Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2576
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΖ΄ (27η) Νοεμβρίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΝΑΘΑΝΑΗΛ εν ειρήνη τελειούται.

Δημοσίευση από silver »


Ναθαναήλ ο άριστος από τους παλαιούς και θαυμάσιος Αναχωρητής, κτίσας εν κελλίον εις την έρημον κατώκει εις αυτό· τόσην δε υπομονήν έδειξεν ο αείμνηστος εις εκείνο το κελλίον, ώστε δεν ήλλαξε ποτέ τον σκοπόν, τον οποίον έβαλε της σωτηρίας. Εις τας αρχάς όμως, όταν το έκτισεν, εγελάσθη υπό του δαίμονος και εξήλθεν απ’ εκεί και έκτισεν άλλο πλησίον εις την χώραν. Και αφού εστάθη εκεί μήνας τρεις ή τέσσαρας, έρχεται ο δαίμων μίαν νύκτα εις αυτόν, έχων άρματα όμοια με εκείνα τα οποία έχουν οι δήμιοι, με σχήμα στρατιωτικόν, με παλαιά ενδύματα, και έκαμνε μεγάλον κτύπον με τα άρματα, ο δε μακάριος Ναθαναήλ έλεγε προς αυτόν· «Ποίος είσαι όπου με ενοχλείς εις το κελλίον μου»; Και ο δαίμων απεκρίθη λέγων· «Εγώ είμαι εκείνος όστις σε εξέβαλα από το πρώτον κελλίον και τώρα ήλθα πάλιν να σε εκβάλω και απ’ εδώ». Τότε γνωρίσας ο Όσιος ότι εγελάσθη από την σατανικήν πονηρίαν, εγύρισεν εις την πρώτην του κέλλαν, και έκαμεν εκεί έτη τριάκοντα επτά, κατά τα οποία δεν εξήλθε τελείως έξω από την θύραν του κελλίου του, εις πείσμα του δαίμονος, επειδή τον εγέλασε πρότερον. Μετά ταύτα τόσον τον επολέμησεν ο δαίμων να τον εκβάλη από το κελλίον, ώστε τον πόλεμον και τους πειρασμούς τους οποίους του έδωκε δεν είναι δυνατόν να περιγράψη τις. Επάνω δε εις τους πειρασμούς και τας πονηρίας του ο Σατανάς έκαμε και αυτήν την πονηρίαν, δια να τον αναγκάση να εξέλθη καν έξω από το κελλίον του. Επτά Αρχιερείς ήλθον και επεσκέφθησαν τούτον τον Όσιον, δια το οποίον τότε ολίγον έλειψε να χαλαρώση τον κανόνα του ο Όσιος Ναθαναήλ, ήτοι να εξέλθη έξω από το κελλίον του. Διότι αφού οι Επίσκοποι εκείνοι επεσκέφθησαν και απεχαιρέτησαν τον Άγιον, εξερχόμενοι από την κέλλαν του, αυτός δεν εξήλθε καν ολίγον τι έξω του κελλίου του να τους κατευοδώση, ο δε εχθρός έβαλεν εις τους Διακόνους των Επισκόπων να λέγουν εις τον Άγιον· «Υπερήφανον πράγμα κάμνεις, Αββά, να μη συνοδεύσης ολίγον διάστημα καν τους Επισκόπους». Και ο Όσιος απεκρίθη προς αυτούς λέγων· «Εγώ και τους κυρίους μου τους Αρχιερείς προσκυνώ και όλον τον κλήρον των τιμώ, νομίζω δε τον εαυτόν μου πλέον αμαρτωλόν και πάντων ελάχιστον. Όσον μεν δια τιμήν και δόξαν και έπαινον (όσον το κατ’ εμέ) ίσα το αισθάνομαι, όσον και οι νεκροί. Δια δε ότι δεν εξέρχομαι έξω της κέλλας μου, έχω άλλον σκοπόν, τον οποίον μόνος ο Κύριος ο κρυφιογνώστης γινώσκει». Επειδή λοιπόν ο δαίμων και με τοιαύτην πονηρίαν δεν κατώρθωσε να ευγάλη έξω τον Όσιον, σοφίζεται ο μιαρός άλλην κατασκευήν. Εννέα μήνας πριν να αποθάνη ο Όσιος, σχηματίζεται ο δαίμων παιδίον δώδεκα ετών, έχων όνον φορτωμένον άρτους, τους οποίους δήθεν του έστελλον από την χώραν, έφθασε δε την νύκτα εις το κελλίον του Αγίου απ’ έξω. Εκεί σχηματίζεται ότι έπεσε κάτω ο όνος και δεν ηδύνατο να εγερθή. Δια τούτο εφώναζε το παιδίον έξωθεν του κελλίου εις το σκότος· «Αββά Ναθαναήλ, βοήθησόν μοι εις ταύτην την ανάγκην». Ακούσας ο Άγιος τας φωνάς ήνοιξε την θύραν του κελλίου του και εστάθη εις την θύραν, ερωτών το παιδίον ποίος είναι και ποίαν βοήθειαν ζητεί απ’ αυτόν. Λέγει προς αυτόν ο δαίμων· «Εγώ είμαι από τον δείνα μοναχόν τον αγαπητόν σου απεσταλμένος και σου φέρω άρτους και προσφοράς, επειδή αύριον είναι Σάββατον και χρειάζονται. Αλλά παρακαλώ να με βοηθήσης να εγείρωμεν το ζώον, και να έλθω εις το κελλίον, δια να μη φαγωθώμεν από τους λύκους, επειδή είναι πολλοί τοιούτοι εδώ εις την έρημον». Τότε ο Άγιος εσυλλογίζετο τι να πράξη. Η ευσπλαγχνία τον ηνάγκαζε να εξέλθη εκ του κελλίου του να βοηθήση τον παίδα. Από το άλλο μέρος εσυλλογίζετο την απόφασιν, την οποίαν έκαμε να μη δώση καμμίαν πρόφασιν εις τον εχθρόν. Όθεν κάμνων ευχήν εις την θείαν βοήθειαν, λέγει εις το φαινόμενον παιδίον· «Άκουσον, ω παιδίον, ή όποιος και αν είσαι· ελπίζω εις τον Θεόν, όστις εξουσιάζει ζωήν και θάνατον, ότι όσην βοήθειαν χρειάζεσαι, θέλεις την έχει παρ’ Αυτού και μήτε άλλο κανένα κακόν θέλει σου εγγίσει. Ει δε και είσαι κανένας πειρασμός, και εις τούτο θέλει μου γίνει καμμία φανέρωσις παρά Κυρίου». Τούτο είπε και κλείσας την θύραν του κελλίου του ησύχασεν εντός αυτού. Ο δε δαίμων εντραπείς και εις ταύτην την νίκην του Οσίου διεσκορπίσθη ως σύννεφον υπό ανέμου, και με φωνάς και κτύπους αγρίων ζώων έγινεν άφαντος. Αυτά είναι τα κατορθώματα του όντως μακαρίου και Οσίου Ναθαναήλ, και τούτο το μέγα και θαυμαστόν τρόπαιον, όπερ έστησεν εναντίον του σατανά.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2576
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΗ΄ (28η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΕΙΡΗΝΑΡΧΟΥ και των συν αυτώ επτά αγίων ΓΥΝΑΙΚΩΝ.

Δημοσίευση από silver »

Τη ΚΗ΄ (28η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΕΙΡΗΝΑΡΧΟΥ και των συν αυτώ επτά αγίων ΓΥΝΑΙΚΩΝ.

Ειρήναρχος ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο από την πόλιν της Σεβαστείας. Νέος δε ων την ηλικίαν έγινε δήμιος, ήτοι τιμωρός των υπό του βασιλέως καταδικαζομένων, και ακολούθως υπηρέτει και εις τας βασάνους, τας οποίας οι διώκται και τύραννοι επροξένουν εις τους Αγίους του Χριστού Μάρτυρας. Επειδή δε ποτε συνέβη να βασανίζωνται δια την ευσέβειαν επτά γυναίκες Χριστιαναί από τον άρχοντα της Σεβαστείας Μάξιμον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει 298, ο Ειρήναρχος ούτος, βλέπων ότι αυταί, μολονότι ήσαν γυναίκες ασθενείς, εκαρτέρουν όμως ανδρειωμένα δια τον Χριστόν και κατήσχυνον τον τύραννον, εφωτίσθη κατά την ψυχήν υπό της θείας Χάριτος. Όθεν παρρησία ωμολόγησε τον Χριστόν και κηρύξας τον εαυτόν του Χριστιανόν, πρώτον μεν ερρίφθη εις την εκεί υπάρχουσαν λίμνην κατά προσταγήν του άρχοντος, είτα δε εξελθών της λίμνης ζων ρίπτεται εντός ανημμένης καμίνου και φυλαχθείς παραδόξως και εξ αυτής αβλαβής, ξίφει την κεφαλήν αποτέμνεται μετά του Πρεσβυτέρου Ακακίου, όστις τον εβάπτισε, και ούτως έλαβον και οι δύο τους στεφάνους του Μαρτυρίου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2576
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΘ΄ (29η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Φιλούμενος ο Άγιος Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Αυρηλιανού, εν έτει σο΄ (270), καταγόμενος από την Λυκαονίαν, ήτις είναι μέρος της Καππαδοκίας, έργον δε είχε να μετακομίζη τον σίτον εις την χώραν της Γαλατίας, της τουρκιστί λεγομένης Γελάς. Ούτος λοιπόν διαβληθείς εις τον ηγεμόνα της Αγκύρας Φήλικα και παρασταθείς έμπροσθεν αυτού ωμολόγησεν ότι είναι Χριστιανός. Όθεν καρφώνουσι πρώτον τους πόδας του με σίδηρα και δέρουσιν αυτόν· έπειτα κρεμάσαντες αυτόν, τον σπαθίζουσι με σπάθας ξυλίνας και τον βάλλουσιν εντός ανημμένου κλιβάνου. Επειδή δε εφυλάχθη από αυτά αβλαβής με την δύναμιν του Χριστού, εκάρφωσαν την κεφαλήν, τας χείρας και τους πόδας του· έπειτα τον αναγκάζουσι να τρέχη εις διάστημα τριάκοντα σταδίων, ήτοι έως τέσσαρα μίλια, ώστε λιποθυμήσας καθ’ οδόν ο του Χριστού Αθλητής παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού, παρά του Οποίου έλαβε τον του Μαρτυρίου αμάραντον στέφανον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2576
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Λ΄ (30η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου ενδόξου και πανευφήμου Αποστόλου ΑΝΔΡΕΟΥ του Πρωτοκλήτου.

Δημοσίευση από silver »

Τη Λ΄ (30η) Νοεμβρίου, μνήμη του Αγίου ενδόξου και πανευφήμου Αποστόλου ΑΝΔΡΕΟΥ του Πρωτοκλήτου.

Ανδρέας ο ένδοξος Απόστολος του Κυρίου κατήγετο από μικράν περίχωρον της Ιερουσαλήμ, ήτις ωνομάζετο Βηθσαϊδά, και η οποία ήτο πατρίς και των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Φιλίππου· είχε δε ο Άγιος Ανδρέας αδελφόν τον κορυφαίον Απόστολον Πέτρον. Βηθσαϊδά δε είναι όνομα Εβραϊκόν και ερμηνεύεται Ελληνιστί τόπος αλιείας· αύτη κατά τους χρόνους εκείνους ήτο άσημος, καθό πόλις μικρά, νυν όμως τυγχάνει επισημοτάτη, διότι εκ ταύτης εξήλθον οι Μαθηταί και Απόστολοι και ιδίως οι αδελφοί Πέτρος ο Κορυφαίος και Ανδρέας ούτος ο Πρωτόκλητος. Όθεν είναι αύτη σήμερον ιστορικωτάτη και ενδοξοτάτη και ταύτην όλος ο κόσμος, βασιλείς και άρχοντες, μικροί και μεγάλοι, τιμώσι και θαυμάζουσι, διότι εις εκείνην την πόλιν ο Κύριος ημών εύρεν αγαθούς και ταπεινούς ανθρώπους, τους οποίους εκάλεσε Μαθητάς του και οι οποίοι αμέσως τον ηκολούθησαν προθύμως. Αλλ’ ίσως ερωτήση τις διατί δεν ηκολούθησαν τον Χριστόν όλοι οι τότε άνθρωποι, αλλά ολίγοι μόνον; Και λέγομεν· διότι οι μεν πολλοί των ανθρώπων, μόνοι των και εξ ιδίας προαιρέσεως, δεν ηθέλησαν να πιστεύσουν εις τον Χριστόν, αλλά νομίζοντες εαυτούς σοφούς, δεν εταπεινώθησαν να πιστεύσουν εις την φαινομένην μωρίαν του κηρύγματος του Χριστού· οι δε Απόστολοι, απλοί όντες και ιδιώται, εξ όλης καρδίας ηκολούθησαν τον Χριστόν. Διο και Αυτός «έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι», καθώς λέγει και ο Θεολόγος Ιωάννης εις το κατ’ αυτόν Ευαγγέλιον (α:12). Ότι δε αληθής είναι η λύσις της απορίας ταύτης, δυνάμεθα μεν και εξ άλλων πολλών Αγίων να το αποδείξωμεν, εξόχως όμως από τον σήμερον εορταζόμενον Άγιον και ένδοξον τούτον Απόστολον Ανδρέαν, όστις πρώτον μεν ήτο άνθρωπος ιδιώτης και αγράμματος, επειδή δε είχεν αγαθήν προαίρεσιν, ακολουθήσας τον Χριστόν και πιστεύσας εις τους λόγους του, εγένετο Απόστολος και διδάσκαλος της οικουμένης. Από τοιαύτην λοιπόν άσημον πατρίδα καταγόμενος ο ένδοξος ούτος Απόστολος Ανδρέας, ως και ο αδελφός αυτού Πέτρος ο Κορυφαίος, είχον αμφότεροι και πατέρα πτωχότατον, ο οποίος εδίδαξε τους υιούς του την ιδίαν τέχνην του αλιεύειν, ως πάντες οι πτωχοί έχουν συνήθειαν να μανθάνουν και τα τέκνα των ό,τι αυτοί γνωρίζουσι, μη δυνάμενοι, ως εκ της πτωχείας των, να εκπαιδεύουν ταύτα εις επιστήμας και άλλας ωφελίμους τέχνας. Ο πατήρ των ωνομάζετο Ιωνάς, ήτο δε ο πρώτος αλιεύς και εψάρευεν εις όλας τας λίμνας, αίτινες ευρίσκοντο κύκλωθεν της Ιερουσαλήμ, ήτοι παρά την θάλασσαν της Τιβεριάδος, ιδίως δε παρά την λίμνην της Γενησαρέτ, και εις άλλας θαλάσσας. Ο Πέτρος είχε γυναίκα την θυγατέρα του Αριστοβούλου, του αδελφού Βαρνάβα του Αποστόλου· ο δε μακάριος Ανδρέας, καταφρονήσας την κοσμικήν σύγχυσιν, προέκρινε την παρθενίαν, την οποίαν και ηκολούθησε και δεν ηθέλησε να νυμφευθή. Αφού δε ήκουσε ο θείος Ανδρέας ότι ο Πρόδρομος Ιωάννης περιπατεί εις την Ιουδαίαν και τα περίχωρα του Ιορδάνου και κηρύττει μετάνοιαν, έτρεξεν εις τον Ιωάννην και εγένετο μαθητής του, αφήσας τα πάντα κατά μέρος· και έχων επιθυμίαν ν’ αναβιβάση τον νουν του εις υψηλοτέραν έννοιαν, αφήκε τον κόσμον και τα του κόσμου, προσκολληθείς δε εις τον Ιωάννην, ακούσας τους προφητικούς λόγους του και έχων την ψυχήν του κεκαθαρμένην από αμαρτίας, εγνώρισε παρευθύς, ότι η διδαχή και το κήρυγμα του Προδρόμου είναι εκ θελήματος Θεού και ότι είναι αληθής Πρόδρομος και πρόξενος της σωτηρίας· δια τούτο και ηκολούθησεν εξ όλης του της καρδίας ο Ανδρέας τον Πρόδρομον και όλως παρεδόθη εις αυτόν, ήτοι παρέδωκεν αμέσως και νουν και καρδίαν. Ο Πρόδρομος, θέλων ν’ αναβιβάση τον λογισμόν των μαθητών του εις υψηλοτέραν έννοιαν, ίνα μη υπολαμβάνωσιν αυτόν Χριστόν, αλλά δούλον και υπηρέτην και πρόδρομον και κήρυκα του Χριστού, έλαβε μαζί του δύο μαθητάς, τον Απόστολον Ανδρέαν και έτερον τον Θεολόγον Ιωάννην, και επήγεν εκεί όπου ήτο ο Κύριος και Σωτήρ ημών Ιησούς Χριστός. Ιδών δε τον Χριστόν, είπε· «Ίδε ο αμνός του Θεού» (Ιωάν, α:36), και ακούσαντες οι δύο ούτοι Μαθηταί την μαρτυρίαν ταύτην του Ιωάννου περί του Χριστού, αφέντες τον Ιωάννην ηκολούθησαν τον Χριστόν. Στραφείς είτα ο Ιησούς και ιδών τους Αγίους Αποστόλους Ανδρέαν και Ιωάννην ακολουθούντας είπε προς αυτούς· «Τι ζητείτε;» οι δε είπον αυτώ· Ραββί, ο λέγεται ερμηνευόμενον Διδάσκαλε, που μένεις; Λέγει αυτοίς· Έρχεσθε και ίδετε. Ήλθον ουν και είδον που μένει και παρ’ αυτώ έμειναν την ημέραν εκείνην· ώρα δε ην ως δεκάτη» (Ιωάν. α: 39-40). Αλλά ίδετε, αδελφοί Χριστιανοί, και θαυμάσατε την αγαθήν προαίρεσιν του Αγίου Ανδρέου. Άμα ευρήκεν αυτός τον θησαυρόν, δεν ηθέλησε να τον έχη μόνος, αλλ’ αμέσως προσεκάλεσε και τον αδελφόν του εις απόλαυσιν τούτου· ευρίσκει τον αδελφόν του Πέτρον, όστις ωνομάζετο Σίμων, και είπε προς αυτόν· «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» (Ιωάν. 42), όστις ερμηνεύεται Χριστός και αμέσως ανεχώρησεν ο Πέτρος οδηγούμενος υπό του Ανδρέου προς εύρεσιν του Μεσσίου, του Κυρίου Ιησού Χριστού· ο δε Ιησούς ιδών τον Πέτρον είπε· «Συ ει Σίμων, ο υιός Ιωνά. Συ κληθήση Κηφάς, ο ερμηνεύεται Πέτρος» (Ιωάν. α:43). Πιστεύσαντες λοιπόν αμφότεροι οι αδελφοί Ανδρέας και Πέτρος εις τον Χριστόν, ανεχώρησαν μετά ταύτα και οι δύο προς εύρεσιν του τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Ακολούθως κατά τον καιρόν εκείνον ο βασιλεύς Ηρώδης, διατάξας την σύλληψιν του Ιωάννου, διότι ήλεγχεν αυτόν ως ασεβέστατον και παράνομον, επειδή έλαβε γυναίκα την γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου κ.λ.π., έθεσε τον Πρόδρομον εις την φυλακήν· ο δε Πρόδρομος Ιωάννης, Προφήτης ων, εγνώριζεν ότι αυτός θέλει φονευθή υπό του Ηρώδου, δια να σώση δε τους μαθητάς του και να μη μείνουν πάλιν μετά των Εβραίων, απέστειλεν αυτούς προς τον Χριστόν, να τον ερωτήσουν και πάλιν αυτοπροσώπως· «Συ είσαι εκείνος, τον οποίον οι Προφήται έγραψαν ότι θα έλθη ή άλλον περιμένομεν;» Ο δε Χριστός, ο ετάζων καρδίας και νεφρούς, ουδέν έκρυψεν απ’ αυτών, ούτε πολύ απέδειξε την θεότητα αυτού, αλλά θελήσας πραγματικώς να βεβαιώση την αλήθειαν είπε προς αυτούς· «Πορευθέντες απαγγείλατε Ιωάννη α είδετε και ηκούσατε· τυφλοί αναβλέπουσι και χωλοί περιπατούσι, λεπροί καθαρίζονται, κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται, πτωχοί ευαγγελίζονται»(Λουκ. ζ:22). Μετά ταύτα, ευρισκομένου του Ιωάννου εις την φυλακήν, ο Χριστός ανεχώρησεν από την Ιερουσαλήμ και επήγεν εις την λίμνην Γενησαρέτ, εκεί δε ευρών τον Ανδρέαν και τον Πέτρον, οίτινες έρριπτον τα δίκτυα εις την θάλασσαν, αντί να ονειδίση αυτούς διότι άφησαν τον διδάσκαλόν των τον Πρόδρομον εις την φυλακήν και ανεχώρησαν, γινώσκων ως Θεός, ότι η πτωχεία τους ηνάγκασε να εργάζωνται, είπε προς αυτούς· «Άφετε τα δίκτυα ταύτα και ακολουθείτε με και θέλω σάς κάμει αλιείς (ψαράδες) ανθρώπων», αυτοί δε αμέσως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν τον Χριστόν. Ας έλθωμεν όμως εις την υπόθεσιν του Αποστόλου Ανδρέου. Ούτος ο Απόστολος, αφήσας τα πάντα, ως είπομεν, εγένετο ακόλουθος του Χριστού και πρώτος των άλλων Αποστόλων εκλήθη εις την διδαχήν του Διδασκάλου του, δια τούτο και Πρωτόκλητος ωνομάσθη. Βλέπων ο Απόστολος τα καθ’ ημέραν διάφορα θαύματα του Χριστού, τόσον περισσότερον αφιέρωνε νουν και ψυχήν και εδέετο του Χριστού και ηκολούθει αυτόν κατά πόδας παντού και πάντοτε, είχε δε και προθυμίαν ίνα εύρη κατάλληλον καιρόν να θανατωθή υπέρ του ονόματος του Διδασκάλου του, όπερ και ηξιώθη μετά ταύτα. Ακολούθως δε ο Χριστός, αφήσας τας πόλεις, ανεχώρησεν εις την έρημον, εις την οποίαν ηκολούθησεν αυτόν ο Ανδρέας μετά των άλλων Μαθητών και πλήθος ανθρώπων, ίνα ακούσωσι την διδαχήν του. Επειδή δε εις την έρημον δεν υπήρχον τροφαί να φάγωσιν οι πολυπληθείς άνθρωποι και προϊδών την ανάγκην ταύτην ο θείος Ανδρέας, σπεύδει πρώτος εις τον Χριστόν και είπε· «Διδάσκαλε, μόνον πέντε άρτοι κρίθινοι μας ευρίσκονται και ολίγα οψάρια· τι να κάμωμεν δια να χορτάσωμεν τόσον πλήθος ανθρώπων;» Τότε ο Χριστός, ευλογήσας τους πέντε άρτους εκείνους, εχόρτασε τον λαόν, όστις ήτο πέντε χιλιάδες εκτός των γυναικών και παιδίων και εξ αυτών των πέντε άρτων επερίσσευσαν δώδεκα κοφίνια πλήρη. Τούτο μαρτυρεί ο θείος Θεολόγος εις το στ΄ Κεφάλαιον του Ιερού Ευαγγελίου· τούτο δε πιστεύομεν άπαντες οι Χριστιανοί, εξ αυτού δε, αλλά και εκ του κατωτέρω, καταλαμβάνει έκαστος την φιλίαν και παρρησίαν του Αποστόλου Ανδρέου, την οποίαν είχε προς τον Διδάσκαλόν του τον Χριστόν. Κατά την εορτήν του Πάσχα των Εβραίων επήγαν και τινες των Ελλήνων εμπόρων, οίτινες επεθύμουν να ίδωσι τον Χριστόν και προσέτρεξαν εις τον Απόστολον Φίλιππον, όπως ούτος μεσιτεύση και οδηγήση αυτούς· μη έχων δε ούτος την παρρησίαν και το θάρρος εις τον Χριστόν, προσέτρεξεν εις τον Ανδρέαν, δίδων τα πρωτεία ως Πρωτόκλητον και αμφότεροι αμέσως μετέβησαν και ανέφερον την επιθυμίαν των Ελλήνων εις τον Χριστόν, όπως ίδωσι και προσκυνήσωσιν αυτόν. Μετά τινα καιρόν, προδοθείς υπό του Ιούδα, εσταυρώθη ο Χριστός, αναστάς δε εφάνη προς τους Μαθητάς του εις το όρος της Γαλιλαίας, και απέστειλεν αυτούς ίνα διδάξουν τον κόσμον, λέγων προς αυτούς· «Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. κη: 19). Ακολούθως απέστειλε και το Πανάγιον αυτού Πνεύμα, φωτίσας αυτούς εις πάντα, έτι δε και να γνωρίζωσιν όλας τας γλώσσας των εθνών. Τότε οι Απόστολοι συναχθέντες έβαλον κλήρους εις ποία μέρη της γης θα μεταβή έκαστος να διδάξη. Και οι μεν άλλοι Απόστολοι έλαβον κλήρους διαφόρων άλλων τόπων και χωρών, ο δε Απόστολος Ανδρέας έλαβε κλήρον να κηρύξη εις την Βιθυνίαν, την Θράκην, τα παράλια της Κωνσταντινουπόλεως από το Βυζάντιον έως την Καλλίπολιν, και όλα τα μέρη της Θράκης μέχρι της Καβάλλας, ήτις λέγεται εις τας Πράξεις των Αποστόλων Νεάπολις, υπό δε των Βυζαντινών ωνομάζετο Χριστούπολις. Εις τον κλήρον του ενδόξου Αποστόλου Ανδρέου έλαχεν ωσαύτως η Ελλάς άπασα, ήτοι η Μακεδονία, η Θεσσαλία και όλα τα μέρη από την Θεσσαλονίκην μέχρι των Φαρσάλων και από τα Φάρσαλα μέχρι της Αχαϊας, ένθα νυν και ευρίσκονται αι παλαιαί Πάτραι. Αλλά και εις όλα τα μέρη της Ανατολής, της Μαύρης Θαλάσσης και της Σκυθίας εδίδαξεν· ο Άγιος. Τους διαφόρους και απεράντους τούτους τόπους κληρωθείς εις τον κλήρον ο Πρωτόκλητος, δεν εδειλίασε από το πλήθος των ανθρώπων, των τόπων, των πόλεων και των χωρίων ώστε να οκνήση ή να βαρυνθή, αλλ’ έχων εις τον νουν του την παραγγελίαν του Χριστού, όστις είπεν: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ. ι:16) «και μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι:28) και άλλα τοιαύτα, και θαρρών ο Απόστολος εις την ακαταμάχητον τούτου δύναμιν, προθύμως και με χαράν ήρχισε τον δρόμον του από Ιερουσαλήμ να μεταβή και να υπάγη κατά σειράν εις όλα τ’ ανωτέρω μέρη, είχε δε μεθ’ εαυτού και τινας ακολούθους. Πολλοί μεν οι τόποι, οι δρόμοι και αι αποδημίαι του Αποστόλου Ανδρέου και αδύνατον είναι να περιγράψη τις τούτους ή τους πειρασμούς όσους απήντα εις πάσαν πόλιν και χώραν· αδύνατον να εξιστορήση και διηγηθή άνθρωπος τας διδαχάς, τας θεραπείας, τας ελεημοσύνας, τας στερήσεις, τους καταδιωγμούς, τα παθήματα του Αγίου τούτου· όθεν και μικράν απλήν ιστορίαν αυτού αναφέρομεν, μη δυνάμενοι ως εκ των ασθενών μας δυνάμεων να περιγράψωμεν τα απερίγραπτα αυτού θαύματα. Περιπατών ο Άγιος Ανδρέας από τόπου εις τόπον, μετέβη και εις τινα πόλιν προς τα δεξιά της Μαύρης Θαλάσσης, ονομαζομένην Αμισόν, απέχουσαν δε από της Σινώπης στάδια εννεακόσια, ήτοι μίλια εβδομήκοντα εξ. Εκεί εύρεν ο Άγιος Απόστολος πλήθος ανθρώπων πεπλανημένων και ασεβών, ων οι μεν εις την Ελληνικήν, οι δε εις την Ιουδαϊκήν πλάνην ήσαν βεβυθισμένοι. Εκτός όμως των πολλών κακών, τα οποία είχον οι Αμισηνοί, είχον και εν καλόν, την φιλοξενίαν, και εδέχοντο εις την πόλιν και τας οικίας των πάντα ξένον διαβάτην και τον επεριποιούντο κατά τας δυνάμεις του έκαστος· ούτως εχόντων των Αμισηνών, εισήλθεν ο Άγιος εις την πόλιν και εφιλοξενήθη εις την οικίαν Ιουδαίου τινός, εσυλλογίζετο δε δια τίνος τρόπου να καταπείση τοσούτον πλήθος ανθρώπων πεπλανημένων και να τους φέρη εις την παραδοχήν των διδαχών του. την επομένην ημέραν μετέβη ο Άγιος το πρωϊ εις την συναγωγήν των Ιουδαίων, ένθα ήσαν συνηθροισμένοι άπαντες οι Ιουδαίοι και ηρώτησαν τον Άγιον πολλοί, τις είναι, πόθεν έρχεται και ποίον είναι το κήρυγμα αυτού. Ο δε Άγιος Ανδρέας, αρξάμενος της διδαχής περί του Σωτήρος Χριστού και διδάξας εκ των Μωσαϊκών και λοιπών Προφητικών βιβλίων, τους απέδειξεν ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, περίτου οποίου προανήγγειλαν οι Προφήται ότι θα έλθη εις τον κόσμον δια την σωτηρίαν των ανθρώπων. Τότε, ω του θαύματος! επληρώθη αμέσως ο λόγος του Χριστού, τον οποίον είπεν: «Ελθέ να γίνης αλιεύς (ψαράς) ανθρώπων». Ακούσαντες οι Ιουδαίοι εκείνοι την διδαχήν και τους λόγους του Αποστόλου, αμέσως μετενόησαν, επίστευσαν, εβαπτίσθησαν και από Ιουδαίοι εγένοντο Χριστιανοί, δούλοι Χριστού, οίτινες έφερον έμπροσθεν του Αποστόλου άπαντες τους ασθενείς αυτών και έκαστος εθεραπεύθη κατά το είδος της ασθενείας του και εγένετο ο Απόστολος ουχί μόνον ιατρός της ψυχής, αλλά και του σώματος. Έκτισε δε εκεί Εκκλησίας και εχειροτόνησεν Ιερείς από τους πιστεύσαντας εκείνους Ιουδαίους. Εκείθεν αναχωρήσας επορεύθη εις την Τραπεζούντα, όπου ομοίως διδάξας και βαπτίσας πολλούς και άλλους Ιερείς χειροτονήσας, απήλθεν εις την Λαζικήν, και εκεί ποιήσας τα αυτά, πλήθος άπειρον Ελλήνων τε και Ιουδαίων επίστευσαν εις τον Χριστόν, αμέσως δε απεφάσισεν ο Άγιος να μεταβή εις Ιερουσαλήμ, πρώτον μεν να παρευρεθή εκεί εις την εορτήν του Πάσχα, ήτις ήγγιζε, δεύτερον δε να ίδη και τον αδελφόν αυτού Πέτρον και μάλιστα επεθύμει να ίδη και τον Απόστολον Παύλον, περί του οποίου ήκουσεν ότι προσήλθεν εις το κήρυγμα των Αποστόλων, γενόμενος και αυτός Απόστολος και διδάσκαλος των εθνών. Μετά ταύτα επέστρεψε μετά του Θεολόγου Ιωάννου εις την Έφεσον, ήτις ήτο εις τον κλήρον του Ιωάννου και μόλις φθάσας εκεί ο Απόστολος είδεν αποκάλυψιν εκ Θεού, όπως υπάγη εις Βιθυνίαν και διδάξη τους ανθρώπους του κλήρου του. Αμέσως τότε ανεχώρησε και εισήλθεν εις την πόλιν Νίκαιαν, ιδών δε πλήθος ανθρώπων Ελλήνων τε και Ιουδαίων, εδίδαξεν αυτούς και τους κατέπεισε δια πολλών θαυμάτων να επιστρέψουν και να πιστεύσουν τον Χριστόν. Και άλλοτε μεν τον ιατρόν εις πάντας τους ασθενείς έκαμνε και τους εθεράπευεν αυθωρεί, άλλοτε τα διάφορα άγρια θηρία, άτινα κατέτρωγαν τους ανθρώπους εις τα μέρη εκείνα, δια της σιδηράς ράβδου του, εχούσης τον Σταυρόν, άλλα μεν εδίωκε, άλλα δε εθανάτωνε· και άλλοτε κατέστρεφεν εκ θεμελίων ναούς τινας Ελληνικών ψευδωνύμων θεών, της Αφροδίτης και της Αρτέμιδος. Όσοι δε των Ελλήνων δεν επίστευσαν εις την διδαχήν του Αποστόλου, εις τούτους εισήρχοντο τα δαιμόνια, άτινα εβασάνιζον αυτούς και κατέτρωγαν τας εαυτών σάρκας και άλλα πολλά κακά υπέφερον ως άξιοι ικανής τιμωρίας, ένεκα της απιστίας και επιμονής των. Αλλ’ επί τέλους ο Άγιος Μαθητής του Χριστού του ελθόντος αμαρτωλούς σώσαι, ευσολαγχνισθείς, εθεράπευσε τους απίστους τούτους δαιμονιζομένους, οίτινες, ω του θαύματος! επίστευσαν και εβαπτίσθησαν. Δύο έτη μείνας εις την Νίκαιαν ο Άγιος και χειροτονήσας Ιερείς απήλθεν εις την Νικομήδειαν, η οποία ήτο πολυάνθρωπος· εν τούτοις επίστευσαν εκεί άπαντες· και βαπτίσας τους Έλληνας μετέβη εις την Χαλκηδόνα, περιελθών δε την Προποντίδα, το Σκούταρι της Κωνσταντινουπόλεως, έως τα Νεόκαστρα, ένθα επίστευσαν πολλοί και εβαπτίσθησαν, επήγεν εις την Ποντοηράκλειαν και εκείθεν επορεύθη εις την πόλιν Αμάστριδα, πόλεις και αυτάς της Βιθυνίας, εις όλα δε ταύτα τα μέρη τα αυτά ποιήσας, και Ιερείς χειροτονήσας, ανεχώρησε δια την Σινώπην, πόλιν του Πόντου, εις την οποίαν λέγεται ότι μετέβη και ο αδελφός του Πέτρος να ίδη τον Άγιον Απόστολον Ανδρέαν· οι της Σινώπης μάλιστα Χριστιανοί δεικνύουν μέχρι σήμερον δύο θρόνους μαρμαρίνους, εις τους οποίους λέγουν ότι εκάθισαν οι θείοι Απόστολοι· εκεί ευρίσκεται και παλαιά Εικών του Αποστόλου Ανδρέου, η οποία πολλά καθ’ εκάστην θαύματα ποιεί εις δόξαν Χριστού. Προ δε του Αποστόλου Ανδρέου είχε μεταβή εις Σινώπην ο Απόστολος Ματθίας, εις εκ των δώδεκα, ο συγκαταριθμηθείς με τους λοιπούς ένδεκα εις τον τόπον του Ιούδα, αλλ’ άμα αρχίσας να διδάσκη τους Σινωπείς, ούτοι συνέλαβον αυτόν και τον απήγαγον εις τας φυλακάς· ελθών δε εις Σινώπην και ο Ανδρέας και ακούσας ότι ο Ματθίας είναι εις την φυλακήν, αμέσως εποίησε προσευχήν και την αυτήν στιγμήν εθραύσθησαν τα δεσμά, αι φυλακαί ηνοίχθησαν και εξήλθεν ο Ματθίας· οι δε Σινωπείς, άγριοι άνθρωποι και άπιστοι κατ’ εκείνον τον καιρόν, ιδόντες τον Ανδρέαν θραύσαντα τας φυλακάς και συναθροισθέντες επί το αυτό, άλλοι μεν εσκέφθησαν να κατακαύσουν την οικίαν εις την οποίαν εκάθητο ο Απόστολος, άλλοι δε συλλαβόντες αυτόν από τας χείρας και πόδας, τον έσυρον εις τας οδούς και εις τα χώματα· έτεροι δε κτυπήσαντες αυτόν ανηλεώς, τον έρριψαν έξω της πόλεως εις κόπρον τινά, νομίσαντες αυτόν αποθανόντα. Αλλ’ ο μεν Απόστολος ταύτα και άλλα υπέφερε μιμούμενος τον Διδάσκαλόν του Χριστόν, ο δε Χριστός δεν άφησε τον Μαθητήν αυτού να βασανίζηται και να τιμωρήται τοιουτοτρόπως, αλλά φανείς προς αυτόν και δώσας θάρρος και άλλα θαύματα ποιήσας ιάτρευσεν αυτόν. Επειδή δε εις Σινωπεύς απέκοψε δια των οδόντων του τον δάκτυλον της χειρός του Αγίου, αποκατέστησεν αυτόν υγιά ως και πρότερον και ευλογήσας αυτόν και καθοδηγήσας εις το να μη αμελή την διδασκαλίαν του και το κήρυγμά του, ανελήφθη εις ουρανούς, ο δε Απόστολος Ανδρέας την επαύριον λίαν πρωϊ εισήλθε πάλιν εις την Σινώπην υγιής το σώμα, άνευ πληγών, χαίρων και αγαλλόμενος. Ταύτα ιδόντες οι κάτοικοι της Σινώπης και θαυμάσαντες την υπεράνθρωπον καρτερίαν του Αγίου, ιδίως δε τα μεγάλα θαύματα του Χριστού, και ότι τον αποθανόντα και καταπληγωθέντα Άγιον εποίησε κατά την νύκτα υγιά, δι’ όλα ταύτα μεταμεληθέντες προσέπεσαν άπαντες εις τους πόδας του Αγίου και εζήτησαν συγχώρησιν. Ακολούθως ο Άγιος εδίδαξεν αυτούς τον λόγον της αληθείας και εβάπτισε πάντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, δεχθέντας τον Χριστιανισμόν και κηρύττοντας τον Χριστόν Σωτήρα και ελευθερωτήν των σωμάτων και των ψυχών αυτών. Εποίησε δε τότε ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας και το εξής μέγα θαύμα· ιδών κατ’ εκείνην την στιγμήν γυναίκα έχουσαν μονογενή υιόν, τον οποίον εχθρός τις εφόνευσε και εγένετο άφαντος, η δε μήτηρ του φονευθέντος μη έχουσα παρηγορίαν προσέπεσεν εις τον Άγιον και επίστευσεν εξ όλης ψυχής και καρδίας εις τον Χριστόν, και ευσπλαγχνισθείς ταύτην, και δια να αποδείξη εις τους πιστεύσαντας τον αληθινόν Θεόν, ανέστησεν εκ νεκρών τον υιόν της, και το θαύμα τούτο ιδόντες οι κάτοικοι της Σινώπης επίστευσαν απαξάπαντες συν γυναιξί και τέκνοις αυτών. Μετά ταύτα χειροτονήσας και εκεί ο θείος Απόστολος Ιερείς απήλθε το δεύτερον εις τας πόλεις του Πόντου Αμισόν και Τραπεζούντα, εις τας οποίας βαπτίσας τους ολίγους εναπομείναντας εις την πλάνην, μετέβη εις Νεοκαισάρειαν. Εκείθεν μετέβη εις Σαμόσατα ένθα κατοικούσαν Έλληνες πολλοί, οίτινες ενόμιζον εαυτούς ως τους σοφωτέρους της γης· αλλ’ ο θείος Απόστολος δια των σοφωτέρων κηρυγμάτων του διέλυσεν ως ιστόν αράχνης την σοφίαν των Ελλήνων και των ρητόρων, αποδείξας την ρητορίαν και σοφίαν των πλάνην και πεοσθέντες εις τα κηρύγματα και τα θαύματα του Αγίου προσήλθον εις μετάνοιαν και εβαπτίσθησαν άπαντες. Ακολούθως μετέβη εις την Ιερουσαλήμ προς συνάντησιν των Αποστόλων, προκειμένου να συνέλθωσιν εις Σύνοδον και να κάμωσι το Πάσχα. Ότι δε οι θείοι Απόστολοι συνήγοντο εις Ιεροσόλυμα εις Σύνοδον, ομολογείται εκ των Πράξεων των Αποστόλων, ένθα ο θείος Λουκάς ο Ευαγγελιστής λέγει· «Συνήχθησαν δε οι Απόστολοι και οι Πρεσβύτεροι ιδείν περί του λόγου τούτου» (Πράξ. ιε:6) Μετά την εορτήν του Πάσχα, παραλαβών ο θείος Ανδρέας τους Αποστόλους Ματθίαν και Θαδδαίον συνώδευσεν αυτούς μέχρι των συνόρων της Μεσοποταμίας εις πόλιν Χορασσάν· εκεί διατρίψας ο Ανδρέας ολίγας ημέρας και αφήσας αυτούς να διδάσκωσι τα μέρη ταύτα, ανεχώρησεν εις τους ανατολικούς τόπους της Μαύρης Θαλάσσης, εις τους Αλανούς, τους Αβασγούς και την Σεβαστούπολιν, ένθα εκήρυξε το Ευαγγέλιον, και προσείλκυσεν εις την Χριστιανικήν θρησκείαν άπαντας τους κατοίκους των πόλεων και χωρών αυτών. Κατόπιν διήλθε τους Ζικχούς, τους Βοσποριανούς, το στένωμα του Καφά, εις το οποίον διέμεινεν ο Άγιος αρκετόν καιρόν, κηρύξας και εις τους τόπους τούτους τον Χριστόν, διδάξας και παραινέσας άπαντας τους ανθρώπους, οίτινες επίστευσαν και εβαπτίσθησαν. Αναχωρήσας είτα ο Άγιος εκ των ως άνω μερών μετέβη εις το Βυζάντιον, ποιήσας δε και εις την πόλιν ταύτην πολλά θαύματα, καθωδήγησεν άπαντας εις θεογνωσίαν, οι δε Βυζαντινοί ιδόντες το φως το αληθινόν όχι μόνον επίστευσαν, αλλά και Ναόν μεγαλοπρεπή αμέσως ανήγειραν εις το όνομα της Θεοτόκου. Έπειτα χειροτονήσας Επίσκοπον ένα από τους Εβδομήκοντα (70) Αποστόλους ονόματι Στάχυν, απήλθεν εις την Ηράκλειαν της Θράκης κειμένην προς δυσμάς της Κωνσταντινουπόλεως, ένθα διδάξας και επιστρέψας πολλούς ασεβείς εις μετάνοιαν εχειροτόνησε και εκεί έτερον Επίσκοπον ονόματι Απελλήν. Αναχωρήσας εκείθεν ο Άγιος εξήλθεν εις άλλας πόλεις και χωρία, βαπτίζων άπαντας εις το όνομα του Κυρίου Ιησού. Κατόπιν διήλθεν άπασαν την Θράκην, την Μακεδονίαν και την Θεσσαλίαν, εις τας οποίας ποιήσας τα αυτά, προσείλκυσεν εις τον Χριστόν όλους τους κατοίκους των μερών τούτων. Ακολούθως επορεύθη εις την Ελλάδα, κατόπιν εις την Πελοπόννησον, όπου προς δυσμάς ευρίσκεται πόλις αρχαία, Παλαιαί Πάτραι ονομαζομένη· εισελθών δε ο Απόστολος εις αυτήν εφιλοξενήθη εις την οικίαν ασθενούς τινος κατοίκου, όστις ωνομάζετο Σώσιος, εις τον οποίον θέσας την αγίαν χείρα του εθεράπευσεν αμέσως αυτόν από της επικινδύνου και ανιάτου ασθενείας του. Μετά δε έτερον ασθενή αιχμάλωτον του ηγεμόνος Αιγεάτου και της γυναικός αυτού Μαξιμίλλας, εις την πόλιν των Πατρών, ερριμμένον εις τας ακαθαρσίας της πόλεως, εις τον οποίον ουδείς ελπίδα ζωής έδιδεν, ευσπλαγχνισθείς ο θείος Απόστολος, μη έχοντα προστασίαν και περίθαλψιν παρ’ ουδενός, μετέβη προς αυτόν και ανέκραξε· «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον οποίον εγώ κηρύττω, λάβε την υγείαν σου και ύπαγε εις οδόν ειρήνης». Και ω του θαύματος! εγένετο υγιής ο δούλος της Μαξιμίλλας. Αμέσως ούτος απήλθεν εις την οικίαν της κυρίας του, εις την οποίαν διηγήθη τα συμβάντα με χαράν και αγαλλίασιν, ότι ξένος τις με δύο λόγους τον εθεράπευσε. Μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών η Μαξιμίλλα, η κυρία του ιατρευθέντος υπό του Αποστόλου δούλου, έπεσεν εις βαρυτάτην ασθένειαν, εις την οποίαν έτρεξαν όλοι οι ιατροί, αλλά δεν ηδυνήθησαν με όλα τα μέσα να την ωφελήσουν. Όλους τους θησαυρούς του ο ανήρ αυτής διέθεσεν εις ιατρούς και ιατρικά, αλλ’ εστάθη αδύνατον να την θεραπεύσουν· ο δε Αιγεάτης, βλέπων ότι η γυνή του έφθασεν εις τον έσχατον κίνδυνον, απελπισθείς, ευρίσκετο εις μεγάλην λύπην, διότι δεν ηδύνατο με όλα τα πλούτη του να θεραπεύση αυτήν, και ήτο έτοιμος ν’ αυτοχειριασθή άμα επλησίαζεν ο θάνατος εις την γυναίκα του. Αφού απηλπίσθησαν οι εν τη οικία του Αιγεάτου και επερίμενον πότε να αποθάνη η γυνή, ενεθυμήθησαν τινες τον Απόστολον. Όθεν έσπευσαν και παρεκάλεσαν αυτόν, όπως σπεύση εις βοήθειαν και θεραπείαν της ασθενούσης γυναικός του Αιγεάτου, ο δε Άγιος μεταβάς και θέσας την χείρα του επ’ αυτής αμέσως εθεραπεύθη αύτη και ηγέρθη της κλίνης υγιής. Τούτο το θαύμα του Αγίου ιδών ο Αιγεάτης έλαβεν ιδιοχείρως πλήθος θησαυρού και έρριψεν εις τους πόδας του Αγίου, παρακαλών αυτόν γονυκλινώς να λάβη τον προσφερόμενον θησαυρόν εις αμοιβήν του. Αλλ’ ο Απόστολος κατεφρόνησε τους θησαυρούς του Αιγεάτου, διότι επεθύμει την μεταμέλειαν του λαού της Αχαϊας και των Πατρών και την μετάνοιαν του Αιγεάτου, όθεν δεν εδέχθη τους προσφερθέντας θησαυρούς του, αλλ’ είπε προς αυτόν· «Ημείς με θησαυρούς και με δώρα δεν θεραπεύομεν ουδένα, απ’ εναντίας ο Διδάσκαλός μας Χριστός μάς παρήγγειλε: «δωρεάν ελάβετε δωρεάν δότε» (Ματθ. ι:8), δωρεάν δηλαδή ελάβετε την Χάριν του Θεού δωρεάν να την αποδώσητε και εις τους άλλους ανθρώπους». Ταύτα και άλλα ειπών ο Άγιος και κατηχήσας αυτούς τον λόγον της αληθείας ανεχώρησεν. Περιπατών μετά ταύτα την πόλιν, απήντησεν εις οδόν κείμενον άνθρωπον τινα παράλυτον, όστις είχεν αρκετόν καιρόν ασθενής μη δυνάμενος να περιπατήση, ούτε είχε προστάτην τινά να τον περιποιήται και να τον περιθάλπη και να τον ελεή· ευσπλαγχνισθείς δε και τούτον ο Άγιος κατέστησεν αυτόν δια της επιθέσεως της δεξιάς αυτού υγιαίνοντα και περιπατούντα. Εγένετο λοιπόν το όνομα του Αγίου γνωστόν εις τας Πάτρας, ιδίως εις τους πτωχούς τους υπό πολλών ασθενειών υποφέροντας και πάσχοντας, οίτινες προσέτρεχον και προσπίπτοντες εις τους πόδας του Αποστόλου ελάμβανον την ίασιν. Ήσαν δε εκ τούτων άλλοι τυφλοί, των οποίων δια της επιθέσεως των χειρών του ήνοιγε τους οφθαλμούς, έτεροι λεπροί, και άλλοι με άλλας ασθενείας, τους οποίους εκαθάριζε και εθεράπευε, και τους οποίους εβάπτιζεν εις την θάλασσαν, εις το όνομα της Αγίας Τριάδος. Έτερος τις λεπρός κατάκοιτος παρά την θάλασσαν εις την άμμον, έξω της πόλεως Πατρών, εις κίνδυνον ευρισκόμενος, πιστεύσας άμα ακούσας τον Άγιον Ανδρέαν, ιάθη εντελώς, αν και είχε την λέπραν του Ιώβ, και εβαπτίσθη αμέσως, γενόμενος ακόλουθος του Αποστόλου, ακολουθών αυτόν παντού και πάντοτε και κηρύττων μεγαλοφώνως ως κήρυξ την δύναμιν του Αγίου και την πίστιν εις τον Χριστόν. Τοιουτοτρόπως, δια πολλών διδαχών και δια των αποστολικών του κηρυγμάτων ως και δια πολλών θαυμάτων ωδήγησεν ο Άγιος άπαντας τους κατοίκους της πόλεως των Πατρών εις την θεογνωσίαν της Χριστιανικής πίστεως. Χαίρων λοιπόν και αγαλλόμενος ο Άγιος δια τας σωζομένας ψυχάς, εδόξαζε πάντοτε τον αγαθοδότην Θεόν. Μετά ταύτα οι Χριστιανοί δια των ιδίων χειρών αυτών κατέστρεψαν τους ναούς των ειδώλων, αυτοί οι ίδιοι κατέσπασαν όλα τα είδωλα και αυτοί κατέκαυσαν τα αρχαία Εβραϊκά βιβλία ως παραίτια της πλάνης και της ειδωλολατρίας των ανθρώπων. Συνάξαντες είτα οι κάτοικοι τους θησαυρούς των έρριψαν αυτούς εις τους πόδας του Αγίου Ανδρέου· ο δε Απόστολος του Χριστού, τους μεν θησαυρούς των ανθρώπων δεν εδέχθη, την προθυμίαν δε και την καλήν διάθεσιν αυτών επαινέσας και την αγαθήν γνώμην των Πατρέων αποδεξάμενος, διέταξε μέρος μεν των προ των ποδών του ερριμμένων θησαυρών να μοιράσουν εις τους ενδεείς και πτωχούς, μέρος δε εξ αυτών να διαθέσωσι δια την οικοδόμησιν Εκκλησίας, εις την οποίαν να εισέρχωνται οι Χριστιανοί δια να δοξάζωσι τον Χριστόν. Εντός ολίγου ο Ναός ωκοδομήθη μεγαλοπρεπέστατος, εσυνάζοντο δε εις αυτόν οι Πατρείς λετουργούμενοι και αγιαζόμενοι υπό των χειροτονηθέντων παρά του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου Επισκόπων και Ιερέων. Έτρεχον δε ακούοντες και την μελίρρυτον διδαχήν του Αγίου, διότι καθ’ εκάστην εδίδασκε τας Γραφάς και ηρμήνευε τους Προφήτας, ομού δε με την λοιπήν διδασκαλίαν του απεδείκνυε και ότι εις και μόνος είναι ο Θεός ο κατά τους εσχάτους χρόνους κατελθών εκ των ουρανών και σαρκωθείς εκ της Αγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, δια την σωτηρίαν του γένους των ανθρώπων. Μετ’ ολίγον καιρόν, ο προρρηθείς ανθύπατος Αιγεάτης, του οποίου η γυνή Μαξιμίλλα ιατρεύθη υπό του Αποστόλου, απήλθεν εις Ρώμην προς τον Καίσαρα, ίνα δώση λόγον των εν τη υπηρεσία πράξεών του και να λάβη επομένως πάλιν την εξουσίαν παρά του Καίσαρος. Στρατοκλής δε τις αδελφός του Αιγεάτου, σοφός και μαθηματικός εν Αθήναις, μετέβη εις Πάτρας να επιτροπεύση τον Αιγεάτην κατά την απουσίαν του, έχων μεθ’ εαυτού υπηρέτην τινά πιστότατον, τον οποίον ηγάπα ως αδελφόν καθό φρόνιμον και ειλικρινή. Ούτος εσεληνιάσθη κατά τας ημέρας εκείνας και υπέφερε τρομερά από τα δαιμόνια, ελυπείτο δε ο Στρατοκλής δια την ασθένειαν αυτού τόσον ώστε και μέχρις οδυρμών και κλαυθμών έφθασεν· ουδείς δε των ιατρών ηδύνατο να σώση τον δυστυχή αυτόν υπηρέτην. Ταύτα μαθούσα η γυνή του Αιγεάτου Μξιμίλλια προσεκάλεσε κατ’ οίκον τον ανδράδελφον αυτής Στρατοκλήν, και είπεν· «Ανδράδελφε, είναι αδύνατον να ιατρευθή και θεραπευθή ο πιστός αυτός δούλος σου με όλους τους ιατρούς και ιατρικά του κόσμου· εις μάτην θα υπάγωσι τα έξοδά σου. Εις την πόλιν μας είναι ένας ξένος ιατρός, ονόματι Ανδρέας, ο οποίος θεραπεύει όλας τας ασθενείας άνευ μισθού· αυτόν πρέπει να φέρης και είμαι βεβαία ότι αμέσως θέλει τον θεραπεύσει και απαλλάξει εκ της επικινδύνου ταύτης ασθενείας του· διότι και εγώ εις βαρυτάτην ασθένειαν υποπέσασα και μυρίας όσας θυσίας και ιατρούς και ιατρικά έκαμεν ο αδελφός σου Αιγεάτης ίνα με σώση εκ του κινδύνου, όμως δεν ηδυνήθη ουδείς άλλος, ειμή μόνος ο ξένος ούτος ιατρός, με ένα λόγον με ιάτρευσε και ήδη ευρίσκομαι εις πληρεστάτην υγείαν». Ταύτα ακούσας ο σοφός και πεπαιδευμένος των Αθηνών Στρατοκλής, προσεκάλεσεν αμέσως τον Άγιον· άμα δε εισήλθεν ο Απόστολος εις την οικίαν του Στρατοκλέους, ω του θαύματος! πάραυτα ανεχώρησαν τα δαιμόνια εκ του υπηρέτου εκείνου, όστις αμέσως εγένετο υγιής. Το θαύμα τούτο ιδόντες ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα δεν άφησαν να παρέλθη καιρός, αλλ’ αναθεματίσαντες την αρχαίαν εκείνην πλάνην, εδόξασαν τον Θεόν και εγένοντο Χριστιανοί, βαπτισθέντες υπό του Αποστόλου, οίτινες απ’ εκείνης της ημέρας ήσαν αχώριστοι από τον Άγιον Ανδρέαν, καθ’ εκάστην διδασκόμενοι παρ’ αυτού τον λόγον της αληθείας και της εις Χριστόν πίστεως. Μετά τινας ημέρας επέστρεψεν εκ Ρώμης ο ανθύπατος Αιγεάτης και ηθέλησε να συνευρεθή μετά της γυναικός του Μαξιμίλλας, εκείνη δε βαπτισμένη ούσα υπό του Αγίου και μη θέλουσα συγκοινωνίαν μετά του ασεβούς και αβαπτίστου ανδρός της Αιγεάτου, κατ’ ερχάς μεν προσεποιήθη την ασθενή· μετά ταύτα δε ιδούσα ότι δεν ηδύνατο να κρύπτηται μέχρι τέλους, εφανερώθη· οι δε ευνούχοι και άλλοι τινές είπον προς τον άνδρα της· «Από την ημέραν της αναχωρήσεώς σας εις Ρώμην, μέχρι της ελεύσεώς σας, άφησε τα προλαβόντα φαγητά και έπεσεν εις μεγάλην νηστείαν, χλευάζει τους μεγάλους θεούς, προσκυνεί τον Χριστόν και διδάσκεται από τον ξένον εκείνον άνθρωπον, όστις είναι εδώ. Η δε γνώμη της και η καρδία της προσηλώθη εις αυτόν και μόνον». Ταύτα ακούσας μετ’ απορίας ο Αιγεάτης, αμέσως περιεκυκλώθη υπό δαιμονίων, εγένετο έξω φρενών και υβρίζων και φοβερίζων τον Άγιον ότι θα τον θανατώση, διέταξε την φυλάκισίν του και εσκέπτετο με ποίον θάνατον να τον θανατώση. Κατά δε το μεσονύκτιον, παραλαβών ο Στρατοκλής την νύμφην αυτού Μαξιμίλλαν και άλλους εκ των πιστευσάντων και βαπτισθέντων Χριστιανών, έτρεξαν εις την φυλακήν, εις την οποίαν ήτο ο Άγιος, ούσαν εσφραγισμένην με την ιδιαιτέραν σφραγίδα του Αιγεάτου και των στρατιωτών ασφαλώς φυλασσόντων τον Άγιον. Φθάσαντες λοιπόν εκεί, εκτύπησαν ελαφρά την θύραν, ίνα ακούση τούτους ο Άγιος. Ακούσας ο θείος Απόστολος τον κτύπον της θύρας και προσευχηθείς ήνοιξεν η θύρα και εισήλθον εις την φυλακήν προσπέσαντες εις τους πόδας του Αγίου ο τε Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα, ικετεύοντες και παρακαλούντες τον Απόστολον να τους στερεώση και ενδυναμώση εις την αληθινήν πίστιν του Χριστού. Ο δε Άγιος Ανδρέας, πολλά διδάξας και παραινέσας αυτούς, αμέσως δε και τον Στρατοκλήν χειροτονήσας Επίσκοπον Παλαιών Πατρών και ευχηθείς και ευλογήσας, απέστειλεν αυτούς εις οδόν ειρήνης· και αυτοί μεν απήλθον, ο δε Άγιος δια προσευχής σφαλίσας την θύραν της φυλακής, καθώς ήτο αύτη εσφραγισμένη, εκάθητο αναμένων την απόφασιν του ασεβούς Αιγεάτου· ούτος δε ιδών επί τέλους το αδύνατον να συγκατατεθή η γυνή του Μαξιμίλλα εις τας προτροπάς και παρακλήσεις και απειλάς του, όπως επανέλθη αύτη εις την ειδωλολατρίαν, εισελθόντος του σατανά εις την καρδίαν του και τυφλωθείς από τον θυμόν, απεφάσισε τον σταυρικόν θάνατον του Αγίου, νομίσας δια της αποφάσεώς του ταύτης ότι ο Άγιος ήθελε φοβηθή και μεταμεληθή, ελανθάνετο δε και ετυφλούτο, ότι ο σταυρικός θάνατος ήτο χαρά και αγαλλίασις και ζωή αιώνιος του Αγίου, καθόσον έμελλε να γίνη συγκοινωνός των παθημάτων του Διδασκάλου αυτού Χριστού. Διετάχθησαν λοιπόν οι στρατιώται να συνοδεύσουν εις τον τόπον του σταυρού τον Άγιον και σταυρώσωσιν αυτόν κατωκέφαλα· άμα δε φθάσας και ιδών τον Σταυρόν ο Απόστολος, προσευχηθείς και εγκωμιάσας αυτόν ως αίτιον της εις ουρανόν αυτού αναβάσεως, κατηχήσας δε, διδάξας και ευλογήσας τους παρευρεθέντας Χριστιανούς, χαίρων και αγαλλόμενος ανέβη εις τον Σταυρόν, οι δε στρατιώται του Αιγεάτου εξεπλήρωσαν πιστώς τας διαταγάς του, καρφώσαντες εις τον Σταυρόν τας χείρας και τους πόδας του Αγίου με την κεφαλήν προς τα κάτω. Μετά την σταύρωσιν, ο Επίσκοπος Πατρών Στρατοκλής έσπευσε να καταβιβάση εκ του Σταυρού τον Άγιον. Αλλ’ ο Αιγεάτης, ως έχων την εξουσίαν της πόλεως, δεν άφησεν αυτόν· συναθροισθέντες δε οι Χριστιανοί επέμενον να ξεκαρφώσουν τον Άγιον από τον Σταυρόν, αλλ’ ο Άγιος ζων έτι επί του Σταυρού προέτρεπε το πλήθος να μη αντισταθή κατά της αποφάσεως του Αιγεάτου και γίνη συγχυσις, διότι θέλων και επιθυμών τον υπέρ Χριστού θάνατον προσήλθεν εκουσίως εις τον Σταυρόν. Ιδών ο Αιγεάτης την αγανάκτησιν και την ορμήν του λαού, έσπευσε να καταβιβάση τον Άγιον, αλλ’ ούτε αυτόν τον ασεβή άφησεν ο Άγιος, είπε δε προς εκείνον· «Κάλλιον είναι να λύσης τον εαυτόν σου από τα νοητά δεσμά της απιστίας, παρά εμέ από τα αισθητά ταύτα· διότι εγώ μεν μετ’ ολίγον θέλω υπάγει εις αιωνίαν ανάπαυσιν, συ δε, αν δεν μετανοήσης και πιστεύσης εις τον Χριστόν, γίνωσκε, ότι εις ολίγας ημέρας κακώς έχων θέλεις απολέσει και την πρόσκαιρον και την αιώνιον ζωήν». Ταύτα και άλλα ειπών ο Απόστολος Ανδρέας προς τον Αιγεάτην και συμβουλεύσας και πάλιν τον λαόν να επιμείνη εις την πίστιν του Χριστού, και ευλογήσας και συγχωρήσας τους Χριστιανούς, παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας του Δεσπότου Χριστού, γέρων τότε ων ογδοηκοντούτης την ηλικίαν. Ο δε ασεβής Αιγεάτης, μη υποφέρων την κατακραυγήν του λαού των Πατρών, εγένετο μανιώδης· οδηγούμενος δε υπό των δαιμονίων και μεταμεληθείς δια τον άδικον θάνατον του Αποστόλου και ιατρού της πόλεως, ανέβη εις κρημνόν υψηλόν, ονομαζόμενον Υψηλά Αλώνια και εκείθεν πεσών κάτω συνετρίβη και διεσκορπίσθησαν τα οστά αυτού παρά τον άδην. Τότε ο Στρατοκλής και η Μαξιμίλλα, καταβιβάσαντες το τίμιον σώμα του Αποστόλου εκ του Σταυρού και μύροις αλείψαντες τούτο, κατέθεσαν εν επισήμω τόπω. Ο δε Στρατοκλής, διαμοιράσας τα πλούτη του αδελφού του Αιγεάτου εις πάντας τους πτωχούς και ενδεείς, και κτίσας Επισκοπήν δι’ ιδίων του εξόδων εις τον τόπον όπου ήτο το σώμα του Αγίου Ανδρέου, διετέλεσεν εκεί Επίσκοπος το επίλοιπον της ζωής αυτού, καλώς ποιμάνας το εμπιστευθέν εις αυτόν υπό του Αγίου ποίμνιον· ομοίως και η Μαξιμίλλα εσκόρπισε το χρυσίον αυτής εις τας χείρας των πτωχών, κρατήσασα δε μέρος εξ αυτού, έκτισε δύο Μοναστήρια, το μεν δια τους άνδρας, το δε δια τας γυναίκας· και ούτω καλώς και θεαρέστως και αύτη βιώσασα, απήλθε προς τας αιωνίους μονάς. Το δε τίμιον λείψανον του Αποστόλου Ανδρέου μετεκομίσθη μετά παρέλευσιν καιρού εκ Πατρών εις Κωνσταντινούπολιν, καθ’ όσον η φήμη και τα μετά ταύτα θαύματα του Αγίου εις την πόλιν των Παλαιών Πατρών, μεταδιδόμενα υπό των προσερχομένων εκ της Πελοποννήσου και αλλαχού εις προσκύνησιν του Αγίου ηκούσθησαν και εις τους βασιλείς, εβασίλευε δε τότε ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου Κωνστάντιος. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος βασιλεύς Χριστιανός, είχε αφήσει κληρονόμους τρεις υιούς, τον Κωνστάντιον, τον Κωνσταντίνον και τον Κώνσταντα· οι μεν δύο έλαβον έκαστος το μερίδιον της βασιλείας του, ήτοι ο Κώνστας την Ρώμην, ο Κωνσταντίνος τας Γαλλίας, ο δε Κωνστάντιος την Κωνσταντινούπολιν, τον θρόνον του πατρός του. Ούτος λοιπόν επεθύμησε να φέρη εις την Κωνσταντινούπολιν τα άγια λείψανα των ενδόξων Αποστόλων Ανδρέου, Λουκά και Τιμοθέου, όπως καταθέση αυτά εις τον κτισθέντα υπό του πατρός του Ναόν των Αγίων Αποστόλων. Λοιπόν ουδένα άλλον ενέκρινε κατάλληλον δια την μετακόμησιν των αγίων τούτων λειψάνων, έχοντα ευλάβειαν προς τα θεία, ειμή τον μετ’ ολίγον μαρτυρήσαντα Άγιον Αρτέμιον, τοπάρχην τότε της Αλεξανδρείας και όλης της Αιγύπτου. Μεταβάς λοιπόν ο Άγιος Αρτέμιος κατά διαταγήν του βασιλέως εις την Έφεσον, παρέλαβε το του Αποστόλου Τιμοθέου άγιον λείψανον. Έπειτα μετέβη εις Θήβας της Βοιωτίας από της οποίας παρέλαβε το του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά. Μετά δε ταύτα μεταβάς εις Παλαιάς Πάτρας και ζητήσας μετ’ επιμονής παρά των Πατρέων το λείψανον του Αποστόλου Ανδρέου, δεν ηδυνήθη να πείση τούτους να ενδώσωσιν εις την διαταγήν του βασιλέως· ούτε τα προς αυτούς αποσταλέντα βασιλικά δώρα, ούτε αι παρά του Αγίου Αρτεμίου απειλαί επτόησαν τούτους να αποστείλουν το τίμιον λείψανον του Αποστόλου Ανδρέου εις Κωνσταντινούπολιν. Αλλά μετ’ ου πολύ σκεφθέντες, ότι αφ’ ενός μεν, εάν ούτοι εμμένουν, ο βασιλεύς ήθελε παραλάβει και δυναστικώς το λείψανον του Αποστόλου, αφ’ ετέρου δε έχοντες και ανάγκην αναπόφευκτον ποσίμου ύδατος, ανέφεραν προς τον βασιλέα, ότι τότε συγκατατίθενται να δώσουν το άγιον λείψανον, εάν ο βασιλεύς δι’ εξόδων του μεταφέρη δι’ υδραγωγείου το παρά τας υπωρείας του Παναχαϊκού όρους αναβρύον άφθονον ύδωρ εντός της πόλεως Πατρών, όπερ και εγένετο. Δια του ύδατος τούτου υδρεύεται η πόλις και σήμερον. Λαβών λοιπόν δευτέραν διαταγήν του βασιλέως ο Άγιος Αρτέμιος, διαταχθείς επιπροσθέτως να λάβη αυτός ο ίδιος την φροντίδα δια την κατασκευήν του υδραγωγείου τούτου, διέταξεν αμέσως και έστησαν σκηνάς επί της θέσεως Σαμακεάς, άνωθεν του Αγίου Προφήτου Ηλιού, ένθα ήδη κείται η Ιερά Μονή Γηροκομείου, διώρισεν είτα επιστάτας προς επίβλεψιν της κατασκευής του υδραγωγείου, και εφρόντισε δια την προμήθειαν των απαιτουμένων τροφών προς διατροφήν των εργαζομένων, ώστε μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών, πληροφορηθέντες περί των υπό του βασιλικού επιτρόπου προμηθευμένων αφθόνων τροφών, όχι μόνον οι ενοικούντες εις την πόλιν των Πατρών ενδεείς, αλλά και οι των πέριξ χωρίων τυφλοί, χωλοί και λοιποί ανάγκην έχοντες προσέτρεχον αγεληδόν καθ’ εκάστην εις τας ειρημένας σκηνάς, και ελάμβανον πλουσίως ελεημοσύνην παρά του Αγίου Αρτεμίου. Εκ τούτου επωνομάσθη η θέσις αύτη Γηροκομείον, και μετ’ ου πολύ εκτίσθη και η Ιερά Μονή. Αλλά το έργον τούτο καίτοι διερχόμενον ανώμαλον και κρημνώδη τόπον, επεραιώθη εν διαστήματι μικρού χρόνου και διωχετεύθη το ύδωρ επί τινος λοφίσκου άνωθεν της πόλεως των Πατρών, ένθα ήδη υπάρχει και το επί των Ενετών κτισθέν φρούριον, και τότε οι Πατρείς παρέδωκαν ευχαρίστως και αγογγύστως εις τον Άγιον Αρτέμιον το τίμιον λείψανον του πολιούχου και προστάτου αυτών Αποστόλου Ανδρέου. Τοιουτοτρόπως έφθασαν άπαντα τα άγια λείψανα των Αποστόλων εις Κωνσταντινούπολιν μετά μεγάλης πομπής και θρησκευτικής παρατάξεως· ο δε βασιλεύς Κωνστάντιος, δεξάμενος μετά σεβασμού και ευλαβείας ταύτα, κατέθεσαν εις τον περιφανή Ναόν των Αγίων Αποστόλων προς το δεξιόν μέρος του Αγίου Βήματος, η κατάθεσις δε αύτη του λειψάνου του εορτάζεται κατά την εικοστήν Ιουνίου. Ήσαν δε προσκυνούμενα και τιμώμενα τα άγια ταύτα λείψανα παρά πάντων των ευσεβών, και όλα υπήρχον εις Κωνσταντινούπολιν, ενόσω υπήρχον βασιλείς Χριστιανοί. Ότε δε κατεκτήθη η Κωνσταντινούπολις υπό των ασεβών διεμοιράσθησαν και τα τίμια λείψανα εις διάφορα μέρη εις χείρας των ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών. Εις δε την πόλιν των Πατρών και μετά τόσας καταστροφάς και άλλας πολιτικάς μεταβολάς και κατακτήσεις εξ ομοφύλων και αλλοφύλων, τας οποίας πολλάκις υπέστη και αίτινες κατέστρεψαν την ένδοξον ταύτην πόλιν και τον περιφανή αυτής Ναόν του ενδόξου Αποστόλου Ανδρέου, υπάρχει και σήμερον περιφανέστατος Ναός του Αγίου, του οποίου η διακόσμησις είναι μοναδική· προσέρχονται δε καθ’ εκάστην εκ διαφόρων τόπων προσκυνηταί, τιμώντες και θαυμάζοντες την αποστολικήν ταύτην Εκκλησίαν. Υπάρχει δε και σήμερον εις αυτήν ο κοπείς υπό του Σινωπέως δάκτυλος του Αγίου Ανδρέου, υπό πάντων των ευσεβών ευλαβώς προσκυνούμενος. Ούτος είναι ο Βίος και η πολιτεία του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, ευλογημένοι Χριστιανοί· τοιουτοτρόπως επολιτεύθη ο Άγιος, τοιουτοτρόπως ηγωνίσθη, εσταυρώθη και έτυχε της ουρανίου Βασιλείας· ημείς δε, δια να σωθώμεν, ας φυλάττωμεν τας εντολάς του Θεού, την καρδίαν μας καθαράν από λογισμούς ρυπαρούς, ως λέγουν αι Γραφαί: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε:8)· ας θησαυρίζωμεν θησαυρούς εν ουρανοίς, όχι εξ αδικιών, αλλ’ εκ των ιδρώτων ημών. Μη μεθύωμεν, ίνα μη διψήσωμεν εις το πυρ το εξώτερον· μη καταλαλώμεν, ίνα μη καταδικασθώμεν· μη οργιζώμεθα εναντίον των πλησίων μας, αλλά να είμεθα πράοι και επιεικείς, ως λέγει το Ευαγγέλιον: «Μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών» (Ματθ. ια: 29)· ούτως ας πράττωμεν, ίνα της κολάσεως ελευθερωθώμεν, της δε Βασιλείας των ουρανών επιτύχωμεν, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, Χάριτι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2576
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) Δεκεμβρίου μνήμη του Αγίου Προφήτου ΝΑΟΥΜ.

Δημοσίευση από silver »

Ναούμ ο Άγιος Προφήτης ήτο από Ελκεσέμ πέραν εις Βατταρείμ, καταγόμενος από την φυλήν του Συμεών, ακμάσας προ Χριστού έτη υξ΄ (460), προεφήτευσε δε μετά τον Προφήτην Ιωνάν και έδωκε σημείον δια την πόλιν Νινευϊ, ότι αυτή θέλει αφανισθή εκ γλυκέων υδάτων και από πυρκαϊάν υπόγειον, της προφητείας του ταύτης πληρωθείσης και δια των έργων· διότι η περί την Νινευϊ λίμνη, πλημμυρίσασα από σεισμόν, κατεπόντισεν αυτήν και το πυρ, προερχόμενον από την έρημον, κατέκαυσε το υψηλότερον μέρος τής πόλεως. Ταύτα προφητεύσας εναντίον της Νινευϊ και συγγράψας την προφητικήν του βίβλον, την εις τρία κεφάλαια διηρημένην, εκοιμήθη εν ειρήνη και ετάφη εις την εαυτού γην. Ερμηνεύεται δε Ναούμ Ανάπαυσις ή Παράκλησις εγώ πάσιν ή φρόνημα ή υπόληψις.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2576
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΑΒΒΑΚΟΥΜ

Δημοσίευση από silver »

ΑΒΒΑΚΟΥΜ ο θείος Προφήτης κατήγετο από την φυλήν του Πατριάρχου Συμεών, ήτο δε υιός Σαφάτ, προ Χριστού ων έτη χ΄ (600). Ούτος προείδε την αιχμαλωσίαν και άλωσιν, εις την οποίαν έμελλε να υποβληθή η Ιερουσαλήμ και ο Ναός του Θεού, και έκλαυσε πικρώς· ότε δε αφίκετο ο Ναβουχοδονόσωρ εις Ιερουσαλήμ, έφυγεν εις την Οστρακίνην, χώραν μεταξύ Αιγύπτου και Πετραίας Αραβίας και ήτο ξένος και πάροικος εις την γην του Ισμαήλ. Όταν δε επέστρεψαν εις την Βαβυλώνα οι Χαλδαίοι, έχοντες μετ΄ αυτών τους αιχμαλώτους Ισραηλίτας, όσοι ευρέθησαν εις Ιερουσαλήμ και Αίγυπτον, τότε και ο Προφήτης ούτος επανήλθεν εις την ιδικήν του γην. Ο Άγιος ούτος Προφήτης υπηρετών κάποτε τους θεριστάς, έλαβε φαγητόν και είπεν εις τους οικείους του· «Εγώ θα υπάγω εις μακρυνόν τόπον, και ταχέως πάλιν θέλω επανέλθει· εάν όμως εγώ βραδύνω, κομίσατε σεις φαγητόν εις τους θεριστάς». Ταύτα ειπών, ηρπάγη από Άγγελον Κυρίου και επήγεν εις Βαβυλώνα και έδωκε τροφήν εις τον Προφήτην Δανιήλ, ο οποίος ήτο κεκλεισμένος εντός του λάκκου των λεόντων· και πάλιν αρπαγείς από τον ίδιον Άγγελον έφθασεν εν μια στιγμή εις την Ιουδαίαν και προσέφερε το φαγητόν εις τους θεριστάς, χωρίς να είπη εις ουδένα το γενόμενον τούτο θαυμάσιον εις αυτόν. Προεγνώρισε δε, ότι ταχέως θέλει επιστρέψει εις Ιεροσόλυμα ο εν Βαβυλώνι ηχμαλωτισμένος λαός των Εβραίων· αποθανών δε δύο έτη πριν ή επανέλθη ο λαός, ενεταφιάσθη εις τον ιδικόν του αγρόν. Ούτος ο Προφήτης έδωκε σημείον εις την Ιουδαίαν, ειπών ότι, όταν ίδωσιν οι άνθρωποι φως εις τον Ναόν, τότε όψονται την δόξαν του Θεού. Προείπε δε και δια την συντέλειαν του Ναού, ότι αύτη θέλει γίνει από έθνος δυτικόν, ήτοι από τους εν τη δύσει Ρωμαίους και ότι το άπλωμα, τουτέστι το καταπέτασμα του Δαβείρ, ήτοι του ενδοξοτάτου οίκου των Αγίων, θέλει σχισθή εις μικρά σχίσματα και ότι τα κιονόκρανα των δύο στύλων του Ναού θα αφαιρεθώσι, και ουδείς θέλει γνωρίσει που μέλλουν να τεθώσι. Ταύτα δε θέλουσι φερθή υπό Αγγέλου εις την έρημον του Σινά, εις την οποίαν κατ΄ αρχάς επήχθη η Σκηνή του Μαρτυρίου, και επ΄ αυτών θέλει γνωρισθή ο Κύριος κατά το τέλος και θέλει φωτίσει εκείνους όσοι διώκονται εξ αρχής από τον νοητόν όφιν διάβολον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2576
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΑΓΓΕΛΗ του εν Χίω αθλήσαντος εν έτει αωιγ΄ (181

Δημοσίευση από silver »

Τη Γ΄ (3η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΑΓΓΕΛΗ του εν Χίω αθλήσαντος εν έτει αωιγ΄ (1813).

Αγγελή του Αγίου Νεομάρτυρος την μνήμην σήμερον εορτάζομεν. Χαρήτε όθεν όλοι οι ευλαβείς φιλομάρτυρες, όσοι αδιστάκτως και αναμφιβόλως καρδία μεν τον πιστεύετε, στόματι δε τον ομολογείτε της Αιωνίου Αληθείας, του Ιησού Χριστού, παναληθέστατον Μάρτυρα. Τον πρώην εξωμότην Αγγελήν υμνούμεν και ευφημούμεν και τους μαρτυρικούς του αγώνας επικροτούμεν και δοξάζομεν. Ας πληροφορηθώσιν όσοι διστάζουσι και περί της αγιότητος και της μαρτυρικής αυτού δόξης αμφιβάλλουσιν, ότι Μάρτυς είναι τη αληθεία και, κατά την ανέκαθεν της Εκκλησίας παράδοσιν, πάσης μαρτυρικής τιμής άξιος. Τον πρώην αρνησίχριστον, ως Χριστού αγαθόν και πιστόν δούλον, με επινικίους ωδάς και μαρτυρικά άσματα τιμώμεν, ίνα και ημείς Μάρτυρες τη προαιρέσει, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, γινώμεθα. Ας εμφραγούν τα απύλωτα στόματα των αντιλεγόντων και μη ομολογούντων αυτόν και τους ομοίους αυτού όντως θείους Μάρτυρας· ότι κατά τους θείους Πατέρας, το Μαρτύριον δεν είναι απλώς άφεσις αμαρτιών, αλλά και αγιότης και δόξα και τιμή αιώνιος και ουράνιος. Ημείς λοιπόν φιλαλήθως διηγούμεθα εις την υμετέραν αγάπην την του Αγγελή χριστιανικήν ζωήν και την ευαγγελικήν πολιτείαν και τον υπέρ της ευσεβείας ένθερμον ζήλον του, αλλά και την αξιοδάκρυτον πτώσιν του ομολογούμεν και την αντίχριστον άρνησίν του δεν σιωπώμεν· καθώς και το ιερόν Ευαγγέλιον και την εκ θείας αποκαλύψεως ομολογίαν του Αποστόλου Πέτρου εκθειάζει και την τριτήν αυτού άρνησιν ομολογεί· δεν σιωπώμεν την πτώσιν, επειδή έπεται κατόπιν η θαυμασία αυτού ανόρθωσις και τελειοτάτη μετάνοια· ομολογούμεν την άρνησιν, επειδή έχομεν ακόλουθον την πεπαρρησιασμένην αυτού ομολογίαν και των μαρτυρικών αγώνων την λαμπρότητα. Ακούσατε λοιπόν μετά προσοχής την σύντομον ταύτην διήγησιν, η οποία τους μεν καλώς εστώτας εις την πίστιν και εις την αρετήν θέλει διδάξει να προσέχουν δια να μη πέσουν ή από αμέλειαν ή από υπερηφάνειαν, τους δε πεσόντας θέλει διεγείρει και παρακινήσει εις μετάνοιαν και ανόρθωσιν εκ του πτώματος της αμαρτίας. Ούτος λοιπόν ο νέος του Χριστού στρατιώτης, ο νικητής σαρκός και κόσμου και κοσμοκράτορος, ο ουρανόφρων και αγγελόφρων Αγγελής εγεννήθη εις το Άργος της Πελοποννήσου· το γένος του και την ανατροφήν του και την πολιτείαν του και την κατάστασιν, την οποίαν είχεν εις το Άργος, δεν ηδυνήθημεν να τα μάθωμεν· τόσον μόνον εμάθομεν, ότι εις το Κουσάντασι ευρίσκετο και διέτριβε και εμπειρικός ιατρός εγνωρίζετο· άνθρωπος ευλαβής, ήσυχος, φιλακόλουθος, ελεήμων, ευσεβής και ζηλωτής της ευσεβείας θερμότατος (καθώς εβεβαιώθημεν από αξιοπίστους ανθρώπους, οίτινες είχον γνωριμίαν και συναναστροφήν μαζί του). Αλλά τι ηκολούθησεν εις τον καλόν Αγγελήν από αυτόν τον υπέρ της ευσεβείας υπέρμετρον ζήλον του; Τούτον είναι άξιον διηγήσεως και δεν πρέπει να σιωπηθή. Έτυχεν εις μίαν του συναναστροφήν εις Γάλλος άθεος, όστις ακούων τον ένθεον και θεοσεβή Αγγελήν να λέγη προς τους παρόντας λόγους υπέρ της ημετέρας ευσεβείας και της αγίας μας Πίστεως, τον εχλεύαζε και τον περιεγέλα ο μιαρός, ως ασεβής και άθεος όπου ήτο. Ο δε θείος Αγγελής δεν εσιώπησε, καθώς πολλοί δια ανθρωπαρέσκειαν ποιούσιν, αλλ΄ αντέλεγε και όπως ηδύνατο την μεν αγίαν μας Πίστιν υπεστήριζε, τον δε αλιτήριον Γάλλον απεδείκνυεν ασεβή και άθεον και εκ τούτου έγινεν ικανή φιλονικία και τέλος πάντων λέγει ο Αγγελής προς τον άθεον εκείνον· «Όχι μόνον με λόγια γυμνά δύναμαι να αποδείξω την αγιότητα της Πίστεώς μου, αλλά και με έργα εμπράκτως. Λοιπόν άφες τους λόγους και τας φλυαρίας και ας φιλονικήσωμεν με τα έργα· φόρεσον συ όλα τα άρματά σου και όπως θέλεις αρματώσου και εγώ χωρίς άρματα, χωρίς μάχαιραν, χωρίς πιστόλαν, χωρίς τυφέκιον, γυμνός από όλα αυτά, καθώς με βλέπεις, μόνον με εν ξύλον εις την χείρα να μονομαχήσωμεν αμφότεροι, και θα σε νικήσω με την δύναμιν της Πίστεώς μου». Αυτά ηρέθισαν τον Γάλλον και τον εκίνησαν εις θυμόν και μη υποφέρων να βλέπη ένα ευτελέστατον Έλληνα να έχη τόσην πεποίθησιν και θάρρος εις την δύναμιν της Πίστεώς του, εδέχθη τον αγώνα να μονομαχήσουν, θαρρών εις τα άρματά του, ότι θέλει τον φονεύσει, αφ΄ ενός μεν δια να κάμη εκδίκησιν εις τον εχθρόν του, αφ΄ ετέρου δε δια να δείξη ο άπιστος ψευδή την δύναμιν της αγίας ημών Πίστεως, εις την οποίαν κατεκαυχάτο ο Αγγελής και είχε προς αυτήν όλον το θάρρος του· και ο μεν Πέτρος, η πέτρα της Πίστεως, ο κορυφαίος των Αποστόλων, ολίγον περιπατήσας επάνω εις τα κύματα της θαλάσσης, ωλιγοπίστησε και δια τούτο ήρχισε να βυθίζηται εις τα ύδατα, ο δε Αγγελής τόσον στερεάν Πίστιν και τόσον θάρρος είχεν, ότι θέλει θαυματουργήσει ο Θεός και θέλει δείξει την δύναμιν της Πίστεώς του, ώστε δεν ηθέλησε να γίνη η μονομαχία αυτή κρυφίως, αλλά παρρησία και φανερά. Παρρησιάζεται λοιπόν ο Αγγελής με τον ανταγωνιστήν του εις τον Γάλλον πρόξενον και αναφέρει προς αυτόν την περί της Πίστεως φιλονικίαν των, εις επήκοον δε των παρευρεθέντων είπε τας βλασφημίας, τας οποίας έλεγεν ο άθεος εκείνος κατά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της αγιωτάτης ημών Πίστεως και την απολογίαν, την οποίαν έκαμεν αυτός υπέρ της αληθείας της Πίστεώς μας. Κατόπιν τούτου, με άδειαν και έγκρισιν του προξένου, έκαμον γράμματα εις την καγκελλαρίαν, ότι οικεία βουλήσει και προαιρέσει ηθέλησαν να μονομαχήσουν οι δύο ούτοι, ο μεν Γάλλος με άρματα πολεμικά, ο δε Έλλην Αγγελής χωρίς άρματα, κρατών μόνον ένα ξύλον εις την χείραν του, όστις δε εκ των δύο ήθελε φονευθή, να είναι καλώς πεφονευμένος, ο δε νικήσας και φονεύσας τον άλλον να μη έχη ύστερον παρά τινος ουδεμίαν εξέτασιν ή κρίσιν ή τιμωρίαν δια τον φονευθέντα. Τοιούτον γράμμα και τοιαύτην συμφωνίαν και απόφασιν έκαμον και δεν είναι θαυμαστόν αν ο υπερήφανος Γάλλος εδέχθη τον αγώνα τούτον, ελπίζων εις την δύναμίν του και εις τα άρματά του, ως άλλος αλλόφυλος Γολιάθ, να φονεύση με το πρώτον κτύπημα τον άοπλον Αγγελήν· δεν είναι, λέγω, τούτο θαυμαστόν· το θαυμαστόν όντως και υπερθαύμαστον είναι ότι ο Αγγελής, ως άλλος Δαβίδ, είχε πίστιν αδίστακτον, ότι και χωρίς άρματα, με μόνην την θείαν Δύναμιν, θέλει φονεύσει τον αλλόφυλον. Αλλ΄ ίσως δεν ήθελέ τις ονομάσει πίστιν αδίστακτον ένα τοιούτον τόλμημα, αλλ΄ ελαφρότητα νοός ή άλλο τι παρόμοιον· το ακόλουθον όμως του διηγήματος δεν δεικνύει ελαφρότητα νοός και παραλογισμόν και παραφροσύνην, διότι δεν ηθέλησεν ευθύς την ώραν εκείνην να τελειώση τον αγώνα, αλλά με συμφωνίαν του αντιπάλου τον άφησε δια την επομένην, ίνα λάβη, ως έδειξαν τα πράγματα, καιρόν να φορέση και αυτός τα ουράνια άρματα, εναντίον των γηϊνων αρμάτων του αλλοφύλου. Τρέχει λοιπόν ο καλός Αγγελής εις τον Πνευματικόν του Πατέρα και εξομολογείται όσα ως άνθρωπος ήμαρτε, φανερώνει προς αυτόν τον προκείμενον αγώνα του και ζητεί τας ευχάς του και δι΄ αυτών την εξ ύψους βοήθειαν. Ο Πνευματικός κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν να τον εμποδίση, αλλά δεν ηδυνήθη, όθεν τον απέλυσεν, αυτός δε πηγαίνων εις την κατοικίαν του διήλθεν όλην την νύκτα εις θερμήν δέησιν προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, αιτών όπως θαυμαστώση την δύναμιν της θείας του Πίστεως εναντίον του βλασφήμου Γάλλου· έπειτα την πρωϊαν εκοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων και ούτω καθωπλισμένος με την θείαν δύναμιν εξήλθεν εις παράταξιν κατά του αλλοφύλου και τον προσκαλεί να συμπλακούν και να πολεμήσουν. Τις να μη θαυμάση και να μη φωνάξη μετ΄ εκπλήξεως· «Ω θειότατε Αγγελή, μεγάλη σου η Πίστις!» Άλλο δεν είχεν εις το στόμα και άλλο δεν έλεγε παρά «Με τον πόλεμόν μου τούτον θα δείξω εις τους απίστους την δύναμιν της αληθούς Πίστεώς μου». Αλλ΄ ενταύθα του λόγου γενόμενος, ευσεβέστατοι ακροαταί, νομίζω ότι βλέπω με τους οφθαλμούς του νοός μου δύο ενάντια πάθη μέσα εις τας καρδίας σας, φόβον και πόθον· πόθον μεν, διότι ποθείτε και αγαπάτε να ακούσητε πεφονευμένον και τεθανατωμένον τον άθεον, δια να φανή η δύναμις της Πίστεώς μας, να δοξασθή ο υπό των απίστων αθετούμενος Χριστός, φόβον δε μήπως και δεν ευδοκήση ο Θεός, δια τας αιτίας, τας οποίας μόνος Αυτός γνωρίζει, να γίνη το ποθούμενον θαύμα· αλλά δίκαιος μεν είναι ο πόθος σας, της ολιγοπιστίας δε είναι ο φόβος σας· επειδή είναι αψευδής ο ειπών· «Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ: 20). Μη φοβήσθε λοιπόν, αλλά και μη ποθήτε να ίδητε τεθανατωμένον τον εχθρόν της Πίστεως· διότι «τα κρίματά σου (Κύριε) ωσεί άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. λε: 7) και· «τις έγνω νουν Κυρίου; και τις αυτού σύμβουλος εγένετο;» (Ησαϊας μ: 13). Ο βάθει σοφίας πάντα οικονομών και το συμφέρον πάσιν απονέμων δια λόγους, τους οποίους αυτός μόνος γνωρίζει, δεν συνεχώρησε να γίνη αυτή η μονομαχία και να τελειωθή αυτός ο ποθούμενος αγών και ακούσατε. Ευθύς ως παρρησιάσθη, ώσπερ λέων απτόητος, ο της ευσεβείας αγγελώνυμος Αθλητής και εζήτει εις συμπλοκήν τον αντίπαλον, κατέλαβεν εκείνον φόβος και τρόμος ανείκαστος και δειλία θανάτου επέπεσεν επ΄ αυτόν και εκάλυψε την διάνοιάν του σκότος, η καρδία του εταράχθη και εγκατέλειπεν αυτόν η ισχύς αυτού. Όθεν και με πολλήν του καταισχύνην και εντροπήν παρητήθη και έφευγεν, αλλά και παραίτησις και η φυγή του δεν έγινε καθώς εκείνος ήθελε, κρυφίως δηλαδή χωρίς να τον αντιληφθούν πολλοί, επειδή ο μακάριος Αγγελής ως αριστεύς και νικητής εθριάμβευε την εκείνου φυγήν ως ήτταν και επέμενεν εις την εξ αρχής συμφωνίαν των γραμμάτων των, ζητών να μονομαχήσουν και αποφασιστικά του έλεγεν ότι θα τον φονεύση με την δύναμιν της Πίστεώς του. Όθεν παρρησιάσθη και δια δευτέραν φοράν εις τον πρόξενον καο εζήτει παρ΄ αυτού, όπως εξαναγκάση τον φυγάδα να πραγματοποιήσουν την συμπεφωνημένην μονομαχίαν· εκείνου δε παραιτουμένου εκηρύχθη παρά πάντων νικητής ο Αγγελής, ή μάλλον ειπείν η θεία Πίστις ημών και νενικημένος ο άθεος Γάλλος. Όθεν και με κρίσιν του προξένου επλήρωσε και τα έξοδα της καγκελλαρίας, δια το γράμμα, το οποίον έκαμον. Εάν όμως ήτο μέχρι λόγων η φιλονικία των και μόνοι οι δύο συνεκρούοντο, ήθελε δε υποχωρήσει ο Γάλλος, ηδύνατο κανείς να είπη, ότι δεν κατεδέχθη να πιασθή με ένα ταπεινόν άνθρωπον και να βάλη εις κίνδυνον την ζωήν του χωρίς ανάγκην· αλλ΄ εφόσον δεν ήτο απλή μόνον λογομαχία μεταξύ των, αλλά και παράστασις εις τον πρόξενον και κρίσις και απόφασις έγγραφος, έπειτα δε παραίτησις τόσον άτιμος και επονείδιστος, που έχει τόπον πλέον αυτή η πρόφασις, ότι καταφρονών δήθεν αυτόν παρήτησε; Θεόθεν λοιπόν ήτο ο φόβος και από τον φόβον εκείνον και ο άθεος κατησχύνθη και ο Αγγελής δεν έγινεν ανθρωποκτόνος. «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών;» Κατά τον επιστήθιον μαθητήν, «αύτη εστίν η νίκη, η νικήσασα τον κόσμον, η Πίστις ημών» (Α΄ Ιω. ε: 4). «Πως διώξεται εις χιλίους και δύο μετακινήσουσι μυριάδας, ει μη ο Θεός απέδοτο αυτούς και ο Κύριος παρέδωκεν αυτούς;» (Δευτ. λβ: 30). Πως ο καλά αρματωμένος, εάν ο Θεός δεν ήθελε ταράξει την καρδίαν και τας φρένας αυτού και εάν δεν επέπιπτεν εις αυτόν φόβος και τρόμος, από το μέγεθος του θείου βραχίονος (Έξ. ιε: 16) ήθελε φοβηθή τόσον υπέρμετρα τον όλως άοπλον; Τι τα μετά ταύτα; Έκτοτε και εις το εξής (λέγουσιν οι φίλοι και γνωστοί του) παρήτησεν ο Αγγελής την ιατρικήν και κάθε συναναστροφήν ανθρώπων και κάθε τι άλλο και εκάθητο εν απομονώσει και ησυχία εις την οικίαν του, μέσα εις το Πασά Χάνι, χωρίς να θέλη να εξέλθη πλέον έξω. Μόνον δύο φίλοι του τον έβλεπον, οι οποίοι και του έφερον τα προς ζωοτροφίαν, νομίζοντες δε μελαγχολίαν και υποχονδρίαν την απομεμονωμένην και ησυχαστικήν εκείνην ζωήν του, εδοκίμαζον με διαφόρους τρόπους να διασκεδάσουν τους λογισμούς του και να αποβάλουν την φαινομένην υποχονδρίαν του. Ο δε Αγγελής έλεγε προς αυτούς· «Μη κοπιάζετε ματαίως να αλλάξητε τον λογισμόν μου, επειδή έλαβον σταθεράν απόφασιν να μαρτυρήσω υπέρ του Χριστού μου και να χύσω το αίμα μου υπέρ της Αγίας μου Πίστεως, δια να δείξω την θείαν αυτής δύναμιν». Πολλά και διάφορα του είπον δια να του αποβάλουν τον λογισμόν του Μαρτυρίου, αλλά δεν ηδυνήθησαν. Όθεν οι δύο φίλοι του εκείνοι και τότε πάλιν μελαγχολίαν ενόμιζον την ησυχίαν και σιωπήν εκείνην και παραίτησιν της ζωής του και την προς το Μαρτύριον ορμήν του και ύστερον, ότε μας έγραψαν τα ανωτέρω, μελαγχολίαν ονομάζουσι την κατάστασιν εκείνην του Μάρτυρος, εγώ όμως απέχω από τούτου και δεν αποφασίζω να ονομάσω μελαγχολίαν την προτέραν εκείνην κατάστασιν αυτού. Τι δε να είπω δια το απευκταίον και ανέλπιστον εκείνο, το οποίον έπραξεν ύστερον, απορώ και εις βάθος αμηχανίας εμπίπτω και ποίαν κρίσιν να κάμω δεν γνωρίζω. Επειδή εκείνος ο τόσον ζηλωτής της Πίστεως, ο κατά μόνας και καθ΄ ησυχίαν μελετών τον υπέρ Χριστού θάνατον και τα μαρτυρικά στίγματα φανταζόμενος νύκτα και ημέραν επάνω εις το σώμα του, ο τοιούτος, λέγω, ζηλωτής, στρέφων τους λογισμούς αυτούς του Μαρτυρίου μόνος του μέσα εις τον νουν του και έχων υπερηφάνους, ως νομίζω, λογισμούς, ότι τάχα ενίκησε τον άπιστον με την προς Χριστόν αδίστακτον πίστιν του, εγκατελείφθη από τον Θεόν, τον μισούντα τους υψηλόφρονας, και ούτως ευρών τόπον και επιτήδειον καιρόν ο απ΄ αρχής ανθρωποκτόνος διάβολος, τον επλάνησεν (εγελάσθην, έλεγεν εξομολογούμενος) τον επλάνησε, λέγω, να τουρκεύση, δια να λάβη τάχα αφορμήν να μαρτυρήση. Όθεν, φευ του ανελπίστου κακού! Κατά το έτος 1813 το Σάββατον του δικαίου Λαζάρου, εξυρίσθη, έπειτα έβγαλε το κάλυμμα της κεφαλής, το οποίον εφόρει, έβαλε φέσι και μανδήλιον εις την κεφαλήν του και χωρίς καμμίαν βίαν ή παρακίνησιν επήγε και εζήτει να τουρκεύση. Εκεί πάλιν, καίτοι δεν τον εδέχθησαν παντελώς να τον κάμουν προσήλυτον εις την πίστιν των, αλλά τον ύβριζον και τον εδίωκον, παρ΄ όλα ταύτα, ό,τι και αν του έκαμνον, αυτός δεν έφευγεν εκείθεν, έως ου τους έκαμε και τον εδέχθησαν και εξώμοσε, φευ! την Αγίαν Πίσιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Όμως και μετά την άρνησιν δεν ήλλαξε τον απ΄ αρχής σκοπόν του, αλλ΄ έκαμνεν άτακτα κινήματα, δια να δώση αφορμήν να τον σύρουν εις κρίσιν, να ομολογήση ότι είναι Χριστιανός. Όθεν και μελαγχολικόν και υποχονδριακόν τον ενόμιζον· διότι μίαν ημέραν επήγεν εις το καπηλείον ενός από τους προρρηθέντας φίλους του και εζήτησε να του δώση κρασί. Αφ΄ ου έπιε, τον ερωτά ο φίλος του· «Διατί βαστάζης πιστόλα»; Αυτός απεκρίθη· «Την βαστάζω δια να σε σκοτώσω» · και ευθύς με τον λόγον ετράβηξε την πιστόλαν επάνω εις τον άνθρωπον και βλάβην μεν ουδεμίαν δεν του επέφερεν, έκαψεν όμως μέρος από το ένδυμά του. Τούτο εστάθη αιτία να τον διώξουν εκείθεν οι εξουσιασταί ως παράφρονα και τον έστειλαν εις την Χίον. Τι όμως τη αληθεία συνέβαινεν με τον Μάρτυρα δεν ηδυνήθη κανείς να εννοήση· επειδή, όπου εύρισκεν Εκκλησίαν ανοικτήν, εισήρχετο εντός αυτής και με την ροήν των δακρύων του κατέβρεχε το έδαφος της Εκκλησίας, εκτύπα άπονα και αλύπητα την κεφαλήν του εις τα μάρμαρα του εδάφους και μάλιστα τόσον ώστε και μακρόθεν ηκούετο ο κτύπος του μετώπου του εις τα μάρμαρα, ησπάζετο μετά πολλής ευλαβείας τας αγίας Εικόνας, πολλάκις δε, όταν δεν ήτο καιρός της Ακολουθίας, έλεγε τόσον κατανυκτικάς ευχάς προς τον Χριστόν, προς την Παναγίαν, προς τους Αγίους, εξαιρέτως δε εις τους Μάρτυρας, ώστε πολλοί εθαύμαζον πως τα προσήρμοζε και τα έλεγεν, ως να τα είχεν αποστηθισμένα και εκίνει τους ακούοντας εις οίκτον και δάκρυα. Άλλοτε πάλιν εισήλθεν εις Εκκλησίαν τινά και επειδή ο εφημέριος φοβηθείς τον εξέβαλεν έξω, εφοβέριζε να τον φονεύση· άλλοτε πάλιν έδιδε λειτουργίας εις τους Ιερείς και διεμοίραζεν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς να παρακαλούν τον Θεόν δι΄ αυτόν. Άλλοτε πάλιν, όταν εύρισκε συνηγμένους Χριστιανούς, επήγαινε και τους έλεγε να παρακαλούν τον Θεόν δια να τελειώση τον αγώνα του και έπειτα αν του έλεγον «Καλότυχος συ, όστις μελετάς τοιούτον έργον» ή άλλο τι παρόμοιον και τον επαινούσαν, αγρίευε και άλλοτε μεν τους ύβριζε, άλλοτε δε τους απειλούσεν. Άλλοτε πάλιν, εκεί όπου έλεγε φρόνιμα και συνετά λόγια, αν αντελαμβάνετο ότι τον περιεργάζονται, άφηνε την ομιλίαν και έλεγεν άλλα αντί άλλων. Μίαν φοράν, ιδών Χριστιανόν τινα μεθυσμένον να φλυαρή, του έδωκεν ένα βαρύ ράπισμα εις το στόμα, δια το οποίον μάλιστα και μερικοί, οι οποίοι τον είχον εις εκτίμησιν, εσκανδαλίσθησαν· αυτός δε, ευρίσκων την επομένην ημέραν εκείνον τον οποίον έδειρε, του λέγει· «Εγώ είμαι Χριστιανός και ως Χριστιανός δεν έδειρα σε τον ομόπιστόν μου, αλλά έδειρα τον δαίμονα, όστις εκάθητο εις τα χείλη σου και έλεγε τα λόγια εκείνα, τα οποία δεν πρέπει να λέγουν οι Χριστιανοί». Μίαν φοράν, κατά τας ημέρας του ραμαζανίου, εκάθισε κάτωθι μιας τουρκικής οικίας και εζήτησεν ύδωρ από μίαν Χριστιανήν, αφού δε το έπιεν, έλεγεν εκεί ενώπιον πολλών ανδρών, γυναικών και παιδίων ότι είναι Χριστιανός και ότι μέλλει να μαρτυρήση υπέρ Χριστού δια να καταισχύνη την τουρκικήν πίστιν και άλλα παρόμοια. Ο δε Τούρκος κύριος της οικίας, ιδών αυτόν άνωθεν να πίνη ύδωρ εις απηγορευμένην δι΄ αυτούς ώραν και να λέγη τα όσα έλεγεν, ων δε και δαιμονισμένος εκ του ραμαζανίου, ώρμησεν ως θηρίον άγριον και αρπάσας την πιστόλαν του Αγγελή από την ζώνην του τον έδερνε με την πιστόλαν όπου έφθανεν, έως ότου εχόρτασε την θηριώδη μανίαν του ο αλιτήριος· ο δε ευλογημένος Αγγελής ούτε ωμίλησε ποσώς, ούτε μετεκινήθη από το κάθισμά του, αλλ΄ ήτο «ως αμνός (άκακος) εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος» (Ησ. νγ: 7) και «ωσεί άλαλος ουκ ανοίγων το στόμα αυτού και … ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελεγμούς» (Ψαλμ. λζ: 14-15). Μετά τον σκληρόν εκείνον δαρμόν και την αναχώρησιν του ασεβούς, επήγεν εις Ιερεύς γνώριμός του και του λέγει· «Ιδού καιρός αρμόδιος να παρρησιασθής, και να είπης: Επειδή οι Τούρκοι με δέρουν και με ατιμάζουν, δεν θέλω πλέον να είμαι εις την πίστιν σας, αλλ΄ είμαι Χριστιανός ως και πρότερον και ό,τι θέλετε κάμετέ με, έτοιμος είμαι και να αποθάνω δια τον Χριστόν». Αυτά του είπεν ο Ιερεύς, ο δε μακάριος Αγγελής δεν ωμίλησεν, αλλ΄ ήγειρε την χείρα του εις τον ουρανόν, εννοών με τούτο, ότι, όταν έλθη το θέλημα του Κυρίου, τότε ας γίνη αυτό το οποίον με συμβουλεύεις. Την αυτήν ώραν εκίνησε και έκαμε μίαν ευχάριστον δοκιμήν, αν έφθασεν η ώρα και το θέλημα του Θεού. Ήτο, καθώς είπομεν, το ραμαζάνι, αυτός δε λαβών άρτον, τυρόν και οίνον επήγεν εις την θύραν του μεχκεμέ (δικαστηρίου) και απλώσας το μανδήλιόν του ως τράπεζαν εκάθησεν εκεί αμέριμνος και αφόβως ήρχισε να τρώγη και να πίνη. Εισήρχοντο δε και εξήρχοντο πολλοί Αγαρηνοί, αλλ΄ ουδείς του είπε: «Τι κάμεις εκεί, άνθρωπε; Τρώγεις και πίνεις τώρα που είναι ραμαζάνι (νηστεία) και μάλιστα με τόσην αυθάδειαν έμπροσθεν της θύρας του μεχκεμέ, ενώ είσαι Τούρκος και όπως γνωρίζεις αυτό απαγορεύεται εις τους Τούρκους;». Ουδείς, λέγω, του είπε τίποτε· όθεν ηγέρθη και πηγαίνων παρέκει, λέγει εις τινας Χριστιανούς· «Δεν ήλθεν η ώρα ακόμη». Είπομεν ανωτέρω, ότι πάντας τους Αγίους επεκαλείτο εις βοήθειαν και μάλιστα τους Μάρτυρας· είχε δε και υπερβάλλουσαν αγάπην, με πόθον διάπυρον και ευλάβειαν υπερέξοχον, προς τον εν Ιεράρχαις θαυματουργόν Άγιον Μακάριον, τον Αρχιεπίσκοπον πρώην Κορίνθου, τον εν τη Χίω διαλάμψαντα και προ ολίγων ετών δοξασθέντα παρά Θεού. Όθεν συχνά επήγαινε και έπιπτε πρηνής επάνω εις τον ιερόν αυτού τάφον και με τα δάκρυά του τον έβρεχε και με πολλά κτυπήματα της κεφαλής του εις τον λίθον του μνήματος εδέετο του Αγίου και έλεγεν· «Άγιε του Θεού, καθώς ζων ωδήγησας εις το Μαρτύριον τους Νεομάρτυρας Πολύδωρον τον Κύπριον, Θεόδωρον τον Βυζάντιον, Δημήτριον τον Πελοποννήσιον και άλλους πολλούς εξωμότας και τους έφερες εις οδόν μετανοίας, ούτω και μετά θάνατον, μάλιστα τώρα όπου μετά παρρησίας Ιεραρχικής παρίστασαι ενώπιον του θρόνου της Θείας μεγαλειότητος, ενδυνάμωσον και εμέ τον ανάξιον εις το υπέρ Χριστού Μαρτύριον και αξίωσόν με να τελειώσω θεαρέστως τον καλόν αγώνα της αθλήσεως». Εκεί όμως όπου εφαίνετο ένδακρυς και οι αναστεναγμοί του ήσαν σχεδόν ακατάπαυστοι, συγχρόνως έκαμνε και κάποιαν παραφροσύνην και εσκέπαζε την εν γνώσει αρετήν του και δεν ήξευρε κανείς τι να τον είπη, παράφρονα ή φρόνιμον; Καθώς ημέραν τινά, αφ΄ ου έκλαυσε πικρώς και έκρουσε πολλάκις την κεφαλήν του επάνω εις το ιερόν μνήμα και έτυψε το στήθος του ως ο τελώνης, τότε εζήτησε να του φέρουν ένα ορνίθιον· όθεν του το έφεραν, νομίσαντες ότι θέλει να του το ετοιμάσουν δια φαγητόν. Αφού λοιπόν το έλαβεν, επλήρωσε και έπειτα λέγει· «Ποίος είναι επιτήδειος να του κόψη την κεφαλήν με ένα κτύπημα;» Τότε νέος τις την έκοψε παρευθύς, λαβών δε ο μακάριος από την μίαν χείρα το σώμα του πτηνού, από δε την άλλην την κεφαλήν αυτού και βλέπων προς τον ουρανόν, εφώναξε με κλαυθμηράν φωνήν· «Ούτω, Χριστέ μου, να χωρισθή και η ιδική μου κεφαλή από το σώμα μου με μίαν σπαθιάν»· έπειτα έρριψε μακράν το ορνίθιον και ούτε εκείνος το έφαγεν, ούτε άλλος τις. Τούτο βλέποντες οι παρόντες όσοι μεν ηννόησαν ότι αποφασιστικά ετοιμάζεται δια τον υπέρ Χριστού θάνατον, εδάκρυσαν· όσοι δε ενόμισαν το γενόμενον παιγνίδι και αστείον, εγέλασαν. Εσύχναζε δε πολλάκις ο μακάριος Αγγελής εις εν εξωκκλήσιον και έβλεπεν εκεί πνευματικόν τινα, όστις εθαύμαζε την κατάνυξίν του, τα δάκρυά του, τους εκ βάθους στεναγμούς του, την συντριβήν της καρδίας του, την εγκράτειάν του, τους ουρανόφρονας λογισμούς του και την εν γένει διαγωγήν του. Έλεγε δε ούτος ότι «Πολλάκις έτυχεν εις την συνομιλίαν μας και έμεινεν ο άνθρωπος ώραν ικανήν ως εκστατικός. Από τα φαινόμενα εκείνα συμπεραίνω ότι εγίνετο θεόληπτος και ηρπάζετο ο νους του εις την θείαν θεωρίαν. Έπειτα με ταπεινήν φωνήν έλεγεν· «Χριστέ μου, συ γνωρίζεις όλην μου την κατάστασιν, φθάνει πλέον, φθάνει· δεν δύναμαι να ανθέξω άλλο, έως πότε να γίνη το θέλημά Σου». Εδοκίμασα πολλάκις, μας έλεγεν ο πνευματικός εκείνος, να τον κάμω να μου φανερώση μυστικόν τινα λογισμόν του πνευματικόν τι πάθημα, ήτοι θεωρίαν ή αποκάλυψιν και ευθύς μετέβαινεν εις άλλην ομιλίαν· άλλοτε έλεγε· «Τι πειράζεις ένα αμαρτωλόν και παράφρονα άνθρωπον; Πεινώ, έχεις τι να μου δώσης να φάγω;» Με τοιαύτην πεπλασμένην μωρίαν διήλθεν εδώ εις την Χίον ο θεόσοφος και θεόπνευστος Αγγελής μήνας εξ, έως ότου ήλθε του Κυρίου το θέλημα δια να παρρησιασθή, καθώς εδέετο και παρεκάλει· προτού δε να παρρησιασθή τρεις ημέρας, απεχωρίσθη από την συναναστροφήν των πολλών και περιεπάτει μόνος του, σύννους και σιωπών, εγνωρίζετο δε ότι εις μεγάλην και υψηλήν θεωρίαν ευρίσκετο. Αφού δε ωμολόγησεν ότι εχλευάσθη και εγελάσθη υπό του δολίου δαίμονος και εγνώρισε την ανθρωπίνην ασθένειαν και μετενόησε καλώς και έκλαυσε πικρώς την άρνησίν του ως ο Πέτρος και κατασυνετρίβη από τα κτυπήματα και επεκρέμασεν όλην την ελπίδα του εις τον Θεόν, τότε και ο Θεός, ο θέλων πάντας σωθήναι, τον ηξίωσε του ποθουμένου. Ο δε τρόπος, με τον οποίον εισήλθεν εις το στάδιον του Μαρτυρίου, ηκολούθησεν ως εξής: Ημέραν τινά επήγε κρυφίως εις ένα Χριστιανόν και εξύρισε τα γένεια του, έπειτα ήλθεν εις το τελωνείον και εκεί βλέποντες αυτόν οι Αγαρηνοί χωρίς γένεια, τον ηρώτησαν· «Τι είναι αυτό το σημείον; Που είναι τα γένεια σου; Πως τα εξύρισες;» Αυτός δε ο μακάριος χαμογελών απεκρίθη· «Εν όσω ήμην Τούρκος, τα είχον, επειδή τα έχουν οι Τούρκοι εις τιμήν, τώρα δε όπου είμαι Χριστιανός, καθώς ήμην και πρότερον, τα έκοψα ως περιττά και άχρηστα, επειδή εις τον τόπον τούτον δεν συνηθίζουν οι Χριστιανοί να έχουν γένεια». Ταύτα ακούσαντες εκείνοι εδοκίμασαν πρώτον εντός του τελωνείου με διαφόρους τρόπους να τον διορθώσουν τάχα, αλλ΄ όσον εκείνοι έπασχον να μεταβάλουν την γνώμην του, τόσον αυτός μετά παρρησίας και ελευθερίας και αφοβίας εκήρυττεν ότι είναι Χριστιανός και ηρνείτο την ιδικήν των θρησκείαν ως ψευδή και ανυπόστατον. Ανήγγειλαν τότε οι Τούρκοι τα γενόμενα εις τον διοικητήν, όστις έστειλε και τον συνέλαβον εντός της πόλεως. Έτυχε δε να είναι τότε η ώρα κατά την οποίαν τα πλήθη των Αγαρηνών συνήρχοντο δια να προσκυνήσουν εις το τζαμίον, το οποίον είναι πλησίον του τελωνείου. Ηθέλησαν λοιπόν αυτοί να τον αναβιβάσουν βιαίως επάνω εις το τζαμίον και τότε βλέποντες το πλήθος ότι δεν ήθελεν, ώρμησαν επάνω του πολλοί ως άγρια θηρία και άλλοι σύροντες έμπροσθεν, άλλοι ωθούντες όπισθεν, άλλοι δέροντες άσπλαγχνα, όπου έφθανεν έκαστος, τον εβίαζον να τον αναβιβάσουν, εκείνος δε ο αοίδιμος εφώναζε· «Θανατώσετέ με ταύτην την ώραν, δεν αναβαίνω εις το τζαμίον, επειδή είμαι Χριστιανός». Τον έφεραν λοιπόν εντός της πόλεως και τον έβαλον σιδηροδέσμιον εις σκοτεινήν φυλακήν. Τι του έκαμον και πως τον εβασάνισαν την νύκτα εκείνην, δεν είναι γνωστόν· πολλά λέγονται, πλην ουδέν εξ αυτών γράφομεν, διότι δεν γνωρίζομεν επακριβώς την αλήθειαν· όθεν λέγομεν μόνον τα ακόλουθα της διηγήσεως. Την επομένην ημέραν τον εξέβαλον από την σκοτεινήν φυλακήν της πόλεως και τον έφεραν εις το διοικητήριον· εκεί γενομένης συνελεύσεως των αγάδων, παρεστάθη ο Μάρτυς της αληθείας εις δευτέραν εξέτασιν, όσα όμως και αν του είπον, κολακευτικά και απειλητικά, δεν εστάθησαν ικανά να μεταβάλουν την γνώμην του· όθεν τον εφυλάκισαν πάλιν και έβαλον τους πόδας του εις το τιμωρητικόν ξύλον. Την ακόλουθον ημέραν, βλέποντες το αμετάθετον της γνώμης του, τον έβγαλαν αντίκτυ του κονακίου εις τόπον λεγόμενον Βουνάκι και καθώς είχε ζητήσει και έκοψαν με ένα κτύπημα την κεφαλήν του ορνιθίου, και καθώς μετά δακρύων είχε παρακαλέσει ειπών· «Ούτω, Χριστέ μου, να κοπή με μίαν σπαθιάν και η ιδική μου κεφαλή», ούτω και εγένετο. Διότι ευθύς με την πρώτην σπαθιάν απετμήθη η πάντιμος αυτού κεφαλή και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον, εν έτει 1813, Δεκεμβρίου 3 και τότε «απεκαλύφθησαν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ. β: 35) και όλοι επληροφορήθησαν και εβεβαιώθησαν, ότι ούτε υποχονδριακός ήτο, ούτε παράφρων, αλλ΄ ήτο άνθρωπος φρόνιμος, συνετός, θεόφρων και όλα εκείνα τα έκαμνε θεληματικώς, καθώς το πάλαι ο μακάριος Συμεών ο δια Χριστόν σαλός. Έμεινε δε το μαρτυρικόν σώμα εις τον τόπον της καταδίκης τρία ημερονύκτια και συνέτρεχον εις την αγίαν θεωρίαν του σεβασμιωτάτου προσώπου του (διότι κατά αλήθειαν πολλήν σεβασμιότητα είχε και Χάριν θείαν) τα πλήθη των Χριστιανών, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, Ιερείς και λαϊκοί και όσοι ηδυνήθησαν έλαβον εξ αυτού, με δόσιν χρημάτων, άλλος τρίχας, άλλος ένδυμα, άλλος τεμάχιον λειψάνου και άλλος αίμα εις αγιασμόν των. Μερικοί δε και χιλιάδες γρόσια επεσχέθησαν και μεσίτας έβαλον δια να αγοράσουν και το άγιον σώμα· και συγκατένευσαν μεν οι Τούρκοι να το δώσουν, αλλά κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος δεν ηξιώθησαν του ποθουμένου· επειδή την ώραν εκείνην ώρμησεν εις Ιερεύς και αρπάσας την αγίαν του κάραν, την ησπάζετο έμπροσθεν των Αγαρηνών. Εκ τούτου σκληρυνθέντες εκείνοι, ήγειραν παρευθύς το άγιον λείψανον ομού και το χώμα όπερ ήτο υποκάτω αυτού και το έρριψαν εις την θάλασσαν εις βάθος 25 οργυιών, εδοκίμασαν δε την νύκτα τινές φιλομάρτυρες να το εκβάλουν, αλλά δεν ηδυνήθησαν. Τοιαύτη εστάθη η προ του Μαρτυρίου ζωή και πολιτεία του αοιδίμου Αγγελή, ως ηκούσατε· χριστιανική δηλονότι και ευαγγελική, αλλά με το να μη εφύλαξε την παραγγελίαν του Αποστόλου Παύλου, την λέγουσαν· «Ο δοκών εστάναι, βλεπέτω μη πέση» (Α΄ Κορ. ι: 12)· με το να είχε το θάρρος του εις τον εαυτόν του· και με το να μη εδέχθη άλλου τινός την συμβουλήν, έπεσε πτώμα ελεεινόν. Ο δε προγνώστης Θεός, προγινώσκων τα μέλλοντα, παρεχώρησε προς ολίγον δια να τον ταπεινώση, (διότι κατά τους θείους Πατέρας καλλίτερα έχει ο Θεός αμαρτωλόν ταπεινόν, παρά δίκαιον υπερήφανον)· αφ΄ ου δε, ως είπομεν, εταπεινώθη και μετενόησε και όλην του την ελπίδα επεκρέμασεν εις την θείαν βοήθειαν, τότε όχι μόνον εκ του πτώματος της αρνήσεως τον ηνώρθωσεν, αλλά και εις το ύψος της μαρτυρικής δόξης τον ανύψωσε. Τώρα ένα τοιούτον Μάρτυρα, όπως είναι ο μακάριος Αγγελής, τις αμφιβάλλει και τις δεν τον ομολογεί όντως θείον Μάρτυρα και μαρτυρικής τιμής άξιον; Νομίζω ουδείς, εκτός μόνον εάν είναι κανείς κακοπροαίρετος ή αμαθής και δεν γνωρίζει την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν. Δεν εορτάζει και μαρτυρικώς δοξάζει η Εκκλησία τον Πέρσην Ιάκωβον; Δεν κηρύττει Μάρτυρας τον Παγχάριον, τον Μείρακα, το πλήθος εκείνο των Χριστιανών, οι οποίοι δια τον φόβον των βασάνων εξώμοσαν και έπειτα από νουθεσίαν του Μεγαλομάρτυρος Κοδράτου ωμολόγησαν πάλιν τον Χριστόν και απέθανον εν τη ομολογία της Πίστεως; Δεν υπάρχουν τοιαύτα παραδείγματα πάμπολλα εις την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν; Όντως λοιπόν Μάρτυρες παναληθέστατοι είναι ούτοι άπαντες οι αρνηθέντες και έπειτα μαρτυρήσαντες, ομού δε με αυτούς και ο σήμερον εορταζόμενος Νέος Μάρτυς Αγγελής και μαρτυρικής τιμής είναι όλοι άξιοι. Πρέπει λοιπόν και ημείς να τους τιμώμεν, διότι, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, η προς τους αγαθούς των ομοδούλων τιμή απόδειξιν έχει της προς τον κοινόν Δεσπότην ευνοίας· πρέπει, λέγω, να τους τιμώμεν και να τους εορτάζωμεν, εξαιρέτως δε τον θείον Αγγελήν, του οποίου την λαμπράν μαρτυρίαν με τους οφθαλμούς μας είδομεν και πολιούχον και προστάτην και έφορον και προς Θεόν μεσίτην ηξιώθημεν να τον έχωμεν· ου ταις αγίαις πρεσβείαις προς Κύριον ρυσθείημεν των επικειμένων δεινών και των επερχομένων και αξιωθείημεν των μελλόντων αγαθών της ουρανίου Βασιλείας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2576
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) του Δεκεμβρίου, μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΒΑΡΒΑΡΑΣ

Δημοσίευση από silver »

Βαρβάρα η ένδοξος του Χριστού Μεγαλομάρτυς έζη κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου τυράννου Μαξιμιανού του εν έτει σπδ – τε (284-305) βασιλεύσαντος· κατήγετο δε από την Ανατολήν, εκ πόλεώς τινος, ήτις ωνομάζετο Ηλιούπολις. Κατά την εποχήν εκείνην τοπάρχης της Ηλιουπόλεως ήτο ο πατήρ της Αγίας, όστις ωνομάζετο Διόσκορος, άνθρωπος αρκετά πλούσιος· κατώκει δε εις τι χωρίον λεγόμενον Γελασσόν, το οποίον ήτο μακράν από την Ηλιούπολιν δώδεκα στάδια (2.220 μέτρα περίπου). Ήτο δε η Βαρβάρα μονογενής θυγάτηρ του Διοσκόρου, ωραιοτάτη και πάγκαλος, όχι μόνον κατά την ωραιότητα του προσώπου, αλλά και κατά την ανατροφήν, και ήτο τοσούτον εύτακτος και ευγενής κατά τα ήθη, ώστε οι γονείς αυτής ησθάνοντο δια τούτο εν τη καρδία αυτών υπερβολικήν χαράν και ηθικήν ομού ευχαρίστησιν. Επειδή όμως ήτο μικρά ακόμη και ωραία, οι γονείς της, έκριναν συμφέρον να την προφυλάξουν όσον ηδύναντο περισσότερον. Έκτισαν λοιπόν επίτηδες πύργον υψηλόν και την έκλεισαν εις αυτόν δια να μη την βλέπουν οι άνθρωποι. Της έδωσαν δε με αφθονίαν από όλα τα πράγματα, όσα της εχρειάζοντο, δηλαδή υπηρετρίας, τροφάς, ενδύματα και άλλα διάφορα ανάλογα του πλούτου και της καταστάσεως αυτών. Όταν μετά καιρόν έφθασεν η κόρη εις ηλικίαν νόμιμον, πολλοί από τους πρώτους των αρχόντων και των μεγιστάνων της πόλεως, ακούοντες την καλήν της φήμην και το περιβόητον όνομα, την εζήτησαν ως σύζυγον από τον πατέρα της. Αυτός όμως δεν ηθέλησε να δώση τον λόγον του εις κανένα, αν δεν απεφάσιζε πριν εις τούτο η Βαρβάρα. Αναβάς λοιπόν εις τον πύργον, ηρώτησεν αυτήν αν ήθελε να την υπανδρεύση. Αλλ΄ εκείνη, πριν ακόμη περιμείνη να τελειώση τον λόγον του ο πατήρ της, του απεκρίθη με αγανάκτησιν και οργήν· «Δεν θέλω να μου κάμης πλέον τοιούτον λόγον, διότι θα με αναγκάσης να θανατωθώ μόνη μου και θα χάσης τότε το τέκνον σου». Ο πατήρ της, ακούσας τους λόγους τούτους, δεν την εστενοχώρησε περισσότερον, διότι ηννόησεν ότι η θυγάτηρ του δεν ηναντιούτο εις αυτόν από δυστροπίαν ή απείθειαν, αλλά διότι επόθει να μείνη παρθένος. Κατέβη λοιπόν από τον πύργον χωρίς να της είπη τότε λόγον σκληρόν, ελπίζων ότι με τον καιρόν θα την καταπείση με λόγους καταλλήλους και κολακείας να δεχθή την υπανδρείαν. Κατ΄ εκείνας τας ημέρας ο Διόσκορος απεφάσισε να οικοδομήση έξωθεν του πύργου λουτρόν ωραιότατον. Αφού λοιπόν έκαμε το σχέδιον και έδωκεν εις τους τεχνίτας τας αναγκαίας οδηγίας και τους είπε συγχρόνως, ότι θα τους ικανοποιήση αν επιμεληθούν και προσέξουν να γίνη ωραίον το κτίριον, ανεχώρησε προσωρινώς από το χωρίον του και επήγεν εις άλλην χώραν, εις την οποίαν είχεν αναγκαίαν υπόθεσιν. Επειδή όμως ο Διόσκορος εβράδυνε να επιστρέψη, κατήλθε του πύργου η Βαρβάρα και επήγε να επισκεφθή το κτιζόμενον λουτρόν. Είδε λοιπόν ότι όλη η οικοδομή είχε δύο μόνον παράθυρα· όθεν ηρώτησε τους κτίστας διατί δεν έκαμαν και άλλο εν παράθυρον προς το νότιον μέρος, ώστε να φωτίζεται το λουτρόν περισσότερον. Οι κτίσται της απεκρίθησαν, ότι ούτως είχε προστάξει ο πατήρ της. Τότε αυτή τους είπε πάλιν· «Κάμετε χωρίς άλλο και το τρίτον παράθυρον και εγώ αποκρίνομαι προς τον πατέρα μου, αν σας ερωτήση δια τούτο». Έκαμαν λοιπόν οι κτίσται καθώς τους είπεν. Αυτή δε κατέβαινε συχνά και παρηκολούθει την οικοδομήν και βλέπουσα τα τρία παράθυρα έχαιρεν. Ο δε πανάγαθος και ελεήμων Θεός, όστις γνωρίζει όλα τα πράγματα πριν ακόμη πραγματοποιηθώσιν, ευχαριστηθείς από την αγαθήν και φρόνιμον γνώμην αυτής, εφώτισε την ψυχήν της θαυμάσια και ενέπλησε την καρδίαν της από Πνεύμα Άγιον και παρρησίαν προς τον μόνον αληθή Θεόν και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Σταθείσα λοιπόν εις την κολυμβήθραν του λουτρού και βλέπουσα προς ανατολάς εχάραξε με τον δάκτυλόν της τον τύπον του θείου Σταυρού επάνω εις τα μάρμαρα· και, ω του θαύματος! ως να ήτο ο δάκτυλός της εργαλείον σιδηρούν ήνοιξε τόσον βαθύν λάκκον εις το μάρμαρον, ώστε το σημείον του Σταυρού εκείνου φαίνεται μέχρι της σήμερον, δια να κηρύττεται η θαυματουργία και η δύναμις του Κυρίου και Θεού ημών πάντοτε. Και όχι μόνον ο Σταυρός αυτός, αλλά και αυτό το λουτρόν σώζεται μέχρι της σήμερον και κάμνει διάφορα θαύματα, και θεραπεύει όσους έχουν ασθένειάν τινα, όταν προσέλθουν εις αυτό μετά πίστεως. Τοιούτον δε λουτρόν και αν το ονομάση κανείς Ιορδάνιον ρείθρον ή πηγήν Σιλωάμ, ή και Προβατικήν κολυμβήθραν, δεν αμαρτάνει· διότι η δύναμις του Θεού ετέλεσε και εις τούτο πολλά και παράδοξα θαύματα. Ημέραν τινά, επιστρέφουσα από το λουτρόν η Βαρβάρα, παρετήρησε τα είδωλα, τα οποία προσεκύνει ο πατήρ της· στενάξασα δε εκ βάθους ψυχής δια την αναισθησίαν και τυφλότητα αυτού, έπτυσε τα είδωλα κατά πρόσωπον και είπεν· «Όμοιοι με σας να γίνουν, όσοι σας προσκυνούν και σας καλούν εις βοήθειάν των». Ταύτα ειπούσα εισήλθεν εις τον πύργον και έμεινεν εντός αυτού νηστεύουσα και προσευχομένη και περιμένουσα βοήθειαν από τους ουρανούς. Μετ΄ ολίγας ημέρας έφθασεν ο πατήρ της Διόσκορος, όστις ιδών το τρίτον παράθυρον ηπόρησε, πως το έκαμαν χωρίς αυτός να παραγγείλη. Οι δε παρευρισκόμενοι τεχνίται είπον προς αυτόν την αλήθειαν. Τότε ηρώτησε περί τούτου την θυγατέρα του, η οποία είπε προς αυτόν. «Εγώ, πάτερ, προσέταξα και το έκαμαν, διότι φαίνεται ωραιότερον το λουτρόν με τα τρία παράθυρα παρά με τα δύο». Ο πατήρ της, οργισθείς, είπε προς αυτήν· «Ειπέ μου, δια ποίον λόγον και αιτίαν σου φαίνεται ωραιότερον;» Λέγει προς αυτόν τότε η Βαρβάρα· «Αι τρεις θυρίδες φωτίζουσι πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Τούτο δε ειπούσα, ηννόει την της Αγίας Τριάδος υπόστασιν και μεγαλειότητα. Εις τους λόγους τούτους της Βαρβάρας εθυμώθη ακόμη περισσότερον ο πατήρ της και αρπάσας αυτήν την έφερεν εις το λουτρόν και της είπε· «Πως γίνεται το φως των τριών αυτών θυρίδων φωτιστικόν εις πάντα άνθρωπον;» Η Βαρβάρα απεκρίθη· «Πρόσεχε, πάτερ, να εννοήσης το αίτιον». Ταύτα ειπούσα, εποίησε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και δεικνύει εις αυτόν τα τρία της δάκτυλα, λέγουσα· «Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Με το φως αυτό όλη η κτίσις νοερώς καταλάμπεται». Ο αληθής ούτος λόγος της Βαρβάρας όχι μόνον δεν ηυχαρίστησε τον πατέρα της, όστις ήτο συνηθισμένος να προσκυνή τα ψευδή και απατηλά είδωλα, αλλ΄ απ΄ εναντίας τον έκαμε να γίνη θηριώδης. Ο ασεβέστατος και σκληροκάρδιος ούτος άνθρωπος ελησμόνησε δια μιας τους νόμους του Θεού, δεν συνελογίσθη ότι ήτο πατήρ και ότι η κόρη εκείνη ήτο αίμα του, αλλά σύρας το ξίφος του ώρμησε να την θανατώση. Αυτή όμως, σωθείσα δια της φυγής από τον κίνδυνον, κατέφυγεν εις ένα όρος εκεί πλησίον, εις το οποίον φθάσασα ύψωσε προς τον ουρανόν τας χείρας, τους οφθαλμούς και την διάνοιάν της και επεκαλείτο τον Θεόν εις βοήθειαν. Πράγματι, ο πανάγαθος Θεός δεν εβράδυνε ποσώς, αλλά καθώς έσωσε την Πρωτομάρτυρα Θέκλαν, την οποίαν εδέχθη μία πέτρα σχισθείσα εις δύο, ούτω και την αοίδιμον ταύτην Βαρβάραν, τρέχουσαν εις τα ορεινότερα μέρη, με όμοιο θαυματούργημα ελύτρωσε· διότι ενώ έτρεχε κατεπάνω της ο δήμιος εκείνος και όχι πατήρ της, εσχίσθη μία πέτρα δια θείας θελήσεως και προσταγής και την εδέχθη εντός αυτής κρύπτουσα ταύτην από τον αιμοβόρον πατέρα της. Ο λίθινος όμως εκείνος άνθρωπος ή μάλλον ειπείν και των λίθων αυτών αναισθητότερος, δεν μετενόησεν ούτε ωπισθοδρόμησε καν ιδών εξαφανισθείσαν από του προσώπου αυτού την Βαρβάραν, αλλ΄ ως τέκνον του ανθρωποκτόνου δαίμονος έτρεχεν εδώ και εκεί, ίνα θύση και απολέση. Ευρών δε δύο ποιμένας, οι οποίοι έβοσκον τα πρόβατά των εκεί πλησίον, τους ηρώτησεν αν ήξευραν, που ήτο κρυμμένη η θυγάτηρ του. Ο εις εξ αυτών ήτο συμπαθής και φιλάνθρωπος και κρίνων άδικον να προδώση την διωκομένην Μάρτυρα, ηρνήθη και είπεν, ότι δεν την είδε ποσώς· επροτίμησεν ως γνωστικός να είπη ψεύδος σωτήριον, παρά αλήθειαν βλάπτουσαν. Ο δε άλλος ποιμήν, πονηρός και απάνθρωπος, δεν ωμίλησε μεν δια να μη τον ακούσωσι, με τον δάκτυλόν του όμως έδειξε την οδόν εις τον Διόσκορον, δια να εύρη την Μάρτυρα. Όμως η θεία δίκη επαίδευσεν αμέσως το κακούργημα τούτο, διότι όλα τα πρόβατα του κακοτρόπου εκείνου και άφρονος βοσκού έγιναν κάνθαροι και έμειναν τοιούτοι μέχρι τέλους και περιεκύκλουν τον τάφον της Αγίας. Ευρών επί τέλους την Αγίαν ο Διόσκορος εις το όρος την έδειρεν ανηλεώς· έπειτα αρπάσας αυτήν εκ των πλοκάμων της κεφαλής την έσυρε βιαίως εις τον οίκον του. Εκεί δε φθάσαντες την έκλεισεν εις μικρόν οικίσκον και σφραγίσας την θύραν, έβαλε φύλακας να την φυλάττουν. Έπειτα επήγεν εις τον ηγεμόνα Μαρκιανόν, όστις εξουσίαζε τότε την πόλιν εκείνην, και είπε προς αυτόν· «Η θυγάτηρ μου καταφρονεί και αποστρέφεται τους θεούς ημών και μόνον τον Εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν σέβεται και τιμά εξ όλης ψυχής». Αφού είπε ταύτα, έφερε και την θυγατέρα του και την παρέδωκεν εις τας χείρας του Μαρκιανού, εξώρκισε δε αυτόν εις τους θεούς των να μη την λυπηθή παντελώς, αλλά να την βασανίση με παντός είδους βίαια και σκληρά κολαστήρια. Καθίσας ο Μαρκιανός εις την έδραν του δικαστηρίου προσέταξε να φέρωσι την Μάρτυρα, η οποία, άμα παρουσιάσθη και την είδεν εκείνος, έκθαμβος γενόμενος από το εξαίσιον κάλλος και το σεμνόν ήθος της, ελησμόνησε προς στιγμήν τους όρκους του Διοσκόρου, και είπε προς αυτήν με γλυκείαν φωνήν και με πραότητα· «Δεν λυπείσαι τον εαυτόν σου, Βαρβάρα; Διατί δεν προσφέρεις θυσίαν εις τους θεούς, τους οποίους λατρεύουν και οι γονείς σου; Εγώ λυπούμαι να θανατώσω μίαν νέαν, η οποία έχει εξαίσιον κάλλος! Σε συμβουλεύω λοιπόν να υπακούσης εις ό,τι σου λάγω και να προσκυνήσης τους θεούς, άλλως θα με αναγκάσης να σε θανατώσω με τον πλέον σκληρόν τρόπον». Η δε Μάρτυς απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ προσφέρω θυσίαν δοξολογίας εις τον Θεόν μου, όστις εποίησε τον ουρανόν και την γην και όλα τα λοιπά κτίσματα. Οι θεοί όμως, τους οποίους συ λατρεύεις, είναι κατεσκευασμένοι από αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων και των εθνών δαιμόνια». Ταύτα ακούσας ο δικαστής ωργίσθη και προσέταξεν ευθύς να την γυμνώσουν και να την δείρουν ανηλεώς με σκληρά βούνευρα, να τρίψωσι δε τας πληγάς της με ύφασμα τρίχινον, δια να αισθάνεται δριμυτέρους τους πόνους. Τοσούτον λοιπόν απανθρώπως την εμαστίγωσαν, ώστε κατεπλήγωσαν και κατετρύπησαν το σώμα της, από δε το ρέον εκ των πληγών της άσπιλον αυτής αίμα κατεκοκκίνισε το μέρος της γης, εις την οποίαν την είχον ερριμμένην. Αφού τέλος πάντων την εβασάνισαν ούτως επί πολλήν ώραν, την έρριψαν εις την φυλακήν προσωρινώς, μέχρις ότου την εξετάσωσι και δεύτερον. Περί το μεσονύκτιον όμως εφάνη αίφνης έμπροσθεν αυτής φως φαεινόν, από το οποίον έλαμψεν όλον το δεσμωτήριον. Υπεράνω δε του φωτός τούτου εφάνη ο Δεσπότης Χριστός, όστις ενθαρρύνας αυτήν, της είπε· «Μη φοβηθής ουδόλως, Βαρβάρα, ούτε να αποκάμης από τας βασάνους και τας τιμωρίας των σκληροκαρδίων αυτών ανθρώπων, αλλά να εμμείνης σταθερά εις το φρόνημά σου, εγώ δε θέλω μένει πάντοτε μετά σου και θέλω σε διαφυλάττει δια παντός υπό την σκέπην μου». Ταύτα του Δεσπότου Χριστού προς την Αγίαν λέγοντος, αι πληγαί αυτής ηφανίσθησαν και όλον το σώμα της εθεραπεύθη εντελώς. Δι΄ ο αύτη ησθάνθη εγκάρδιον αγαλλίασιν και ευχαρίστησιν ανέκφραστον. Γυνή δε τις θεοσεβής και ενάρετος, Ιουλιανή ονομαζομένη, έτυχε να ευρεθή τότε μετά της Αγίας, η οποία ιδούσα το παράδοξον τούτο θαύμα, εδόξασεν από καρδίας τον Θεόν. Επειδή δε είχε την αυτήν γνώμην και το αυτό φρόνημα με την Μάρτυρα, απεφάσισεν εν τη καρδία αυτής να υπομείνη και αύτη εις την πρώτην ευκαιρίαν παντός είδους τιμωρίας και βασάνους δια την αγάπην και το όνομα του Ιησού Χριστού. Ούτως εχόντων των πραγμάτων ήλθε και εκ δευτέρου ο ηγεμών εις το δικαστήριον και προσέταξε να φέρωσι πάλιν ενώπιόν του την Βαρβάραν, την οποίαν ιδόντες οι περιεστώτες εντελώς υγιαίνουσαν και χωρίς να έχη καμμίαν πληγήν εις το σώμα της, εξεπλάγησαν άπαντες. Ο ασεβής ηγεμών όμως, τετυφλωμένος από την πλάνην του, δεν ηθέλησε να αναγνωρίση την μεγάλην τού αληθινού Θεού δύναμιν, αλλ΄ είπεν ο άφρων προς την Μάρτυρα· «Βλέπεις, Βαρβάρα, πόσην δύναμιν έχουσιν οι θεοί μου, οι οποίοι σε ηυσπλαγχνίσθησαν και θεράπευσαν τας πληγάς σου»; Αυτή δε απεκρίθη προς αυτόν· «Οι θεοί σου, οίτινες είναι τυφλοί και ανίσχυροι καθώς συ, πως είναι δυνατόν να κάμουν τοιαύτην θαυμασίαν πράξιν; Αυτοί μάλλον έχουν ανάγκην από τους ανθρώπους. Όχι λοιπόν, δεν με εθεράπευσαν οι θεοί σου, με ιάτρευσεν ο Χριστός, ο αληθής Υιός του ζώντος Θεού, αυτός τον οποίον δεν δύνασαι συ να ίδης, διότι οι οφθαλμοί σου είναι βεβαρημένοι από το σκότος της ασεβείας». Ακούσας ο ηγεμών τους λόγους τούτους της Αγίας ωργίσθη σφόδρα και προσέταξε να καταξεσχίσωσι τας σάρκας της με σιδηρούς όνυχας, να καίωσι τα ξεσχισμένα μέλη της με λαμπάδας ανημμένας και να κτυπώσι με σφύραν την αγίαν αυτής κεφαλήν. Έτυχε δε πάλιν και τότε να ευρεθή εκεί παρούσα και η αγαθή και θεοσεβής Ιουλιανή, η οποία βλέπουσα τας τιμωρίας και τας βασάνους, τας οποίας έκαμνον εις την Μάρτυρα και το αίμα, το οποίον έρρεε ποταμηδόν εκ της κεφαλής και του λοιπού σώματος αυτής, μη δυναμένη δε άλλως να την βοηθήση, τόσον συνεκινήθη από τον πόνον, τον οποίον ησθάνετο εις την καρδίαν της, ώστε ήρχισε να κλαίη απαρηγόρητα. Ο ηγεμών, ιδών αυτήν κλαίουσαν, ηρώτησε ποία ήτο. Μαθών δε ότι ήτο Χριστιανή και αυτή και ότι δια την προς την Βαρβάραν συμπάθειάν της έκλαιε, προσέταξε να κρεμάσωσιν αμέσως και αυτήν πλησίον της Αγίας, να ξεσχίσωσι τας σάρκας της και με λαμπάδας ανημμένας να την κατακαίωσιν. Ούτω λοιπόν βασανιζομένη και αυτή σκληρώς, κατά την προσταγήν του άρχοντος, και πάσχουσα αλγεινώς, ύψωσε τους οφθαλμούς της προς τον ουρανόν και είπε· «Δέσποτα Χριστέ Βασιλεύ, καρδιογνώστα και παντοδύναμε, γνωρίζεις ότι δια την αγάπην σου πάσχω όλα αυτά τα δεινά· λοιπόν μη με εγκαταλείπης μηδέ αφήσης να με νικήση ο αλιτήριος ούτος και να καυχηθή δι΄ εμέ, αλλ΄ αξίωσόν με να εγκαρτερήσω μέχρι τέλους, δια να λάβω τον στέφανον της αθλήσεως». Ενώ δε η Ιουλιανή εδέετο ούτω προς τον Θεόν, ο σκληροκάρδιος άρχων προσέταξε να κόψωσι τους μαστούς και των δύο. Πλην και η απάνθρωπος αύτη πράξις δεν μετέβαλε ποσώς την απόφασιν αυτών, απεναντίας μάλιστα η Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα έψαλλε τότε λέγουσα· «Κύριε, μη απορρίψης ημάς από του προσώπου σου, και το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης αφ΄ ημών» (Ψαλμ. ν: 13-14). Αφού λοιπόν υπέμειναν και αυτήν την τρομεράν βάσανον, προσέταξεν ο άρχων την μεν Ιουλιανήν να φυλακίσωσι, την δε Βαρβάραν να την περιφέρωσι γυμνήν εις όλην την πόλιν και συγχρόνως να την δέρωσιν ασπλάγχνως. Η δε σεμνή Μάρτυς, θεατριζομένη δια τοιούτου απρεπεστάτου τρόπου και συγχρόνως δερομένη, δεν εθλίβετο ποσώς δια τας βασάνους ταύτας, αλλ΄ ατενίσασα τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν είπε· «Δέσποτα Κύριε, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις και περιτυλίσσων την γην με ομίχλην, αυτός και την εμήν γύμνωσιν σκέπασον, Βασιλεύ των ουρανών, και μη αφήσης να βλέπωσιν οι ασεβείς τα μέλη μου, δια να μη γίνω μυκτηρισμός αυτών και χλευασμός και περιγέλασμα». Ήκουσεν εκ Ναού αγίου αυτού ο ταχύς Θεός και έσπευσεν ευθύς εις αντίληψιν της πασχούσης Μάρτυρος. Εφάνη δε έμπροσθεν αυτής καθήμενος επί χερουβικού άρματος και την μεν καρδίαν αυτής επλήρωσεν ευφροσύνης και αγαλλιάσεως, δια της θείας και πανευφροσύνου παρουσίας Αυτού, το δε άγιον αυτής σώμα, κατά προσταγήν Αυτού, ενέδυσαν οι Άγιοι Άγγελοι με στολήν λαμπροτάτην και ένδοξον. Όχι δε μόνον τούτο εγένετο, αλλά και τας πληγάς αυτής εθεράπευσε πάλιν ως και πρότερον. Οι δε υπηρέται την παρουσίασαν εις τον άρχοντα, όστις ιδών αυτήν ούτως ενδεδυμένην ησχύνθη· όθεν μη δυνάμενος να την νικήση με απειλάς και βασάνους, ούτε με υποσχέσεις αγαθών και πλούτου, απεφάσισε να θανατώση αυτήν και την ομόφρονα αυτής Ιουλιανήν. Προσέταξε λοιπόν να αποκεφαλίσωσι και τας δύο. Εις όλας τας τιμωρίας και τας βασάνους, τας οποίας ανεφέραμεν ότι εδοκίμασεν η Μάρτυς Βαρβάρα, ήτο παρών ο αιμοβόρος πατήρ αυτής και τας έβλεπεν ο άσπλαγχνος. Δεν επόνεσε δε ο ασεβής και παμμίαρος, ούτε ποσώς ελυπήθη την θυγατέρα του, ούτε εχόρτασεν εις τόσας παιδεύσεις και ξεσχισμούς όσους αυτή έπαθεν, αλλ΄ ενόμιζεν ακόμη ο άφρων, ότι ήθελον κατηγορήσει αυτόν ως άνανδρον και ασθενή κατά την ψυχήν, αν άφηνε να την φονεύση άλλος. Όθεν άμα ο δικαστής εξέδωκε την κατ΄ αυτής καταδικαστικήν απόφασιν, ευθύς ήρπασεν αυτήν ως τίγρις λυσσώσα, δια να την θανατώση με τας ιδίας του χείρας ο κακούργος! Λοιπόν ο μεν Διόσκορος έλαβε την κόρην του, άλλος δε δήμιος έλαβε την Ιουλιανήν και επορεύθησαν εις το όρος, εις το οποίον απεκεφαλίσθη η Βαρβάρα υπό του πατρός της. Αλλ΄ ενώ επορεύοντο εις τον τόπον του θανάτου αυτών αι δύο Μάρτυρες, αντί να λυπώνται και να θρηνούν, απ΄ εναντίας μάλιστα έχαιρον και ηυχαριστούντο, ως να ήσαν προσκεκλημέναι εις γάμον ή άλλην τινά διασκέδασιν φιλικήν και χαρμόσυνον. Η δε Αγία Μάρτυς του Χριστού Βαρβάρα εδέετο πάλιν προς τον Κύριον, λέγουσα· «Άναρχε Θεέ, ο ποιήσας τον ουρανόν ωσεί θόλον και θεμελιώσας την γην επί των υδάτων· ο προστάσσων τον ήλιον να φωτίζη τον κόσμον όλον και τα νέφη να βρέχωσιν· ο χαρίζων τοσαύτα αγαθά εις δικαίους και αμαρτωλούς και ευεργετών καλούς και κακούς ως ανεξίκακος και πανάγαθος· αυτός και νυν, Βασιλεύ πλουσιόδωρε, επάκουσόν μου της δούλης σου δεομένης. Ναι Κύριέ μου, παρακαλώ σε εκ βάθους καρδίας μου, όστις μνημονεύει το Μαρτύριόν εις δόξαν του Αγίου σου Ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη εγγίση ουδέποτε εις τον οίκον αυτού λοιμώδης νόσος, ούτε λώβη, ούτε καμμία άλλη θανατηφόρος ασθένεια να λυπήση αυτόν και την οικογένειάν του. Διότι συ, Κύριέ μου, γινώσκεις το ασθενές των ανθρώπων, τους οποίους ηυδόκησας να πλάσης κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν ιδικήν σου». Ενώ δε η Αγία προσηύχετο τοιουτοτρόπως, αίφνης ηκούσθη ουρανόθεν φωνή, η οποία προσεκάλει αυτήν τε και την Ιουλιανήν εις εκείνην την αιώνιον και ανεκλάλητον αγαλλίασιν και υπέσχετο εις αυτήν ότι θα πραγματοποιήση όσα εζήτησε δια της προσευχής της. Ταύτην την γλυκυτάτην φωνήν ακούσασα η Μάρτυς Βαρβάρα ενεθαρρύνθη περισσότερον και αγαλλομένη έτρεχε να φθάση το ταχύτερον εις τον τόπον της τελειώσεως, όπου φθάσασα έκλινε την ιεράν αυτής κεφαλήν και εδέχθη το Μαρτύριον. Απεκεφάλισε δε αυτήν ο άσπλαγχνος και αιμοβόρος πατήρ της, την δε Ιουλιανήν απεκεφάλισεν ο δήμιος. Αλλ΄ ενώ οι άδικοι φόνοι εξετελούντο, η θεία δίκη, άγρυπνος πάντοτε, ετιμώρησεν αμέσως τον ασεβή εκείνον και αιμοβόρον παιδοκτόνον παραδειγματικώτατα· διότι μόλις ούτος ήρχισε να καταβαίνη εκ του όρους, εις το οποίον είχε πράξει τον απάνθρωπον εκείνον φόνον, αίφνης κεραυνός καταπεσών εκ του ουρανού κατέκαυσεν αυτόν και εκ του σώματός του ουδέ ίχνος καν εφάνη. Ούτως ο άθλιος εκείνος και βδελυρός άνθρωπος εστερήθη και της παρούσης και της μελλούσης ζωής, διότι ήτο ανάξιος και εις την μίαν να ζη και την άλλην να απολαύση. Η θεία δε αύτη οργή δεν περιωρίσθη εις μόνην την τιμωρίαν του παιδοκτόνου Διοσκόρου, αλλά και μέχρις αυτού του ηγεμόνος Μαρκιανού έφθασεν η λάμψις του κεραυνού εκείνου ως προειδοποίησις αψευδής και συμβολική του ασβέστου εκείνου πυρός, εκ του οποίου έμελλε να κολάζεται αιωνίως. Άνθρωπος δε τις ευσεβής Χριστιανός, Ουαλεντίνος ονομαζόμενος, έλαβε τα ιερά σώματα των δύο Μαρτύρων και τιμήσας αυτά με ψαλμωδίας και πνευματικούς ύμνους, τα μετέφερεν εις το χωρίον Γελασσόν· εκεί δε όταν έφθασε, τα ενεταφίασεν ιεροπρεπώς. Το Μαρτύριον αυτών ας είναι ίασις νόσων, ψυχών αγαλλίασις και φιλοθέων ανδρών εντρύφημα πολυέραστον. Ας είναι εις δόξαν Χριστού του μόνου αληθινού Θεού ημών, εις τον οποίον πρέπει πάσα δόξα, τιμή, κράτος, μεγαλωσύνη και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2576
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΣΑΒΒΑ του Ηγιασμένου.

Δημοσίευση από silver »

Σάββας ο μέγας την αρετήν και θαυμάσιος Πατήρ ημών, κατήγετο από την χώραν των Καππαδοκών εκ του χωρίου του καλουμένου Μουταλάσκη, εις το οποίον και εγεννήθη εν έτει υλθ΄ (439), από γονείς ευσεβείς και περιφανείς, οίτινες εκαλούντο ο μεν πατήρ Ιωάννης, η δε μήτηρ Σοφία. Όταν δε ο παις έγινεν ετών πέντε, απήλθον οι γονείς του εις την Αλεξάνδρειαν δι΄ αναγκαίαν της στρατείας υπόθεσιν, διότι ο πατήρ του ήτο στρατευμένος, αυτόν δε αφήκαν με όλην την περιουσίαν των εις τον αδελφόν του πατρός του, Ερμείαν ονόματι, δια να μανθάνη γράμματα, εις περίπτωσιν δε θανάτου των γονέων του, να μείνη ο Σάββας κληρονόμος εις την περιουσίαν των. Ανετρέφετο λοιπόν το παιδίον εις τον οίκον του θείου του· βλέπον όμως ότι η γυνή εκείνου ήτο κακόγνωμος και φιλομόχθηρος και με ολίγην αιτίαν εσκανδαλίζετο, ανεχώρησεν εκείθεν και απήλθεν εις τον έτερον θείον του, αδελφόν και αυτόν του πατρός του, ονόματι Γρηγόριον, μετά του οποίου εχρημάτισεν ολίγον καιρόν, πολιτευόμενος τοσούτον ενάρετα, ώστε οι ορώντες αυτόν εθαύμαζον, διότι δεν έπαιζε ποσώς ως τα άλλα παιδία, ούτε άλλην τινά αταξίαν ετέλεσεν, αλλ΄ ως γέρων φρόνιμος εγνωρίζετο. Ήτο δε εκεί πλησίον, είκοσι στάδια απέχον από την Μουταλάσκην, Μοναστήριον τι Φλαβιαναί ονομαζόμενον. Επειδή δε ο νέος αριστεύς του Χριστού είχε πόθον να δουλεύση δια την σωτηρίαν αυτού, καταφρονήσας πλούτον, χρήματα, σαρκός περιφάνειαν και όλα όσα θέλγουσι τας ψυχάς των νέων και μισήσας πάσαν σωματικήν ηδυπάθειαν δια τον ένθεον έρωτα, απήλθεν εις το προαναφερθέν Μοναστήριον και παρεκάλει τον Προεστώτα να τον συναριθμήση εις το ποίμνιόν του και να τον κουρεύση Μοναχόν. Ο δε Ηγούμενος τον υπεδέχθη μετά χαράς, βλέπων την πολλήν αυτού προθυμίαν και θείαν έφεσιν. Οι θείοι όμως του Σάββα επήγαν εις την Μονήν και με διαφόρους λόγους και προτροπάς, ηγωνίζοντο να τον απομακρύνουν εκείθεν, λέγοντες, ότι καλύτερον ήτο να υπανδρευθή, να αποκτήση τέκνα και να απολαύση τα ηδέα του βίου, παρά να βασανίζεται με τόσην σκληραγωγίαν και άσκησιν. Ο δε Σάββας, ως νουνεχής και φρόνιμος, δεν εσυλλογίσθη ποσώς τα ψυχοβλαβή και άστοχα λόγια αυτών, αλλά προέκρινε να ευρίσκηται εις τον Οίκον μάλλον του Θεού, παρά να συγκατοική με τους συγγενείς του,
Ενθυμούμενος την παραβολήν του πλουσίου και του Λαζάρου, ότι εκείνος, όστις είχεν εδώ πλούτον και πάσαν απόλαυσιν, χρειάζεται τώρα εκεί μίαν ρανίδα ύδατος και δεν του την δίδουν, αλλά καταφλέγεται δεινώς την γλώτταν βασανιζόμενος· και πάλιν ο πτωχός, όστις είχεν εδώ τόσην στενοχωρίαν και βάσανον, απήλθεν εις τους κόλπους του Αβραάμ και απολαμβάνει χαράν ανεκλάλητον και ευφροσύνην αιώνιον. Ούτω λοιπόν ο καλός νεανίας παιδιόθεν εφαίνετο των γερόντων σοφώτερος, κρίνων ανόητον να προτιμήση, δια πρόσκαιρον ηδονήν, αιώνιον κόλασιν. Έμεινε λοιπόν εις το Μοναστήριον, υποτασσόμενος εις όλας τας τάξεις και σκληραγωγίας της μοναδικής πολιτείας, τας οποίας αόκνως εφύλαττε και μάλιστα την εγκράτειαν και τόσον ενήστευεν, ώστε εργαζόμενος εις τον κήπον ημέραν τινά και βλέπων εις το δένδρον μήλα ευώδη και ωραιότατα, ενικήθη ως άνθρωπος και έλαβεν εν δια να το φάγη· έπειτα γνωρίζων ότι ήτο πειρασμός του δαίμονος και τον παρεκίνει να παραβή τον όρον της τάξεως, το να φάγη προ της διατεταγμένης ώρας, ενθυμούμενος δε και πόσον κακόν έπαθον οι Προπάτορες, δια να μη φυλάξουν το θείον πρόσταγμα, έρριψε κατά γης το μήλον και δεν το έφαγεν. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και νόμον έδωκε κατά του εαυτού του, να μη φάγη πλέον μήλον εις όλην του την ζωήν· τον οποίον και έως τέλους ετήρησεν, έκτοτε δε κατεπάτησε και ενίκησε παντελώς τον της γαστριμαργίας δαίμονα και τα λοιπά πάθη τοσούτον ανδρείως, ώστε υπερέβη όλους τους Μοναχούς, του Μοναστηρίου εκείνου, εις αγρυπνίαν, εις προσευχήν, εις ταπείνωσιν και εις τα λοιπά κατορθώματα τόσον, ώστε ηξιώθη από μικρός να ποιή θαυμάσια, από τα οποία ένα είναι και το εξής. Χειμώνα τινά εβράχη ο αρτοποιός και μη έχων πώς να στεγνώση τα ενδύματά του, επειδή δεν ήτο ήλιος, τα έβαλεν εις τον κλίβανον (τον φούρνον), κατά δε την επομένην ελησμόνησε να τα πάρη και ήναψε τον κλίβανον δια να ψήσουν άρτον. Τότε ο αρτοποιός ενεθυμήθη τα ενδύματα, και επικραίνετο διότι ήτο το πυρ ανημμένον και δεν ήτο δυνατόν να το σβύσουν τόσον γρήγορα. Ο δε θείος Σάββας, καταφρονήσας του σώματος, εισήλθεν ευθύς εις τον κλίβανον και εξέβαλε τα ενδύματα αβλαβή, χωρίς να καή ποσώς καν μία τρίχα από την κεφαλήν του. Οι δε ορώντες εθαύμασαν και απ΄ εκείνην την ώραν τον ηυλαβούντο όχι ως παιδίον, αλλ΄ ως σεβάσμιον γέροντα, προορώντες την μέλλουσαν αυτού αρετήν και την προς Θεόν παρρησίαν, της οποίας ηξιώθη ύστερον. Aφού λοιπόν εχρημάτισεν εις τα Φλαβιανά ικανόν καιρόν, επεθύμησε να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα, αφ΄ ενός μεν ίνα ιστορήση τους Αγίους Τόπους, αφ΄ ετέρου δε, όπως ίδη εναρέτους και αγίους άνδρας και ωφεληθή εξ αυτών. Λοιπόν παρεκάλεσε τον Ηγούμενον να του επιτρέψη να αναχωρήση, εκείνος όμως δεν εδέχετο, διότι επόθει να τον έχη εις την Μονήν, δια να ωφελούνται οι αδελφοί. Όθεν τον συνεβούλευε να μείνη εις το Κοινόβιον, να υποτάσσηται καλύτερον εις άλλους, παρά να κάμη το θέλημά του. Ο δε Θεός, ο προγινώσκων τα μέλλοντα, έστειλεν Άγγελον και λέγει προς τον Ηγούμενον· «Μη τολμήσης να εμποδίσης πλέον τον Σάββαν, αλλά συγχώρησον εις αυτόν, ίνα απέλθη όπου επιθυμεί». Ο Ηγούμενος ταύτα ακούσας απέλυσεν αυτόν· όθεν λαβών ο Σάββας συγχώρησιν από όλην την αδελφότητα, ανεχώρησεν. Ήτο δε τότε ετών δεκαοκτώ, εκ των οποίων είχεν εις το Μοναστήριον δέκα, διότι οκτώ μόνον ετών ήτο, όταν ενεδύθη το Σχήμα και κατεφρόνησε τα εγκόσμια. Φθάσας δε εις τα Ιεροσόλυμα εν καιρώ χειμώνος και καταλύσας εις την Μονήν του ιερού Πασαρίωνος, όπου ήτο εις Γέρων από την Καππαδοκίαν, έμεινε μετ΄ αυτού έως ότου παρέλθη ο χειμών. Μαθόντες την εκεί άφιξιν του Σάββα και την ένθεον αυτού πολιτείαν, διεφιλονείκουν πολλοί ποίος να λάβη αυτόν εις το Μοναστήριόν του· εκείνος όμως ο μακάριος δεν ηθέλησε να υπάγη μετ΄ ουδενός εξ αυτών, διότι κατά πολλά ηγάπα την ησυχίαν και ακούσας τας αρετάς του μεγάλου Ευθυμίου, ότι έλαμπεν εις την έρημον της Ανατολής και εφώτιζε τα μέρη εκείνα υπέρ τον ήλιον με τας διδασκαλίας και τα θαύματά του, ετρώθη την καρδίαν να γίνη μαθητής τού μεγάλου Ευθυμίου (επειδή το όμοιον αγαπά το όμοιον πάντοτε), να τρέφεται η ψυχή του πνευματικώς με τας αρετάς εκείνου και να αυξάνεται. Απελθών όθεν έπεσεν εις τους πόδας του μεγάλου Ευθυμίου, μετά δακρύων δεόμενος να τον υποδεχθή και αυτόν εις την ποίμνην του, να τον ποιμάνη με τα επίλοιπα πρόβατα. Ο δε Ευθύμιος, ως έμπειρος εις τους πνευματικούς αγώνας και δόκιμος, βλέπων του παιδός την νεότητα, δεν ηθέλησε να τον υποδεχθή παρευθύς εις την Λαύραν, αλλ΄ έστειλεν αυτόν εις το Μοναστήριον, το οποίον είχε παράμερα από την Λαύραν και εις το οποίον ήτο Προεστώς ο μέγας Θεόκτιστος, είπε δε του Σάββα να σταθή εκεί, έως ότου κάμη γένεια και παιδευθή καλώς τας τάξεις του μοναδικού επαγγέλματος. Ο δε μακάριος Σάββας, επειδή ήτο εις όλας τας αρετάς πεπαιδευμένος, δεν ηναντιώθη, αλλ΄ είπε προς αυτόν μετ΄ ευλαβείας και ταπεινότητος· «Εγώ, Πάτερ Άγιε, ήλθον εις την αγιωσύνην σου, δια να με οδηγήσης προς σωτηρίαν και είμαι έτοιμος να υπακούω εις όλα τα σωτήρια προστάγματά σου». Έστειλε λοιπόν ο μέγας Ευθύμιος τον Σάββαν προς τον μακάριον Θεόκτιστον, γράφων εις αυτόν, ότι ούτος είχε πεπληρωμένην την ψυχήν θείου Πνεύματος και να τον κυβερνήση επιμελώς, επειδή αυτός έμελλε να πληρώση την οικουμένην από την δόξαν αυτού εις το ύστερον, καθώς και εγένετο και εγνωρίσθη αληθεστάτη η προφητεία του· ότι αυτός έκτισεν εις την Παλαιστίνην Λαύραν μεγάλην και συνήχθησαν εις αυτήν Μοναχοί αναρίθμητοι, εις τους οποίους ο Σάββας ήτο κανών και στάθμη ακριβεστάτη αγιωσύνης και τους έδωκε νόμον και τάξεις, καθώς εδιδάχθη απ΄ αυτόν τον μέγαν Ευθύμιον, προστάσσων επάνω εις όλα να μη δεχθώσι ποτέ αγένειόν τινα, το οποίον έως την σήμερον φυλάττουν απαρασάλευτα. ΈΕμεινε λοιπόν ο θείος Σάββας με τον μακάριον Θεόκτιστον και υπηρέτει επιμελώς εις όλας τας σωματικάς διακονίας, ήτοι έφερε ξύλα και ύδωρ, έσκαπτε τον κήπον και άλλας βαρείας υπηρεσίας ετέλει επιμελώς, επειδή ήτο όχι μόνον ταπεινός και καλόγνωμος, αλλά και ανδρείος την δύναμιν και μεγάλος εις το ανάστημα του σώματος· όθεν όλους εβοήθει μετά χαράς και πάντες τον ηυχαρίστουν και τον ηγάπων. Παρ΄ όλας όμως τας βαρείας ταύτας σωματικάς εργασίας δεν έλειπε ποσώς ο μακάριος και από τας νυκτερινάς ευχάς και ακολουθίας, αλλά και τας καθημερινάς υπηρεσίας αόκνως εποίει· και εις τας νυκτερινάς ακολουθίας πρώτος εισήρχετο και πάντες εθαύμαζον βλέποντες τόσην αρετήν και ευπρέπειαν τελειότητος εις ηλικίαν νεάζουσαν. Βλέπων δε ο δαίμων την προθυμίαν αυτού, εδοκίμασε να τον εμποδίση από τον ένθεον έρωτα με τρόπον τοιούτον. Ήτο αδελφός τις εις εκείνο το φροντιστήριον, το γένος Αλεξανδρεύς, Ιωάννης ονόματι, όστις παρεκάλει πολλάκις τον μακάριον Θεόκτιστον να τον συγχωρήση να υπάγη εις την Αλεξάνδρειαν, εις την οποίαν ετελεύτησαν οι γονείς του, να τακτοποιήση τα της περιουσίας των, να του δώση δε τον Σάββαν συνοδόν, όστις ήτο δυνατός, έμπειρος και πρόθυμος εις πάσαν υπηρεσίαν. Μετά βίας λοιπόν συγκατετέθη ο Θεόκτιστος και απελθόντες εις Αλεξάνδρειαν ηρεύνησαν περί των πραγμάτων του Ιωάννου και εξετέλεσαν πάντα όσα εχρειάζοντο. Εκεί όμως εις την Αλεξάνδρειαν ήσαν, ως ανωτέρω εγράψαμεν, και οι γονείς του Σάββα, οίτινες, γνωρίσαντες αυτόν, προσεπάθησαν να τον κρατήσουν και τον εβίαζον με πολλά μηχανήματα, δια να γραφή αντί του πατρός του εις την στρατείαν, να λάβη πολλήν τιμήν από τον βασιλέα και δόξαν ρέουσαν. Ο δε μακάριος Σάββας, γνωρίσας την επίνοιαν του πονηρού, ότι με την αγάπην και συμπάθειαν των γονέων του, επεδίωκε να τον εμποδίση από τους πνευματικούς αγώνας και να τον κάμη να επιστρέψη εις τα οπίσω, απεκρίθη προς αυτούς με σοφίαν και σύνεσιν· «Δεν είναι πρέπον να αγαπήσω υμάς περισσότερον από τον Δεσπότην μου, διότι αυτός ούτος είπεν· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. ι: 37). Ούτε να προτιμήσω την πρόσκαιρον στρατείαν από την ευαγγελικήν, διότι εάν έχη τιμωρίαν πολλήν και κατάκρισιν όστις αφήση την στρατείαν του επιγείου βασιλέως, πόσον κίνδυνον θα έχη, όστις καταφρονήση την επουράνιον και αθετήση το Αγγελικόν σχήμα ο άθλιος; Εάν λοιπόν θέλητε να σας έχω δια γονείς μου, μη μου αναφέρετε πλέον τοιαύτην υπόθεσιν». Αφήκαν λοιπόν αυτόν μη δυνάμενοι να τον εμποδίσουν και τον παρεκάλεσαν να δεχθή τουλάχιστον ποσόν αργυρίων δια μικρά έξοδα συντηρήσεως και του έδιδον χρυσά είκοσιν. Αυτός όμως άλαβε μόνον τρία και ταύτα δια να μη σκανδαλισθώσιν, ότι δεν τους κατεδέχθη, τα οποία πάλιν δεν τα εξώδευσεν, αλλ΄ όταν έφθασαν εις το φροντιστήριον, τα έδωκεν εις τον Θεόκτιστον δια να μη έχη τίποτε ίδιον. Αφού λοιπόν διέτριψεν εκεί ο Σάββας δέκα έτη, εκοιμήθη ο μακάριος Θεόκτιστος και εψήφισεν ο μέγας Ευθύμιος άλλον Ηγούμενον, Λογγίνον ονομαζόμενον. Εις τον καιρόν του Λογγίνου ήτο ο θαυμάσιος Σάββας ετών τριάκοντα, δόκιμος και τέλειος εις πάσαν ασκητικήν διαγωγήν. Έχων δε πόθον πολύν ν΄ αναχωρήση εις τόπον ησυχαστικόν και έρημον, εζήτησεν από τον Λογγίνον συγχώρησιν, όστις έγραψε περί τούτου εις τον μέγαν Ευθύμιον· διότι χωρίς την βουλήν εκείνου ουδέν έπραττεν. Ο δε μέγας Ευθύμιος, γνωρίζων την πολλήν θερμότητα του Σάββα εις τα πνευματικά και τον ένθεον έρωτα, του απήντησε να μη τον εμποδίση ποσώς, αλλά να τον αφήση εις το θέλημά του, να διάγη καθώς επιθυμεί. Λαβών όθεν ο Σάββας την εξουσίαν, απήλθεν εις τι σπήλαιον, το οποίον ήτο εις το νότιον μέρος του Μοναστηρίου και εκεί παρέμενε καθ΄ όλην την εβδομάδα έως το Σάββατον χωρίς τροφήν τινα, μόνον προσευχήν εποίει και εργόχειρον, έκαστον δε Σάββατον επήγαινεν εις το Μοναστήριον πεντήκοντα σπυρίδας (ζεμπίλια) και έτρωγε μετά των αδελφών το Σάββατον και την Κυριακήν, κατόπιν πάλιν συνήθροιζε βάϊα, ήτοι φύλλα φοινίκων, όσα τον έφθανον την εβδομάδα, και εισήρχετο εις το σπήλαιον και ούτω διήλθον πέντε έτη. Ιδών λοιπόν αυτόν ο θείος Ευθύμιος ούτω βιούντα, τον ωνόμαζε παιδαριογέροντα και τον έλαβεν εις την συνοδείαν του ομού με άλλον αυτού μαθητήν, Δομετιανόν ονόματι, με τον οποίον είχον αμφότεροι συνήθειαν να πηγαίνουν κατ΄ έτος, μετά την εορτήν των Θεοφανείων, εις την ενδοτέραν έρημον, να ασκητεύουν όλην την μεγάλην Τεσσαρακοστήν. Κατά δε την Αγίαν Ανάστασιν ήρχοντο πάλιν εις την Λαύραν. Εκίνησαν λοιπόν τότε και οι τρεις και περιεπάτουν εις εκείνην την πανέρημον, εκείθεν από την Νεκράν θάλασσαν· επειδή δε ο δρόμος ήτο μακρός, ο τόπος άνυδρος, αι ημέραι καυστικαί και θερμόταται, εξησθένησεν ο Σάββας και ελιποθύμησε, μη δυνάμενος να περιπατήση ποσώς, έπεσε δε κατά γης ως νεκρός. Ο δε Ευθύμιος, ιδών αυτόν ελυπήθη πολύ και πηγαίνων ολίγον παράμερα εποίησε δέησιν προς Κύριον, λέγων· «Δέσποτα Θεέ, σπλαγχνίσου τον δούλον σου τούτον τον νέον και δος μας ύδωρ, να μη αποθάνη υπό της δίψης και του καύματος». Ούτως ειπών, εκτύπησεν εις την γην με το σκαλίδιον τρις, η δε γη αισθανομένη θειοτέρας δυνάμεως υπήκουσεν (ω του θαύματος!) και από την άνυδρον και άγονον έρημον εξήλθεν ύδωρ ηδύ και γλυκύτατον, εξ ου ευθύς ως ο Σάββας έπιεν, έλαβεν αοράτως θείαν δύναμιν και πλέον δεν εκουράσθη, ούτε εδειλίασε την δυσχέρειαν της οδού. Αφού έφθασαν εις τον ποθούμενον τόπον, έπασχε πολλά ο θείος Σάββας να μιμήται εις πάντα τρόπον τον μέγαν Ευθύμιον και μόνον αυτόν είχεν ως αρχέτυπον της αρετής και εικόνα ζώσαν και έμψυχον δια να μη παρεκκλίνη ουδόλως από τας τάξεις και τα ήθη του. Αλλ΄ εις ολίγον καιρόν απήλθε προς Κύριον ο μέγας την αρετήν Ευθύμιος, οι δε μαθηταί αυτού, μετά την κοίμησιν του διδασκάλου, ημέλουν κατ΄ ολίγον την αρετήν και δεν είχον τόσην προθυμίαν εις την άσκησιν· όθεν ο θείος Σάββας εμάκρυνε φυγαδεύων και ήτο εις την έρημον του Ιορδάνου, καθ΄ ον καιρόν ησκήτευεν εκεί ο μέγας Γεράσιμος. Τότε ήτο ο Σάββας τριάκοντα πέντε ετών, όταν ήρχισε να τον πολεμή ο δαίμων· ου μόνον δε αοράτως του έδιδεν ενόχλησιν και τον επείραζε κρυφίως, καθώς κάμνει εις όλους τους εναρέτους, αλλά και φανερά έπασχεν ο δόλιος να τον εκφοβή, δια να μη είναι εις την έρημον. Νύκτα δε τινα, εν ω έκειτο δια να λάβη ολίγην ανάπαυσιν από τον πολύν κόπον της ασκήσεως, είδε πλησίον του όφεις, σκορπίους και άλλα διάφορα ερπετά, τα οποία εδείκνυον ότι ήθελον να τον φάγωσιν. Ο δε Σάββας το μεν πρώτον εδειλίασεν, αλλ΄ ύστερον, συλλογιζόμενος την μηχανήν των δαιμόνων, ηγέρθη μετά θάρρους και ούτω προσηύχετο· «Ου φοβηθήσομαι από φόβου νυκτερινού, αλλ΄ επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήσομαι» (Ψαλμ. 90: 5,13). Ταύτα λέγοντος του Οσίου, όλα εκείνα τα ιοβόλα θηρία ως καπνός ηφανίσθησαν. Μετ΄ ολίγας πάλιν ημέρας ο δαίμων έγινε λέων μέγας και φοβερός και εδείκνυεν, ότι ήθελε να ορμήση επάνω του. Ο δε Άγιος δεν εδειλίασε ποσώς, αλλά του είπεν αταράχως· «Εάν έλαβες παρά Θεού εξουσίαν κατ΄ εμού, μη αμελής, ότι έτοιμος είμαι να με φάγης κατά την θείαν νεύσιν και βούλησιν· ει δε μη, τι μάτην ταράττεσαι; Εγώ δύναμαι να σε καταπατήσω με του Δεσπότου την δύναμιν». Ταύτα είπε και ευθύς έγινε ο υποκρινόμενος άφαντος και από την ώραν εκείνην ο Άγιος όχι μόνον τους νοητούς, αλλά και τους αισθητούς θήρας υπέταξε και συγκατώκουν μετ΄ αυτού, χωρίς ποσώς να τον βλάπτωσι. Τέσσαρές τινες Αγαρηνοί τον συνήντησάν ποτε καθ΄ οδόν και είχον τόσην πείναν, ώστε εκινδύνευον. Ιδόντες λοιπόν αυτόν, του εζήτουν εάν είχέ τι βρώσιμον. Ο δε έλαβεν αυτούς εις το σπήλαιον ευσπλάγχνως και απλώσας εις την γην την μηλωτήν του, εφίλευσεν αυτούς εξ εκείνων, τα οποία είχεν, ήτοι καρδίας καλάμων και ρίζας μελεαγρίων. Οι βάρβαροι ευλαβηθέντες την αρετήν αυτού, εθαύμασαν και το φιλόξενον· και τότε μεν έφαγον από τα ευρεθέντα και ευχαριστήσαντες ανεχώρησαν· μεθ΄ημέρας δε τινας του έφερον τυρούς και άρτους και φοίνικας. Ο δε Όσιος, ώσπερ φιλόπονος μέλισσα, ήτις συλλέγει από κάθε τόπον το χρήσιμον, ούτω και αυτός ωφελήθη ψυχικώς από τούτο και έλεγε καθ΄ εαυτού τοιαύτα· «Ουαί σοι, ψυχή μου ταλαίπωρε και προς τον Ευεργέτην αχάριστε! Ιδού δια μικράν και ποταπήν χάριν, την οποίαν έλαβον ούτοι οι βάρβαροι, μου έφερον τοσούτον πλουσίαν ανταμοιβήν και ημείς, οίτινες ελάβομεν από τον Πλάστην τοσαύτα χαρίσματα, ποίαν ανταμοιβήν του εδώσαμεν; Ποίαν Αυτού εντολήν εφυλάξαμεν; Ποίαν απολογίαν θα δώσωμεν εις τον Κύριον κατά την ώραν της Κρίσεως»; Ήτο δε Μοναχός τις φίλος του Σάββα, Άνθος ονόματι, όστις επήγεν εις την έρημον μετ΄ αυτού, δια να ασκητεύουν αμφότεροι ομού. Μετ΄ ολίγας όμως ημέρας διήλθον εκείθεν βάρβαροί τινες κακόγνωμοι και δύστροποι άνθρωποι και εμελέτησαν να τους θανατώσουν. Δια να εύρουν λοιπόν μικράν πρόφασιν, έστειλαν τον ένα εις το σπήλαιον να διαμαρτυρηθή εις τους Ασκητάς, ότι δήθεν αυτοί τους ηδίκησαν εις τινα υπόθεσιν και εζημιώθησαν οι βάρβαροι εξ αυτών. Εσυκοφάντουν δε τον Όσιον ψευδώς, δια να εξαναγκάσουν αυτόν να σκανδαλισθή, να ομιλήση λόγον βαρύν και εκ τούτου να εύρουν αφορμήν να τους αποκτείνωσιν. Ίσταντο λοιπόν οι άλλοι μακρόθεν και ο εις επλησίασεν εις τους Οσίους, οίτινες βλέποντες τον κίνδυνον, καθωπλίσθησαν δια της ιεράς προσευχής, ταύτα προς τον Κύριον λέγοντες· «Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα» (Ψαλμ. ιθ: 8) και τα λοιπά του ψαλμού. Ταύτα ηυχήθησαν και, ω του θαύματος! εσχίσθη η γη και κατέπιεν εκείνον τον ένα, όστις επήγεν εκεί. Οι δε λοιποί, ιδόντες τοιούτον τεράστιον, ετρόμαξαν και έφυγον περιδεείς και κατάφοβοι, έκτοτε δε ούτε αυτοί, ούτε άλλοι κακοποιοί ετόλμησαν πλέον να επιχειρήσωσι τι κατ΄ αυτών, αλλά ούτε και οι δαίμονες επειράθησαν καν να τον πειράξωσιν. Όθεν ο Σάββας κατώκει αφόβως την έρημον και επειδή έγιναν φίλοι με τον μακάριον Θεοδόσιον δια μέσου του Άνθου, έκτισεν εκεί Λαύραν περιφανή και ευρύχωρον με τοιούτον τρόπον θαυμάσιον. Αφού εχρημάτισεν εκεί ο Σάββας έτη τέσσαρα, ανήλθέ ποτε εις το υψηλότατον εκείνο βουνόν, εις το οποίον λέγεται ότι επήγεν η μακαρίτις βασιλίς Ευδοκία και την εδίδαξεν ο μέγας Ευθύμιος. Εκεί λοιπόν διανυκτερεύων ο Σάββας, είδε οπτασίαν τινά θαυμάσιον. Γυνή τις ωραιοτάτη εφάνη ενώπιον αυτού, ενδεδυμένη στολήν λαμπράν και περιφανεστάτην, και του εδείκνυε τον χείμαρρον, ο οποίος τρέχει νοτίως του Σιλωάμ, του έλεγε δε ταύτα· «Κατοίκησον, Σάββα, εις εκείνο το σπήλαιον, το οποίον είναι κατ΄ Ανατολάς του χειμάρρου και εγώ θα σου στέλλω εξ ύψους βοήθειαν». Ταύτα ιδών ο Όσιος ενεπλήσθη χαράς και αγαλλιάσεως και χειραγωγούμενος ως υπό τινος δεξιάς από την θείαν και σοφήν Πρόνοιαν, εισήλθεν εις το σπήλαιον· ήτο δε τότε ετών τεσσαράκοντα. Ο δε τόπος ήτο πολύ άβατος και με πολλήν κακοπάθειαν ανήρχετο και μάλιστα όταν ελάμβανε το ύδωρ από την πηγήν, η οποία ήτο μακράν απ΄ εκεί δεκαπέντε στάδια (2775 μέτρα περίπου), και την ωνόμαζον Επτάστομον. Όθεν κρεμάσας άνωθεν ένα σχοινίον ανέβαινεν ευκολώτερα. Πλην άλλην παραμυθίαν δεν είχε προς τα αναγκαία του σώματος, μόνον τα χόρτα, τα οποία εγέννα η γη αυτομάτως εκεί πλησίον εις το σπήλαιον. Αλλ΄ ο Θεός, όστις τον προσέταξε να κατοικήση εκεί, αυτός του έστελλε και βοήθειαν κατά την θείαν Του υπόσχεσιν και εφώτισεν Ισμαηλίτας τινάς, οι οποίοι ευλαβηθέντες αυτόν του έφερον τυρούς, άρτους, φοίνικας και άλλα διάφορα βρώματα, όχι μόνον δις ή τρις, αλλά πολλάκις, ωσάν να του επλήρωναν φόρον. Έμεινε λοιπόν ο Άγιος εις το σπήλαιον εκείνο επί πέντε έτη με ησυχίαν πολλήν, μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος, έκτοτε δε διεσκεδάσθησαν αι κατ΄ αυτού κακουργίαι των δαιμόνων, οι οποίοι έφευγον μη δυνάμενοι να τον βλέπωσιν· όθεν έχων άδειαν από τους δαίμονας και γαλήνην από τους ανθρώπους, εδέχθη και άλλους πολλούς εις την συνοδείαν του εναρέτους και φύλακας ακριβείς των εντολών του Κυρίου, τους οποίους προσείλκυε προς εαυτόν με την καλήν του φήμην και υπερθαύμαστον αρετήν, ως ο μαγνήτης τον σίδηρον. Επειδή λοιπόν καθ΄ εκάστην επλήθυνον οι προσερχόμενοι, ήτο ανάγκη να οικοδομήση εκεί Λαύραν, να κτίση κελλία, να εργάζηται την γην και άλλας υπηρεσίας να εκτελή αναγκαίας δια το σώμα. Πρώτον μεν λοιπόν έκτισε πύργον προς το βόρειον μέρος του βουνού εις τας πηγάς του χειμάρρου· έπειτα ωκοδόμησεν Εκκλησίαν και έκαμε Λαύραν ευρύχωρον, αφού δε ενεκαινίασε τον Ναόν, όστις ιερωμένος ήθελεν υπάγει να προσκυνήση, τον υπεχρέωνε και ελειτούργει, διότι εκείνος ήτο πολύ μέτριος και ταπεινός εις το φρόνημα και ευλαβούμενος το μεγαλείον της ιερωσύνης δεν ήθελε να ιερωθή. Ήτο δε πολύ συνετός και δόκιμος εις την μοναδικήν διαγωγήν, και εστήριζε τους αδελφούς καθ΄ εκάστην ημέραν και ώραν, τους μεν παρακαλών, τους δε νουθετών, ετέρους επιτιμών και απλώς πάντας εδίδασκε και παρεκίνει να ίστανται γενναίοι και ανδρείοι εις τους πειρασμούς των δαιμόνων και να υπομένουν μεγαλοψύχως την κακοπάθειαν της ερήμου χωρίς καμμίαν λύπην, αλλά μάλιστα να χαίρωνται ευφραινόμενοι με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών, τα οποία, δια τον ολίγον εκείνον κόπον, έμελλον να απολαύσουν εις τον Παράδεισον. Με τοιαύτα και έτερα πλείονα ο πάνσοφος Σάββας επροθυμοποίει τους μαθητάς, λύων παν πρόσκομμα και εμπόδιον και υψιπετείς αυτούς προς την αρετήν και ανωτέρους των παγίδων του πονηρού απεργαζόμενος. Εις όλα δε τα αναγκαία του σώματος τους επεμελείτο και τους εβοήθει κρυφίως, δια να μη δυσχεραίνωσιν από την στέρησιν αυτών και το βάρος του κόπου, και επιστρέφωσιν εις τα όπισθεν. Επειδή δε το ύδωρ ήτο μακράν του σπηλαίου, ως είπομεν άνωθεν, ελυπούντο εκ τούτου οι Μοναχοί, διότι είχον στενοχωρίαν και κόπον πολύν. Όθεν ο Όσιος νύκτα τινά εποίησε θερμώς προς Κύριον δέησιν, λέγων ταύτα· «Δέσποτα Θεέ παντοδύναμε, εάν είναι της Σης απορρήτου σοφίας οικονομία και ευδοκία της Χάριτός Σου να κατοικώσιν εις τον τόπον τούτον ενάρετοι δούλοι σου, να Σε υμνώσιν ακαταπαύστως, επίβλεψον ευμενώς εφ ημάς και πρόσταξον την γην σου να αναβλύση ύδωρ εδώ πλησίον εις αναψυχήν ημών και απόλαυσιν». Ούτως ηύξατο και παρευθύς ήκουσε κτύπον κάτωθεν του χειμάρρου και παρακύψας είδεν άγριον όνον (επειδή ήτο η νυξ πανσέληνος), όστις έσκαπτε την γην με τον πόδα του και αφού έκαμε μικρόν λάκκον, εξήλθεν ύδωρ και έπιεν. Ο δε Όσιος ταύτα ιδών εχάρη λίαν, γνωρίσας ότι ήτο θεία επισκοπή και κατελθών με σκαλίδιον έσκαψεν ολίγον εις αυτόν τον τόπον, εις τον οποίον ήτο ο όναγρος και παρευθύς, (ω των αφράστων χαρίτων σου, Δέσποτα!) εξήλθεν ύδωρ πολύ και γλυκύτατον, το οποίον έφερεν εις το μέσον της Λαύρας. Με το ύδωρ τούτο υπηρετούνται όλοι οι Πατέρες έως την σήμερον και ούτε τον χειμώνα πληθαίνει, ούτε το θέρος ολιγοστεύει ποσώς, αλλ΄ είναι πάντοτε δαψιλές προς αυτάρκειαν. Άλλοτε πάλιν ευρισκόμενος ο Όσιος εις άλλο μέρος του χειμάρρου και λέγων ψαλμούς του Δαβίδ βλέπει εις τον κρημνόν πύρινον στύλον, του οποίου η κορυφή έφθανεν έως τον ουρανόν. Ταύτα ιδών έλαβε μεγάλην χαράν ομού και φόβον, γνωρίζων ότι ήτο θαύμα τι απόρρητον. Αφού δε εξημέρωσεν, εφαίνετο ακόμη η όρασις του πυρίνου στύλου και πλησιάσας ο Όσιος είδε μέγα και θεσπέσιον σπήλαιον, ομοιάζον κυριολεκτικώς προς Εκκλησίαν, έχον εις το ανατολικόν μέρος κόγχην, ουχί εξ ανθρώπων κατεσκευασμένην, αλλά από την θείαν δεξιάν ωκοδομημένην. Από το νότιον μέρος υπήρχε πλατεία είσοδος, η οποία επέτρεπεν εις τον ήλιον να φωτίζη πλουσίως το εσωτερικόν του σπηλαίου και να φέρη έως τα βάθη αυτού αέρα εύκρατον και υγιέστατον· εις δε το βόρειον μέρος ήτο άλλο σπήλαιον έχον σχήμα διακονικού. Ευρών λοιπόν ο Σάββας εκείνο το θεόκτιστον οικοδόμημα, ανεπλήρωσε και αυτός με ανθρωπίνην τέχνην όσον από την φύσιν ελείπετο και έκαμε Ναόν ωραιότατον, επρόσταξε δε να συνάγωνται όλοι οι αδελφοί εις αυτόν καθ΄ εκάστην Κυριακήν να ψάλλουν κοινώς την ακολουθίαν των. Ιδών δε πέτραν τινά, η οποία ήτο άνωθεν του Ναού, έσκαψε εις ένα μέρος της αυτοκατασκευάστου εκείνης οροφής του διακονικού και έκτισεν εν μικρόν καλλίον απόκρυφον, δια να ησυχάζη όταν θέλη, από αυτό δε εισήρχετο εις τον Ναόν έσωθεν. Επειδή δε η φήμη τού Οσίου έτρεχεν εις όλον τον κόσμον, συνηθροίζοντο πολλοί ευλαβείς και έφερον προς αυτόν ελεημοσύνας, δια να εξοδεύη εις τας οικοδομάς και τας άλλας ανάγκας, τας οποίας είχε καθημερινώς, επειδή οι Μοναχοί επληθύνοντο. Όσα δε χρήματα εσύναζεν ο Όσιος δεν τα εφύλαττεν, αλλά τα εξώδευεν εις οικοδομάς των κελλίων και εις άλλας ανάγκας. Αλλ΄ επειδή πολλάκις εις τον καλόν σίτον φυτρώνουν τα ζιζάνια και εις την άμπελον η βάτος, και καθώς ο μαθητής έγινε προδότης, ο Κάϊν αδελφοκτόνος και πλείστα άλλα παρόμοια, τα οποία γεννώνται εκ του φθόνου, όπως εις πολλά βιβλία ιστορείται, τοιουτοτρόπως και εις την συνοδείαν του Οσίου Σάββα έτυχον και τινες ουχί μαθηταί, αλλά μάλλον στασιασταί και κακότροποι, οι οποίοι εμίσουν τον Όσιον και εζήτουν πρόφασιν, εάν δυνηθούν, να τον βλάψουν. Απήλθον λοιπόν εις τον τότε Πατριάρχην των Ιεροσολύμων και (επειδή δεν είχον να είπωσιν ότι έκαμε τι πταίσιμον) τον εσυκοφάντησαν, λέγοντες ότι δεν ήτο άξιος να ποιμάνη τόσους Μοναχούς, εζήτησαν δε να τους δώση άλλον Ηγούμενον, διότι, ωσάν να μη έφθανεν, ότι εκείνος δεν έγινεν Ιερεύς, αλλά και άλλους πολλούς ημπόδιζεν από την ιερουργίαν, ως αμαθής και άγροικος. Ο Πατριάρχης Σαλούστιος (486-494), όστις ήτο τότε, ηυλαβείτο πολύ τον Άγιον δια την αρετήν του και δεν επίστευσεν εις τα ψευδή και δολερά αυτών λόγια· πλην δια να τους ειρηνεύση ολίγον είπε προς αυτούς· «Μείνατε εδώ, έως ότου έλθη ο Σάββας και τότε θα εξετάσω ακριβώς την υπόθεσιν». Έμειναν λοιπόν αυτοί νομίζοντες, ότι θέλει τον στερήσει από την προστασίαν, χειροτονών άλλον Ηγούμενον. Όταν όμως ήλθεν ο Όσιος, δεν τον ηρώτησε καθόλου ο φρόνιμος δικαστής, αλλ΄ έμπροσθεν των κατηγόρων αυτού τον εχειροτόνησεν Ιερέα εν έτει (492). Έπειτα είπε προς αυτούς· «Ιδού τώρα έχετε Καθηγούμενον, τον οποίον εψήφισεν ο Κύριος και όχι άνθρωπος και τον εχειροτονήσαμεν, ουχί δι΄ ευεργεσίαν αυτού, αλλά δια σας». Αφού τους είπε ταύτα, απήλθε μετ΄ αυτών εις την Λαύραν και πρώτον μεν καθιέρωσε τον άγιον εκείνον Ναόν, έπειτα έκτισε και θυσιαστήριον άγιον, εις το οποίον αφήκε πολλά άγια λείψανα. Ήτο δε τότε ο μακάριος Σάββας ετών πεντήκοντα τριών, όταν έλαβε την ιερωσύνην εις τον καιρόν του βασιλέως Αναστασίου (491-518). Είχε δε ο Όσιος συνήθειαν να μιμήται εις όλας τας τάξεις τον μέγαν Ευθύμιον, καθώς είπομεν· και επειδή εκείνος είχε συνήθειαν να αναχωρή από την Λαύραν την δεκάτην τετάρτην (14ην) Ιανουαρίου έως την Ανάστασιν, εκράτησε και ο Σάββας αυτήν την τάξιν και ανεχώρει μετά τας εορτάς των Αγίων Αντωνίου και Ευθυμίου, διέτριβε δε εις την έρημον έως την Κυριακήν των Βαϊων. Διαβαίνων λοιπόν ποτέ την Νεκράν θάλασσαν, είδε εν νησίδιον έρημον και εστερημένον πάσης παραμυθίας και απολαύσεως· όθεν επεθύμησε να παραμείνη εις αυτό τας αγίας ημέρας των νηστειών. Πηγαίνων όμως εκεί, έπεσεν από βασκανίαν του δαίμονος εις βόθρον τινά, εκ του οποίου ανεδίδετο αιθάλη (καπνιά) ως από καμίνου πυρός, έκαυσε δε τον πώγωνα, την όψιν και έτερα μέρη του σώματος αυτού τοιουτοτρόπως, ώστε έκειτο ύστερον εις την Λαύραν ημέρας πολλάς και μόνον από την φωνήν εγνωρίζετο, όλη δε η μορφή του ηλλοιώθη· αλλά και να ομιλήση δεν ηδύνατο, έως ου θεία τις θεωρία και δύναμις άνωθεν επισκεψαμένη αυτόν τον εθεράπευσε τελείως και υγιή αποκατέστησε. Μετά καιρόν απήλθε πάλιν ο Όσιος εις την ησυχίαν, λαβών εις την συνοδείαν του ένα μαθητήν του ονόματι Αγάπιον. Εν μια δε των ημερών έκειτο ο Αγάπιος ύπτιος, από δε την πείναν και τον κόπον ταλαιπωρούμενος απεκοιμήθη· ο Σάββας όμως ήτο έξυπνος και προσηύχετο. Τότε βλέπει λέοντα ιστάμενον άνωθεν του μαθητού του, όστις τον περιετριγύριζεν οσφραινόμενος· όθεν ο Όσιος εφοβήθη μήπως τον φάγη το θηρίον και ευθύς εποίησε δι΄ αυτόν προς Κύριον δέησιν. Τότε ο λέων διωκόμενος από την δύναμιν της ιεράς προσευχής έφυγε, χωρίς να βλάψη καθόλου τον Αγάπιον, μόνον δε με την ουράν του τον εκτύπησεν εις το πρόσωπον και εξύπνησεν· ιδών δε ούτος τον λέοντα, έδραμε προς τον Όσιον έντρομος, ο οποίος πρώτον μεν του έδωσε θάρρος, έπειτα δε τον ενουθέτησε να προσέχη και να μη νικάται πλέον από τον ύπνον, δια να μη αλωθή, ούτε να βλαφθή ποσώς από θηρία ορατά και αόρατα. Άλλοτε πάλιν πηγαίνων ο Όσιος με τον Αγάπιον εις την έρημον του έδωσε να βαστάζη την μηλωτήν (τον σάκκον) με άρτους ξηρούς, τόσους, όσους έφθαναν δια τον μαθητήν κατά τον καιρόν, κατά τον οποίον θα διέτριβον εις την έρημον, διότι ο Σάββας δεν έτρωγε τίποτε όλην την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, πλήν Σαββάτου και Κυριακής, ότε εκοινώνει τα θεία Μυστήρια. Προχωρούντες λοιπόν προς τον Ιορδάνην, διήλθον από κρημνώδη τινα τόπον, εις την άκραν του οποίου βλέπουν εν σπήλαιον εις υψηλόν μέρος πολύ δυσανάβατον. Μετεχειρίσθησαν λοιπόν πάντα τρόπον και ανέβησαν με κόπον και βάσανον πολύν ή μάλλον ειπείν με την βοήθειαν του Κυρίου, όστις εφώτισε τον Σάββαν και τον ωδήγησε δια να εύρη τον κεκρυμμένον θησαυρόν να ωφεληθώσιν. Εισελθόντες λοιπόν εις το σπήλαιον, είδον Ασκητήν τινα αγιώτατον, όστις ουδέν αγγείον είχεν, ούτε σκεύος ποσώς, αλλά διήρχετο αμερίμνως και χωρίς φροντίδων τον βίον ο τρισμακάριος, είχε δε ούτος και χάρισμα προορατικόν. Αφού λοιπόν εποίησεν ευχήν κατά το σύνηθες, είπεν ο Αναχωρητής προς τον Όσιον· «Πόθεν εκινήθης, θαυμάσιε Σάββα, και τις σου ηρμήνευσε τον τόπον, να έλθης έως ημάς; Εις τούτο θαυμάζω πολύ και εξίσταμαι, διότι είναι τεσσαράκοντα παρά δύο έτη, κατά τα οποία κάθημαι με την βοήθειαν του Κυρίου εις τούτο το σπήλαιον και ούτε κανένα είδον ποτέ μου ούτε άνθρωπος μου ωμίλησεν ουδόλως». Ο δε απεκρίνατο· «Ο Θεός, όστις σου εφανέρωσε το όνομά μου, αυτός και εμέ εφώτισε και ωδήγησε να σε απολαύσω». Αφού λοιπόν ηυφράνθησαν ψυχικώς και συνωμίλησαν επί ώραν ικανήν, λαβόντες την ευλογίαν αυτού ανεχώρησαν και διατρίψαντες καιρόν τινα εις την έρημον, εκίνησαν πάλιν να έλθουν εις το Μοναστήριον. Διαβαίνοντες δε από τον τόπον εκείνον, ανέβησαν εις το σπήλαιον και ιδόντες τον Αναχωρητήν γονατιστόν κατ΄ Ανατολάς, ενόμισαν, ότι ήτο ζωντανός και προσηύχετο. Έμειναν λοιπόν καρτερούντες ώραν πολλήν· αλλ΄ αφού ενύκτωσε και αυτός δεν ηγέρθη από την γην, επλησίασεν ο Σάββας και λέγει προς αυτόν· «Πάτερ ευλόγησον». Εκείνος όμως δεν απεκρίθη· όθεν εγγίσας αυτόν, εγνώρισεν ότι απήλθεν η μακαρία ψυχή του προς Κύριον και είπε προς τον Αγάπιον· «Ας τον ενταφιάσωμεν, τέκνον, επειδή δια τούτο ο Θεός μάς απέστειλε». Σεμνώς λοιπόν και ευλαβώς περιστείλαντες το ιερόν αυτού λείψανον, έθεσαν αυτό εις εν μέρος του σπηλαίου, ψάλλοντες τα αρμόδια της ταφής τροπάρια, έπειτα φράξαντες την είσοδον με λίθους μεγάλους επέστρεψαν εις την Λαύραν την ημέραν του Λαζάρου και εώρτασαν την αγίαν του Σωτήρος Ανάστασιν. Τον καιρόν εκείνον απέθανεν ο πατήρ του Αγίου εις την Αλεξάνδρειαν, η δε μήτηρ αυτού, ακούουσα την αγαθήν φήμην του Σάββα, επώλησεν όλα τα υπάρχοντα αυτής και λαβούσα τα αργύρια, απήλθεν εις την Λαύραν και ιδούσα αυτόν εις τοσαύτην προκοπήν ενάρετον, εχάρη χαράν μεγάλην. Ο δε Σάββας την ενουθέτησε ν΄ απαρνηθή τον κόσμον και πάντα τα πρόσκαιρα αγαθά, εάν επόθει να απολαύση τα αεί διαμένοντα. Πείθεται λοιπόν η καλόγνωμος μήτηρ του φρονίμου παιδός και γενομένη Μοναχή, έμεινε μετ΄ αυτού, εις ολίγον δε καιρόν ανεπαύθη και παρέδωσε την ψυχήν της εις τας χείρας του Θεού ζήσασα πολιτείαν θεάρεστον. Ο δε Όσιος, ενταφιάσας αυτήν, εδαπάνησεν όλα αυτής τα χρήματα εις διαφόρους κατασκευάς της Λαύρας, ξενώνας, κήπους, περιτοιχίσεις και έτερα χρειαζόμενα. Έστειλε δε ποτε ο Όσιος αδελφόν τινα με υποζύγια να φέρη ξύλα από την Ιεριχώ δια την οικοδομήν ενός πανδοχείου. Ο δε, απελθών, εφόρτωσε τα ζώα και καθώς ήρχετο προς την Λαύραν εδίψησε, διότι έκαιε πολύ ο ήλιος· όθεν μη δυνάμενος πλέον να περιπατή την ξηράν εκείνην και άνυδρον γην, έπεσε και εκείτετο ως νεκρός. Τότε ενεθυμήθη τον διδάσκαλόν του, ότι έχει παρρησίαν προς Κύριον, και είπε ταύτα· «Δέσποτα Θεέ, βοήθησόν μοι δια πρεσβειών Σάββα του σου θεράποντος». Και παρευθύς, ως είπε τον λόγον, αυτός ο Θεός, ο οδηγήσας εν στήλη νεφέλης τον Ισραήλ, προσέταξε και τότε νεφέλην πλήρη ύδατος, η οποία ελθούσα επάνω του Μοναχού, τον εσκέπαζε και τον εδρόσιζε, ακόμη δε (ω του θαύματος!) και επότιζε και ενεδυνάμωνεν αυτόν. Ηκολούθει δε η νεφέλη, σκέπουσα αυτόν, έως ου έφθασεν υγιής εις το Μοναστήριον. Ήτο δε μακράν από την Λαύραν είκοσι στάδια εν όρος, του Καστελλίου καλούμενον, εις το οποίον δεν ετόλμα να υπάγη κανείς δια το τραχύ και άγριον του τόπου και διότι κατώκουν εκεί δαίμονες αναρίθμητοι. Ο δε Όσιος απήλθεν έχων την ελπίδα του εις τον Κύριον και ράνας όλον τον τόπον με έλαιον του Τιμίου Σταυρού, παρέμεινεν εκεί όλην την αγίαν Τεσσαρακοστήν. Και εις μεν την αρχήν είχε τόσους πολέμους από τους δαίμονας, ώστε εμελέτησε ν΄ αναχωρήση, μη δυνάμενος να υπομείνη τας φοβεράς ταραχάς, τας οποίας εποίουν. Αλλ΄ ο πανάγαθος Κύριος, ο πάλαι των Αββάν Αντώνιον δυναμώσας, αυτός και τον Σάββαν ενεθάρρυνε παραστάς προς αυτόν και του είπε να κάμη υπομονήν έως τέλους. Και πράγματι ούτως έπραξε και τόσον τον εβοήθησεν ο Κύριος και τόσον φοβερόν εις τους δαίμονας τον κατέστησεν, ώστε τον έβλεπον και έφευγον· όθεν ο δίκαιος έχαιρε και έμεινεν εκεί προσευχόμενος έως το τέλος των νηστειών. Τότε πάλιν οι δαίμονες συνήχθησαν, δια να δοκιμάσουν τον ύστερον πόλεμον, εάν δυνηθούν να τον εκφοβίσουν· και μετασχηματισθέντες εις ερπετά και θηρία και κόρακας επροξένουν πολλήν ταραχήν, κτύπους, φωνάς και άμετρον σύγχυσιν. Ο δε Όσιος, μηδέν φοβηθείς, γενναίως προσηύχετο· όθεν αυτοί, μη δυνάμενοι να τον βλέπουν, ωμολόγησαν και εκουσίως την ήτταν των και έλεγον ταύτα με ανθρωπίνην φωνήν, ολολύζοντες· «Δεν σε φθάνει, Σάββα, το σπήλαιον, η πέτρα, ο χείμαρρος και όση άλλη γη της ερήμου κατώκησας, αλλ΄ ήλθες και εδώ εις τα όριά μας και φιλονεικείς να μας εκβάλης από τον οίκόν μας; ιδού, αναχωρούμεν και σε αφήνομεν κύριον, εφόσον βλέπομεν ότι έχεις τον Θεόν σύμμαχον». Αυτά και άλλα περισσότερα λέγοντες, ως να έκλαιον την συμφοράν των και ποιούντες κτύπους και θόρυβον, έφυγον το μεσόνυκτον, φαινόμενοι ωσάν κόρακες, καθώς τους είδον μερικοί ποιμένες, οι οποίοι εφύλαττον πρόβατα εις εκείνα τα όρια και το εμαρτύρησαν. Δια τούτο και συνήχθησαν το πρωϊ έντρομοι εις τον Όσιον και του ανήγγειλαν όσα είδον και ήκουσαν. Ο δε Όσιος, ιδών αυτούς τεταραγμένους και καταφόβους, εποίησεν ευχήν προς Κύριον δι΄ αυτούς και διδάξας και θαρρύνας αυτούς και ευλογήσας, απέλυσεν εν ειρήνη. Αφού λοιπόν παρήλθεν η νηστεία, επέστρεψεν ο Άγιος εις την Λαύραν, και αφού ετέλεσε λαμπρώς την εορτήν της Αγίας Αναστάσεως, έλαβεν αδελφούς τινας μεθ΄ εαυτού και απήλθεν εις το Καστέλλιον, το οποίον και εκαθάρισεν επιμελώς δια να κτίση κελλία και ξενώνας. Ευρών δε αρχαίον τι κτήριον αρκετά μεγάλον, λαμπρόν πολύ και ωραιότατον, εστολισμένον και υψηλόν με λίθους καλλίστους, εχάρη, συλλογιζόμενος ότι ήτο Θεού θέλημα να γίνη και εκεί Μοναστήριον. Ήρχισε λοιπόν ευθύς να κτίζη· και πρώτον μεν έκαμε το ευρύχωρον εκείνο κτήριον Ναόν Άγιον και το αφιέρωσεν εις τον Κύριον· έπειτα έκαμε και άλλα όσα ηδύνατο, αναλόγως των χρημάτων, τα οποία είχε· μη έχων δε πλέον άλλα χρήματα, έπαυσε την εργασίαν ολίγον καιρόν. Αλλ΄ ο ελεήμων Θεός, ο προστάξας ημάς να μη μεριμνώμεν τι να φάγωμεν και τι να πίωμεν, διότι αυτός φροντίζει και έχει την μέριμναν και την κηδεμονίαν μας με περισσοτέραν αγάπην και από αυτόν τον πατέρα και την μητέρα μας, εφρόντισε και δια τον δούλον του Σάββαν, επειδή θέλημα και οικονομία Αυτού ήτο να γίνη και ο τόπος εκείνος εναρέτων ανδρών οικητήριον. Ήτο τότε αρχηγός εις τα Κοινόβια της Βηθλεέμ εις πνευματικός αγιώτατος, Μαρκιανός ονόματι, όστις είχε την φροντίδα και έστελλεν όλα τα χρειαζόμενα εις τους Μοναχούς. Ούτος λοιπόν είδε κατ΄ όναρ ωραίον τινά εις την όψιν και έκλαμπρον, λέγοντα προς αυτόν τοιαύτα· «Μαρκιανέ, συ κάθεσαι αναπαυόμενος και άλυπος, διότι δεν χρειάζεσαι τίποτε από τα αναγκαία του σώματος, αλλ΄ ο δούλος του Θεού Σάββας, όστις έχει τόσην αγάπην προς τον Δεσπότην, βασανίζεται με τους αδελφούς του εις το Καστέλλιον και ουδέ καν ζωοτροφίαν έχουσιν, ούτε είναι κανείς να τους βοηθήση. Λοιπόν μη αμελήσης ουδόλως, αλλά στείλε εις αυτούς όσα χρειάζονται». Ταύτα ιδών ο καλός Μαρκιανός, έστειλεν ευθύς εις το Καστέλλιον όλα τα υποζύγιά του φορτωμένα σίτον, οίνον και άλλα διάφορα βρώματα. Ο δε Σάββας, ταύτα δεξάμενος και μαθών τα της οπτασίας, εβεβαιώθη καλλίτερα, ότι Θεού θέλημα ήτο να γίνη και εκεί Μοναστήριον και ευχαριστήσας τον Κύριον, έσπευσε θερμότερον, έως ου ετελείωσε και το Κοινόβιον του Καστελλίου, εγκατέστησε δε και εις αυτό Μοναχούς, όσους του εφάνη αρμόδιον. Είχε δε ο Όσιος πολλήν φροντίδα εις αυτό το Καστέλλιον, να κατοικώσι γέροντες Μοναχοί, έχοντες πείραν και πράξιν εις την μοναδικήν πολιτείαν, τους δε κοσμικούς και νεωτέρους έβαλλεν εις άλλο Μοναστήριον, το οποίον έκτισεν εις το βόρειον μέρος της Λαύρας και έμενον εκεί έως να μάθουν το Ψαλτήριον και πάσαν άλλην πράξιν αναγκαίαν εις τους Μοναχούς. Έβαλε δε εις αυτούς και Προεστώτα απαθή και ενάρετον να τους γυμνάζη να γίνωνται άξιοι του σχήματος, διότι ο Μοναχός, έλεγε, πρέπει να είναι σπουδαίος, διακριτικός, νηφάλιος, σώφρων και κόσμιος και απλώς να μη χρειάζεται διδασκαλίαν, αλλά να είναι άξιος να χαλιναγωγή τα μέλη του και να φυλάττη τον νουν ασφαλώς. Όταν δε ήθελεν ίδει τινά, ότι έμαθεν ακριβώς την μοναχικήν διαγωγήν και ήτο άξιος να μάχεται με τους εναντίους λογισμούς, τότε τον εισήγαγεν εις την Λαύραν και τον συνηρίθμει μετά της αδελφότητος. Αγένειον δε ουδέποτε δι΄ ουδεμίαν αιτίαν συνεχώρησε να εισέλθη εις την Λαύραν, δια το σκάνδαλον. Έλεγε δε ταύτα· «Αύτη η τάξις είναι πατροπαράδοτος και όστις παραβή ταύτην αμαρτάνει βαρέως εις τον Θεόν, καθώς έχω παραγγελίαν από τον μέγαν Ευθύμιον, όστις δεν με εδέχθη εις το Μοναστήριον, διότι ήμην χωρίς γένειον, αλλά με απέστειλεν εις τον μακάριον Θεόκτιστον, διότι μεγάλην ζημίαν έχει εις την ψυχήν ο Μοναχός, όστις συναυλίζεται με παιδία αγένεια». Όσοι δε εκ των προσερχομένων ήσαν ακόμη αγένειοι, τους έστελλε προς τον Όσιον Θεοδόσιον, όστις είχε φροντιστήριον, τριάκοντα πέντε στάδια (6.475 μέτρα περίπου) μακρύτερα της Λαύρας. Υπεδέχετο δε τούτους ο Θεοδόσιος και έσπευδε με κάθε τρόπον να ικανοποιήση την επιθυμίαν του Σάββα, διότι είχον ο εις προς τον άλλον αγάπην και όσα ο Σάββας επεθύμει, ετέλει ο Θεοδόσιος, επειδή αμφότεροι είχον μίαν γνώμην και βούλησιν ένθεον. Ούτοι οι δύο ήσαν και Προεστώτες όλων των Μοναχών, ο μεν Σάββας των Αναχωρητών και των Ησυχαστών, ο δε Θεοδόσιος των Κοινοβιατών. Ταύτην δε την προστασίαν δεν εζήτησαν αυτοί, αλλ΄ ο Πατριάρχης Σαλούστιος τους την ανέθεσεν, ως εναρέτους και αξίους να κυβερνήσουν ψυχάς ανθρώπων. Μετά τον θάνατον του Σαλουστίου έγινε Πατριάρχης ο Ηλίας Α΄ (494- 516), όστις επόθει να συναθροίση ομού πολλούς σπουδαίους Μοναχούς, κατοικούντας εις κελλία περί τον πύργον του Δαβίδ. Λοιπόν οικοδομήσας Μοναστήριον πλησίον της Επισκοπής, υπεδέχετο τους Μοναχούς και έδιδεν εις αυτούς όλα τα χρειαζόμενα, τροφάς και ενδύματα. Όθεν πολλοί εις ολίγον καιρόν συνήχθησαν, των οποίων τα κελλία, εις τα οποία κατώκουν το πρότερον, ηγόρασεν ο μακάριος Σάββας, δια να τα κάμη πανδοχεία και να υποδέχηται εις αυτά τους ξένους. Επήρε λοιπόν εν μέρος εξ αυτών, όσα τον έφθανον τα αργύρια, τα οποία είχε. Θέλων δε να αγοράση και μερικά άλλα, τα οποία ήσαν πολύ χρήσιμα και αναγκαία εις την Λαύραν, δεν είχε να τα πληρώση, διότι δεν του ευρίσκοντο άλλα χρήματα, ειμή μόνον ήμισυ φλωρίον· πλην έχων τας ελπίδας του όλας προς τον Κύριον, έδωκεν εκείνα τα ολίγα χρήματα δι΄ αρραβώνα των εχόντων τα κελλία, συμφωνήσας μετ΄ αυτών, ότι εάν κατά την επομένην δεν δώση εις αυτούς ολόκληρον την αξίαν των να χάνη και τον αρραβώνα. Ταύτα συμφωνήσας, απέβλεπε μόνον προς την ακένωτον δεξιάν του παντοδυνάμου Δεσπότου, εις τον οποίον εστήριζε τας ελπίδας του, να του δώση βοήθειαν· όθεν και της ελπίδος του ταύτης δεν απέτυχε. Το πρωϊ, ως εξημέρωσεν, ήλθε προς αυτόν εις ξένος άνθρωπος άγνωστος, τον οποίον δεν είχεν ίδει ποτέ και έδωσεν εις αυτόν φλωρία χρυσά εκατόν εβδομήκοντα, χωρίς δε να μείνη ή να του είπη κανένα λόγον ή όνομα, ανεχώρησεν. Ο δε Σάββας εγνώρισε πόθεν ήλθε προς αυτόν τόση βοήθεια και ηυχαρίστησε τον Κύριον· όθεν και την τιμήν των καλλίων επλήρωσε και έτερον οίκον μέγαν έκτισε και άλλους δύο εις το Καστέλλιον και ένα εις την Αγίαν Πόλιν πλησίον εις τον Πύργον του Δαβίδ και έτερον εις την Ιεριχώ, δια να υποδέχωνται τους ξένους, οίτινες ήρχοντο εις προσκύνησιν. Έχοντος λοιπόν του Αγίου τοσούτον ζήλον, του έστειλεν ο Θεός και δύο κτίστας πεπαιδευμένους, αδελφούς κατά σάρκα, το γένος Ισαύρους, την κλήσιν Θεόδουλον και Γελάσιον· όθεν έχων τοιούτους τεχνίτας υπηκόους ωκοδόμησεν όσας ελλείψεις είχεν η Λαύρα έτι δε και έτερα Μοναστήρια, δεξαμενάς υδάτων, πηγάς, φούρνους, ζυμωτήρια, νοσοκομεία και άλλα διάφορα. Έκτισε δε και Ναόν μέγιστον και υπέρκαλον, διότι δεν εχώρουν εις τον πρώτον οι αδελφοί και εγκαινιάσας αυτόν ο Πατριάρχης Ηλίας, τον αφιέρωσεν εις το όνομα της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου Μαρίας. Βλέποντες οι κακότροποι εκείνοι και συκοφάνται μαθηταί αυτού, περί των οποίων προείπομεν, ότι οι αδελφοί επληθύνοντο και πάντα τα της Λαύρας ήνθουν και προέκοπτον εις το καλύτερον, εφθόνουν, και ως κακόγνωμοι επεβουλεύοντο τον Άγιον και καθ΄ εκάστην έπλεκον δόλους, μηχανώμενοι πάντα τρόπον δια να τον βλάψουν οι άφρονες. Ο δε Όσιος, ως μαθητής γνήσιος της ειρήνης, δίδων τόπον εις την οργήν, ανεχώρησεν από την Λαύραν, δια να μη τον βλέπουν, προτιμών να πολεμή με τους δαίμονας μάλλον ή με τους ανθρώπους. Τούτο δε έκαμε δια δύο τινά, ένα μεν δια να μαράνη τον φθόνον με την αποδημίαν αυτού και δεύτερον δια να νικήση την κακίαν με την πολλήν ανεξικακίαν και επιείκειαν. Απήλθε λοιπόν εις τα μέρη της Σκυθοπόλεως, εις τόπον έρημον, εις ποταμόν καλούμενον των Γαδάρων· εις αυτόν εύρεν ευρύχωρον σπήλαιον, εις το οποίον κατώκει λέων μέγας και φοβερώτατος. Αφού εποίησεν ευχήν ο Άγιος ώραν ικανήν, απεκοιμήθη εκεί εις το σπήλαιον και την ώραν του μεσονύκτου ήλθεν εκείνο το δεινόν θηρίον και ευρόν αυτόν κοιμώμενον, εδάγκασε την άκραν του ιματίου ταπεινά και τον έσυρε με πολλήν ημερότητα, δια να τον φέρη έξω του σπηλαίου. Ο Όσιος, έξυπνος γενόμενος και ιδών τοιαύτην θέαν φοβερωτάτην, δεν εδειλίασεν, αλλ΄ ήρχισε να αναγινώσκη την ακολουθίαν του Όρθρου· ο δε λέων, ιδών αυτόν, ότι προσεκύνει και ηύχετο, αφήκεν αυτόν και παραμερίσας (ω του θαύματος!) ανέμενεν, έως να είπη την Ακολουθίαν ο Άγιος, ο οποίος, αφού ετελείωσεν, έπεσε πάλιν να κοιμηθή ολίγον εις τον τόπον εις τον οποίον είχεν ο λέων την στρώσιν του. Τότε εκείνος, ως είδεν ότι έπεσε πάλιν ο Όσιος, ήρπασεν αυτόν με τους οδόντας του από το ιμάτιον και τον έσυρε δυνατά να τον εκβάλη από τον οίκον του· ο δε Σάββας είπε προς αυτόν· «Τι κοπιάς, θηρίον, να με διώξης; Το σπήλαιον είναι μεγάλον και φθάνει και δια τους δύο μας· αν λοιπόν θέλης να κατοικώμεν ομού, ησύχασον· εάν πάλιν δεν σου αρέση, ύπαγε να εύρης άλλο κατοικητήριον και άφες τούτο εις εμέ, διότι εγώ επλάσθην εκ χειρός Κυρίου και ετιμήθην κατ΄ εικόνα αυτού και ομοίωσιν». Ταύτα είπεν ο Σάββας με ταπεινήν λαλιάν και υπακούσαν το θηρίον (ω των μεγίστων τεραστίων σου, παντοδύναμε Κύριε!) ανεχώρησεν εκείθεν και αφήκε τον Άγιον ανενόχλητον. Αφού δε κατώκησεν εκεί ο Όσιος ημέρας πολλάς, ηκούσθη η φήμη αυτού εις όλα εκείνα τα περίχωρα· όθεν συνήχθησαν και εκεί πολλοί και μάλιστα νέος τις επιφανής, υιός πλουσίων γονέων, Βασίλειος το όνομα, όστις έμεινεν εις την υπακοήν του Σάββα και ηγωνίζετο. Λησταί δε τινες, νομίζοντες ότι είχε χρήματα πολλά ο Βασίλειος, επήγαν την νύκτα να του τα κλέψωσι και μηδέν ευρόντες, εθαύμασαν την ακτημοσύνην αυτών και την ανείκαστον πενίαν και ευλαβούμενοι ανεχώρησαν. Οδεύσαντες δε ολίγον διάστημα πέραν του σπηλαίου τους συνήντησαν λέοντες φοβεροί και εξαίσιοι εις το μέγεθος, φοβηθέντες λοιπόν και μη έχοντες άλλην βοήθειαν, είπον ταύτα· «Σας ορκίζομεν δια των ευχών του Μοναχού Σάββα, να μη μας βλάψητε». Οι δε λέοντες, ακούσαντες αυτό το σεβάσμιον όνομα, ως να ήθελον λάβει βαρείαν πληγήν, ευθύς έφυγον. Θαυμάσαντες οι λησταί το παράδοξον επέστρεψαν εις το σπήλαιον, και ανήγγειλαν εις τον Άγιον το γενόμενον τεράστιον και υπεσχέθησαν να μη αδικήσουν πλέον ουδένα, αλλά με τον κόπον των να ζωοτροφώνται και ούτως εποίησαν. Αύτη η φήμη, ότι και τα ανήμερα θηρία ηυλαβούντο τον Σάββαν, επλήρωσε τα περίχωρα, και τον εσέβοντο· όθεν πολλοί ήρχοντο μετ΄ ευλαβείας να τον βλέπωσιν. Ο δε Όσιος, φεύγων πάλιν τον έπαινον, αφήκε Προεστώτα εις τους εκεί Μοναχούς ενάρετόν τινα, ονόματι Ταράσιον, και ανεχώρησε. Νομίζων δε ο Όσιος ότι εκ της πολυκαιρίας θα έπαυσεν ο φθόνος των κακίστων εκείνων Μοναχών, επέστρεψε πάλιν εις την Λαύραν, αλλ΄ εύρεν ηυξημένον μάλλον το πάθος και δριμύτερον τον φθόνον, διότι εις την κατά του Οσίου καταδρομήν ενέμενον όχι μόνον οι πρώτοι, περί των οποίων είπομεν ανωτέρω, αλλά και έτεροι πολλοί, τους οποίους παρέσυρον εις την πονηράν των γνώμην οι πρώτοι, ήσαν δε τώρα όλοι τον αριθμόν εξήκοντα, οίτινες εκίνουν δολίως τα χείλη, κανά και μάταια μελετώντες κατά του Αγίου και έπραττον καθ΄ εκάστην σκάνδαλα εις όλην την Λαύραν και πολλήν σύγχυσιν. Ο δε Σάββας, βλέπων την απώλειαν αυτών, ελυπείτο και τα σπλάγχνα δεινώς εκόπτετο και ηγωνίζετο, όσον ηδύνατο, να νικήση τον μεν φθόνον των με την αγάπην και την μακροθυμίαν, την δε κακίαν των με την χρηστότητα και την καλωσύνην, αλλά δεν ηδυνήθη να τους φέρη εις μεταμέλειαν, επειδή, καθώς λέγει και η παροιμία, ο κάβουρας δεν περιπατεί ποτέ ορθά, ούτε ο Άραψ λευκαίνεται. Όθεν ο Όσιος ανεχώρησε πάλιν από την ποίμνην του και απελθών εις τα όρια της Νικοπόλεως κατώκησε κάτωθεν μιας κερατίδος (χαρουπιάς) σκεπόμενος υπό των κλάδων αυτής και τρεφόμενος από τα κεράτια. Αλλ΄ ο Πανάγαθος Θεός, δια τον οποίον έπασχε ταύτα, τον εφρόντιζε και εκεί και τον κατέστησε περιβόητον και σεβάσμιον εις όλους, διότι ο κύριος τού αγρού εκείνου, μαθών την αρετήν του ανδρός, επήγε και του έκτισε κελλίον και παν ό,τι εχρειάζετο του εκόμιζεν. Οι δε επίβουλοι εκείνοι στασιασταί, ευρόντες αφορμήν συκοφαντίας την μακράν αποδημίαν του διδασκάλου των, διέδωσαν φήμην ψευδή, η οποία ηκούσθη εις όλα τα Μοναστήρια, ότι ο Σάββας έγινε θηριάλωτος, ότι δηλαδή τον έφαγαν τα θηρία· έπειτα απήλθον εις την Αγίαν Πόλιν και είπον εις τον Πατριάρχην ταύτα· «Δέσποτα Άγιε, ο διδάσκαλος ημών πηγαίνων εις την έρημον της Νεκράς θαλάσσης εφαγώθη από ένα λέοντα και σε παρακαλούμεν, αν θέλης, να μας δώσης άλλον Ηγούμενον». Ο δε Πατριάρχης απεκρίθη· «Δεν θέλω πιστεύσει ποτέ ότι αφήκεν ο Θεός τοιούτον φίλον του και αγιώτατον άνθρωπον να τον φάγωσι τα θηρία. Υπάγετε λοιπόν να τον αναζητήσητε επιμελώς, και να τον εύρητε, ή υπομείνατε έως ου τον φανερώση ο Κύριος». Επέστρεψαν λοιπόν οι δόλιοι άπρακτοι. Μετά τινας δε ημέρας, ότε ήτο η εορτή των Εγκαινίων (13 Σεπτεμβρίου), ήλθεν ο Σάββας μετά τινων αδελφών εις την Αγίαν Πόλιν κατά το σύνηθες· ιδών δε αυτόν ανελπίστως ο Πατριάρχης εχάρη λίαν και τον παρεκάλει να μη αφήση πλέον την ποίμνην του έρημον, αλλά να έχη την φροντίδα αυτής, να την κυβερνά όσον δύναται. Ο δε Όσιος προφασιζόμενος έλεγεν ότι δεν ήτο άξιος να ποιμάνη τόσα λογικά πρόβατα. Τότε ο Πατριάρχης είπε προς αυτόν· «Εάν παρακούσης την εντολήν μου αυτήν δεν θέλεις πλέον ίδει το πρόσωπόν μου, επειδή δεν υποφέρω να βλέπω άλλους να τρυγούν τους πόνους σου». Τότε ο μακάριος Σάββας εξ ανάγκης, δια να μη γίνη παρήκοος εφανέρωσε εις τον Πατριάρχην τους λόγους, οι οποίοι τον εξηνάγκασαν να φεύγη. Ο δε Πατριάρχης έγραψεν αμέσως εις τους Μοναχούς άπαντας τα εξής: «Αδελφοί και τέκνα εν Χριστώ, μάθετε ότι ο πατήρ και διδάσκαλός σας δεν έγινε θηριάλωτος, καθώς είπατε, αλλ΄ ιδού έρχεται και πάλιν εις την ποίμνην του, επειδή τον παρεκάλεσα, διότι είναι άδικον να υστερηθή την Λαύραν, την οποίαν μετά τόσων κόπων και πόνων έκτισεν. Υποδεχθήτε λοιπόν αυτόν μετά της προσηκούσης τιμής· εάν δε και τινες εξ υμών φανώσιν απειθείς, ως αυθάδεις και υπερήφανοι, μη θέλοντες να υποτάσσωνται εις τον κανονικόν των ποιμένα, προστάσσω να τους διώξητε παρευθύς δια να μη προξενώσι σκάνδαλα». Λαβών λοιπόν ο Σάββας την επιστολήν απήλθεν εις την Λαύραν, όπου και ανέγνωσαν αυτήν εις επήκοον πάντων. Οι δε στασιασταί εκείνοι, ταύτα ακούσαντες, ήρπασαν ευθύς δικέλλας και λαξευτήρια και εκρήμνισαν από θεμελίων μετά θυμού και οργής τον πύργον, τον οποίον είχον εκτισμένον, αρπάσαντες δε ως άγριοι δαίμονες τους λίθους και τα ξύλα, τα έρριπτον εις τον χείμαρρον. Αφού λοιπόν οι αποστάται εκείνοι Μοναχοί ταύτα έπραξαν, αρπάσαντες τα ράσα των Μοναχών και ό,τι άλλο ηδυνήθησαν, έφυγον εκείθεν και απήλθον εις την Μονήν του Σουκά, αλλά δεν τους εδέχθη ο Ηγούμενος αυτής Ακυλίνος, όστις ήτο ενάρετος άνθρωπος και εγνώριζε την κακήν των γνώμην, εκείνοι δε απήλθον εις τινα χείμαρρον, Θεκώον καλούμενον, εις τον οποίον ήσαν παλαιά τινα κελλία, τα οποία διώρθωσαν, κτίζοντες και έτερα εκ θεμελίων και κατώκησαν εκεί επονομάσαντες αυτά Νέαν Λαύραν. Και αυτά μεν έκαμαν εκείνοι· οι δε επίλοιποι αδελφοί, αφού ανεσπάσθησαν τα ζιζάνια, έμειναν ως ο αφιερωμένος εις τον Θεόν σίτος, εύχρηστος και καθαρώτατος. Ο δε ανεξίκακος Σάββας, μαθών που κατώκησαν οι αποστατήσαντες, εφόρτωσε τα υποζύγια της Λαύρας και του Καστελλίου τρόφιμα και ό,τι άλλο εχρειάζετο και επήγε να τους φιλοδωρήση. Εκείνοι δε ιδόντες αυτόν μακρόθεν εγόγγυζον προς αλλήλους, λέγοντες· «Βλέπετε, ότι ούτε εδώ δεν μας αφήνει ειρηνικούς αυτός ο κίβδηλος, αλλ΄ έρχεται πάλιν να μας σκανδαλίση»; Ο δε Όσιος πλησιάσας τους εχαιρέτησε μετά πολλής ταπεινώσεως, και τους έδωκε την δωρεάν. Ιδών δε ότι είχον μεγάλην ανάγκην από Ναόν και Προεστώτα, όστις να τους καθοδηγή, διότι έκαμνον πολλάς αταξίας και είχον μεγάλην σύγχυσιν μεταξύ των, ανέφερε πάντα ταύτα εις τον Πατριάρχην και τον παρεκάλεσε να τους βοηθήση και εκείνος, δίδων εις αυτούς Ηγούμενον. Ο δε Πατριάρχης έδωκεν εις τον Άγιον φλωρία εβδομήκοντα και εξουσίαν να τους κυβερνήση, ως βούλεται. Επεριποιήθη λοιπόν αυτούς ο Όσιος επιμελώς εις όλα τα χρειαζόμενα, ούτως ώστε να μη τους λείπει τίποτε, τους έκτισε δε και Ναόν πλουσιώτατον, αρτοποιείον και έτερα όσα ήσαν αναγκαία· τους έδωκε δε και Προεστώτα ενάρετόν τινα και προορατικόν Μοναχόν, Ιωάννην ονόματι, καταγόμενον από την Ελλάδα, όστις εγνώριζε τα μέλλοντα και προεφήτευσεν εις την τελευτήν αυτού όσα σκάνδαλα και αιρέσεις έμελλον να γίνουν εις εκείνην την Λαύραν. Όσα δε προείπεν, ετελειώθησαν όλα, τα οποία όμως αφήνω δια βραχύτητα, επειδή δεν είναι αρμόδια· αλλά πρέπον είναι να γράψω του Οσίου τα κατορθώματα, όστις αφού έκαμε διαλλαγήν με τους αποστάτας και εκυβέρνησε την Μονήν αυτών ως ηδύνατο, επιστρέψας εις την Λαύραν και ποιήσας εκεί έως την εικοστήν (20) Ιανουαρίου κατά την τάξιν, ανεχώρησε πάλιν εις την έρημον. Ιάκωβος δε τις Ιεροσολυμίτης, τον τρόπον αυθάδης, παρεκίνησε και άλλους τινάς ομοίους αυτού εις την υπερηφάνειαν και απελθόντες εις τόπον καλούμενον Επτάστομον λάκκον επεχείρησαν να κάμουν ιδικόν των Μοναστήριον. Εθεμελίωσαν λοιπόν Ναόν, κελλία και άλλα χρειαζόμενα κτίρια. Οι δε αδελφοί της Λαύρας ηγανάκτησαν και δεν τους άφησαν να τελέσουν τα μελετώμενα. Αυτοί δε είπον, ότι με την συγκατάθεσιν του Σάββα τα έκτιζαν· όθεν τούτο ακούσαντες, δεν τους ημπόδισαν, νομίζοντες ότι την αλήθειαν λέγουσιν. Επανελθών δε εις την Λαύραν ο θείος Σάββας, εκάλεσε τον Ιάκωβον και ενουθέτησεν αυτόν πατρικώς να απέχη του εγχειρήματος, διότι η γνώμη του δεν ήτο κατά Θεόν, επειδή, πριν παιδαγωγήση εαυτόν, ήθελε να γίνη άλλων Προεστώς και Ηγούμενος. Ο Ιάκωβος όμως, ως φιλόνεικος, ηναντιούτο εις τας ψυχοφελείς νουθεσίας του Οσίου και δεν επροθυμοποιείτο να τηρήση την εντολήν του. Ο δε Σάββας είπε προς αυτόν· «Εγώ, τέκνον μου, κατά Θεόν σε συμβουλεύω και συ απειθείς; Πρόσεχε μήπως πάθης μεγάλην ζημίαν και τότε θα γνωρίσης το συμφέρον σου». Ταύτα ειπών ο Άγιος απήλθεν εις τον πύργιον, ευθύς δε ήλθε κλόνος εις τον Ιάκωβον και έτρεμεν όλον το σώμα του· έπειτα του ήλθε πυρετός λαύρος, επί επτά δε μήνας κατέκειτο, ελεεινώς οδυνώμενος. Απελπισθείς λοιπόν της ζωής παντελώς ο Ιάκωβος και ενθυμηθείς την παρακοήν του εις τας εντολάς του Αγίου, παρεκάλεσε τους αδελφούς να τον υπάγωσι βαστακτόν εις τους πόδας αυτού, και να παρακαλέσουν τον Όσιον να τον λύση από τον δεσμόν της παρακοής, δια να μη αποθάνη ασυγχώρητος. Τούτου γενομένου, ευθύς ως τον είδεν ο πράος και άκακος Σάββας τον συνεπάθησε και είπε προς αυτόν με πραότητα· «Εγνώρισες, αδελφέ, ποίος είναι ο καρπός της αυθαδείας και ποία τα επίχειρα της παρακοής»; Ο δε μετά βίας και κόπου πολλού ηδυνήθη να ομιλήση από το βάρος της ασθενείας ειπών ταύτα· «Συγχώρησόν μοι, Πάτερ τίμιε, επειδή χωρίζομαι πλέον από την ποίμνην σου και υπάγω εις την τελευταίαν αποδημίαν». Ο δε Όσιος απεκρίθη· «Ο Θεός, αδελφέ, να σε συγχωρήση». Ούτως ειπών, έλαβεν αυτόν από την χείρα και, ω του θαύματος! ως του ήγγισεν η δεξιά του Αγίου, έφυγεν εξ αυτού η δεινή εκείνη ασθένεια και εγένετο όλως υγιής, έπειτα κοινωνήσας αυτόν των θείων Μυστηρίων, του έδωκε και σωματικήν τροφήν όθεν εθαύμασαν άπαντες, βλέποντες εσθίοντα και περιπατούντα τον άνθρωπον αυτόν, όστις πρότερον δεν ηδύνατο να ομιλήση ή να σαλεύση ποσώς. Έδωκε λοιπόν κανόνα εις τον ιατρευθέντα ο Όσιος να μη υπάγη πλέον εις το Μοναστήριον, το οποίον έκτισε. Ταύτα μαθών και ο Πατριάρχης έστειλεν ανθρώπους και εκρήμνισαν εκ θεμελίων την οικοδομήν εκείνην της παρακοής. Ακολούθως έκτισεν ο Άγιος άλλα κελλία μακράν απ΄ εκεί πέντε στάδια και Ναόν ευκτήριον, τον δε Ιακώβ προσέταξε να υπηρετή τους ξένους, οίτινες ήρχοντο εις προσκύνησιν, δια να γυμνασθή εις την υπακοήν, υπηρέτει δε και εις όλας τας υπηρεσίας του μαγειρείου. Επειδή όμως δεν είχεν ουδόλως πείραν τοιούτου επιτηδεύματος, έσφαλλε πολλάκις, μάλιστα δε ημέραν τινά εμαγείρευσε κουκκία υπέρ τα χρειαζόμενα και επερίσσευσαν πολλά, τα οποία δεν εφύλαξε να τα φάγωσι την επομένην, αλλ΄ ως άπειρος τα έρριψεν ως να ήσαν σκύβαλα. Ταύτα ιδών ο Σάββας επήγε κρυφίως και τα εμάζευσε, ξηράνας δε αυτά εις τον ήλιον, τα έβρασεν επιμελώς με μυρωδικά και εκάλεσε τον Ιάκωβον να συμφάγουν εις την τράπεζαν. Καθώς δε έτρωγον, είπεν ο Σάββας εις τον Ιάκωβον· «Συγχώρησόν μοι, εάν δεν είναι καλόν το μαγείρευμα, διότι δεν ήξευρα να το κάμω καλύτερον». Λέγει ο Ιάκωβος· «Μάρτυς μου ο Κύριος, πολύν καιρόν έχω να φάγω νοστιμώτερον μαγείρευμα». Λέγει και ο Άγιος· «Γνώριζε, τέκνον, ότι τα κουκκία, τα οποία απέρριψας ως άχρηστα εις το ρυάκι, αυτά είναι. εάν λοιπόν δεν είσαι άξιος να παρασκευάσης μίαν χύτραν μαγείρευμα, πως θα γίνης Προεστώς αδελφών, να κυβερνήσης ψυχάς ανθρώπων; Ή δεν ήλουσες τον μακάριον Παύλον, λέγοντα ότι, Όστις δεν γνωρίζει να κυβερνήση τον οίκον του, πως θα γίνη Προεστώς Εκκλησίας;» (Α΄ Τιμ. γ: 5). Ταύτα λέγων ο μέγας Σάββας και νουθετήσας αυτόν πρεπόντως και ικανώς, τον απέλυσεν. Μετά καιρόν, ησυχάζων εις το κελλίον του ο Ιάκωβος, επειράζετο πολύ από λογισμούς πορνείας και τόσον τον επολέμησεν ο διάβολος και τοιούτον σκάνδαλον του έδωκεν, ώστε απέκοψεν ο ασύνετος τα παιδαγόνα του μόρια. Έπειτα εφώναζε από τους πόνους βασανιζόμενος. Οι δε Μοναχοί συναχθέντες παρεσκεύασαν φάρμακα, όπως ηδύναντο. Ταύτα μαθών ο Άγιος εδίωξεν τον Ιάκωβον ως επίβουλον της ιδίας αυτού ζωής, έδειξεν όμως ούτος κατόπιν ικανήν μετάνοιαν, και στενάζων εξ όλης καρδίας απήλθεν εις τον μακάριον Θεοδόσιον και έπεσεν εις τους πόδας αυτού με θερμά δάκρυα διηγούμενος το πάθημά του και ικετεύων αυτόν να μεσιτεύση εις τον Σάββαν, να του συγχωρήση το έγκλημα. Τούτο ποιήσας ο Θεοδόσιος, συνεχώρησεν ο Σάββας τον Ιάκωβον δια την αγάπην του φίλου του και δεξάμενος αυτόν εις την Λαύραν, του έδωκε κανόνα βαρύτατον, να μη εξέλθη πλέον ουδόλως από το κελλίον του, ούτε να ομιλήση μετά τινος, αλλά να προσεύχηται μετά δακρύων προς τον Κύριον ακατάπαυστα, να τον συμπαθήση ως εύσπλαγχνος. Αποδεχθείς λοιπόν μετά χαράς τον κανόνα ο Ιάκωβος έδειξε τοιαύτην μετάνοιαν, ώστε τον συνεχώρησεν ο Κύριος, έδειξε δε και εις τον Άγιον και οπτασίαν, δια να τον λύση και αυτός από τον δεσμόν του κανόνος. Είδε λοιπόν εις το όραμά του λαμπρόν τινα και αστραπόμορφον άνδρα ιστάμενον πλησίον αυτού, ήτο δε εκεί και ο Ιάκωβος· εις δε τους πόδας αυτού έκειτο εις νεκρός. Ποιήσας δε ευχήν δια τον νεκρόν ο Ιάκωβος, τον ανέστησε. Τότε λέγει εις τον Σάββαν ο φαινόμενος· «Ιδού ο νεκρός εγήγερται, λοιπόν συγχώρησον και συ τον εγείραντα». Ταύτα ιδών ο Σάββας, επρόσταξε τον Ιάκωβον να εξέλθη του κελλίου του. Εξελθών δε εκείνος ησπάσθη όλους τους αδελφούς και εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια, κατά δε την εβδόμην ημέραν απήλθε προς Κύριον. Γέρων δε τις από την Βηθανίαν ορμώμενος, ονόματι Άνθιμος, ήτο απέναντι του χειμάρρου εις αναχωρητικόν κελλίον, εις τον οποίον διέτριψεν έτη τριάκοντα, μετερχόμενος πάσαν αρετήν εις τον αγώνα της ασκήσεως. Κατά δε το γήρας αυτού ησθένησε βαρέως και έκειτο κλινήρης, μη δυνάμενος να σαέύση από την ασθένειαν. Ιδών δε αυτόν ο Άγιος τοσούτον ταλαιπωρούμενον, τον παρεκάλεσεν όπως δεχθή να τον φέρουν εις εν κελλίον της Λαύρας, δια να τον υπηρετήσουν οι αδελφοί, αλλά δεν ηθέλησεν ο μακάριος, λέγων· «Εδώ ελπίζω εις τον Κύριόν μου να τελειώσω, όπου εξ αρχής κατώκησα». Εν μια λοιπόν των νυκτών εγερθείς ο μακάριος Σάββας προ της συνάξεως, ήκουσε γλυκυτάτην ψαλμωδίαν και νομίζων ότι οι αδελφοί έψαλλον τον Όρθρον, ηπόρησε πως ούτοι δεν έλαβον κατά την τάξιν συγχώρησιν. Απελθών λοιπόν εις την Εκκλησίαν και ευρών τας θύρας κεκλεισμένας, επέστρεψεν εις το κελλίον, αλλά και πάλιν ήκουεν ηδυτάτην ωδήν και έψαλλον ταύτα· «Διελεύσομαι… εν φωνή αγαλλιάσεως και εξομολογήσεως, ήχου εορτάζοντος» (Ψαλμ. μα: 5). Εννοήσας τότε ο Άγιος ότι από την κέλλαν του μακαρίου Ανθίμου εξήρχετο η φωνή, εξύπνησεν όλην την αδελφότητα και απελθόντες μετά κηρών και θυμιαμάτων εύρον αυτόν μόνον εις το κελλίον τελειωθέντα και λαβόντες το άγιον αυτού λείψανον ευλαβώς και τελέσαντες όσα ο νόμος διακελεύεται, εντίμως αυτόν ενεταφίασαν. Έτερος δε τις αδελφός, Αφροδίσιος καλούμενος, ήτο εις την Μονήν του Θεοδοσίου, το γένος Ασιανός, μεγάλος κατά το ανάστημα του σώματος και τοσούτον ισχυρός και ανδρείος, ώστε εσήκωνεν από την γην μόνος του με μεγάλην ευκολίαν σίτου μόδια δώδεκα (Μόδιον=3.6 περίπου κιλά). Τούτον έβαλον εις τους ημιόνους επιμελητήν, ημέραν δε τινά εκτύπησεν ούτος ένα ημίονον εις το πρόσωπον και απέθανεν· έπειτα λαβών το σαμάριον και το φορτίον αυτού απήλθεν εις την Λαύραν. Ο δε Σάββας ιδών αυτόν, ότι μετενόησεν εξ όληε ψυχής δια το αμάρτημα και ήτο πρόθυμος να εκτελέση τον πρέποντα κανόνα, τον προσέταξε να κάθηται εις την κέλλαν του, χωρίς να ομιλήση με άλλον τινά το σύνολον, να μη εξέλθη ποτέ της Λαύρας και να εγκρατεύεται κατά τε την γλώσσαν και την κοιλίαν του. Ταύτην την εντολήν ο γενναίος δεξάμενος, εφάνη μάλλον κατά την ψυχήν ή το σώμα ανδρείος και ισχυρός, παραμείνας τριάκοντα ολόκληρα έτη κεκλεισμένος εις το κελλίον του. Δεν είχε χύτραν ή χάλκωμα, δεν ήναψε πυρ, δεν εδοκίμασεν έλαιον, ούτε έπιεν οίνον ή σίκερα· δεν είχεν ιμάτιον δεύτερον, αλλ΄ εκοιμάτο εις το ψαθίον, κλαίων καθ΄εκάστην και εργαζόμενος το εργόχειρον, ήτοι έπλεκε καθ΄ έκαστον μήνα σπυρίδας ενενήκοντα, τας οποίας έδιδεν εις ένα αδελφόν της Λαύρας, όστις του έφερε την ζωοτροφίαν. Συνέκειτο δε αύτη εξ όσων επερίσσευον από τους αδελφούς, τα οποία δεν έτρωγεν άλλος τις είτε λάχανα είτε όσπρια· ταύτα ετοποθέτουν εις λεκάνην και του τα έστελλον· εάν δε ταύτα είχον και δυσοσμίαν τινά δεν τα επέστρεφεν ο μακάριος, αλλ΄ ως από Θεού δωρεάν στελλόμενα τα έτρωγε μετ΄ ευχαριστίας. Εις αυτήν λοιπόν την διαγωγήν διαρκέσας ο αδαμάντινος εκείνος και του αδάμαντος χρησιμώτερός τε και γενναιότερος τριάκοντα έτη, ως είπομεν, χωρίς να αηδιάση ουδόλως ή να ασθενήση ή να πονέση ο στόμαχός του, ηξιώθη και προορατικού χαρίσματος. Γνωρίζων δε πότε έμελλε να αναπαυθή, το είπεν εις τον Όσιον επτά ημέρας ενωρίτερον, ζητών συγχώρησιν να του επιτρέψη να υπάγη να αποχαιρετήση τον Θεοδόσιον και να επιστρέψη πάλιν εις το κελλίον του. Ο δε Όσιος, επειδή και αυτός εκ θείας αποκαλύψεως εγνώρισε την τελευτήν αυτού, τον έστειλε με άλλον αδελφόν καλούμενον Θεόδουλον, ενεχείρισε δε εις αυτούς και επιστολήν εις την οποίαν έγραφε ταύτα· «Ιδού, αδελφέ εν Χριστώ, φίλτατε κύριε Θεοδόσιε, στέλλω σοι τον κοινόν ημών αδελφόν Αφροδίσιον, άνθρωπόν ποτε σάρκα φορούντα, νυν δε με την Χάριν του Θεού γενόμενον Άγγελον». Τούτον υποδεξάμενος ο μέγας Θεοδόσιος και φιλεύσας και ασπασάμενοι τον τελευταίον ασπασμόν απεχαιρετίσθησαν και επιστρέψας εις το κελλίον του και ολίγον ασθενήσας απήλθε προς Κύριον, ανταλλαξάμενος αντί των επιγείων τα επουράνια. Το δε θείον αυτού και ιερόν λείψανον, συναχθέντες όλοι οι Άγιοι Πατέρες των Μοναστηρίων ενεταφίασαν μετά λαμπάδων και θυμιαμάτων εις τόπον επίσημον.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2576
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Συνέχεια από το προηγούμενο

Δημοσίευση από silver »

Τοιούτος διδάσκαλος προς αρετήν ήτο ο μέγας Σάββας και ούτως ωραίους συνήθροιζε τους καρπούς των πόνων του. Τόσον μεγάλα και θαυμάσια ήσαν τα ένθεα αυτού κατορθώματα, ήτοι τα τόσα Μοναστήρια και αι τόσαι άλλαι οικοδομαί τας οποίας έκτισε, τα συνεχή κατά των δαιμόνων τρόπαια, η των υποσκελισθέντων αδελφών επανόρθωσις, τους οποίους από ανθρώπους κατέστησεν Αγγέλους και το να προβλέπη τα μέλλοντα. Αλλ΄ ας είπωμεν και τα επίλοιπα. Πόλις είναι πέραν του Ιορδάνου εις το ανατολικόν μέρος, Μεδαπά καλουμένη, της οποίας οι άνθρωποι ηυλαβούντο πολύ τον Όσιον δια την πνευματικήν ωφέλειαν, την οποίαν ελάμβανον παρ΄ αυτού και του έφερον προς αντιμισθίαν πολλά αναγκαία πράγματα δια τας ανάγκας των Μοναστηρίων. Εις δε εξ εκείνων, ονόματι Γερόντιος, ήτο από πολλού ασθενής και απελθών εις την Αγίαν Πόλιν χάριν προσκυνήσεως, ηθέλησε να αναβή και εις το όρος των Ελαιών. Ανελθών λοιπόν εις υποζύγιον, επήγαινεν έφιππος, καθ΄ οδόν όμως, είτε από πειρασμόν του δαίμονος, είτε από άλλην τινά αιτίαν, συνέπεσε να ταραχθή το κτήνος· όθεν έπεσεν ο δυστυχής Γερόντιος και τόσον συνετρίβησαν τα οστά του, ώστε ουδείς ιατρός ετόλμα να επιχειρισθή τι επ΄ αυτού, αλλ΄ όλοι κοινώς απεφάνθησαν, ότι μέλλει να αποθάνη. Εις δε αδελφός του Γεροντίου νεώτερος, ιδών αυτόν τοιουτοτρόπως ελεεινώς συντριβέντα, ελυπήθη κατά πολλά και γνωρίζων, ότι η προσευχή του μακαρίου Σάββα ήτο ταχύτατον και ωφελιμώτατον φάρμακον κατά πάσης ασθενείας και ότι οι ιατροί βασανίζουν μεν επί μακρόν τον ασθενή, μόνον όμως τον πλούτον του κατατρώγουν, χωρίς ουδόλως να τον ωφελήσουν, τρέχει παρευθύς εις την Λαύραν και πίπτει εις τους πόδας του Αγίου, την συμφοράν τού αδελφού οδυρόμενος και παρακαλών αυτόν να κοπιάση να τον ίδη. Ταύτα ακούσας ο ευσπλαγχνικώτατος Άγιος ελυπήθη και απόντα τον Γερόντιον και απελθών εις την οικίαν αυτού, εποίησε πρώτον ευχήν προς Κύριον, έπειτα τον έχρισε με το σωτηριώδες έλαιον του Τιμίου Σταυρού και παρευθύς, ω της οξυτάτης θεραπείας! Ο πρώην συντεθλασμένος τα μέλη και ανενέργητος ευρέθη εις μίαν στιγμήν όλος υγιής, γεγονός το οποίον πάντας τους παρόντας εξέπληξε, γνωρίσαντας την μεγάλην παρρησίαν, την οποίαν είχεν ο Σάββας προς Κύριον. Ύστερον πάλιν απήλθεν ο υιός τού Γεροντίου, Θωμάς ονόματι, και εύρε τον Άγιον εις τον ξενώνα, τον οποίον είχεν εις την Ιεριχώ. Ο δε Όσιος, ασμένως αυτόν δεξάμενος, ηθέλησε και σωματικώς να τον φιλεύση και όταν εκάθησεν εις την τράπεζαν, ηρώτησε τον υπηρέτην εάν είχεν οίνον να φέρη. Ο δε απεκρίνατο ότι δεν είχεν οίνον, ειμή μόνον ολίγον όξος εις κολοκύνθιον. Ο δε Άγιος του λέγει· «Ευλογητός ο Θεός, απ΄ αυτό το όξος να πίωμεν. Αυτός, όστις εποίησε το ύδωρ οίνον, δύναται να μετατρέψη και τούτου την δριμύτητα». Ταύτα είπε το μελιχρόν και ένθεον εκείνο στόμα και παρευθύς ευρέθη το όξος οίνος γλυκύτατος ευφραίνων αληθώς καρδίαν ανθρώπου. Ο δε Όσιος προσέταξε να φέρουν πυρ και θυμίαμα, λέγων· «Επισκοπή θεία έγινεν εις ημάς την ώραν ταύτην». Όχι δε μόνον έως εκεί έμεινεν η θαυματουργία, αλλά και επλήθυνε τοσούτον ο οίνος, ώστε έφθασε δι΄ όλους και εχορτάσθησαν. Ο δε Θωμάς, εκπλαγείς δια την υπερβολήν του θαύματος, εζήτησε παρά του Αγίου την κολοκύνθην, διότι είχεν ακόμη οίνον και λαβών αυτήν ανεχώρησε με την συνοδείαν του, έφθασε δε ο επίλοιπος οίνος δι΄ όλον τον δρόμον των και πάλιν ύστερον, αφού το κολοκύνθιον έμεινε κενόν, το εφύλαξεν ο Θωμάς ως θησαυρόν πολυτίμητον και όταν ήθελεν ασθενήσει τις το επλήρωνεν ύδατος και το έχυνεν εις τον ασθενή, όστις παρευθύς εθεραπεύετο. Καιρόν τινα απήρχετο ο Όσιος εις τον Ιορδάνην συνοδευόμενος από ένα μαθητήν του, νέον την ηλικίαν, καθ΄ οδόν δε τους συνήντησαν κοσμικοί τινες, έχοντες εις την συνοδείαν των κόρην ωραιοτάτην. Ο δε Όσιος, θέλων να δοκιμάση τον μαθητήν του, εκύτταξε την κόρην και είπε προς αυτόν· «Η νέα αυτή, νομίζω, ότι είναι τυφλή· ούτως έχει η αλήθεια»; Ο δε απεκρίνατο· «Όχι, Πάτερ, έχει και τους δύο οφθαλμούς καλούς». Ο Άγιος πάλιν του λέγει· «Επλανήθης, τέκνον, διότι εγώ είδον ότι λείπει ο εις οφθαλμός αυτής». Ο νέος, μη γνωρίζων την δοκιμασίαν του Οσίου, είπε προς αυτόν· «Εγώ, Πάτερ, την εκύτταξα επιμελώς και έχει δύο λαμπρούς και γλυκυτάτους οφθαλμούς». Τότε ο πάνσοφος, αφού τον έβαλεν εις τα δίκτυα και δεν ηδύνατο πλέον να διαφύγη μεταχειριζόμενος πρόφασίν τινα, είπε προς αυτόν· «Επειδή δεν ενθυμείσαι το παράγγελμα της Αγίας Γραφής, το οποίον λέγει· «Μη σε νικήση κάλλους επιθυμία, μηδέ αγρευθής σοις οφθαλμοίς, μηδέ συναρπασθής από των αυτής βλεφάρων» (Παροιμ. στ: 25), από τώρα και εις το εξής να μη εισέλθης πλέον εις το κελλίον μου, έως να μάθης να χαλιναγωγής τας αισθήσεις σου και ιδίως την όρασιν». Ούτως ειπών, απέστειλεν αυτόν εις το Καστέλλιον και έμεινεν εκεί, έως ου επαιδαγωγήθη καλώς και τότε τον εδέχθη πάλιν χαίροντα εις την συνοδείαν του. Άλλοτε πάλιν έβραζεν ο μάγειρος κολοκύνθας δια τους κτίστας, οίτινες έκτιζον, επάνω δε εις την ώραν, κατά την οποίαν ήθελε να σερβίρη το μαγείρευμα, γευθείς εξ αυτού, το εύρε πικρότερον χολής· όθεν λυπηθείς πολύ, διότι ουδέν άλλο είχον να προσφέρουν, το ανέφερεν εις τον Άγιον, όστις επήγεν εις το μαγειρείον και ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το στόμιον της χύτρας, έδωσεν εντολήν εις τον μάγειρον να σερβίρη. Ούτω λοιπόν εποίησεν, η δε κολοκύνθη ευρέθη γλυκυτέρα του μέλιτος. Άλλοτε πάλιν, περιπατών ο μακάριος εις την οδόν, ήτις υπάγει από τον Ρουβάν εις τον Ιορδάνην, εύρε λέοντα μέγαν, εις τον πόδα του οποίου είχε καρφωθή τεμάχιον ξύλου και δεν ηδύνατο να περιπατήση, αλλ΄ έκειτο κατά γης. Ιδών δε τον Όσιον ο λέων, εσήκωσε τον πόδα του υψηλά και του τον εδείκνυε δια να τον λυπηθή να του εκβάλη τον σκόλοπα. Ο δε Όσιος, ως φιλάγαθος, ηυσπλαγχνίσθη και αφήρεσεν απ΄ αυτού επιδεξίως το ξύλον. Τότε ο λέων, λησμονήσας ένεκα της ευεργεσίας την φυσικήν αυτού αγριότητα, και δια να μη φανή προς αυτόν αχάριστος, ηκολούθησε μετά πάσης προθυμίας τον Άγιον και υπετάσσετο εις αυτόν ως ευγνώμων δούλος. Είχε δε ο Όσιος κοσμικόν τινα υπηρέτην, ονόματι Φλάϊον και ένα ονάριον, το οποίον εφόρτωνεν ούτος και έκαμνε τας υπηρεσίας της Λαύρας. Οπόταν δε ο Φλάϊος επήγαινε να εκτελέση άλλην υπηρεσίαν, έδιδε τον όνον εις τον λέοντα, όστις κρατών με τους οδόντας του το σχοινίον, το οποίον είχεν εις τον χαλινόν και απερχόμενος έβοσκεν αυτόν από πρωϊας έως εσπέρας, είτα τον επότιζε και κατόπιν τον επήγαινεν εις το Μοναστήριον, τούτο δε εποίει πάντοτε καθ΄ όλας τας εορτάς, ή όταν δεν τον εχρειάζοντο δια μεταφοράν τινα. Μετά πολλάς δε ημέρας, απερχόμενος ο Φλάϊος εις υπηρεσίαν, ή από έπαρσιν αυτού, ή από φθόνον του δαίμονος, περιέπεσεν εις πορνείαν και την ημέραν εκείνην, καθ΄ ην έπραξε την αμαρτίαν ο Φλάϊος, εθυμώθη ο λέων και έφαγε τον όνον· όθεν ο Φλάϊος εγνώρισεν, ότι δια την πτώσιν αυτού ο όνος απώλετο και δεν ετόλμα να παρρησιασθή εις τον Άγιον, αλλ΄ απήλθεν εις την χώραν του. Ο δε Όσιος δεν παρείδεν αυτόν, αλλά πολλά ζητήσας εύρε τον απολωλότα και με νουθεσίας τον ωδήγησε προς μετάνοιαν και με θερμά δάκρυα, νηστείας και κόπους πολλούς του σώματος ηξιώθη παρά Θεού συγχωρήσεως. Φθάνουν όσα εγράψαμεν ανωτέρω να φανερώσουν την μεγίστην χάριν και παρρησίαν προς Κύριον του Αγίου· πλην ας είπωμεν ολίγα τινά και δια την πορείαν αυτού προς το Βυζάντιον. Κατά τον καιρόν του βασιλέως Αναστασίου (491-518), έγινε στάσις εις τας Εκκλησίας μεταξύ των Αρχιερέων, τινές εκ των οποίων ήσαν εις την αίρεσιν των μονοφυσιτών Διοσκόρου και Σεβήρου, καθώς επίσης και ο βασιλεύς, όστις ανεβίβαζεν εις τους αρχιερατικούς θρόνους τους αναθεματίζοντας την εν Χαλκηδόνι Σύνοδον, τους δε Ορθοδόξους εξώριζε, καθώς αδίκως εξώρισε και τον μακάριον Ηλίαν τον της Παλαιστίνης Αρχιεπίσκοπον, όστις παρεκάλεσε τον μέγαν Σάββαν και άλλους τινάς εναρέτους Πατέρας να υπάγωσιν εις τον βασιλέα, να τον παρακαλέσουν να ειρηνεύση τα σκάνδαλα. Έγραψε δε και επιστολήν ο Πατριάρχης ταύτα λέγουσαν· «Βασιλεύ πολυχρονεμένε, ιδού στέλλω πρέσβεις και μεσίτας προς το κράτος σου τους οικιστάς της ερήμου και εξόχως τον μέγαν Σάββαν, των Ασκητών το κεφάλαιον. Λοιπόν ευλαβήσου τον κόπον των και τους θείους ιδρώτας των και παύσον τον πόλεμον των Εκκλησιών· μη αφήνης να προχωρή το κακόν, φιλόχριστε, εάν θέλης να ευαρεστήσης τον Κύριον, όστις σου εχάρισε την βασιλείαν και το διάδημα». Όταν λοιπόν έφθασαν εις την βασιλεύουσαν οι Όσιοι, ωκονόμησεν ο Πανάγαθος, όστις δοξάζει τους Αυτόν αντιδοξάζοντας, και είδεν ο βασιλεύς οπτασίαν τινα δια τον Άγιον, εξ ης πολλά τον ετίμησε και ακούσατε. Όταν εισήλθον οι Πατέρες εις το παλάτιον, τους μεν άλλους αφήκαν οι φύλακες και εισήλθον, τον δε Σάββαν, ιδόντες ενδεδυμένον με ευτελή και πτωχικά ιμάτια, δεν τον αφήκαν· όθεν εστέκετο έξω. Ήτο δε τότε εβδομήκοντα τριών ετών. Αναγνώσας δε την επιστολήν ο βασιλεύς, ηρώτησε τις ήτο ο Σάββας, και μαθών ότι έμεινεν έξω, έστειλε δορυφόρους να τον εύρωσιν. Όταν δε εισήλθεν ο Άγιος εις το Ανάκτορον, είδεν ο βασιλεύς Άγγελον αστραπόμορφον με λαμπράν στολήν, όστις προεπορεύετο του Αγίου και του έκαμνε τόπον να περιπατή ανεμποδίστως. Ταύτα είδεν ο βασιλεύς, όχι δια την αρετήν του, επειδή ως αιρετικός δεν ήτο άξιος να ίδη τοιαύτα θαυμάσια, αλλά δια να γνωρίση, ότι ο Σάββας ήτο Άγιος άνθρωπος και ευθύς ηγέρθη του θρόνου και του έκαμε μεγάλην τιμήν. Αφού εκάθισαν όλοι οι Όσιοι, τους ηρώτησεν ο βασιλεύς να είπη έκαστος τι χάρισμα ήθελεν εξ αυτού, αυτοί δε αφήκαν την κοινήν της Εκκλησίας υπόθεσιν και εζήτησαν σωματικάς δωρεάς και χαρίσματα. Ο βασιλεύς ικανοποίησε τα αιτήματα όλων αυτών, εθαύμασε δε δια τον Σάββαν, πως δεν ωμίλησε και είπε προς αυτόν· «Συ, Πάτερ τίμιε, πως έλαβες τοσούτον κόπον, να έλθης έως ημάς και δεν μας εζήτησας τίποτε»; Ο δε απεκρίνατο· «Εγώ, κράτιστε βασιλεύ, πρώτον μεν ήλθον να προσκυνήσω την σην ευσέβειαν, πριν αποθάνω, έπειτα να σε παρακαλέσω δια την Αγίαν Πόλιν της Ιερουσαλήμ και τον Αρχιεπίσκοπον αυτής, να μη έχης κατ΄ αυτού καμμίαν δυσαρέσκειαν και το σπουδαιότερον, να ειρηνεύσης τας Εκκλησίας. Όταν αυτά ποιήσης, τότε θέλεις έχει τον Θεόν φίλον και θέλει σου συγχωρήσει τας αμαρτίας, δίδων εις σε και τα κατά των εχθρών νικητήρια». Θαυμάσας ο βασιλεύς δια την ελευθερίαν του Σάββα και διότι δεν εζήτησε πρόσκαιρα και χαμαίζηλα πράγματα, αλλά την ειρήνευσιν της Εκκλησίας, τους μεν άλλους απέλυσεν, εις εκείνον δε εχάρισε χίλια φλωρία, να τα εξοδεύση εις τα Μοναστήρια του, του έδωσε δε και εξουσίαν, ίνα εισέρχεται ακωλύτως εις το παλάτιον, οπόταν θέλη. Περί του Πατριάρχου Ηλία όμως ωμίλησε λόγους κατηγορηματικούς και ήτο σφόδρα θυμωμένος κατ΄ αυτού, αλλ΄ ο μακάριος Σάββας με πολλήν γνώσιν και παρρησίαν επέτυχε να καταπραϋνη τον θυμόν αυτού και τον έπεισε να αναθεωρήση την άδικον απόφασίν του, περί ισοβίου εξορίας του και του επέτρεψε να παραμείνη και πάλιν εις τον θρόνον του δια την αγάπην του Σάββα. Αφού δε ο Όσιος επεράτωσεν επιτυχώς την αποστολήν του, δεν ανεχώρησεν αμέσως τότε από την Κωνσταντινούπολιν, επειδή ήτο χειμών, αλλ΄ έμεινεν έξω της πόλεως εις προάστιον, λεγόμενον του Ρουφίνου. Εκεί επήγαιναν πολλοί εκ της Πόλεως και τον επεσκέπτοντο και πολλοί εξ αυτών έγιναν μαθηταί του γνήσιοι, εξόχως δε η εγγονή του βασιλέως Ουαλεντίνου Ιουλιανή και η του Πομπηϊου, υιού του βασιλέως, σύζυγος, Αναστασία καλουμένη, η οποία εμόνασεν ύστερον εις το όρος των Ελαιών και ετέλεσε μεγάλους αγώνας και θαυμάσια κατορθώματα εις δόξαν Θεού. Κατά τον καιρόν εκείνον έγινεν εις τα χωρία των Ιεροσολύμων πείνα μεγάλη και θανατικόν και όσον παρήρχοντο αι ημέραι επί τοσούτον και το δεινόν τούτο κακόν επλήθυνε και εξηπλούτο εις πολλάς χώρας του Βυζαντίου. Εκ του κακού τούτου αναρίθμητοι οικίαι ηρημώθησαν και έμειναν ακατοίκητοι. Αι δε υπηρεσίαι της βασιλείας και αυτός ο βασιλεύς, δια να μη ζημιωθή το ταμείον του Κράτους, ενομοθήτησαν, όπως τους οφειλομένους φόρους των αποθνησκόντων πληρώνουν οι επιζώντες γείτονες αυτών. Τούτον τον παράνομον και άσπλαγχνον νόμον ακούσας ο εύσπλαγχνος Σάββας, επήγε πάλιν εις τον βασιλέα και εξέθεσεν εις αυτόν το άτοπον του πράγματος, αποδεικνύων την δια τούτου παντελή απώλειαν των πενήτων και ότι ο νόμος αυτός δεν ήτο προς το συμφέρον της βασιλείας, αλλά μάλιστα προς ζημίαν μεγάλην και εξολόθρευσιν. Διότι ήτο αδικία απερίγραπτος, όσοι εσώθησαν από τα δύο εκείνα δεινά της πείνης και της θανατηφόρου επιδημίας, να βασανίζωνται πάλιν ύστερον από το Κράτος, δια να πληρώσουν φόρον τόσον άδικον. Στενοχωρούμενοι δε υπό της βίας και εξωθούμενοι υπό της ανάγκης θέλουν πράξει νεώτερόν τι, εκ του οποίου θέλει ζημιωθή το Κράτος περισσότερον. Ταύτα λέγων ο Σάββας παρεκάλει τον βασιλέα εξ όλης καρδίας και μετά πολλής της δεήσεως να εξαλείψη τοιαύτην απόφασιν παράνομον. Ευλαβηθείς τον Άγιον ο βασιλεύς, ηθέλησεν να κάμη την επιθυμίαν του· αλλ΄ ο μισόκαλος πάλιν ηναντιώθη, επειδή ήτο παρών μέγας τις άρχων πρωτοσύμβουλος του βασιλέως, Μαρίνος ονόματι, όστις τον ημπόδισεν ο τρισκατάρατος λέγων ταύτα· «Βασιλεύ, οι περισσότεροι άνθρωποι της Παλαιστίνης είναι Νεστοριανοί, δι΄ αυτό δεν πρέπει να τους κάμης τοιαύτην χάριν». Τότε ο Άγιος είπε προς αυτόν μετά θυμού· «Παύσον από του να εξάπτης εις τον βασιλέα τον παλαιόν πόλεμον και μετανόησον δια τα λόγια, τα οποία ελάλησας, ειδ΄ άλλως εις ολίγας ημέρας απολείται μετ΄ ήχου το σον μνημόσυνον, και θέλει αφανισθή η δόξα σου άπασα». Ο Μαρίνος όμως έμεινεν εις την πονηρίαν του, μη βάλλων κατά τον νουν ποσώς την ψυχωφελή νουθεσίαν του Αγίου. Ο δε Όσιος, λαβών από τον βασιλέα άλλας χιλίας δραχμάς χάρισμα, απήλθεν εις την Παλαιστίνην. Ο άδικος δε νόμος εκείνος έμεινεν ούτως αδιόρθωτος τότε, έως ου απέθανεν ο Αναστάσιος και έγινε βασιλεύς ο Ιουστίνος Α΄ (518-527). Τότε απέστειλε προς αυτόν επιστολάς ο θείος Σάββας και επέτυχε διορθώσεις τινάς, ο δε μετά ταύτα βασιλεύσας Ιουστινιανός Α΄ (527-565) τον εξήλειψε τελείως. Όσον αφορά τον άθλιον εκείνον Μαρίνον, ολίγας ημέρας μετά από όσα προεφήτευσε περί αυτού ο Άγιος, γενομένης στάσεως εις την πόλιν, διήρπασαν όλην την περιουσίαν αυτού και την οικίαν του κατέκαυσαν, ολίγον δε έλειψε να κόψουν και την κεφαλήν του, εάν δεν ήθελε μετανοήσει και κλαύση την ανομίαν του, γνωρίσας την πρόρρησιν του Αγίου. Τούτο διηγούντο πολλοί εις το Βυζάντιον και μάλιστα ο του βασιλέως υιός Πομπήϊος και Αναστασία η αυτού σύζυγος, θαυμάζοντες το προορατικόν του Αγίου. Μετά ταύτα απήλθον οι τα του Σεβήρου φρονούντες και παρεκίνησαν δια παντός τρόπου τον βασιλέα εις θυμόν κατά των Αγίων Πατριαρχών Αντιοχείας Φλαβιανού και Παλαιστίνης Ηλία, τους οποίους και πάλιν εξώρισεν. Αντί δε του Φλαβιανού έβαλον εις την Αντιόχειαν Πατριάρχην τον αιρετικόν αυτόν Σεβήρον (513-518), ο οποίος έστειλεν εις την Ιερουσαλήμ ιδικά του συνοδικά γράμματα μετά τινων Κληρικών και πολλών στρατιωτών, παραγγέλλων ότι εάν δεν δεχθή ο μακάριος Ηλίας τα του Διοσκόρου και αυτού δόγματα, να τον εκβάλουν από τον θρόνον του. Ταύτα μαθών ο θείος Σάββας συνήθροισεν όλους τους Μοναχούς και εδίωξεν απράκτους τους βασιλικούς ανθρώπους, ως να ήσαν αιχμάλωτοι. Έμπροσθεν τούτων ανεθεμάτισαν όλοι οι ευσεβείς τους κοινωνούς του Σεβήρου, μετά των οποίων ήτο συνηριθμημένος και ο βασιλεύς Αναστάσιος, όστις θέλων να εκδικήση τοιαύτην αισχύνην και προσβολήν αυτού, έστειλεν άρχοντα με εξουσίαν βασιλικήν, χειροτονήσας αυτόν δούκα πάσης Παλαιστίνης, δια να εκβάλη τον Ηλίαν βιαίως από τον θρόνον του, εάν δεν δεχθή τα του Διοσκόρου και Σεβήρου ασεβή δόγματα. Απελθών ο δουξ εφυλάκισεν ευθύς τον Αρχιεπίσκοπον, εκείνος δε του εζήτησε να του επιτρέψη να εξέλθη της φυλακής και εις ωρισμένην ημέραν, καθ΄ ην θα ετελείτο εορτή χαρμόσυνος και θα ήσαν όλοι οι Χριστιανοί συνηθροισμένοι, να κάμη το πρόσταγμα του βασιλέως. Εξελθών λοιπόν ο Πατριάρχης συνήθροισεν όλους τους κοσμικούς, ο δε θείος Σάββας τους Μοναχούς. Έτυχε δε εκεί παρών και ο ανεψιός του βασιλέως Υπάτιος, όστις είχεν αιχμαλωτισθή και τότε ήρχετο λυτρωθείς με αργύρια. Αφού λοιπόν συνήχθησαν άπαντες εις Ναόν τινα μέγαν, εβόησεν ο Αρχιερεύς ταύτα εις επήκοον πάντων· «Όστις φρονεί τα των Ευτυχούς και Νεστορίου, Σεβήρου τε και Σωτηρίχου, ανάθεμα· και όστις δεν φυλάττει τα δόγματα των τεσσάρων Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων, να είναι αναθεματισμένος». Τότε ο δουξ εθυμώθη ιδών ότι ηπατήθη, πλην φοβηθείς το πλήθος του λαού έφυγεν ησύχως εις την Καισάρειαν. Ο δε ανεψιός του βασιλέως ώμοσε να μένη εις την Ορθοδοξίαν συγκοινωνός των Αγίων έως εσχάτης αναπνοής και εχάρισεν εις τον Σάββαν πλήθος χρημάτων, δια να φανή προς αυτόν ευλαβής και προς τα θεία πιστός και Ορθόδοξος. Ο δε Όσιος ευχαριστήσας αυτόν, τον παρεκάλεσε να μεσολαβήση εις τον βασιλέα παρακινών αυτόν εις ευσπλαγχνίαν ίνα μη θυμωθή, επειδή δεν εφύλαξαν το πρόσταγμά του. Έγραψε δε ο Όσιος, με την βουλήν πάντων των Μοναχών, και επιστολήν προς τον βασιλέα, τοιαύτα λέγουσαν· «Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο αιώνιος Βασιλεύς και Θεός των απάντων, έδωκεν εις το θεοφιλές κράτος σου τα σκήπτρα της βασιλείας, δια να κυβερνάς με την θεοσέβειάν σου εν ειρήνη τας Εκκλησίας και εξόχως την μητέρα των Εκκλησιών, από την οποίαν ήρχισε το της ευσεβείας μέγα μυστήριον και απ΄ εντεύθεν διέβη εις τα της γης πέρατα και το οποίον ημείς, οίτινες κατοικούμεν εις τούτον τον Άγιον Τόπον, εφυλάξαμεν έως την σήμερον ανόθευτον, καθώς τούτο παρελάβομεν από τους Αγίους Αποστόλους και θέλομεν φυλάξει αυτό έως τέλους με την Χάριν του Θεού, χωρίς να εξέλθωμεν ουδόλως από την ορθοτομίαν του λόγου, ούτε να φθείρωμεν αυτόν με τας βεβήλους καινοτομίας των εκάστοτε υπεναντίων». «Εις ταύτην την αμώμητον Πίστιν, βασιλεύς, ανετράφη και η βασιλεία σου εκ νεότητος· όθεν θαυμάζομεν πως εις τας ημέρας της ευσεβείας σου γίνεται εις την μητέρα των Εκκλησιών τόση ταραχή και σύγχυσις, και σύρουν οι υπηρέται σου εις το μέσον της αγοράς, έμπροσθεν Ιουδαίων και εθνικών, τους Ιερωμένους και Μοναχούς, τους αγίους αυτούς άνδρας, με τοσαύτην καταφρόνησιν, ως να ήσαν κακούργοι και άνομοι, και αναγκάζουν αυτούς να μολύνουν την Πίστιν την άμωμον. Όθεν παρακαλούμεν το κράτος σου να προστάξης, να μη μας πειράζωσι πλέον εις τα ζητήματα της Πίστεως, διότι άτοπον και παράλογον πράγμα είναι το και να είπη κανείς μόνον, ότι οι τόσοι ημείς Ιεροσολυμίται Ασκηταί και οι τόσοι άλλοι ενάρετοι άνθρωποι δεν επαιδεύθημεν καλώς εις την Πίστιν και τώρα εις το γήρας μας θέλετε σεις να μας ερμηνεύσητε την ευσέβειαν. Όθεν φανερόν είναι, ότι αυτή η καινοφανής διόρθωσις, όπως την ονομάζετε, της πατροπαραδότου και υγιούς Πίστεως, δεν είναι διόρθωσις, αλλά διαστροφή και νόθευσις. Μάλιστα δε και όσοι αυτήν παραδέχονται, απέρχονται εις την αιώνιον κόλασιν. Όθεν ημείς ουδόλως θέλομεν δεχθή καινοτομίαν τινά της Πίστεως, εμμένομεν δε εις όσα παρέδωκαν εις ημάς οι θεοφόροι ημών Πατέρες οι τε εν Νικαία το πρώτον συνελθόντες Τριακόσιοι Δεκαοκτώ και οι των λοιπών Αγίων Τριών Οικουμενικών Συνόδων και είμεθα έτοιμοι όχι μόνον πάσαν θλίψιν και κάκωσιν, αλλά και μυρίους θανάτους μα λάβωμεν, παρά να εξέλθωμεν από την Ορθοδοξίαν έστω και επ΄ ελάχιστον. Η δε ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν θέλει φρουρήσει την Αγίαν Εκκλησίαν Αυτού και θέλει καταπαύσει την επεγερθείσαν εναντίον αυτής ζάλην με νεύμα και πρόσταξιν του σου κράτους, εις δόξαν Αυτού και καύχημα της ενδόξου και θεοφιλούς βασιλείας σου». Την επιστολήν ταύτην του Οσίου λαβών ο βασιλεύς την ανέγνωσε μεν, αλλ΄ απόκρισιν δεν είχε καιρόν να δώση, διότι μετέβαινεν εις τον πόλεμον. Ημείς δε ας έλθωμεν εις την περί του μακαρίου Σάββα διήγησιν. Αφού εξώρισαν αδίκως τον Πατριάρχην Ηλίαν, καθώς άνωθεν εγράψαμεν, έγινε πείνα μεγάλη και ακρίβεια πολλή εις όλην την Παλαιστίνην επί πέντε έτη και ουδόλως, κατά το διάστημα αυτό, έβρεξεν· όθεν ήτο πανταχού της Παλαιστίνης μεγάλη στενοχωρία, όχι μόνον μεταξύ των κοσμικών, αλλά και μεταξύ των Μοναχών, όσοι ήσαν εις κελλία και Μοναστήρια. Ο δε μέγας Σάββας εκυβέρνα επτά μεγάλα Μοναστήρια, τα οποία επίσης είχον μεγάλην στέρησιν των αναγκαίων, πλην αυτός δεν είχε μέριμνάν τινα περί τούτου, αλλ΄ εις μόνον τον Δεσπότην είχεν εναποθέσει τας ελπίδας του και παρ΄ Αυτού εζήτει βοήθειαν. Προσκαλέσας δε τους Ηγουμένους των Μοναστηρίων, είπε προς αυτούς να μη μεριμνώσι περί τούτου, ούτε να πικραίνωνται ουδόλως, αλλά να ελπίζωσιν εις τον Κύριον και εκείνος θέλει δώσει εις αυτούς τα χρειαζόμενα. Μετ΄ ολίγας ημέρας ήλθεν η Λαύρα του Αγίου εις τόσην στέρησιν, ώστε δεν είχον ούτε άλευρον, ούτε άλλο τι βρώσιμον. Απελθών λοιπόν ο διακονητής, είπε προς αυτόν, ότι κατά την ερχομένην Κυριακήν δεν θα είχον άρτον ούτε δια να λειτουργήσουν. Η θαυμασία όμως εκείνη ψυχή ουδέ τότε απηλπίσθη της θείας Προνοίας, αλλ΄ είπε προς αυτόν· «Εκείνος, τέκνον, όστις μάς είπε να μη μεριμνώμεν περί της αύριον, Αυτός έχει την φροντίδα μας και θέλει μάς στείλει εξ ύψους βοήθειαν, ώστε να μη στερηθώμεν της ιεράς Λειτουργίας». Ούτως ο Όσιος προεφήτευσε και (ω της μεγίστης προς αυτόν κηδεμονίας σου, Δέσποτα!) πριν φθάση η Κυριακή, ήλθον άγνωστοι τινες άνθρωποι, ως εκ θείας Προνοίας απεσταλμένοι, και φέρουν τριάκοντα υποζύγια φορτωμένα σίτον, οίνον και έλαιον και όσα άλλα είναι εις τροφήν επιτήδεια. Ευχαριστήσας λοιπόν τον Κύριον ο Όσιος, είπε προς τον κελλάρην· «Τι λέγεις, ολιγόπιστε; Αφήνομεν τώρα την ιερουργίαν δια την στέρησιν του άρτου»; Ο δε έπεσεν εις τους πόδας αυτού, μετανοών την προτέραν μικροψυχίαν και αιτών μετά δακρύων συγχώρησιν. Νουθετήσας λοιπόν αυτόν ο Όσιος να μη είναι πλέον τοσούτον μικρόψυχος, αλλά να επιρρίπτη προς τον Θεόν την μέριμναν, κατά τον Δαυϊδ, εν ειρήνη τον απέλυσε. Κατά την επομένην ήλθον από το σπήλαιον Μοναχοί τινες, λέγοντες, ότι οι ποιμένες αφήκαν τα πρόβατα και έτρωγαν τα σπαρτά της Λαύρας, όχι δε μόνον τούτο, αλλά και αυτοί πολλάκις εισήρχοντο εις το Μοναστήριον και ήρπαζον τροφάς δια της βίας προξενούντες εις τους αδελφούς καθ΄ εκάστην πολλήν ταραχήν και θόρυβον. Ο δε Άγιος παρήγγειλεν εις τους ποιμένας με ταπείνωσιν και πραότητα, κατά το σύνηθες, να απέχουν από την Λαύραν και να μη προξενήσουν πλέον άλλην ζημίαν εις τα των Μοναστηρίων. Εκείνοι όμως δεν έλαβον ουδόλως υπ΄ όψιν των τα λόγια του, αλλά πάλιν εποίουν ως πρότερον. Αλλ΄ ο Κύριος τούς εδίδαξε με το έργον να μη καταφρονώσι τους δούλους του και παρευθύς, ω παραδόξων πραγμάτων! Έστυψε το γάλα των προβάτων και απεστειρώθησαν· όθεν απέθνησκον τα αρνία των, μη έχοντα γάλα να φάγωσιν. Οι δε ποιμένες ηννόησαν, ότι δια την παρακοήν των έπαθον τοιαύτην ζημίαν και δραμόντες εις τον Άγιον έπεσαν εις τους πόδας αυτού, ολοφυρόμενοι δια την ζημίαν, και θερμώς εξομολογούμενοι την αμαρτίαν. Υπέσχοντο δε να μη πλησιάσουν πλέον εις τα όρια της Λαύρας. Ο δε συγχωρήσας ηυλόγησεν αυτούς, ομού δε με την ευλογίαν ελύθη και η τιμωρία, ηφανίσθη η των μαστών στείρωσις, έρρευσε κρουνηδόν το γάλα, και τα αρνία τρεφόμενα έθαλλον, όθεν μετεβλήθη εις χαράν η κατήφεια των ποιμένων. Κινούμενος υπό της άνωθεν θείας Προνοίας ο Άγιος επήγε με δύο άλλους αδελφούς, Στέφανον και Ευθάλιον καλουμένους, να επισκεφθώσι τον μακάριον Πατριάρχην Ηλίαν, ο οποίος ήτο εις την εξορίαν δια την Ορθόδοξον Πίστιν, επειδή, ως ανωτέρω είπομεν, δεν ηθέλησε να ομολογήση τα του Σεβήρου. Ιδών δε ο Πατριάρχης τον Άγιον εχάρη πολύ και ευχαριστήσας αυτόν, όπου έλαβε τόσον κόπον, ογδοήκοντα ετών άνθρωπος, να περιέλθη τόσον τόπον, δια να τον εύρη εις την δεινήν εκείνην εξορίαν, τον εκράτησε πλησίον του ημέρας πολλάς, δια να απολαύση ο εις τον έτερον. Είχον δε συνήθειαν να συναντώνται καθ΄ εκάστην ημέραν την ενάτην ώραν να τρώγωσι μαζί· ημέραν δε τινα δεν εξήλθεν ο Πατριάρχης από το κελλίον του· όθεν έμεινε και ο θείος Σάββας νήστις με τους συντρόφους του. Τέλος το μεσονύκτιον εξήλθε περίλυπος ο Πατριάρχης και λέγει προς αυτούς· «Εγώ δεν έχω καιρόν να φάγω και μη με περιμένετε». Οι δε ηρώτησαν αυτόν την αιτίαν και διατί είχε τοσαύτην κατήφειαν. Ο δε απεκρίνατο πικρώς στενάξας· «Γνώριζε, μακάριε Σάββα, ότι ταύτην την ώραν απέθανε ο βασιλεύς Αναστάσιος και μέλλω να υπάγω και εγώ κατά την δεκάτην από σήμερον ημέραν, να παρασταθώμεν εις το φρικώδες Βήμα του Δεσπότου Χριστού, ίνα δικασθώμεν αμφότεροι». Την νύκτα δε ταύτην κατά την οποίαν είδεν ο Πατριάρχης την οπτασίαν έβλεπε και ο Άγιος κεραυνούς να κτυπώσι τον βασιλέα, αυτός δε φεύγων απέρρηξεν αισχρώς την ψυχήν. Πράγματι δε μετ΄ ολίγας ημέρας ηκούσθη η φήμη, ότι ο βασιλεύς ετελεύτησε. Μετά ταύτα ηκολούθησε και η κοίμησις του μακαρίου Ηλία κατά την πρόρρησιν. Μετά τον θάνατον του Αναστασίου εψήφισαν βασιλέα τον Ιουστίνον Α΄ (518-527), όστις έστειλεν εις όλην την Οικουμένην προστάγματα, να αναλάβουν και πάλιν τους θρόνους των οι Ορθόδοξοι Αρχιερείς και να γράψουν εις τας ιεράς βίβλους την εν Χαλκηδόνι συγκροτηθείσαν Αγίαν Δ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον δια να απολαύση γαλήνην η Εκκλησία. Ήτο δε τότε γέρων ο τρισμακάριος Σάββας υπερβαίνων τα ογδοήκοντα έτη, ασθενής και αδύνατος από την άσκησιν, πλην εις την προθυμίαν της ψυχής ήτο νεώτερος και δεν εδίστασε καθόλου, αλλά δια τον ζήλον της Ορθοδοξίας έδραμεν εις την Καισάρειαν και την Σκυθόπολιν, κηρύσσων πανταχού το ευσεβές του βασιλέως διάταγμα και γράφων τας μέχρι τότε συγκροτηθείσας τέσσαρας Αγίας Οικουμενικάς Συνόδους εις τας ιεράς βιβλους των Εκκλησιών και νουθετών πάντας και οδηγών προς την Ορθοδοξίαν με το μέλι της γλυκυτάτης διδασκαλίας του. Εις την οδόν δε εις την οποίαν επορεύετο έκειτο γυνή ασθενής αιμορροούσα από πολλών ετών, εξήρχετο δε απ΄ αυτής τοιαύτη δυσωδία, ώστε δεν ηδύνατο κανείς να πλησιάση· ακόμη δε και αυτοί οι συγγενείς της την εσιχαίνοντο· όθεν είχεν η δυστυχής μεγάλην στενοχωρίαν και βάσανον, επειδή ουδείς ιατρός ηδύνατο να της προσφέρη βοήθειαν. Ως είδε λοιπόν αυτή τον Άγιον διαβαίνοντα εκείθεν, εφώναξε ταύτα δακρύουσα· «Δούλε του Θεού, λυπήσου με την ταλαίπωρον». Ο δε σπλαγχνισθείς επ΄ αυτήν, επλησίασε και λαβών αυτήν εκ της χειρός την ήγειρε τεθεραπευμένην. Αύτη η φήμη ηκούσθη πανταχού και προσελθών τις, όστις είχε θυγάτριον υπό του πονηρού δαίμονος χαλεπώς βασανιζόμενον, παρεκάλει αυτόν να το θεραπεύση. Ευσπλαγχνισθείς δε αυτόν ο φιλανθρωπότατος Σάββας, εσφράγισε την παίδα με το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού και ευθύς ελυτρώθη του δαίμονος και έλαβεν αυτήν ο πατήρ αυτής υγιαίνουσαν. Διότι τοσαύτην χάριν είχεν ο θείος Σάββας εις την ψυχήν, ώστε όσα εζήτει από τον Θεόν τα ελάμβανεν ανεμποδίστως και ετέλει τοιαύτα θαύματα. Το δε σώμα πάλιν είχεν υπήκοον εις το θέλημά του ο Όσιος και ούτε όταν ενήστευεν ήτο ασθενής από την πολλήν εγκράτειαν, καίτοι τας τεσσαρακοστάς έτρωγε μόνον άπαξ της εβδομάδος και συγχρόνως έκαμνεν όλας τας υπηρεσίας, ούτε όταν έτρωγε καθ΄ εκάστην εβλάπτετο ο στόμαχός του ουδόλως, αλλ΄ ήτο πάντοτε υγιής και άνοσος, ως άνθρωπος δυνατής και αβλαβούς κράσεως. Καθώς δε ήτο γενναίος εις το σώμα, ούτως ήτο και εις την ψυχήν· εις δε το φρόνημα ήτο μέτριος, εις τον τρόπον επιεικής, εις την ομιλίαν ηδύς και γλυκύτατος, εις το ήθος απλούστατος, εις την φρόνησιν βεβαιότατος, είχε δε και την αγάπην προς πάντας ειλικρινή και ανυπόκριτον. Κατά το τέταρτον έτος της ανομβρίας ήλθον εις τον Άγιον οι Μοναχοί του σπηλαίου ζητούντες συγχώρησιν να αναχωρήσουν, διότι δεν ηδύναντο πλέον να υπομένουν την στενοχωρίαν του ύδατος. Ο δε Όσιος είπε προς αυτούς· «Υπομείνατε ολίγας ημέρας και θέλει έλθει το θείον έλεος εις σας». Ούτως είπε, και την τρίτην ημέραν ήλθεν εις εκείνο το Μοναστήριον τόση βροχή, ώστε επλήρωσεν όλας τας δεξαμενάς των υδάτων· και το παραδοξότερον, ότι δεν έβρεξεν εις άλλον τόπον ουδόλως, ειμή μόνον εις την Λαύραν εκείνην, από την οποίαν εμελέτων να φύγωσιν. Εις δε τα έτερα Μοναστήρια, τα οποία ήσαν εκεί πέριξ, ούτε ρανίς δεν έπεσεν· όθεν έδραμον και εκείνων οι Προεστώτες και Καθηγούμενοι και πίπτοντες εις τους πόδας του Αγίου, έλεγον ταύτα παραπονούμενοι· «Τι επταίσαμεν ημείς οι ταλαίπωροι και δεν κάμνεις και δι΄ ημάς δέησιν, να στείλη δρόσον ο Κύριος και εις ημάς, οίτινες έχομεν στενοχωρίαν και χρειαζόμεθα ανάψυξιν»; Ο δε, παρηγορών αυτούς, έλεγεν· «Εις εκείνους οίτινες είχον μεγαλυτέραν ανάγκην κατέπεμψε την ευλογίαν του ο Κύριος, εις ολίγον δε καιρόν θέλει αποστείλει και εις σας τα ελέη του».Ήλθε δε και η ημέρα των Εγκαινίων (Η 13η Σεπτεμβρίου του Ναού της Αναστάσεως) και ήσαν όλαι αι βρύσεις ξηραί, μη ευρισκομένου ουδαμού ύδατος· όθεν πολλοί εκινδύνευσαν. Ο δε Πατριάρχης Ιωάννης ο Γ΄ (516-524), ηρεύνα και έσκαπτε εις κάθε τόπον δια να εύρη ύδωρ, αλλά δεν ηδύνατο· όθεν σφόδρα ωδύρετο δια την συμφοράν της πόλεως. Ιδών δε αυτόν ούτω κλαίοντα φίλος τις αυτού, Σούμος ονόματι, είπε προς αυτόν· «Άλλην ιατρείαν δεν έχομεν, δέσποτα, ειμή μόνον να παρακαλέσης τον μέγαν Σάββαν, όπως ποιήση προς Κύριον δέησιν και μας λυτρώση από της μάστιγος ταύτης». Προσκαλέσας λοιπόν αυτόν ο Αρχιερεύς, τον παρεκάλει να δεηθή εις τον Θεόν όπως ευσπλαγχνισθή τον λαόν και στείλη ουρανόθεν το έλεός του. Ο δε Άγιος, προφασιζόμενος έλεγεν, ότι ήτο υπέρ την δύναμίν του η αίτησις. Τότε ο Πατριάρχης έπεσεν εις τους πόδας τού Οσίου μετά δακρύων δεόμενος και των γονάτων αυτού απτόμενος και παρεκάλει αυτόν να του υπακούση να μη απολεσθή τόσος κόσμος από την στέρησιν του ύδατος. Μη δυνάμενος λοιπόν να πράξη άλλως ο Άγιος, εκλείσθη εις τινα οίκον και παρήγγειλε προς όλους να προσεύχωνται, αυτός δε διέμεινεν έγκλειστος προσάγων θερμάς δεήσεις προς Κύριον. Την δε τρίτην ημέραν, κατά την πρώτην φυλακήν της νυκτός, έγινεν αίφνης συστροφή νεφών και αέρος σκότωσις και ήλθε τοσαύτη βροχή, ώστε επλημμύρισαν όλοι οι ποταμοί και τα φρέατα, αι δε πηγαί ενεπλήσθησαν ύδατος. Τότε όλοι οι κάτοικοι της πόλεως λυτρωθέντες των δεινών με μίαν ψυχήν και μίαν γλώσσαν ανέπεμπον την ευχαριστίαν προς τον Θεόν. Ολίγον μετά ταύτα ετελεύτησεν ο Πατριάρχης Ιωάννης, αφήσας εις τον θρόνον διάδοχον επιφανή τινα και ενάρετον Κληρικόν, τον Πέτρον Α΄ (524-552). Μετά τρία έτη ο βασιλεύς Ιουστίνος, γέρων ων, ησθένησε βαρέως· όθεν μη δυνάμενος πλέον να κυβερνά το βασίλειον, εψήφισεν αυτοκράτορα τον ανεψιόν του στρατηγόν και πατρίκιον Ιουστινιανόν. Ο δε Πατριάρχης Πέτρος επήγαινε συχνά με τον θείον Σάββαν εις την έρημον και τον ηυλαβείτο πολύ, όπως και οι πρότερον αυτού πατριαρχεύσαντες. Είχε δε ο Πατριάρχης αδελφήν τινα, Ησυχίαν ονόματι, πολύ ενάρετον, ήτις ήτο βαρέως ασθενής και ουδείς ιατρός ηδύνατο να την θεραπεύση· όθεν είχε μεγάλην την θλίψιν δι΄ αυτήν και παρεκάλεσε τον Άγιον να την θεραπεύση. Ο δε Όσιος, ποιήσας επ΄ αυτής τρις το σημείον του Τιμίου Σταυρού, την ανήγειρεν ευθύς υγιά εκ της κλίνης. Τοιαύτην αμοιβήν έλαβεν από τον Άγιον ο Επίσκοπος, δια την τιμήν και ευλάβειαν την οποίαν είχε προς αυτόν. Κατά τον καιρόν αυτόν ετελεύτησεν η Ιουλιανή η εγγονή του βασιλέως. Οι δε ευνούχοι αυτής, ως πιστότατοι όπου ήσαν και φίλοι του μακαρίου Σάββα από τον καιρόν της μεταβάσεώς του εις Κωνσταντινούπολιν, έλαβον χρήματα αναρίθμητα και τα έφερον, παρακαλούντες όπως τους δεχθή να γίνουν Μοναχοί. Ο Άγιος όμως δεν ηθέλησε να παραβή την τάξιν και να βάλη εις την Λαύραν αγένειόν τινα· μόνον αφού ενουθέτησεν αυτούς ικανώς τους έστειλεν εις τον Όσιον Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην. Ολίγον δε μετά ταύτα ο Όσιος Θεοδόσιος ετελεύτησε. Κατά την εποχήν εκείνην εψήφισαν και οι Σαμαρείται ιδικόν των βασιλέα κάποιον Ιουλιανόν ονόματι και εβασάνιζον πολύ τους Χριστιανούς, πολλούς δε και εθανάτωσαν, επερχόμενοι εις τα χωρία, τα οποία εγειτόνευον με αυτούς και μάλιστα εις τα περίχωρα της Νεαπόλεως. Εκεί τον μεν Επίσκοπον απέκτειναν, άλλους Ιερείς ηχμαλώτισαν, άλλους εφόνευσαν, ετέρους δε δια πυρός κατέκαυσαν και άλλας μυρίας ύβρεις κατά των Χριστιανών διέπραξαν οι ανόσιοι. Ταύτα μαθών ο βασιλεύς έστειλε στράτευμα και καθυπέταξε τους Σαμαρείτας, εφόνευσαν δε και τον βασιλέα αυτών Ιουλιανόν· τον δε Σιλουανόν, όστις έπραξε πολλά άτοπα κατά των Χριστιανών, κατέκαυσαν δικαίως τον άδικον, δια να πληρωθή εις αυτόν η του Οσίου Σάββα πρόρρησις. Εις δε απ΄ εκείνους οίτινες ηκολούθουν αυτόν, την κλήσιν Αρσένιος, την αξίαν ιλλούστριος (λαμπρός—επιφανής), επήγεν εις το Βυζάντιον και έχων παρρησίαν (δεν γνωρίζω πόθεν και πως) προς τον βασιλέα, του είπε πολλά ψεύματα, ότι οι άνθρωποι της Παλαιστίνης ήσαν οι αίτιοι της των Σαμαρειτών στάσεως· όθεν εθυμώθη ο βασιλεύς κατ΄ αυτών και εσκέπτετο να τους τιμωρήση. Ταύτα μαθών ο Πατριάρχης της Ιερουσαλήμ, ελυπήθη τον λαόν αυτού και παρεκάλεσε θερμώς τον Άγιον να υπάγη και πάλιν εις την Κωνσταντινούπολιν να παρακαλέση τον βασιλέα, όπως μη κακοποιήση τους αναιτίους. Ο δε Όσιος, αν και γέρων πλέον ενενήκοντα ετών, δεν ηναντιώθη ποσώς, δεν ώκνησε, δεν εδειλίασε το μάκρος της οδού ή ασθένειαν του σώματος, αλλά δια να σώση ψυχάς από κίνδυνον θανάτου, εκίνησε με τόσην προθυμίαν, ως να ήτο νέος και ανδρείος και επήγεν εις το Βυζάντιον. Ακούσας ο βασιλεύς, ότι ο Σάββας έρχεται, έστειλεν ευθύς πλοίον βασιλικόν και πολλούς δορυφόρους να τον φέρωσι με τιμήν πολλήν καθώς έπρεπεν· έπειτα έστειλε και τον Πατριάρχην Επιφάνιον με όλον τον Κλήρον να τον προϋπαντήσωσι, κρίνων εν τη διανοία αυτού, ότι δεν υπεδέχετο επίγειόν τινα, αλλ΄ ουράνιον Άγγελον. Αφού δε έφθασεν ο Σάββας εις το Παλάτιον, έβλεπεν ο βασιλεύς στέφανον με λάμψιν ανθηράν εις την κεφαλήν του Αγίου εστολισμένον με διαφόρους χάριτας και εξαστράπτοντα από λαμπρότητα. Καταπλαγείς όθεν δια την όρασιν ταύτην και εγερθείς ταχέως από της καθέδρας αυτού, ησπάζετο την ιεράν εκείνην κεφαλήν με πολλήν χαράν και ευλάβειαν. Αφού λοιπόν κατησπάσθη τον Όσιον ο βασιλεύς και έλαβε τας ευλογίας αυτού, εκάλεσεν ευθύς και την βασίλισσαν και τον παρεκάλεσε να την ευλογήση και να την ευχηθή να κάμη τέκνον, διότι ήτο στείρα και είχον πολλήν εκ τούτου αθυμίαν αμφότεροι. Ο δε Άγιος δεν ηυχήθη ουδόλως εις αυτήν τεκνογονίαν, μόνον ηυχήθη αμφοτέρους τους βασιλείς να τους ενδυναμώνη ο Κύριος, να τους δίδη νίκην κατ΄ εχθρών και έτερα όμοια. Η δε βασίλισσα του έλεγε πάλιν δια παιδοποιϊαν, αλλ΄ ο Όσιος επαναλάμβανε την πρώτην ευχήν. Τούτο δε έγινε πολλάκις, ώστε πάντες ηννόησαν, ότι δεν ήθελε να της ευχηθή ο Άγιος τεκνογονίαν· όθεν απήλθεν η βασίλισσα περίλυπος. Μερικοί δε φίλοι του βασιλέως ηρώτησαν τον Όσιον· «Διατί δεν ηυχήθης τέκνον εις την βασίλισσαν, αλλά την εσκανδάλισες τόσον»; Ο δε απεκρίνατο· «Ο Θεός να μη της δώση τέκνον, διότι εάν γεννηθή εξ αυτής παιδίον, θέλει ανακαινίσει τα δόγματα του Σεβήρου, και θέλει προκαλέσει περισσότερον θόρυβον και σύγχυσιν εις την Εκκλησίαν από τον Αναστάσιον». Ο δε βασιλεύς Ιουστινιανός τόσην αγάπην και ευλάβειαν έδειξε προς τον Άγιον, ώστε όχι μόνον συνεχώρησε τους Παλαιστίνους, αλλά και τους Σαμαρείτας εδίωξεν έξω της πόλεως, προστάξας να κάμουν τας συναγωγάς αυτών έξωθεν, εθέσπισε δε και νόμον να μη κληρονομούν οι επιζώντες τους αποθνήσκοντας, δια να μη πλεονάζη ο πλούτος των, όστις δε εξ αυτών στασιάση εις το εξής, να τον φονεύωσι. Τούτο φοβηθείς και ο ρηθείς Αρσένιος εδέχθη και έλαβε το άγιον Βάπτισμα παρά του Οσίου, διότι ήτο Σαμαρείτης το πρότερον. Αλλά ταύτα μεν έγιναν ύστερον· ημείς δε ας είπωμεν περί του πιστού βασιλέως και τα επίλοιπα. Γνωρίζων ο Ιουστινιανός πόσον ετίμησε τον Άγιον ο βασιλεύς Αναστάσιος, ο οποίος αν και δεν ήτο Ορθόδοξος εν τούτοις του εχάρισε τόσον χρυσίον, ηθέλησε και αυτός να του δώση ακόμη περισσότερον. Ευχαριστήσας ο Όσιος τον βασιλέα δια την καλήν αυτού προαίρεσιν, είπε προς αυτόν· «Εκείνος ο φιλόστοργος Πατήρ και φροντιστής των ψυχών και των σωμάτων ημών, όστις έτρεφε πλουσίως τον απειθή λαόν εις την έρημον, έχει και την μέριμναν και φροντίδα ημών, αλλ΄ από το κράτος σου χρειαζόμεθα να μας κάμης φιλοτιμίαν αναγκαιοτέραν χρημάτων, εάν ορίζη η βασιλεία σου. Οι Παλαιστίνοι υπέστησαν και ανά πάσαν στιγμήν υφίστανται πολλά από τους Σαμαρείτας. Πολλά κτίσματα και Ναούς τούς εχάλασαν, πρόβατα και βόας και άλλα κτήνη τούς ήρπασαν, πολλούς εξ αυτών ηχμαλώτευσαν, τους καρπούς των κατέκαυσαν και ετέρας ζημίας επροξένησαν εις αυτούς, περιήλθον δε εις τοιαύτην πτωχείαν, ώστε ούτε την καθημερινήν των τροφήν δεν έχουσι και λιμοκτονούσιν οι τάλανες». «Δι΄ όλα αυτά δέονται και παρακαλούν την βασιλείαν σου, συνέχισε λέγων ο Όσιος, να τους αφήσης ολίγον καιρόν τον φόρον, δια να λάβουν ολίγην άνεσιν και κατόπιν να πληρώνουν πάλιν το οφειλόμενον· έτι δε, όσοι έρχονται να προσκυνήσουν τον ζωοποιόν Τάφον του Σωτήρος μας χρειάζονται και αυτοί στέγην, να αναπαύωνται ολίγον από τον κόπον της οδοιπορίας, μάλιστα εάν ασθενήσωσιν. Όθεν είναι πολύ αναγκαίον να κτισθή δια τον σκοπόν αυτόν νοσοκομείον ευρύχωρον, αλλά και ο θείος Ναός της Θεοτόκου, τον οποίον έκτισεν ο Πατριάρχης Ηλίας, είναι ημιτελής και έχει ανάγκην συμπληρωματικής κατασκευής και στολισμού· ομοίως και τα Μοναστήρια, τα οποία έκτισα, δεν έχουν ουδέν φρούριον πλησίον των, ώστε να προφυλάσσωνται οι αδελφοί εις ώραν ανάγκης. Προ πάντων δε αι αιρέσεις του Αρείου, του Νεστορίου, του Ωριγένους και των Μονοφυσιτών θορυβούν και ταράττουν την Εκκλησίαν. Δια τούτο πρέπει η βασιλεία σου να βάλη εις τούτο πολλήν επιμέλειαν, να αφανίσης με την πολλήν σου δύναμιν τα ζιζάνια. Εάν τελέσης αυτά, τα οποία σοι είπον, έχω θάρρος και ελπίζω εις τον Θεόν να σου χαρίση πλουσίας τας αμοιβάς, να υποταχθούν εις σε η Ρώμη, η Καρχηδών και όσα άλλα μέρη εστασίασαν, να προσκυνήσουν πάλιν το κράτος της ευσεβείας σου».Τοιαύτας αιτήσεις φιλοθέους τε και κοινωφελείς εποίησεν ο θείος Σάββας, ο δε πιστότατος βασιλεύς, έχων μεγάλην δίψαν να φιλοτιμήση τον Άγιον, έγραψεν ευθύς προστάγματα εις όλους τους τόπους κατά των προαναφερθέντων αιρετικών, προστάσσων τους ηγεμόνας και τους άρχοντας όπως άνευ ουδεμιάς αναβολής τελέσουν ευθύς το προστασσόμενον. Έγραψε δε προς Αντώνιον, τον Αρχιερέα της Ασκάλωνος και τον Ζαχαρίαν, να εκτιμήσωσι τας ζημίας τας οποίας επροξένησαν οι Σαμαρείται εις τους Παλαιστίνους δια να τους ανταμείψη, απαλλάσσων αυτούς από της καταβολής των φόρων επί τόσα έτη, όσας δε Εκκλησίας κατέστρεψαν να τας ανακαινίσουν με κρατικά έξοδα· έτι δε να κτίσουν εις την Αγίαν Πόλιν νοσοκομείον, εις το οποίον να αφιερώσουν σιτηρέσιον κατ΄ έτος φλωρία χίλια οκτακόσια πεντήκοντα· να κτίσουν δε πλησίον της Λαύρας πύργον και φρούριον ισχυρόν δια να το έχουν οι Μοναχοί εις κάθε περίστασιν ασφαλές καταφύγιον. Προ πάντων δε να αναθεματίσουν επισήμως τας προρρηθείσας αιρέσεις και να αγωνισθούν δια την εξάλειψιν αυτών. Ταύτα διέταξεν ο βασιλεύς με πολλήν επιμέλειαν, ο δε ΄Αγιος τον ηυχαρίστησεν, υποσχόμενος να δέηται του Θεού υπέρ αυτού και ο λόγος του εις ολίγον καιρόν επραγματοποιήθη. Όλη η Αφρική, το ισχυρόν κράτος των Βανδήλων η Καρχηδών, η Ρώμη και πολλά άλλα μέρη ήλθον εις την υποταγήν του, καθώς ηυχήθη εις αυτόν ο Άγιος. Λαβών δε ο Όσιος τα βασιλικά προστάγματα, ανεχώρησεν επιστρέφων εις Ιεροσόλυμα και διαβαίνων από την Καισάρειαν και την Σκυθόπολιν εκήρυττε πανταχού την Ορθοδοξίαν, διδάσκων και νουθετών άπαντας προς ευσέβειαν, ενεχείρισε δε και προς τους προρρηθέντας Επισκόπους τας επιστολάς του βασιλέως, οίτινες λαβόντες αυτάς απήλθον εις την πρώτην Παλαιστίνην, εις την οποίαν οι Σαμαρείται είχον προξενήσει τας μεγαλυτέρας ζημίας και εξετίμησαν αυτάς εις δώδεκα κεντηνάρια (390 κιλά χρυσού περίπου) χρυσού, εις δε την Σκυθόπολιν μετριώτερον, τα ποσά δε ταύτα εχάρισεν ο Ιουστινιανός από τους φόρους κατά την υπόσχεσιν. Εκτίσθησαν δε εις ολίγον καιρόν και αι οικοδομαί και το φρούριον κατά την προσταγήν του βασιλέως. Ο δε Όσιος, αφού επέστρεψεν εις τους Αγίους Τόπους και προσεκύνησε τον Τάφον του Σωτήρος, ήλθεν εις την Λαύραν αυτού και μετά μικρόν ησθένησε. Τότε ο Πατριάρχης Πέτρος απήλθεν ευθύς εις επίσκεψίν του και ιδών αυτόν ότι δεν είχε τίποτε από όσα έχει ανάγκην ο ασθενής προς θεραπείαν του σώματος, τον παρεκάλεσε να δεχθή να τον υπάγουν εις το Πατριαρχείον δια να εύρη ολίγην ανακούφισιν. Όθεν έκαμεν υπακοήν, και τον επήγαν εις το Πατριαρχείον, εις το οποίον έμεινεν ολίγον καιρόν βασανιζόμενος υπό της νόσου. Επειδή όμως έφθασε τότε και η ώρα να μεταβή προς τον ποθούμενον Χριστόν, του απεκάλυψεν ο Κύριος δι΄ οπτασίας ότι μέλλει να υπάγη εις τα ουράνια. Ευθύς τότε προστάσσει και τον επήγαν εις το κελλίον του και ασπασάμενος όλους τους αδελφούς εψήφισεν αντ΄ αυτού Προεστώτα πνευματικόν τινα έμπειρον και άξιον να ποιμάνη τοσαύτα λογικά θρέμματα, Μελιτάν καλούμενον, και ούτω παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις τας αχράντους χείρας του Δεσπότου Χριστού, τη Πέμπτη (5) του Δεκεμβρίου μηνός εν έτει 533, ζήσας τα πάντα έτη ενενήκοντα τέσσαρα. Συνήχθη δε τότε όχι μόνον το πλήθος πάντων των Μοναχών, αλλά και κοσμικοί αναρίθμητοι και Ιερείς και Αρχιερείς ομού μετά του Πατριάρχου, οι οποίοι μετά της προσηκούσης τιμής, μετά φωταψίας, υμνωδιών και θυμιαμάτων, ενεταφίασαν το πάνσεπτον εκείνο και ιερώτατον λείψανον. Τοιούτος μεν ήτο ο Βίος του μακαρίου Σάββα, και ούτως υπερφυή τα κατά Θεόν αυτού κατορθώματα. Αλλ΄ ας είπωμεν και ολίγα τινά από τα πολλά του θαυμάσια, τα οποία εποίησε μετά την σεβασμίαν αυτού μετάστασιν. Διάκονός τις, Ρωμύλος ονόματι, ήτο εις την Γεθσημανή, του οποίου διέρρηξαν την οικίαν και έκλεψαν εξ αυτής πολύ αργύριον· όθεν οδυρόμενος την συμφοράν, απήλθεν εις τον Ναόν του Αγίου Θεοδώρου, όστις εφανέρωνε τους κλέπτας, και εδέετο να του αποκαλύψη το αγνοούμενον. Ποιήσας λοιπόν εκεί ημέρας πέντε, βλέπει τον Μάρτυρα την νύκτα και λέγει προς αυτόν· «Τι κλαίεις»; Ο δε είπε την αιτίαν· του λέγει δε πάλιν ο Άγιος, ώσπερ απολογούμενος· «Δεν ήμην εδώ, διότι ο μακάριος Σάββας εκοιμήθη και προσετάχθημεν όλοι οι Μάρτυρες να συνοδεύσωμεν την αγίαν του ψυχήν εις τον τόπον της αναπαύσεώς της. Πήγαινε όμως τώρα εις τον δείνα τόπον, και εκεί θα εύρης τους κλέπτας και το αργύριον». Πράγματι ούτω και εγένετο. Δύο άλλοι αδελφοί φίλοι πιστοί του Αγίου είχον χωράφιον και αμπελώνα, κατά δε την ώραν του τρυγητού ησθένησαν βαρέως αμφότεροι και έκειντο βασανιζόμενοι· εχάνετο δε ο καρπός διότι δεν ήτο κανείς δια να τον συνάξη. Έχοντες λοιπόν διπλήν την θλίψιν, την δεινήν ασθένειαν και την του αμπελώνος απώλειαν, ενθυμούμενοι δε την αγάπην την οποίαν είχε προς αυτούς ο Άγιος ότε ακόμη ευρίσκετο εις την παρούσαν ζωήν, τον επεκαλέσθησαν εις βοήθειαν και ευθύς φαίνεται εις έκαστον εξ αυτών χωριστά και τους λέγει· «Εδεήθην του Θεού δια σας και σας εθεράπευσε· λοιπόν υπάγετε αύριον εις την άμπελον υγιαίνοντες». Την πρωϊαν λοιπόν ηγέρθησαν χωρίς καμμίαν ασθένειαν και απελθόντες εκήρυττον λαμπρώς την θαυματουργίαν της θεραπείας των και ετέλεσαν εορτήν χαρμόσυνον. Γυνή τις από την Παλαιστίνην καλουμένη Γινάρουσα, ευσεβής και φιλάρετος, έταξε να κάμη δύο παραπετάσματα δια τους δύο Ναούς του Οσίου, του σπηλαίου και του Καστελλίου. Ανέθεσε λοιπόν αύτη εις δύο γυναίκας να κατασκευάσουν ταχέως τα παραπετάσματα ταύτα, δώσασα εις αυτάς όλα τα απαιτούμενα υλικά και πληρώσασα και τον κόπον των· εκείναι όμως αμελούσαν. Η δε Γινάρουσα επικραίνετο μήπως και λυπηθή ο Άγιος δια την βραδύτητα και την μη εκτέλεσιν της υποσχέσεως. Αλλ΄ ο θαυμάσιος Σάββας εφάνη εις οπτασίαν και της λέγει· «Μη λυπείσαι και αύριον γίνονται τα παραπετάσματα καθώς έταξες». Ταύτα μεν είπε προς αυτήν πράος και ήμερος· προς τας γυναίκας όμως, αι οποίαι επληρώθησαν να τα υφάνωσιν, εφάνη φοβερός και άγριος, απειλών ότι εάν δεν κάμνουν αμέσως το έργον θα τας αφανίση. Την πρωϊαν έντρομοι αι γυναίκες ανέφερον προς αλλήλας την όρασιν και ευθύς άφησαν όλας τας άλλας εργασίας των και εξετέλεσαν μόνον εκείνην. Τοιουτοτρόπως εξεπληρώθη η υπόσχεσις της θεοφιλούς εκείνης γυναικός. Καιρόν τινα έφεραν σίτον εις την Νεκράν θάλασσαν, και καθώς ήρχετο Σαρακηνός τις με τας καμήλους φορτωμένας, όταν ήτο πλησίον της Λαύρας εις τον κρημνόν, παρεπάτησεν ολίγον μία μεγάλη κάμηλος και έπεσε κάτω εις τον χείμαρρον με όλον το φορτίον αυτής. Ο Σαρακηνός ως είδε την κάμηλον κρημνιζομένην εβόησεν· «Αββά Σάββα, αι ευχαί σου να την βοηθήσουν». Πριν τελειώση τον λόγον του βλέπει γέροντα τινα ασπρογένην επάνω της καμήλου καθήμενον. Κατελθών δε από άλλο μέρος ευκολόβατον εις τον χείμαρρον εύρεν αυτήν υγιά χωρίς να έχη καν παραμικράν πληγήν και θαυμάσας επί τούτω ο βάρβαρος ηυχαρίστησε θερμώς τον Άγιον με δωρεάς όχι μόνον τότε, αλλά και κατ΄ έτος έδιδεν εις την Μονήν του Αγίου από τον κόπον του τρία νομίσματα προς ευχαριστίαν της χάριτος. Ας είπωμεν δε και άλλο τι γλυκύ και παράδοξον δια τέλος και σφραγίδα των άλλων, τα οποία ετέλεσε μετά θάνατον. Καιρόν τινα ένεκεν της ανομβρίας δεν είχεν η Λαύρα ύδωρ, καθώς και ανωτέρω είπομεν. Εκ τούτου δε εστενοχωρούντο πολύ οι Μοναχοί και εσκέπτοντο να κτίσουν οικοδομήν επάνω της πέτρας να σκάψουν δε και κάτωθεν αυτής λάκκον βαθύτατον, ως φρέαρ, δια να συνάγωνται εκεί τα όμβρια ύδατα. Εμίσθωσαν λοιπόν προς τούτο δύο καλούς τεχνίτας Μάμαντα και Αυξέντιον καλουμένους και έκτισαν όλην την οικοδομήν επάνω εις την πέτραν, κάτωθεν της οποίας έκειτο του Σάββα το μακάριον λείψανον. Έπειτα επελέκησαν μέρος της πέτρας δια να κάμουν δεξαμενήν, εις την οποίαν θα συνεκεντρούντο τα ύδατα της βροχής. Τότε έγινεν αιφνιδίως ραγδαία και μεγάλη βροχή τόσον, ώστε ενεπλήσθη ύδατος η οικοδομουμένη δεξαμενή και θραυσθείσα παρεσύρθη εις τον κρημνόν. Και ο μεν Μάμας μετά βίας ηδυνήθη να σωθή εκ του κινδύνου, ο δε Αυξέντιος, όστις ήτο και νεώτερος, παρεσύρθη υπό των υδάτων και ερρίφθη ομού με τους λίθους της οικοδομής εις τον κρημνόν, όστις ήτο βάθους δέκα οργυιών. Έκλαιε δε ο Μάμας την του νέου απώλειαν, νομίζων, ότι απέθανεν από την πλημμύραν των υδάτων και τα κτυπήματα των λίθων. Αφού όμως έπαυσεν η βροχή, ευρέθη ο νέος Αυξέντιος κάτωθεν των καταπεσόντων λίθων, ω των θαυμασίων σου, παντοκράτωρ και παντοδύναμε Δέσποτα! Όλως υγιής, χωρίς να έχη ουδόλως παραμικράν πληγήν εις το σώμα του, διότι ο Άγιος με την δύναμιν της μεγίστης παρρησίας αυτού προς τον Κύριον ημπόδιζε τους λίθους και διεκώλυε τα ύδατα να μη τον εγγίσουν. Εξελθών λοιπόν υγιής και χαίρων, εκήρυττε πανταχού την μεγίστην ταύτην θαυματουργίαν, την οποίαν ετέλεσεν εις αυτόν ο τρισόλβιος Σάββας, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός Θεού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”