλες στο σημείο αυτό. Η γυναίκα, συνέχισε, πλαστηκε από την πλευρά του Αδάμ και γι’ αυτό πρέπει να είναι υπάκουη στον άντρα.
- Γιατί, Παύλο, το λες αυτό; Μιλάς για τη σύγχρονη γυναίκα, γιατί υποστηρίζει τα δικαιώματά της, από ενδιαφέρον γι’ αυτή ή γιατί δεν θέλεις να χάσης κάτι από τα δικά σου δικαιώματα; Πρόσεξέ το αυτό. Άλλωστε με το Χριστό πολλά πράγματα άλλαξαν. Η γυναίκα έπαψε πια να προέρχεται από την πλευρά του Αδάμ, αλλά και οι δύο, άντρας και γυναίκα, πλάστηκαν ξανά, όπως λέγει ο άγιος Χρυσόστομος, από την πλευρά του Χριστού, που την τρύπησε η λόγχη. Έτσι τώρα και οι δύο είναι ίσοι χωρίς βέβαια να είναι ίδιοι.
Ο Παύλος ανοιγόκλεισε τα μάτια από έκπληξη. Δεν περίμενε από έναν ησυχαστή ν’ ακούση τέτοια λόγια…….
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: «Αφρική καλημέρα» της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
- Πάτερ μου, πριν φύγω, θα ήθελα να μου ’λεγες δυο λόγια για την αγάπη, που τη θεωρούμε σαν την πιο μεγάλη αρετή, είπε μ’ ένα παρακλητικό τόνο στη φωνή του.
- Το δικαιούσαι, Παύλο, αλλά τι μπορώ να πω για πράγματα που ξεπερνούν τα μέτρα μου; Και το είπε με τόση φυσικότητα, που δεν σήκωνε αντιρρήσεις, ούτε δημιουργούσε την υποψία μιας ψεύτικης ταπεινολογίας.
Μετά από λίγο δισταγμό είπε ο ησυχαστής.
- Ο Θεός να με φωτίση. Σε πολλά ασκητικά κείμενα παριστάνεται η αγάπη με τον έρωτα. Φτάνουν μάλιστα να πουν, ότι είναι μακάριος εκείνος που ένιωσε έναν τόσο δυνατό πόθο για το Θεό, όσο ο μανιακός εραστής για την ερωμένη του.
Σταμάτησε μια στιγμή για να δώση χρόνο να χωνευτή η κουβέντα του.
- Την καλύτερη περιγραφή τα ης αγάπης στ’ ανθρώπινα μέτρα, τη διάβασα προχθές σ’ ένα γράμμα, που έλαβα μέσω του Όρους από κάποιον γνωστό μου Γάλλο μοναχό. Αυτός μελετά τους Πέρσες ασκητές. Με θυμήθηκε και μου έγραψε γιατί, όταν κάποτε μιλούσαμε στο Όρος μαζί για την αγάπη, κάναμε λόγο για την παρομοίωση της με τον έρωτα ή με την φιλία. Στο κείμενο που έχω μπροστά μου γίνεται λόγος για την αγάπη της φιλίας. Στο μεταφράζω πρόχειρα.
Ο Παύλος ανακάλυψε για πρώτη φορά, ότι ο πνευματικός ήξερε γαλλικά. Ποιος να ήταν άραγε; Τι έκανε όταν ήταν στον κόσμο; Ο αγιορείτης δεν τον άφησε να συνεχίση τις σκέψεις του.
«Θέλω να σας πω αυτό που δοκιμάζουν όσοι αγαπούν το Θεό. Όταν κανείς σαρκώνη το συναίσθημα, δίνει την καρδιά του σε κάποιον, τον ποθεί αδιάκοπα και βαθιά. Προσπαθεί να μιμηθή τον τόνο της φωνής του και να αντιγράψη τη προφορά του. Πασχίζει να του μοιάση στα εξωτερικά του χαρακτηριστικά. Παρατηρεί επίσης τη λεπτότητα των δακτύλων και καταγίνεται να μιμήται τον αγαπημένο του μέχρι και σ’ αυτό το ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων του. Τέτοιος είναι ο πόθος ενός που αγαπά ειλικρινά, έτσι που στο τέλος ο πόθος αυτός γίνεται ένα με τον αγαπημένο. Και όταν έρχεται η δοκιμασία και πρέπει κάτι να πάθει για τον αγαπημένο του, καθόλου δεν υποφέρει, γιατί είναι ολόκληρος δοσμένος στην αγάπη. Και όταν πάλι είναι μακριά από τον αγαπημένο, τον στοχάζεται μυστικά και ζωγραφίζει στο μυαλό του τα χαρακτηριστικά του. Οτιδήποτε κι αν του συμβή, ο αγαπημένος του είναι το αντικείμενο των συναισθημάτων του και η ματιά του κατευθύνεται αδιάκοπα σ’ αυτόν».
- Μόνο οι ανατολίτες μπορούν να μιλήσουν έτσι, είπε μαγεμένος ο Παύλος.
- Να και ένα άλλο κείμενο: «η απόλαυση του Θεού είναι ακόρεστη, κι όσο κανείς γεύεται απ’ Αυτόν και τρώει, τόσο και πιο πεινασμένος γίνεται. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν ακατάσχετο τον έρωτα για τον Θεό». Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε, ότι «ουκ έστιν άλλως σωθήναι, ει μη δια του πλησίον». Η αγάπη του Θεού δεν αποκλείει την αγάπη στον άλλον άνθρωπο. Αντίθετα την καθαρίζει και την αγιάζει.
Μετά από λίγο ο αναχωρητής συνέχισε.
- Η Αγάπη είναι κοινωνία. Και πρότυπο της κοινωνίας αυτής είναι η Αγία Τριάδα. Ή ακόμα ο δεσμός του Χριστού με την Εκκλησία. Γι’ αυτό στην κόλαση και σε κάθε μορφή κόλασης εδώ στη γη, οι άνθρωποι δεν μπορούν να επικοινωνήσουν. Λένε, ότι στην κόλαση κανείς δεν θα μπορή να βλέπη τον άλλο στο πρόσωπο. Και μετά από λίγη παύση. Ο Θεός να μας σώζη.
- Παύλο, η κοινωνία όμως για να λειτουργήση, χρειάζεται θυσία. Πρέπει να κάνουμε πολύ χώρο μέσα μας για να δεχτούμε τον άλλο. Πρέπει να αρνηθούμε πολλά από τον εαυτό μας. Πρέπει να πετάξουμε πολλά, που δεν είναι δικά μας, απ’ αυτά δηλαδή που τα ’χει σωρέψει επάνω μας ο χρόνος και οι κακές μας συνήθειες. Κι όσο αρνιόμαστε αυτά τα ξένα, τόσο και περισσότερο κοινωνούμε. Κι όσο πάλι κοινωνούμε, τόσο κι αλαφρωνόμαστε. Η χαρά της συνάντησης με τον άλλο μας δίνει τη δύναμη όλο και περισσότερο να αρνιόμαστε τον ψεύτικο εαυτό μας. Γι’ αυτό στο τέλος η αληθινή επικοινωνία μας κάνει να βρίσκουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Ο μοναχός σταμάτησε. Κι ύστερα από λίγο συνέχισε στοχαστικά. Στο τέρμα των αιώνων, όταν θα έχουμε πετύχει την τέλεια κοινωνία, θα έχουμε αποκαλύψει και το αληθινό μας πρόσωπο!
Έμεινε για λίγο σκεφτικός, σαν να προσευχόταν, και μετά συνέχισε
- Η άρνηση του εαυτού μας, του θελήματός μας, είναι κάτι πολύ δύσκολο. Ο Χριστός, όπως λένε, κενώθηκε για να προσλάβη τον άνθρωπο, να κοινωνήσει μαζί του, να γίνη ένα μ’ αυτόν. Και μετά από σύντομη διακοπή• ο Θεός είναι άπειρος. Γι’ αυτό και ο λόγος για την αγάπη, που είναι ο ίδιος ο Θεός, είναι ατελείωτος. Σταματώ εδώ λέγοντας σου αυτό που γράφει κάπου ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ότι δηλαδή μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την αγάπη, είναι η άρνηση του ψεύτικου εαυτού μας, η άρνηση του κακού μας θελήματος….....
……- Έφτασε η στιγμή που πρέπει να φύγω, είπε ο Παύλος και με έκπληξη σκέφτηκε πως έναν ολόκληρο μήνα είχε μείνει κοντά στον γέροντα. Πάτερ, με περιμένει κάτω, πλάι στους αδελφούς πολλή δουλειά.
- Η έρημος είναι το παραμάζωμα που παίρνουν οι αθλητές, για να κάνουν ψηλότερο άλμα, παιδί μου. Πήδηξε τώρα!
- Θα πετύχω;
- Ναι! Θα πετύχης κι όταν ακόμα πιστεύης πως απέτυχες. Ρόδα θα γίνης. Μια θα ακουμπάς στον ουρανού, μια θα σέρνεσαι ση γη. Να το θυμάσαι αυτό.
- Δύναμη από πού θα παίρνω; Θα είμαστε, βλέπεις, πάτερ, μακριά.
- Δύναμη μόνο ο Σταυρός δίνει. Εγώ θα εύχομαι για σένα. Και ….. Ο γέροντας, σαν ντροπαλό παιδί, χαμήλωσε τα μάτια. Να, μέρες τώρα με χέρια και με προσευχές ετοίμασα για σένα κάτι…. Άπλωσε ο ασκητής το φαρδύ του χέρι κι απόθεσε στην παλάμη του Παύλου έναν ξύλινο σταυρό. Ήταν αυτός ο Σταυρός που τον μαστόρευε μέρες.
Έσκυψε ο Παύλος να φιλήση το χέρι, τραβήχτηκε ο καλόγερος. Τα χείλια του φίλησαν μόνο τον Σταυρό. Μπορεί να ’ταν η ιδέα του, αλλά ο Σταυρός μοσκομύριζε………..
- Το δικαιούσαι, Παύλο, αλλά τι μπορώ να πω για πράγματα που ξεπερνούν τα μέτρα μου; Και το είπε με τόση φυσικότητα, που δεν σήκωνε αντιρρήσεις, ούτε δημιουργούσε την υποψία μιας ψεύτικης ταπεινολογίας.
Μετά από λίγο δισταγμό είπε ο ησυχαστής.
- Ο Θεός να με φωτίση. Σε πολλά ασκητικά κείμενα παριστάνεται η αγάπη με τον έρωτα. Φτάνουν μάλιστα να πουν, ότι είναι μακάριος εκείνος που ένιωσε έναν τόσο δυνατό πόθο για το Θεό, όσο ο μανιακός εραστής για την ερωμένη του.
Σταμάτησε μια στιγμή για να δώση χρόνο να χωνευτή η κουβέντα του.
- Την καλύτερη περιγραφή τα ης αγάπης στ’ ανθρώπινα μέτρα, τη διάβασα προχθές σ’ ένα γράμμα, που έλαβα μέσω του Όρους από κάποιον γνωστό μου Γάλλο μοναχό. Αυτός μελετά τους Πέρσες ασκητές. Με θυμήθηκε και μου έγραψε γιατί, όταν κάποτε μιλούσαμε στο Όρος μαζί για την αγάπη, κάναμε λόγο για την παρομοίωση της με τον έρωτα ή με την φιλία. Στο κείμενο που έχω μπροστά μου γίνεται λόγος για την αγάπη της φιλίας. Στο μεταφράζω πρόχειρα.
Ο Παύλος ανακάλυψε για πρώτη φορά, ότι ο πνευματικός ήξερε γαλλικά. Ποιος να ήταν άραγε; Τι έκανε όταν ήταν στον κόσμο; Ο αγιορείτης δεν τον άφησε να συνεχίση τις σκέψεις του.
«Θέλω να σας πω αυτό που δοκιμάζουν όσοι αγαπούν το Θεό. Όταν κανείς σαρκώνη το συναίσθημα, δίνει την καρδιά του σε κάποιον, τον ποθεί αδιάκοπα και βαθιά. Προσπαθεί να μιμηθή τον τόνο της φωνής του και να αντιγράψη τη προφορά του. Πασχίζει να του μοιάση στα εξωτερικά του χαρακτηριστικά. Παρατηρεί επίσης τη λεπτότητα των δακτύλων και καταγίνεται να μιμήται τον αγαπημένο του μέχρι και σ’ αυτό το ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων του. Τέτοιος είναι ο πόθος ενός που αγαπά ειλικρινά, έτσι που στο τέλος ο πόθος αυτός γίνεται ένα με τον αγαπημένο. Και όταν έρχεται η δοκιμασία και πρέπει κάτι να πάθει για τον αγαπημένο του, καθόλου δεν υποφέρει, γιατί είναι ολόκληρος δοσμένος στην αγάπη. Και όταν πάλι είναι μακριά από τον αγαπημένο, τον στοχάζεται μυστικά και ζωγραφίζει στο μυαλό του τα χαρακτηριστικά του. Οτιδήποτε κι αν του συμβή, ο αγαπημένος του είναι το αντικείμενο των συναισθημάτων του και η ματιά του κατευθύνεται αδιάκοπα σ’ αυτόν».
- Μόνο οι ανατολίτες μπορούν να μιλήσουν έτσι, είπε μαγεμένος ο Παύλος.
- Να και ένα άλλο κείμενο: «η απόλαυση του Θεού είναι ακόρεστη, κι όσο κανείς γεύεται απ’ Αυτόν και τρώει, τόσο και πιο πεινασμένος γίνεται. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν ακατάσχετο τον έρωτα για τον Θεό». Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε, ότι «ουκ έστιν άλλως σωθήναι, ει μη δια του πλησίον». Η αγάπη του Θεού δεν αποκλείει την αγάπη στον άλλον άνθρωπο. Αντίθετα την καθαρίζει και την αγιάζει.
Μετά από λίγο ο αναχωρητής συνέχισε.
- Η Αγάπη είναι κοινωνία. Και πρότυπο της κοινωνίας αυτής είναι η Αγία Τριάδα. Ή ακόμα ο δεσμός του Χριστού με την Εκκλησία. Γι’ αυτό στην κόλαση και σε κάθε μορφή κόλασης εδώ στη γη, οι άνθρωποι δεν μπορούν να επικοινωνήσουν. Λένε, ότι στην κόλαση κανείς δεν θα μπορή να βλέπη τον άλλο στο πρόσωπο. Και μετά από λίγη παύση. Ο Θεός να μας σώζη.
- Παύλο, η κοινωνία όμως για να λειτουργήση, χρειάζεται θυσία. Πρέπει να κάνουμε πολύ χώρο μέσα μας για να δεχτούμε τον άλλο. Πρέπει να αρνηθούμε πολλά από τον εαυτό μας. Πρέπει να πετάξουμε πολλά, που δεν είναι δικά μας, απ’ αυτά δηλαδή που τα ’χει σωρέψει επάνω μας ο χρόνος και οι κακές μας συνήθειες. Κι όσο αρνιόμαστε αυτά τα ξένα, τόσο και περισσότερο κοινωνούμε. Κι όσο πάλι κοινωνούμε, τόσο κι αλαφρωνόμαστε. Η χαρά της συνάντησης με τον άλλο μας δίνει τη δύναμη όλο και περισσότερο να αρνιόμαστε τον ψεύτικο εαυτό μας. Γι’ αυτό στο τέλος η αληθινή επικοινωνία μας κάνει να βρίσκουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Ο μοναχός σταμάτησε. Κι ύστερα από λίγο συνέχισε στοχαστικά. Στο τέρμα των αιώνων, όταν θα έχουμε πετύχει την τέλεια κοινωνία, θα έχουμε αποκαλύψει και το αληθινό μας πρόσωπο!
Έμεινε για λίγο σκεφτικός, σαν να προσευχόταν, και μετά συνέχισε
- Η άρνηση του εαυτού μας, του θελήματός μας, είναι κάτι πολύ δύσκολο. Ο Χριστός, όπως λένε, κενώθηκε για να προσλάβη τον άνθρωπο, να κοινωνήσει μαζί του, να γίνη ένα μ’ αυτόν. Και μετά από σύντομη διακοπή• ο Θεός είναι άπειρος. Γι’ αυτό και ο λόγος για την αγάπη, που είναι ο ίδιος ο Θεός, είναι ατελείωτος. Σταματώ εδώ λέγοντας σου αυτό που γράφει κάπου ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ότι δηλαδή μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την αγάπη, είναι η άρνηση του ψεύτικου εαυτού μας, η άρνηση του κακού μας θελήματος….....
……- Έφτασε η στιγμή που πρέπει να φύγω, είπε ο Παύλος και με έκπληξη σκέφτηκε πως έναν ολόκληρο μήνα είχε μείνει κοντά στον γέροντα. Πάτερ, με περιμένει κάτω, πλάι στους αδελφούς πολλή δουλειά.
- Η έρημος είναι το παραμάζωμα που παίρνουν οι αθλητές, για να κάνουν ψηλότερο άλμα, παιδί μου. Πήδηξε τώρα!
- Θα πετύχω;
- Ναι! Θα πετύχης κι όταν ακόμα πιστεύης πως απέτυχες. Ρόδα θα γίνης. Μια θα ακουμπάς στον ουρανού, μια θα σέρνεσαι ση γη. Να το θυμάσαι αυτό.
- Δύναμη από πού θα παίρνω; Θα είμαστε, βλέπεις, πάτερ, μακριά.
- Δύναμη μόνο ο Σταυρός δίνει. Εγώ θα εύχομαι για σένα. Και ….. Ο γέροντας, σαν ντροπαλό παιδί, χαμήλωσε τα μάτια. Να, μέρες τώρα με χέρια και με προσευχές ετοίμασα για σένα κάτι…. Άπλωσε ο ασκητής το φαρδύ του χέρι κι απόθεσε στην παλάμη του Παύλου έναν ξύλινο σταυρό. Ήταν αυτός ο Σταυρός που τον μαστόρευε μέρες.
Έσκυψε ο Παύλος να φιλήση το χέρι, τραβήχτηκε ο καλόγερος. Τα χείλια του φίλησαν μόνο τον Σταυρό. Μπορεί να ’ταν η ιδέα του, αλλά ο Σταυρός μοσκομύριζε………..
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.