Για τον αββά Δοσίθεο

Βιογραφία των Αγίων και Γερόντων τις Εκκλησίας μας

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
toula
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 37535
Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ

Για τον αββά Δοσίθεο

Δημοσίευση από toula »

Για τον αββά Δοσίθεο (μέρος πρώτον) – Αββά Δωροθέου

Ο πραγματικά μακάριος αββάς Δωρόθεος, αφού, με τη βοήθεια του Θεού, ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο, αναχώρησε για το κοινόβιο του αββά Σερίδου. Εκεί βρήκε πολλούς μεγάλους ησυχαστές και ανάμεσά τους και δύο μεγάλους γέροντες, που είχαν διαπρέψει στην αρετή, τον αγιότατο Βαρσανούφιο και τον μαθητή του και συνασκητή του αββά Ιωάννη, που ονομάστηκε και προφήτης, επειδή είχε λάβει από τον Θεό διορατικό χάρισμα.1 Παρέδωσε τότε τον εαυτό του σ’ αυτούς με πολλή εμπιστοσύνη, που του εμπνεύσθηκε τόσο από τον Θεό, όσο και από τους ίδιους. Επικοινωνούσε δε, με τη μεσολάβηση του αββά Σερίδου, με τον μεγάλο γέροντα Βαρσανούφιο και αξιώθηκε να υπηρετήσει και τον αββά Ιωάννη. Αυτοί λοιπόν οι άγιοι αποφάσισαν από κοινού να κτίσει ο αββάς Δωρόθεος νοσοκομείο σ’ εκείνα τα μέρη και να το φροντίζει ο ίδιος, επειδή πολύ ταλαιπωρούνταν οι αδελφοί όταν αρρώσταιναν, γιατί δεν είχαν ποιος να τους περιποιηθεί. Έκτισε λοιπόν, με τη βοήθεια του Θεού, το νοσοκομείο, με τις δαπάνες του κατά σάρκα αδελφού του, που ήταν άνθρωπος πολύ φιλόχριστος και φιλομόναχος.

Και ο ίδιος ο αββάς Δωρόθεος, όπως προείπα, μαζί με μερικούς άλλους ευλαβείς αδελφούς, περιποιόταν τους αρρώστους, ενώ συγχρόνως ο ίδιος είχε και την φροντίδα της διοικήσεως.

Μια μέρα ο Ηγούμενος, ο αββάς Σέριδος, έστειλε και προσκάλεσε τον αββά Δωρόθεο από το νοσοκομείο στο Μοναστήρι. Όταν έφθασε στη μονή ο αββάς, βρήκε κοντά στον ηγούμενο κάποιον νέο που φορούσε στρατιωτικά ρούχα και ήταν πολύ λεπτεπίλεπτος και όμορφος. Ο νέος αυτός είχε έρθει τότε στο μοναστήρι με κάποιους ανθρώπους του Δούκα, αγαπητούς στον αββά Σέριδο. Μόλις λοιπόν έφθασε ο αββάς Δωρόθεος, τον πήρε ιδιαίτερα ο ηγούμενος και του είπε: «Αυτοί οι άνθρωποι έφεραν τούτο τον νέο και λένε ότι θέλει να μείνει εδώ, στο μοναστήρι. Φοβούμαι όμως μήπως ανήκει σε κανέναν απ’ αυτούς τους μεγάλους και ή έχει κλέψει τίποτα ή έχει κάνει κάτι και θέλει να ξεφύγει και βρεθούμε σε πειρασμό. Γιατί ούτε η εμφάνισή του ούτε η όψη του δείχνουν άνθρωπο που θέλει να γίνει μοναχός.

Ο νέος αυτός ανήκε στην ακολουθία κάποιου στρατηλάτη και ζούσε με πολλή άνεση και καλοπέραση – πάντοτε βέβαια οι ακόλουθοι τέτοιων στρατηγών ζουν μέσα σε ατμόσφαιρα τρυφηλής αμαρτωλότητας και ματαιοδοξίας – και ουδέποτε του διηγήθηκαν σχετικά με την αγία Πόλη, την Ιερουσαλήμ και του γεννήθηκε η επιθυμία να πάει να γνωρίσει τα μέρη εκείνα. Ζήτησε λοιπόν από τον στρατηλάτη να τον στείλει να επισκεφθεί τους αγίους τόπους. Ο στρατηλάτης, επειδή δεν ήθελε να τον λυπήσει, βρήκε έναν έμπιστο και καλό φίλο του, που πήγαινε σ’ εκείνα τα μέρη, και του είπε: «Κάνε μου τη χάρη και πάρε αυτό τον νέο μαζί σου, γιατί θέλει να γνωρίσει τους αγίους Τόπους». Εκείνος, επειδή τον ανέλαβε με την παράκληση του στρατηγού, τον περιέβαλε με κάθε είδους τιμή, του παρείχε κάθε είδους ανάπαυση και τον καλούσε να τρώει στο οικογενειακό του τραπέζι.

Όταν λοιπόν έφθασαν στην αγία Πόλη και προσκύνησαν τους αγίους Τόπους, πήγαν και στη Γεσθημανή. Εκεί υπήρχε ένας πίνακας που παρουσίαζε την κόλαση. Καθώς στεκόταν ο νέος και παρατηρούσε την παράσταση γεμάτος έκπληξη, βλέπει μια σεμνή γυναίκα με πορφυρένια ρούχα να στέκεται κοντά του, να του δείχνει χωριστά καθέναν από εκείνους που κολάζονταν, ενώ του έλεγε και μερικά άλλα ως δικές της νουθεσίες. Ο νέος καθώς την άκουγε έμεινε άναυδος και κατάπληκτος. Γιατί, όπως είπα, ουδέποτε είχε ακούσει λόγο Θεού ή κάτι για την κρίση. Της λέει λοιπόν: «Κυρία, τι πρέπει να κάνει κανείς για να αποφύγει αυτές τις τιμωρίες»; Αφού δε του έδωσε τις τρεις αυτές εντολές, δεν ξαναφάνηκε μπροστά του, αλλά έγινε άφαντη. Από τότε λοιπόν ο νέος ήταν γεμάτος κατάνυξη και τηρούσε τις τρεις εντολές που του έδωσε εκείνη η γυναίκα. Ο φίλος όμως του στρατηλάτη, βλέποντάς τον να νηστεύει και να μην τρώει κρέας, στενοχωριόταν για το πώς θα το δικαιολογήσει στον στρατηλάτη, επειδή ήξερε ότι ο στρατηλάτης τον αγαπούσε και τον φρόντιζε πολύ.

Οι δε στρατιώτες που ήταν μαζί του, όταν είδαν τη συμπεριφορά του αυτή, του είπαν: «Παιδί μου, αυτά που κάνεις δεν είναι καμώματα ανθρώπου που θέλει να ζει στον κόσμο. Αν θέλεις να ζήσεις μ’ αυτό τον τρόπο, πήγαινε σε μοναστήρι να σώσεις την ψυχή σου». Αλλά εκείνος δεν ήξερε τίποτα για τον Θεό, ούτε για το τι είναι μοναστήρι. Μόνο τηρούσε ό,τι είχε ακούσει από εκείνη τη γυναίκα. Τους λέει λοιπόν: «Να με οδηγήσετε όπου νομίζετε, γιατί εγώ δεν ξέρω που να πάω». Και, όπως είπα, μερικοί απ’ αυτούς ήταν αγαπητοί στον αββά Σέριδο, γι’ αυτό ήρθαν στο μοναστήρι, φέροντας μαζί του και το παιδί.

Όταν λοιπόν έστειλε ο αββάς Σέριδος τον μακάριο Δωρόθεο να μιλήσει μαζί με τον νέο και να τον ψυχολογήσει, ο νέος δεν ήξερε να απαντήσει τίποτε άλλο, παρά μόνο έλεγε: «Θέλω να σωθώ». Επέστρεψε τότε ο μακάριος Δωρόθεος και είπε στον αββά: «Αν συμφωνείς να τον δεχθείς στο μοναστήρι, μη φοβηθείς καθόλου, γιατί δεν βλέπω να έχει τίποτα κακό». Και ο αββάς του απάντησε: «Έλα λοιπόν, κάνε αγάπη και πάρε τον μαζί σου, για να σωθεί, γιατί δεν θέλω να τον κρατήσω ανάμεσα στους αδελφούς».

Εκείνος όμως από ταπεινοφροσύνη δεν ήθελε να τον δεχθεί και έλεγε με σεμνότητα: «Οι δυνάμεις μου δεν μου επιτρέπουν να σηκώσω το βάρος κάποιου άλλου, αυτό είναι πάνω από τα μέτρα μου».2 Τότε του είπε ο αββάς Σέριδος: «Εγώ θα σηκώσω και το δικό σου και το δικό του βάρος, εσύ γιατί στενοχωριέσαι»; Τότε ο αββάς Δωρόθεος του είπε: «Αφού λοιπόν έτσι αποφάσισες, αν ευλογείς, ενημέρωσε τον γέροντα Βαρσανούφιο». Και εκείνος του είπε: «Να είναι ευλογημένο, θα του το πώ».

Πηγαίνει λοιπόν ο αββάς Σέριδος και το λέει στον μεγάλο Γέροντα Βαρσανούφιο και αυτός έδωσε την εξής απάντηση για τον αββά Δωρόθεο: «Να δεχθείς αυτόν τον νέο, γιατί ο Θεός θα τον σώσει χρησιμοποιώντας εσένα». Τότε τον δέχθηκε με χαρά και τον είχε μαζί του στο νοσοκομείο. Τον νέο τον έλεγαν Δοσίθεο.

Όταν λοιπόν ήλθε η ώρα του φαγητού του λέγει ο αββάς Δωρόθεος: «Φάε, ώσπου να χορτάσεις, μόνο να μου πεις πόσο έφαγες». Κι εκείνος αφού έφαγε ήλθε και του είπε: «Έφαγα ενάμισι καρβέλι». Ζύγιζε δε το κάθε καρβέλι τέσσερις λίτρες. 3 Του λέει λοιπόν ο αββάς: «Αισθάνεσαι καλά τώρα, Δοσίθεε»; Του απαντάει: «Ναι, αισθάνομαι καλά, γέροντα». Του ξαναλέει: «Μήπως πεινάς»; Του απαντάει: «Όχι, γέροντα, δεν πεινάω». Τότε του λέει: «Ε, λοιπόν να τρως το ένα καρβέλι και ένα τέταρτο από το άλλο. Και κόψε το υπόλοιπο τέταρτο στα δύο, και φάε το μισό και άφησε το άλλο μισό». Έτσι και έκανε. Του λέει ο αββάς: «Πεινάς, Δοσίθεε»; Και απαντάει: «Ναι, γέροντα, πεινάω λίγο».

Μετά από λίγες μέρες πάλι του λέει ο αββάς Δωρόθεος: «Πώς αισθάνεσαι, Δοσίθεε; Συνεχίζεις να πεινάς»; Του απαντάει: «Όχι, γέροντα, με την ευχή σου, είμαι καλά». Του λέει: «Ε, τότε άφησε το άλλο μισό από το τέταρτο του καρβελιού» Έτσι και έκανε.

Πάλι μετά από λίγες μέρες τον ξαναρωτάει: «Πώς αισθάνεσαι τώρα, μήπως πεινάς»; Απαντάει: «Αισθάνομαι καλά, γέροντα». Του λέει: «Κόψε το άλλο τέταρτο στα δύο και φάε το μισό και άφησε το άλλο μισό». Και έκανε κατά τον ίδιο τρόπο. Και έτσι, με τη Χάρη του Θεού, λίγο – λίγο από έξι λίτρες κατέληξε να τρώει οκτώ ουγγιές,4 γιατί και το φαί είναι συνήθεια.

Περί του αββά Δοσιθέου. Μέρος πρώτον.

Ο μακάριος όντως αββάς Δωρόθεος τον μονήρη συν Θεώ βίον ασπασάμενος εις το του αββά Σερίδου κοινόβιον ανεχώρησε˙ ένθα μεγάλους τινάς και πολλούς εύρεν ασκητάς ησυχάζοντας, εν οις ήσαν διαπρέποντες δύο μεγάλοι γέροντες, ο τε αγιώτατος Βαρσανούφιος και ο αυτού μαθητής ήτοι συνασκητής ο αββάς Ιωάννης, ο επικληθείς Προφήτης δια το διορατικόν εαυτόν παραδεδωκώς, τω μεν μεγάλω Γέροντι δια του εν αγίοις αββά Σερίδου διελέγετο, τω δε αββά Ιωάννη τω προφήτη και υπηρετήσαι κατηξιώθη. Συνείδον ουν οι προειρημένοι άγιοι γέροντες ποιήσαι αυτόν εκείσε νοσοκομείον και φροντίζειν αυτού˙ πάνυ γαρ εκοπίων οι αδελφοί ότε ηρρώστουν, μη έχοντες τον επιμελούμενον αυτών. Εποίησεν ουν συνεργία Θεού το νοσοκομείον, του ιδίου αδελφού του κατά σάρκα χορηγούντος αυτώ τας δαπάνας˙ ην γαρ πάνυ φιλόχριστος και φιλομόναχος ο ανήρ. Και ην αυτός, ως είπον, ο αββάς Δωρόθεος, μετά και άλλων τινών αδελφών ευλαβών, θεραπεύων τους αρρώστους˙ αυτός δε είχε την φροντίδα της τοιαύτης διοικήσεως.

Εν μια ουν των ημερών μεταστέλλεται αυτόν ο ηγούμενος ο αββάς Σέριδος˙ και ελθών ευρίσκει παρ’ αυτώ τινά νεώτερον, στρατιωτικά φορούντα, τρυφερώτατον πάνυ και ευειδέστατον. Ούτος δε ην ελθών τότε εις το μοναστήριον μετά τινών αγαπητών του αββά, ανθρώπων του δουκός. Ως ουν ήλθεν ο αββάς Δωρόθεος, λαμβάνει αυτόν κατ’ ιδίαν αυτός ο αββάς και λέγει αυτώ˙ Ούτοι οι άνθρωποι ήνεγκαν τον νεώτερον τούτον, λέγοντες ότι θέλει μείναι ώδε εις το μοναστήριον, και φοβούμαι μήπως ούτός τινός εστίν τούτων των μεγάλων, και η έκλεψεν ή τίποτε εποίησεν και θέλει φυγείν και ευρεθώ΄μεν εις πειρασμόν. Ούτε γαρ το σχήμα αυτού ούτε η ιδέα αυτού εστίν τινός θέλοντος μονάσαι.

Ήν δε ούτος δηλίκιόν τινός στρατηλάτου, διάγων εν πολλή τρυφή˙ αεί γαρ εν πολλή βλακεία εισί τα δηλίκια των τοιούτων˙ ουδέποτε δε ην ακούσας λόγον Θεού. Τινές δε άνθρωποι του στρατηλάτου διηγήσαντο επί αυτού τα περί της αγίας Πόλεως, και επεθύμησεν ιδείν τα εκεί. Ήτησεν ουν τον στρατηλάτην πέμψαι αυτόν ιστορήσαι τους αγίους τόπους. Ο δε μη θέλων λυπήσαι αυτόν, εύρέν τινά φίλον αυτού γνήσιον απερχόμενον επί τα εκείσε, και λέγει αυτώ˙ Χάρισαί μοι και λαβέ τον νεώτερον τούτον μετά σου, ίνα ιστορήση τους αγίους τόπους. Ο δε, ως παρά στρατηλάτου δεξάμενος τον παίδα, είχεν αυτόν εν πάση τιμή και αναπαύσει, συνεσθίοντα αυτώ και τη γυναικί αυτού.

Ως ουν ήλθον εις την αγίαν Πόλιν και προσεκύνουν τους αγίους τόπους, ήλθον εις Γεθσημανή. Ήν δε εκεί ιστορία της κολάσεως. Ως ούν ίστατο προσέχων ο νεώτερος και εκπληττόμενος, ορά γυναίκα σεμνήν, φορούσαν πορφυρά ιμάτια, ισταμένην πλησίον αυτού και υποδεικνύουσαν αυτώ έκαστον των κρινομένων, και άλλα δε τινά ως αφ’ εαυτής ενουθέτει αυτόν. Ο δε παις ακούων παρ’ αυτής απηνεούτο και εθαύμαζεν˙ καθώς γαρ είπον, ουδέποτε ην ακούσας λόγον Θεού, ή ότι έστιν κρίσις. Λέγει ουν αυτή˙ Κυρία, τι ποιήσεις τις ίνα εξειλήση των κολάσεων τούτων; Η δε αποκριθείσα είπεν αυτώ˙ Νήστευε και μη τρώγε κρέα και εύχου συνεχώς, και εξειλείς των κολάσεων. Μετά δε το δούναι αυτώ τας τρεις εντολάς ταύτας, ουκ έτι εφάνη αυτώ, άλλ’ εγένετο αφανής. Έκτοτε ουν έμεινε ο παις κατανενυγμένος και φυλάσσων τας τρεις εντολάς ας έδωκεν αυτώ. Ο δε φίλος του στρατηλάτου βλέπων αυτόν νηστεύοντα και μη τρώγοντα κρέα, εθλίβετο δια τον στρατηλάτην˙ ήδει γαρ ότι είχεν αυτόν ως μέγα τίποτε. Οι δε μετ’ αυτού στρατιώται βλέποντες αυτόν εν τοιαύτη διαγωγή λέγουσιν αυτώ˙ Τέκνον, ταύτα α ποιείς ουκ εισίν τινός θέλοντος είναι εις τον κόσμον˙ ει δε ούτως θέλεις, ύπαγε εις μοναστήριον και σώζεις την ψυχήν σου.

Ο δε ουδέ τίποτε κατά Θεόν ήδει, ουδέ τι εστίν μοναστήριον˙ μόνον δε εφύλαττεν α ήκουσεν παρ’ εκείνης. Λέγει ουν αυτοίς εκείνος˙ Όπου οίδατε, λάβετέ με˙ εγώ γαρ ουκ οίδα που ποτέ απελθείν. Τινές δε αυτών, ως είπον, ήσαν αγαπητοί του αββά Σερίδου, και ήλθον εις το μοναστήριον φέροντες τον παίδα μεθ’ εαυτών.

Ως ουν έπεμψεν ο αββάς τον μακάριον Δωρόθεον λαλήσαι αυτώ, περιηργάζετο αυτόν, και ουδέν άλλο ήδει ειπείν ει μη μόνον˙ Σωθήναι θέλω. Έρχεται ουν και λέγει τω αββά˙ εάν όλως συνοράς δέξασθαι αυτόν, μηδέν φοβηθής ουδέν γαρ φαύλον έχει. Και λέγει αυτώ ο αββάς˙ Ουκούν ποίησον αγάπην και λαβέ αυτόν παρά σοι ίνα σωθή˙ ου θέλω γαρ αυτόν είναι μεταξύ των αδελφών.

Ο δε από ευλαβείας έμεινε παραιτούμενος και λέγων ότι˙ Υπέρ την κατάστασίν μου εστίν το αναδέξασθαι βάρος τινός˙ και ουκ έστιν τούτο των μέτρων μου. Λέγει αυτώ ο αββάς˙ εγώ το βάρος σου και αυτού βαστάζω˙ συ δια τι θλίβη; Τότε λέγει αυτώ˙ ουκούν απότε τούτο πάντως έκρινας, εάν συνοράς ανάθου τω γέροντι. Και λέγει αυτώ˙ Καλώς, εγώ λέγω αυτώ.

Απέρχεται ουν και λέγει τω μεγάλω Γέροντι, και δηλοί αυτώ ο Γέρων ούτως. Δέξαι αυτόν, δια σου γαρ έχει ο Θεός σώσαι αυτόν. Τότε εδέξατο αυτόν μετά χαράς, και είχεν αυτόν μεθ’ εαυτού εν τω νοσοκομείω. Ελέγετο δε το όνομα αυτού Δοσίθεος.

Ότε δε ήλθεν ο καιρός του φαγείν, λέγει αυτώ˙ Φάγε ίνα χορτασθής, μόνον μάθε μοι πόσον τρώγεις. Και ήλθεν λέγων αυτώ. Έφαγον ένα ήμισυ άρτον. Είχεν δε ο άρτος τέσσαρας λίτρας. Και λέγει αυτώ˙ Καλώς έχεις, Δοσίθεε; Αποκρίνεται˙ Ναι, καλώς έχω, κύρι. Λέγει αυτώ˙ Μη πεινάς; Λέγει˙ Ουχί, δέσποτα, ου πεινώ. Τότε λέγει αυτώ˙ Ουκούν τρώτε τον ένα άρτον και το τέταρτον του άλλου άρτου˙ και ποίησον το άλλο τέταρτο εις δύο, και φάγε το ήμισυ και άφες το ήμισυ. Και εποίησεν ούτως. Λέγει αυτώ˙ Πεινάς, Δοσίθεε; Και αποκρίνεται˙ Ναι, κύρι, πεινώ μικρόν.

Μετ’ ολίγας ημέρας πάλιν λέγει αυτώ˙ Πώς έχεις, Δοσίθεε; Έμεινας πεινών; Λέγει˙ Ουχί, κύρι, δια των ευχών σου καλώς έχω. Λέγει αυτώ˙ Ουκούν έπαρον το άλλο ήμισυ του τετάρτου. Και εποίησεν ούτως.

Πάλιν μετ’ ολίγας ημέρας λέγει αυτώ˙ Ποίησον το άλλο τέταρτον εις δύο, και φάγε το ήμισυ και άφες το ήμισυ. Και εποίησεν ομοίως. Και ούτως του Θεού συνεργούντος, κατά μικρόν μικρόν από εξ λιτρών κατέστη εις οκτώ ογκίας˙ και γαρ συνήθειά εστίν και εν τω φαγείν.

Υποσημειώσεις

1. Το διορατικό χάρισμα είναι μία από τις δωρεές του αγίου Πνεύματος που καθιστά την φιλόθεο ψυχή «εποπτική». Γιατί «ίδιον εστί της θεότητος ή εποπτική των όντων δύναμίς τε και ενέργεια. Ουκούν ο εν εαυτώ έχων όπερ επόθησε, και αυτός εποπτικός γίνεται και την των όντων διασκοπείται φύσιν». (Γρηγορίου Νύσσης).
Η διόραση γεννιέται από τη διάκριση και είναι καρπός της ταπεινώσεως και της καθαρότητος, χαρακτηριστικά της δε είναι «το γινώσκειν τα τε ίδια πταίσματα, πριν εις έργον φθάσωσι και τα κατά κλοπήν γινόμενα υπό των δαιμόνων˙ έπειτα και εν τοις αισθητοίς κτίσμασι» (Πέτρου Δαμασκηνού, Γ’ Φιλοκαλία, σ’. 72 έκδ. ό.π.).
Ο πρωτόπλαστος πριν από την πτώση ήταν «εκ φύσεως διορατικός, αλλά η εποπτική δύναμη της ψυχής του, που προερχόταν από την καθαρότητά του καλύφθηκε, σαν από πυκνό σκοτάδι, από την επικράτηση των παθών. Με τη ζωή όμως της «εν Χριστώ» νηπιότητος «έρχεται η χάρις και ανοίγει τον οφθαλμόν της ψυχής, ον ετύφλωσεν ο διάβολος, και ευθέως άρχεται ο άνθρωπος βλέπειν τα πράγματα κατά φύσιν» (Πέτρου Δαμασκηνού, Φιλοκαλία Β’ σ. 139 ό.π.). Έτσι, όποιος έχει την πνευματική αυτή όραση, έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει – όχι «κατ’ ουσίαν» αλλά «κατ’ ιδέαν» – την ψυχή και την πνευματική κατάσταση κάθε ανθρώπου και να διαπιστώσει,, και από μόνη την όψη του, αν και κατά πόσο καταξιώθηκε να κοινωνήσει με το άγιο Πνεύμα (πρβλ. Σ. Ν. Θεολόγου)
Η διόραση δεν σχετίζεται με τις σωματικές αισθήσεις, ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας ψυχοσωματικής αλλοιώσεως του ανθρώπου, αλλά επάνοδος στο «αρχαίον κάλλος» και «είσοδος» στην ίδια τη «φύση και την πνευματική τάξη» (πρβλ. Ισαάκ Σύρου, ασκητικά, σ’. 256 ό.π.).
Από τη ζωή των οσίων πατέρων έχουμε πλήθος από παραδείγματα που φαίνεται το διορατικό τους χάρισμα, όπως του Μ. Αντωνίου, όταν είδε την ψυχή του αββά Αμμούν να υψώνεται στον ουρανό ή «όλα τα εν Αιγύπτω γινόμενα» (πρβλ. Μ. Αθανασίου, ΒΕΠΕΣ 33, 51 ό.π.). Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά ότι «ο νους πάντα ορά και τα εν ουρανοίς˙ και ουδέν αυτό επισκοπεί, ει μη μόνον η αμαρτία˙ τω δε καθαρώ ουδέν ακατάληπτον» (Μ. Αντωνίου, Α’ Φιλοκαλία, σ’. 19 ρς’) και ότι καθαρεύουσα ψυχή πανταχόθεν, και κατά φύσιν εστώτα, δύναται, διορατική γενομένη, πλείονα και μακρότερα βλέπειν των δαιμόνων». (Μ. Αντωνίου ΒΕΠΕΣ 33, 29 ό.π.).

2. Πνευματικά μέτρα: Με τον όρο αυτό οι πατέρες εννοούν το βαθμό παγωμένης προόδου κάθε ανθρώπου στην οδό της αποκαταστάσεως του «κατ’ εικόνα» και της ολοκληρώσεως του «καθ’ ομοίωσιν», σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή.
Στην ασκητική παράδοση υπάρχουν δύο φαινομενικά αντίθετες συμβουλές των πατέρων: α) το «μη μετρείν εαυτόν» (Αποφθέγματα πατέρων P. G. 65, 332 B. λστ’) και β) το «μετράτε»: «Εαυτόν μετρώ ίνα μη εν καυχήσει απόλλυμαι». (Ωριγένους «Κατά Κέλσου» βιβλ. 4 Ρ. G 11, 1073 Β). Είναι όμως ευνόητο πως το «μη μετρείν» αναφέρεται στο ότι δεν πρέπει κανείς να μετρά (αξιολογεί) τον εαυτό του με μέτρο τον εαυτό του Β’ Κορ. 10, 12) ή με βάση τον πλησίον˙ ενώ το «μετράτε» αναφέρεται στη σύγκριση του ανθρώπου με το «μέτρο της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφεσ’. 4, 13). Επομένως και οι δύο συμβουλές ξεκινάνε από διαφορετικές αφετηρίες, αλλά αποσκοπούν στο ίδιο αποτέλεσμα.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι Πατέρες της ερήμου όρισαν εμπειρικά ως μέτρο τελειώσεως «το δοξάζειν τον πλησίον υπέρ εαυτόν» (Αββά Ματτώη P. G. 65, 292 βζ’), πράγμα που σημαίνει ότι καθόρισαν, ως εφαρμοσμένο μέτρο για την τελείωση, τη χριστομίμητη ταπείνωση.

3. Πρόκειται προφανώς για Ρωμαϊκές λίρες που χωρίζονταν σε 12 ουγγιές δηλαδή 327 γραμμάρια. Το κάθε καρβέλι ζύγιζε 1.300 γραμμάρια. Ο Δοσίθεος λοιπόν έτρωγε περίπου δύο κιλά.

4. Οκτώ ουγγιές αντιστοιχούν σε 218 γραμμάρια.


Για τον αββά Δοσίθεο (μέρος Β’) – Αββά Δωροθέου.

Ήταν δε αυτός ο νέος πολύ ικανός σε καθετί που έκανε. Υπηρετούσε τους αρρώστους στο νοσοκομείο, έτσι ώστε καθένας να αναπαύεται με τον τρόπο που εκτελούσε τη διακονία του. Γιατί τα έκανε όλα τέλεια. Και αν τύχαινε καμιά φορά να παραμελήσει κανέναν από τους αρρώστους ή να μιλήσει με θυμό, τα άφηνε όλα, πήγαινε στο κελλάρι και καθόταν και έκλαιγε. Όταν λοιπόν πήγαιναν οι άλλοι διακονητές του νοσοκομείου να τον παρηγορήσουν και δεν παρηγοριόταν, πήγαιναν και έλεγαν στον αββά Δωρόθεο: «Κάνε αγάπη, Γέροντα, και μάθε τι έχει αυτός ο αδελφός, γιατί κλαίει και δεν ξέρουμε το λόγο». Πήγαινε τότε ο αββάς Δωρόθεος και τον εύρισκε να κάθεται καταγής και να κλαίει. Τότε του έλεγε: «Τι συμβαίνει, Δοσίθεε; Τι έχεις; Γιατί κλαίς»; Και απαντούσε: «Συγχώρεσέ με, Γέροντα, γιατί οργίστηκα και μίλησα άσχημα στον αδελφό μου». Και εκείνος του έλεγε: «Αλήθεια, Δοσίθεε, δεν ντρέπεσαι που οργίζεσαι και μιλάς άσχημα στον αδελφό σου; Δεν ξέρεις ότι στο πρόσωπό του είναι ο Χριστός και θλίβεις τον Χριστό»; Τότε αυτός έσκυβε κάτω κλαίγοντας, χωρίς να μιλάει.

Όταν ο αββάς έβλεπε ότι είχε κλάψει αρκετά, του έλεγε: «Ο Θεός να σε συγχωρέσει. Σήκω να βάλουμε από τώρα αρχή. Ας αγωνιστούμε από τώρα και μπρος και ο Θεός θα βοηθήσει». Αμέσως τότε, μόλις τα άκουγε αυτά, σηκωνόταν και έτρεχε με χαρά στη διακονία του, σαν να έπαιρνε τη συγχώρηση πραγματικά από τον ίδιο τον Θεό.

Όταν πια έμαθαν οι άνθρωποι του νοσοκομείου τη συνήθειά του αυτή, μόλις έβλεπαν να κλαίει, έλεγαν: «Τι τάχα έχει ο Δοσίθεος; Μήπως έκανε κανένα σφάλμα»; Και έλεγαν στον μακάριο Δωρόθεο: «Γέροντα, πήγαινε στο κελλάρι, έχεις δουλειά να κάνεις». Όταν λοιπόν ερχόταν στο κελλάρι και τον εύρισκε να κάθεται καταγής και να κλαίει, καταλάβαινε ότι θα είχε μιλήσει άσχημα σε κάποιον και του έλεγε: Τι συμβαίνει, Δοσίθεε; Πάλι λύπησες τον Χριστό; Πάλι οργίστηκες; Δεν ντρέπεσαι; Δεν διορθώνεσαι λοιπόν»; Και αυτός παρέμενε πολλή ώρα κλαίγοντας. Όταν έβλεπε ο αββάς ότι είχε κλάψει αρκετά, του έλεγε: «Σήκω, ο Θεός να σε συγχωρήσει. Βάλε πάλι αρχή. Από τώρα και στο εξής προσπάθησε να διορθωθείς». Και αυτός αμέσως, με εμπιστοσύνη, έδιωχνε τη λύπη και έφευγε για το διακόνημά του.

Έστρωνε δε τα κρεβάτια των αρρώστων πολύ ωραία. Και είχε τόση άνεση στην εξαγόρευση των λογισμών, ώστε πολλές φορές, καθώς περιποιόταν με επιμέλεια ένα κρεβάτι, έβλεπε τον μακάριο Δωρόθεο να περνάει και του έλεγε: «Γέροντα, μου λέει ο λογισμός: Στρώνεις ωραία το κρεβάτι»! Και εκείνος του απαντούσε: «Αλλοίμονο, αδελφέ μου. να, που είσαι καλός υπηρέτης και έγινες και καλός δουλευτής. Μήπως όμως έγινες και καλός μοναχός»; Επίσης ποτέ δεν τον άφησε να προσκολληθεί σε κάποιο πράγμα ή σε οποιοδήποτε υλικό αντικείμενο. Γιατί τα δεχόταν όλα με χαρά και εμπιστοσύνη και υπάκουε πρόθυμα σε όλα. Όταν δε χρειαζόταν ένα ρούχο, του έδινε το ύφασμα και εκείνος πήγαινε και το έρραβε με πολλή χάρη και επιμέλεια. Όταν το τελείωνε του έλεγε: «Δοσίθεε, το έρραψες εκείνο το ρούχο»; Και απαντούσε: «Ναι, γέροντα, και το έρραψα μάλιστα με πολλή τέχνη». Τότε του έλεγε: «Πήγαινε δωσ’ το στον τάδε αδελφό ή στον τάδε άρρωστο». Πήγαινε πραγματικά και το έδινε με πολλή προθυμία. Πάλι του έδινε άλλο ύφασμα και όμοια, όταν το έρραβε με επιμέλεια και το τελείωνε, του έλεγε: «Δώσ’ το στον τάδε αδελφό». Και αμέσως το έδινε. Και ουδέποτε πικράθηκε ή γόγγυσε, ώστε να πει: «Γιατί αφού κάνω τον κόπο και το ράβω και το περιποιούμαι τόσο, το παίρνει από μένα και το δίνει σε άλλον»; Αλλά καθετί καλό που άκουγε το έκανε με προθυμία.

Μια άλλη φορά έφερε κάποιος από τους αποκρισάριους της μονής ένα μαχαίρι κοφτερό και πολύ ωραίο. Κι ο Δωσίθεος το πήρε και το έφερε στον αββά Δωρόθεο, λέγοντας: «Ο τάδε αδελφός έφερε αυτό το μαχαίρι και το πήρα να το έχουμε, αν το ευλογείς, στο νοσοκομείο, γιατί κόβει πολύ ωραία το ψωμί – ουδέποτε είχε αποκτήσει ο μακάριος εκείνος πράγμα καλύτερο από το μέτριο. Λέει λοιπόν στον Δοσίθεο: «Φέρ’ το να το δω αν είναι καλό». Και αυτός του το έδωσε, λέγοντας: «Ναι, γέροντα, είναι πολύ κοφτερό για το ψωμί». Πραγματικά, το έβλεπε και ο ίδιος ότι ήταν χρήσιμο για την περίπτωση, αλλά επειδή δεν ήθελε να έχει ο Δοσίθεος «προσπάθεια» σε οποιοδήποτε υλικό αντικείμενο, δεν θέλησε να το κρατήσει. Τον ρωτάει λοιπόν: «Δοσίθεε, τόσο πολύ σου αρέσει; Θέλεις να είσαι δούλος αυτού του μαχαιριού και όχι του Θεού; Πραγματικά, Δοσίθεε, σου αρέσει τόσο, ώστε να προσκολληθείς σ’ αυτό το μαχαίρι; Δεν ντρέπεσαι που θέλεις να σε εξουσιάσει αυτό το μαχαίρι και όχι ο Θεός»; Αυτός άκουγε χωρίς να απαντάει, μόνο έσκυψε το κεφάλι σιωπηλά.

Ύστερα, αφού τον νουθέτησε αρκετά, του λέει: «Πήγαινε βάλ’ το στη θέση του και ούτε να τ’ αγγίξεις»! Και τόσο πολύ τήρησε αυτή την εντολή, ώστε ούτε για να το δώσει σε κάποιον άλλον δεν το έπιανε, αλλά, ενώ όλοι οι άλλοι διακονητές το χρησιμοποιούσαν, μονάχα αυτός δεν το άγγιζε. Και όμως ποτέ δεν είπε: «Γιατί μόνο εγώ και όχι οι άλλοι»; Αλλά όλα όσα άκουγε τα έκανε με χαρά.

Έτσι πολιτεύθηκε τον λίγο χρόνο που έζησε στο μοναστήρι. Γιατί έζησε μόνο περίπου πέντε χρόνια και «κοιμήθηκε» μέσα στην υπακοή, χωρίς να κάνει ούτε ένα θέλημά του σε τίποτα, χωρίς να κάνει τίποτα από «προσπάθεια». Όταν δε αρρώστησε και έκανε αιμόπτυση – γιατί πέθανε από φυματίωση – άκουσε από κάποιον ότι τα μελάτα αυγά ωφελούν πολύ τους φυματικούς. Το ήξερε βέβαια αυτό και ο μακάριος Δωρόθεος και ήθελε πολύ να θεραπευθεί ο Δοσίθεος, αλλά από τις πολλές έννοιες που είχε δεν του ήρθε στο νου. Του λέει λοιπόν ο Δοσίθεος: «Γέροντα, θέλω να σου πω για κάτι που άκουσα ότι θα μου κάνει καλό, αλλά δεν θέλω να μου δώσεις απ’ αυτό, επειδή μ’ ενοχλεί ο λογισμός μου». Και εκείνος του λέει: «Πες μου τι είναι αυτό, Δοσίθεε; Πες μου, ποιο είναι αυτό το πράγμα»; Και του λέει: «Δώσε μου το λόγο σου ότι δεν θα μου το δώσεις, επειδή, όπως σου είπα, μ’ ενοχλεί γι’ αυτό ο λογισμός μου». Του απαντάει: «Καλά, θα κάνω όπως θέλεις». Τότε του λέει:
«Άκουσα κάπου ότι τα μελάτα αυγά κάνουν καλό στους φυματικούς, αλλά για την αγάπη του Κυρίου, αν είναι ευλογημένο, μη μου δώσεις να φάω, εφόσον δεν το σκέφθηκες μόνος σου, αλλά το προκάλεσε ο λογισμός μου». Του απαντάει: «Καλά, αφού δεν θέλεις, δεν σου δίνω, μη στενοχωριέσαι». Φρόντιζε όμως, αντί γι’ αυγά, να του δίνει άλλα φαγητά που τον ωφελούσαν, επειδή του είχε πει: «Μ’ ενοχλεί ο λογισμός μου για τ’ αυγά».

Βλέπετε, αν και είχε τέτοια αρρώστια, αγωνιζόταν ενάντια στο θέλημά του.

Διατηρούσε δε πάντα τη μνήμη του Θεού. Γιατί ο αββάς Δωρόθεος τον είχε μάθει να λέει πάντοτε: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Και ανάμεσα σε δυο τέτοιες ευχές να παρεμβάλει: «Υιέ του Θεού, βοήθησέ με». Προσευχόταν λοιπόν διαρκώς μ’ αυτή την ευχή. Όταν δε αρρώστησε, του λέει ο αββάς Δωρόθεος: «Δοσίθεε, αγωνίσου για την ευχή, πρόσεξε μην τη χάσεις». Και αυτός απαντάει: «Να είναι ευλογημένο, γέροντα, να εύχεσαι για μένα». Πάλι, όταν βάρυνε λίγο, του λέει: «Τι κάνεις, Δοσίθεε, πώς πάει η ευχή, την κρατάς ακόμα»; Και απαντάει: «Ναι, γέροντα, με τις ευχές σου». Όταν όμως βάρυνε περισσότερο – γιατί έφθασε σε τέτοια κατάσταση, ώστε να τον σηκώνουν με το σεντόνι – του λέει: «Πώς πάει η ευχή, Δοσίθεε»; Τότε του λέει: «Συγχώρεσέ με, γέροντα, δεν μπορώ πια να την κρατήσω». Του απαντάει ο αββάς: «Έ, άφησε την ευχή. Μόνο κράτα στη μνήμη σου τον Θεό και διατήρησε ζωντανή την αίσθηση της παρουσίας Του.

Επειδή όμως υπέφερε πολύ, παράγγειλε στον μεγάλο γέροντα: «Γέροντα, δεν αντέχω πια, απόλυσέ με». Του απαντάει ο γέροντας: «Κάνε υπομονή, παιδί μου, γιατί το έλεος του Θεού πλησιάζει». Ο μακάριος Δωρόθεος όμως τον έβλεπε να υποφέρει πολύ και τον φρόντιζε έτσι ώστε να μη ζημιωθεί η ψυχή του. Πάλι, μετά από λίγες μέρες, λέει στον γέροντα: «Δέσποτά μου, δεν αντέχω πια». Τότε του λέει ο γέροντας: «Εύχομαι να πορευθείς με ειρήνη, να αξιωθείς να στέκεις μπροστά στο θρόνο της μεγαλοσύνης του Τριαδικού Θεού και να πρεσβεύεις και για μας».

Όταν άκουσαν οι αδελφοί την απόκριση του γέροντα, άρχισαν να αγανακτούν και να λένε: «Τι καλό έκανε, τέλος πάντων, ή ποια ήταν η πνευματική του εργασία, ώστε να ακούσει τέτοια λόγια»; Γιατί πραγματικά δεν τον έβλεπαν ούτε να νηστεύει «δύο – δύο» μέρες, όπως έκαναν μερικοί από τους εκεί μοναχούς, ούτε να αγρυπνεί πριν από την καθορισμένη αγρυπνία. Αλλά ούτε και στην αγρυπνία πήγαινε από την αρχή, παρά μετά τη δεύτερη, κατά σειρά ακολουθία. Ούτε τον έβλεπαν να κάνει καμιά άσκηση. Αντίθετα, τον έβλεπαν να τρώει, αν τύχαινε, λίγο από τη σούπα των αρρώστων και, αν περίσσευε, κανένα κεφάλι από ψάρι ή κάτι παρόμοιο. Και, όπως είπα, υπήρχαν εκεί μοναχοί, που για πολύ καιρό νήστευαν «δύο – δύο» και έκαναν πολλές αγρυπνίες και ασκήσεις. Γι’ αυτό, όταν άκουσαν να δίνει τέτοια απόκριση ο γέροντας σε μοναχό νεότερο, που είχε μόνο πέντε χρόνια στο μοναστήρι, ταράχθηκαν, γιατί δεν ήξεραν την πνευματική εργασία του και την τέλεια υπακοή του και το ότι ποτέ δεν έκανε, έστω και ένα θέλημά του. Δεν γνώριζαν την «αδιάκριτη» υπακοή του και πως, όταν τύχαινε να του πει ο μακάριος Δωρόθεος, στ’ αστεία, να κάνει κάτι, πήγαινε τρέχοντας και το έκανε, χωρίς να σκεφθεί τίποτα. Σας λέω ένα παράδειγμα: Ο Δοσίθεος, παρά τους κανονισμούς, από συνήθεια, μιλούσε δυνατά. Μια μέρα λοιπόν ο μακάριος Δωρόθεος του λέει αστειευόμενος: «Σου χρειάζεται ¨βουκάκρατο¨,1 Δοσίθεε. Πήγαινε λοιπόν και πάρε». Εκείνος, μόλις το άκουσε, πήγε και έφερε μια μπουκάλα κρασί και ψωμί και του τα έδινε να τα ευλογησει. Ο δε αββάς, μη εννοώντας, τον παρατηρούσε παραξενεμένος και του λέει: «Τι θέλεις»; Του απαντάει: «Με πρόσταξες να πάρω βουκάκρατο. Ευλόγησέ το». Τότε του λέει: «Ανόητε, εγώ στο είπα επειδή φωνάζεις σαν τους Γότθους. Γιατί και αυτοί, όταν θυμώνουν, έτσι φωνάζουν. Γι’ αυτό σου είπα «πάρε βουκάκρατο», γιατί και συ σαν Γότθος φωνάζεις». Μόλις λοιπόν τα άκουσε αυτά, έβαλε μετάνοια και πήγε πίσω.

Μια άλλη φορά έρχεται και τον ρωτάει για το νόημα κάποιου χωρίου της Αγίας Γραφής. Γιατί είχε αρχίσει από την πολλή καθαρότητα να κατανοεί μερικά νοήματα της Αγίας Γραφής. Ο αββάς όμως δεν ήθελε ακόμα να τον ανεβάσει σ’ αυτά τα τόσο νωρίς, αλλά μάλλον να τον προφυλάξει με την ταπείνωση. Όταν λοιπόν τον ρώτησε, του απάντησε: «Δεν ξέρω». Εκείνος πάλι, επειδή δεν κατάλαβε το πνεύμα του, ήρθε και τον ξαναρώτησε για άλλο κεφάλαιο. Τότε του είπε: «Δεν ξέρω. Πήγαινε και ρώτησε τον Ηγούμενο». Και αυτός πήγε χωρίς να βάλει τίποτε στο νου του. Ο αββάς Δωρόθεος όμως είχε πει προηγουμένως στον Ηγούμενο κρυφά: «Αν έρθει ο Δοσίθεος να του εξηγήσεις κανένα γραφικό χωρίο, να τον αποπάρεις λίγο». Μόλις λοιπόν πήγε και τον ρώτησε, άρχισε να τον αποπαίρνει, λέγοντάς του: «Δεν κάθεσαι στην ησυχία σου, αφού δεν ξέρεις τίποτα; Και τολμάς εσύ να ρωτάς για τέτοια θέματα και δεν σκέπτεσαι τη βρωμιά σου» Αφού του είπε αυτά και άλλα παρόμοια, τον έδιωξε, δίνοντάς του και δύο μπάτσους. Ο Δοσίθεος γύρισε πίσω στον αββά Δωρόθεο, δείχνοντάς του τα κόκκινα από τους μπάτσους μάγουλά του και λέγοντας: «Τις άρπαξα και μάλιστα γερές». Και δεν του είπε: «Γιατί δεν με διόρθωσες εσύ, αλλά μ’ έστειλες στον ηγούμενο»; Δεν του είπε τίποτα τέτοιο, αλλά δεχόταν όσα του έκανε με εμπιστοσύνη και τα έκανε χωρίς να σκεφθεί τίποτα. Και όταν τον προβλημάτιζε ο λογισμός του, με τόση σιγουριά δεχόταν όσα άκουγε και έτσι τα τηρούσε, ώστε δεν χρειαζόταν ποτέ πια να ρωτήσει για τον ίδιο λογισμό.

Επειδή λοιπόν μερικοί πατέρες δεν γνώριζαν τη θαυμαστή πνευματική εργασία του, γόγγυζαν για την απόλυση που έκανε ο γέροντας. Όταν όμως θέλησε ο Θεός να φανερώσει τη δόξα που ετοιμάστηκε γι’ αυτόν στον ουρανό, χάρη στην άγια εκείνη υπακοή και το χάρισμα που είχε ο μακάριος Δωρόθεος, αν και μαθητής ακόμα, να σώζει ψυχές, αυτός που οδήγησε τον Δοσίθεο τόσο σωστά και σύντομα στον Θεό, τότε, λίγο μετά τον μακάριο θάνατό του, κάποιος από τους αγίους, μεγάλος γέροντας, περαστικός από εκεί, θέλησε να δει τους αγίους του Κοινοβίου που είχαν κοιμηθεί και παρακάλεσε μαζί να στέκονται σαν σε χορό και ανάμεσά τους να βρίσκεται και κάποιος νεότερος και σκεφτόταν: «Άραγε, ποιος να είναι αυτός ο νέος που είδα να βρίσκεται ανάμεσα στους πατέρες»; Και όταν περιέγραψε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, όλοι κατάλαβαν πως ήταν ο Δοσίθεος και δόξασαν τον Θεό, θαυμάζοντας πως κατόρθωσε, με τέτοια προϊστορία και τέτοιο προηγούμενο τρόπο ζωής, να αξιωθεί να φθάσει σε τέτοια μέτρα, και μάλιστα σε τόσο λίγο χρόνο μόνο με το να κρατήσει την υπακοή και να κόψει το θέλημά του.

Περί του αββά Δοσιθέου. Μέρος δεύτερον.

Ην δε αυτός ο νεώτερος επιεικέστατος εις παν έργον ο εποίει˙ υπηρέτει δε τοις αρρώστοις εν τω νοσοκομείω, και έκαστος επανεπαύετο τη υπηρεσία αυτού˙ πάντα γαρ καθαρώς εποίει. Ει συνέβη δε αυτόν ολιγωρήσαι προς τινά των αρρώστων και ειπείν ρήμα μετ’ οργής, ήφιεν πάντα και εισήρχετο εις το κελλάριον κλαίων. Ως ουν εισήρχοντο οι άλλοι υπηρέται του νοσοκομείου παραμυθησασθαι αυτόν, και ου παρεκαλείτο, ήρχοντο και έλεγον τω αββά Δωροθέω˙ Ποίησον αγάπην, κύρι, μάθε τι έχει ούτος ο αδελφός, ότι κλαίει και ουκ οίδαμεν δια τι. Και εισήρχετο και ηύρισκεν αυτόν χαμαί καθήμενον και κλαίοντα˙ και έλεγεν αυτώ˙ Τι ένι, Δοσίθεε; Τι έχεις; Δια τι κλαίεις; Και έλεγεν˙ Συγχώρησον, κύρι, ότι ωργίσθην και ελάλησα κακώς τω αδελφώ μου. Και έλεγεν αυτώ˙ Ναι, Δοσίθεε, επεί οργίζη και ουκ αισχύνη οργιζόμενος και λαλών κακώς τω αδελφώ σου, ουκ οίδας ότι αυτός εστίν ο Χριστός και θλίβεις τον Χριστόν; Και έβαλλεν κάτω την όψιν κλαίων και μηδέν λέγων. Ως δε έβλεπεν ότι έκλαυσεν ικανώς, έλεγεν αυτώ είτα˙ Ο Θεός συγχωρήση σοι. Έγειρε, από του νυν βάλωμεν αρχήν. Σπουδάσωσμεν του λοιπού και ο Θεός βοηθεί. Ευθέως δε ως ήκουεν, ηγείρετο τρέχων μετά χαράς εις την υπηρεσίαν, ως ότι αληθώς παρά Θεού εδέξατο την συγχώρησιν.

Μαθόντες ουν οι του νοσοκομείου το έθος αυτού, το έβλεπον αυτόν κλαίοντα, έλεγον˙ Τίποτε έχει Δοσίθεος; Τίποτε εσφάλη; Και έλεγον τω μακαρίω Δωροθέω˙ Κύρι, είσελθε εις το κελλάριον, ότι έχεις εκεί έργον. Ως ουν εισήρχετο και ηύρισκεν αυτόν χαμαί καθήμενον και κλαίοντα, ενόει ότι κακώς ελάλησε ρήμα, και έλεγεν αυτώ˙ Τι ένι, Δοσίθεε; Πάλιν τον Χριστόν έθλιψας; Πάλιν ωργίσθης; Ουκ αισχύνη; Ου διορθούσαι λοιπόν; Και έμενεν κλαίων επί πολύ˙ πάλιν ως έβλεπεν ότι εχορτάσθη κλαίων, έλεγεν αυτώ˙ Έγειρε, ο Θεός συγχωρήση σοι˙ πάλιν βάλε αρχήν. Διόρθωσαι λοιπόν. Ο δε ευθέως μετά πίστεως απετινάσσετο την λύπην και απήρχετο εις το έργον αυτού.

Εστρώννυεν δε τοις αρρώστοις καλώς πάνυ. Τοιούτος δε ην περί τον λογισμόν ελευθέριος και εξαγγελτικός ότι πολλάκις, εν όσω εφιλοκάλει στρωμνήν, εθεώρει τον μακάριον παρερχόμενον και έλεγεν αυτώ˙ Κύρι, Κύρι, λέγει ο λογισμός μου˙ καλώς στρωννύεις. Και απεκρίνατο εκείνος˙ Βαβαί, κύρι˙ ιδού ει καλός δούλος, εγένου καλο΄ς βρεγκάριος˙ μη γαρ καλός μοναχός; Ουδέποτε δε είασεν αυτόν προσπαθήσαι πράγματι ή οία δήποτε ύλη. Πάντα γαρ εδέχετο μετά χαράς και πίστεως, και εις πάντα προθύμως υπήκουεν. Ότε δε έχρηζεν ιματίου, παρείχεν αυτώ˙ και απερχόμενος έρραπτεν αυτό μετά πολλής επιεικείας και φιλοκαλίας. Και μεθ’ ο εποίει αυτό, έλεγεν αυτώ˙ Δοσίθεε, έρραψας εκείνο το ιμάτιον; Και έλεγεν˙ Ναι, κύρι, και εφιλοκάλησα αυτό καλώς. Και έλεγεν˙ Ύπαγε δος αυτό τώδε τω αδελφώ ή τώδε τω ασθενούντι. Και απήρχετο, και εδίδου αυτό μετά προθυμίας. Πάλιν παρείχεν αυτώ άλλο, και ομοίως μετά το ράψαι και φιλοκαλήσαι, έλεγεν αυτώ˙ Δος αυτό τώδε τω αδελφώ. Και ευθέως παρείχεν, και ουδέποτε εθλίβη εγόγγυσεν λέγων ότι˙ Μεθ’ ο κοπιώ ράπτων και φιλοκαλών, λαμβάνει απ’ εμού και άλλω αυτό παρέχει. Αλλά παν αγαθόν ο ήκουε μετά προθυμίας εποίει.

Άλλοτέ ποτέ ήνεγκέ τις των αποκρισιαρίων μαχαίριον καλόν πάνυ και εύμορφον. Ο δε λαβών αυτό ήνεγκε τω αββά Δωροθέω λέγων˙ Ο δείνα ο αδελφός ήνεγκε το μαχαίριον τούτο, και έλαβον αυτό ίνα, εάν κελεύης, έχωμεν αυτό εις το νοσοκομείον, ότι καλώς κόπτει τας κλύστας. Ουδέποτε δε εκτήσατο ο μακάριος εκείνος ύλην εύμορφον εις το νοσοκομείον, πλέον του καλώς έχοντος. Λέγει ουν αυτώ˙ Φέρε, είδω αυτό ει εστί καλόν. Ο δε επέδωκεν αυτό λέγων˙ Ναι, κύρι, καλόν εστίν εις τας κλύστας. Έβλεπε δε αυτό κατά αλήθειαν και αυτός ότι καλόν ην εις το πράγμα˙ άλλ’ επειδή ουκ ήθελεν αυτόν έχειν προσπάθειαν εις οίαν δήποτε ύλην, ουκ ηθέλησεν ίνα κρατήση αυτό. Λέγει ουν αυτώ˙ Δοσίθεε, ούτως αρέσκει σοι; Θέλεις είναι δούλος του μαχαιρίου τούτου και ού δούλος του Θεού; Ναι, Δοσίθεε, αρέσκει σοι; ίνα δέδεσαι τη προσπαθεία του μαχαιρίου τούτου; Και ουκ αισχύνη ότι θέλεις ίνα το μαχαίριον τούτο κυριεύση σου, και μη ο Θεός; Ο δε ακούων ουκ ανένευεν, άλλ’ έβαλλε κάτω την όψιν σιωπών. Ύστερον δε μεθ’ ο έμεινεν εγκαλών, λέγει αυτώ˙ Ύπαγε θες αυτό και μη άψη αυτού. Και τοσούτον εφύλαξε του μη άψασθαι αυτού ως μηδέ επιδούναι αυτό τινί ποτέ, αλλά των άλλων υπηρετών κεχρημένων αυτώ αυτός μόνος ουκ ήγγιζεν αυτού. Και ουδέποτε είπεν ότι˙ Τι ειμί απλώς εγώ από πάντων. Αλλά πάντα όσα ήκουεν μετά χαράς εποίει.

Ούτως ουν διετέλεσεν τον μικρόν χρόνον ον εποίησεν εις το μοναστήριον˙ εποίησεν γαρ ωε πέντε έτη˙ και ούτως ετελεύτησεν εν υπακοή, μη ποιήσας μήτε εν θέλημα αυτού εν τινί πράγματι, μήτε κατά προσπάθειαν ποιήσας τίποτε. Ότε δε ησθένησεν και αιμόπτυσεν (φθισικός γαρ απέθανεν), ήκουσεν παρά τινός ότι τα ωά τα οπτοροφητά ωφελούσι τους αιμοπτυικούς. Ήδει δε τούτο και ο μακάριος Δωρόθεος, και ηδέως είχεν την θεραπείαν αυτού˙ Λέγει ουν αυτώ εκείνος˙ Κύρι, θέλω ειπείν σοι ότι ήκουσα περί πράγματος ωφελούντός με˙ άλλ’ ού θέλω ίνα δώσης μοι απ’ αυτού, επειδή οχλεί μοι ο λογισμός μου. Λέγει αυτώ˙ Ειπέ μοι τι έστιν, Δοσίθεε˙ ειπέ μοι τι εστίν το πράγμα. Και λέγει˙ Δος μοι λόγον ότι ου παρέχεις μοι˙ επειδή, ως είπον, οχλεί περί αυτού ο λογισμός μου. Λέγει αυτώ˙ Καλώς, ως θέλεις ποιώ. Τότε λέγει˙ Ήκουσα παρά τινών ότι τα ωά τα οπτοροφητά ωφελούσι τους αιμοπτυικούς αλλά, δια τον Κύριον, εάν κελεύης, εξότου ουκ έφθασας αφ’ εαυτού δούναί μοι, μη δώσης μοι ως δια τον λογισμόν μου. Λέγει αυτώ. Καλώς, αφού ου θέλεις, ου παρέχω σοι, μη θλίβη. Εσπούδαζε δε διδόναι αυτώ άλλα πράγματα ωφελούντα αυτόν αντί των ωών, επειδή ην ειπών ότι˙ Οχλεί μοι ο λογισμός περί των ωών. Ιδού και εν τοιαύτη αρρωστία ων ηγωνίζετο κατά του ιδίου θελήματος.

Είχεν δε αεί και μνήμην Θεού˙ ην γαρ παραδούς αυτώ το αεί λέγειν˙ Κύριε Ιησού Χριστέ, ελεήσόν με˙ και μεταξύ˙ Υιέ του Θεού, βοήθησόν μοι. Είχεν ουν πάντοτε ταύτην την ευχήν. Ότε δε ησθένησεν, λέγει αυτώ˙ Δοσίθεε, φρόντισον της ευχής, βλέπε μη απωλέσης αυτήν. Ο δε αποκρίνεται˙ Καλώς, κύρι, εύχου υπέρ εμού. Πάλιν ως εβαρήθη μικρόν, λέγει αυτώ˙ Τι ένι, Δοσίθεε, πώς η ευχή; Ίσταται ακμήν; Και λέγει˙ Ναι, κύρι, δια των ευχών σου. Ότε δε πλέον εβαρήθη (εις τοιαύτην γαρ ασθένειαν ήλθεν ώστε εν σινδόνι βαστάζεσθαι), λέγει αυτώ˙ Πώς η ευχή, Δοσίθεε; Τότε λέγει˙ Συγχώρησον, κύρι, ουκ έτι ισχύω κρατήσαι αυτήν. Λέγει αυτώ˙ Ουκούν, άφες την ευχήν˙ μόνον δε μνημόνευε του Θεού και κατανόει αυτόν ως όντα ενώπιόν σου.

Εκοπία δε πάνυ, και δηλοί τω Μεγάλω Γέροντι˙ Απόλυσόν με ότι ουκ έτι δύναμαι. Δηλοί αυτώ ο γέρων˙ Υπόμεινον, τέκνον, εγγύς γαρ το έλεος του Θεού. Ο δε μακάριος Δωρόθεος έβλεπεν αυτόν κάμνοντα και εμερίμνα μήπως βλαβή. Πάλιν μεθ’ ημέρας δηλοί τω Γέροντι˙ Δέσποτά μου, ουκ έτι ισχύω. Τότε δηλοί αυτώ ο γέρων˙ Ύπαγε εν ειρήνη, παράστηθι τη αγία Τριάδι και πρέσβευε υπέρ ημών.

Ακούσαντες δε οι αδελφοί την απόκρισιν του γέροντος, ήρξαντο αγανακτείν και λέγειν˙ Τι απλώς εποίησεν η τι ην το έργον αυτού, ότι ταύτα ήκουσεν; Κατά αλήθειαν γαρ ουκ έβλεπον αυτόν ή δύο δύο νησεύσαντα ως εποίουν τινές των εκεί, ή αγρυπνούντα προ της αγρυπνίας˙ άλλ’ ουδέ εις αυτήν την αγρυπνίαν ηγείρετο, ει μη μετά δύο ακολουθίας. Ουδέ έβλεπον αυτόν ποιούντα μίαν άσκησιν, άλλ’ έβλεπον αυτόν τρώγοντα μικρόν, ει τύχοι, ζωμόν εκ των αρρώστων, και, ει επερίσσευσεν, εκ των οψαρίων εν κεφαλίδιον ή άλλο τι τοιούτον. Ήσαν δε εκεί τινές, ως είπον, τοσούτον χρόνον δύο δύο νηστεύοντες και διπλάς αγρυπνίας ποιούντες και ασκούντες. Ως ουν ήκουσαν τοιαύτην απόκρισιν πεμφθείσαν παρά του γέροντος νεωτέρω πέντε έτη έχοντι εις το μοναστήριον, εταράσσοντο αγνοούντες την εργασίαν αυτού και την κατά πάντα αυτού υπακοήν ότι ουδέποτε εποίησεν εν θέλημα αυτού, και την αδιάκριτον αυτού υπακοήν ότι, ει έτυχέ ποτέ τον μακάριον Δωρόθεον ειπείν αυτώ ρήμα ως διασύρων αυτόν, απήρχετο τρέχων και εποίει αυτό αδιακρίτως. Οίόν τι λέγω˙ Ούτος παρά τας αρχάς ως από συνηθείας ελάλει τραχυτέρως. Ο ουν μακάριος, ως διασύρων αυτόν, εν μια λέγει αυτώ Βουκακράτου χρήζεις, Δωσίθεε˙ καλώς, ύπαγε λαβέ βουκάκρατον. Εκείνος ακούσας απέρχεται και φέρει φιάλην έχουσαν οίνον και άρτον, και επιδίδωσιν αυτώ, ως ίνα λάβη ευλογίαν. Ο δε αγνοήσας προσέσχεν αυτώ ως ξενιζόμενος και λέγει˙ Τι θέλεις; Αποκρίνεται αυτώ˙ Εκέλευσάς με λαβείν βουκάκρατον˙ δος μοι ευλογίαν. Τότε λέγει αυτώ˙ Μωρέ, επειδή κράζεις ώσπερ και οι Γότθοι˙ και γαρ εκείνοι, όταν εκχολώνται, χολούσιν και κράζουσιν˙ δια τούτο είπόν σοι˙ λαβέ βουκάκρατον, ότι και συ ως Γότθος κράζεις. Ως ουν ήκουσεν ταύτα, βάλλει μετάνοιαν και απέρχεται και τιθεί αυτό.

Άλλοτε πάλιν έρχεται και ερωτά αυτόν ρήμα της Αγίας Γραφής˙ ήρξατο γαρ από καθαρότητος νοείν τινά της Γραφής. Ο δε ουκ ήθελεν αυτόν τέως εις ταύτα επιβάλλειν, αλλά μάλλον δια της ταπεινώσεως φυλαχθήναι. Ότε ουν ηρώτησε αυτόν, λέγει αυτώ˙ Ουκ οίδα. Εκείνος μηδέν νοήσας, πάλιν έρχεται ερωτών αυτόν άλλο κεφάλαιον. Τότε λέγει˙ Ουκ οίδα, άλλ’ άπελθε, ερώτησον τον αββάν. Ο δε απήλθεν μηδέν διακρίνας. Ήν δε εκείνος προειπών τω αββά εκτός αυτού˙ Εάν έλθη Δοσίθεος προς σε ερωτήσαί σε τίποτε γραφικόν, στύψον αυτόν μικρόν. Ως ουν απήλθεν και ερώτησεν αυτόν, ήρξατο στύφειν αυτόν και λέγειν˙ Ουχ ησυχάζεις, μηδέν ειδώς; Συ ταύτα τολμάς ερωτάν, και ου μεριμνάς την ακαθαρσίαν σου; Και άλλα τινά τοιαύτα ειπών, απέλυσεν δεδωκώς αυτώ και δύο κόσσους. Ο δε υποστρέφει προς τον αββάν Δωρόθεον δεικνύων αυτώ τας παρειάς αυτού πυρράς εκ των κόσσων και λέγων˙ Έχω, και στερεάς. Και ουκ είπεν αυτώ˙ Δια τι συ ου διορθώσω με, άλλ’ έπεμψάς με προς τον αββάν; Ουδέν τοιούτον είπεν, αλλά πάντα εδέχετο τα παρ’ αυτού μετά πίστεως και εποίει αδιακρίτως. Ότε δε ηρώτα αυτόν λογισμόν, μετά τοιαύτης πληροφορίας εδέχετο α ήκουεν και ούτως εφύλαττεν,ως μηκέτι δευτερώσαι αυτόν περί του αυτού λογισμού.

Ταύτην ουν αγνοούντες, ως είπον, την θαυμαστήν αυτού εργασίαν, εγόγγυζόν τινές επί τη απολύσει του γέροντος. Ότε δε ηθέλησεν ο Θεός φανερώσαι την ετοιμασθείσαν αυτώ δόξαν εκ της αγίας εκείνης υπακοής, και το χάρισμα ο είχεν ο μακάριος Δωρόθεος, και έτι μαθητής ων, περί το σώζειν ψυχάς, ο ούτως απλανώς αυτόν και συντόμως οδηγήσας προς τον Θεόν, τότε, μετ’ ου πολύν χρόνον της μακαρίας αυτού τελευτής, επεθύμησέν τις των αγίων μέγας γέρων, παραβαλών τοις εκείσε ξένοις, ιδείν τους εν τω κοινοβίω προκοιμηθέντας αγίους, και ήτησεν τον Θεόν περί τούτου αποκαλύψαι αυτώ. και ορά αυτούς πάντας ομού ως εν χορώ ισταμένους και μεταξύ αυτών τινά νεώτερον εστώτα, και έλεγεν ˙ Άρα τις εστίν ο νεώτερος ον είδον μετά των πατέρων; Και ως διέγραψεν τα σημεία του χαρακτήρος αυτού, έγνωσαν πάντες ότι Δωσίθεος εστίν˙ και εδόξασαν τον Θεόν, θαυμάζοντες από ποίου βίου και οίας πρώτης αγωγής εις ποία μέτρα κατηξιώθη φθάσαι, και εν ολίγω ούτως χρόνω, δια του κρατήσαι αυτόν την υπακοήν και κόψαι το ίδιον θέλημα.

Υποσημειώσεις

1. Βουκάκρατο: Ψωμί βουτηγμένο στο κρασί. Δηλαδή κουκιά – βούκα ψωμιού και «άκρατος οίνος». Αυτό που σήμερα λέμε στον άλλο: «Άντε βάλε τίποτε στο στόμα σου, για να πάψεις να μιλάς».

Από το βιβλίο: Αββά Δωροθέου – Εργα Ασκητικά.
Εκδόσεις, Ετοιμασία. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέα. Δεκέμβριος 2014.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
https://www.orp.gr/
Απάντηση

Επιστροφή στο “Βίοι Αγίων και Γερόντων”